Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Antony Molho: Πειθαρχία – Διαφωνία - Προσποίηση

Antony Molho: Πειθαρχία – Διαφωνία - Προσποίηση (θα γίνει στα αγγλικά με ταυτόχρονη μετάφραση) Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013 Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αμφιθέατρο "Λεωνίδας Ζέρβας", 19:00 (Λεωφ. Βασιλέως Κωνσταντίνου 48, Αθήνα)

Ο Aντώνης Μόλχο, ομότιμος καθηγητής Ιστορίας και Πολιτισμού (Brown University και European University Institute) είναι ένας Έλληνας ιστορικός που έχει διακριθεί στον διεθνή επιστημονικό χώρο για το έργο του πάνω στην ευρωπαϊκή ιστορία κατά τον ύστερο μεσαίωνα και την πρώιμη νεότερη περίοδο που τονενδιαφέρει η μελέτη του παρελθόντος μέσα από την ιστοριογραφία και τη φιλοσοφία. Έχει τιμηθεί με ευρωπαϊκά και αμερικανικά βραβεία, με τελευταίο το Διεθνές βραβείο Galileo Galilei του 2011 ενώ το 2012 εκλέχτηκε μέλος στην Accademia Europea.

Η οικονομική και κοινωνική ιστορία της Φλωρεντίας και της Μεσογείου αποτέλεσε κεντρικό τόπο στις σπουδές του. Παράλληλα, μελετά την ιστορία και την ιστοριογραφία της οικογένειας, όπου, μεταξύ άλλων, σημειώνεται το γνωστό έργο του Marriage Alliancein Late Medieval and Early Modern Florence, Harvard University Press 1994, το άρθρο με τον Diogo Curto, “Les Réseaux Marchandsà l’ Epoque Moderne,” Annales E.S. C., 58 (2003). Επίσης είναι επιμελητής δύο σημαντικών τόμων, ο ένας με τον Gordon Wood, Imagined Histories (1998) και ο άλλος με τον Diogo Curto, Finding Europe (2007); Firenze nel Quattrocento, 2 vols(2006, 2008).

Στη διάλεξή του ο Aντώνης Μόλχο θα διερευνήσει ζητήματα της πρώιμης νεωτερικότητας, δηλαδή πριν από τον διαφωτισμό και ιδιαίτερα πριν από τη γαλλική επανάσταση, όταν η διαφάνεια αναδείχτηκε ως βασικό συστατικό των δημοκρατικών κοινωνιών και η απόκρυψη συνδέθηκε με την απολυταρχίία. Η υπόθεση που μελετά ο ομιλητής μέσα από συγκεκριμένα πρόσωπα αφορά στη διαφορετικότητα και στη διατήρηση της αυθεντικής ταυτότητάς τους είτε θρησκευτικής, είτε φυλετικής, μέσω της απόκρυψής της, κατά τον 16ο και 17ο αιώνα

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011

Η Ιστορία δεν μοιάζει με ήσυχο ποτάμι


Ο φιλόσοφος Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ μιλά για την «εβραιοφοβία», τους «Αγανακτισμένους» και την Ακρα Δεξιά στην Ευρώπη
Συνέντευξη στον Ανδρεα Πανταζοπουλο

