Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hobsbawm Eric. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hobsbawm Eric. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2009

Περί της παρακμής των αυτοκρατοριών - Το φαινόμενο ΗΠΑ


Του ERIC HOBSBAWM*

Η Ισπανία του 16ου αιώνα και η Ολλανδία του 17ου αποτέλεσαν ισχυρές αυτοκρατορίες. Η Μεγάλη Βρετανία, όμως, από τον 18ο ώς τα μέσα του 20ού αιώνα και, έκτοτε, οι Ηνωμένες Πολιτείες, είναι τα μοναδικά παραδείγματα παγκοσμιοποιημένων αυτοκρατοριών, πλούσιων σε πλουτοπαραγωγικές πηγές διάσπαρτες σε ολόκληρο τον κόσμο, αυτοκρατορίες οι οποίες μπορούν να τρέφουν φιλοδοξίες σε διεθνές επίπεδο χάρη σε ένα γιγαντιαίο δίκτυο στρατιωτικών βάσεων.

Η Μεγάλη Βρετανία χρωστούσε τη δύναμή της στην υπεροχή του στόλου. Οι ΗΠΑ στη δυνατότητα καταστροφής μέσω βομβαρδισμών. Εν τούτοις, οι στρατιωτικές νίκες δεν στάθηκαν ποτέ αρκετές για να εγγυηθούν την εσαεί επιβίωσή τους. (...)

Η Μεγάλη Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες επωφελήθηκαν από ένα πρόσθετο πλεονέκτημα το οποίο θα μπορούσε να υπάρξει μόνο στο πλαίσιο μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας: κυριάρχησαν αμφότερες στη διεθνή βιομηχανία, χάρη στον σημαντικό μηχανισμό παραγωγής τους που τις έκανε «εργαστήρια του κόσμου». Ετσι, κατά τη δεκαετία του 1920 και, εν συνεχεία, μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η βιομηχανική παραγωγή των ΗΠΑ κάλυπτε το 40% του πλανήτη. Σήμερα, ακόμα, το ποσοστό αυτό κυμαίνεται μεταξύ 22% και 25%.

Οι δύο αυτοκρατορίες είχαν γίνει επίσης πρότυπα τα οποία προσπαθούσαν να αντιγράψουν οι άλλες χώρες. Βρίσκονταν στο σταυροδρόμι της ροής των διεθνών συναλλαγών, οι αποφάσεις τους σχετικά με την οικονομία και το εμπόριο καθόριζαν το περιεχόμενο, τον όγκο και την κατεύθυνση της ροής αυτής. Τέλος, οι δύο χώρες έχουν ασκήσει μια δυσανάλογα μεγάλη πολιτιστική επιρροή, κυρίως χάρη στην εντυπωσιακή εξάπλωση της αγγλικής (...)

Πέρα από αυτά τα κοινά σημεία, όμως, υπάρχουν αρκετές διαφορές μεταξύ τους. Η πλέον εμφανής έγκειται στο μέγεθός τους. Η Μεγάλη Βρετανία είναι νησί, όχι ήπειρος, και δεν είχε ποτέ σύνορα -με την αμερικανική έννοια. Αποτέλεσε τμήμα διαφόρων ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών: κατά τη ρωμαϊκή εποχή, μετά την κατάκτηση της Νορμανδίας και, για ένα σύντομο διάστημα, όταν η Μαρία Τιδόρ παντρεύτηκε τον Φίλιππο τον Β' της Ισπανίας, το 1554. Δεν υπήρξε ποτέ το κέντρο αυτών των αυτοκρατοριών. Μόλις η χώρα άρχιζε να πλεονάζει πληθυσμιακά, προωθούσε τη μετανάστευση ή ίδρυε αποικίες, μετατρέποντας τα βρετανικά νησιά σε σημαντική πηγή εξαγωγής Βρετανών.

