Της Μαριας Kατσουνακη, Η Καθημερινή, 17/6/2012
Στο τέλος της δεύτερης φάσης μιας εκτεταμένης προεκλογικής περιόδου όπου όλα σχεδόν έχουν ερωτηθεί και απαντηθεί, χωρίς να υπάρχει, ουσιαστικά, καμία διαβεβαίωση για την τύχη της χώρας την επόμενη μέρα, η φωτογραφία του Χάρολντ Λόιντ με έκανε να χαμογελάσω. Η κλασική σκηνή με τον ηθοποιό να κρέμεται από τους δείχτες του ρολογιού ενός ουρανοξύστη, με το χάος κάτω από τα πόδια του. Η ταινία, του 1923, από τις πιο δημοφιλείς του βωβού κινηματογράφου, τιτλοφορείται «Safety last» («Μωρέ, κουράγιο!») και επανακυκλοφορεί αυτήν την εβδομάδα στις αθηναϊκές αίθουσες.
Ο Λόιντ υποδύεται ένα αφελές, ερωτευμένο, χωριατόπαιδο που αναζητάει την τύχη του στη μεγαλούπολη με όνειρο να πλουτίσει. Στην εντυπωσιακή μητρόπολη όμως οι συνθήκες είναι διαφορετικές: αγωνίζεται να πληρώσει το νοίκι, δουλεύοντας σκληρά ως κλητήρας σε ένα κατάστημα. Σε λεπτομερή γράμματα προς τη μνηστή του δε, προσποιείται ότι κατέχει θέση διευθυντή. Η ιστορία αυτής της καλοπροαίρετης εξαπάτησης είναι από τα πιο συνηθισμένα θέματα στον παγκόσμιο κινηματογράφο, που δίνει τροφή στο σεναριογράφο για πολλές ανατροπές, κωμικές καταστάσεις, ηθικά διδάγματα.
Τι συμβαίνει όμως όταν οι αναλογίες αλλάζουν κλίμακα; Οταν στη θέση του Χάρολντ Λόιντ, με τα πόδια να αιωρούνται στο κενό, βρίσκεται μια ολόκληρη χώρα; Και όταν το όνειρο δεν αφορά έναν ήρωα του σελιλόιντ αλλά μια κοινωνία, των Ελλήνων, που πίστεψε στην εύκολη ευμάρεια;