Γάλλοι φοιτητές διαδηλώνουν κατά των μεταρρυθμίσεων της κυβέρνησης Σαρκοζί. Ο φιλόσοφος Αλέν Μπαντιού εκτιμά ότι «βρισκόμαστε σήμερα μπροστά σε μια νέα περίοδο νεολαιίστικης εξέγερσης όπως συνέβη στη δεκαετία του ΄60»
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπαντιού Αλέν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπαντιού Αλέν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014
Αλέν Μπαντιού: Η Ευρώπη χρειάζεται ηγέτες όπως ο Ντε Γκωλ
ΑΛΕΞΙΑ ΚΕΦΑΛΑ,
ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 02.02.2014
Δεν έχω δει ποτέ τόσο πολλά άτομα να παρακολουθούν
διάλεξή μου στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Στις χώρες που βιώνουν έντονα την
κρίση υπάρχει μια προσμονή και κυρίως μια νεολαία που αναρωτιέται τι
συμβαίνει, λέει ο Αλέν Μπαντιού.
Μόλις βολεύεται στο ορθογώνιο τραπέζι
της αίθουσας πρωινού του ξενοδοχείου Lycabettus, ο Αλέν
Μπαντιού σχολιάζει την πανοραμική θέα της Αθήνας που απλώνεται μπροστά
του. «Είναι εκπληκτικό να βλέπεις αυτή την πτυχή του Παρθενώνα, με φόντο
τον Πειραιά και το Αιγαίο Πέλαγος» λέει με το βλέμμα κολλημένο στη
θέα. Για τον Γάλλο μυθιστοριογράφο, δραματουργό και φιλόσοφο, η πόλη του
Πλάτωνα εκπέμπει μια ποιητική όψη. Είναι σχεδόν 9 π.μ., ο ουρανός
καθαρός και αυτή η «κορνίζα» τον εμπνέει. «Θα ήταν ιδανικό σκηνικό για
την πρώτη σκηνή της Πολιτείας του Πλάτωνα, γιατί ήδη δουλεύω πάνω στο
σενάριο του βιβλίου μου για το Χόλιγουντ. Θα έβλεπα λοιπόν τον Πλάτωνα
να κάνει διάλογο μαζί σας! Μήπως θέλετε να γίνετε ηθοποιός;» λέει
γελώντας και συνεχίζει: «Ναι, στη δική μου εκδοχή της Πολιτείας του
Πλάτωνα έχω προσθέσει και μια γυναίκα για να είναι πιο ενδιαφέρουσα η
συζήτηση. Το όνομά της είναι Αμάντα και θέτει πάντα λογικά ερωτήματα
στον Πλάτωνα προκειμένου εκείνος να εξηγεί καλύτερα τη σκέψη
του». Πράγματι, η σύγχρονη διασκευή της «Πολιτείας» αν και κυκλοφόρησε
μόλις στη Γαλλία και στην Ελλάδα, όπου ο Ελληνας φιλόσοφος «ζει» εν έτει
2014 και τρέφεται βιολογικά, έχει προσαρμοστεί για το θέατρο και
σύντομα θα βγει και στις κινηματογραφικές αίθουσες.
Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011
Η αραβική εξέγερση που σαρώνει την αλαζονεία της ∆ύσης
ΤΟΥ ALAIN BADIOU, LE MONDE
ΤΑ ΝΕΑ: Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011
- "Χιλιάδες Αιγύπτιοι συγκεντρώθηκαν χθες στη Πλατεία Ταχρίρ, απαιτώντας από τους στρατιωτικούς που έχουν αναλάβει τη διακυβέρνηση να προωθήσουν µεταρρυθµίσεις "
Μέχρι πότε η Δύση, η διεθνής κοινότητα αυτών που πιστεύουν πως είναι ακόµη οι αφέντες του κόσµου, θα συνεχίσει να κάνει µαθήµατα καλής διαχείρισης και καλής συµπεριφοράς σ’ ολόκληρη τη Γη; Δεν είναι γελοίο να βλέπει κανείς µερικούς διανοούµενους υπηρεσίας, υποχωρούντες στρατιώτες του σκοροφαγωµένου παράδεισου του καπιταλο-κοινοβουλευτισµού, να προσφέρουν το πρόσωπό τους στους υπέροχους λαούς της Τυνησίας και της Αιγύπτου, για να διδάξουν σ’ αυτούς τους άγριους λαούς το β και α βα της «δηµοκρατίας»; Οποία θλιβερή εµµονή της αποικιακής αλαζονείας! Δεν είναι άραγε φανερό πως εµείς είµαστε αυτοί που έχουµε να διδαχθούµε από τις τωρινές λαϊκές εξεγέρσεις;
Ναι, πρέπει να είµαστε οι µαθητές αυτών των κινηµάτων και όχι οι ανόητοι καθηγητές τους. Διότι δίνουν ζωή, µε την ιδιοφυΐα των επινοήσεών τους, σε µερικές αρχές της πολιτικής που προσπαθούν εδώ και πολύ καιρό να µας πείσουν πως είναι απαρχαιωµένες. Και ιδιαίτερα στην αρχή αυτή πουδεν έπαυε να υπενθυµίζει ο Μαρά: όταν πρόκειται για την ελευθερία, την ισότητα, τη χειραφέτηση, οφείλουµε τα πάντα στις λαϊκές εξεγέρσεις.
Εχουµε δίκιο να εξεγειρόµαστε. Οπως ακριβώς τα κράτη µας προτιµούν τη διαχείριση από την πολιτική, έτσι προτιµούν και τη διεκδίκηση από την εξέγερση και τη µεθοδική µετάβαση από οποιαδήποτε ρήξη. Αυτό που µας υπενθυµίζουν οι λαοί της Αιγύπτου και της Τυνησίας είναι πως η µόνη δράση που ανταποκρίνεται στο κοινό αίσθηµα της σκανδαλώδους κατοχής της κρατικής εξουσίας είναι η µαζική εξέγερση. Και πως στην περίπτωση αυτή, το µόνο σύνθηµα που µπορεί να ενώσει τις διαφορετικές συνιστώσες του πλήθους είναι: «Εσύ που είσαι εκεί πέρα, φύγε».
Μια σπίθα µπορεί να βάλει φωτιά στην πεδιάδα. Ολα αρχίζουν µε τη διά πυρός αυτοκτονία ενός ανέργου. Αυτή η χειρονοµία διευρύνεται σε µερικές ηµέρες, σε µερικές εβδοµάδες, σε εκατοµµύρια ανθρώπους. Αυτό που συµβαίνει είναι ότι δηµιουργείται αιφνιδίως, όχι µια νέα πραγµατικότητα, αλλά µια µυριάδα νέων δυνατοτήτων.
Καµιά απ’ αυτές δεν αποτελεί επανάληψη του ήδη γνωστού. Γι’ αυτό είναι σκοταδιστικό να λέµε: «Αυτό το κίνηµα διεκδικεί τη δηµοκρατία» (εννοείται, αυτή που απολαµβάνουµε στη Δύση), ή «Αυτό το κίνηµα διεκδικεί µια κοινωνική βελτίωση» (εννοείται, τη µέση ευηµερία του µικροαστού της πατρίδας µας). Αρχίζοντας σχεδόν από το τίποτε, αντηχώντας παντού, η λαϊκή εξέγερση δηµιουργεί άγνωστες δυνατότητες για ολόκληρο τον κόσµο. Η λέξη «δηµοκρατία» σχεδόν δεν προφέρεται στην Αίγυπτο. Μιλούν εκεί για νέα Αίγυπτο, για αληθινό αιγυπτιακό λαό, για Συντακτική Συνέλευση, για απόλυτη αλλαγή της ύπαρξης, για πρωτοφανείς και ώς τώρα άγνωστες δυνατότητες.