Οι ΗΠΑ, αντιθέτως, ήταν και είναι, κυρίως χώρα υποδοχής που γέμισε τις απέραντες εκτάσεις της χάρη στην αύξηση του πληθυσμού της όσο και στα μεγάλα κύματα μεταναστών τα οποία έως τη δεκαετία του 1880 προέρχονταν βασικά από την Ανατολική Ευρώπη. Μαζί με τη Ρωσία, είναι οι μόνες αυτοκρατορίες που δεν γνώρισαν ποτέ τη διασπορά. (...) Λογικό επακόλουθο μιας εξάπλωσης που βασίζεται στη καθολική, σχεδόν, ταύτιση ανάμεσα στη χώρα και στην ήπειρο: αυτή είναι η αμερικανική αυτοκρατορία.

Στους ευρωπαίους μετανάστες που ήταν συνηθισμένοι σε υψηλή πληθυσμιακή πυκνότητα, οι αμερικανικές εκτάσεις πρέπει να φαίνονταν απέραντες και συγχρόνως έρημες. Μια εντύπωση που ενισχύθηκε από τον ολικό σχεδόν αφανισμό των αυτοχθόνων πληθυσμών μέσω ασθενειών τις οποίες μετέδιδαν οι έποικοι είτε ακούσια είτε ηθελημένα. (...)

Μια άλλη διαφορά με τη Μεγάλη Βρετανία και την Ευρώπη γενικότερα, είναι ότι οι Αμερικανοί δεν είδαν ποτέ τη χώρα τους ως κομμάτι ενός διεθνούς συστήματος που απαρτίζεται από έθνη ανάλογης ισχύος.

(...) Η αμερικανική ηγεμονία δεν θα μπορούσε να λάβει εκτός του ηπειρωτικού της εδάφους τη μορφή της βρετανικής αποικιακής αυτοκρατορίας ή της Κοινοπολιτείας. Εφόσον δεν είχε στείλει εποίκους στα πέρατα του κόσμου, δεν μπορούσε να αφήσει πίσω της κτήσεις, εκείνες τις λευκές αποικίες που, είτε συμπεριλαμβάνοντας τους αυτόχθονες πληθυσμούς είτε όχι, κέρδιζαν σταδιακά την αυτονομία τους, όπως ο Καναδάς, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία και η Νότια Αφρική.

Μετά τη νίκη των Βορείων και αφότου οποιαδήποτε αποσχιστική απόπειρα από την Ενωση είχε καταστεί αδιανόητη σε νομικό, πολιτικό, ακόμα και ιδεολογικό επίπεδο, η αμερικανική δύναμη θα μπορούσε να εκδηλωθεί εκτός συνόρων μόνο μέσω ενός συστήματος δορυφορικών ή υποτελών κρατών.
  • Η δικιά τους ελευθερία
Η τρίτη θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στις δύο χώρες είναι ότι οι ΗΠΑ γεννήθηκαν μέσα από μια επανάσταση η οποία είχε ίσως τη μεγαλύτερη διάρκεια από όλες τις επαναστάσεις που ενέπνευσαν οι ελπίδες του Αιώνα του Διαφωτισμού. Εάν επρόκειτο να οικοδομήσουν μια αυτοκρατορία, αυτό θα το επιτύγχαναν με τη μεσσιανική αντίληψη ότι η «ελεύθερη» κοινωνία τους ήταν ανώτερη από όλες τις άλλες, επομένως ήταν προδιαγεγραμμένο να γίνουν πρότυπο για ολόκληρο τον κόσμο. Οπως σωστά κατάλαβε ο Αλέξις Ντε Τοκβίλ, ο πολιτικός προσανατολισμός ενός τέτοιου εγχειρήματος θα είχε κατ' ανάγκην έναν φιλολαϊκό χαρακτήρα και θα στρεφόταν κατά της αριστοκρατίας.

Στη Μεγάλη Βρετανία, η Αγγλία και η Σκοτία έκαναν τις δικές τους επαναστάσεις τον 16ο και τον 17ο αιώνα. Μόνο που εκείνες οι επαναστάσεις δεν άντεξαν στον χρόνο.