Ο φιλόσοφος, πολιτειολόγος και ιστορικός των ιδεών Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ (Pierre-Andre Taguieff), γνωστός και στο ελληνικό κοινό για το έργο του, σχετικά με τον ρατσισμό, τον αντισημιτισμό, την Aκρα Δεξιά και τον λαϊκισμό, με την ευκαιρία της έκδοσης αυτές τις ημέρες στα ελληνικά, σε παγκόσμια πρώτη έκδοση, ενός νέου βιβλίου του για τον αντισημιτισμό (Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ, Τι είναι αντισημιτισμός; - μετάφραση: Αναστασία Ηλιαδέλη-Ανδρέας Πανταζόπουλος, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σειρά Εστία Ιδεών, 2011), δέχθηκε να απαντήσει σε ορισμένα ερωτήματά μας για τη μορφή και το περιεχόμενο του νέου αντισημιτισμού. Με αφορμή και την πρόσφατη έκδοση στα γαλλικά ενός νέου του βιβλίου για το ίδιο θέμα (Israel et la Question Juive, Les Provinciales, 2011), ο Ταγκιέφ, στη συνέντευξη που ακολουθεί, συνοψίζει τα χαρακτηριστικά του ρατσιστικού μίσους κατά των Εβραίων και του Ισραήλ και, σχολιάζει τις κινητοποιήσεις των «Αγανακτισμένων» στην Ισπανία και την Ελλάδα, καθώς και τις εκλογικές επιτυχίες της άκρας δεξιάς στην Ευρώπη. 
- Kάνετε λόγο εδώ και είκοσι χρόνια για ένα νέο αντισημιτισμό που τον αποκαλείτε «εβραιοφοβία». Μπορείτε να μας δώσετε τα βασικά της χαρακτηριστικά; 
- Το αξίωμα της νέας εβραιοφοβίας είναι το ακόλουθο: οι Εβραίοι αποτελούν έναν περιττό λαό. Από την άποψη αυτή υπάρχει μια συνέχεια στις μορφές εχθρότητας κατά των Εβραίων. Η πρωταρχική διαφορά συνίσταται στην αντικατάσταση της περί «κοσμοπολιτισμού» ή «νομαδισμού» αιτίασης από τον «εθνικισμό» ή την «αποικιοκρατία»: στον παλιό πολιτικό αντισημιτισμό οι Εβραίοι ενσάρκωναν τον αντί-τύπο του «χωρίς-πατρίδα», σήμερα, στο πλαίσιο μιας εβραιοφοβίας με αντισιωνιστική βάση, ενσαρκώνουν τον αρνητικό τύπο του «εθνικιστή» (αποικιοκράτη, ακόμα και «ρατσιστή»). Συνεπάγεται ότι η ένταξη των Εβραίων στην κοινή ανθρωπότητα τίθεται εν αμφιβόλω, και, κατά τον ίδιο τρόπο, για τους ριζοσπάστες αντιεβραίους, αντικείμενο καθαρής άρνησης. Πράγμα το οποίο μπορεί να μεταφρασθεί με την ακόλουθη προσταγή: «Εβραίοι, πάψτε να είσθε Eβραίοι για να γίνετε άνθρωποι!». Οι Εβραίοι, για να γίνουν ανθρωπίνως αποδεκτοί, πρέπει να εξαφανισθούν ως Εβραίοι. Στη νέα όμως αντιεβραϊκή κοσμοαντίληψη, το πρώτο βήμα αυτής της εξαφάνισης δεν είναι άλλο από την καταστροφή του Ισραήλ. Η υλοποίηση αυτού του στόχου αποτελεί τη «λύση» του νέου «εβραϊκού ζητήματος», που είναι αποτέλεσμα του εξισλαμισμού του αντισιωνιστικού λόγου, ο οποίος αναμειγνύει επιχειρήματα εθνικιστικού ή εθνοτικο-εθνικιστικού τύπου με τα πολιτικο-θρησκευτικά θέματα του μουσουλμανικού φονταμενταλισμού. Το «αντισιωνιστικό» πρόγραμμα, στις ριζοσπαστικές εκδοχές του, έχει έναν ρητό στόχο: να «εκκαθαρίσει» ή να «ξεπλύνει» την Παλαιστίνη από τη «σιωνιστική παρουσία», που τη θεωρεί ως «εισβολή» η οποία κηλιδώνει μια παλαιστινιακή ή αραβική (για τους εθνικιστές) γη, ή μια γη του Ισλάμ (για τους ισλαμιστές). 
Τεχνικές προπαγάνδας 
- Τι πρεσβεύει η σημερινή εβραιοφοβία; Ποια είναι η φυσιογνωμία των ριζοσπαστών αντισιωνιστών; 
- Πέντε γνωρίσματα επιτρέπουν να ορισθεί το ύφος και το περιεχόμενο του λόγου των ριζοσπαστών αντισιωνιστών: α) ο συστηματικός χαρακτήρας της κριτικής του Ισραήλ, μια υπερβολική και διαρκής κριτική που παίρνει τη μορφή της δημόσιας καταγγελίας και προσφεύγει στις τεχνικές της προπαγάνδας (συνθήματα, αμαλγάματα, κλπ.), β) η πρακτική του «δύο μέτρα δύο σταθμά» έναντι του Ισραήλ, δηλαδή η προσφυγή στο «διπλό στάνταρντ». Αυτή η συστηματική πρακτική της κακοπιστίας, όταν πρόκειται για το εβραϊκό κράτος, οδηγεί στη μονομερή καταδίκη του Ισραήλ, ανεξαρτήτως κάθε ανάλυσης των γεγονότων\, γ) η δαιμονοποίηση του εβραϊκού κράτους, που αντιμετωπίζεται ως η ενσάρκωση του κακού, πράγμα που προϋποθέτει μια διαρκή κατηγορία της ισραηλινής πολιτικής. Η δαιμονοποίηση αυτή θεμελιώνεται σε έναν τριπλό αναγωγισμό: τον ρατσισμό/ναζισμό/απαρτχάϊντ, την εγκληματικότητα που επικεντρώνεται στον φόνο Παλαιστίνιων (ή μουσουλμανικών) παιδιών, και τη συνωμοσία, δ) η απονομιμοποίηση του εβραϊκού κράτους, η άρνηση του δικαιώματός του να υπάρχει, άρα, η άρνηση του δικαιώματος του εβραϊκού λαού να ζει όπως κάθε άλλος λαός μέσα σε ένα κυρίαρχο κράτος-έθνος, πράγμα το οποίο προϋποθέτει να απομονώνεται το κράτος του Ισραήλ σε όλα τα επίπεδα, οργανώνοντας κυρίως εναντίον του ένα γενικευμένο μποϋκοτάζ, ε) η επαναλαμβανόμενη κλήση για την καταστροφή του εβραϊκού κράτους, που προϋποθέτει την υλοποίηση ενός προγράμματος ριζικής «αποσιωνιστικοποίησης» ή, απλούστερα, έναν πόλεμο εξόντωσης, στον οποίον το πυρηνικό Ιράν θα έπαιζε τον πρωταρχικό ρόλο. 
Η υποκατάσταση 
- Στις αναλύσεις σας εμμένετε ιδιαιτέρως στην πολύ στενή σχέση του ριζοσπαστικού ισλαμισμού με τη νέα εβραιοφοβία, το επαναλαμβανόμενο θέμα της οποίας είναι η καταστροφή του Ισραήλ. Τίθεται όμως ένα ερώτημα. Πώς μπορεί κάποιος να ασκεί κριτική στο Ισραήλ χωρίς να είναι εβραιόφοβος; 