Ο λαός, µόνον ο λαός, είναι ο δηµιουργός της παγκόσµιας Ιστορίας. Είναι πολύ εντυπωσιακό το γεγονός ότι στη Δύση µας, οι κυβερνήσεις και τα µέσα ενηµέρωσης θεωρούν ότι οι εξεγερµένοι µιας πλατείας του Καΐρου είναιο αιγυπτιακός λαός. Από πού κι ώς πού; Μήπως ο λαός, για τους ανθρώπους αυτούς, δεν περιορίζεται συνήθως είτε στην πλειοψηφία µιας δηµοσκόπησης, είτε στην πλειοψηφία µιας εκλογικής αναµέτρησης; Πώς γίνεται και ξαφνικά εκατοντάδες χιλιάδες εξεγερµένοι γίνονται αντιπροσωπευτικοί ενός λαού 80 εκατοµµυρίων ανθρώπων; Είναι ένα µάθηµα που δεν πρέπει να ξεχαστεί, που δεν θα ξεχάσουµε. Οταν υπερβεί ένα ορισµένο όριο αποφασιστικότητας, επιµονής και θάρρους, ο λαός µπορεί πράγµατι να συµπυκνώσει την ύπαρξή του σε µια πλατεία, µια λεωφόρο, µερικά εργοστάσια, ένα πανεπιστήµιο… Χωρίς κοµµουνιστικό κίνηµα δεν υπάρχει κοµµουνισµός. Η λαϊκή εξέγερση για την οποία µιλάµε είναι ολοφάνερα χωρίς κόµµα, χωρίς ηγεµονική οργάνωση, χωρίς αναγνωρισµένο ηγέτη. Υπάρχει καιρός για να διαπιστωθείαν αυτό το χαρακτηριστικό συνιστά δύναµη ή αδυναµία. Σε κάθε περίπτωση είναι αυτό που την κάνει να έχει, µε µια πολύ αγνή µορφή, αναµφίβολα την πιο αγνή από την εποχή της Παρισινής Κοµµούνας, όλα τα χαρακτηριστικά µιας κίνησης κοµµουνισµού. Κοµµουνισµός εδώ πάει να πει: δηµιουργία από κοινού του συλλογικού πεπρωµένου.
Βλέπουµε χριστιανούς να φυλάνε σκοπιά, όρθιοι, για να προσέχουν τους µουσουλµάνους, σκυφτούς στην προσευχή τους. Βλέπουµε τους εµπόρους να δίνουν τροφή στους άνεργους και τους φτωχούς. Βλέπουµε όλους να µιλάνε µε τους άγνωστους διπλανούς τους. Το σύνολο αυτών των καταστάσεων αποτελεί την κίνηση κοµµουνισµού. Δόξα στους λαούς της Τυνησίας και της Αιγύπτου που µας υπενθυµίζουν το αληθινό και µοναδικό πολιτικό καθήκον: απέναντι στο Κράτος, η οργανωµένη πίστη στην κίνηση κοµµουνισµού (στην από κοινού δηµιουργία του συλλογικού πεπρωµένου). Διαπιστώνουµε πάντως ότι υπήρξαν εκατοντάδες νεκροί και άνθρωποι εξακολουθούν καθηµερινά να σκοτώνονται. Και εδώ, ποιος πλήρωσε µε τη ζωή του, αν όχι οι νέοι που προέρχονται από τους φτωχότερους πληθυσµούς; Ας θυµούνται οι µεσαίες τάξεις πως, την κρίσιµη στιγµή, τη διάρκεια της εξέγερσης εγγυήθηκε µόνον η απεριόριστη στράτευση των λαϊκών αποσπασµάτων. Η αµυντική βία είναι αναπόφευκτη.
Σίγουρα δεν είναι αντιλαϊκά και κατά βάθος παράνοµα µόνο τα κράτη των αραβικών χωρών. Οποιο κι αν είναι το µέλλον τους, οι εξεγέρσεις στην Τυνησία και την Αίγυπτο έχουν παγκόσµια σηµασία. Δείχνουν νέες δυνατότητες, η αξία των οποίων είναι διεθνής.
Αυτό που µας υπενθυµίζουν οι λαοί της Αιγύπτου και της Τυνησίας είναι πως η µόνη δράση που ανταποκρίνεται στο κοινό αίσθηµα της σκανδαλώδους κατοχής της κρατικής εξουσίας είναι η µαζική εξέγερση
- Ο Αλέν Μπαντιού είναι γάλλος φιλόσοφος
Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011
Αλέν Μπαντιού: «Η νεολαία θα εξεγερθεί ξανά όπως τη δεκαετία του ΄60»
Ο διασημότερος εν ζωή γάλλος φιλόσοφος προτείνει «τοπικές δράσεις παντού», λέει τα χειρότερα για τον Νικολά Σαρκοζί και πιστεύει ότι η παγκόσμια εξέγερση είναι προ των πυλών
ΤΑΝΙΑ ΜΠΟΖΑΝΙΝΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011
ΤΟΝ ΑΠΟΚΑΛΟΥΝ «γκουρού της γαλλικής Αριστεράς». Ο ίδιος φέρει με υπερηφάνεια τον τίτλο του μαρξιστή. Αλλά και του φιλοσόφου που ανήκει στην περίφημη γαλλική σχολή της δεκαετίας του ΄60 μαζί με τον Αλτουζέρ, τον Λακάν, τον Ντεριντά, τον Λιοτάρ και τον Ντελέζ. «Είμαι ο τελευταίος επιζών» λέει κρατώντας αποστάσεις από τους νεότερους συναδέλφους του που «υπερασπίζονται την καθιερωμένη τάξη και τον καπιταλισμό». Συναντήσαμε τον Αλέν Μπαντιού την περασμένη Τετάρτη στην Αθήνα, την οποία επισκέφθηκε καλεσμένος του Γαλλικού Ινστιτούτου. Αρχισε τη συζήτηση λέγοντας ότι μιλάει πολύ καλά αρχαία ελληνικά, τα οποία όμως δεν τον βοηθούν καθόλου να καταλάβει τα σύγχρονα που μιλούν οι πολλοί έλληνες φίλοι του.
Κατηγορούν τον Μπαντιού ότι «μισεί τη δημοκρατία». Αλλωστε δηλώνει ότι «η δημοκρατία δεν είναι παρά ένα όργανο προπαγάνδας του καπιταλισμού». Μας διευκρινίζει όμως ότι απορρίπτει τη σημερινή μορφή οργάνωσης των κρατών και όχι τις ιδέες περί ελευθερίας, ισότητας και αδερφοσύνης. Τον ρωτάμε αν έχει υπόψη του κάποιο καλύτερο πολίτευμα από το δημοκρατικό. «Τα τρομοκρατικά και δεσποτικά κράτη που δήλωναν κομμουνιστικά απέτυχαν» λέει. «Συνεπώς πιστεύω ότι το ερώτημα παραμένει, προς το παρόν, ανοιχτό».
Ο Μπαντιού είναι βέβαιος ότι ύστερα από μια περίοδο αδράνειας της νεολαίας, «βρισκόμαστε σήμερα μπροστά σε μια νέα περίοδο νεολαιίστικης εξέγερσης. Μόνο που η εξέγερση αυτή είναι προς το παρόν εντελώς τυφλή διότι δεν έχει μνήμη, το ιστορικό της παρελθόν είναι πολύ αδύναμο. Ηδη έχουμε την Τυνησία και την Αίγυπτο. Θα υπάρξει μια νέα παγκόσμια εξέγερση της νεολαίας όπως συνέβη στη δεκαετία του ΄60». Η κρίση μπαίνει «υποχρεωτικά» στη συζήτηση. Ο Μπαντιού λέει ότι δεν τον εντυπωσιάζει τόσο η ίδια η κρίση γιατί «ήταν πάντα πιθανή και κάποια στιγμή αναπόφευκτη,ιδίως αφότου απελευθερώσαμε πλήρως το χρηματοπιστωτικό σύστημα». Αυτό που τον ενδιαφέρει περισσότερο είναι η αδυναμία της απέναντι πλευράς την οποία αποκάλυψε η κρίση: «Είναι εντυπωσιακό να βλέπουμε ότι παντού η απάντηση των κρατών,των κυβερνήσεων, των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων είναι πανομοιότυπη- πρέπει να σώσουμε το σύστημα. Κανείς δεν έχει άλλη ιδέα εκτός από το να σώσουμε το σύστημα».
Θεωρεί επίσης εντυπωσιακό το ότι ο κόσμος βλέπει τους μισθούς να μειώνονται, την ανεργία να αυξάνεται, όμως «δεν προτείνει καμία εναλλακτική λύση στα μέτρα που παίρνουν αριστερές και δεξιές κυβερνήσεις - ο Θαπατέρο, ο Γκόρντον Μπράουν, η Μέρκελ ή ο Παπανδρέου κάνουν το ίδιο πράγμα. Γνώριζα ότι οι λαϊκές δυνάμεις είχαν μεγάλη αδυναμία, όμως η κρίση αποκάλυψε το βάθος της αδυναμίας μας- λέω “μας” γιατί είναι και η δική μου».
