Δευτέρα 13 Απριλίου 2009

Οραματιστής του χάους και της κρίσης

  • Ο φιλόσοφος Τζον Γκρέι είχε προβλέψει τη σημερινή παγκόσμια ύφεση
  • Του David Runciman* / The Observer
  • JOHN GRAY: Gray’s Anatomy: John Gray’s Selected Writings. Εκδ. Allen Lane, 440 σελ.

Η ανθολογία κειμένων του Τζον Γκρέι με τίτλο «Gray’s Anatomy» καλύπτει τα τελευταία 30 περίπου χρόνια, κάτι που σίγουρα είναι πολύ ενδιαφέρον, γιατί η τριακονταετία αυτή έχει αρχίσει να φαίνεται σαν ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ανθρώπινη ιστορία, το οποίο τώρα κλείνει. Ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’70, με την άνοδο στην εξουσία της Μάργκαρετ Θάτσερ, και τελείωσε τον περασμένο Σεπτέμβρη, όχι με την κατάρρευση της Lehman Brothers, αλλά με την εθνικοποίηση της Fannie Mae και της Fredie Mac, δύο εταιρειών «κοινωνικής πρόνοιας» που είχαν μετατραπεί σε οχήματα δημοκρατικο-καπιταλιστικών φαντασιώσεων.

Η κυριότερη φαντασίωση ήταν ότι οποιοσδήποτε μπορούσε να πάρει δάνειο, ανεξάρτητα από το εισόδημά του, έτσι ώστε οι φτωχοί να έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν δικό τους σπίτι, οι πολιτικοί να πάρουν ψήφους ευγνωμοσύνης και οι κυνηγοί του χρήματος να αποκτήσουν πολύ περισσότερο χρήμα, για όσον καιρό κανένας δεν θα έθετε ενοχλητικές ερωτήσεις. Ηταν η εποχή που ίσχυε το ρητό «και την πίτα ολάκερη και τον σκύλο χορτάτο».

Ο Τζον Γκρέι είναι ένας φιλόσοφος εξειδικευμένος στο να θέτει ενοχλητικές ερωτήσεις για τις δημοκρατικές - καπιταλιστικές φαντασιώσεις, επομένως τώρα είναι ο καιρός του. Τα δοκίμια αυτά καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα θεμάτων, από τον Ιζάια Μπέρλιν ώς τον Ντάμιεν Χερστ, από τα βασανιστήρια έως την προστασία του περιβάλλοντος. Ωστόσο, το ενοποιητικό στοιχείο τους είναι ότι η απλοϊκή μας πίστη στην ιδέα της προόδου έχει μετατρέψει τη σύγχρονη ζωή σ’ ένα ματς σκιώδους πυγμαχίας, καθώς δεν συνειδητοποιούμε ότι συνεχώς γρονθοκοπούμε τον ίδιο τον εαυτό μας.

  • Γκρεμίζοντας ψευδαισθήσεις

Παράδειγμα, η τρέχουσα μόδα του μαχητικού αθεϊσμού –Ντόκινς, Χίτσενς κ.λπ.– ο οποίος είναι εξίσου αφελής και ευκολόπιστος με εκείνο που επιχειρεί να γελοιοποιήσει, επιβεβαιώνοντας ότι «η προσπάθεια να ξεριζωθεί η θρησκεία οδηγεί μόνο στην επανεμφάνισή της με πιο χονδροειδείς και υποβαθμισμένες μορφές». Παρομοίως, ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας είναι στην πραγματικότητα ένας πόλεμος ενάντια στις δικές μας ψευδαισθήσεις μεγαλείου, καθώς ανακαλύπτουμε ότι η νέα τεχνολογία και η ολοένα αυξανόμενη κινητικότητα απλώς δίνουν στους τρομοκράτες περισσότερα παιχνίδια για να παίζουν.

Και πάνω απ’ όλα, ο νεοφιλελευθερισμός, δηλαδή η πίστη στην «τεχνολογική αλλαγή που πυροδοτεί την οικονομική ανάπτυξη και στις οικονομικές δυνάμεις που διαμορφώνουν την κοινωνία», είναι ένας αντικατοπτρισμός του άξεστου μαρξιστικού υλισμού που νομίζαμε ότι έχει εξαφανιστεί, όπως ακριβώς ο μαρξισμός ήταν ο ίδιος μια αντανάκλαση των ιουδαιο-χριστιανικών ιδεολογημάτων που ήθελε να καταστρέψει. Νομίζουμε ότι προοδεύουμε, ενώ το μόνο που κάνουμε είναι να φοβερίζουμε τα ίδια τα φαντάσματά μας.

Ο Γκρέι έχει διοργανώσει το βιβλίο θεματικά, αλλά αν διαβαστεί με χρονολογική σειρά τότε αρχίζουν να αναδύονται κάποιες διακριτές μεταβολές στον τόνο και στη διάθεση του συγγραφέα. Τα κομμάτια από τη δεκαετία του ’80, ιδίως αυτά που γράφτηκαν καθώς έτριζαν τα θεμέλια της Σοβιετικής Ενωσης, έχουν συχνά ένα ωμό προειδοποιητικό ύφος. Κοιτάξτε, φαίνεται να λέει ο Γκρέι καθώς υπογραμμίζει τους παραλογισμούς της σοβιετικής ιδεολογίας και τους ακόμα μεγαλύτερους παραλογισμούς των δυτικών μαρξιστών συνομιλητών της, εδώ είναι που μας ξεγελάει τελείως η πίστη στην ανθρώπινη πρόοδο.

  • Ειρωνεία

Ωστόσο, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, το γράψιμο του Γκρέι γίνεται πιο ειρωνικό και αποστασιοποιημένο. Η πιο μεγαλειώδης ειρωνεία είναι ότι «μια σφαλερή άποψη για τον κόσμο που γεννήθηκε από την κομμουνιστική κατάρρευση υιοθετήθηκε, στις πιο παραπλανητικές της πλευρές, από τους νικητές του Ψυχρού Πολέμου». Το πρόβλημα ήταν πως δύσκολα μπορούσε να αντιληφθεί κανείς την ειρωνεία καθώς ένα νέο κύμα ανοησιών περί οικουμενικής ειρήνης, παγκοσμιοποίησης και προόδου είχε αρχίσει να σαρώνει τα πάντα. Κατόπιν, όμως, μετά την 11η Σεπτεμβρίου, τα πράγματα άλλαξαν πάλι. Στα επιδέξια χέρια του Τζορτζ Μπους και του Τόνι Μπλερ, η αφελής φιλελεύθερη πίστη στην αξία της δημοκρατίας και της πολιτικής ελευθερίας, καθώς και η ανέμελη άγνοια όσον αφορά το πόσο δύσκολο είναι να προσπαθήσεις να τις διαδώσεις στον κόσμο με τη δύναμη των όπλων, οδήγησαν τον νεοφιλελευθερισμό να μετατραπεί σε παρωδία του εαυτού του. Από δω και πέρα το στυλ του Γκρέι γίνεται πιο νευρώδες και σατιρικό (και δεν είναι τυχαίο ότι τότε άρχισε να φτάνει σε πολύ ευρύτερο κοινό). Σαρκάζει τους φιλελεύθερους με μια φιλελεύθερη υπεράσπιση των βασανιστηρίων με τρόπο που είναι πολύ πιο ωμός αλλά και ανάλαφρος από τις προηγούμενες παρωδίες του για τον μαρξισμό. Οταν το 2005 κατεδάφισε το «νεοφιλελεύθερο πορνό» του Τόμας Φρίντμαν «Ο κόσμος είναι επίπεδος», το κείμενό του δεν είχε ίχνος από το βαριεστημένο στυλ της ανάλογης κατεδάφισης των πονημάτων του Φράνσις Φουκουγιάμα «Το τέλος της ιστορίας» και «Ο τελευταίος άνθρωπος» πριν από 13 χρόνια. Αφότου μπαίνουμε για τα καλά στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, με όλους τους γελοιογραφικούς παραλογισμούς της, ο Γκρέι φαίνεται πραγματικά να διασκεδάζει.