- Ο παλιός αντισημιτισμός επιβιώνει μέσω της απλής υποκατάστασης της λέξης «Εβραίος» από τη λέξη «σιωνιστής», κυρίως στους οπαδούς της συνωμοσιολογικής σκέψης: έτσι, η «διεθνής εβραϊκή συνωμοσία» αναβαπτίζεται στην «παγκόσμια σιωνιστική συνωμοσία». Ο εξισλαμισμός των «Πρωτοκόλλων των Σοφών της Σιών», στα οποία αναφέρεται ο Χάρτης της Χαμάς, αποτελεί τον πρωταρχικό της φορέα.Η διεθνής συνωμοσία ερμηνεύεται με παρανοϊκό τρόπο από τους ριζοσπάστες ισλαμιστές, ως μία μεγάλη συνωμοσία κατά του Ισλάμ και των μουσουλμάνων, η οποία καθοδηγείται από τους Εβραίους. Η ίδια η ύπαρξη του κράτους του Ισραήλ θεωρείται ως η απόδειξη της μεγα-συνωμοσίας. Αν το Ισραήλ πρέπει να καταστραφεί, είναι γιατί αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας επιχείρησης που θεωρείται εγκληματική: της εγκατάστασης των Εβραίων σε μία υποτιθέμενη «γη του Ισλάμ».Ο εξισλαμισμός της παλαιστινιακής υπόθεσης καθιστά αδύνατη κάθε πραγματική διαπραγμάτευση που θα κατέληγε σε έναν συμβιβασμό. Σε όλο μου το έργο από τη δεκαετία του 1980, διακρίνω με σαφήνεια τον ριζοσπαστικό αντισιωνισμό από τη θεμιτή κριτική, εντός μιας φιλελεύθερης/πλουραλιστικής προοπτικής, προς την πολιτική της μιας ή της άλλης ισραηλινής κυβέρνησης, δεξιάς ή αριστερής. Η δημοκρατική κριτική της πολιτικής μιας κυβέρνησης, υπαγόμενη στη θεμιτή δημόσια αντιπαράθεση, δεν πρέπει να ταυτίζεται με την κλήση για την καταστροφή ενός κράτους-έθνους. Αυτή όμως η κλήση προς εξαφάνιση αποτελεί την καρδιά του προγράμματος του ριζοσπαστικού αντισιωνισμού. 
H «αγανάκτηση» έγινε μόδα 
- Σήμερα, στην Ελλάδα, αλλά και στην Ισπανία, έχει κάνει την αυθόρμητη εμφάνισή του ένα νέο κίνημα, οι «Αγανακτισμένοι». Στρέφεται κατά των «διεφθαρμένων» πολιτικών συστημάτων, κατά της «ολιγαρχίας». Πώς να ερμηνεύσουμε αυτές τις κινητοποιήσεις; Η «αγανάκτηση» είναι το άλλο όνομα ενός αριστερού λαϊκισμού; 
- Δεν πιστεύω ότι οι κινητοποιήσεις που φέρουν το όνομα «αγανακτισμένοι», στην Ισπανία ή στην Ελλάδα, είναι «αυθόρμητες». Βρήκαν το μοντέλο τους στις μαζικές διαδηλώσεις, οι οποίες, σε ορισμένες χώρες του Μαγκρέμπ ή του Μακρέκ, κατέληξαν σε αυτό που ο μιντιακός κόσμος, σε μια έξαρση λυρικής ψευδαίσθησης, βάφτισε «αραβική άνοιξη». Η μόνη αυθεντικότητά τους ήταν ότι άδραξαν τη μοδάτη λέξη που έθεσε σε κυκλοφορία ο ασήμαντος λίβελος του Στεφάν Εσσέλ, του ψευδο-συντάκτη της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.Η λέξη «αγανάκτηση» είναι πανσυλλεκτική. Μπορεί να μπει σε όλες τις σάλτσες. Ποιος δεν είναι «αγανακτισμένος» για τον έναν ή τον άλλο λόγο; Σε κάθε πολιτικό κίνημα πρέπει να διακρίνουμε τη ρητορική διατύπωση από τις βλέψεις ή τις πραγματικές προθέσεις. Η ρητορική διατύπωση των «αραβικών εξεγέρσεων» πρόκρινε τα μοτίβα της «ελευθερίας», της «δημοκρατίας» και της «δικαιοσύνης», καθώς και την καταγγελία της «διαφθοράς». Η πραγματική τους στόχευση ήταν να εκδιώξουν την ιθύνουσα ομάδα («Φύγε»!): το επίπεδο μηδέν του πολιτικού προγράμματος, έκφραση μιας απόρριψης συνοδευόμενης από διακίνηση φημών.Αυτές οι υποτιθέμενες «επαναστάσεις» δεν ήταν παρά πραξικοπήματα, ακριβέστερα, στρατιωτικά πραξικοπήματα μεταμφιεσμένα σε νίκες του «λαού» ή της «δημοκρατίας». Στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες, για τους «αγανακτισμένους», το διακύβευμα είναι επιπλέον να πάρουν την εξουσία (αρνητικά οριζόμενη: να εκδιώξουν από την εξουσία τους «διεφθαρμένους» ή τους «κλέφτες»), αλλά ο εχθρός δεν ορίζεται με σαφήνεια, ούτε η ομάδα διαμαρτυρίας μπορεί με επάρκεια να ταυτοποιηθεί. Οι ηγέτες δεν είναι πολιτικά αξιόπιστοι. Το πρόγραμμα είναι και σε αυτό το σημείο υπερ-μινιμαλιστικό και πλήρως αρνητικό: ενάντια στους «διεφθαρμένους» κ. λπ.Ο Γάλλος μαρξο-λαϊκιστής Ζαν-Λυκ Μελανσόν διατύπωσε το σύνθημα: «Να φύγουν όλοι!». Η δαιμονοποίηση του εχθρού αντικαθιστά την ανάλυση της κατάστασης και τον στοχασμό για τους πολιτικούς στόχους. Τίποτα δεν είναι πιο αξιοθρήνητο από την προσφυγή των Ελλήνων «αγανακτισμένων» στα πιο τετριμμένα προπαγανδιστικά αμαλγάματα του τύπου «Ναζί-Ναζί/Μέρκελ-Σαρκοζί». Η ναζιστικοποίηση του αντιπάλου είναι ο νέος σοσιαλισμός των ηλιθίων. Θλίβεται κανείς μπροστά στη διανοητική μιζέρια μιας τέτοιας πολιτικής αμφισβήτησης.Η αγανάκτηση δεν συνιστά πολιτική, εικονίζει τη σημερινή τάση προς το απολίτικο, που αντικαθιστά τον πολιτικό στοχασμό από έναν χωρίς προοπτικές ηθικισμό, ή από αντικαπιταλιστικά αναθέματα διεπόμενα από το μαγικό φαντασιακό. Οσο για τη στρατηγική, αυτή ανάγεται στην πρωτογενή πολιτική έκφραση που είναι η διαδήλωση. Ακόμα μια φορά, η «οργή» του λαού ή των μαζών ιεροποιείται. Στο βάθος, όμως, πιστεύω ότι αυτές οι κινητοποιήσεις εκφράζουν έναν φόβο του μέλλοντος, που έγινε τελείως αδιαφανές. Το μεγάλο μήνυμα που ακούγεται σε αυτές τις συγκεντρώσεις των θυμάτων της χρηματιστικοποιημένης κρίσης, είναι το αναπάντητο ερώτημα: «τι θα απογίνουμε;». Πρόκειται για ερώτημα που τίθεται όταν κάποιος είναι απολιθωμένος από το αίσθημα ότι ζει την τελική παρακμή. Συνεπώς, δεν πρόκειται τόσο για διεκδικήσεις όσο για θρηνωδίες, ενδεχομένως συνοδευόμενες από βιαιότητες. Για μιζεραμπιλισμό μάλλον, παρά για λαϊκισμό. Για περισσότερο ή λιγότερο οργισμένες οιμωγές των «θυμάτων», παρά για πραγματικές εξεγέρσεις.Οι απογοητευμένοι του παρόντος εμφανίζονται την ίδια στιγμή ως οι αποκλεισμένοι του μέλλοντος. Η αλήθεια αυτών των κινητοποιήσεων είναι το αίσθημα μιας ολικής αδυναμίας των πολιτικών ιθυνόντων, που έχουν παρασυρθεί από τις ανεξέλεγκτες αναταράξεις μιας χρηματιστικοποιημένης οικονομίας. Αυτό που αποκαλείται παγκοσμιοποίηση, νέα φιγούρα του πεπρωμένου, απρόσωπη και ανελέητη. Καμία απάντηση δεν είναι πλέον αξιόπιστη στην ερώτηση «Τι να κάνουμε;». Αυτό που κερδίζει έδαφος είναι η απελπισία, δηλαδή το κατεξοχήν απολιτικό πάθος. Το μίσος κατά των «σάπιων» ή των «κλεφτών» μπορεί να οδηγήσει οπουδήποτε. Περιλαμβανομένης και μιας νέας μορφής δικτατορίας, μιας μετα-φιλελεύθερης δικτατορίας. 