Σύμφωνα με τον Μπαντιού, διανύουμε ακόμη την «εποχή της κατάρρευσης του κομμουνισμού». Ο κομμουνισμός «έπρεπε να καταρρεύσει, ήταν ήδη νεκρός» λέει. Ομως το μόνο που προέκυψε ήταν η ιδέα ότι ο καπιταλισμός είναι αναπόφευκτος για όλους. Ο ίδιος προτείνει «να διοργανώσουμε παντού μια αντίσταση τοπική και να προσπαθήσουμε να συνδέσουμε τις αντιστάσεις αυτές όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο αλλά σε πιο ευρύ εφόσον η κρίση είναι παγκοσμιοποιημένη. Οσο δεν κάνουμε κάτι τέτοιο, θα υποχρεωθούμε να συναινέσουμε τελικά, είτε το θέλουμε είτε όχι, στην άποψη που κυριαρχεί σήμερα: όλα έχουν αποτύχει, μη μας μιλάτε για σοσιαλισμό, για κομμουνισμό, δεν υπάρχει παρά μόνο μια φυσική οικονομία, η καπιταλιστική».
Ποια η χρησιμότητα των φιλοσόφων σήμερα; τον ρωτάμε. «Πρώτον, προσπαθούν να πείσουν τον κόσμο να αμφισβητεί τις επικρατούσες απόψεις, να μην παίρνει τίποτε ως θέσφατο επειδή είναι το έθιμο, η συνήθεια, η οικογένεια, η πατρίδα. Δεύτερον, υπογραμμίζουν ό,τι νέο στην επιστήμη, στην τέχνη, στην πολιτική- δεν δημιουργούν αναγκαστικά καινοτομίες αλλά τις οργανώνουν, τις παρουσιάζουν. Τρίτον, ο φιλόσοφος πρέπει να δίνει κουράγιο: να δείχνει ότι όσο άσχημα κι αν είναι τα πράγματα, μπορούμε να επικρίνουμε τις επικρατούσες απόψεις, καινοτομίες υπάρχουν πάντα, μικρότερες ή μεγαλύτερες».
Πριν από τέσσερα χρόνια ο Μπαντιού έγραψε ένα βιβλίο επικριτικό για τον Νικολά Σαρκοζί το οποίο έκανε πάταγο. Η άποψή του για τον γάλλο πρόεδρο σήμερα είναι «ακόμη χειρότερη γιατί έχει πλευρές τις οποίες δεν είχα δει τότε. Για παράδειγμα, μια βαθιά περιφρόνηση προς τους διανοουμένους και την κουλτούρα. Μια πλευρά χυδαία. Μια πλευρά κάπως σαν τον Μπερλουσκόνι: συγχρωτίζεται πάντα με πλούσιους, σκηνοθετεί την ιδιωτική του ζωή και χρησιμοποιεί μονίμως όλα τα δυνατά δημαγωγικά τεχνάσματα. Δεν έχει καν ένα σχέδιο με συνοχή. Σκέφτεται μόνο τον εαυτό του».
Ο Αλέν Μπαντιού γεννήθηκε πριν από 74 χρόνια στο Ραμπάτ του Μαρόκου. Σπούδασε Μαθηματικά, δίδαξε επί 30 χρόνια Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού VΙΙΙ (Βενσέν) και το 1999 ανέλαβε την έδρα της Φιλοσοφίας στην Εcole Νormale Superieure όπου συνεχίζει να διδάσκει μετά την πρόσφατη συνταξιοδότησή του. Εχει γράψει πολλά φιλοσοφικά και πολιτικά δοκίμια,με κορυφαίο το «Από το είναι στο συμβάν». Ταγμένος στην Αριστερά, δραστηριοποιείται στη «μεταλενινιστική και μεταμαοϊκή» Πολιτική Οργάνωση, της οποίας υπήρξε συνιδρυτής το 1985, μια μετακομματική οργάνωση που ασκεί άμεσες λαϊκές παρεμβάσεις σε εύρος ζητημάτων.
- ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ, ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ, ΜΕΤΑΛΕΝΙΝΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΜΑΟΪΣΤΗΣ
Η νεοελληνική κοινωνία κυοφορεί επώδυνα κάτι καινούργιο με εσωτερικές ανισορροπίες, εκτιμά ο Μπαντιού. Εμποδίζεται όμως από την τριβή του σύγχρονου με τους «παράδοξους αρχαϊσμούς».
- «Ο ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΕΝΤΟΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΑΠ΄ Ο,ΤΙ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ»
- Εχετε επισκεφθεί πολλές φορές την Ελλάδα. Πώς κρίνετε την ελληνική νοοτροπία;
«Η Ελλάδα αποτελεί έναν ιδιαίτερο συνδυασμό μοντερνισμού και αρχαϊσμού. Θα ήταν λάθος να λέγαμε ότι οι Ελληνες παραμένουν δέσμιοι της παράδοσης, όμως υπάρχουν παραδοσιακά χαρακτηριστικά που είναι πιο έντονα στην Ελλάδα απ΄ όσο στη Γαλλία. Ο εθνικισμός είναι σαφέστατα πιο έντονος στην Ελλάδα. Για έναν Γάλλο είναι εντυπωσιακή η θέση της θρησκείας που παραμένει πολύ σημαντική και δεν είναι διαχωρισμένη από το κράτος, ούτε στα χαρτιά ούτε στην πράξη. Την ίδια στιγμή, η ελληνική είναι μια σύγχρονη κοινωνία. Η Ελλάδα με ενδιαφέρει διότι έχει βαθιές αντιφάσεις. Επιπλέον, την πλήττει η κρίση με εξαιρετική ένταση. Από όλα αυτά κυοφορείται κάτι καινούργιο. Θα είναι όμως μια δύσκολη κύηση διότι υπάρχει αυτή η τριβή του σύγχρονου με την κλασική εθνική φιγούρα. Οι κοινωνίες όπου επιβιώνουν παράδοξοι αρχαϊσμοί παρουσιάζουν ενδιαφέρον διότι έχουν εσωτερικές ανισορροπίες και δεν γνωρίζουμε τι θα παραγάγουν τελικά».
Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009
Η επιστροφή της Μεγάλης Ιδέας
- Ο Αλέν Μπαντιού μιλάει για την πνευματική παρακμή της Ευρώπης και για την επαναθεμελίωση της κοινωνικής χειραφέτησης
- Συνέντευξη στον Πετρο Παπακωνσταντινου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 29/11/2009
Πολυσύνθετη προσωπικότητα με εικονοκλαστικό πνεύμα, ο Αλέν Μπαντιού είναι ο πλέον μεταφρασμένος, ζων φιλόσοφος της Γαλλίας. Στον αντίποδα των περιλάλητων «νέων φιλοσόφων», ορισμένοι εκ των οποίων ξεκίνησαν από τον Γαλλικό Μάη του ’68 για να βρεθούν να υποστηρίζουν τον Νικολά Σαρκοζί ή και την Αμερική του Τζορτζ Μπους, ο Μπαντιού μπορεί να υπερηφανεύεται λιγότερο για τη μιντιακή του ακτινοβολία και περισσότερο για την πρωτοτυπία της θεωρητικής του παραγωγής. Το επιβλητικό του έργο Το Είναι και το Συμβάν, σηματοδοτεί μια ριζοσπαστική επιστροφή στον Πλάτωνα, επαναπροσδιορίζοντας το ίδιο το πεδίο της φιλοσοφίας. Βασικά στοιχεία της φιλοσοφικής του σκέψης περιέχονται στη συλλογή δοκιμίων Από το Είναι στο Συμβάν, που κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες από τις εκδόσεις Πατάκη, μαζί με το τελευταίο του βιβλίο, Η Κομμουνιστική Υπόθεση.
Συναντήσαμε τον κ. Μπαντιού στην πάντα φιλόξενη βιβλιοθήκη του Γαλλικού Ινστιτούτου, στο περιθώριο διεθνούς φιλοσοφικού συνεδρίου. Η συζήτησή μας επικεντρώθηκε λιγότερο στα μεγάλα, θεωρητικά ερωτήματα και περισσότερο στις πολιτικές πλευρές των αναζητήσεων ενός ετερόδοξου διανοητή, που μιλάει για κομμουνισμό χωρίς μαρξισμό και για κοινωνική αλλαγή χωρίς κατάληψη της εξουσίας, επιμένοντας ότι οι μεγάλες Ιδέες είναι πάντα αναγκαίες, αν δεν θέλουμε να ανταλλάξουμε τον πόθο της ζωής με την αγωνία της επιβίωσης.
