Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αμερικανική εξωτερική πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αμερικανική εξωτερική πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Φόβος και πολιτική


Η ΑΥΓΗ: 23/01/2011
ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ-ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΝΓΚΑΝΕΛΛΗ*
Προκειμένου να μπορεί να μας κινητοποιεί ο πολιτικός φόβος, το αντικείμενό του πρέπει να ανήκει στην επικράτεια της πολιτικής, κι ωστόσο, κατά κάποιο τρόπο, στη σκέψη των πιο φοβισμένων να μένει μακριά από αυτήν.

ΚΟΡΕΪ ΡΟΜΠΙΝ, Φόβος. Η ιστορία μιας πολιτικής ιδέας, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 407

Δε γνωρίζω αν κάποιος αντιπρόεδρος των ΗΠΑ κατηγόρησε, το 2004, έτος πρωτότυπης έκδοσης αυτής της μελέτης, τον συγγραφέα, ως «ακραίο» ή και «συνομιλητή τρομοκρατών». Δε θεωρώ βέβαια ότι χρειαζόταν να το κάνει, αφού η απομόνωση σε ένα πανεπιστημιακό campus ισοδυναμεί, πολλές φορές, με έναν ιδιότυπο εξοστρακισμό: εντός του, επικρατεί ελευθερία λόγου. Εκτός πανεπιστημίου, η έλλειψη πρόσφορων συνομιλητών καθιστά οποιαδήποτε αντίθετη φωνή πολιτικά ανίσχυρη. Υπενθυμίζω ότι η επτάχρονη χούντα συνέλαβε (και ο Ανδρέας Παπανδρέου ολοκλήρωσε) το σχέδιο μεταφοράς του Πανεπιστημίου Αθηνών στην υγειονομικά ελεγχόμενη και απομακρυσμένη περιοχή του Ζωγράφου. Το ακαδημαϊκό σώμα θα όφειλε, σύμφωνα με σχεδιασμούς που καθίστανται σήμερα επίκαιροι, να ασκεί τις διάφορες επιστήμες και να συμβάλλει με «εποικοδομητικές προτάσεις» στο κυβερνητικό έργο.
Τι σχέση έχουν τα παραπάνω, θα αναρωτηθεί κανείς, με ένα δοκίμιο ιστορίας της πολιτικής σκέψης; Και τι το ακραίο θα μπορούσε να διαθέτει ένα τέτοιο πόνημα; Η έννοια του φόβου στη σκέψη του Χομπς, του Μοντεσκιέ, του Τοκβίλ και της Άρεντ, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ενδιαφέρον αντικείμενο διερεύνησης για κάποιους ειδικούς ή για βιβλιόφιλους προς άγραν επέκτασης των πνευματικών τους οριζόντων. Ο Κόρεϊ Ρόμπιν, όμως, προσθέτει μία κρίσιμη συνισταμένη στην ανάγνωσή του, αυτή του γνωστικού ενδιαφέροντος από τη σκοπιά του παρόντος. Αναρωτιέται, δηλαδή, αν και σε ποιο βαθμό θα χρησίμευαν τα θεωρητικά εργαλεία που μας παρέχουν οι συγκεκριμένοι στοχαστές για τη σημερινή κοινωνία και την πολιτική πρακτική, αλλά και για τις σύγχρονες συνθήκες στους χώρους εργασίας, φέρνοντας έτσι στο φως την πολύπλοκη σχέση της κλασσικής φιλελεύθερης πολιτικής σκέψης αλλά και της φιλελεύθερης δημοκρατίας (στις ΗΠΑ, και όχι μόνο) με τον φόβο. «Παρότι» καθηγητής πολιτικής επιστήμης, δηλαδή, προσπαθεί να παρουσιάσει τα πορίσματα των ερευνών του στον κάθε ενδιαφερόμενο, παρέχοντας, με εύληπτο τρόπο, πληροφορίες χρήσιμες για την ανατροπή διαφόρων κοινών τόπων περί πολιτικής.

Ένας τρέχων κοινός τόπος, στη σημερινή μνημονιακή Ελλάδα, είναι η ανάγνωση του πολιτικού, του οικονομικού και του κοινωνικού με ψυχολογικούς και πολιτισμικούς όρους. Η αγορά «έχει μια ψυχολογία», η κοινωνία «περνάει κατάθλιψη», οι έλληνες νιώθουν ή οφείλουν να νιώσουν «ενοχές» για την κατάσταση που βρισκόμαστε, όλα ξεκινούν από την απομάκρυνση από κάποιο «ελληνικό ήθος» ή «τρόπο ζωής», ο οποίος χάθηκε κατά τη διάρκεια της βίαιης μετεπιβίβασης από «το γαϊδουράκι στο αυτοκίνητο». Εκτός από την «ενοχή», για την οποία έγραψε ένα εύστοχο σχόλιο ο Νικόλας Σεβαστάκης στα προηγούμενα «Ενθέματα», στο επίκεντρο της (ψευτο)ψυχολογικοκεντικής πολιτικής ανάλυσης βρίσκεται και ο «φόβος»: Ο φόβος ως ανησυχία που απειλεί τη συλλογική μας ευδαιμονία, την ίδια μας την επιβίωση.

Στα δικά μας συγκείμενα, το βιβλίο Ο Φόβος... θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως αντίβαρο αυτής της διάχυτης ροπής προς τον ψυχολογισμό και την ηθικολογία. Κι αυτό γιατί ο Ρόμπιν δεν περιγράφει τις επιπτώσεις του ως ενός διάχυτου μεν στην κοινωνία αλλά, εντέλει, εξατομικευμένου και άσχετου με την πολιτική συναισθήματος. Διακρίνει τον φόβο όπως αυτός βρίσκεται στη «φυσική του μορφή», και τον φόβο μετά την παραγωγή και εκμετάλλευσή του από μια εξουσία που τον χρησιμοποιεί ως πολιτικό εργαλείο για να επιτύχει πολιτικά οφέλη.

Σύμφωνα με τον συγγραφέα, υπάρχουν δύο παραγόμενα είδη πολιτικού φόβου: στο πρώτο, οι πολιτικοί ηγέτες ορίζουν και ερμηνεύουν τα αντικείμενα που πρέπει ο λαός να φοβάται (π.χ. οι επιθέσεις με άνθρακα μετά την 11η Σεπτεμβρίου). Αυτός ο τρόπος συνήθως προϋποθέτει ότι οι ηγέτες και οι λαοί στους οποίους απευθύνονται μοιράζονται την ίδια ταυτότητα και ότι οι δύο ομάδες αισθάνονται πως η ταυτότητά τους απειλείται. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτός ο τρόπος παραγωγής φόβου συνηθίζεται σε πολεμικές περιόδους, διότι η κύρια συνιστώσα του είναι το έθνος ή κάποιο άλλο είδος συνεκτικής κοινότητας, και το κύριο αντικείμενό του είναι ένας εξωτερικός εχθρός ή κάποια άλλη εξωτερική απειλή.

