Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ασδραχάς Σπύρος Ι.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ασδραχάς Σπύρος Ι.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

Σπύρος Ασδραχάς: Η ιστορία ως ερμηνεία είναι ανατρεπτική, θα έλεγα επαναστατική


Κρημνιώτη Π.
Η ΑΥΓΗ: 28/10/2012
Συνέντευξη στην Πόλυ Κρημνιώτη
Η Χρυσή Αυγή έχει λόγους να ξεχάσει τη γενεαλογία της και να πει ότι δεν έχει καμία σχέση με το Δίστομο, το Κομμένο και τα Καλάβρυτα. Οι μαρτυρικοί τόποι, σήμερα αλλάζουν. Τη θέση τους την παίρνουν οι ξεριζωμένοι φευγάτοι από τη φτώχεια και τον πόλεμο μετανάστες

"Η ιστορία ως ερμηνεία είναι ανατρεπτική, θα έλεγα επαναστατική", υπογραμμίζει ο Σπύρος Ασδραχάς τοποθετούμενος στο ζήτημα της στάσης των διανοουμένων σε περιόδους βαθιάς και πολύπλευρης κρίσης όπως η σημερινή και προτάσσοντας με ευκρίνεια το δικό του "όχι" στις κατάφωρες παραβιάσεις που συντελούνται γύρω μας. Ο ίδιος ουδέποτε έμεινε αμέτοχος ούτε βουβός. Κορυφαίος ιστορικός, με σημαντικό έργο που επηρέασε τη σύγχρονη ελληνική ιστοριογραφία και ζηλευτή ακαδημαϊκή δραστηριότητα στο εξωτερικό, διανοούμενος με καίριες παρεμβάσεις στον δημόσιο λόγο και ευκρινή παρουσία στην Αριστερά, ο Σπύρος Ασδραχάς τοποθετείται στα μείζονα ζητήματα που κατατρύχουν σήμερα την ελληνική κοινωνία και σε εκείνα που προτάσσονται στον δημόσιο διάλογο. Μιλά για τις έννοιες του φασισμού και του αντιφασισμού στις μέρες μας, για τον νεοναζισμό και τη Χρυσή Αυγή, για τη διαχείριση της μνήμης, τη χρήση της Ιστορίας, για την Αριστερά και τις προκλήσεις της εποχής μας.
Στο ερώτημα πώς μπορούμε να διαχειριστούμε την άνοδο της Χρυσής Αυγής ο Σπύρος Ασδραχάς μάς ξαφνιάζει. Είναι η πρώτη φορά που τον ακούμε να μιλά τόσο αυστηρά, σχεδόν απόλυτα. Απαντά ρητά: "Μόνο με την ανάληψη της εξουσίας φυσικά, για τις τωρινές συνθήκες, από την καινούργια Αριστερά. Η καινούργια Αριστερά, σήμερα, για μένα, και ελπίζω για τη δυνάμει συντριπτική πλειοψηφία του εκλογικού σώματος, δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ, με παρεπόμενο την πραγματική εγκαθίδρυση του κράτους, την αποτελεσματική αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα και συνεπώς με την κατίσχυση του δημοκρατικού νόμου".

Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012

Καλή και κακή συγκομιδή των τροφίμων


Αρχέγονη αντιμετώπιση της ξηρασίας σε εποχή τεχνολογικά εκρηκτική
  • Του Σπ. Ι. Ασδραχα*Η Καθημερινή, 02/09/2012

Στην Αμερική η κακή κλιματική συγκυρία (ξηρασία) επέφερε πτώση της παραγωγής των δημητριακών (σιτάρι και καλαμπόκι) και της ζάχαρης. Τούτο μας παραπέμπει σε αρχέγονες καταστάσεις και στους όρους που διείπαν το ζεύγος ευφορία-αφορία, αλλά και στους τρόπους της αντιμετώπισής τους. Και αυτά σε χρόνους με μια τεχνική που δεν συγκρίνεται με τη σημερινή. Σε όλες τις περιπτώσεις κοινός παρονομαστής η κλιματική συγκυρία. Ας σημειωθεί ότι η ευφορία δεν συνεπάγεται την άμεση αύξηση των κερδών. Ενας Γερμανός ιστορικός, ο Abel, παρατηρούσε τα εξής: σε εποχή ευφορίας ο μεγάλος παραγωγός αντισταθμίζει την πτώση των τιμών με το μεγάλο πλεόνασμα που μπορεί να διοχετεύσει στην αγορά με χαμηλές τιμές, συνεπώς να έχει υψηλές χρηματικές εισφορές· ο μεσαίος και ο μικρός παραγωγός χάνουν από την πτώση των τιμών, γιατί διαθέτουν χαμηλά πλεονάσματα. Επικαλείται τον Σαίξπηρ που λέει ότι ένας κτηματίας πηγαίνει να κρεμαστεί, γιατί υπήρξε καλή σοδειά: δεν πρόκειται για παραλογισμό, αλλά για μια οικονομική πραγματικότητα.

Κυριακή 5 Αυγούστου 2012

Λόγιες και λαϊκές ουτοπίες...