– Μιλάτε για την Ιδέα με Ι κεφαλαίο. Είναι δυνατόν, μετά από τόσα χρόνια κυριαρχίας του μεταμοντέρνου στον ευρύτερο αριστερό χώρο, να μιλάει κανείς για Μεγάλες Αφηγήσεις, χωρίς να εγείρει την υποψία ότι κάπου στο βάθος κρύβεται ένα καινούργιο Αουσβιτς ή ένα καινούργιο Γκουλάγκ;
– Ποτέ δεν αποδέχθηκα αυτή τη μεταμοντέρνα διάγνωση, ότι πίσω από κάθε μεγάλη ιδέα κρύβεται η νοοτροπία του ολοκληρωτισμού. Για μένα, αυτή η λογική ήταν απλώς η μεταμφίεση της ιδεολογικής συνθηκολόγησης. Θα έλεγα, όμως, ότι αυτή η νοοτροπία κρύβει και κάτι άλλο, ευρύτερο: την πνευματική γήρανση και αποθάρρυνση της Ευρώπης. Αν κοιτάξουμε γύρω μας, θα συνειδητοποιήσουμε ότι η σημερινή Ευρώπη αντιπροσωπεύει την πιο γερασμένη και κουρασμένη περιοχή του πλανήτη. Μια ήπειρο, όπου κυριαρχεί η παρακμή και η αποδοχή αυτής της παρακμής, κάτι που περιορίζει τη φιλοδοξία μας στην επιδίωξη να είναι τα γηρατειά μας ήρεμα και ανώδυνα. Σ’ αυτό το φόντο, η επιστροφή της μεγάλης ιδέας, του πόθου της ριζοσπαστικής αλλαγής, προβάλλει, ίσα ίσα, ως προϋπόθεση για την άρση αυτής της νεκρικής ατονίας, για την αναζωογόνηση του ίδιου του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει επιστροφή στις μεγάλες αφηγήσεις της εξουσίας, στις ιδέες που περιστρέφονταν γύρω από το ζήτημα της κατάληψης και του μετασχηματισμού του κράτους. Η απελευθερωτική ιδέα δεν χρειάζεται καθόλου να είναι «ολότητα» με την έννοια του κράτους που ενοποιεί την κοινωνία, για να είναι μεγάλη.
H Γαλλία
– Πρόσφατα η Liberation έκανε λόγο για πνευματική παρακμή της Γαλλίας, την οποία απέδιδε σε ένα παράδοξο: στο γεγονός ότι η πτώση του κομμουνισμού προκάλεσε ένα είδος στείρωσης ακόμη και σ’ εκείνους που του είχαν αντιταχθεί. Συμμερίζεσθε αυτή τη διάγνωση;
– Οχι. Η πνευματική γονιμότητα της Γαλλίας τις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70 δεν προήλθε από την πλευρά που απέρριπτε τον κομμουνισμό. Προήλθε από ανθρώπους που συνδέονταν με την ιδέα της κομμουνιστικής χειραφέτησης, όπως ο Σαρτρ και ο Αλτουσέρ ή ο Φουκώ και ο Ντελέζ. Βεβαίως, διατηρούσαν μια κριτική ματιά και πολλοί από αυτούς οδηγήθηκαν σε σύγκρουση με το Κομμουνιστικό Κόμμα, εν πάση περιπτώσει, όμως, ενδιαφέρονταν για την κομμουνιστική ιδέα. Εκείνοι που στέκονταν στην απέναντι όχθη, όπως οι λεγόμενοι νέοι φιλόσοφοι -Μπερνάρ - Ανρί Λεβί, Αλέν Φινκελκρό, κ.ά.- δεν θεωρούνταν ποτέ, στο πλαίσιο της φιλοσοφικής κοινότητας της Γαλλίας, εξέχοντες φιλόσοφοι. Ελαμπαν στον κόσμο των μίντια, ναι, αλλά όχι στον κόσμο της φιλοσοφίας. Ακόμη και σήμερα, σ’ αυτή τη δύσκολη, μεταβατική εποχή, οι πιο γόνιμες συνεισφορές στη γαλλική φιλοσοφία εξακολουθούν, πιστεύω, να προέρχονται από ανθρώπους που συνδέονται, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με την υπόθεση της κοινωνικής χειραφέτησης, όπως ο Ρανσιέρ, ο Μπαλιμπάρ και άλλοι.
– Κεντρικό ρόλο στο έργο σας διαδραματίζει η έννοια του «Συμβάντος», ενός εξαιρετικού γεγονότος που έρχεται σαν αστραπή σε καθαρό ουρανό, διακόπτει την «κανονική» ροή των πραγμάτων και γεννά άπειρες νέες δυνατότητες, κάτι σαν τη «Μεγάλη Εκρηξη» της κοσμολογίας, μεταφερμένη στον χώρο της κοινωνικής φιλοσοφίας. Πώς απαντάτε στην κριτική του συναδέλφου σας, Ντανιέλ Μπενσαίντ, ότι ένα τέτοιο «Συμβάν», αποκομμένο από κάθε ιστορική αιτιότητα, δεν διαφέρει και πολύ από το θρησκευτικό θαύμα;
– Το ζήτημα είναι πώς βλέπει κανείς την περίφημη ιστορική αιτιότητα. Πάρτε για παράδειγμα τη Γαλλική Επανάσταση. Οι ιστορικοί μπορεί να επικαλεσθούν ένα εκατομμύριο κοινωνικά αίτια, αλλά αυτά τα αίτια δεν εξηγούν τίποτα, αναφορικά με το γιατί έγινε, εκεί όπου έγινε, τη στιγμή που έγινε και με τον τρόπο που έγινε, μια επανάσταση που άλλαξε την πορεία του κόσμου. Υπήρξε μια συσσώρευση καθαρά συγκυριακών, πολιτικών επιλογών, με κορύφωση τη Συνέλευση των Τάξεων που συγκάλεσε ο βασιλιάς, οι οποίες δημιούργησαν τη δυνατότητα της επανάστασης. Mια δυνατότητα, η οποία είναι, φυσικά, συμβατή με τις υπάρχουσες οικονομικές συνθήκες. Αλλά η συμβατότητα δεν σημαίνει καθόλου ντετερμινιστικό καθορισμό, κι αυτή είναι η διαφορά μας. Υπάρχουν πάρα πολλές αιτιότητες και όχι μία γραμμική αιτιότητα, η οποία θα εξηγούσε, φερ’ ειπείν, την άλωση της Βαστίλλης από την κρίση των σιτηρών. Επομένως, το Συμβάν δεν είναι κάτι που διαψεύδει, κατά έναν μαγικό τρόπο, τους υποτιθέμενους κοινωνικούς νόμους, όπως το θρησκευτικό θαύμα διαψεύδει τους νόμους της φύσης. Αποτελεί, ωστόσο, μια ιστορική τομή, που χωρίζει απότομα το «πριν» και το «μετά». Για παράδειγμα, ποια αυστηρή αιτιότητα μπορεί να εξηγήσει τον Μάη του ’68; Η έκρηξη ήρθε σαν αστραπή σε καθαρό ουρανό, σε μια στιγμή ηρεμίας, οικονομικής ακμής, όταν όλα πηγαίναν «καλά» και κανείς, μα κανείς δεν περίμενε την εξέγερση.
H νεολαία
– Πολλοί δημοσιογράφοι και διανοούμενοι της χώρας σας είδαν την έκρηξη της ελληνικής νεολαίας, τον περασμένο Δεκέμβριο, ως προοίμιο ενός «Συμβάντος» του είδους που περιγράφετε, και όχι μόνο για την Ελλάδα. Συμμερίζεσθε αυτή την οπτική;
– Δεν είμαι καθόλου βέβαιος, γιατί τα γεγονότα κρίνονται πρώτα απ’ όλα από τις συνέπειές τους. Στο καθαρά πολιτικό επίπεδο, αυτό που φαίνεται με γυμνό μάτι, τουλάχιστον στα μάτια ενός Γάλλου, είναι ότι επιτάχυναν την πτώση μιας δεξιάς κυβέρνησης, που είχε ήδη πολύ άσχημες επιδόσεις, οδηγώντας στην επιστροφή των σοσιαλιστών, όπως είχε γίνει με τις μεγάλες κοινωνικές κινητοποιήσεις στη Γαλλία, τη δεκαετία του ’90. Ωστόσο, ο αντίκτυπος που είχε αυτό το γεγονός στη Γαλλία ξεπερνούσε τον άμεσο, πολιτικό χαρακτήρα του. Ερμηνεύθηκε ως σύμπτωμα μιας ευρύτερης παθογένειας, κοινής σε όλες τις σύγχρονες κοινωνίες, που στερούν από τη νεολαία ελπίδα, προοπτική, νόημα ζωής. Σύμπτωμα, βεβαίως, τυφλό, ενδεχομένως και αυτοκαταστροφικό -και εδώ ο κίνδυνος του μηδενισμού, της τυφλής βίας ή και της τρομοκρατίας είναι υπαρκτός- αλλά αδιάψευστο. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σοκαρίστηκαν γιατί αναγκάστηκαν να αναρωτηθούν μήπως κάτι παρόμοιο με αυτό που συνέβη στην Ελλάδα περιμένει, ίσως σε μεγαλύτερη κλίμακα, και τις ίδιες.