  • Τεχνολογική πρόοδος

Εκεί όπου αφήνει κάποια κενά, ωστόσο, είναι στην απάντησή του στο ερώτημα πώς μπορούμε να αποφύγουμε τους κινδύνους του προοδευτισμού. Από τη μια μεριά φαίνεται να μένει προσκολλημένος στο δικό του ιδεώδες ενός σκεπτικιστικού, φιλελεύθερου συντηρητισμού, με τη βαθιά δυσπιστία του για τις ορθολογικές φαντασιώσεις και την έμφαση στην ποίηση, την περιέργεια και τη θέληση να έρθουμε ο ένας κοντά στον άλλο. Από την άλλη, όμως, φαίνεται απρόθυμος να πιστέψει ότι όλα αυτά μπορούν να αλλάξουν την πορεία των πραγμάτων. Ο Γκρέι απορρίπτει την ιδέα της κοινωνικής προόδου, όχι όμως της τεχνολογικής προόδου, για την οποία αναγνωρίζει ότι μας έχει καθυποτάξει. Θα χρειαστεί κάτι περισσότερο από ποίηση και διάθεση πλησιάσματος για να διασώσουμε το ανθρώπινο γένος από την ίδια την καταστροφική για το περιβάλλον συμπεριφορά του

  • Η βία του μέλλοντος και ο Σορέλ

Ο Γκρέι βλέπει ένα μαλθουσιανό μέλλον στο οποίο η σπάνις των φυσικών πόρων συνδυασμένη με την αύξηση του πληθυσμού και τις τεχνολογικές καινοτομίες, θα επιφέρουν σκληρότερους και συχνότερους πολέμους, καθώς τα «παλαιά δεινά» θα επιστρέψουν και «αυτά που βλέπουμε ως αναλλοίωτα χαρακτηριστικά της πολιτισμένης ζωής θα εξαφανιστούν εν ριπή οφθαλμού». Στο σημείο εκείνο, δεν θα είναι πλέον δυνατόν να υποκρινόμαστε ότι ελέγχουμε το πεπρωμένο μας, αν και μπορεί επίσης να μην αξίζει τον κόπο να νοιαζόμαστε.

Ο Γκρέι φαίνεται αρκετά σίγουρος γι’ αυτή την προοπτική, ιδιαίτερα εφόσον αυτή προσφέρει την ευκαιρία μιας ανάπαυλας για όλες τις άλλες μορφές ζωής με τις οποίες μοιραζόμαστε τον πλανήτη. Το όραμά του για το μέλλον έχει, κατά δική του επίσης ομολογία, χαρακτηριστικά Αποκάλυψης, ο τόνος του όμως είναι όλο και πιο ανέμελος, σχεδόν παιγνιώδης. Το αποτέλεσμα είναι ένα ιδιαίτερα διασκεδαστικό βιβλίο, που είναι ταυτόχρονα βαθύτατα απαισιόδοξο –«ο ερχόμενος αιώνας φαίνεται ότι θα είναι αιώνας πολέμων, σφαγών και αναγκαστικών μεταναστεύσεων, που απέναντί τους τα ολοκαυτώματα του δικού μας αιώνα δεν θα αποτελούν παρά τους προπομπούς», γράφει σ’ ένα δοκίμιο πάνω στον πράσινο συντηρητισμό το 1993.

Ο τίτλος του βιβλίου, πάντως, δεν είναι καλός - η αναφορά στη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά είναι ευκαιριακή και άστοχη. Δεν υπάρχει τίποτα χειρουργικό στην ανάλυση του Γκρέι. Καλύτερος τίτλος ίσως να ήταν «Οι ψευδαισθήσεις της προόδου», αν και έχει χρησιμοποιηθεί παλιότερα, πριν από εκατό χρόνια, από τον Ζορζ Σορέλ, τον Γάλλο φιλόσοφο και προφήτη της βίας, που επιδίωξή του ήταν να ξυπνήσει από τον λήθαργό του ο δυτικός πολιτισμός και να κοιταχτεί στον καθρέφτη των δημοκρατικών - καπιταλιστικών φαντασιώσεών του.

Η αλήθεια είναι ότι ο Σορέλ ήταν λίγο ανισόρροπος, ένας διανοούμενος που είχε αποκτήσει τη φήμη της ενοχλητικής αλογόμυγας καθώς φλέρταρε με όλες σχεδόν τις πολιτικές μόδες της εποχής, από τον συνδικαλισμό μέχρι τον μοναρχισμό. Σε αντίθεση όμως με εκείνους που έμεναν προσκολλημένοι στην πίστη τους στον κομμουνισμό ή τον εθνικισμό, ο Σορέλ έβλεπε κάτι από τις επερχόμενες φρικαλεότητες του 20ού αιώνα που δεν διέκριναν οι σύγχρονοί του.

  • Πρόγνωση, όχι προφητεία

Ο Γκρέι είναι πολύ ευγενικός, πολύ σκεπτικιστής, πολύ Αγγλος για να γίνει ένας νέος Σορέλ, αν και έχει αποκτήσει κάτι από τη φήμη της αλογόμυγας. Οπως ο Σορέλ, όμως, βλέπει πράγματα που άλλοι δεν βλέπουν. Αυτό δεν τον κάνει προφήτη, όσο κι αν μερικοί αναγνώστες του (και αναμφίβολα οι εκδότες του) θα ήθελαν να τον αντιμετωπίζουν έτσι. Δεν γνωρίζει περισσότερα από άλλους σχετικά με το τι πρόκειται να συμβεί στο μέλλον. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένας ενοχλητικός σαρκαστής. Η δύναμη του βιβλίου αυτού βρίσκεται στη σωρευτική αίσθηση που δίνει για μια κουλτούρα εκτός ελέγχου, δίχως άγκυρα στα ιστορικά της θεμέλια και δίχως καμιά αίσθηση των ίδιων των ορίων της.

Διαβάζοντας το 2009 το βιβλίο αυτό, κείμενα που γράφτηκαν την τελευταία τριακονταετία, εντυπωσιάζεσαι από την προγνωστική του δύναμη. Αν ο ίδιος ο Γκρέι φαίνεται κάποιες φορές χαοτικός στα μηνύματα που εκπέμπει, ιδίως με τα συμβατικά φιλοσοφικά κριτήρια, το τίμημα είναι μικρό.

  • Καθηγητής Ευρωπαϊκής Σκέψης

Ο Τζον Γκρέι γεννήθηκε το 1948 στο Σάουθ Σιλντς της Αγγλίας και σπούδασε στο Κολέγιο του Εξετερ. Χρημάτισε καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στην Οξφόρδη και, από το 1998, είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Σκέψης στο London School of Economics. Ανάμεσα στα πιο γνωστά βιβλία του περιλαμβάνονται τα: «Απατηλή αυγή: Οι ψευδαισθήσεις του παγκόσμιου καπιταλισμού» (1998, ελληνική έκδοση «Πόλις»), «Αχυρένια σκυλιά: Σκέψεις για τους ανθρώπους και άλλα ζώα» (2002, ελλ. έκδοση «Οκτώ»), «Η Αλ Κάιντα και η νεωτερικότητα» (2003, ελλ. έκδοση «Μεταίχμιο»), «Μαύρη μάζα: Αποκαλυπτική θρησκεία και ο θάνατος της ουτοπίας» (2007).

*Ο Ντέιβιντ Ράνσιμαν (γεν. 1967) είναι καθηγητής Πολιτικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, συγγραφέας και αρθρογράφος στην London Review of Books.

[Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 12/04/2009]

Σάββατο 11 Απριλίου 2009

Ο Καρλ Μαρξ αντεπιτίθεται

  • Σε ένα πανεπιστήμιο του Λονδίνου- κεντρικής αρτηρίας του καπιταλισμού-, τέσσερις θεωρητικοί της Αριστεράς συζήτησαν για τον κομμουνισμό. Εκατοντάδες νέοι από όλη την Ευρώπη κατέκλυσαν το αμφιθέατρο
  • Οι μετριοπαθείς κληρονόμοι του Γερμανού φιλοσόφου είναι εδώ

Μάικλ Χαρντ
  • Το ραντεβού δόθηκε πολύ κοντά στο πληγωμένο από την οικονομική κρίση Σίτι του Λονδίνου. Το θέμα που θα απασχολούσε μερικούς από τους γνωστότερους αριστερούς εκπροσώπους της πολιτικής φιλοσοφίας ήταν το μέλλον του κομμουνισμού. Στο κοιμητήριο Χάιγκεϊτ της πόλης, όπου βρίσκεται θαμμένος, ο Μαρξ θα ένιωθε ασφαλώς ικανοποιημένος.
Ήταν εκεί ο Σλοβένος «μετριοπαθής μαρξιστής» Σλάβοϊ Ζίζεκ, ο Ιταλός καθηγητής και θεωρητικός της αντιπαγκοσμιοποίησης Τόνι Νέγκρι, ο Γάλλος Αλέν Μπαντιού, άλλοτε μαοϊστής με ενεργό συμμετοχή στον Μάη του ΄68, ο Αμερικανός Μάικλ Χαρντ, εμπνευστής της θεωρίας περί «Αυτοκρατορίας» μαζί με τον Νέγκρι. Για τρεις ημέρες, από την Παρασκευή 13 Μαρτίου έως την Κυριακή 15 Μαρτίου, θα ανέλυαν τις απόψεις τους για το θέμα «περί της ιδέας του κομμουνισμού». Για τη συζήτηση, αρχικά τους είχε διατεθεί μια αίθουσα 180 θέσεων στο Βirkbeck College του πανεπιστημίου του Λονδίνου. Πέρα από κάθε προσδοκία των διοργανωτών, οι αιτήσεις για μια θέση στο ακροατήριο έπεσαν βροχή. Τελικά, παραχωρήθηκε ένα αμφιθέατρο 900 θέσεων, το οποίο ξεχείλισε από νέους ανθρώπους από πολλές χώρες της Ευρώπης. Το νεαρό ακροατήριο παρακολούθησε το συνέδριο με θρησκευτική ευλάβεια, κρατώντας σημειώσεις, πίνοντας κόκα κόλα λάιτ και καταγράφοντας με χάι τεκ βιντεοκάμερες απόψεις των επιφανών ομιλητών για ένα πολιτικό ζήτημα που φαινόταν ότι είχε μπει οριστικά στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας.
  • Η συζήτηση.
Μια τέτοια συζήτηση, την οποία άνοιξε με χαιρετισμό του ο διευθυντής Ανθρωπιστικών Σπουδών του Ινστιτούτου Κώστας Δουζίνας, σε μια από τις κεντρικές αρτηρίες του καπιταλιστικού συστήματος θα μπορούσε να είναι άλλο ένα σύμπτωμα της παγκόσμιας ύφεσης, όπως παρατηρεί το περιοδικό «Νouvel Οbservateur». Αλλά και μια ακόμη ευκαιρία για να θριαμβολογήσουν μερικοί- ή να ανησυχήσουν κάποιοι άλλοι- ότι «ο Καρλ Μαρξ αντεπιτίθεται». Τα μέσα ενημέρωσης αφιερώνουν πολλές σελίδες και εκπομπές για να αναλύσουν το φαινόμενο. Το περιοδικό «Εconomist» παρουσίασε στο εξώφυλλό του τον μαρξισμό ως ζόμπι που βγαίνει από τον τάφο και συνόψισε σε μια φράση το κλίμα: «Η οικονομική ελευθερία δέχεται επίθεση και ο καπιταλισμός αμφισβητείται». Το ΒΒC μετέδωσε μία τηλεοπτική εκπομπή με το ερώτημα εάν ήρθε το τέλος το καπιταλισμού. Και μια βδομάδα πριν από το συνέδριο, οι «Financial Τimes» έθεσαν το δικό τους ερώτημα: «Κομμουνισμός: μια εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό για άλλη μια φορά;».
  • Οι προϋποθέσεις.
Στο συνέδριο του Λονδίνου- κέντρο της παγκόσμιας οικονομίας επί 200 χρόνια, αλλά και ο τόπος όπου ο Μαρξ προετοίμασε τη συγγραφή του Κεφαλαίου πριν από ενάμιση αιώνα-, οι προϋποθέσεις για τη συμμετοχή των ομιλητών ήταν δύο. Πρώτον, να προσεγγίζουν θετικά την ιδέα της αναγέννησης του κομμουνισμού· και δεύτερον, να μην εκπροσωπούν κανέναν πολιτικό χώρο. Κι αν οι «Financial Τimes» κατέληξαν σε εκείνο το άρθρο τους στο συμπέρασμα ότι «η αναβίωση του κομμουνισμού είναι μια ακαδημαϊκή ψευδαίσθηση», μια μέρα νωρίτερα είχαν φιλοτεχνήσει στο πρόσωπο του Σλάβοϊ Ζίζεκ το πορτρέτο ενός ροκ σταρ του μαρξισμού. Ο Σλοβένος φιλόσοφος γίνεται όλο και πιο δημοφιλής- από τα περιοδικά «Foreign Ρolicy» και «Ρrospect» ανακηρύχθηκε ένας από τους 25 διανοούμενους με τη μεγαλύτερη επιρροή παγκοσμίως. Παράλληλα, ανέλαβε τη διεύθυνση Διεθνών Σχέσεων του Βirkbeck Ιnstitute, μιας σχολής που από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου καλεί στις τάξεις της «αντιφρονούντες» διανοουμένους.

  • «Πρέπει να επανεφεύρουμε τον κομμουνισμό»
O Σλάβοϊ Ζίζεκ υποδέχθηκε τον δημοσιογράφο των «Financial Τimes» σε ένα εστιατόριο στη Λιουμπλιάνα. «Είμαι ένας απολύτως μετριοπαθής μαρξιστής», είπε στον Βρετανό δημοσιογράφο όταν εκείνος τον ρώτησε για την οικονομική κρίση ελπίζοντας ότι θα εισέπραττε μια απάντηση για το τέλος του καπιταλισμού. «Δεν λέω ότι είμαστε ένα βήμα πριν από την επανάσταση και έχω πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι μια κομμουνιστική λύση παλαιού τύπου δεν είναι εφικτή», πρόσθεσε. Ο Ζίζεκ πιστεύει ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να δώσει λύση στις μεγάλες προκλήσεις του σήμερα, όπως είναι η περιβαλλοντική καταστροφή και η βιογενετική. Την ίδια στιγμή, η κυρίαρχη ιδεολογία επιχειρεί να προστατεύσει το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα και τις παρεκτροπές του από την κριτική. «Η βασική μου κριτική δεν είναι ότι ο καπιταλισμός είναι κακός, αλλά ότι δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα», εξηγεί. Και τότε; «Πρέπει να επανεφεύρουμε τον κομμουνισμό». Οι κληρονόμοι του Μαρξ είναι εδώ, έστω και χωρίς το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» του.[ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. ΤΑ ΝΕΑ: Σάββατο 11 Απριλίου 2009]