Ανακυκλώθηκαν μέσα σε ένα καπιταλιστικό καθεστώς που εκσυγχρονίστηκε μεν, παρέμεινε, ωστόσο, αγκυλωμένο στην ιεραρχία και τις ανισότητες, και τα ηνία του ώς τον 20ό αιώνα κρατούσαν κάποιες μεγάλες οικογένειες γαιοκτημόνων. Η Μεγάλη Βρετανία ήταν βεβαίως πεπεισμένη για την ανωτερότητά της έναντι των άλλων κοινωνιών, όμως δεν είχε τη μεσσιανική αντίληψη ούτε τη θέληση να προσηλυτίσει τους ξένους λαούς στον βρετανικό τρόπο διακυβέρνησης ή, έστω, στον προτεσταντισμό. Η βρετανική αυτοκρατορία δεν στήθηκε από τους ιεραπόστολους ούτε γι' αυτούς.

Η τέταρτη διαφορά είναι ότι, από την εποχή του Doomsday Book(1), τον 11ο αιώνα, το βασίλειο της Αγγλίας -και, μετά το 1707, η Μεγάλη Βρετανία- συστάθηκε γύρω από ένα πολύ συγκεντρωτικό δικαστικό σύστημα και μία συγκεντρωτική κυβέρνηση, που το καθιστούσαν το αρχαιότερο έθνος στην Ευρώπη. Στις ΗΠΑ, αντιθέτως, η ελευθερία είναι αντίπαλος της κυβέρνησης και μάλιστα κάθε κρατικής εξουσίας η οποία κωλύεται σκόπιμα από τον διαχωρισμό των εξουσιών. (...)

Ας μην λησμονούμε και άλλη μία βασική διαφορά: την ηλικία των δύο χωρών. Τα έθνη-κράτη, περισσότερο από μία σημαία κι έναν ύμνο, έχουν ανάγκη από ιδρυτικούς μύθους τους οποίους πρέπει να αναζητήσουν στην ιστορία τους. Ομως, οι ΗΠΑ δεν είχαν ακόμα ιστορία από την οποία θα μπορούσαν να αντλήσουν τέτοιους μύθους, σε αντίθεση με την Αγγλία, τη Γαλλία της επανάστασης ή ακόμα και την ΕΣΣΔ. Η Αμερική δεν είχε αρχαιότερους προγόνους από τους πρώτους άγγλους εποίκους, τη στιγμή που οι Πουριτανοί είχαν αυτοπροσδιοριστεί ως μη Ινδιάνοι και οι ιθαγενείς, όπως και οι σκλάβοι, αποκλείονταν εξ ορισμού από τον «λαό» στον οποίο αναφέρονταν οι ιδρυτές πατέρες του έθνους.

(...) Τέλος, καθώς οι ΗΠΑ είχαν ταχθεί εναντίον των Αγγλων κατά τη διάρκεια της επανάστασης, ο μόνος σύνδεσμος με την αρχέγονη πατρίδα περιοριζόταν στη γλώσσα.

Η αμερικανική εθνική ταυτότητα δεν μπορούσε, επομένως, να οικοδομηθεί πάνω σε ένα κοινό παρελθόν με τη Μεγάλη Βρετανία, ακόμα και πριν από την εισροή μη αγγλοσαξόνων μεταναστών. Θα μπορούσε να στηριχτεί μόνο στην επαναστατική της ιδεολογία και τους νεότευκτους δημοκρατικούς θεσμούς της. Τα ευρωπαϊκά έθνη στην πλεινότητά τους έχουν γείτονες και εχθρούς απέναντι στους οποίους αυτοπροσδιορίζονται.

Οι ΗΠΑ, η οντότητα των οποίων δεν απειλήθηκε ποτέ, με εξαίρεση τον πόλεμο της απόσχισης, δεν δύνανται να προσδιορίζουν τους εχθρούς τους με βάση την ιστορία τους, γεγονός που τους αφήνει μόνο το ιδεολογικό επίπεδο: όσους, δηλαδή, απορρίπτουν τον αμερικανικό τρόπο ζωής.