Από την Αποκάλυψη στις μελλοντολογικές ή εσχατολογικές προφητείες της Δευτέρας Παρουσίας στην επίγεια ζωή
  • Του Σπ. Ι. Ασδραχα*Η Καθημερινή, 5/8/2012

Οι λόγιες ουτοπίες είναι πολιτειακά σχέδια που αναζητούν την ιδανική πολιτεία. Είναι συνήθως άχρονες και στρέφονται στο παρελθόν. Ο αιώνας των Φώτων τις προσανατόλισε στο μέλλον. Ολα αυτά τα ζητήματα τα πραγματεύεται ο Αντώνης Λιάκος σε πρόσφατο έργο του. Εξετάζει και την ουτοπία των ερμηνειών της Αποκάλυψης που τη Δευτέρα Παρουσία δεν την ανάγουν μόνο στο επέκεινα, αλλά και στην επίγεια ζωή. Αλλωστε το λέγει και η προσευχή: «Γενηθήτω το θέλημά Σου ως εν ουρανώ και επί της γης». Παράλληλα με τη λόγια υπάρχει και η λαϊκή ουτοπία, η Κουκάνια, η χώρα της αφθονίας: ο Βεζούβιος αντί για λάβα ξερνά βουτυρωμένα μακαρόνια: μια Κουκάνια όπου «όσο περισσότερο κοιμάσαι τόσο περισσότερο κερδίζεις»· η Κουκάνια που ζωγραφίζει ο Μπρύγκελ, με τους ξαπλωμένους με την τυλωμένη κοιλιά και το γουρουνόπουλο με το καρφωμένο μαχαίρι που τρέχει να το φας.

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Οταν η εργασία ήταν το ήμισυ του κεφαλαίου


Το μοίρασμα της παραγωγής μεταξύ των ιδιοκτητών της γης και αυτών που την καλλιεργούσαν, στην προβιομηχανική Ελλάδα
  • Του ΣΠ. Ι. Ασδραχα*Η Καθημερινή, 8/7/2012

Ο λόγος για προκαπιταλιστικές, προβιομηχανικές συνεπώς οικονομίες και κοινωνίες: πεδίο παρατήρησης, το λιγότερο απόξενο στον υπογραφόμενο χωροχρόνο, ό,τι δηλαδή ονομάσαμε Ελλάδα. Θα αρχίσω, με πολλή αφαίρεση με τον κυρίαρχο πρωτογενή τομέα, την αγροτική παραγωγή. Με τον ίδιο βαθμό αφαίρεσης θα προτάξω το δίπολο αγροδότη και αγρολήπτη. Εξυπακούεται ότι η διχοτομία αυτή δεν είναι απόλυτη: ο αγρολήπτης μπορεί να καλλιεργεί και δική του γη μαζί με τη γη του άλλου. Ποιο είναι το κλειδί για να βρούμε το μερίδιο της εργασίας σ’ αυτό το σχήμα; Προφανώς τα συστήματα διανομής της συγκομιδής. Ενα απ’ αυτά είναι το μισακάρικο.

Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

Η καταχρέωση των Ελλήνων αγροτών στην Τουρκοκρατία



Η δημιουργία τσιφλικιών μέσω της ιδιοποίησης της γης από τρίτους διά της μεθόδου της εξαγοράς χρέους
  • Του Σπ. Ι. Ασδραχα*Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 24/6/2012

Δεν θέλω να αναφερθώ στο σημερινό τύπο και τόπο της καταχρέωσης του Δημοσίου: θα αναφερθώ σε μιαν άλλη συλλογικότητα, τους άμεσους, κατ’ εξοχήν αγροτικούς, παραγωγούς των οποίων η εδαφική και συνάμα φορολογική ενότητα γίνεται θεσμός - «κοινότητα».

Αυτές οι ανθρώπινες συναθροίσεις στα χρόνια που μου είναι σχετικώς οικεία (τα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) καταχρεώνονται, γιατί δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο χρηματικό κλάσμα του συνολικού φόρου και εθιμικών προσφορών που τον συνοδεύουν - τα «δοσίματα». Η συνήθης εξήγηση είναι ότι τούτο είναι συνέπεια της αύξησης της φορολογικής επιβάρυνσης. Η εξήγηση περιέχει μέρος της αλήθειας, αλλά είναι ελλιπής, αν όχι απλοϊκή: η φοροδοτική ανικανότητα οφείλεται στη δυσαναλογία ανάμεσα στη χρηματική φορολογική απαίτηση και στον βαθμό εκχρηματισμού των οικονομιών από τις οποίες απαιτείται το χρηματικό κλάσμα της συνολικής φορολογίας.

Για να βρουν τα απαιτούμενα χρηματικά ποσά οι φορολογούμενοι, ως αλληλέγγυο σώμα, καταφεύγουν στον δανεισμό. Συνήθως δεν μπορούν να τον αποπληρώσουν, έστω και αν το χρέος ανέρχεται σε μικρό ποσοστό σε σχέση με τα συλλογικά ή ατομικά εισοδήματα-ατομικά, γιατί και οι παραμικρές κοινότητες ήταν διαστρωματωμένες.

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Η δύναμη των λέξεων στα χρόνια των Οθωμανών


Τα τοπωνύμια μεταφράστηκαν, επακριβώς ή παραφθαρμένα, ακολουθώντας το ιστορικό υπόβαθρο ή απλώς τη φωνητική εκφορά

  • Του Σπ. Ι. Ασδραχα* Η Καθημερινή, Kυριακή, 17 Aπριλίου 2011
Συνεχίζω με τα σήματα του τόπου. Ισως ο αναγνώστης σκεφτεί ότι έχω κλειστεί σε κάποιον αχερώνα (όχι ελεφάντινο πύργο) κι αναμασώ τα παρωχημένα, καρικατούρα του «λάθε βιώσας» ή της αδιαφορίας της Στοάς. Οχι. Αυτά που προσπαθώ να εκφέρω είναι επίκαιρα γιατί αφορούν τη φενακισμένη συνείδηση που έχουμε για τα τρέχοντα, οδυνηρά και αποδομητικά. Αποδομητικά και ως προς την ιστορική κατασκευή της μνήμης, αλλιώς της αυτογνωσίας. Ομόλογα, δάνεια και άλλα συναφή, μια «κοινωνική» γλώσσα που παραγνωρίζει το εύρος των σημαινομένων και των σχέσεων που τα προσδιορίζουν. Αλλά δεν έχω την αρμοδιότητα να μιλήσω γι’ αυτά. Ας μείνουμε στα ταπεινά αυτά, στα μεταφραζόμενα τοπωνύμια, και πάλι κορφολογώντας χωρίς να εξαντλώ την παραδειγματολογία ή τους τύπους της.

Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011

Να μάθουμε από πού προέρχονται τα ονόματά μας

Ετυμολογίες αυτονομημένες από την ιστορία, απαλλαγμένες από τις γλωσσικές και τις πολιτισμικές ωσμώσεις; Φυσικά όχι
  • Του Σπυρου Ι. Ασδραχα*
Επαγγέλματα χάνονται ή σπανίζουν ακολουθώντας τις ασυνέχειες που επιβάλλει η επιταχυνόμενη ανάπτυξη της τεχνικής. Κάποτε η ανάπτυξη ή τελειοποίηση της τεχνικής επαναφέρει, διαφοροποιημένα, παλαιά συστήματα εργασίας, λόγου χάρη το Verlaksystem, την οικιακή εργασία κατόπιν παραγγελίας. Ανάμεσα στα πλείστα παραδείγματα, σε τι σύστημα ανήκει σήμερα ο συγγραφέας που προετοιμάζει ηλεκτρονικώς το βιβλίο του ροκανίζοντας δραματικά τον ρόλο του τυπογράφου (και ακόμη και του διορθωτή); Γίνεται απλός εμπορευματικός παραγωγός; Προφανώς ναι, γιατί είναι κάτοχος του μέσου παραγωγής, του υπολογιστή, όχι, γιατί δεν είναι ο ίδιος που προωθεί το προϊόν της εργασίας του στην αγορά: δεν είναι βιοτέχνης. Το τυπολογικό σχήμα της εργασίας διατηρείται ως κέλυφος, σημαίνον με διαφοροποιημένο σημαινόμενο. Ετσι οι λέξεις χάνονται, καθώς διογκώνεται η πολυσημία τους.
Το ίδιο συμβαίνει με τις γνωστικές συστηματοποιήσεις: δεν χάνονται, αλλά υποχωρούν, όχι πάντα προς όφελος της γνωστικής επιστασίας. Θα μείνω μόνο σε ένα παράδειγμα, που έχει άμεση σχέση με την ιστορική έρευνα και την ιστορική ερμηνεία: την ετυμολογία, σε μιαν εποχή όπου η μήτρα της, η γλωσσολογία, έχει σχεδόν «επαναστατικοποιήσει» την ιστορική ερμηνευτική. Τούτο δεν σημαίνει ότι η ετυμολογία έχει εκλείψει, συνεχίζει να ζει με καλές επιδόσεις. Με ενδιαφέρει εκείνη η ετυμολογία που διεμβολίζει την ιστορία αλλά που κι αυτή διεμβολίζεται από την ιστορία. Ως συνήθως, δεν θα πω τίποτε το πρωτόγνωρο και, πόσω μάλλον το φανταχτερό. Θα αναχαράξω τα μυριόλεκτα.
Ετυμολογίες των σημάτων των τόπων: πολύτιμες γιατί αναδύουν το μακραίωνο δράμα του οικισμένου, του αξιοποιημένου και αναξιοποίητου τόπου, το ήμερο και το άγριο τοπίο. Οι κωδικοποιήσεις είναι πολλές και δεν θα καταπονήσω τον αναγνώστη μνημονεύοντας ορισμένες απ’ αυτές, ούτε θα απεραντολογήσω επιβεβαιώνοντας παραδείγματα: δύο-τρία μόνο.
Ζαβέρδα, δηλαδή Zaborda = πίσω από τον λόφο. Από ποια μεριά όμως βλέπεις τον λόφο; Ζάβορδα ή Τσάμπουρδα: το ίδιο ερώτημα. Η ακαρνανική Ζαβέρδα (με τον εξελληνισμό των τοπωνυμίων έγινε Πάλαιρος) βλέπει στη θάλασσα. Η μακεδονική Ζάβορδα είναι πνιγμένη στα βουνά. Από πού βλέπει κανείς; Περατία είναι το αντίπερα. Η ακαρνανική, επίσης, Περατιά, χωρίζεται από το νησί της Λευκάδας από μια διώρυγα. Από πού ονοματίζεται; Προφανώς από τη Λευκάδα. Με τι σχετίζεται ο θαλασσότοπος που λέγεται Μεσολόγγι; Με τον λόγκο ή τη λογγά; Λογγά είναι το έδαφος που κλέβεις από το νερό περιορίζοντάς το. Τα κρητικά Σφακιά δεν έχουν σχέση με το ομώνυμο φυτό, αλλά με τη διασφάγα, ίσως συμβαίνει το ίδιο και με τους λευκαδίτικους Σφακιώτες. Ας μη συνεχίζουμε με τα πασίγνωστα και από καιρό ετυμολογημένα σήματα του τόπου, τα τοπωνύμια. Ας κορφολογήσουμε κάτι από τα ανθρωπωνύμια: σημαδεύουν τόπους και ανθρώπους.
Μαχαιράδο στη Ζάκυνθο: είναι αυτόδηλο ότι ήταν το χωριό ή το «σπιτομάζωμα» (όπως προσφυώς σήμανε έναν τύπο οικισμού ο Π. Πρεβελάκης) τω(ν) Μαχαιράδω(ν)· γίνεται το ουδέτερο και ορθογραφείται αναλόγως (γι’ αυτό είναι άστοχη και αστόχαστη η πρόσφατη γραφή του Γουδιού σε Γουδή, από την κυριωνυμία «Στου Γουδή»). Αλλοτε η ετυμολογία είναι διαφανής: η Κοντάραινα παραπέμπει σε κάποιον Κόνταρη, το καλιγόνι σε κάποιον Καλιγόνη και πάει λέγοντας. Υπάρχουν όμως και τα δυσετυμολόγητα: γιατί Δημοσάρι στη Λευκάδα και στην Εύβοια; Εχει σχέση με τους «δημοσιαρίους», όπως προτάθηκε ή απλώς έχει χαθεί το σημαινόμενο του σημαίνοντος. Τούτο είναι εύκολο να λέγεται και δύσκολο να κατανοείται. Γιατί η κατανόηση θέτει ένα πρόβλημα πολιτισμικής ιστορίας (δεν θα ήθελα να πω και δημογραφικής): γιατί, λόγου χάρη τόσα σλαβικά τοπωνύμια και τόσο περιχαρακωμένη γεωγραφικά σλαβοφωνία; Εξελληνισμός χωρίς διάδοση της ελληνόφωνης εκπαίδευσης