Η χειραφέτηση δεν περνάει από την εξουσία
– Μιλάτε για έναν «κομμουνισμό χωρίς μαρξισμό», υποστηρίζοντας ότι το κομμουνιστικό κόμμα, τα μαζικά συνδικάτα, όλες αυτές οι ιστορικές καινοτομίες του εικοστού αιώνα, είναι μορφές μη εφαρμόσιμες σήμερα. Βλέπετε άλλες, «εφαρμόσιμες» μορφές εκπροσώπησης;
– Κοιτάξτε, η κομμουνιστική ιδέα στην αρχική και θεμελιακή της έννοια είναι η ιδέα της καθολικής απελευθέρωσης, η οποία παίρνει τις πιο διαφορετικές μορφές στην ιστορία, από τις εξεγέρσεις των δούλων υπό τον Σπάρτακο και των Γερμανών αγροτών υπό τον Τόμας Μύντσερ, μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση του 1789 και την Παρισινή Κομμούνα του 1871. Τι μορφές μπορεί να πάρει αυτή η ιδέα σήμερα, απλούστατα δεν το γνωρίζω. Αν πάμε πίσω στο 1840, ο νεαρός, τότε, Μαρξ δεν μπορούσε να φανταστεί τι μορφές θα έπαιρνε η οργάνωση και κινητοποίηση των μαζών που θα εμπνέονταν από την κομμουνιστική χειραφέτηση. Το πρώτο μαζικό, εργατικό κόμμα συγκροτήθηκε στη Γερμανία μόνο προς τα τέλη του 19ου αιώνα. Σήμερα, δεν μπορώ να δω τις καινούργιες μορφές έκφρασης και δράσης που θα γεννηθούν. Εκείνο που ξέρω είναι ότι το παραδοσιακό μοντέλο του λενινιστικού κόμματος, με τη στρατιωτική πειθαρχία, που ετοιμάζεται για ένοπλη εξέγερση, είναι ξεπερασμένο από την ιστορία.
– Πώς βλέπετε τη σύλληψη του Χόλογουεϊ, ο οποίος προτείνει, όπως λέει ο τίτλος του ομώνυμου βιβλίου του, «να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία»;
– Πιστεύω ότι, για την ώρα, η οργάνωση των πολιτικών δυνάμεων πρέπει να γίνει σε απόσταση από την εξουσία, γιατί το ζήτημα της εξουσίας είναι το πιο σκοτεινό στην παράδοση της Αριστεράς, εκεί όπου οι εμπειρίες του περασμένου αιώνα είναι ξεκάθαρα αρνητικές. Τα καθεστώτα που ιδρύθηκαν, στη Σοβιετική Ενωση, την Κίνα και αλλού, δεν εξελίχθηκαν σε μορφές χειραφέτησης, ούτε προς τον περίφημο μαρασμό του κράτους, το αντίθετο οδηγήθηκαν στη γιγάντωση ενός πανίσχυρου μηχανισμού κρατικής ισχύος. Σήμερα, το πρωταρχικό ζήτημα που τίθεται ενώπιον της προσπάθειας συγκρότησης μιας νέας πολιτικής οργάνωσης δεν είναι η προετοιμασία για την κατάληψη της εξουσίας, αλλά η ανάγκη να σκεφτεί κριτικά τον ίδιο της τον εαυτό.
– Εχω την αίσθηση ότι αναζητάτε στο πρόσωπο του «Τέταρτου Κόσμου», των μεταναστών εργατών, το ρόλο που αναζητούσαν οι μαρξιστές στο βιομηχανικό προλεταριάτο. Μπορεί ένα κοινωνικό στρώμα τόσο ανομοιογενές, συχνά απόμακρο από την πολιτική με την τρέχουσα έννοια, να εξελιχθεί σε φορέα ενός νέου κοινωνικού υποδείγματος;
– Κοιτάξτε, οι προσωπικές μου εμπειρίες από τις προσπάθειες χρόνων για την οργάνωση αυτών των στρωμάτων με έπεισαν ότι δεν πρόκειται καθόλου για ανθρώπους απομακρυσμένους από την πολιτική. Αντιθέτως, έρχονταν πάντα με αναζητήσεις, προτάσεις. Οπως δεν πρόκειται καθόλου για συντετριμμένους ανθρώπους, με απλοϊκές ανάγκες. Συχνά συναντάμε ανθρώπους που μιλάνε ξένες γλώσσες, έχουν πολιτικές εμπειρίες ήδη από την πατρίδα τους, κάποτε εμπειρίες πάλης απέναντι σε τυραννικά καθεστώτα, ανθρώπους με αυτοεκτίμηση και ανοιχτούς ορίζοντες. Δεν βρίσκεται εκεί, λοιπόν, η δυσκολία. Το πρόβλημα δεν είναι το κοινωνικό υποκείμενο της απελευθερωτικής πολιτικής, αλλά ο τόπος αυτής της πολιτικής. Σε προηγούμενες εποχές, ο τόπος αυτός ήταν το μεγάλο εργοστάσιο. Αλλά σήμερα αυτό το μεγάλο εργοστάσιο δεν υπάρχει στις λεγόμενες αναπτυγμένες κοινωνίες της Ευρώπης και της Αμερικής, έχει μεταναστεύσει στην Κίνα ή στη Βραζιλία. Αυτός ο κατακερματισμός του σύγχρονου προλεταριάτου κάνει πολύ πιο σύνθετη την ενοποίησή του και την επαφή του με την κριτική διανόηση. Κι αυτή η δυσκολία ενισχύει, κατά τη γνώμη μου, τη σημασία της στρατηγικής σύλληψης. Οσο πιο δύσκολη είναι η ενοποίηση, τόσο πιο ισχυρή πρέπει να είναι η Ιδέα για να επιβληθεί.
Ο Σαρκοζί είναι το πνεύμα της ήττας
– Το πολύ επικριτικό δοκίμιό σας με τον παράξενο τίτλο «Ποιανού πράγματος το όνομα είναι ο Σαρκοζί;» συνάντησε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Πώς δικαιολογείτε τον εκ πρώτης όψεως παράτολμο παραλληλισμό του φαινομένου Σαρκοζί με το φαινόμενο Πετέν, στο κατοχικό καθεστώς του Βισύ;
– Ακούστε, εδώ γίνεται παρεξήγηση. Δεν ισχυρίστηκα ποτέ ότι ο Σαρκοζί είναι ένας νέος Πετέν, κάτι τέτοιο θα ήταν όντως παράλογο. Ο παραλληλισμός μου αφορούσε όχι το πρόσωπο Σαρκοζί, αλλά το πνεύμα του έθνους που τον ακολούθησε. Ενα πνεύμα παράδοσης απέναντι στην ήττα, που περιορίζει τις φιλοδοξίες μας στο να γεράσουμε ήρεμα, με ασφάλεια, χωρίς να παίρνουμε κανένα ρίσκο για κάτι καλύτερο.
Αυτοί που ακολούθησαν τον Πετέν δεν ήταν κατά κύριο λόγο φιλοναζί, ήταν άνθρωποι αποθαρρυμένοι, που ήθελαν πάση θυσία να αποφύγουν το ρίσκο του πολέμου, προτιμώντας μια μίζερη επιβίωση με συνθηκολόγηση στους Ναζί. Κάτι ανάλογο, πιστεύω, ενσάρκωσε σε πολύ διαφορετικές συνθήκες ο Σαρκοζί: Το θάνατο της ελπίδας και την αντικατάσταση του πόθου της ζωής από την ανάγκη της επιβίωσης.
Η επιστροφή της Μεγάλης Ιδέας
- Ο Αλέν Μπαντιού μιλάει για την πνευματική παρακμή της Ευρώπης και για την επαναθεμελίωση της κοινωνικής χειραφέτησης
- Συνέντευξη στον Πετρο Παπακωνσταντινου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 29/11/2009
Πολυσύνθετη προσωπικότητα με εικονοκλαστικό πνεύμα, ο Αλέν Μπαντιού είναι ο πλέον μεταφρασμένος, ζων φιλόσοφος της Γαλλίας. Στον αντίποδα των περιλάλητων «νέων φιλοσόφων», ορισμένοι εκ των οποίων ξεκίνησαν από τον Γαλλικό Μάη του ’68 για να βρεθούν να υποστηρίζουν τον Νικολά Σαρκοζί ή και την Αμερική του Τζορτζ Μπους, ο Μπαντιού μπορεί να υπερηφανεύεται λιγότερο για τη μιντιακή του ακτινοβολία και περισσότερο για την πρωτοτυπία της θεωρητικής του παραγωγής. Το επιβλητικό του έργο Το Είναι και το Συμβάν, σηματοδοτεί μια ριζοσπαστική επιστροφή στον Πλάτωνα, επαναπροσδιορίζοντας το ίδιο το πεδίο της φιλοσοφίας. Βασικά στοιχεία της φιλοσοφικής του σκέψης περιέχονται στη συλλογή δοκιμίων Από το Είναι στο Συμβάν, που κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες από τις εκδόσεις Πατάκη, μαζί με το τελευταίο του βιβλίο, Η Κομμουνιστική Υπόθεση.