Τετάρτη 8 Απριλίου 2009

ΑΜΑΡΤΙΑ ΣΕΝ: το καπιταλιστικό σύστημα μετά και πέρα από την κρίση

  • Μελέτη του νομπελίστα οικονομολόγου που πρωτοδημοσιεύθηκαν στη New York Review of Books (vol. 56, n.5, 26 Μαρτίου 2009) και αναφέρεται στη φύση του καπιταλισμού και στο κατά πόσον χρειάζεται να αλλάξει. Το γενικό αυτό θέμα επιμερίζεται σε τρια ερωτήματα: Πρώτον, χρειαζόμαστε πραγματικά κάποιο "νέο καπιταλισμό", ή μήπως έχουμε ανάγκη κάποιο "νέο κόσμο" που να στηρίζεται σε κοινωνικές αρχές ηθικά αποδεκτές; Δεύτερον, τι μας διδάσκει η οικονομική κρίση σχετικά με την οικονομική θεωρία και με την οικονομική πολιτική, δηλαδή σχετικά με τους οικονομικούς θεσμούς και τις προτεραιότητες που πρέπει να τεθούν; Τρίτον, πέρα από προτάσεις μακροπρόθεσμων αλλαγών, τι πρέπει να γίνει για να ξεπεραστεί η κρίση που διανύουμε με τις λιγότερες δυνατές απώλειες; [ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 5 Απριλίου 2009]

Κυριακή 5 Απριλίου 2009

Η ιστορία από τη σκοπιά της Δύσης. Από τις Θερμοπύλες, στην 11η Σεπτεμβρίου

  • «Η μοίρα του πολιτισμού της Δύσης, η μοίρα του ανθρώπου, πολύ απλά, απειλούνται σήμερα. (...) Ολοι οι ταξιδιώτες, όλοι οι ξένοι που ζουν εδώ και καιρό στην Απω Ανατολή μάς το βεβαιώνουν: μέσα σε δέκα χρόνια, τα μυαλά άλλαξαν περισσότερο απ' ό,τι μέσα σε δέκα αιώνες.
  • Την παλιά, εύκολη υποταγή διαδέχθηκε μια σκοτεινή εχθρότητα, και, μερικές φορές, ένα πραγματικό μίσος που δεν περιμένει παρά την κατάλληλη στιγμή για να περάσει στη δράση. Από την Καλκούτα ώς τη Σαγκάη, από τις στέπες της Μογγολίας μέχρι τις πεδιάδες της Ανατολίας, η Ασία βασανίζεται από μια κρυφή επιθυμία απελευθέρωσης. Η υπεροχή στην οποία ήταν συνηθισμένη η Δύση, από την ημέρα που ο Ζαν Σομπιέσκι σταμάτησε οριστικά την έφοδο των Τούρκων και των Τατάρων κάτω από τα τείχη της Βιέννης(1), δεν αναγνωρίζεται πια από τους Ασιάτες. Αυτοί οι λαοί προσδοκούν να αποκαταστήσουν την ενότητά τους ενάντια στον λευκό άνθρωπο, του οποίου διακηρύσσουν την καταστροφή»(2):
  • Με αυτά τα λόγια, το 1927, ο Ανρί Μασίς, πολυγραφότατος και σημαντικός συγγραφέας, ξεκινούσε μια σταυροφορία ενάντια στους κινδύνους που συσσωρεύονταν απέναντι στις αξίες και το πνεύμα της Ευρώπης - τα οποία, σε μεγάλο βαθμό, ταύτιζε με τις αξίες και το πνεύμα της Γαλλίας. Κατά βάθος, δεν είχε τελείως άδικο: παντού διαφαινόταν και τότε η επικείμενη εξέγερση των αποικιοκρατούμενων λαών.
  • Σε ένα πλαίσιο διαφορετικό αλλά ανάλογο με εκείνο της πρώτης μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο περιόδου, το οποίο σημαδεύεται από την αναδιοργάνωση του κόσμου προς όφελος νέων δυνάμεων, όπως η Κίνα και η Ινδία, σήμερα ξαναζωντανεύουν οι ίδιοι φόβοι.
  • Δανειζόμενοι τη μανιχαϊστική αντίληψη της Ιστορίας ως μιας συνεχούς αντιπαράθεσης ανάμεσα στον Πολιτισμό και στη Βαρβαρότητα, αρκετοί συγγραφείς, συχνά διάσημοι, μας επιβιβάζουν σε μια μηχανή για να ανατρέξουμε πίσω στο χρόνο και να βρούμε τις ρίζες του «πολέμου των 2.500 χρόνων» - σύμφωνα με τον υπότιτλο του έργου του Αντονι Πάγκντεν, «Worlds at war» (Κόσμοι σε πόλεμο)(3)- που αιματοκυλά ακόμα τον πλανήτη.
  • Ο καθηγητής Πάγκντεν που έχει διδάξει στα πιο έγκυρα πανεπιστήμια - Οξφόρδης, Κέιμπριτζ και Χάρβαρντ, σκιαγραφεί, σε περίπου 500 σελίδες, έναν πίνακα της παγκόσμιας ιστορίας: «Μια φλόγα άναψε στην Τροία, η οποία έμελλε να καίει ασίγαστη μέσα στους αιώνες, ενώ τους Τρώες διαδέχονταν οι Πέρσες, τους Πέρσες οι Φοίνικες, τους Φοίνικες οι Πάρθοι, τους Πάρθους οι Σασανίδες, τους Σασανίδες οι Αραβες, τους Αραβες οι Τούρκοι (...). Οι γραμμές της αντιπαράθεσης τροποποιήθηκαν, το ίδιο και η ταυτότητα των αντιπάλων. Αλλά ο τρόπος με τον οποίο οι δύο πλευρές αντιλαμβάνονταν εκείνο που τις χώριζε παρέμεινε σταθερός, πατώντας στις συσσωρευμένες ιστορικές μνήμες - ορισμένες αρκετά σωστές και άλλες τελείως λανθασμένες».
  • Παρά τη μικρή αυτή επιφύλαξη για τις «τελείως λανθασμένες» μνήμες, ο συγγραφέας επαναλαμβάνει, στο ξετύλιγμα του συλλογισμού του, τη δυαδική οπτική, της οποίας το θεμελιώδες επεισόδιο είναι η σύγκρουση ανάμεσα σε Ελληνες και Πέρσες, όπως καταγράφηκε από τον ιστορικό Ηρόδοτο.