με μόνη εξήγηση την ελληνόφωνη θρησκεία; Αλλά τότε γιατί αυτό δεν ισχύει σε όλη τη σλαβόφωνη ή τουρκόφωνη χριστιανική «ορθοδοξία»; Γιατί «Πατερ-ιμίζ» και όχι «Πάτερ ημών» στους Καραμανλήδες; Ανάμεσα στις ερμηνευτικές υποθέσεις, τα ανθρώπινα κενά, οι solitudines που προκαλούν οι κλιματολογικές μεταβολές, οι επιδημίες, οι εισβολές: οι άνθρωποι αραιώνουν ή χάνονται αφήνοντας στους επιζώντες και στους νεήλυδες τα γλωσσικά τους μνημεία. Δεν νομίζω ότι αρκούν αυτές οι υποθέσεις. Το πρόβλημα των πολιτισμικών ωσμώσεων και των πολιτισμικών μονιμοτήτων αναζητεί το δικό του ερμηνευτικό πολύπλεγμα.
Ανάγκη λοιπόν, να αναβιώσουν εκτατικά οι ετυμολογικές έρευνες και να συνδεθούν με το παρελθόν τους, απαλλασσόμενες από τις εθνικιστικές τους σκοπιμότητες. Ο εξελληνισμός των τοπωνυμίων ήταν μια πράξη εναντίον της απολιθωμένης ιστορίας, δηλαδή της αυτογνωσίας. Συνεχίζεται (ω της ειρωνείας) ώς τις μέρες μας με τις διοικητικές κατανομές που φέρουν το όνομα του Καποδίστρια (Capo d’Istria) ή του Καλλικράτη. Και τούτο όταν μιλάμε για πολιτισμικούς πλουραλισμούς και άλλα κουραφέξαλα, όπως οι ταυτότητες χωρίς ιστορία, για να ολοκληρωθεί η αποδόμηση των πραγματικών ιστορικών ταυτοτήτων, που αναδύθηκαν από την αρχή, την επαναστατική αρχή, των εθνοτήτων. Και πάλι σημαίνοντα χωρίς σημαινόμενα, τσόφλια αυγών που κάποιος ρούφηξε το περιεχόμενό τους ανοίγοντας με ένα βελόνι μιαν αδιόρατη τρύπα στο τσόφλι.
Ετυμολογίες αυτονομημένες από την ιστορία, δηλαδή τα πράγματα; Φυσικά όχι. Απαλλαγμένες από τις γλωσσικές ωσμώσεις, τις πολιτισμικές ωσμώσεις, που εξαερώθηκαν; Και πάλι όχι.
Ας αφήσουμε στην άκρη τα ονόματα των ανθρώπων και τους τρόπους σχηματισμού τους. Πολλά είναι κραυγαλέας διαφάνειας. Τόσα οικογενειακά ονόματα (πατρωνυμικά, με την κατάληξη -άδης και -ίδης, πλαστά ή κατά μετάφραση του τουρκικού «ογλού» (και όχι «μπιν»): όλα τους ετυμολογικώς διαφανή. Αλλα τα εξελληνισμένα επαγγελματικά. Και μερικά που αντιστάθηκαν και παραμένουν τουρκικά ή λατινογενή. Αν προχωρούσαμε στην απαρίθμηση παραδειγμάτων με τα επαγγελματικά θα φτάναμε στη σκιαγράφηση μιας καταγωγικής κοινωνικής στρωματογραφίας. Ας θυμηθούμε και τα λήγοντα σε -ειδής: χαρακτηρίζουν την όψη του ανθρώπου (διαφανή και δυσετυμολόγητα καθώς Μαυροειδής, Δρακονταειδής, Σουλαειδής). Δεν είναι ουσιαστικά αλλά επίθετα γι’ αυτό και η «κακοειδής» γυναίκα. Αλλά μας χρειάζεται να ξέρουμε από πού προέρχονται τα ονόματά μας όπως χρειάζεται να ξέρουμε από πού προέρχονται τα ονόματα των εννοιών, των σχέσεων των ανθρώπων με τη φύση, των σχέσεων των ανθρώπων με τα δημιουργήματά τους. Τα ξέρουμε σε μεγάλο βαθμό, γιατί έχουν δουλέψει και γενιές γλωσσολόγων και ιστορικών. Εχουμε ακόμη κενά, εύκολο να αναπληρωθούν αν υπήρχε η φροντίδα, που κατά πολύ χάθηκε στο παρελθόν, να αξιοποιηθεί ο διανοητικός πλούτος που φέρνει η δυστυχία της μετανάστευσης. Αν, για παράδειγμα, στο παρελθόν εκείνοι που αποφασίζουμε να μας κυβερνάνε, είχαν ιστορικού τύπου εσωτερικές επιταγές, από χρόνια πολλά θα είχαμε οσμανολογικές σπουδές περιωπής, ξεκινώντας από κάποιους Χλωρούς και Καρολίληδες και φτάνοντας σε κάποιους Παπάζογλους και Σταυρινίδηδες ή σλαβικές και άλλες σπουδές. Τουλάχιστον ας κατανοήσουμε γιατί δεν έγιναν όλα αυτά και γιατί μας δίδαξαν από παλιά ένας Καντεμίρ ή ένας Καταρτζής ότι δεν πρέπει να εκφραζόμαστε με τη γλώσσα του κυρίαρχου, δηλαδή του κατακτητή. Και γιατί αυτό δεν ίσχυσε στις δυτικές κτήσεις: ερωτήματα που έχουν βρει τις απαντήσεις τους, αλλά που πρέπει να ξανατεθούν. Ισως γιατί οι απαντήσεις δεν ανταποκρίνονται παρά ως πραγματολογικές συμβολές στις απαιτήσεις μιας σύγχρονης (και «επικαιροποιημένης») ιστορικής αναζήτησης.
* Ο Σπ. Ι. Ασδραχάς είναι ιστορικός.
  • ΥΓ. Στο σημείωμά μου της 23/1/11, η κακογραφία μου έκαμε το «εκπρεπές» παράδειγμα «εκκρεμές». Ωστόσο, ένα πανοπτικό έργο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως «εκκρεμές».
 [Η Καθημερινή, Kυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011]

