Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καραποστόλης Βασίλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καραποστόλης Βασίλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

Ας κρατήσουμε το μυαλό μας ανοιχτό

Ο άεργος, ο ειδήμων και ο ερασιτέχνης αποτελούν τις τρεις όψεις του κοινωνικού μας προβλήματος τις ημέρες της κρίσης
  • Του Βασιλη Καραποστολη*Η Καθημερινή, 14/7/2013
Είναι πάντα παρήγορο να βλέπει κανείς γύρω του υπάρξεις που επιμένουν να ζουν και δεν παραδίδονται αμαχητί στη φθορά. Ο,τι και να τύχει, θα το αντιμετωπίσουν με μια συσπείρωση των δυνάμεών τους, αυτών που τους έχουν απομείνει. Σε μια από τις τελευταίες νουβέλες του ο Τολστόι μιλάει για ένα φυτό που ευδοκιμεί στα μέρη του Καυκάσου, ένα γαϊδουράγκαθο που το ονομάζουν «Τάταρο». Οταν ο ίδιος προσπάθησε μια μέρα να το κόψει, παρ’ όλο που ήταν πολύ προσεκτικός, δοκίμασε τη σθεναρή αντίσταση του φυτού που με όλα τα αγκάθια του και με όλες τις ίνες του κοτσανιού του έδινε στον σφαγέα του να καταλάβει ότι δεν θα υπέκυπτε παρά μόνον αφού θα είχε αγωνιστεί έως εσχάτων.

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Πόσο κοστίζει να ξεδίνει κανείς;


Η διασκέδαση σήμερα που τα χρήματα λιγοστεύουν και τα χαρούμενα πράγματα είναι δυσπρόσιτα
  • Του Βασιλη Καραποστολη*Η Καθημερινή, 13/1/2013

Σαν υποκατάστατο της ευτυχίας, η διασκέδαση διέθετε πάντα ακαταμάχητα θέλγητρα. Εξαρτημένη από χίλια δυο, η ευτυχία ξεγλιστράει συνεχώς, ενώ η διασκέδαση πιστεύουμε ότι είναι του χεριού μας. Οποιος πληρώνει το αντίτιμο την αποκτά. Να όμως που σήμερα οι τερπνές υπηρεσίες της γίνονται αναπάντεχα πιο ακριβές. Θα δυστυχήσουμε λοιπόν διπλά; Εκτός από φτωχότεροι θα γίνουμε και ανίκανοι να ξεδίνουμε; Το όλο ζήτημα ανάγεται στο τι έχουμε στη διάθεσή μας ώστε να ελαφρώνουν τα βάρη. Μέχρι τώρα είχαμε αρκετά πράγματα ειδικά κατασκευασμένα για να φτιάχνουν τη διάθεση. Αποδείχτηκε πως ήταν «χαρούμενα πράγματα για λυπημένους ανθρώπους». Πράγματι, η διάθεση των ανθρώπων έφτιαχνε όλο και δυσκολότερα, όχι επειδή τα πράγματα που προμηθεύονταν ήταν ελαττωματικά, αλλά επειδή ο εθισμός στην αγορά της διασκέδασης υπενθύμιζε διαρκώς στον αγοραστή ότι ήταν δέσμιος μιας δοσοληψίας. Από το πόσα είχε στην τσέπη του εξαρτιόταν το τι θα ’βαζε στην καρδιά του. Ποθούσε να συγκινηθεί έως δακρύων ή να γελάσει. Επρεπε να πληρώσει γι’ αυτό, μια υποχρέωση που τον ξανάφερνε πίσω, στην εργασία, στις έγνοιες. Ωστόσο, το πρόβλημα αντιμετωπιζόταν γρήγορα και χωρίς πολλούς δισταγμούς, όσο το επέτρεπαν οι συνθήκες. Ηταν ανάγκη πάση θυσία να εξασφαλισθεί η διασκέδαση για να εμποδίσει τη σκέψη να πάει εκεί όπου δεν θα ’ξερε κυριολεκτικά τι να κάνει. Και ακριβώς, όπως έλεγε ο Πασκάλ, για να μη βλέπει μπροστά του τον γκρεμό ο άνθρωπος υψώνει φράχτες και δεν κοιτάει παρά μόνον αυτούς.