Με τις αυτοκρατορίες συμβαίνει ό,τι και με τα κράτη. (...) Η αυτοκρατορία, είτε με την αυστηρή είτε με την ανεπίσημη έννοια, αποτέλεσε συστατικό στοιχείο της οικονομικής ανάπτυξης της Βρετανίας και της παγκόσμιας ισχύος της. Κάτι τέτοιο δεν ίσχυσε ποτέ για τις ΗΠΑ, που η σημαντικότερη απόφασή τους ήταν να μην γίνουν ένα κράτος μεταξύ πολλών άλλων, αλλά ένας γίγαντας ηπειρωτικών διαστάσεων. Η γη ήταν εκείνη που έπαιξε βασικό ρόλο στην ανάπτυξή τους, όχι η θάλασσα.
  • Ομοιότητες με τη Ρωσία
(...) Οι ΗΠΑ παρουσιάζουν μεγαλύτερες ομοιότητες με τη Ρωσία, που και αυτή εξάπλωσε την επιρροή της μέσα από αχανείς πεδιάδες, «από τη μία θάλασσα στην άλλη», από τη Βαλτική ώς τη Μαύρη Θάλασσα και τον Ειρηνικό. Οσο και αν δεν αποτελούσαν αυτοκρατορία, οι ΗΠΑ θα παρέμεναν το πολυπληθέστερο έθνος του δυτικού ημισφαιρίου και το τρίτο σε παγκόσμια κλίμακα.

(...) Κάτι ακόμα πιο σημαντικό... Καθώς η βρετανική οικονομία είχε εμπλακεί στις περισσότερες διεθνείς συναλλαγές, η αυτοκρατορία αποτέλεσε κεντρικό στοιχείο στην ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας τον 19ο αιώνα. Ως τη δεκαετία του 1950, τουλάχιστον τα τρία τέταρτα των τεράστιων βρετανικών επενδύσεων είχαν για προορισμό τις αναπτυσσόμενες χώρες. Και κατά τον μεσοπόλεμο, οι περισσότερες από τις μισές εξαγωγές με αφετηρία τη Μεγάλη Βρετανία κατευθύνονταν προς τις περιοχές που ανήκαν στη ζώνη της βρετανικής επιρροής.

Με την εκβιομηχάνιση της Ευρώπης και των ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία θα πάψει να είναι το εργαστήρι του κόσμου, θα διατηρήσει, ωστόσο, πρωταγωνιστικό ρόλο στο δίκτυο των διεθνών μεταφορών. Θα παραμείνει ο έμπορος και ο τραπεζίτης του υπόλοιπου κόσμου, καθώς και ο σημαντικότερος εξαγωγέας κεφαλαίου. (...)

Οι ΗΠΑ δεν διατήρησαν ποτέ μια τόσο συμβιωτική σχέση με την παγκόσμια οικονομία. Αλλά, καθώς είναι μακράν η μεγαλύτερη βιομηχανική δύναμη της υφηλίου, διατηρούν σημαντική βαρύτητα χάρη και μόνο στο τεράστιο μέγεθος της εσωτερικής τους αγοράς. Τα επιτεύγματα στους τομείς της τεχνολογίας και της οργάνωσης της εργασίας τις κατέστησαν πρότυπο από τη δεκαετία του 1870 και, κυρίως, τον 20ό αιώνα, κατά τη διάρκεια του οποίου η Αμερική έγινε η πρώτη κοινωνία μαζικής κατανάλωσης.

Μέχρι τον μεσοπόλεμο, αυτή η άκρως προστατευτική οικονομία αναπτύχθηκε κυρίως χάρη στους δικούς της φυσικούς πόρους και την εσωτερική της αγορά. (...)

Η οικονομική κυριαρχία του Νέου Κόσμου επί του Παλαιού επισφραγίστηκε κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Τίποτα δεν μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι θα διαρκέσει για πολύ ακόμα. (...)

Αντιδρώντας στην εκβιομηχάνιση της Ευρώπης και των ΗΠΑ, η βικτοριανή Μεγάλη Βρετανία, ήδη μαζικά εκβιομηχανισμένη και πάντα πρώτη στις εξαγωγές κεφαλαίων, έστρεψε τις επενδύσεις της προς τη ζώνη της αποικιακής της επιρροής. Οι ΗΠΑ του 21ου αιώνα δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα. (...) Σε έναν παγκοσμιοποιημένο πλανήτη, η πολιτιστική κυριαρχία της Αμερικής είναι ολοένα και λιγότερο συνώνυμη της οικονομικής κυριαρχίας. Μπορεί οι ΗΠΑ να ανακάλυψαν το σουπερμάρκετ, όμως ο όμιλος Carrefour είναι αυτός που κατέκτησε τη Λατινική Αμερική και την Κίνα. Συνέπεια αυτής της βασικής διαφοράς με τη Μεγάλη Βρετανία είναι ότι η αμερικανική αυτοκρατορία χρειαζόταν πάντοτε να επιδεικνύει την πυγμή της προκειμένου να στηρίξει την οικονομία της.