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

Η συλλογική ευθύνη στον κόσμο της οικονομίας

Οι κοινότητες ως συντελεστής διαιώνισης της κατάκτησης με όργανο τις φορολογικές λειτουργίες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία
  • Του Σπ. Ι. Ασδραχα*, Η Καθημερινή, Kυριακή, 24 Oκτωβρίου 2010
Ο κόσμος της οικονομίας, ορισμένες όψεις της οποίας προσπάθησα να περιγράψω στα δύο τελευταία σημειώματα, έχει ισχυρή θεσμική πλαισίωση και κανόνες που ρυθμίζουν τους τομείς της δραστηριότητάς της. Προεξάρχοντα ρόλο διαδραματίζει η συλλογική ευθύνη. Ακόμη και η ατομική ευθύνη εντάσσεται σε ένα σύστημα αλληλεγγυοτήτων, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι δεν υπάρχει ευθύνη απολύτως προσωπική. Οι συλλογικότητες έχουν φυσικά μια εδαφικότητα, μορφώνονται στον χώρο. Είναι ένας χώρος μεταβλητός που αντιστοιχεί στις διοικητικές και δημοσιονομικές ενότητες των απέραντων εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ακραίο παράδειγμα τα όρια των χωριών που είναι επιφορτισμένα με τον έλεγχο της διακίνησης με την οδοφυλακή, τα ντερβενοχώρια όπως ονομάστηκαν και κάποτε μετέπεσαν σε τοπωνύμια. Τα όριά τους; Ως εκεί που φτάνει η φωνή, διαβάζουμε στα συναφή τεκμήρια.
Θα ήταν μακρός και άχαρος για τον αναγνώστη ο κατάλογος των περιπτώσεων όπου ισχύει η συλλογική ευθύνη. Θα μορφολογήσω λίγα παραδείγματα. Ανάμεσα στους φόρους που βάρυναν τους αγροτικούς πληθυσμούς ήταν κι εκείνος που κατέβαλλε το αργό ζευγάρι γης. Προφανώς δεν τον κατέβαλλε ο φευγάτος καλλιεργητής, αλλά η κοινότητα στην οποία ανήκε. Η τελευταία μάλιστα είχε το δικαίωμα να εκποιεί το εγκαταλελειμμένο αγρόκτημα - την «μπάστινα», σλαβικός όρος που απαντά, ωστόσο, και στον Πόντο. Η κοινότητα, αλλοιώς το Κοινόν, είναι ο τυπικός θεσμός που εδράζεται στη συλλογική ευθύνη. Είναι θεσμός παλαιότερος από την εποχή που διαθέτουμε ρητά τεκμήρια γι' αυτόν, κυρίως τον 18ο αιώνα. Αλλοι φόροι (ορθότερα δικαιώματα), μολονότι φαίνονται ως προσωπικοί, επιβάλλονται στον πληθυσμό του χωριού και αυτός πρέπει να τους αποπληρώσει: δικαιώματα, λόγου χάρη, γάμου, δικαιώματα για τη διάπραξη εγκλημάτων ή αδικημάτων και άλλα παρόμοια δικαιώματα, όπως η χορτονομή. Και αυτός ο πληθυσμός των μικρών εδαφικών ενοτήτων, έπρεπε να έχει την εκπροσώπησή του.
Ο όρος «πρωτόγερος» περνά πρώιμα στην οθωμανική ορολογία. Υπήρχαν οι ομόλογοί τους πριν από την κατάκτηση, όπως και η συλλογική ευθύνη για την καταβολή των δικαιωμάτων, με κατ' εξοχήν παράδειγμα το βυζαντινό «αλληλέγγυον», σύμφωνα με το οποίο όσοι είχαν φοροδοτική ικανότητα, οι «δυνατοί», υποχρεούνταν να καταβάλλουν τον φόρο όσων δεν είχαν αυτή την ικανότητα. Δεν ανήκω σ' εκείνους που θεωρούν ότι το αλληλέγγυο ήταν ένα αντιπλουταρχικό μέτρο. Αλλά ας μην πελαγοδρομούμε.
Ας υπενθυμίσουμε ότι για να στερεωθεί μια κατάκτηση, θα πρέπει οι κατακτημένοι να έχουν ήδη μια πλαισίωση, να αποτελούν μια κοινωνία, μια συγκροτημένη συλλογικότητα, όχι υποχρεωτικά ενιαία, αλλά τουλάχιστον πολυκυτταρική. Ακραίο παράδειγμα οι φερέοικοι νομάδες κτηνοτρόφοι, τσιγκάνοι, γιουρούκοι.
Το χαρακτηριστικό της οθωμανικής κατάκτησης συνίσταται στο γεγονός ότι μια κοινωνία επικάθεται σε μιαν άλλη. Μολονότι η κατακτητική κοινωνία έχει λειτουργική διαστρωμάτωση, ωστόσο στο σύνολό της είναι ενιαία, είναι ο κόσμος του Ισλάμ. Οι κατακτημένοι έχουν επίσης τη δική τους διαστρωμάτωση και στο πλαίσιό της πλέκεται η συλλογική ευθύνη.