Ο λαϊκισμός και η Ακρα Δεξιά 
- Τον τελευταίο καιρό ιδιαίτερα, «η Ευρώπη της άκρας δεξιάς» κερδίζει έδαφος, όπως το είδαμε και με την περίπτωση των «Πραγματικών Φινλανδών». Στη Γαλλία, επίσης, η Μαρίν Λεπέν θέλει να καταστήσει σεβαστό το κόμμα της. Ποιες είναι οι αιτίες αυτής της νέας ώθησης; 
- Στη δεκαετία του 2000, γίναμε μάρτυρες της εξαφάνισης των καταστατικών στοιχείων του πεδίου της άκρας δεξιάς, όπως αυτό αναδιαμορφώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι «νέο-» εξαφανίσθηκαν, αφήνοντας χώρο σε κινήματα ή αναδυόμενα κόμματα που δεν παρουσιάζονται ως κληρονόμοι μιας καλά προσδιορισμένης παράδοσης. «Νεο-ναζί» και «νεο-φασίστες» δεν είναι πλέον παρά φολκλορικές επιβιώσεις, έχοντας μεγαλύτερη σχέση με την «αντεργκράουντ» κουλτούρα των δεκαετιών του εξήντα και του εβδομήντα παρά με το Τρίτο Ράιχ.Ο, τι σήμερα εξακολουθούμε να αποκαλούμε «άκρα δεξιά», λόγω παλιάς γλωσσικής συνήθειας, συνομαδώνει και αμαλγαμοποιεί με καταχρηστικό τρόπο όλες τις περισσότερο ή λιγότερο ενορμητικές αντιδράσεις κατά της χρηματιστικής παγκοσμιοποίησης και του εξευρωπαϊσμού προς μια μεταεθνική κατεύθυνση. Αυτές όμως οι αντιδράσεις βαίνουν προς κάθε κατεύθυνση: μπορούν να ερμηνευθούν ως «πρόοδοι» ή ως «παλινδρομήσεις», νομιμοποιημένες ή μη «αντιστάσεις», αναδυόμενες μορφές ξενοφοβίας ή ταυτοτικές επιβεβαιώσεις που μένουν στο πλαίσιο του δημοκρατικού πλουραλισμού.Το συγκινησιακο-φαντασιακό τους φόντο είναι ο φόβος, που εντοπίζεται είτε στο παρόν (φόβος απώλειας κεκτημένων), είτε στο μέλλον (φόβος εθνοτικοποιημένων εμφυλίων πολέμων). Η διανοητική οκνηρία οδηγεί στο να ερμηνεύουμε όλες αυτές τις μαζικές αντιδράσεις αρνητικά, να τις δαιμονοποιούμε ανάγοντάς τες σε εκφράσεις μιας φαντασματικής «άκρας δεξιάς», η οποία είναι καταδικασμένη από το Νόημα της Ιστορίας. Αυτή είναι η μεγάλη ψευδαίσθηση, κληρονομιά του εγελιανο-μαρξιστικού 19ου αιώνα. Γιατί δεν υπάρχει Νόημα της Ιστορίας: η παγκοσμιοποίηση βαίνει προς κάθε κατεύθυνση, και προκαλεί αντιδράσεις που και αυτές οδεύουν προς κάθε κατεύθυνση.Η ενίσχυση της Ευρώπης δεν είναι περισσότερο πιθανή από την κατάρρευσή της μετά την εξαφάνιση του ευρώ, ακολουθούμενη από γενικευμένες επανεθνοτικοποιήσεις ή ανακερματισμούς, που μπορεί να ωφελήσουν τα παλιά κράτη-έθνη, αλλά που μπορεί και να ευνοήσουν τη διάλυσή τους. Το νέο «Εθνικό Μέτωπο» της Μαρίν Λεπέν εικονίζει καλά τα διφορούμενα των εθνικο-λαϊκιστικών κινημάτων: στον ιδεολογικό τους λόγο βρίσκουμε δάνεια τόσο από την ακροαριστερή αντι-παγκοσμιοποίηση όσο και στοιχεία που προέρχονται από εθνικιστικές παραδόσεις. Κάτι που τα καθιστά ταυτοχρόνως αταξινόμητα και ελκυστικά. Αλλά αυτό, ακριβώς, πρέπει να μας κάνει ώστε να τα ενσωματώσουμε στο «ομαλό» πολιτικό παιγνίδι.- Τι πρέπει να κάνουν οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες;- Οι νέοι ταυτοτικοί λαϊκισμοί ή οι λαϊκισμοί διαμαρτυρίας διαβρώνουν τις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες εκ των έσω. Εκπροσωπούν γι' αυτές μια πρόκληση που πρέπει να την αντιμετωπίσουν με διαύγεια και κουράγιο. Αν η «εξομάλυνση» των λαϊκιστικών κινημάτων δεν επιχειρηθεί, τα παλιά κόμματα αριστεράς και δεξιάς κινδυνεύουν να χάσουν την ελκτικότητά τους, και να καταλήξουν να ταυτισθούν μέσα σε ένα αδιαφοροποίητο κέντρο έναντι του οποίου θα κατισχύσει το νέο στρατόπεδο της «αλλαγής» (μαγική λέξη σήμερα που προκρίνεται από τους δημαγωγούς), μονοπωλούμενης από τους δημαγωγούς της «αντιπαγκοσμιοποίησης».Αυτοί οι τελευταίοι θα βρίσκουν εύφορο έδαφος στο να καταγγέλλουν τη διεθνή «πλουτοκρατία» ή τις χρηματιστικές ολιγαρχίες, την ευρωπαϊστική «γραφειοκρατία», κλπ. Εδώ βρίσκονται τα στοιχεία του νέου λόγου της εξέγερσης «της γης των κολασμένων». Η κρίση να γενικευθεί ριζοσπαστικοποιούμενη, και οι νέοι δημαγωγοί που δεν θα αργήσουν να αναδυθούν, η πολιτική φύση εχθρεύεται το κενό, να παρουσιασθούν ως σωτήρες γοητεύοντας τα πελαγωμένα πλήθη. Αυτοί όμως οι δημαγωγοί δεν θα έχουν άλλη νομιμοποίηση από αυτή που θα τους αποδίδει το κυνηγητό των εικαζόμενων υπευθύνων των συμφορών του «λαού» τους, κυνήγι μαγισσών που θα μπορούσε να πάρει τη μορφή κλητεύσεων για εμφύλιο πόλεμο ή εκστρατειών σε περιφερειακούς πολέμους.Φυγή προς τα μπρος μέσα στο χάος. Τότε, η ειρωνεία της Ιστορίας θα μπορούσε να πάρει το πρόσωπο του τραγικού. Αλλά ποιος μπορεί να πιστεύει ότι η πορεία της Ιστορίας μοιάζει με αυτή ενός ήσυχου ποταμού; 
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 16/08/2011