Το δεύτερο είδος φόβου πηγάζει από τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές ιεραρχίες που διαιρούν ένα λαό. «Παρόλο που και αυτό το είδος μπορούν να το δημιουργήσουν, να το κατευθύνουν ή να το διαχειριστούν οι πολιτικοί ηγέτες, ο συγκεκριμένος στόχος ή λειτουργία του είναι ο εσωτερικός εκφοβισμός: η χρήση κυρώσεων ή η απειλή κυρώσεων προκειμένου να διασφαλισθεί η διατήρηση ή η ενίσχυση της εξουσίας μιας ομάδας σε βάρος μιας άλλης. Σε αυτή την περίπτωση ο φόβος είναι πιο οικείος, λιγότερο μυθώδης, καθώς ξεπηδά από τις κάθετες συγκρούσεις και τους ποικίλους διαχωρισμούς που ενυπάρχουν σε μια κοινωνία. Αυτό το δεύτερο είδος αναπτύσσεται μέσα από τις ανισότητες και βοηθά στη διαιώνισή τους, συνδέεται τόσο στενά με τις πολιτικές ιεραρχίες ώστε αποτελεί τον βασικό τρόπο κοινωνικού και πολιτικού ελέγχου» (σελ. 36).

Τι επιτυγχάνεται με όλα αυτά; Η κατασκευή της συναίνεσης, η καταστολή των κοινωνικών αντιδράσεων, η παραγωγή μιας αρραγούς και ομοιογενούς ταυτότητας στόχων και προοπτικών. Παραφράζοντας τον Καρλ Σμιτ, κυρίαρχος θα μπορούσε να θεωρηθεί αυτός που μπορεί κάθε φορά να ορίζει κάτι ως απειλή απέναντι στην ευδαιμονία του πληθυσμού, που μπορεί να ερμηνεύει τη φύση και τα αίτια αυτής της απειλής, αυτός που μπορεί να επιβάλλει έναν συγκεκριμένο τρόπο αντιμετώπισης της απειλής, καθιστώντας συγκεκριμένους φόβους ως αντικείμενα δημόσιας συζήτησης και μαζικής κινητοποίησης.

Σύμφωνα με την (κλασσική και σύγχρονη) φιλελεύθερη σκέψη, ο πολιτικός φόβος, μας υπενθυμίζει ο συγγραφέας, υποτίθεται πως διαθέτει μόνο μια θετική πλευρά: μας διδάσκει τη βαρύτητα κάποιων ιδιαίτερων πολιτικών αξιών. Ο φόβος της ανομίας, για παράδειγμα, υποτίθεται ότι καλλιεργεί το σεβασμό απέναντι στο κράτος δικαίου, ο φόβος του ολοκληρωτισμού την εκτίμηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, ο φόβος του φονταμενταλισμού την ενίσχυση της ανεκτικότητας και του πλουραλισμού. Στην πράξη, βέβαια, τα πράγματα λειτουργούν διαφορετικά. Αν εξετάσουμε το παράδειγμα των ΗΠΑ, ο φόβος της ανομίας οδήγησε στην περιστολή ελευθεριών χάριν της ασφάλειας, ο φόβος του (σοβιετικού) ολοκληρωτισμού στον μακαρθισμό, ο φόβος του φονταμενταλισμού στη μουσουλμανοφοβία και σε δύο πολέμους. Είναι αυτός ο λόγος που ο Ρόμπιν εμμένει στο «ποιος και με ποιον τρόπο» καλλιεργεί, χρησιμοποιεί και αντιμετωπίζει συγκεκριμένους φόβους - και μάλιστα, σε ένα καθεστώς φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Ενοχλητική διευκρίνιση η τελευταία, αφού πολλοί διανοούμενοι (και όχι μόνον εντός Αμερικής) θεωρούν ότι το μόνο είδος πολιτεύματος που μπορεί να οργανώνει και να χρησιμοποιεί εργαλειακά την ανάδυση του φόβου είναι ένα άνομο, βίαιο κράτος που συνθλίβει την αυτόνομη κοινωνία πολιτών, και, άρα, σε ένα δημοκρατικό καθεστώς ο φόβος δε μπορεί παρά να προέρχεται από άλλα, μη πολιτικά αίτια που πρέπει να αναζητηθούν στην κουλτούρα και την ψυχοσύνθεση των μαζών.

Κι έχουν, εν μέρει, δίκιο: Προκειμένου να μπορεί να μας κινητοποιεί ο πολιτικός φόβος, το αντικείμενό του πρέπει να ανήκει στην επικράτεια της πολιτικής, κι ωστόσο, κατά κάποιο τρόπο, στη σκέψη των πιο φοβισμένων να μένει μακριά από αυτήν. Όταν κατανοούμε τα αντικείμενα του φόβου μας ως μη πολιτικά, αυτό μας ωθεί να τα διαχειριζόμαστε ως ανυπέρβλητους εχθρούς και, ταυτόχρονα, ανανεώνει -ή, μάλλον, παράγει- την αίσθηση του «εμείς» ως συλλογικότητας, ως ενός αδιαίρετου υποκειμένου που προσπαθεί να αντιμετωπίσει μια εξωτερική απειλή. Αντίθετα, αν κατανοήσουμε ως βαθιά πολιτικά τα αντικείμενα του φόβου μας, τότε θα μπορέσουμε να τα κάνουμε αντικείμενα συζήτησης, να ανακαλύψουμε ότι είμαστε λιγότερο ενωμένοι με κάποιους συμπολίτες μας από ό,τι πιστεύαμε. Κι αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την διάρρηξη και καταστροφή της εικόνας ενός ενιαίου κοινωνικού σώματος με κοινά συμφέροντα.