Ενα από τα πλείστα παραδείγματα, οι συλλογικοί εγγυητές, οι «μπελί κεφίληδες», σύμφωνα με την οθωμανική φορολογία: τυχαίνει, λόγου χάρη, κάθε άτομο χωριστά σε ένα χωριό να οφείλει ένα δάνειο, ανισόποσο από ατομική σε ατομική περίπτωση. Ολοι όμως οι οφειλέτες είναι αλληλέγγυοι ως την αποπληρωμή του δανείου. Οι ίδιες αλληλεγγυότητες ίσχυαν και σε εμπορικές επιχειρήσεις, όταν μάλιστα ανταποκρίνονταν σε κρατική εντολή, όπως λόγου χάρη εκείνες που υπηρετούσαν τον εφοδιασμό της πρωτεύουσας με σιτηρά. Μια τυπολογική προσέγγιση θα μιλούσε για πρόδρομες μορφές μεταγενέστερων εταιρικών σχέσεων, αλλά η προσέγγιση αυτή θα προσέκρουε στη χρονικότητα των οικονομικών θεσμών: οι τελευταίοι ανασηματοδοτούνται και διαφοροποιούνται κατά τη μετάβαση από το ένα οικονομικό σύστημα στο άλλο.
Οι εταιρικές σχέσεις και οι αμοιβαιότητες τις οποίες συνεπάγονται δεν είναι άμοιρες της διαφορετικής κοινωνικής ισχύος των συμβαλλομένων. Οταν ένας έμπορος συνεταιρίζεται με ένα ισχυρό κοινωνικό άτομο που καταθέτει ένα πραγματικό ή ιδεατό κεφάλαιο στην εταιρεία, καθώς βλέπω να συμβαίνει στο προχωρημένο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, και η επιχείρηση αποβαίνει παθητική, ο έμπορος παραγγέλνει στους κληρονομοδιαδόχους του να μην απαιτήσουν τίποτε από τον κοινωνικά ισχυρό εταίρο: ο «ίσκιος» του μας προστατεύει.
Η συλλογική ευθύνη μπορεί στο εσωτερικό της κοινότητας να κατανέμεται σύμφωνα με το επάγγελμα. Μικρό αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα: στην «ταρίφα», δηλαδή (εδώ) το ποινολόγιο της Μυκόνου του 1647 διαβάζουμε ότι αν δεν βρεθεί εκείνος που έκοψε την ουρά ενός αλόγου και πρέπει να καταβάλει δύο γρόσια, τότε το πρόστιμο αυτό οφείλουν να το πληρώσουν οι ψαράδες. Φαίνεται περίεργο αν δεν ξέρει κανείς ότι από τις αλογότριχες φτειάχνανε πετονιές και φυσικά πετονιές φτειάχναν οι ψαράδες. Multum in parvo.
Ας παραμείνουμε στις κοινότητες. Εχουν εξιδανικευθεί από ορισμένη ιστοριογραφική οπτική και όχι απολύτως άδικα. Υπάρχει όμως και η άλλη όψη του νομίσματος: οι κοινότητες ως συντελεστής της διαιώνισης της κατάκτησης. Και τούτο με όργανο τις φορολογικές λειτουργίες της κοινότητας.
Γιατί η κοινότητα εισπράττει, κατανέμει και κάποτε ενοικιάζει τον επιδικαζόμενο φόρο, για παράδειγμα τη δεκάτη των σιτηρών. Δεν σημαίνει ότι ο απαιτούμενος φόρος συγκεντρώνεται πάντα στο σύνολό του: σ' αυτή την περίπτωση καταφεύγει σε δανεισμό, εσωτερικό και εξωτερικό - και πάλι τίθενται σε ενέργεια οι εσωτερικές αλληλεγγυότητες, στις οποίες συμβαίνει να μετέχουν και οι ξενιτεμένοι. Η κοινότητα κωδικοποιεί επίσης το εθιμικό της δίκαιο που κι αυτό έχει το οικονομικό του έδρασμα: ισομοιρία ή προνόμιο των πρωτοτόκων, αρσενικών και θηλυκών, επιστροφή της προίκας στην οικογένεια της μάνας, όταν δεν υπάρχουν απόγονοι.
Δεν πρόκειται να εξαντλήσω σ' αυτό το σημείωμα την τυπολογία της συλλογικής ευθύνης και του συνδρόμου της, τις αλληλεγγυότητες ή το ενδιαφέρον των πιο ανεπτυγμένων κοινοτήτων για τη διάδοση της παιδείας με τον ευεργετισμό που το συνοδεύει και το εξατομικεύει. Είναι κι αυτός ένας από τους κρίκους της αλυσίδας των καταναγκασμών της φορολογικής λειτουργίας, καταναγκασμών από τους οποίους αναδύεται μια άλλη μορφή ευθύνης, η προσωπική: ευθύνη των οικονομικών ηγεσιών, για τη γενέτειρα, που νωρίς ωστόσο, πριν τη δημιουργία του ελληνικού Κράτους, την υπερβαίνει, για να μεταλλαχθεί σε ευθύνη απέναντι στο ευρύτερο σύνολο που το ονόμαζαν «γένος», το έθνος με άλλα λόγια που μορφώθηκε, διαφοροποιούμενο, σε εθνικό κράτος.