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Η δύναμη των λέξεων στα χρόνια των Οθωμανών


Τα τοπωνύμια μεταφράστηκαν, επακριβώς ή παραφθαρμένα, ακολουθώντας το ιστορικό υπόβαθρο ή απλώς τη φωνητική εκφορά

  • Του Σπ. Ι. Ασδραχα* Η Καθημερινή, Kυριακή, 17 Aπριλίου 2011
Συνεχίζω με τα σήματα του τόπου. Ισως ο αναγνώστης σκεφτεί ότι έχω κλειστεί σε κάποιον αχερώνα (όχι ελεφάντινο πύργο) κι αναμασώ τα παρωχημένα, καρικατούρα του «λάθε βιώσας» ή της αδιαφορίας της Στοάς. Οχι. Αυτά που προσπαθώ να εκφέρω είναι επίκαιρα γιατί αφορούν τη φενακισμένη συνείδηση που έχουμε για τα τρέχοντα, οδυνηρά και αποδομητικά. Αποδομητικά και ως προς την ιστορική κατασκευή της μνήμης, αλλιώς της αυτογνωσίας. Ομόλογα, δάνεια και άλλα συναφή, μια «κοινωνική» γλώσσα που παραγνωρίζει το εύρος των σημαινομένων και των σχέσεων που τα προσδιορίζουν. Αλλά δεν έχω την αρμοδιότητα να μιλήσω γι’ αυτά. Ας μείνουμε στα ταπεινά αυτά, στα μεταφραζόμενα τοπωνύμια, και πάλι κορφολογώντας χωρίς να εξαντλώ την παραδειγματολογία ή τους τύπους της.