Διόλου τυχαία, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, ο Ρόμπιν διερευνά τον κατασταλτικό φόβο στο αμερικάνικο εργασιακό περιβάλλον. Εκεί, στις αδιαφανείς πρακτικές πρόσληψης και απόλυσης, προαγωγής και υποβιβασμού, στις επιβαλλόμενες και πιεστικές σχέσεις οικειότητας που αναπτύσσονται μεταξύ εργαζόμενου και εργοδότη, ο φόβος αποδεικνύεται εξαιρετικά δραστικός και ταυτόχρονα προστατευόμενος από τα πανύψηλα τείχη που ορθώνει το νομικό οπλοστάσιο και η πολιτική αδιαφορία. Ο αόρατος, «εκτός πολιτικής» χώρος της εργασίας, όπου επικρατεί, τάχα, μόνον η διαχειριστική λογική της μεγιστοποίησης του κέρδους, αποκαλύπτεται τελικά ως ο προνομιακός χώρος εκφοβισμού, διάχυσης του πολιτικού φόβου στο πεδίο της καθημερινότητας.

Παράδοξη διαπίστωση, αυτή η τελευταία, για έναν liberal καθηγητή πολιτικής επιστήμης. Στα καθ' ημάς, όπου άλλοι, (αυτό)προβαλλόμενοι ως πιο προοδευτικοί, έχουν προ πολλού εγκαταλείψει τον χώρο της εργασίας ως γνωστικό αντικείμενο, ίσως θα μπορούσε, πράγματι, να θεωρηθεί και ακραία.

*Ο Πέτρος-Ιωσήφ Στανγκανέλλης είναι ιστορικός


ΤΗΣ JOANNA BOURKE*

Προσδημοσίευση από το βιβλίο της Φόβος.
Στιγμιότυπα από τον πολιτισμό του 19ου και 20ού αιώνα, εκδόσεις Σαββάλα, σελ. 688


Πριν από μερικά χρόνια, με φόβο και τρόμο, ξεκίνησα να αντιμετωπίσω το πιο διάχυτο συναίσθημα της νεωτερικής κοινωνίας: το φόβο. Από πολιτική άποψη, ο κόσμος ήταν τότε διαφορετικός. Ήταν πριν από την 11η Σεπτεμβρίου, όταν αεροπλάνα που είχαν καταληφθεί από τρομοκράτες συνετρίβησαν πάνω στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου και στο Πεντάγωνο. Για μένα προσωπικά ήταν ωστόσο μια πολύ πιο αθώα εποχή· δεν είχε διαγνωστεί ακόμα η ασθένεια που έμελλε να απειλήσει τη ζωή μου και να μου υπενθυμίσει τη δική μου θνητότητα. Το παρελθόν φαινόταν ασφαλέστερο. Μέσα στο λιτό καταφύγιο δεκάδων βιβλιοθηκών και αρχείων, άπλωνα το περιεχόμενο της ζωής άλλων ανθρώπων πάνω στο γραφείο μου και κρυφάκουγα με ηδονή να εξομολογούνται τον τρόμο που αισθάνονταν. Οι συγγραφείς, αυτοαποκαλούμενοι ειδικοί της συναισθηματικής διαχείρισης, ακούγονταν να συμβουλεύουν αυτά τα άτολμα άτομα. Συχνά ωστόσο αυτοί που κήρυτταν κοσμικά ευαγγέλια του «μη φοβού» αρέσκονταν να επιδίδονται σε κινδυνολογίες. Οι άνθρωποι παντού φαίνονταν πολύ ανήσυχοι. Παρά την απόσταση στο χρόνο και στο χώρο, τα τρομαγμένα τραυλίσματά τους ήταν μερικές φορές εκκωφαντικά· άλλες φορές ομολογούσαν τις αγωνίες τους με αδύναμα, διστακτικά ψελλίσματα.

Θάνατος και καταστροφή· εφιάλτες και φοβίες· νέες τεχνικές εξόντωσης και επικίνδυνες τεχνολογίες· σώματα που προδίδουν: μια φαινομενικά ατελείωτη σειρά τρομερών δοκιμασιών και ταλαιπωριών που φαινόταν να αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι στον 20ό αιώνα. Το χειρότερο: υπήρχαν εποχές κατά τις οποίες όλη η ιστορία έμοιαζε να απαγγέλλει ένα τραυματικό σενάριο, που δεν είχε απαντήσεις ή «νόημα». Σ' αυτές τις περιπτώσεις ο τρόμος των ανθρώπων ήταν τόσο συγκλονιστικός, ώστε οι πλέον θεμελιώδεις ταυτότητες κινδύνευαν να καταποντιστούν. Χρειάστηκα χρόνο να παρατηρήσω την εκπληκτική δημιουργικότητα με την οποία αυτοί οι τρομαγμένοι άνθρωποι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, αντιλαμβάνονταν τη δύσκολη θέση τους και ξανάφτιαχναν τον κόσμο τους μετά την καθηλωτική δύναμη του φόβου. Το να εξετάζουμε τους φόβους της κοινωνίας μας, στις παλαιότερες και στις σημερινές εκδηλώσεις τους, μας επιτρέπει να σκεφτούμε το μέλλον. Είναι ένα μέλλον της επιλογής μας.

Παρ' όλα αυτά, αφότου ολοκλήρωσα αυτό το βιβλίο, μερικές από τις απειλές που προκαλούσαν μεγάλο φόβο στο παρελθόν έχουν αυξηθεί ραγδαία σήμερα. Το φάσμα του «τρομοκράτη» έχει αποκτήσει θεϊκή δύναμη, αντίστοιχη με εκείνη του λοιμού σε προγενέστερες εποχές ή του Σατανά της θρησκείας. Η πλατιά διάδοση συστημάτων επιτήρησης, η δίωξη των μεταναστών, η επιπόλαιη καυχησιολογία για την αναγκαιότητα «προληπτικών χτυπημάτων» είναι ορισμένα από τα αποτελέσματα αυτού του πανικού. Σήμερα χρησιμοποιούμε τη γλώσσα του τρόμου για να δικαιολογήσουμε την τρομοκράτηση άλλων. Ως εκ τούτου, η επιστήμη και η πρακτική της καταστροφής έχουν πραγματοποιήσει ραγδαία και ανησυχητικά άλματα τα τελευταία χρόνια. Στον 21ο αιώνα πρέπει να σκεφτούμε το ενδεχόμενο ότι ο τρομερότερος κίνδυνος είναι αυτός τον οποίο απεργαζόμαστε σήμερα. Οι πόλεμοι στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ μάς υπενθύμισαν ότι διαπράττουμε βία εναντίον άλλων ενώ είμαστε ταυτόχρονα θύματα τρομοκρατικής κτηνωδίας. Τα βασανιστήρια δικαιολογούνται συνήθως σήμερα όχι μόνο από τα άθλια ταμπλόιντ αλλά και από νομικούς κύκλους που θεωρούνται ευυπόληπτοι. Η αποστροφή που προκάλεσαν οι φωτογραφίες από πορνογραφικά βασανιστήρια που τράβηξαν Αμερικανοί στρατιώτες στη φυλακή Άμπου Γκράιμπ το 2004 υποχώρησε γρήγορα: μόνο μερικοί άνθρωποι παρατήρησαν τη σχετική αδιαφορία που εκφράστηκε στον Τύπο όταν δημοσιεύτηκαν εξίσου σοκαριστικές φωτογραφίες δέσμιων φυλακισμένων με κουκούλα που λιώνουν στη νομικώς ουδέτερη ζώνη του Γκουντάναμο. Η καθημερινή απεικόνιση βίαιων θανάτων στα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχει αμβλύνει την ευαισθησία: όταν πληροφορούμαστε αγριότητες που συμβαίνουν στην πραγματική ζωή, μπορεί να αισθανόμαστε οίκτο ή αηδία· αλλά, όταν αναγνωρίζουμε το συναίσθημα του φόβου, αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ο φόβος ο δικός μας - φόβος που μπορεί να αφορά εμάς, όχι ο φόβος που μπορεί να αφορά άλλους, αυτούς στους οποίους προκαλούμε δεινά. Αυταρχικές, τυφλές και δυσανάλογες αντιδράσεις έχουν γίνει ο κανόνας. Η δημόσια πολιτική και οι ιδιωτικές ζωές είναι δέσμιες του φόβου· ο φόβος έχει γίνει το συναίσθημα με το οποίο διαχειριζόμαστε τον δημόσιο βίο. Είναι καιρός να επανέλθουμε σε μια πολιτική που φοβάται για τη ζωή των άλλων, κοντινών και μακρινών. Αν και ο φόβος είναι κληρονομιά της ανθρωπότητας, ο τρόμος είναι η διαθήκη μας. Και πρέπει πάντα να τρέμουμε μπροστά στον ξένο που βλέπουμε κάτω από τα ερείπια της ιστορίας.