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

Θρύλος από τα παλιά για το φετινό καλοκαίρι


Η βελανιδιά, οι σύγχρονοι παραθεριστές, τα φωτοβολταϊκά κάτω από τον ήλιο
  • Του Βασιλη Καραποστολη*Η Καθημερινή, 12/8/2012

Αυτό το καλοκαίρι δεν μπορούμε να ’μαστε απλώς παραθεριστές. Δεν μπορούμε να περάσουμε ξώφαλτσα δίπλα στη Φύση. Είναι ανάγκη να πάρουμε κάποια διδάγματα απ’ ό,τι μας ξεπερνάει και μας αγκαλιάζει ταυτόχρονα. Είμαστε μέρος της Φύσης... Αυτά δεν λένε στους μαθητές τα βιβλία; Ομως τι είδους μέρος του όλου είμαστε, αφού δεν ξέρουμε τι να κάνουμε μέσα στο όλον; Η ύπαιθρος μάς γνέφει, μας κάνει πράσινα σινιάλα, αλλά εμείς μαγκωνόμαστε, λες και τα σήματα έρχονται από εξωγήινα πλάσματα. Ο σύγχρονος παραθεριστής οπισθοχωρεί μπροστά σε τέτοια καλέσματα, κι υπάρχουν μάλιστα στιγμές που το θρόισμα των φύλλων, το λίκνισμα του κλωναριού, το πέταγμα ενός πουλιού να του φαίνονται τόσο άσχετα με τις προσωπικές υποθέσεις του, ώστε να κλείνει τα παντζούρια του παραθύρου του για να βουλιάξει στη δική του, την αποκλειστικά ανθρώπινη ησυχία του. Αλλά το να έχεις στις βαλίτσες σου τις υποθέσεις σου και το να θέλεις να βρεις την ησυχία σου, είναι πράγματα ασυμβίβαστα μεταξύ τους.

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Τι να κρατήσουμε και τι ν’ αφήσουμε


Η αρχέγονη ελληνική συνεστίαση και το αίτημα των επιτρόπων να σταματήσουν οι Ελληνες να ξοδεύουν στις ταβέρνες
  • Του Βασιλη Kαραποστολη* Η Καθημερινή, 8/7/2012

Σήμερα, που φοβόμαστε πως θα χάσουμε πολλά, ας μιλήσουμε για τα απαραίτητα - που είναι πάντα λίγα. Τι είναι το πιο απαραίτητο για να συνεχίσουμε να υπάρχουμε; Είναι να μπορέσουμε να πούμε ένα κατ’ αρχήν «ναι» σ’ αυτό που υπήρξαμε. Μοιάζει παράδοξο αυτό, ή σχεδόν παράλογο, από τη στιγμή που το λέει κανείς κάτω από την πίεση της κρίσης που ζούμε. Αλλά ακριβώς εκεί είναι το πρόβλημα: η κρίση μας σπρώχνει να διαγράψουμε εντελώς αυτό που έχουμε ζήσει και να κοιτάξουμε το πώς θα ζήσουμε στο εξής. Ομως για να ζήσουμε προσανατολισμένοι στο μέλλον πρέπει να έχουμε ένα παρελθόν μέσα μας που να μας λέει: «μπορείς να προχωρήσεις, σου αξίζει να μην καταπέσεις». Εάν σ’ ένα λαό δεν επιβιώνει αυτή η ικανότητα για κατάφαση, τότε η όποια πορεία του προς το αύριο δεν μπορεί παρά να είναι σφραγισμένη με ανησυχία και με τόσα ερωτηματικά σε κάθε του βήμα που θα αποκλείουν οποιαδήποτε ικανοποίηση. Ο Επίκουρος μας είχε ειδοποιήσει από πολύ παλιά γι’ αυτή την αρρώστια. Ελεγε πως όποιος είναι στραμμένος ολοκληρωτικά προς το μέλλον, έχει χάσει ουσιαστικά τη φρόνησή του, είναι αγνώμων, άχαρις απέναντι σε όσα προηγήθηκαν. Δεν ζει, πρόκειται απλώς να ζήσει. Δεν γεύεται το παρόν (που περιέχει και τις αναμνήσεις του), αλλά νιώθει αδιάκοπα τη στυφάδα που σταλάζει σε μια ψυχή, όταν αυτή αρνείται το παρελθόν της χωρίς από την άλλη και να εμπιστεύεται εκείνα που δεν έχουν ακόμα φανεί.

Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

Ποιοι φοβούνται τις υποχρεώσεις τους;


Η ηθική της εργασίας στην Ελλάδα και η διαφορά ανάμεσα σε μια ήσυχη και σε μια εφησυχασμένη συνείδηση
  • Του Βασιλη Kαραποστολη*Η Καθημερινή, 24/6/2012