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

Η συλλογική ευθύνη στον κόσμο της οικονομίας

Οι κοινότητες ως συντελεστής διαιώνισης της κατάκτησης με όργανο τις φορολογικές λειτουργίες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία
  • Του Σπ. Ι. Ασδραχα*, Η Καθημερινή, Kυριακή, 24 Oκτωβρίου 2010
Ο κόσμος της οικονομίας, ορισμένες όψεις της οποίας προσπάθησα να περιγράψω στα δύο τελευταία σημειώματα, έχει ισχυρή θεσμική πλαισίωση και κανόνες που ρυθμίζουν τους τομείς της δραστηριότητάς της. Προεξάρχοντα ρόλο διαδραματίζει η συλλογική ευθύνη. Ακόμη και η ατομική ευθύνη εντάσσεται σε ένα σύστημα αλληλεγγυοτήτων, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι δεν υπάρχει ευθύνη απολύτως προσωπική. Οι συλλογικότητες έχουν φυσικά μια εδαφικότητα, μορφώνονται στον χώρο. Είναι ένας χώρος μεταβλητός που αντιστοιχεί στις διοικητικές και δημοσιονομικές ενότητες των απέραντων εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ακραίο παράδειγμα τα όρια των χωριών που είναι επιφορτισμένα με τον έλεγχο της διακίνησης με την οδοφυλακή, τα ντερβενοχώρια όπως ονομάστηκαν και κάποτε μετέπεσαν σε τοπωνύμια. Τα όριά τους; Ως εκεί που φτάνει η φωνή, διαβάζουμε στα συναφή τεκμήρια.
Θα ήταν μακρός και άχαρος για τον αναγνώστη ο κατάλογος των περιπτώσεων όπου ισχύει η συλλογική ευθύνη. Θα μορφολογήσω λίγα παραδείγματα. Ανάμεσα στους φόρους που βάρυναν τους αγροτικούς πληθυσμούς ήταν κι εκείνος που κατέβαλλε το αργό ζευγάρι γης. Προφανώς δεν τον κατέβαλλε ο φευγάτος καλλιεργητής, αλλά η κοινότητα στην οποία ανήκε. Η τελευταία μάλιστα είχε το δικαίωμα να εκποιεί το εγκαταλελειμμένο αγρόκτημα - την «μπάστινα», σλαβικός όρος που απαντά, ωστόσο, και στον Πόντο. Η κοινότητα, αλλοιώς το Κοινόν, είναι ο τυπικός θεσμός που εδράζεται στη συλλογική ευθύνη. Είναι θεσμός παλαιότερος από την εποχή που διαθέτουμε ρητά τεκμήρια γι' αυτόν, κυρίως τον 18ο αιώνα. Αλλοι φόροι (ορθότερα δικαιώματα), μολονότι φαίνονται ως προσωπικοί, επιβάλλονται στον πληθυσμό του χωριού και αυτός πρέπει να τους αποπληρώσει: δικαιώματα, λόγου χάρη, γάμου, δικαιώματα για τη διάπραξη εγκλημάτων ή αδικημάτων και άλλα παρόμοια δικαιώματα, όπως η χορτονομή. Και αυτός ο πληθυσμός των μικρών εδαφικών ενοτήτων, έπρεπε να έχει την εκπροσώπησή του.
Ο όρος «πρωτόγερος» περνά πρώιμα στην οθωμανική ορολογία. Υπήρχαν οι ομόλογοί τους πριν από την κατάκτηση, όπως και η συλλογική ευθύνη για την καταβολή των δικαιωμάτων, με κατ' εξοχήν παράδειγμα το βυζαντινό «αλληλέγγυον», σύμφωνα με το οποίο όσοι είχαν φοροδοτική ικανότητα, οι «δυνατοί», υποχρεούνταν να καταβάλλουν τον φόρο όσων δεν είχαν αυτή την ικανότητα. Δεν ανήκω σ' εκείνους που θεωρούν ότι το αλληλέγγυο ήταν ένα αντιπλουταρχικό μέτρο. Αλλά ας μην πελαγοδρομούμε.
Ας υπενθυμίσουμε ότι για να στερεωθεί μια κατάκτηση, θα πρέπει οι κατακτημένοι να έχουν ήδη μια πλαισίωση, να αποτελούν μια κοινωνία, μια συγκροτημένη συλλογικότητα, όχι υποχρεωτικά ενιαία, αλλά τουλάχιστον πολυκυτταρική. Ακραίο παράδειγμα οι φερέοικοι νομάδες κτηνοτρόφοι, τσιγκάνοι, γιουρούκοι.
Το χαρακτηριστικό της οθωμανικής κατάκτησης συνίσταται στο γεγονός ότι μια κοινωνία επικάθεται σε μιαν άλλη. Μολονότι η κατακτητική κοινωνία έχει λειτουργική διαστρωμάτωση, ωστόσο στο σύνολό της είναι ενιαία, είναι ο κόσμος του Ισλάμ. Οι κατακτημένοι έχουν επίσης τη δική τους διαστρωμάτωση και στο πλαίσιό της πλέκεται η συλλογική ευθύνη.
Ενα από τα πλείστα παραδείγματα, οι συλλογικοί εγγυητές, οι «μπελί κεφίληδες», σύμφωνα με την οθωμανική φορολογία: τυχαίνει, λόγου χάρη, κάθε άτομο χωριστά σε ένα χωριό να οφείλει ένα δάνειο, ανισόποσο από ατομική σε ατομική περίπτωση. Ολοι όμως οι οφειλέτες είναι αλληλέγγυοι ως την αποπληρωμή του δανείου. Οι ίδιες αλληλεγγυότητες ίσχυαν και σε εμπορικές επιχειρήσεις, όταν μάλιστα ανταποκρίνονταν σε κρατική εντολή, όπως λόγου χάρη εκείνες που υπηρετούσαν τον εφοδιασμό της πρωτεύουσας με σιτηρά. Μια τυπολογική προσέγγιση θα μιλούσε για πρόδρομες μορφές μεταγενέστερων εταιρικών σχέσεων, αλλά η προσέγγιση αυτή θα προσέκρουε στη χρονικότητα των οικονομικών θεσμών: οι τελευταίοι ανασηματοδοτούνται και διαφοροποιούνται κατά τη μετάβαση από το ένα οικονομικό σύστημα στο άλλο.
Οι εταιρικές σχέσεις και οι αμοιβαιότητες τις οποίες συνεπάγονται δεν είναι άμοιρες της διαφορετικής κοινωνικής ισχύος των συμβαλλομένων. Οταν ένας έμπορος συνεταιρίζεται με ένα ισχυρό κοινωνικό άτομο που καταθέτει ένα πραγματικό ή ιδεατό κεφάλαιο στην εταιρεία, καθώς βλέπω να συμβαίνει στο προχωρημένο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, και η επιχείρηση αποβαίνει παθητική, ο έμπορος παραγγέλνει στους κληρονομοδιαδόχους του να μην απαιτήσουν τίποτε από τον κοινωνικά ισχυρό εταίρο: ο «ίσκιος» του μας προστατεύει.
Η συλλογική ευθύνη μπορεί στο εσωτερικό της κοινότητας να κατανέμεται σύμφωνα με το επάγγελμα. Μικρό αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα: στην «ταρίφα», δηλαδή (εδώ) το ποινολόγιο της Μυκόνου του 1647 διαβάζουμε ότι αν δεν βρεθεί εκείνος που έκοψε την ουρά ενός αλόγου και πρέπει να καταβάλει δύο γρόσια, τότε το πρόστιμο αυτό οφείλουν να το πληρώσουν οι ψαράδες. Φαίνεται περίεργο αν δεν ξέρει κανείς ότι από τις αλογότριχες φτειάχνανε πετονιές και φυσικά πετονιές φτειάχναν οι ψαράδες. Multum in parvo.
Ας παραμείνουμε στις κοινότητες. Εχουν εξιδανικευθεί από ορισμένη ιστοριογραφική οπτική και όχι απολύτως άδικα. Υπάρχει όμως και η άλλη όψη του νομίσματος: οι κοινότητες ως συντελεστής της διαιώνισης της κατάκτησης. Και τούτο με όργανο τις φορολογικές λειτουργίες της κοινότητας.
Γιατί η κοινότητα εισπράττει, κατανέμει και κάποτε ενοικιάζει τον επιδικαζόμενο φόρο, για παράδειγμα τη δεκάτη των σιτηρών. Δεν σημαίνει ότι ο απαιτούμενος φόρος συγκεντρώνεται πάντα στο σύνολό του: σ' αυτή την περίπτωση καταφεύγει σε δανεισμό, εσωτερικό και εξωτερικό - και πάλι τίθενται σε ενέργεια οι εσωτερικές αλληλεγγυότητες, στις οποίες συμβαίνει να μετέχουν και οι ξενιτεμένοι. Η κοινότητα κωδικοποιεί επίσης το εθιμικό της δίκαιο που κι αυτό έχει το οικονομικό του έδρασμα: ισομοιρία ή προνόμιο των πρωτοτόκων, αρσενικών και θηλυκών, επιστροφή της προίκας στην οικογένεια της μάνας, όταν δεν υπάρχουν απόγονοι.
Δεν πρόκειται να εξαντλήσω σ' αυτό το σημείωμα την τυπολογία της συλλογικής ευθύνης και του συνδρόμου της, τις αλληλεγγυότητες ή το ενδιαφέρον των πιο ανεπτυγμένων κοινοτήτων για τη διάδοση της παιδείας με τον ευεργετισμό που το συνοδεύει και το εξατομικεύει. Είναι κι αυτός ένας από τους κρίκους της αλυσίδας των καταναγκασμών της φορολογικής λειτουργίας, καταναγκασμών από τους οποίους αναδύεται μια άλλη μορφή ευθύνης, η προσωπική: ευθύνη των οικονομικών ηγεσιών, για τη γενέτειρα, που νωρίς ωστόσο, πριν τη δημιουργία του ελληνικού Κράτους, την υπερβαίνει, για να μεταλλαχθεί σε ευθύνη απέναντι στο ευρύτερο σύνολο που το ονόμαζαν «γένος», το έθνος με άλλα λόγια που μορφώθηκε, διαφοροποιούμενο, σε εθνικό κράτος.

Σάββατο 23 Μαΐου 2009

Οι αναγνώστες διψούν για βιβλία Iστορίας

  • Σε όλες τις χώρες του κόσμου και στην Ελλάδα ξαναδιαβάζουν τις πηγές, διατυπώνουν νέες ερμηνείες και προκαλούν συζητήσεις

Πραγματεύονται την παλαιότερη ή την πρόσφατη ιστορία. Τους επώνυμους ήρωες ή το ανώνυμο πλήθος της ιστορίας. Και διαβάζονται πολύ. Είτε πρόκειται για νέες προσεγγίσεις της ιστοριογραφίας, είτε για βιογραφίες και μαρτυρίες των πρωταγωνιστών, είτε απλώς για ιστορικό μυθιστόρημα, που μας μεταφέρει στο κλίμα μιας κάποιας εποχής. Τα βιβλία ιστορίας έχουν αυξήσει τις πωλήσεις τους και αντιστοίχως έχουν αυξηθεί και οι άνθρωποι που μελετούν ιστορία, στην Ελλάδα και διεθνώς. Τα τελευταία δέκα χρόνια, όσα βιβλία αγγίζουν με κάποιο τρόπο ένα ιστορικό θέμα αυξήθηκαν κατά 35%, σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκεντρώνει το Βιβλιονέτ του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Και όσα βιβλία καταπιάνονται αμιγώς με την ιστορία αυξήθηκαν κατά 18,7% από το 1999 μέχρι το 2008.