Ορισμένους απ' αυτούς τους ξένους -καίτοι Βρετανοί και Αμερικανοί- συναντούμε σε τούτο το βιβλίο. Θα ήταν αδύνατον να εξετάσουμε όλους τους τύπους του φόβου που βιώθηκαν τον τελευταίο ενάμιση αιώνα. Κάθε φορά που άνοιγα ένα βιβλίο ή μιλούσα μ' ένα φίλο, κάποιος νέος φόβος προέκυπτε. Μου έγινε, λόγου χάρη, έμμονη ιδέα η ιστορία των ηθικών αναστολών ή ο υπερβολικός φόβος του Θεού και πολύ ευχαρίστως θα έγραφα ένα ολόκληρο κεφάλαιο -όχι, ένα ολόκληρο βιβλίο- γι' αυτό το θέμα. Τελικά όμως αναγκάστηκα να παραδεχτώ ότι, στη νεωτερικότητα, αυτή η αγωνία αφορούσε σαφώς μια μειοψηφία. Ορισμένοι φίλοι επιθυμούσαν εκτενέστερη ανάλυση του φόβου τους για τις πτήσεις· άλλοι με προέτρεπαν να ασχοληθώ με υπαρξιακές αγωνίες που συνδέονταν με την απώλεια της κοινωνικής θέσης· και άλλοι ήθελαν μεγαλύτερη ανάλυση του γοτθικού μυθιστορήματος και των ταινιών τρόμου. Πολλά θα μπορούσαν επίσης να ειπωθούν για την έλξη που ασκούν τα τρενάκια του ιλίγγου στα λουναπάρκ και τα επικίνδυνα αθλήματα. Αντιστάθηκα σ' αυτούς τους πειρασμούς.

Αντίθετα, αυτό το βιβλίο διατρέχει, με χρονολογική σειρά, ορισμένους από τους κυρίαρχους φόβους και τις αγωνίες που εκδήλωσαν Βρετανοί και Αμερικανοί στο παρελθόν. Ο φόβος του θανάτου και του θνήσκειν είναι συνεχώς παρών στην ιστορία (για ορισμένους αναλυτές είναι ο πυρήνας όλων των φόβων), επομένως είναι σωστό ν' αρχίσουμε με ορισμένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτού του φόβου κατά τον 19ο αιώνα. Προς το τέλος του βιβλίου επανερχόμαστε σ' αυτό το θέμα στο πλαίσιο του σύγχρονου θανάτου και των τρόπων με τους οποίους οι ετοιμοθάνατοι αντιμετωπίζουν σήμερα αυτό το αίσθημα τρόμου. Εξετάζεται επίσης η ξαφνική συνειδητοποίηση γεγονότων που απειλούν τη ζωή: Πώς άτομα και ομάδες αντιμετωπίζουν το παράλογο, ή και το άδικο, των καταστροφών; Ποια διαφορά υπάρχει όταν η καταστροφή είναι ανθρωπογενής;

*Η Joanna Bourke είναι καθηγήτρια ιστορίας στο Birkbeck College του Λονδίνου

Σάββατο 14 Μαρτίου 2009

Συζητήσεις με τον Νόαμ Τσόμσκι: Διεθνείς σχέσεις και εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ

  • Οι συζητήσεις με τον Νόαμ Τσόμσκι ολοκληρώθηκαν την πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου και δημοσιεύθηκαν σε τρία μέρη. Το α' μέρος περιστράφηκε γύρω από τις εξελίξεις στη σύγχρονη αμερικανική κοινωνία και πολιτική, το β' μέρος ήταν αφιερωμένο στην οικονομική κρίση και το σημερινό γ' μέρος, στις διεθνείς σχέσεις και την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Ο Νόαμ Τσόμσκι είναι ομότιμος καθηγητής Ινστιτούτου στο ΜΙΤ και κατά γενική ομολογία «ο μεγαλύτερος διανοούμενος εν ζωή στον κόσμο» («New York Times»). Εχει δημοσιεύσει περίπου 40 βιβλία στον τομέα της γλωσσολογίας και πάνω από 70 βιβλία και άνω από 2.000 άρθρα σε θέματα πολιτικής και κοινωνικής φύσεως, με το όνομά του να συγκαταλέγεται στα πρώτα δέκα ονόματα με τις περισσότερες παραπομπές: Μαρξ, Λένιν, Σέξπιρ, Αριστοτέλης, Βίβλος, Πλάτωνας, Φρόιντ, Τσόμσκι, Χέγκελ και Κικέρων.
Στο μέτωπο της εξωτερικής πολιτικής, προσδοκάς τις οποιεσδήποτε ουσιαστικές αλλαγές να λάβουν χώρα τώρα που ο Μπους εγκατέλειψε τον Λευκό Οίκο και ανέλαβε την εξουσία ο Ομπάμα; Ας ξεκινήσουμε με τον πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία. Ποιες μετατοπίσεις μπορούμε να αναμένουμε ότι θα δούμε;
  • «Ο Ομπάμα, όπως υποσχέθηκε, επεκτείνει τις δυνάμεις επέμβασης και επιταχύνει τους πολέμους στο Αφγανιστάν και το Πακιστάν. Υπάρχουν ειρηνικές εναλλακτικές επιλογές, κάποιες που προτείνονται από όργανα του ίδιου του καθεστώτος -για παράδειγμα στο περιοδικό "Foreign Affairs". Αλλά αυτές δεν φαίνονται να είναι υπό εξέταση. Το πρώτο μήνυμα του Αφγανού προέδρου Χαμίντ Καρζάι προς τον Ομπάμα, προφανώς αναπάντητο, ήταν ένα αίτημα να σταματήσουν οι βομβαρδισμοί που πλήττουν τους πολίτες. Ο Καρζάι ενημέρωσε επίσης μια αντιπροσωπεία των Ηνωμένων Εθνών ότι θέλει ένα χρονοδιάγραμμα για την απόσυρση των ξένων (εννοούσε των αμερικανικών) στρατευμάτων. Εχει λοιπόν χάσει την εύνοια της Ουάσιγκτον και τα ΜΜΕ έχουν αλλάξει τον χαρακτηρισμό του από "φιλικά προσκείμενος" σε "αναξιόπιστος", "διεφθαρμένος" κ.λπ. - κάτι που δεν ανταποκρίνεται σήμερα περισσότερο στην πραγματικότητα από τότε που ήταν αποδεκτός ως "το άτομό μας" στην Καμπούλ. Ο Ομπάμα στέλνει περισσότερα στρατεύματα και επιταχύνει τους βομβαρδισμούς και στις δύο πλευρές των συνόρων μεταξύ Αφγανιστάν-Πακιστάν -τη γραμμή Ντουράντ, δηλαδή τα τεχνητά σύνορα που χαράχτηκαν από τους Βρετανούς, τα οποία κόβουν την περιοχή Παστούν στα δύο, κάτι που οι άνθρωποι δεν έχουν ποτέ αποδεχθεί. Το Αφγανιστάν στο παρελθόν πίεσε συχνά για την εξάλειψή τους.
  • Αυτό είναι το κεντρικό συστατικό του "πολέμου στην τρομοκρατία". Είναι αρκετά πιθανό να εξαπλωθεί η τρομοκρατία, όπως ακριβώς έγινε με την εισβολή στο Ιράκ, και ως συνήθως γίνεται με τη χρήση της βίας. Η στρατιωτική βία μπορεί να πετύχει κάποιους πολιτικούς στόχους. Η ύπαρξη των ΗΠΑ είναι ένα παράδειγμα. Οι Ρώσοι στην Τσετσενία είναι άλλο ένα παράδειγμα. Αλλά η χρήση της πρέπει να είναι συντριπτική, και υπάρχουν πιθανώς πάρα πολλά πλοκάμια για να εξαφανιστεί το τέρας της τρομοκρατίας που δημιουργήθηκε κατά ένα μεγάλο μέρος από τον Ρίγκαν και τους συνεταίρους του, και που από τότε τρέφεται διαρκώς από άλλους».
Οι σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας

Η πρόσφατη επίσκεψη της Χίλαρι Κλίντον στην Κίνα αγνόησε τις υποτιθέμενες διαφορές μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου για τα ανθρώπινα δικαιώματα και επιδίωξε αντ' αυτού να υπογραμμίσει ότι η συνεργασία είναι απολύτως σημαντική σε αυτή την περίοδο βαθιάς οικονομικής κρίσης. Νομίζεις ότι οι προοπτικές είναι να βελτιωθούν οι αμερικανο-κινεζικές σχέσεις στο πλαίσιο της τρέχουσας παγκόσμιας κρίσης, ή να επιδεινωθούν;