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009

Η ιστοριογραφική πρόσληψη των αστών

  • Οι Ελληνες έμποροι του 18ου αιώνα μπορούν να θεωρηθούν αστική τάξη και φορέας της νεωτερικότητας

  • Του Σπύρου Ι. Ασδραχα*, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 5/7/2009

Μιλούσαμε στο προηγούμενο σημείωμα για την πολυφωνία των σημαινόντων και τη ρητή ή υπόρρητη μεταβλητότητα των σημαινομένων και λέγαμε ότι η ενσωμάτωση των σημαινόντων στην ιστορική αφήγηση ή την καθιστά ερμητική ή καταστρέφει την ερμηνευτική της δυνατότητα, αν δεν προηγηθεί η επίσκεψη των ονομάτων και ο ποιοτικός καθορισμός τους, αλλιώς, αν δεν περιγραφούν τα διάφορα επίπεδα σήμανσης, τα σημασιολογικά πεδία.

Στη δική μας ιστοριογραφία χρειάστηκε να αναδυθεί η έννοια των αστών και της αστικής τάξης, με πρώτη αφορμή τον κοινωνικό χαρακτήρα της Επανάστασης του 1821. Ας υπενθυμίσω ότι η έννοια αυτή είναι μαρξιστικής προέλευσης και αντιστοιχεί χωρίς να μεθοδολογείται στο συγχρονικό σύστημα επιλογής ή διάσωσης των συμβάντων – αυτό που έκανε τον Μπενεντέτο Κρότσε να λέγει ότι η μη χρονογραφική ιστορία του παρελθόντος είναι μια σύγχρονη και όχι παρελθοντολογική ιστορία.

Χρειάστηκε, λοιπόν, να χρονολογηθεί η ανάδυση της αστικής τάξης ως διαφοροποιητικού στοιχείου μέσα σε μια μακραίωνη συνέχεια που γνώριζε αστούς ή «αστείους», θεσμοθετημένες κατανομές των επαγγελμάτων των ανθρώπων της πόλης, γενικότερες ταξινομήσεις των συστατικών στοιχείων των κοινωνιών, που η πλατωνική ή πληθωνική ουτοπία τις κατηγοροποιούσε συστημικά απολυτοποιώντας μια πραγματικότητα, από την οποία, ωστόσο, αφαιρούσε τη δυναμική της και διασώζοντας, συγχρόνως την κινητικότητα αυτή σε ένα μόνο από τα συστατικά της στοιχεία, στις πνευματικές elites. Πρόκειται για μια τριμερή διαίρεση των κοινωνιών που ο δυτικός Μεσαίωνας τη συνόψισε σε πολεμιστές, δουλευτές και προσευχόμενους, δηλαδή σε στρατό, εργαζόμενους και κλήρο, τριμερής διάκριση που ισχύει και για άλλους πολιτισμούς και, σε ό,τι μας αφορά, στον μουσουλμανικό - οθωμανικό.

Τριμοιρία

Στις ουτοπίες, με άλλα λόγια στις ιδανικές πολιτείες, αυτή η τριμοιρία είναι παρούσα με όλες, εξυπακουέται, τις εσωτερικές διακρίσεις. Πώς προκύπτει ο ηγεμόνας δεν εξειδικεύεται στο τριμερές σχήμα: στο πλατωνικό η βάση του είναι η αρετή, δηλαδή η γνώση, προϋπόθεση της δικαιοσύνης. Εκείνο που είναι σαφές είναι ότι οι δουλευτές τρέφουν τους άλλους, μολονότι στην πράξη τουλάχιστον οι προσευχόμενοι, οι oratores, είχαν και αυτοί τη δική τους παραγωγική βάση με τους αυτοκαλλιεργητές τους.

Γιατί αυτή η παρέκβαση; Για να σημάνει απλώς την εσωτερίκευση των όρων της ζωής. Για να ανατραπούν χρειαζόταν η μετάβαση μιας από τις συνιστώσες των δουλευτών, των laboratores, από κατάσταση καθ’ εαυτή σε κατάσταση δι’ εαυτήν. Θεωρήθηκε, και έτσι συνέβηκε στην πραγματικότητα, ότι δι’ εαυτήν έγινε η μάζα των εργαζομένων και των επιχειρηματιών της πόλης: έτσι, για να επανέλθουμε στα καθ’ ημάς, αναζητήθηκε η αστική τάξη ως οικονομική πλέον λειτουργία χωρίς αυστηρούς χωρικούς καθορισμούς και κυρίως χωρίς αιτιακή σχέση ανάμεσα στο μέγεθος και στη χωροταξία των πόλεων: η αστική τάξη αναζητήθηκε σε πόλεις, και ιδίως μικρότερα πληθυσμικά συγκροτήματα της οθωμανικής επικράτειας και κατά κύριο λόγο στα έξω απ’ αυτή κέντρα μετανάστευσης· είναι ο «ελληνισμός της διασποράς» . Εξυπακούεται ότι η διάχυση της αστικής τάξης παραπέμπει στις οικονομικές της λειτουργίες.

Απ’ αυτές η ιστοριογραφία πριμοδότησε τις εμπορικές και για θεωρητικο-κοινωνικούς λόγους, ορισμένες από τις βιοτεχνικές του λήγοντος 18ου και του αρχόμενου 19ου αιώνα. Συνέβη δηλαδή εκείνο που φοβόταν ο Κρότσε, ότι δηλαδή η ερμηνευτική ιστορία ανήκει στη δική της εποχή και όχι σ’ εκείνη όπου αναφέρεται. Οι έμποροι πάλι δεν έχουν ενιαία φυσιογνωμία ούτε διακριτή χρονικότητα. Η δική μας ιστοριογραφία αναζητώντας μια αστική τάξη ως προαπαιτούμενο του 1821, επικεντρώθηκε στους εμπόρους του 18ου αιώνα και μάλιστα σε εκείνους της διασποράς που μετείχαν στο εμπόριο των μεγάλων αποστάσεων. Αλλά και αυτοί προϋπήρχαν, όπως και το εμπόριο των μεγάλων αποστάσεων και οι φορείς του οι «κοσμοπαντηπορευτές».