Δίχως την υποταγή του «ελεύθερου κόσμου» στις επιταγές του Ψυχρού Πολέμου, το μέγεθος της αμερικανικής οικονομίας θα ήταν άραγε αρκετό για να την κάνει πρότυπο για τον υπόλοιπο κόσμο; Για να κατοχυρώσει την κυριαρχία των εταιρειών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας (Credit rating agencies), των διεθνών προτύπων χρηματοοικονομικής πληροφόρησης (IFRS) ή της αμερικανικής εμπορικής νομοθεσίας; Για να κατοχυρώσει τη «συναίνεση της Ουάσιγκτον» ως τη Βίβλο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και της Παγκόσμιας Τράπεζας; Είναι μάλλον αμφίβολο.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η βρετανική αυτοκρατορία δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πρότυπο που θα μας επιτρέψει να κατανοήσουμε το αμερικανικό ηγεμονικό σχέδιο. Πόσω μάλλον, που η Μεγάλη Βρετανία είχε επίγνωση των ορίων της, κυρίως ως προς τη στρατιωτική της δύναμη.

(...) Οταν η εποχή των ναυτικών αυτοκρατοριών έφτασε στο τέλος της, γύρω στα μέσα του 20ού αιώνα, η Μεγάλη Βρετανία ένιωσε τον άνεμο να αλλάζει πριν από τις άλλες αποικιακές δυνάμεις. Καθώς η οικονομική της ευρωστία δεν εξαρτιόταν από τη στρατιωτική της υπεροχή, αλλά από το εμπόριο, προσαρμόστηκε ευκολότερα στην απώλεια του αυτοκρατορικού ρόλου της, όπως είχε κάνει και παλαιότερα, όταν ήρθε αντιμέτωπη με το μεγαλύτερο πισωγύρισμα στην ιστορία της, την απώλεια των αποικιών της στην Αμερική.

Οι ΗΠΑ, άραγε, θα κατανοήσουν αυτό το δίδαγμα; Ή, μήπως, θα επιχειρήσουν να διατηρήσουν μια παγκόσμια κυριαρχία μόνο μέσω της πολιτικής και της στρατιωτικής επιβολής, σπέρνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο περισσότερες συγκρούσεις, αναρχία και βαρβαρότητα;

(1) Τεκμήριο καταγραφής κτημάτων, το οποίο συνέταξε ο Γουλιέλμος ο Κατακτητής και ολοκληρώθηκε το 1806. Χρησίμευσε ως βάση για την καθιέρωση του βασιλικού φόρου.

* Ο ERIC HOBSBAWM είναι ιστορικός, συγγραφέας, μεταξύ άλλων, του «Η εποχή των άκρων. Ο σύντομος εικοστός αιώνας 1914-1991», Αθήνα, Θεμέλιο, 1999. Το κείμενο είναι απόσπασμα ενός έργου που θα δημοσιευθεί στις αρχές του 2009 από τις εκδόσεις Andre Versaille και τη «Monde Diplomatique».


LE-MONDE, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 25/01/2009

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2008

Οταν ο Μαρξ αρέσει στους... καπιταλιστές


Από το ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 - 12/10/2008

LAURENCE BERIOT («NOUVEL OBSERVATEUR»)
«Ας μην καταθέτουμε τα όπλα, κι ας ζούμε σε χαλεπούς καιρούς. Ακόμη χρειάζεται να καταγγέλλουμε την αδικία και να την αντιπαλεύουμε. Ο κόσμος δεν θα γίνει καλύτερος από μόνος τους. Με αυτή τη φράση τελειώνει την αυτοβιογραφία του ο Ερικ Χομπσμπάουμ («Συναρπαστικά χρόνια», Θεμέλιο, 2003). Ενενήντα ενός χρόνων σήμερα, ο μεγάλος βρετανός ιστορικός δεν καταθέτει τα όπλα και παραμένει πιστός στις ιδέες της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, που τον ενέπνευσαν ήδη από τα μαθητικά του χρόνια, σε δύσκολους καιρούς, στο Βερολίνο του μεσοπολέμου.