  • «Η Κλίντον ζήτησε από την Κίνα να συνεχίσει να χρηματοδοτεί το αμερικανικό χρέος με την αγορά ομολόγων. Οι ΗΠΑ έχουν μια σχέση αγάπης-μίσους με την Κίνα. Οι αβυσσαλέες αμοιβές των εργαζομένων στην Κίνα, οι συνθήκες εργασίας και η έλλειψη περιβαλλοντικών περιορισμών είναι ένα μεγάλο όφελος για τις ΗΠΑ και άλλους δυτικούς μεταποιητικούς κατασκευαστές, που μεταφέρουν τις διαδικασίες παραγωγής εκεί, καθώς και για τον αχανή κλάδο του λιανεμπορίου, ο οποίος μπορεί να προμηθεύεται φτηνά αγαθά. Και οι ΗΠΑ βασίζονται τώρα στην Κίνα, στην Ιαπωνία και σε άλλες χώρες για τη στήριξη της οικονομίας τους. Αλλά η Κίνα δημιουργεί και προβλήματα. Δεν εκφοβίζεται εύκολα. Οι Κινέζοι έχουν αντισταθεί στους βαρβάρους για χιλιάδες χρόνια. Οταν οι ΗΠΑ κουνούν τη γροθιά τους προς τους Ευρωπαίους και τους λένε να σταματήσουν τις επιχειρηματικές συναλλαγές με το Ιράν, αυτοί συνήθως συμμορφώνονται. Η Κίνα δεν δίνει ιδιαίτερη προσοχή. Αυτό τρομάζει. Υπάρχει παρελθόν δημιουργίας φανταστικών κινεζικών απειλών και αυτό συνεχίζεται».
Βλέπεις την Κίνα να είναι σύντομα σε θέση να αποτελέσει απειλή για τα αμερικανικά παγκόσμια στρατηγικά συμφέροντα;
  • «Μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, η Κίνα είναι η πιο επιφυλακτική στη χρήση της στρατιωτικής βίας, ακόμα και στις στρατιωτικές προετοιμασίες. Τόσο πολύ, ώστε κορυφαίοι Αμερικανοί στρατηγικοί αναλυτές να έχουν ζητήσει από την Κίνα να ηγηθεί ενός συνασπισμού ειρηνόφιλων εθνών, με στόχο την αντιμετώπιση του αμερικανικού επιθετικού μιλιταρισμού που φοβούνται ότι οδηγεί στον "τελικό αφανισμό" (Τζον Στέινμπρουνερ και Νάνσι Γκάλαχερ, στην απόλυτα έγκυρη επιθεώρηση της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών). Απ' αυτή την άποψη, υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις οποιασδήποτε σημαντικής αλλαγής στη συμπεριφορά της Κίνας. Αλλά, όπως είπα παραπάνω, η Κίνα δεν ακολουθεί διαταγές και παίρνει μέτρα για να αποκτήσει πρόσβαση στην ενέργεια και σε άλλους πόρους ανά τον κόσμο. Κι αυτό αποτελεί μια απειλή».
Οι ινδο-πακιστανικές σχέσεις αποτελούν σαφώς μια σημαντική πρόκληση για την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Είναι αυτή μια κατάσταση την οποία μπορούν να ελέγξουν οι ΗΠΑ;
  • «Σε περιορισμένη έκταση. Και η κατάσταση είναι ιδιαίτερα ρευστή. Υπάρχει σταθερά διατηρούμενη βία στο Κασμίρ -κρατική τρομοκρατία από την Ινδία, τρομοκράτες με βάση τους το Πακιστάν. Και συμβαίνουν πολύ πιο περίπλοκα πράγματα, όπως αποκάλυψαν οι πρόσφατες βομβιστικές επιθέσεις στη Βομβάη. Υπάρχουν επίσης πιθανοί τρόποι να μειωθούν οι εντάσεις. Ενας τέτοιος τρόπος είναι ένας προγραμματισμένος διασυνδετικός αγωγός που θα ξεκινά από το Ιράν και θα φθάνει στην Ινδία μέσω του Πακιστάν. Το Ιράν είναι η φυσική πηγή ενέργειας για την Ινδία. Πιθανώς, η απόφαση της Ουάσιγκτον να υπονομεύσει τη συνθήκη για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων, επιτρέποντας πρόσβαση της Ινδίας στην πυρηνική τεχνολογία, να υποκινήθηκε εν μέρει από την ελπίδα να υπονομεύσει αυτή την επιλογή, φέρνοντας την Ινδία στο πλευρό της Ουάσιγκτον για την εκστρατεία ενάντια στο Ιράν. Μπορεί επίσης το ίδιο ζήτημα να έχει σχέση και με το Αφγανιστάν, όπου έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό συζήτηση για έναν αγωγό από το Τουρκμενιστάν μέσω του Αφγανιστάν προς το Πακιστάν και έπειτα στην Ινδία. Μπορεί να μην παίζει πραγματικά αυτό το σενάριο, αλλά βρίσκεται ενδεχομένως στο παρασκήνιο. Το "μεγάλο παιχνίδι" της διπλωματίας του 19ου αιώνα είναι ζωντανό και κρατάει καλά».
Κατά τη διάρκεια των δολοφονικών ισραηλινών επιθέσεων στη Γάζα, ο Ομπάμα παρέμεινε σιωπηλός με την πρόφαση ότι ο Τζορτζ Μπους ήταν ακόμα πρόεδρος των ΗΠΑ - αν και όπως σχολίασες από την πρώτη στιγμή, το γεγονός αυτό δεν απέτρεψε τον Ομπάμα από το να μιλήσει δημοσίως για άλλα θέματα. Τώρα όμως βρίσκεται στον Λευκό Οίκο εδώ και ενάμιση μήνα και η μόνη σημαντική χειρονομία που έχει κάνει ήταν μια κίνηση δημόσιων σχέσεων, όπου προσπάθησε να πλησιάσει τους μουσουλμάνους στη Μέση Ανατολή μέσω μιας τηλεοπτικής συνέντευξης, δηλώνοντας απλά ότι οι ΗΠΑ δεν είναι εχθρός τους. Υπάρχει ελπίδα να πιστεύουμε ότι η κυβέρνηση Ομπάμα θα μπορούσε να κάνει κάποια σημαντικά βήματα προς τη βελτίωση της ισραηλινο-παλαιστινιακής σύγκρουσης και να φέρει πιο κοντά τη λύση της συνύπαρξης δύο κρατών;
Οι «δεσμοί» ΗΠΑ-Ισραήλ
  • «Η τηλεοπτική συνέντευξη ήταν κατά ένα μεγάλο μέρος κενή οποιουδήποτε ουσιαστικού περιεχομένου και μόνο δήλωση εξωτερικής πολιτικής δεν ήταν. Η αφορμή ήταν η ανακοίνωση ότι ο Τζορτζ Μίτσελ θα ήταν ο απεσταλμένος του για τη Μέση Ανατολή -μια καλή επιλογή αν επιτραπεί στον Μίτσελ ελευθερία κινήσεων. Ο Ομπάμα επανέλαβε κοινότοπα ότι η πρωταρχική του ανησυχία είναι η ασφάλεια του Ισραήλ, αλλά ανέφερε μια πρόταση που βρήκε εποικοδομητική: το σχέδιο ειρήνης του Αραβικού Συνδέσμου. Εγκωμίασε την επισήμανση του σχεδίου για την ανάγκη προσοχής για την εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ, και πίεσε τα αραβικά κράτη να πορευτούν πάνω σ' αυτό το δρόμο».