Στη σκιά

Εμεναν στη σκιά τα ποίκιλα επαγγέλματα των πόλεων, μολονότι υπήρξε ενδιαφέρον για τις οργανωτικές τους μορφές, τις συντεχνίες, για να εξυμνηθούν για τα όποια έργα ευποιΐας στα οποία επιδίδονταν ή για να θεωρηθούν ως εμπόδια στην οικονομική ανάπτυξη, προφανώς την καπιταλιστική. Εκείνο που έλειψε ήταν η κατάδειξη των οικονομικών μηχανισμών που διείπαν αυτή την πανάρχαια και ανασηματοδοτημένη κοινωνική και οικονομική κατηγορία και, κυρίως, η σχέση τους με τον κυρίαρχο τρόπο παραγωγής – χωρίς τούτο να σημαίνει ότι απουσιάζουν οι συγχρονικές αποτυπώσεις της σχέσης αυτής κι ακόμη η ιστοριογραφική της, μεταγενέστερη, πραγμάτευση. Ακόμη, έλειψε ή προωθήθηκε χωρίς την απαιτούμενη «πραγματολογική» σαφήνεια μια άλλη πραγμάτευση. Εκείνη της λειτουργίας και της στρατηγικής θέσης του εμπορικού κεφαλαίου στη βιοτεχνική παραγωγή, μια που ο χρόνος και ο χώρος αναφοράς δεν επιτρέπουν να μιλήσουμε για κεφάλαιο βιομηχανικό.

Θυμίζω ότι η βιοτεχνία και το πάρισό της, η οικοτεχνία, παρά τις κάθετες εξειδικεύσεις παρήγαγε ως τελικός έμπορος ή εκτελούσε παραγγελίες εμπόρων: και στις δύο περιπτώσεις τίθεται το ζήτημα του εμπορικού κεφαλαίου είτε ενδογενούς είτε εξωγενούς. Ισως ξαναμιλήσουμε για όλα αυτά: τώρα, ας μείνουμε στην ανάγκη να αναδειχθεί από την ιστοριογραφία, μια αστική τάξη φορέας της λεγόμενης νεωτερικότητας, δηλαδή ενός καπιταλισμού προαναγγελλόμενου, όταν ο Ανταμ Σμιθ μιλούσε «ως προς το παρόν», και κυρίαρχου, όταν η μαρξικής επίνοιας ιστοριογραφία μάς χρειάστηκε να βρει τις ιθαγενείς ρίζες του δικού μας καπιταλισμού. Τις αναζήτησε κι αυτές στους εμπόρους, με τις φωτεινές προειδοποιήσεις του Γιάννη Κορδάτου σε ένα από τα πρώτα του βιβλία, την εισαγωγή στην ελληνική κεφαλαιοκρατία. Και πάλι δεν θα εξαντληθεί το ζήτημα σ’ αυτό το σημείωμα: θα κλείσει με την υπενθύμιση των κοινωνικών όψεων της οικονομικής λειτουργίας των εμπόρων του ελληνικού 18ου αιώνα, που δεν είναι παρά εν μέρει ταυτόσημες με την εποχή των Φώτων, τον Διαφωτισμό.

Από τον κόσμο των εμπόρων η ιστοριογραφία μας, ήδη από τον 19ο αιώνα, συγκράτησε ορισμένα από τα χαρακτηριστικά του. Απαριθμώ τα ουσιωδέστερα πεδία πρόσληψης, υπενθυμίζοντας το κοινό του χαρακτηριστικό, τον ανισομερή πλούτο.

Εγγράμματοι

Είναι ένας κόσμος σε επικοινωνία, επιλεκτικώς αφομοιωτική, με τον υπόλοιπο κόσμο, με μια σημαίνουσα, ωστόσο τονικότητα, με εκείνον της Ρωσίας. Είναι ένας κόσμος σχετικώς εγγράμματος, σε μάλλον μετρημένες περιπτώσεις κόσμος λόγιος με εμφανή προσωπικά παραδείγματα. Συνελκύει μια σειρά εγγράμματων που, δίπλα στις τεχνικές τους γνώσεις, έχουν και γνώσεις ευρύτερες, συγχρονισμένες μάλιστα με τις αιχμές ή τους κοινούς τόπους της περιρρέουσας διανοητικής κατάστασης των χωρών υποδοχής, όταν πρόκειται για τους εμπόρους της διασποράς. Διατηρεί δεσμούς με τους τόπους προέλευσης, τα προϊόντα των οποίων αποτελούν την κύρια βάση της δικής τους δραστηριότητας. Οι δεσμοί απολήγουν σε ευεργετισμό που δεν έχει εξ υπαρχής το ίδιο περιεχόμενο και νόημα, για να κατασταθεί τελικός ευεργετισμός εθνικός. Οπωσδήποτε διαμορφώνεται σε μια πολιτισμική κατηγορία, η ιδιοπροσωπία της οποίας είναι μεταβλητή μέσα στον χρόνο: «έντιμοι πραγματευτές», αλλά και «άρχοντες». Σέβεται τα γράμματα και όταν δεν τα καλλιεργεί, τα ενισχύει ή τα καθιστά εμπορική επιχείρηση – προφανώς γιατί υπάρχει ζήτηση. Ολα αυτά είναι πολυσύνθετα κλιμακούμενα στη χρονική και γεωγραφική κλίμακα με διακριτούς, ωστόσο, τους κοινούς τόπους. Δεν εξαντλούνται σε ένα σημείωμα.

* Ο κ. Σ. Ι. Ασδραχάς είναι ιστορικός.