Η θέση του Ηρόδοτου

  • Ο Ηρόδοτος δείχνει, σύμφωνα με τον Πάγκντεν, ότι «αυτό που χώριζε τους Πέρσες από τους Ελληνες ή τους Ασιάτες από τους Ευρωπαίους ήταν πιο βαθύ από τις μικρές πολιτικές συγκρούσεις. Ηταν η αντίληψη του κόσμου, η αντίληψη του τι σήμαινε να είσαι και να ζεις ως ανθρώπινο ον. Και ενώ οι ελληνικές πόλεις, και ευρύτερα οι πόλεις "της Ευρώπης" είχαν πολύ διαφορετικές προσωπικότητες, διαφορετικούς τύπους κοινωνιών και ήταν αρκετά εξοικειωμένες με το να προδίδουν η μία την άλλη εάν αυτό τις βόλευε, δεν έπαυαν να διαθέτουν κοινά στοιχεία αυτής της αντίληψης. Μπορούσαν όλες να κάνουν τη διάκριση ανάμεσα στη δουλεία και την ελευθερία και μοιράζονταν όλες αυτό που θεωρούμε σήμερα μια ατομικιστική αντίληψη της ανθρωπότητας».
  • Ο Πολ Κάρτλετζ, καθηγητής ελληνικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, δεν λέει κάτι διαφορετικό στο βιβλίο του για τις Θερμοπύλες, αυτή «τη μάχη που άλλαξε τον κόσμο»(4): «Αυτή η σύγκρουση, η σύγκρουση ανάμεσα στους Σπαρτιάτες και τους άλλους Ελληνες, από τη μια πλευρά, και τις περσικές ορδές (στις οποίες συμμετείχαν και Ελληνες), από την άλλη, ήταν μια σύγκρουση ανάμεσα στην ελευθερία και τη δουλεία και γινόταν αντιληπτή ως τέτοια τόσο εκείνη την εποχή όσο και στη συνέχεια (...). Η Μάχη των Θερμοπυλών, συμπερασματικά, ήταν μια καμπή όχι μόνο της ιστορίας της κλασικής Ελλάδας, αλλά της ιστορίας του κόσμου...», γράφει στην εισαγωγή.
  • Δεν είναι, μήπως, και ο οικονομολόγος Τζον Στιούαρτ Μιλ, ο οποίος, στα μέσα στου 19ου αιώνα, βεβαίωνε ότι η Μάχη του Μαραθώνα ήταν «πιο σημαντική από τη Μάχη του Χάστινγκς(5), ακόμη και για τη βρετανική ιστορία»; Στον πρόλογό του, ο Πολ Κάρτλετζ δεν κρύβει την ιδεολογική προοπτική του: «Τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη και της 7ης Ιουλίου στο Λονδίνο έδωσαν στο σχέδιο [κατανόησης της έννοιας της Μάχης των Θερμοπυλών] έναν νέο, επείγοντα και σημαντικό χαρακτήρα, στο πλαίσιο της πολιτιστικής συνάντησης ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση». Μία «συνάντηση» που δεν είναι άλλο παρά η σύγκρουση ανάμεσα σε «δεσποτισμό» και «ελευθερία»...
  • Αυτή η πανεπιστημιακή απεικόνιση εκλαϊκεύτηκε στην ταινία κινουμένων σχεδίων του Ζακ Σνάιντερ για τη Μάχη των Θερμοπυλών με τίτλο «300» -προβλήθηκε το 2007- βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο κόμιξ των Φρ. Μίλερ και Λ. Βάρλεϊ. Η ταινία, που σημείωσε μεγάλη επιτυχία στην αμερικανική αγορά, διαρκεί δύο ολόκληρες ώρες και μοιάζει με παιχνίδι βίντεο γεμάτο από ωραία μυώδη αρσενικά, «ντοπαρισμένα» με αμφεταμίνες, που αντιμετωπίζουν θηλυπρεπείς βαρβάρους (μαύρους ή «μεσανατολικού τύπου») τους οποίους μπορούν να σκοτώνουν εν ψυχρώ.
  • «Κανένας αιχμάλωτος», φωνάζει ο ήρωας βασιλιάς Λεωνίδας, εκείνος που, στην αρχή της ταινίας, σκοτώνει τον πέρση πρεσβευτή: για τους άγριους δεν αξίζει να εφαρμόζονται οι πιο ιεροί νόμοι της ανθρωπότητας. Ο πολιτισμός είναι, λοιπόν, η εξόντωση των Βαρβάρων!
  • Ηδη, το 1898, ο Χάινριχ φον Τράισκε, ένας γερμανός ειδικός στις πολιτικές επιστήμες, υποστήριζε μια θέση που, για αρκετούς συγχρόνους του, φαινόταν ως κοινότοπη: «Το διεθνές δίκαιο δεν μετατρέπεται παρά σε απλές φράσεις εάν θέλουμε να εφαρμόσουμε τις αρχές του στους βάρβαρους λαούς. Για να τιμωρήσουμε μία φυλή νέγρων, πρέπει να κάψουμε τα χωριά τους. Δεν θα πετύχουμε τίποτε εάν δεν δώσουμε τέτοια παραδείγματα. Εάν, σε παρόμοιες καταστάσεις, η Γερμανική αυτοκρατορία εφάρμοζε το διεθνές δίκαιο, δεν θα επρόκειτο για ανθρωπισμό ή για δικαιοσύνη, αλλά για μια αισχρή αδυναμία».

Επίδειξη δύναμης

  • Και οι Γερμανοί δεν έδωσαν αποδείξεις «αδυναμίας» όταν εξόντωσαν τους Χερέρος, στο νοτιοδυτικό τμήμα της Αφρικής (Ναμίμπια), ανάμεσα στο 1904 και το 1907, πραγματοποιώντας την πρώτη γενοκτονία του 20ού αιώνα, η οποία, μαζί με αρκετές άλλες αποικιακές «πολιτικές», χρησίμευσε ως μοντέλο και ως προάγγελος για τη γενοκτονία των εβραίων από τη ναζιστική Γερμανία αρκετά χρόνια αργότερα.
  • Ούτε μπορούμε να κατηγορήσουμε τους Σπαρτιάτες της ταινίας «300» για «αδυναμία». Σκοτώνουν τα δύσμορφα παιδιά και απαγορεύουν στις γυναίκες να μετέχουν στη Γερουσία. Οσο για τον πόλεμο, αντιπροσωπεύει το άκρον άωτον της ολοκλήρωσης των ανδρών.
  • Ο Φρανκ Μίλερ, αυτός που συνέλαβε το έργο κόμιξ, δεν κρύβει τις ιδεολογικές επιλογές του: «Η χώρα μας (οι Ηνωμένες Πολιτείες) όπως και ο ολόκληρος ο δυτικός κόσμος αντιμετωπίζουν σήμερα έναν υπαρξιακό εχθρό, ο οποίος γνωρίζει ακριβώς τι θέλει», έχει δηλώσει.
  • Ο Πολ Κάρτλετζ ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει περσική πηγή για τους Μηδικούς πολέμους, κανένας αυτόχθων Ηρόδοτος. Ωστόσο, έχουν συσσωρευτεί αρκετές γνώσεις για τις Περσικές αυτοκρατορίες, οι οποίες αλλάζουν την προοπτική.
  • Ο Τουράζ Νταριάι, καθηγητής αρχαίας ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Πολιτείας της Καλιφόρνιας (Φούλερτον)(6), υπενθυμίζει ότι η δουλεία ελάχιστα εφαρμοζόταν εκεί -ενώ υπήρχε σε μεγάλη κλίμακα στην Ελλάδα και ότι το καθεστώς των γυναικών δεν ήταν «κατώτερο» από αυτό που υπήρχε στην Ελλάδα ενώ η πρώτη γνωστή χάρτα των δικαιωμάτων του ατόμου δόθηκε από τον Κύρο τον Μεγάλο σε ένα κείμενο που τα Ηνωμένα Εθνη αποφάσισαν, το 1971, να μεταφράσουν σε όλες τις γλώσσες και το οποίο περιλαμβάνει κυρίως τη θρησκευτική ανοχή, την κατάργηση της δουλείας, την ελευθερία επιλογής επαγγέλματος κ.λπ.