Η αύξηση των τίτλων της ιστορίας δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Σε όλες τις χώρες του κόσμου οι ιστορικοί, οι μελετητές και οι ερευνητές ξαναδιαβάζουν τις πηγές της ιστορίας, διατυπώνουν νέες ερμηνείες, προκαλούν συζητήσεις, συγκρούσεις, έριδες. Στη Γαλλία, π.χ., την τελευταία δεκαετία (1999-2008) η έκδοση των βιβλίων ιστορίας αυξήθηκε κατά 49,7%. Συγκεκριμένα από τους 1.650 τίτλους το 1999, το 2008 εκδόθηκαν 2.470 βιβλία που αφορούν με διάφορους τρόπους τη μελέτη ιστορικών περιόδων. Ειδικά για το 2008, στη Γαλλία οι θεματικές ενότητες βιβλίων που μελετούν τις πηγές της ιστορίας χωρίζονται ως εξής: Τοπική ιστορία 23,5%, Ιστορία της Γαλλίας 20,5%, ευρωπαϊκή ιστορία 16,7%, ιστορία άλλων ηπείρων 10,8%, προϊστορία-αρχαιολογία 8%, αρχαία ιστορία 6%, ιστορία (γενικά) 5,5%, ιστορία (πηγές) 5%, γενεαλογία 4%.

Εχει ενδιαφέρον να δούμε ξεχωριστά με τι καταπιάστηκαν τα βιβλία ιστορίας στην Ελλάδα την περασμένη χρονιά. Η συγκριτική εξέταση δείχνει μια πρώτη εικόνα για τα ενδιαφέροντα τόσο των μελετητών όσο και του κοινού στις δύο χώρες. Ετσι, και στην Ελλάδα, το 2008 οι περισσότεροι τίτλοι που εκδόθηκαν αφορούσαν την τοπική ιστορία και τον ελληνισμό της διασποράς (19,4%) και ακολουθούν: συνθετικά και γενικά έργα (15,4%), αρχαία ιστορία (13,8%), πρώιμοι νεότεροι χρόνοι έως και το 1821 (12,6%), Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (12,1%), Βυζάντιο-Μεσαίωνας (8,7%), νεότερη ιστορία ώς τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (6,5%), σύγχρονη ιστορία (4,8%), ευρωπαϊκή και διεθνής ιστορία (6,7%). Και στις δύο χώρες υπάρχει έντονο ενδιαφέρον για την τοπική ιστορία, αλλά στη Γαλλία μελετάται (και διδάσκεται;) και η ιστορία της Ευρώπης και των άλλων ηπείρων.

  • Η Iστορία αποτελεί σύγχρονο οπλοστάσιο

Ο καθηγητής Χάγκεν Φλάισερ μελετάει τη νεότερη και τη σύγχρονη ιστορία. «Οι κυβερνήσεις, τα κόμματα, τα ΜΜΕ και οι ερευνητές κατάλαβαν ότι η ιστορία αποτελεί ένα οπλοστάσιο για όποιον ξέρει να τη χειρίζεται. Από την αλλή, όλη αυτή η εκδοτική αύξηση δεν θα λειτουργούσε αν το κοινό δεν ανταποκρινόταν», λέει στην «Κ». Και επισημαίνει την αμφίδρομη λειτουργία και σύζευξη των έντυπων και των ηλεκτρονικών μέσων (ντοκιμαντέρ και εκδόσεις) που αγγίζει ιδιαίτερα το κοινό. «Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια διάθεση συνειδητοποίησης για το τι είναι «οι ρίζες», η ταυτότητα, από πού ερχόμαστε», λέει. Και θεωρεί θετικό ότι κυκλοφορούν όλο και περισσότερα βιβλία για θέματα που ήταν ιστορικά ταμπού σε όλο τον κόσμο. «Υπάρχει η αναθεωρητική ιστορία, που δεν διστάζει να τα πλησιάσει, να τα συζητήσει, να τα προσεγγίσει. Δυστυχώς έγινε κατάχρηση του ωραίου όρου «αναθεωρητική ιστορία», που ουσιαστικά σημαίνει το ξανακοίταγμα της ιστορίας. Δηλαδή μην επαναπαύεσαι με όσα είπε ο Παπαρρηγόπουλος».

Ο Χάγκεν Φλάισερ πιστεύει ότι για την εκδοτική άνθηση των βιβλίων ιστορίας συνέβαλε η τομή του '89-90 και η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. «Εχουμε μια τεράστια προσφορά ιστορίας από κάθε άποψη. Εχουμε νέες πηγές, νέες προσεγγίσεις, νέες θεματικές, νέες ιστορίες. Τα αρχεία στις χώρες ανατολικού μπλοκ άνοιξαν. Και δεν είναι μόνο τα δικά τους αλλά και αρχεία χωρών της δυτικής Ευρώπης που βρίσκονταν στα χέρια των Ρώσων και των Ανατολικών. Η μόνη χώρα που δεν προικίστηκε από τα γεγονότα είναι η Ελλάδα, γιατί φροντίζουμε να χάνουμε, να πολτοποιούμε ή να καίμε τα αρχεία». Τον ρωτάμε για το αν υπάρχουν «στρατευμένοι ιστορικοί», αν η ερμηνεία της ιστορίας επηρεάζεται από πολιτικές διαθέσεις και στρατεύσεις των ιστορικών. «Αν υπάρχουν στρατευμένοι ιστορικοί σημαίνει ότι υπάρχουν και κάποιοι που τους στρατεύουν. Οι πολιτικές ηγεσίες συχνά χρησιμοποιούν τις ερμηνείες της ιστορίας ενόψει της πολιτικής επικαιρότητας (εκλογές, κ.λπ.). Εκεί που γίνεται επικίνδυνο το παιχνίδι αυτό, είναι όταν μια τεράστια δύναμη, σαν την Αμερική, ζητάει τη νομιμοποίηση για ενέργειες του παρόντος από το πρόσφατο παρελθόν», λέει.