Ο Ομπάμα είναι ευφυές άτομο και αναμφίβολα γνωρίζει ότι παραποιούσε σοβαρά το σχέδιο του Αραβικού Συνδέσμου. Το σχέδιο απαιτεί την εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ, αλλά μόνο αφού έχει καθιερωθεί η συνύπαρξη των δύο κρατών, μια πρόταση που εξασφαλίζει διεθνή συναίνεση, αλλά εμποδίζεται η πραγματοποίησή της από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ εδώ και 30 χρόνια. Με το πετσόκομμα του κεντρικού περιεχομένου του σχεδίου του Αραβικού Συνδέσμου, ο Ομπάμα καθιστούσε σαφές ότι σκοπεύει να διατηρήσει την αμερικανική απόρριψη της πρότασης. Φυσικά συνεχίζει επίσης να παρέχει πλήρη στήριξη προς το Ισραήλ για τη χρήση βίας στη Γάζα και τη Δυτική Οχθη και προς την τακτική του Ισραήλ να κάνει ό,τι θέλει στη Δυτική Οχθη, αφήνοντας τους Παλαιστίνιους διεσπαρμένους και δίχως ελπίδα. Ολα αυτά είναι αυστηρά παράνομα και σίγουρα το γνωρίζει αυτό ο Ομπάμα (όπως και το Ισραήλ). Η χρήση των αμερικανικών όπλων από το Ισραήλ είναι παράνομη ακόμα και βάσει του αμερικανικού νόμου. Αλλά αυτές είναι περιθωριακές εκτιμήσεις για κράτη που λειτουργούν εκτός νόμου και στα οποία οι άνθρωποι της γνώσης είναι τόσο κομφορμιστές ώστε να μη θέτουν δυσάρεστες ερωτήσεις προς την εξουσία.
  • «Δυστυχώς, δεν νομίζω ότι θα υπάρξουν αλλαγές στο Παλαιστινιακό. Είναι ενδεικτικό το ότι οι ισραηλινοί βομβαρδισμοί στη Γάζα ακόμα συνεχίζονται».
Σε πολλούς κύκλους κυριαρχεί η εντύπωση ότι το ισραηλινό λόμπι ελέγχει την αμερικανική εξωτερική πολιτική στη Μέση Ανατολή. Είναι η δύναμη του ισραηλινού λόμπι τόσο ισχυρή που να μπορεί να έχει εξουσία πάνω σε μια υπερδύναμη;
  • «Ο φίλος μου ο Γκίλμπερτ Ατσκαρ, ένας διακεκριμένος ειδικός για τη Μέση Ανατολή και τις διεθνείς σχέσεις γενικότερα, περιγράφει αυτή την ιδέα ως "φαντασμαγορική". Σωστά. Δεν είναι το ισραηλινό λόμπι που εκφοβίζει τη βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας των ΗΠΑ ώστε να επεκτείνει τις επενδύσεις της στο Ισραήλ ή αυτό που στρίβει το μπράτσο βραχίονα της αμερικανικής κυβέρνησης ώστε να προσφέρει στο Ισραήλ προμήθειες που αργότερα θα χρησιμοποιηθούν για (αμερικανικές) στρατιωτικές επιχειρήσεις και που θα διαμορφώσουν στενότερες στρατιωτικές και μυστικών υπηρεσιών σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ.
  • Οταν οι στόχοι του ισραηλινού λόμπι προσαρμόζονται με τις στρατηγικές και τα οικονομικά συμφέροντα των ΗΠΑ, τότε περνάει το δικό του: η συντριβή των Παλαιστίνιων, παραδείγματος χάριν, είναι ένα θέμα που λίγο απασχολεί την αμερικανική κρατικο-εταιρική εξουσία. Οταν οι στόχοι αποκλίνουν, όπως συχνά συμβαίνει, το ισραηλινό λόμπι γρήγορα εξαφανίζεται από το προσκήνιο, γνωρίζοντας πως δεν θα ήταν προς όφελός του να έρθει σε αντιπαράθεση με μια αυθεντική δύναμη. Ενα από τα πολλά τέτοια παραδείγματα σημειώθηκε το περασμένο καλοκαίρι, στη μέση της προεδρικής εκστρατείας, όταν υποτίθεται ότι η δύναμη του ισραηλινού λόμπι είναι στην αιχμή της. Επειτα από οδηγίες του Ισραήλ, το λόμπι εργάστηκε σκληρά για να προτρέψει το αμερικανικό Κογκρέσο να ψηφίσει το νομοσχέδιο 362, το οποίο ουσιαστικά απαιτούσε τον αποκλεισμό του Ιράν, μια ξεκάθαρη πράξη πολέμου. Κατόρθωσαν να συγκεντρώσουν αρκετές ψήφους, αλλά όταν η κυβέρνηση του Μπους κατέστησε σαφές, σιωπηλά, ότι δεν επιθυμούσε να συρθεί σε έναν πόλεμο εξαιτίας του Ισραήλ, το όλο θέμα -και μαζί του το ισραηλινό λόμπι- απλά εξαφανίστηκε».
Συμφωνώ απόλυτα με την ανάλυσή σου, αλλά περίμενα πως θα παραδεχόσουν ότι το ισραηλινό λόμπι είναι αρκετά ισχυρό, πέραν της όποιας οικονομικής και πολιτικής επιρροής διαθέτει, στο βαθμό που κριτικές ενάντια στο Ισραήλ προκαλούν υστερικές αντιδράσεις στις ΗΠΑ και εσύ ο ίδιος βέβαια έχει βρεθείς για πολλά χρόνια στο στόχαστρο και στο μένος τρελών σιωνιστών. Πούη αποδίδουμε αυτά τα άυλα στοιχεία επιρροής και δύναμης εκ μέρους του ισραηλινού λόμπι πάνω στην αμερικανική κοινή γνώμη;
  • «Ολα αυτά είναι αλήθεια, εν τούτοις ισχύουν πολύ λιγότερο κατά τα τελευταία χρόνια. Δεν έχουν ουσιαστική δύναμη και επιρροή πάνω στην κοινή γνώμη. Αριθμητικά, η μεγαλύτερη στήριξη για τις ισραηλινές ενέργειες είναι μακράν ανεξάρτητη από το ισραηλινό λόμπι και προέρχεται από τις χριστιανικές θρησκευτικά φονταμενταλιστικές οργανώσεις. Ο βρετανικός και ο αμερικανικός σιωνισμός προπορεύεται της εξέλιξης του σιωνιστικού κινήματος και βασίζεται σε θεόσταλτες ερμηνείες των βιβλικών προφητειών. Ο πληθυσμός, κατά ένα μεγάλο μέρος, υποστηρίζει την ιδέα της συνύπαρξης δυο κρατών, αναμφίβολα δίχως να γνωρίζει ότι οι ΗΠΑ την εμποδίζουν μονομερώς. Ανάμεσα στα μορφωμένα τμήματα της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων των Εβραίων διανοούμενων, υπήρξε πολύ λίγο ενδιαφέρον για το Ισραήλ πριν από τη μεγάλη στρατιωτική του νίκη το 1967, που ουσιαστικά καθιέρωσε την αμερικανο-ισραηλινή συμμαχία. Αυτό οδήγησε σε έναν σημαντικό ρομαντικό δεσμό με το Ισραήλ εκ μέρους των διανοούμενων. Η στρατιωτική ανδρεία του Ισραήλ και η αμερικανο-ισραηλινή συμμαχία παρείχαν έναν ακαταμάχητο πειρασμό να συνδυαστεί η υποστήριξη για την Ουάσιγκτον με τη λατρεία της δύναμης και των ανθρωπιστικών προφάσεων. Αυτό είναι ένα μεγάλο μέρος των αιτίων της υστερίας που περιγράφεις. Αλλά για να βάλουμε το πράγμα στις σωστές του διαστάσεις, οι αντιδράσεις στην κριτική των αμερικανικών εγκλημάτων είναι τουλάχιστον το ίδιο άγριες, συχνά πολύ περισσότερο πιο άγριες. Εάν μετρήσω τις απειλές θανάτου που έχω δεχθεί όλα αυτά τα χρόνια, ή τις άγριες φραστικές επιθέσεις εναντίον μου σε εφημερίδες και περιοδικά, το Ισραήλ απέχει πολύ από το να είναι ο κύριος λόγος. Το φαινόμενο δεν περιορίζεται με κανέναν τρόπο μόνον στις ΗΠΑ. Παρά τη μεγάλη αυταπάτη που επικρατεί, η Δυτική Ευρώπη δεν είναι πολύ διαφορετική - αν και, φυσικά, είναι πιο ανεκτική στην κριτική των αμερικανικών ενεργειών. Τα εγκλήματα των άλλων τείνουν συνήθως να είναι ευπρόσδεκτα, προσφέροντας ευκαιρίες για να προβάλει κάποιος τις (δήθεν) δικές του βαθιές ηθικές δεσμεύσεις».
Η «σύμμαχος» Τουρκία