Ευλογημένα... γένια

  • Τι πιο φυσικό, λοιπόν, από το ότι οι Ελληνες παρουσίασαν -κυρίως μέσω του Ηρόδοτου, ωστόσο λιγότερο γελοιογραφικά από τους κληρονόμους τους- τη νίκη τους ως μία νίκη ενάντια στη Βαρβαρότητα; Από τον καιρό που υπάρχουν οι πόλεμοι, οι πρωταγωνιστές φορούν τη μάσκα θαυμάσιων αρχών. Οι πόλεμοι που διεξάγουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο Ιράκ ή στο Αφγανιστάν δεν είναι, άραγε, για τους ηγέτες τουλάχιστον, οι πόλεμοι του Καλού ενάντια στο Κακό; Τίθεται, όμως, ένα ερώτημα:
Γιατί, έπειτα από 4.500 χρόνια, τέτοια ξαφνική μανία με τους Ελληνες;
  • Ο Μαρσέλ Ντετιέν, καθηγητής στο Τζον Χόπκινς και διευθυντής σπουδών στην Ecole Pratique des Hautes Etudes, προσφέρει μια ειρωνική εξήγηση: «Το ότι "η Ιστορία μας αρχίζει με τους Ελληνες", όπως έγραφε ο Λαβίς στο έργο του "Instructions" ("Οδηγίες")(7), πρέπει να το διδάξουμε στους μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, και μάλιστα χωρίς να το αντιληφθούν. Η Ιστορία μας αρχίζει με τους Ελληνες που ανακάλυψαν την ελευθερία και τη δημοκρατία, που μας πρόσφεραν το Ωραίο και τη γεύση του Οικουμενικού. Είμαστε οι κληρονόμοι του μοναδικού πολιτισμού που πρόσφερε στον κόσμο "την τέλεια και σχεδόν ιδανική έκφραση της ελευθερίας". Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ιστορία μας πρέπει να αρχίζει με τους Ελληνες. Σε αυτή την πρώτη πεποίθηση ήρθε να προστεθεί μια άλλη, εξίσου ισχυρή με την πρώτη: "Οι Ελληνες δεν είναι σαν τους άλλους". Πώς, άλλωστε, θα μπορούσαν, αφού βρίσκονται στην αρχή της Ιστορίας μας; Δύο ουσιαστικές προτάσεις για μια εθνική μυθολογία που εκφράζει σχεδόν όλους τους παραδοσιακούς ουμανιστές και ιστορικούς που έχουν πάθος με το έθνος(8)».
  • Και ο συγγραφέας συμπεραίνει ότι μας αρέσει να πιστεύουμε «όχι μόνο ότι το πολιτικό ή η πολιτική έπεσαν από τον ουρανό, μια ωραία ημέρα στην "κλασική" Αθήνα, με τη θαυματουργή και επικυρωμένη μορφή της δημοκρατίας, αλλά ότι είναι αυτονόητο πως μια εξαίσια γραμμική Ιστορία μάς οδηγεί από τη Γαλλική και την Αμερικανική Επανάσταση μέχρι τις δυτικές κοινωνίες μας, οι οποίες είναι πεπεισμένες ότι έχουν την αποστολή να προσηλυτίσουν όλους στην αληθινή θρησκεία της δημοκρατίας».
  • Η αντίληψη μιας «εξαιρετικής» Ευρώπης, μιας άμεσης γενεαλογίας ανάμεσα στην κλασική αρχαιότητα και στη σημερινή Ευρώπη, περνώντας από την Αναγέννηση -όρος τον οποίο εφηύρε, ας θυμηθούμε, ο ιστορικός Ζιλ Μισελέ κατά τον 19ο αιώνα- «κλονίστηκε από πολλά αγγλοσαξονικά έργα χωρίς, πολύ συχνά, το μήνυμά τους να αγγίξει τις γαλλικές ακτές(9)».
  • Στο βιβλίο του με τίτλο «The Eastern Origins of Western Civilisation», ο Τζον Μ. Χόμπσον υποστηρίζει ότι είναι αδύνατοn να γίνει κατανοητή η Ιστορία του κόσμου ξεχνώντας την Ανατολή. Αυτή η «σιωπή» αντανακλά τρεις μεγάλες παραλείψεις. «Κατ' αρχάς, η Ανατολή γνώρισε τη δική της οικονομική ανάπτυξη μετά το έτος 500. Στη συνέχεια, δημιούργησε και συντήρησε μια παγκόσμια οικονομία. Τέλος, και το κυριότερο, η Ανατολή συνέβαλε κατά τρόπο ενεργό και σημαντικό στην ανάδυση της Δύσης εφευρίσκοντας και εξάγοντας στην Ευρώπη τις τεχνολογίες της, τους θεσμούς και τις ιδέες της».
  • Ποιος γνωρίζει ότι η πρώτη Βιομηχανική Επανάσταση ξεκίνησε τον 11ο αιώνα, στην Κίνα των Σονγκ; Το βασίλειο εκείνο παρήγαγε 125.000 τόνους σιδήρου το 1078, ενώ χρειάστηκε να περιμένουμε μέχρι το 1788 για να φτάσει η Μεγάλη Βρετανία τους 76.000 τόνους. Οι Κινέζοι κατείχαν επίσης προηγμένες τεχνικές, κυρίως την παραγωγή μέσω χυτηρίων και είχαν ήδη υποκαταστήσει τους ξυλάνθρακες με τους λιθάνθρακες για να λύσουν τα προβλήματα της αποδάσωσης στην αυτοκρατορία.
  • Παρακολουθούμε, ακόμη, κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου, μια επανάσταση στις μεταφορές, στην ενέργεια (με τους υδρόμυλους), στην καθιέρωση των φόρων και της οικονομίας του εμπορίου, στην ανάπτυξη των μεγάλων πόλεων, μια πράσινη επανάσταση με μια αγροτική παραγωγικότητα την οποία η Ευρώπη δεν θα έφτανε παρά μόνο στον 20ό αιώνα. Ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις, η Κίνα παρέμεινε «primum inter pares» («πρώτη μεταξύ ίσων») μέχρι το 1800, ενώ η παγκόσμια οικονομία είχε περιγραφεί από ορισμένους ως σινοκεντρική παρά το γεγονός ότι η Ινδία, από την πλευρά της, κατείχε επίσης σημαντική θέση.
  • Αρκετές από τις τεχνικές της, τις ιδέες και τους θεσμούς της έφτασαν στις ακτές της Ευρώπης και βοήθησαν στην ανάδυση του σύγχρονου καπιταλισμού. Η βρετανική Βιομηχανική Επανάσταση, για παράδειγμα, δεν θα ήταν δυνατή χωρίς τη βοήθεια της Κίνας. Θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο και για τη θέση των μεγάλων μουσουλμανικών αυτοκρατοριών.

Ευρωκεντρικά ερωτήματα

  • Για τον Χόμπσον, οι «ευρωκεντριστές» θέτουν δύο τύπους ερωτημάτων: «Τι που επέτρεψε στη Δύση το πέρασμα προς την καπιταλιστική νεωτερικότητα»; «Τι είναι εκείνο που εμπόδισε την Ανατολή να πετύχει το ίδιο πέρασμα»;
  • Ομως, τα ερωτήματα προϋποθέτουν πως η κυριαρχία της Δύσης ήταν αναπόφευκτη και υποχρεώνουν τον ιστορικό να αναζητήσει όλα όσα εξηγούν την κυριαρχία στο παρελθόν. «Η άνοδος της Δύσης γίνεται, έτσι, κατανοητή μέσα σε μια λογική ενύπαρξης, η οποία δεν μπορεί να αναλυθεί παρά από παράγοντες ενδογενείς στην Ευρώπη». Οδηγεί, συνεπώς, στο να θεωρήσουμε την Ανατολή και τη Δύση δύο οντότητες που χωρίζονται από ένα πολιτιστικό σινικό τείχος. Ακριβώς αυτό που... μας προστατεύει από τις εισβολές βαρβάρων.
  • Αλλά ποιοι είναι αυτοί οι «βάρβαροι»; Επικρίνοντας τον Λεβί-Στρος για τον οποίο βάρβαρος είναι εκείνος που πιστεύει στη βαρβαρότητα, ο Τσβετάν Τοντόροφ απαντά: «Είναι αυτός που πιστεύει ότι ένας πληθυσμός ή ένα άτομο δεν είναι πλήρες μέλος της ανθρωπότητας και αξίζει μεταχείριση την οποία θα αρνιόταν κατηγορηματικά να εφαρμόσει στον εαυτό του».
  • Στο νέο βιβλίο του, «La Peur des barbares» («Ο φόβος των βαρβάρων»), ο Τοντόροφ συνεχίζει έναν στοχασμό που ξεκίνησε εδώ και καιρό, κυρίως στο έργο «Nous et les autres, la reflexion francaise sur la diversite humaine» («Εμείς και οι άλλοι, η γαλλική σκέψη για την ανθρώπινη ποικιλία»)(10), ένα μεστό έργο το οποίο θα έπρεπε όλοι να διαβάσουν. «Ο φόβος των βαρβάρων είναι αυτό που απειλεί να μας κάνει βάρβαρους. Και το κακό που θα κάνουμε θα ξεπερνά αυτό που φοβόμασταν στην αρχή», γράφει.
  • «Αν διαθέτουμε έναν όρο με απόλυτο περιεχόμενο, τον όρο "βάρβαρος", το ίδιο θα συμβεί και με τον αντίθετό του. Πολιτισμένος είναι, σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο, αυτός που μπορεί να αναγνωρίζει πλήρως την ανθρωπιά των άλλων», εξηγεί.
  • Αυτό γίνεται σε δύο φάσεις: με την κατανόηση ότι οι άλλοι έχουν τρόπους ζωής διαφορετικούς από τους δικούς μας και με την αποδοχή ότι είναι φορείς της ίδιας με τη δική μας ανθρωπιάς, πράγμα το οποίο, βέβαια, δεν σημαίνει ότι αποδεχόμαστε οτιδήποτε έρχεται από αλλού, ούτε ότι βυθιζόμαστε στον σχετικισμό. Είναι ένα σύνθετο διάβημα που λίγοι δυτικοί διανοούμενοι δέχονται να αναλάβουν.