Συναντήσαμε τον κ. Μπαντιού στην πάντα φιλόξενη βιβλιοθήκη του Γαλλικού Ινστιτούτου, στο περιθώριο διεθνούς φιλοσοφικού συνεδρίου. Η συζήτησή μας επικεντρώθηκε λιγότερο στα μεγάλα, θεωρητικά ερωτήματα και περισσότερο στις πολιτικές πλευρές των αναζητήσεων ενός ετερόδοξου διανοητή, που μιλάει για κομμουνισμό χωρίς μαρξισμό και για κοινωνική αλλαγή χωρίς κατάληψη της εξουσίας, επιμένοντας ότι οι μεγάλες Ιδέες είναι πάντα αναγκαίες, αν δεν θέλουμε να ανταλλάξουμε τον πόθο της ζωής με την αγωνία της επιβίωσης.
– Μιλάτε για την Ιδέα με Ι κεφαλαίο. Είναι δυνατόν, μετά από τόσα χρόνια κυριαρχίας του μεταμοντέρνου στον ευρύτερο αριστερό χώρο, να μιλάει κανείς για Μεγάλες Αφηγήσεις, χωρίς να εγείρει την υποψία ότι κάπου στο βάθος κρύβεται ένα καινούργιο Αουσβιτς ή ένα καινούργιο Γκουλάγκ;
– Ποτέ δεν αποδέχθηκα αυτή τη μεταμοντέρνα διάγνωση, ότι πίσω από κάθε μεγάλη ιδέα κρύβεται η νοοτροπία του ολοκληρωτισμού. Για μένα, αυτή η λογική ήταν απλώς η μεταμφίεση της ιδεολογικής συνθηκολόγησης. Θα έλεγα, όμως, ότι αυτή η νοοτροπία κρύβει και κάτι άλλο, ευρύτερο: την πνευματική γήρανση και αποθάρρυνση της Ευρώπης. Αν κοιτάξουμε γύρω μας, θα συνειδητοποιήσουμε ότι η σημερινή Ευρώπη αντιπροσωπεύει την πιο γερασμένη και κουρασμένη περιοχή του πλανήτη. Μια ήπειρο, όπου κυριαρχεί η παρακμή και η αποδοχή αυτής της παρακμής, κάτι που περιορίζει τη φιλοδοξία μας στην επιδίωξη να είναι τα γηρατειά μας ήρεμα και ανώδυνα. Σ’ αυτό το φόντο, η επιστροφή της μεγάλης ιδέας, του πόθου της ριζοσπαστικής αλλαγής, προβάλλει, ίσα ίσα, ως προϋπόθεση για την άρση αυτής της νεκρικής ατονίας, για την αναζωογόνηση του ίδιου του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει επιστροφή στις μεγάλες αφηγήσεις της εξουσίας, στις ιδέες που περιστρέφονταν γύρω από το ζήτημα της κατάληψης και του μετασχηματισμού του κράτους. Η απελευθερωτική ιδέα δεν χρειάζεται καθόλου να είναι «ολότητα» με την έννοια του κράτους που ενοποιεί την κοινωνία, για να είναι μεγάλη.
H Γαλλία
– Πρόσφατα η Liberation έκανε λόγο για πνευματική παρακμή της Γαλλίας, την οποία απέδιδε σε ένα παράδοξο: στο γεγονός ότι η πτώση του κομμουνισμού προκάλεσε ένα είδος στείρωσης ακόμη και σ’ εκείνους που του είχαν αντιταχθεί. Συμμερίζεσθε αυτή τη διάγνωση;
– Οχι. Η πνευματική γονιμότητα της Γαλλίας τις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70 δεν προήλθε από την πλευρά που απέρριπτε τον κομμουνισμό. Προήλθε από ανθρώπους που συνδέονταν με την ιδέα της κομμουνιστικής χειραφέτησης, όπως ο Σαρτρ και ο Αλτουσέρ ή ο Φουκώ και ο Ντελέζ. Βεβαίως, διατηρούσαν μια κριτική ματιά και πολλοί από αυτούς οδηγήθηκαν σε σύγκρουση με το Κομμουνιστικό Κόμμα, εν πάση περιπτώσει, όμως, ενδιαφέρονταν για την κομμουνιστική ιδέα. Εκείνοι που στέκονταν στην απέναντι όχθη, όπως οι λεγόμενοι νέοι φιλόσοφοι -Μπερνάρ - Ανρί Λεβί, Αλέν Φινκελκρό, κ.ά.- δεν θεωρούνταν ποτέ, στο πλαίσιο της φιλοσοφικής κοινότητας της Γαλλίας, εξέχοντες φιλόσοφοι. Ελαμπαν στον κόσμο των μίντια, ναι, αλλά όχι στον κόσμο της φιλοσοφίας. Ακόμη και σήμερα, σ’ αυτή τη δύσκολη, μεταβατική εποχή, οι πιο γόνιμες συνεισφορές στη γαλλική φιλοσοφία εξακολουθούν, πιστεύω, να προέρχονται από ανθρώπους που συνδέονται, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με την υπόθεση της κοινωνικής χειραφέτησης, όπως ο Ρανσιέρ, ο Μπαλιμπάρ και άλλοι.
– Κεντρικό ρόλο στο έργο σας διαδραματίζει η έννοια του «Συμβάντος», ενός εξαιρετικού γεγονότος που έρχεται σαν αστραπή σε καθαρό ουρανό, διακόπτει την «κανονική» ροή των πραγμάτων και γεννά άπειρες νέες δυνατότητες, κάτι σαν τη «Μεγάλη Εκρηξη» της κοσμολογίας, μεταφερμένη στον χώρο της κοινωνικής φιλοσοφίας. Πώς απαντάτε στην κριτική του συναδέλφου σας, Ντανιέλ Μπενσαίντ, ότι ένα τέτοιο «Συμβάν», αποκομμένο από κάθε ιστορική αιτιότητα, δεν διαφέρει και πολύ από το θρησκευτικό θαύμα;
– Το ζήτημα είναι πώς βλέπει κανείς την περίφημη ιστορική αιτιότητα. Πάρτε για παράδειγμα τη Γαλλική Επανάσταση. Οι ιστορικοί μπορεί να επικαλεσθούν ένα εκατομμύριο κοινωνικά αίτια, αλλά αυτά τα αίτια δεν εξηγούν τίποτα, αναφορικά με το γιατί έγινε, εκεί όπου έγινε, τη στιγμή που έγινε και με τον τρόπο που έγινε, μια επανάσταση που άλλαξε την πορεία του κόσμου. Υπήρξε μια συσσώρευση καθαρά συγκυριακών, πολιτικών επιλογών, με κορύφωση τη Συνέλευση των Τάξεων που συγκάλεσε ο βασιλιάς, οι οποίες δημιούργησαν τη δυνατότητα της επανάστασης. Mια δυνατότητα, η οποία είναι, φυσικά, συμβατή με τις υπάρχουσες οικονομικές συνθήκες. Αλλά η συμβατότητα δεν σημαίνει καθόλου ντετερμινιστικό καθορισμό, κι αυτή είναι η διαφορά μας. Υπάρχουν πάρα πολλές αιτιότητες και όχι μία γραμμική αιτιότητα, η οποία θα εξηγούσε, φερ’ ειπείν, την άλωση της Βαστίλλης από την κρίση των σιτηρών. Επομένως, το Συμβάν δεν είναι κάτι που διαψεύδει, κατά έναν μαγικό τρόπο, τους υποτιθέμενους κοινωνικούς νόμους, όπως το θρησκευτικό θαύμα διαψεύδει τους νόμους της φύσης. Αποτελεί, ωστόσο, μια ιστορική τομή, που χωρίζει απότομα το «πριν» και το «μετά». Για παράδειγμα, ποια αυστηρή αιτιότητα μπορεί να εξηγήσει τον Μάη του ’68; Η έκρηξη ήρθε σαν αστραπή σε καθαρό ουρανό, σε μια στιγμή ηρεμίας, οικονομικής ακμής, όταν όλα πηγαίναν «καλά» και κανείς, μα κανείς δεν περίμενε την εξέγερση.