Η ακόλουθη συνέντευξη του Ερικ Χομπσμπάουμ δημοσιεύτηκε στην ιταλική εφημερίδα «L' Unita» στις 2-6-08.
  • Καθηγητή Χομπσμπάουμ, δύο δεκαετίες μετά το 1989 ο Καρλ Μαρξ επιστρέφει στο προσκήνιο. Σε μια συνομιλία σας με τον Ζακ Αταλί είπατε ότι οι καπιταλιστές, περισσότερο από τους άλλους, ήταν εκείνοι που τον ανακάλυψαν ξανά και μιλήσατε για την έκπληξή σας όταν ο φιλελεύθερος επιχειρηματίας Τζορτζ Σόρος σάς είπε «μόλις διάβασα τον Μαρξ και υπάρχει πολλή αλήθεια σε αυτά που λέει». Ποιοι είναι οι λόγοι αυτής της ανακάλυψης;
«Αναμφίβολα υπάρχει μια αναζωογόνηση του ενδιαφέροντος για τον Μαρξ στον καπιταλιστικό κόσμο, αλλά το φαινόμενο δεν αφορά ακόμα τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Αυτή η αναζωογόνηση του ενδιαφέροντος επιταχύνθηκε πιθανόν από το γεγονός ότι η 150ή επέτειος του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος, το 1998, συνέπεσε με μιαν ιδιαίτερα δραματική διεθνή οικονομική κρίση εν μέσω μιας διαδικασίας ταχύτατης παγκοσμιοποίησης της οικονομίας της αγοράς. Ο Μαρξ, πριν από 150 χρόνια, είχε προβλέψει το χαρακτήρα της παγκόσμιας οικονομίας των αρχών του 21ου αιώνα, με βάση την ανάλυσή του για την "αστική κοινωνία".

Δεν πρέπει να μας προξενεί έκπληξη αν οι έξυπνοι καπιταλιστές εντυπωσιάστηκαν από τον Μαρξ, στο βαθμό που αυτοί γνώριζαν καλύτερα από τους άλλους το χαρακτήρα και την αστάθεια της καπιταλιστικής οικονομίας στην οποία δρούσαν.

Το μεγαλύτερο μέρος της διανοητικής αριστεράς δεν ήξερε πλέον τι να κάνει με τον Μαρξ. Είχε χάσει το ηθικό της εξαιτίας της κατάρρευσης του σοσιαλδημοκρατικού σχεδίου στη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 και της μαζικής προσχώρησης των εθνικών κυβερνήσεων στην ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς, καθώς και εξαιτίας της πτώσης των πολιτικών και οικονομικών συστημάτων που υποστήριζαν ότι εμπνέονται από τον Μαρξ και τον Λένιν.