Η Τουρκία, πιθανώς έχοντας αντιληφθεί ότι μια θέση ως πλήρες μέλος της Ε.Ε. απέχει ακόμα μερικές δεκαετίες από το να γίνει πραγματικότητα, βρίσκεται στο στάδιο να ξετυλίγει μια νέα οθωμανική στρατηγική προς τη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία. Θεωρείς ότι αυτή η στρατηγική θα αναπτυχθεί πιθανώς με τη συνεργασία των Ηνωμένων Πολιτειών ή με την αντίθεσή τους;
  • «Η Τουρκία φυσικά είναι ένας πολύ σημαντικός σύμμαχος των ΗΠΑ, σε τόσο μεγάλο βαθμό έτσι ώστε να μετατραπεί από την κυβέρνηση του Κλίντον ως η μεγαλύτερη χώρα-αποδέκτης αμερικανικών όπλων (μετά το Ισραήλ και την Αίγυπτο, που αποτελούν μια ξεχωριστή κατηγορία). Ο Κλίντον προσέφερε τεράστιο στρατιωτικό εξοπλισμό στην Τουρκία για να τη βοηθήσει να πραγματοποιήσει μια απέραντη εκστρατεία δολοφονίας, καταστροφής και τρόμου ενάντια στην κουρδική μειονότητά της. Η Τουρκία είναι επίσης σημαντικός σύμμαχος του Ισραήλ από το 1958, μέρος μιας γενικής συμμαχίας μη αραβικών κρατών, κάτω από την αμερικανική αιγίδα, με στόχο τον έλεγχο σημαντικών πηγών ενέργειας στον κόσμο, προστατεύοντας τους κυβερνώντες δικτάτορες από αυτό που αποκαλούν "ριζοσπαστικό εθνικισμό" ένας ευφημισμός για τους λαούς. Οι αμερικανο-τουρκικές σχέσεις έχουν μερικές φορές εισέλθει σε κρίση. Αυτό συνέβη στην περίπτωση της περιόδου όπου οι ΗΠΑ προετοιμάζονταν για την εισβολή στο Ιράκ και η τουρκική κυβέρνηση, υποκύπτοντας στη θέληση του 95% του πληθυσμού της, αρνήθηκε να συμμαχήσει. Αυτή η στάση προκάλεσε οργή στις ΗΠΑ. Ο Πολ Γούλφοβιτς απεστάλη για να διατάξει την ανυπάκουη κυβέρνηση να διορθώσει τους κακούς τρόπους της, να ζητήσει συγγνώμη από τις ΗΠΑ και να αναγνωρίσει ότι το καθήκον της είναι να βοηθάει τις ΗΠΑ. Αυτά τα ευρέως δημοσιοποιημένα γεγονότα σε καμία περίπτωση δεν υπονόμευσαν τη φήμη του Γούλφοβιτς στα φιλελεύθερα μέσα ενημέρωσης ως "ιδεαλιστή" της κυβέρνησης Μπους, πλήρως στρατευμένου στην προώθηση της δημοκρατίας. Οι σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας είναι σήμερα επίσης κάπως τεταμένες, αν και η συμμαχία διατηρείται σε ισχύ. Η Τουρκία έχει αρκετά φυσικές πιθανές σχέσεις με το Ιράν και την Κεντρική Ασία και μπορεί να τις επιδιώξει στο μέγιστο δυνατό βαθμό, αυξάνοντας ίσως πάλι τις εντάσεις με την Ουάσιγκτον. Αλλά κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να είναι πάρα πολύ πιθανό να συμβεί στη δεδομένη στιγμή. Αντιθέτως, προβλέπω να γίνουν προσπάθειες στενότερης προσέγγισης των ΗΠΑ προς την Τουρκία για να παίξει ακόμα σημαντικότερο ρόλο στη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία».
Στην πρώτη ομιλία του προς το αμερικανικό έθνος, ο Ομπάμα μίλησε για «την ώρα της απόδοσης λογαριασμού» και έκανε λόγο για «σταυροδρόμι της Ιστορίας». Συνοψίζοντας όλα όσα ειπώθηκαν κατά τη διάρκεια αυτών των συζητήσεων, προβλέπεις μια νέα αμερικανική εποχή στον ορίζοντα;
  • «Δεν υπάρχει καμία σοβαρή ένδειξη οποιασδήποτε μεγάλης κλίμακας αλλαγής. Αλλά ολόκληρη η παγκόσμια κατάσταση είναι πολύ λεπτή και είναι ασαφές πώς θα αντιδράσουν οι λαϊκές δυνάμεις κάτω από την πίεση πολύ σοβαρών κρίσεων. Αυτό περιλαμβάνει όχι μόνο την τρέχουσα οικονομική κρίση, η οποία είναι πολύ σοβαρή και μπορεί να αποδειχθεί πολύ χειρότερη απ' ό,τι ήδη θεωρούμε ότι είναι, αλλά και τις πραγματικές απειλές προς την ίδια την επιβίωση του ανθρώπινου είδους, όπως οι απειλές από τα πυρηνικά όπλα και την περιβαλλοντική καταστροφή. Ή ακόμα και από την κρίση της δυσλειτουργικής δημοκρατίας. Στις ΗΠΑ, παραδείγματος χάριν, το 80% του πληθυσμού θεωρεί ότι η κυβέρνηση λειτουργεί για τους "λίγους και τα ειδικά συμφέροντα", όχι για το λαό, και υπάρχουν πολύ πιο ριζοσπαστικά αντι-εταιρικά κινήματα και τάσεις που υποβόσκουν σήμερα στην κοινωνία.
Η πρόβλεψη για τις ανθρώπινες υποθέσεις ήταν πάντα ένα πολύ αβέβαιο θέμα. Το ίδιο ισχύει και σήμερα». *
  • Του ΧΡΟΝΗ ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 14/03/2009