H νεολαία
– Πολλοί δημοσιογράφοι και διανοούμενοι της χώρας σας είδαν την έκρηξη της ελληνικής νεολαίας, τον περασμένο Δεκέμβριο, ως προοίμιο ενός «Συμβάντος» του είδους που περιγράφετε, και όχι μόνο για την Ελλάδα. Συμμερίζεσθε αυτή την οπτική;
– Δεν είμαι καθόλου βέβαιος, γιατί τα γεγονότα κρίνονται πρώτα απ’ όλα από τις συνέπειές τους. Στο καθαρά πολιτικό επίπεδο, αυτό που φαίνεται με γυμνό μάτι, τουλάχιστον στα μάτια ενός Γάλλου, είναι ότι επιτάχυναν την πτώση μιας δεξιάς κυβέρνησης, που είχε ήδη πολύ άσχημες επιδόσεις, οδηγώντας στην επιστροφή των σοσιαλιστών, όπως είχε γίνει με τις μεγάλες κοινωνικές κινητοποιήσεις στη Γαλλία, τη δεκαετία του ’90. Ωστόσο, ο αντίκτυπος που είχε αυτό το γεγονός στη Γαλλία ξεπερνούσε τον άμεσο, πολιτικό χαρακτήρα του. Ερμηνεύθηκε ως σύμπτωμα μιας ευρύτερης παθογένειας, κοινής σε όλες τις σύγχρονες κοινωνίες, που στερούν από τη νεολαία ελπίδα, προοπτική, νόημα ζωής. Σύμπτωμα, βεβαίως, τυφλό, ενδεχομένως και αυτοκαταστροφικό -και εδώ ο κίνδυνος του μηδενισμού, της τυφλής βίας ή και της τρομοκρατίας είναι υπαρκτός- αλλά αδιάψευστο. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σοκαρίστηκαν γιατί αναγκάστηκαν να αναρωτηθούν μήπως κάτι παρόμοιο με αυτό που συνέβη στην Ελλάδα περιμένει, ίσως σε μεγαλύτερη κλίμακα, και τις ίδιες.
Η χειραφέτηση δεν περνάει από την εξουσία
– Μιλάτε για έναν «κομμουνισμό χωρίς μαρξισμό», υποστηρίζοντας ότι το κομμουνιστικό κόμμα, τα μαζικά συνδικάτα, όλες αυτές οι ιστορικές καινοτομίες του εικοστού αιώνα, είναι μορφές μη εφαρμόσιμες σήμερα. Βλέπετε άλλες, «εφαρμόσιμες» μορφές εκπροσώπησης;
– Κοιτάξτε, η κομμουνιστική ιδέα στην αρχική και θεμελιακή της έννοια είναι η ιδέα της καθολικής απελευθέρωσης, η οποία παίρνει τις πιο διαφορετικές μορφές στην ιστορία, από τις εξεγέρσεις των δούλων υπό τον Σπάρτακο και των Γερμανών αγροτών υπό τον Τόμας Μύντσερ, μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση του 1789 και την Παρισινή Κομμούνα του 1871. Τι μορφές μπορεί να πάρει αυτή η ιδέα σήμερα, απλούστατα δεν το γνωρίζω. Αν πάμε πίσω στο 1840, ο νεαρός, τότε, Μαρξ δεν μπορούσε να φανταστεί τι μορφές θα έπαιρνε η οργάνωση και κινητοποίηση των μαζών που θα εμπνέονταν από την κομμουνιστική χειραφέτηση. Το πρώτο μαζικό, εργατικό κόμμα συγκροτήθηκε στη Γερμανία μόνο προς τα τέλη του 19ου αιώνα. Σήμερα, δεν μπορώ να δω τις καινούργιες μορφές έκφρασης και δράσης που θα γεννηθούν. Εκείνο που ξέρω είναι ότι το παραδοσιακό μοντέλο του λενινιστικού κόμματος, με τη στρατιωτική πειθαρχία, που ετοιμάζεται για ένοπλη εξέγερση, είναι ξεπερασμένο από την ιστορία.
– Πώς βλέπετε τη σύλληψη του Χόλογουεϊ, ο οποίος προτείνει, όπως λέει ο τίτλος του ομώνυμου βιβλίου του, «να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία»;
– Πιστεύω ότι, για την ώρα, η οργάνωση των πολιτικών δυνάμεων πρέπει να γίνει σε απόσταση από την εξουσία, γιατί το ζήτημα της εξουσίας είναι το πιο σκοτεινό στην παράδοση της Αριστεράς, εκεί όπου οι εμπειρίες του περασμένου αιώνα είναι ξεκάθαρα αρνητικές. Τα καθεστώτα που ιδρύθηκαν, στη Σοβιετική Ενωση, την Κίνα και αλλού, δεν εξελίχθηκαν σε μορφές χειραφέτησης, ούτε προς τον περίφημο μαρασμό του κράτους, το αντίθετο οδηγήθηκαν στη γιγάντωση ενός πανίσχυρου μηχανισμού κρατικής ισχύος. Σήμερα, το πρωταρχικό ζήτημα που τίθεται ενώπιον της προσπάθειας συγκρότησης μιας νέας πολιτικής οργάνωσης δεν είναι η προετοιμασία για την κατάληψη της εξουσίας, αλλά η ανάγκη να σκεφτεί κριτικά τον ίδιο της τον εαυτό.
– Εχω την αίσθηση ότι αναζητάτε στο πρόσωπο του «Τέταρτου Κόσμου», των μεταναστών εργατών, το ρόλο που αναζητούσαν οι μαρξιστές στο βιομηχανικό προλεταριάτο. Μπορεί ένα κοινωνικό στρώμα τόσο ανομοιογενές, συχνά απόμακρο από την πολιτική με την τρέχουσα έννοια, να εξελιχθεί σε φορέα ενός νέου κοινωνικού υποδείγματος;
– Κοιτάξτε, οι προσωπικές μου εμπειρίες από τις προσπάθειες χρόνων για την οργάνωση αυτών των στρωμάτων με έπεισαν ότι δεν πρόκειται καθόλου για ανθρώπους απομακρυσμένους από την πολιτική. Αντιθέτως, έρχονταν πάντα με αναζητήσεις, προτάσεις. Οπως δεν πρόκειται καθόλου για συντετριμμένους ανθρώπους, με απλοϊκές ανάγκες. Συχνά συναντάμε ανθρώπους που μιλάνε ξένες γλώσσες, έχουν πολιτικές εμπειρίες ήδη από την πατρίδα τους, κάποτε εμπειρίες πάλης απέναντι σε τυραννικά καθεστώτα, ανθρώπους με αυτοεκτίμηση και ανοιχτούς ορίζοντες. Δεν βρίσκεται εκεί, λοιπόν, η δυσκολία. Το πρόβλημα δεν είναι το κοινωνικό υποκείμενο της απελευθερωτικής πολιτικής, αλλά ο τόπος αυτής της πολιτικής. Σε προηγούμενες εποχές, ο τόπος αυτός ήταν το μεγάλο εργοστάσιο. Αλλά σήμερα αυτό το μεγάλο εργοστάσιο δεν υπάρχει στις λεγόμενες αναπτυγμένες κοινωνίες της Ευρώπης και της Αμερικής, έχει μεταναστεύσει στην Κίνα ή στη Βραζιλία. Αυτός ο κατακερματισμός του σύγχρονου προλεταριάτου κάνει πολύ πιο σύνθετη την ενοποίησή του και την επαφή του με την κριτική διανόηση. Κι αυτή η δυσκολία ενισχύει, κατά τη γνώμη μου, τη σημασία της στρατηγικής σύλληψης. Οσο πιο δύσκολη είναι η ενοποίηση, τόσο πιο ισχυρή πρέπει να είναι η Ιδέα για να επιβληθεί.