Τα λεγόμενα "νέα κοινωνικά κινήματα", όπως ο φενιμισμός, δεν έχουν κανένα λογικό δεσμό με τον αντικαπιταλισμό (αν και τα μέλη τους ατομικά συμπαρατάσσονταν με αυτές τις θέσεις) ή δεν συμμερίζονταν την πίστη στην αδιάκοπη πρόοδο του ελέγχου πάνω στη φύση- πίστη που την συμμεριζόταν τόσο ο καπιταλισμός όσο και ο παραδοσιακός σοσιαλισμός. Ταυτόχρονα, το προλεταριάτο, διαιρεμένο και αποδυναμωμένο, έπαψε να είναι αξιόπιστο ως ιστορικός πρωταγωνιστής του κοινωνικού μετασχηματισμού. Πρέπει να προσθέσουμε ότι, με αφετηρία το 1968, τα κυριότερα ριζοσπαστικά κινήματα είχαν προτιμήσει την άμεση δράση, που δεν θεμελιωνόταν υποχρεωτικά σε μεγάλες αναγνώστες ή σε μια θεωρητική ανάλυση της πραγματικότητας. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι ο Μαρξ έπαψε να θεωρείται μεγάλος κλασικός στοχαστής, αν και, για πολιτικούς λόγους, ειδικά σε χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία, που είχαν ισχυρά κομμουνιστικά κόμματα, υπήρξε μια έντονη διανοητική επίθεση ενάντια στον Μαρξ και τις μαρξιστικές αναλύσεις, η οποία κορυφώθηκε στις δεκαετίες του '80 και του '90. Σήμερα, σύμφωνα με ορισμένες ενδείξεις, αυτή η επίθεση πρέπει να έχει εξαντλήσει την ορμή της».
  • Την τελευταία δεκαετία παρακολουθήσαμε την οικονομική κρίση στην Ανατολική Ασία, στην Αργεντινή και την κρίση της στεγαστικής πίστης που άρχισε στις Ηνωμένες Πολιτείες και έγινε η πιο μεγάλη οικονομική κρίση της μεταπολεμικής περιόδου. Είναι ορθό να λέμε ότι η αναζωογόνηση του ενδιαφέροντος για τον Μαρξ βασίζεται και στην κρίση της καπιταλιστικής κοινωνίας και στην ικανότητα του Μαρξ να εξηγεί τις βαθιές αντιθέσεις του σύγχρονου κόσμου;
«Το αν στο μέλλον η πολιτική της αριστεράς θα εμπνέεται γι' άλλη μια φορά από την ανάλυση του Μαρξ θα εξαρτηθεί από την πορεία του παγκόσμιου καπιταλισμού. Αυτό ισχύει όχι μόνον για τον Μαρξ αλλά για την αριστερά στο σύνολό της, νοούμενη ως πρόγραμμα και ως συνεκτική πολιτική ιδεολογία. Και από τη στιγμή που, όπως ορθά είπατε, η επιστροφή του Μαρξ βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην τωρινή κρίση της καπιταλιστικής κοινωνίας, οι προοπτικές είναι πιο ελπιδοφόρες απ' όσο ήταν στη δεκαετία του 1990. Η τωρινή παγκόσμια οικονομική κρίση, που στις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μεγάλη οικονομική ύφεση, καθιστά δραματική την αποτυχία της "θεολογίας" της παγκόσμιας και ανεξέλεγκτης ελεύθερης αγοράς και υποχρεώνει ακόμα και την αμερικανική κυβέρνηση να εξετάζει δημόσιες παρεμβάσεις, πράγμα που δεν έχει συμβεί από τη δεκαετία του '30.

Οι πολιτικές πιέσεις ήδη αποδυναμώνουν τη δέσμευση των νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων σε μιαν ανεξέλεγκτη, απεριόριστη και δίχως κανόνες παγκοσμιοποίηση. Σε ορισμένες περιπτώσεις (Κίνα) οι πελώριες ανισότητες και αδικίες που γεννήθηκαν από τη μετάβαση προς μια οικονομία ελεύθερης αγοράς προκαλούν ήδη πελώρια προβλήματα στην κοινωνική σταθερότητα και εγείρουν αμφιβολίες ακόμα και στις κορυφές της κυβέρνησης.