Και ο Τοντόροφ σημειώνει:

  • «Για καιρό, η σκέψη του Διαφωτισμού χρησίμευσε ως πηγή έμπνευσης σε ένα μεταρρυθμιστικό και φιλελεύθερο ρεύμα, το οποίο καταπολεμούσε τον συντηρητισμό στο όνομα της οικουμενικότητας και του ίσου σεβασμού για όλους. Γνωρίζουμε ότι σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει και ότι η σκέψη αυτή διεκδικείται από τους συντηρητικούς υπερασπιστές της ανώτερης δυτικής σκέψης, που πιστεύουν ότι είναι ταγμένοι σε έναν αγώνα ενάντια στον "σχετικισμό" που αναδύθηκε από τη ρομαντική αντίδραση, στις αρχές του 19ου αιώνα. Δεν μπορούν να το κάνουν παρά με τίμημα τον ακρωτηριασμό της πραγματικής παράδοσης του Διαφωτισμού, ο οποίος άρθρωσε την οικουμενικότητα των αξιών και τον πλουραλισμό των πολιτισμών. Πρέπει να βγούμε από τα στερεότυπα: αυτή η σκέψη δεν συγχεόταν ούτε με τον δογματισμό (ο πολιτισμός μου πρέπει να επιβληθεί σε όλους) ούτε με τον μηδενισμό (όλοι οι πολιτισμοί αξίζουν). Το να τη θέσουμε στην υπηρεσία της άρνησης των άλλων ώστε να δικαιούμαστε να τους υποτάξουμε ή να τους καταστρέψουμε αντιπροσωπεύει μια πραγματική ομηρία του Διαφωτισμού».

Κατασκευή ταυτότητας

  • Πρόκειται, άραγε, για «ομηρία», ή ορισμένα στοιχεία της σκέψης του Διαφωτισμού ευνόησαν αυτήν την υπεξαίρεση; Για τον Χόμπσον, η κατασκευή της ευρωπαϊκής ταυτότητας του 18ου και του 19ου αιώνα επέτρεψε την επιβεβαίωση μιας «εξαιρετικότητας» που δεν διεκδίκησε ποτέ κανένας άλλος πολιτισμός: «Οι Ευρωπαίοι δεν προσπάθησαν να ξαναφτιάξουν τον κόσμο επειδή μπορούσαν να το κάνουν (όπως λένε οι υλιστικές εξηγήσεις), αλλά γιατί πίστευαν ότι όφειλαν να το κάνουν. Οι ενέργειές τους υπαγορεύονταν από την ταυτότητά τους και θεωρούσαν τον ιμπεριαλισμό μια πολιτική ηθικά αποδεκτή».
  • Ωστόσο, πολλοί Ευρωπαίοι, αλληλέγγυοι στους αντιαποικιακούς αγώνες ή στους λαούς του Νότου, αρνήθηκαν αυτήν την οπτική, συχνά στο όνομα του Διαφωτισμού. Η συζήτηση αξίζει να συνεχιστεί...

(1) Μάχη της 12ης Σεπτεμβρίου 1683, κατά τη διάρκεια της οποίας οι Οθωμανοί ηττήθηκαν από την Ιερά Συμμαχία, την οποία αποτελούσαν οι Πολωνοί, οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί.

(2) «Defense de l'Occident», Plon, Παρίσι, 1927.

(3) ΣτΕ: Βλ. http://www.nytimes.com/2008/03/23/booksreview/Chua-t.html?_r=1&fta=y Στα ελληνικά κυκλοφορεί το «Λαοί και αυτοκρατορίες: Οι Ευρωπαίοι και ο υπόλοιπος κόσμος από την αρχαιότητα ώς τις μέρες μας», εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2004.

(4) Cartledge Paul, «Θερμοπύλες: Η μάχη που άλλαξε τον κόσμο», εκδ. Λιβάνη, Αθήνα, 2008.

(5) Μάχη που έγινε το 1066 και στην οποία ο τελευταίος αγγλοσάξονας βασιλιάς αντιτάχθηκε στον Γουλιέλμο τον Κατακτητή. Η νίκη του Γουλιέλμου σημάδεψε την έναρξη της κατάκτησης της Αγγλίας.

(6) «Go tell the Spartan», 14 Μαρτίου 2007, http://www.iranian.com/ Daryaee/2007/March/300/index.html

(7) Ο Ερνέστ Λαβίς γεννήθηκε το 1842 και έπαιξε σημαντικό ρόλο δημιουργία του μαθήματος της Ιστορίας κατά τη διάρκεια της Τρίτης Δημοκρατίας.

(8) «Les Grecs et nous», Perrin, Παρίσι, 2005, σελ. 16-17.

(9) Βλέπε, για παράδειγμα, Janet Abu-Lughod, Before European Hegemony: The World System Α.D. 1250-1350, Oxford University Press 1991; Andre Gunder Frank, Reorient: Global economy in the Asian age, University of California Press, Berkeley, 1998; Kenneth Pomeranz, The Great divergence: China, Europe and the making of the world modern economy, Princeton University Press, 2000; Jack Goody, The Theft of History, Cambridge University Press, 2006.

(10) Le Seuil, συλλογή «Points Essais», 2001 (πρώτη έκδοση 1989).

* Ο ALAIN GRESH είναι αναπληρωτής διευθυντής της «Le Monde diplomatique».

Η μαμή της Ιστορίας

  • Οταν ο Μαρξ χρησιμοποιούσε την περίφημη μεταφορά του για τη βία, δεν αναφερόταν στην προλεταριακή επανάσταση, αλλά στη διαδικασία πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου. Ο Μάρκο Ρεβέλι διδάσκει πολιτική επιστήμη στο πανεπιστήμιο του Ανατολικού Πιεμόντε. Το ακόλουθο κείμενό του είναι απόσπασμα δοκιμίου, που περιέχεται στο βιβλίο των Fausto Bertinotti, Lidia Menapace, Marco Revelli «Non violenza» (Fazi editore, 2004).