«Ας εκπληρώσουμε με συνέπεια τα καθήκοντά μας». Πώς σας φαίνεται η προτροπή; Είμαι βέβαιος πως εάν εξακολουθεί να κυλάει στις φλέβες σας μεσογειακό αίμα, η φράση θα σας γεννήσει αμέσως μια αίσθηση στριμώγματος. Να κλειστώ μέσα σε κάτι που μου ορίζεται απ’ έξω; Ο νότιος άνθρωπος αντιστέκεται αυθορμήτως στο καθήκον, την ίδια στιγμή που ο βόρειος βρίσκει σ’ αυτό μια ευκαιρία για να γλιτώσει από τα εσωτερικά του βάσανα. Στον ένα το να μπει στο καλούπι είναι απόδραση από το άγχος. Στον άλλο άγχος είναι το καλούπι. Ας το δούμε από πιο κοντά αυτό.
Μπορούμε να πούμε ότι το καθήκον γίνεται αρχικά αντιληπτό από τον άνθρωπο σαν κάτι που «πρέπει» να γίνει και που από μόνη της η συνείδηση δεν το είχε περιλάβει στις προτεραιότητές της. Ασχολείται ο καθένας με το άλφα ή το βήτα, το φροντίζει ή το παραμελεί, μέχρι τη στιγμή που ένα γεγονός θα του δείξει πως δεν μπορεί πια να είναι τόσο άστατος και τόσο ξεχασιάρης: τώρα έχει μπροστά του ένα έργο που είναι ανάγκη να το εκτελέσει. Τι μπελάς! Και πόσο ξαφνικός ο περιορισμός! Ο άνθρωπος της ευχέρειας, ο άνθρωπος που απολάμβανε τη δυνατότητά του να αρχίζει κάτι και να το αφήνει στη μέση, γιατί το βαρέθηκε ή γιατί απαιτεί απ’ αυτόν περισσότερο κόπο απ’ όσον είχε προβλέψει, αυτός ο εξασκημένος στην καθημερινή υπεκφυγή, καλείται τώρα να πάει κατ’ ευθείαν στον στόχο. Αλλά ο στόχος, αλίμονο, δεν είναι δικός του. Τον θίγει που τον αναγκάζουν να ενεργήσει, από την άλλη όμως τον ενοχλεί που δεν έχει να αντιπροτείνει παρά μόνο την απραξία του. Τελικά αυτό που αποκαλύπτεται είναι μια ενδόμυχη φοβία. Οποιος αντιδρά απέναντι στο καθήκον φοβάται πως του ζητούν να αποδείξει ικανότητες που δεν ξέρει αν έχει.

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

Το ψυχικό απόθεμα του Ελληνα

Πώς οδηγηθήκαμε ως λαός από τη φτώχεια και τη σιγουριά στον φόβο για το αύριο
  • Του Βασιλη Kαραποστολη*Η Καθημερινή, 2/7/2011
Οταν βλέπουμε τον σύγχρονο Ελληνα να αγανακτεί επειδή λιγόστεψε το εισόδημά του, δεν πρέπει να νομίσουμε ότι λυπάται τόσο πολύ για τις απολαύσεις που χάνει. Ο ηδονισμός σε τούτο τον τόπο ποτέ δεν ρίζωσε τόσο βαθιά. Δεν ήταν το φαγοπότι που ονειρεύονταν οι φτωχοί, ήταν η σιγουριά πως όσα είχαν αποκτήσει δεν θα τους τα άρπαζαν κάποιοι ξαφνικά. Πανάρχαιη η απειλή που απ’ τα χρόνια του Hσίοδου δεν έπαυε να πλανάται πάνω από τα κεφάλια των δουλευτών. Επιδρομείς, ληστές, φορομπήχτες, τοκογλύφοι. Με όλους αυτούς να αλωνίζουν επί αιώνες, πώς να κατασιγάσει η τρομάρα των αδυνάμων ώστε να μπορέσουν να ευχαριστηθούν το ψωμί, το κρασί και το σπίτι τους;

Αυτός ο φόβος συνόδεψε πολλούς και όταν, πολύ αργότερα, κατέβηκαν από τα χωριά στις πόλεις. Οι καιροί ήταν πια διαφορετικοί και οι πρώην ξυπόλητοι βρέθηκαν στους εμπορικούς δρόμους τους γεμάτους με τις βιτρίνες του ’70, του ’80, του ’90. Πίσω απ’ τις τζαμαρίες υπήρχαν πράγματα που τους γυάλιζαν, κι ανάμεσά τους το είδωλο του ίδιου τους του εαυτού, αλλαγμένο πολύ. Μπορούσαν να καυχηθούν γι’ αυτόν τον εαυτό, να φωνάξουν πως επιτέλους τα κατάφεραν να μην είναι νηστικοί, να χορτάσουν, και ακόμη να εκδικηθούν την παλιά τους πείνα με μία νέα σπατάλη.

Σε πόσες αυταπάτες είχαν κιόλας παραδοθεί! Γιατί γρήγορα φάνηκε πως κάτω από την ευχαρίστηση παρέμενε πάντα ο φόβος. Αυτός ο δαίμονας που ερχόταν παλιά και χτυπούσε την πόρτα του φτωχικού σπιτιού.