Είναι σαφές ότι η όποια "επιστροφή στον Μαρξ" θα είναι ουσιαστικά μια επιστροφή στην ανάλυση του καπιταλισμού που έκανε ο Μαρξ και στην τοποθέτηση του καπιταλισμού στην ιστορική εξέλιξη της ανθρωπότητας. Συμπεριλαμβανομένης και της ανάλυσής του για την αναπόφευκτη αστάθεια της καπιταλιστικής ανάπτυξης, η οποία προχωρεί με περιοδικές οικονομικές κρίσεις που έχουν επιπτώσεις στην κοινωνική και πολιτική κατάσταση. Κανένας μαρξιστής δεν θα μπορούσε να πιστέψει ούτε για μια στιγμή ότι -όπως υποστήριζαν το 1989 οι ιδεολόγοι του νεοφιλελευθερισμού- ο φιλελεύθερος καπιταλισμός είχε νικήσει για πάντα, ότι η ιστορία είχε τελειώσει ή ότι κάποιο σύστημα ανθρώπινων σχέσεων θα μπορούσε να είναι οριστικό και αμετάβλητο».
  • Δεν νομίζετε ότι αν οι πολιτικές και διανοητικές δυνάμεις της διεθνούς αριστεράς απαρνούνταν τις ιδέες του Μαρξ θα έχαναν ένα θεμελιώδη οδηγό για την εξέταση και το μετασχηματισμό της σύγχρονης πραγματικότητας;
«Κανένας σοσιαλιστής δεν μπορεί να απαρνηθεί τις ιδέες του Μαρξ, στο βαθμό που η πεποίθησή του ότι ο καπιταλισμός πρέπει να αντικατασταθεί από μια άλλη μορφή κοινωνίας βασίζεται σε μια σοβαρή ανάλυση της ιστορικής ανάπτυξης ιδιαίτερα στην καπιταλιστική εποχή.

Η πρόβλεψή του ότι ο καπιταλισμός θα αντικατασταθεί από ένα κοινωνικά διευθυνόμενο ή σχεδιασμένο σύστημα φαίνεται ακόμα λογική, αν και βέβαια ο Μαρξ υποτίμησε τα στοιχεία αγοράς που θα επιβίωναν σε οποιοδήποτε μετακαπιταλιστικό σύστημα. Από τη στιγμή που απέφευγε συνειδητά να κάνει προβλέψεις για το μέλλον, δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για τους ειδικούς τρόπους με τους οποίους οι "σοσιαλιστικές" οικονομίες οργανώθηκαν στον υπαρκτό σοσιαλισμό. Σε ό,τι αφορά τους στόχους του σοσιαλισμού, ο Μαρξ δεν ήταν μόνο ένας στοχαστής ο οποίος ήθελε μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση και αλλοτρίωση, στην οποία όλοι οι άνθρωποι θα μπορούσαν να υλοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητές τους, αλλά εξέφρασε αυτή την επιδίωξη με περισσότερη δύναμη από κάθε άλλον και τα λόγια του διαθέτουν ακόμα μιαν αξιοσημείωτη δύναμη έμπνευσης. Ωστόσο ο Μαρξ δεν θα μπορέσει να ξαναγίνει η πολιτική έμπνευση της αριστεράς όσο δεν θα γίνεται κατανοητό ότι τα γραφτά του δεν πρέπει να θεωρούνται λιγότερο ή περισσότερο έγκυρα πολιτικά προγράμματα ούτε περιγραφές της τωρινής κατάστασης του παγκόσμιου καπιταλισμού, αλλά μάλλον οδηγοί για να κατανοήσουμε τον χαρακτήρα της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Ούτε μπορούμε ή πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Μαρξ δεν κατόρθωσε να εκθέσει με τρόπο πλήρη και συστηματικό τις ιδέες του, παρά τις προσπάθειες του Ενγκελς και άλλων να αντλήσουν από τα χειρόγραφα του Μαρξ ένα "Κεφάλαιο" ΙΙ και ΙΙΙ. Από την άλλη μεριά, ο Μαρξ δεν θα επιστρέψει στην αριστερά, όσο δεν θα εγκαταλειφθεί η τωρινή τάση των ριζοσπαστικών αγωνιστών να μετατρέπουν τον αντικαπιταλισμό σε αντιπαγκοσμιοποίηση. Η παγκοσμιοποίηση υπάρχει και, εφόσον δεν συμβεί μια κατάρρευση της ανθρώπινης κοινωνίας, είναι ανεπίστρεπτη. Επιπλέον, ο Μαρξ την αναγνώριζε ως πραγματικό δεδομένο και, ως διεθνιστής, την έκρινε θετικά, τουλάχιστον καταρχήν. Εκείνο στο οποίο αυτός ασκούσε κριτική -και στο οποίο και εμείς οφείλουμε να ασκούμε κριτική- ήταν ο τύπος παγκοσμιοποίησης που παράγεται από τον καπιταλισμό».