  • Ούτε στη σκέψη του Μαρξ ούτε και σε εκείνη τη μακρά και ετερογενή σειρά θεωρητικο-πρακτικών επεξεργασιών που ονομάστηκε «μαρξισμός», η βία υπήρξε ποτέ ταμπού. Οπως οι περισσότεροι «μοντέρνοι» πολιτικοί στοχαστές, και ιδιαίτερα όπως οι περισσότεροι στοχαστές που κατατάσσονται στο ρεύμα του λεγόμενου πολιτικού ρεαλισμού, από τον Μακιαβέλι ώς τον Χομπς και μέχρι, φυσικά, τον Χέγκελ, έτσι και ο Μαρξ θεώρησε τη βία αναπόσπαστη συνιστώσα της Ιστορίας, «φυσικό» γνώρισμα της εσωτερικής της διαλεκτικής, που καθορίζεται, ακριβώς όπως η φυσική και η αστρονομία, από το «παίγνιο των δυνάμεων». Και την ενσωμάτωσε στον στοχασμό του για τον κοινωνικό μετασχηματισμό με έναν τρόπο καθαρά εργαλειακό, ως μέσο η προσφυγή στο οποίο κρίνεται αποκλειστικά με βάση την ωφελιμότητά του σε σχέση με τον σκοπό (δηλαδή με βάση την αποτελεσματικότητά του).
  • Σε μια φιλοσοφία ριζικά κοσμική και ιστορικιστική, η οποία ως τέτοια όχι μόνον δεν αναγνωρίζει ιδιαίτερη αυτονομία στην ηθική αλλά την ενσωματώνει και τη διαλύει, ως αντανάκλαση, μέσα στην ιστορική και κοινωνική εξέλιξη, δεν υπάρχει χώρος για έναν ηθικό στοχασμό σχετικά με τη νομιμότητα των μέσων, αλλά μόνον για το βαθμό της αποτελεσματικότητάς τους.
  • Γίνεται συχνή αναφορά -από μέρους των όψιμων υποστηρικτών μιας άγριας αντίληψης της ταξικής σύγκρουσης και της αναγκαιότητας της βίας ως εγγύησης επαναστατικής συνέπειας- στη γνωστή δήλωση του Μαρξ για τη βία ως «μαμή της Ιστορίας» (γράφει κατά λέξη ο Μαρξ: «Η βία είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας που κυοφορεί μια καινούρια»), λησμονώντας συχνά ότι ο Μαρξ τη διατυπώνει ακριβώς στο τέλος του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου», στο έβδομο μέρος, το αφιερωμένο στη «Διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου», και στο εικοστό τέταρτο κεφάλαιο με τίτλο «Η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση».
  • Ο Μαρξ αναφέρεται, επομένως, όχι τόσο (και μάλιστα καθόλου) στην προλεταριακή επανάσταση, αλλά στην άγρια διαδικασία διαμόρφωσης της αστικής κοινωνίας σε ρήξη με την παλιά φεουδαρχική κοινωνία και ιδιαίτερα στη «Γένεση του βιομήχανου κεφαλαιοκράτη», ο οποίος διαμορφώθηκε ακριβώς χάρη στη βίαιη και αναγκαστική απαλλοτρίωση των αγροτών, την περίφραξη των χωραφιών, τις αιματηρές αποικιακές κατακτήσεις, που λειτούργησαν ως ισχυροί και αιματοβαμμένοι «επιταχυντές» της γέννησης του καπιταλισμού με τον διαχωρισμό του από τον παλιό φεουδαρχικό κόσμο («Οι μέθοδες αυτές στηρίζονται εν μέρει στην πιο ωμή βία... Ολες χρησιμοποιούν την κρατική εξουσία, τη συγκεντρωμένη βία της κοινωνίας», είχε διευκρινίσει αμέσως πριν ο Μαρξ, «για να επιταχύνουν σαν σε θερμοκήπιο τη διαδικασία της μετατροπής του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής σε κεφαλαιοκρατικό»).
  • Η βία επομένως, στην οποία αναφέρεται εδώ, βρίσκεται στην απαρχή της διαμόρφωσης του σύγχρονου προλεταριάτου -ως πράξη με την οποία σφυρηλατούνται οι αλυσίδες του- και όχι στο τέλος, ως πράξη με την οποία πρέπει να σπάσουν αυτές οι αλυσίδες.
  • Αλλά το ζήτημα δεν έχει και πολλή σημασία (εκτός από το ότι υπαγορεύει μια μεγαλύτερη φιλολογική προσοχή στη χρήση των τσιτάτων, ιδίως όταν αυτά χρησιμοποιούνται για να κατακεραυνώνουν διαφωνούντες συνομιλητές).
  • Το ζήτημα δεν έχει και πολλή σημασία, επειδή, αν παρακάμψουμε αυτές τις δύο γραμμές, είναι σε κάθε περίπτωση προφανές ότι ο Μαρξ και μαζί του ο Ενγκελς και όλοι οι πατέρες του μαρξισμού (με εξαίρεση τους λεγόμενους καντιανούς σοσιαλιστές και, όψιμα αλλά και αμφίσημα, τον Κάουτσκι) είχαν πάντοτε απέναντι στη βία -όπως και απέναντι στον πόλεμο- μια στάση αρκετά ανενδοίαστη. Είχαν μια στάση πραγματιστική, που καθοριζόταν ανάλογα με τις περιστάσεις, μια στάση που σίγουρα δεν ήταν στάση «αρχής», αλλά ούτε καν επιφύλαξης.
  • Η εικόνα του «λαού στα όπλα» κυριάρχησε συχνά στην αναπαράσταση της επαναστατικής διαδικασίας, είτε επρόκειτο για το γερμανικό 1848 είτε για την Κομμούνα του Παρισιού, έτσι ώστε η συγκρότηση της εργατικής τάξης σε στρατό κατέληγε να αντιπροσωπεύει την πιο σίγουρη εγγύηση ότι η επανάσταση θα οδηγούνταν ως τις αναγκαίες συνέπειές της. Στον νεαρό Μαρξ η ένοπλη εξέγερση είναι η «φυσική» μορφή της επανάστασης, την οποία φανταζόταν με βάση το ακριβές υπόδειγμα της Γαλλικής Επανάστασης, που ήταν το αρχέτυπο κάθε μοντέλου επανάστασης.
  • Με τον ίδιο τρόπο ο Μαρξ (και ίσως ακόμη περισσότερο ο Ενγκελς, ο οποίος έτρεφε ένα αληθινό πάθος για τις σπουδές στρατηγικής) εντάσσει τον πόλεμο και τους στρατούς «στον υπολογισμό των προπτικών του επαναστατικού κινήματος», ως παράγοντα πιθανής επιτάχυνσης του επαναστατικού κινήματος και ως ευκαιρία που ευνοεί τη ρήξη με το κοινωνικό και πολιτικό status quo. Από την άλλη μεριά, το 1867, ο Μαρξ θα αντιταχθεί στο φιλειρηνικό κίνημα που είχαν υποστηρίξει διανοούμενοι όπως ο Βικτόρ Ουγκό και άλλοι.
  • Χρειάζεται όμως να προσθέσουμε ότι ο πόλεμος δεν ήταν ακόμα εφοδιασμένος με τα καταστροφικά εργαλεία που αποκαλύφθηκε ικανή να επινοήσει η σύγχρονη τεχνολογία. Στον 19ο αιώνα του Μαρξ και του Ενγκελς ο πόλεμος δεν είχε ακόμη προσλάβει τον ολικό χαρακτήρα που θα πάρει αντίθετα στις αρχές του 20ού αιώνα. Και θα πρόκειται από κάθε άποψη για μια τομή, για μια χρονική ρήξη, που θα αλλάξει ριζικά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο τίθεται το ζήτημα του πολέμου και γενικότερα της βίας στο πλαίσιο της επαναστατικής θεωρίας (...). *
  • Επτά, Κυριακή 5 Απριλίου 2009