Ο Σαρκοζί είναι το πνεύμα της ήττας
– Το πολύ επικριτικό δοκίμιό σας με τον παράξενο τίτλο «Ποιανού πράγματος το όνομα είναι ο Σαρκοζί;» συνάντησε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Πώς δικαιολογείτε τον εκ πρώτης όψεως παράτολμο παραλληλισμό του φαινομένου Σαρκοζί με το φαινόμενο Πετέν, στο κατοχικό καθεστώς του Βισύ;
– Ακούστε, εδώ γίνεται παρεξήγηση. Δεν ισχυρίστηκα ποτέ ότι ο Σαρκοζί είναι ένας νέος Πετέν, κάτι τέτοιο θα ήταν όντως παράλογο. Ο παραλληλισμός μου αφορούσε όχι το πρόσωπο Σαρκοζί, αλλά το πνεύμα του έθνους που τον ακολούθησε. Ενα πνεύμα παράδοσης απέναντι στην ήττα, που περιορίζει τις φιλοδοξίες μας στο να γεράσουμε ήρεμα, με ασφάλεια, χωρίς να παίρνουμε κανένα ρίσκο για κάτι καλύτερο.
Αυτοί που ακολούθησαν τον Πετέν δεν ήταν κατά κύριο λόγο φιλοναζί, ήταν άνθρωποι αποθαρρυμένοι, που ήθελαν πάση θυσία να αποφύγουν το ρίσκο του πολέμου, προτιμώντας μια μίζερη επιβίωση με συνθηκολόγηση στους Ναζί. Κάτι ανάλογο, πιστεύω, ενσάρκωσε σε πολύ διαφορετικές συνθήκες ο Σαρκοζί: Το θάνατο της ελπίδας και την αντικατάσταση του πόθου της ζωής από την ανάγκη της επιβίωσης.
Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2009
Αλέν Μπαντιού: Ζητούμενο σήμερα είναι η ισότητα, όχι η ελευθερία
- Ο Αλέν Μπαντιού βρέθηκε στην Αθήνα για το διεθνές συνέδριο «Ο Αλέν Μπαντιού και οι όροι της φιλοσοφίας». Τον συναντήσαμε στη Βιβλιοθήκη του Γαλλικού Ινστιτούτου της Αθήνας.
Αλέν Μπαντιού: «Το Τείχος του Βερολίνου δεν ήταν το τελευταίο»
Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2009
- Προτείνετε μία εκ νέου ανάγνωση του Πλάτωνα. Πόσο επίκαιρη είναι η σκέψη του για τις σύγχρονες δημοκρατίες;
«Στην πλατωνική φιλοσοφία η πολιτική δεν μπορεί να είναι απλώς μία διαχείριση των οικονομικών και των διπλωματικών υποθέσεων. Ο Πλάτων θεωρεί ότι η μοίρα και το πεπρωμένο του συνόλου άπτεται της σκέψης και της φιλοσοφίας. Οι δημοκρατικές μας κυβερνήσεις ασχολούνται κατά κύριο λόγο με την οικονομική ευδοκίμηση και ευμάρεια. Αλλά αυτό δεν προσδίδει νόημα στον συλλογικό βίο».
- Εχει γραφεί κατά κόρον ότι το πλατωνικό πολιτικό κοσμοείδωλο είναι κλειστό, αριστοκρατικό, αυταρχικό. Τι έχετε να αντιτάξετε;
«Πρέπει να εφεύρουμε έναν παγκοσμιοποιημένο Πλάτωνα. Η πολιτική πρέπει να έχει σχέση με τη γνώση κι όχι μόνο με τη γνώμη. Σήμερα, μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει μια δικτατορία της κοινής γνώμης, κάτι που ο Πλάτων είχε αντιληφθεί. Σε αντίθεση, όμως, με τον αρχαίο φιλόσοφο, πρέπει να διατηρήσουμε την ιδέα της δημοκρατίας και να τη μεταλλάξουμε βαθιά».
- Γιατί πιστεύετε ότι έχει συρρικνωθεί η μορφή του διανοούμενου που εναντιώνεται;
«Μεγάλος αριθμός διανοουμένων, ήδη από τα τέλη του 1980, εγκατέλειψε την ιδέα μιας βαθιάς πολιτικής αλλαγής. Σωστά άσκησαν κριτική εναντίον των τρομοκρατικών και γραφειοκρατικών κρατών. Θεώρησαν, όμως, καλό να εγκαταλείψουν και το αίτημα της χειραφέτησης. Η φιλοσοφία δεν έχει λόγο ύπαρξης, εάν δεν ασκήσει κριτική στις επικρατούσες γνώμες και απόψεις».
- Εκτιμάτε ότι οι διανοούμενοι έχουν γίνει «αναλώσιμα προϊόντα» από τα μίντια;
«Μια πλευρά της ήττας των διανοουμένων είναι ότι έπαιξαν το παιχνίδι των μίντια, υποτασσόμενοι στον πειρασμό της εξουσίας. Τουλάχιστον ο φιλόσοφος πρέπει να αντισταθεί και να παραμείνει ελεύθερος από οποιαδήποτε εξουσία».
- Ακόμη και να βγει στους δρόμους;
«Ναι, αν είναι απαραίτητο».
- Αν ξεκίναγε μια επανάσταση, ίσως θα σας βλέπαμε στις τάξεις της;
«Σίγουρα. Αλλά δεν νομίζω ότι θα γίνει άμεσα (γελάει). Σήμερα η ιδέα της επανάστασης είναι σκοτεινή και ασαφής. Γι' αυτό η σύλληψη της έννοιας "επανάσταση" πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο σκέψης, όπου θα επανατίθεται η σχέση της με τη βία. Η μόνη θεμιτή βία, που μπορεί να ασκηθεί, είναι για να αμυνθεί κανείς».
- Τι έχετε να σχολιάσετε για τις «βελούδινες» επαναστάσεις στην Τσεχία ή στην Ουκρανία;
«Οδήγησαν τις κοινωνίες αυτές στον σύγχρονο καπιταλισμό».
- Δεν απέκτησαν, όμως, περισσότερες ελευθερίες;
«Πήραν την άγουσα του σύγχρονου καπιταλισμού και αυτός δεν οδηγεί σε ελευθερίες. Το πιο σημαντικό πολιτικό πρόβλημα των σύγχρονων κοινωνιών, όμως, δεν είναι το θέμα της ελευθερίας, αλλά το θέμα της ισότητας».
- Εκτιμάτε ότι οι πλούσιες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης έχουν τις φτωχές ως δορυφόρους, με ό,τι σημαίνει αυτό;
«Υπάρχει όντως μία ομάδα μεγάλων δυνάμεων, στο εσωτερικό των οποίων υπάρχουν ολιγαρχίες πολιτικές και μιντιακές, οι οποίες ασκούν την εξουσία».
- Οι οικονομικά ισχυρές χώρες προσπαθούν να κρύψουν τα προβλήματά τους «κάτω από το χαλί» εντός της επικράτειάς τους ή να τα εξαγάγουν μέσω πολέμων στο εξωτερικό;
«Τα σοσιαλιστικά κράτη του εικοστού αιώνα οργάνωσαν πολύ μεγάλη βία στο εσωτερικό τους, ενώ οι δυτικές δημοκρατίες την εξήγαγαν στο εξωτερικό. Εχουμε μια τάση να ασκούμε κριτική στην εσωτερική βία, ξεχνώντας την εξωτερική».
- Ο Νικολά Σαρκοζί προχωράει σε μια αναβίωση του θατσερισμού με σαρκοζιστικά στοιχεία;
«Ασκεί μια πολιτική αντίστοιχη μ' αυτή της Θάτσερ και του Μπερλουσκόνι. Εχουμε μια κατάσταση αστυνόμευσης, που είναι θεμελιωμένη στην καταστολή των ξένων εργατών».
- Φοβάστε την επανάκαμψη του φασισμού στην Ευρώπη ως εφιάλτη;
«Ο φασισμός βρισκόταν σε διαλεκτική σχέση με τον κομμουνισμό. Αρα, δεν φαντάζομαι να υπάρξει μια επιστροφή του φασισμού».
- Το κίνημα του ισλαμισμού πόσο επαναστατικό και πόσο τρομοκρατικό είναι;
«Το ισλαμικό κίνημα δεν μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε επαναστατικό, γιατί η επανάσταση αποσκοπεί στην παγκόσμια χειραφέτηση. Μ' αυτή την έννοια, δεν μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε επαναστατικό. Η τρομοκρατική πράξη, η οποία βασικά ενοχοποιεί τον μουσουλμανικό κόσμο, είναι δείγμα ότι δεν υπάρχει παγκόσμια διάσταση σ' αυτό το κίνημα».
- Πριν από λίγες μέρες γιορτάζαμε τα είκοσι χρόνια από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Ωστόσο, τα τείχη δεν έπεσαν ακόμη στο Ισραήλ ή στην Κύπρο. Το σχόλιό σας;
«Τείχος χωρίζει και τις ΗΠΑ από το Μεξικό. Μπορούμε να πούμε ότι το Τείχος του Βερολίνου δεν ήταν το τελευταίο».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