  • Ο ρόλος των ΜΜΕ

Οσο για το ιστορικό μυθιστόρημα, που στην Ελλάδα έχει σχεδόν τριπλασιαστεί τα τελευταία δέκα χρόνια (από 20 τίτλους το 1999, 74 τίτλους το 2008), ο Χάγκεν Φλάισερ λέει: «Από τη στιγμή που υπάρχει ενδιαφέρον για την ιστορία, ο μέσος αναγνώστης προσπαθεί να μάθει από δεύτερο χέρι. Κι εδώ παίζουν ρόλο και τα ΜΜΕ. Ο μέσος αναγνώστης δεν παίρνει το βιβλίο του τάδε ιστορικού με τις δεκάδες υποσημειώσεις, παίρνει το ιστορικό μυθιστόρημα και νομίζει ότι μαθαίνει για την εποχή. Γενικά γοητεύει η γνωριμία με τις συνθήκες της κάθε εποχής, γι' αυτό έχουν μεγάλη απήχηση τέτοιου είδους βιβλία».

«Για το ιστορικό βιβλίο σε κάθε χώρα υπάρχουν ειδικά χαρακτηριστικά. Ας πούμε το ιστορικό μυθιστόρημα, π.χ. στη Γαλλία και τη Γερμανία ασχολείται πολύ με το θέμα του ναζισμού, ενώ στην Ελλάδα όχι», λέει στην «Κ» ο διευθυντής της «Νέας Εστίας» Σταύρος Ζουμπουλάκης. «Σε ό,τι αφορά το αμιγώς ιστορικό βιβλίο στην Ελλάδα εκείνο που έχει ανεβάσει τον αριθμό των τίτλων είναι η μελέτη της δεκαετίας '40-50, έχουμε μια πληθώρα βιβλίων γι' αυτή τη δεκαετία. Και στην προκειμένη περίπτωση, νομίζω η ερμηνεία είναι εύκολη. Είναι τα άλυτα ζητήματα της νεότερης ιστορίας, που δεν κουβεντιάστηκαν ποτέ.

Αυτή τη στιγμή υπάρχουν οι πολιτικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις να κουβεντιαστούν. Είναι όλοι πιο έτοιμοι να κουβεντιάσουν αυτά τα θέματα, και οι δεξιοί και οι αριστεροί, παρά να οχυρώνονται σε αυτοοχυρωτικούς μύθους. Ομως δεν θεωρώ ότι η αύξηση του αριθμού των ιστορικών βιβλίων σημαίνει ότι ανθεί η ελληνική ιστοριογραφία, δηλαδή το πρωτογενές έργο Ελλήνων ιστορικών. Αν κάποιος θελήσει σήμερα στην Ελλάδα να συστήσει σ' έναν μαθητή ή σ' έναν μορφωμένο άνθρωπο ένα βιβλίο σοβαρό και πλήρες για την Επανάσταση του '21 απλώς δεν υπάρχει, γιατί όλοι έχουν πέσει στη δεκαετία '40-50. Να μην πω τι ελλείψεις υπάρχουν για τον 15ο, τον 16ο ή τον 17ο αι. Οι παλαιότερες περίοδοι της ιστορίας θέλουν υψηλές τεχνικότητες. Υπάρχει βέβαια και το θέμα της ακαδημαϊκής μηχανής, που αν διδάσκει κάποιος αυτή την περίοδο, αναθέτει και τέτοιες διατριβές».

  • Της Ολγας Σελλα, Η Καθημερινή, 24/5/2009

Κυριακή 5 Απριλίου 2009

Η ιστορία από τη σκοπιά της Δύσης. Από τις Θερμοπύλες, στην 11η Σεπτεμβρίου

  • «Η μοίρα του πολιτισμού της Δύσης, η μοίρα του ανθρώπου, πολύ απλά, απειλούνται σήμερα. (...) Ολοι οι ταξιδιώτες, όλοι οι ξένοι που ζουν εδώ και καιρό στην Απω Ανατολή μάς το βεβαιώνουν: μέσα σε δέκα χρόνια, τα μυαλά άλλαξαν περισσότερο απ' ό,τι μέσα σε δέκα αιώνες.
  • Την παλιά, εύκολη υποταγή διαδέχθηκε μια σκοτεινή εχθρότητα, και, μερικές φορές, ένα πραγματικό μίσος που δεν περιμένει παρά την κατάλληλη στιγμή για να περάσει στη δράση. Από την Καλκούτα ώς τη Σαγκάη, από τις στέπες της Μογγολίας μέχρι τις πεδιάδες της Ανατολίας, η Ασία βασανίζεται από μια κρυφή επιθυμία απελευθέρωσης. Η υπεροχή στην οποία ήταν συνηθισμένη η Δύση, από την ημέρα που ο Ζαν Σομπιέσκι σταμάτησε οριστικά την έφοδο των Τούρκων και των Τατάρων κάτω από τα τείχη της Βιέννης(1), δεν αναγνωρίζεται πια από τους Ασιάτες. Αυτοί οι λαοί προσδοκούν να αποκαταστήσουν την ενότητά τους ενάντια στον λευκό άνθρωπο, του οποίου διακηρύσσουν την καταστροφή»(2):
  • Με αυτά τα λόγια, το 1927, ο Ανρί Μασίς, πολυγραφότατος και σημαντικός συγγραφέας, ξεκινούσε μια σταυροφορία ενάντια στους κινδύνους που συσσωρεύονταν απέναντι στις αξίες και το πνεύμα της Ευρώπης - τα οποία, σε μεγάλο βαθμό, ταύτιζε με τις αξίες και το πνεύμα της Γαλλίας. Κατά βάθος, δεν είχε τελείως άδικο: παντού διαφαινόταν και τότε η επικείμενη εξέγερση των αποικιοκρατούμενων λαών.
  • Σε ένα πλαίσιο διαφορετικό αλλά ανάλογο με εκείνο της πρώτης μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο περιόδου, το οποίο σημαδεύεται από την αναδιοργάνωση του κόσμου προς όφελος νέων δυνάμεων, όπως η Κίνα και η Ινδία, σήμερα ξαναζωντανεύουν οι ίδιοι φόβοι.
  • Δανειζόμενοι τη μανιχαϊστική αντίληψη της Ιστορίας ως μιας συνεχούς αντιπαράθεσης ανάμεσα στον Πολιτισμό και στη Βαρβαρότητα, αρκετοί συγγραφείς, συχνά διάσημοι, μας επιβιβάζουν σε μια μηχανή για να ανατρέξουμε πίσω στο χρόνο και να βρούμε τις ρίζες του «πολέμου των 2.500 χρόνων» - σύμφωνα με τον υπότιτλο του έργου του Αντονι Πάγκντεν, «Worlds at war» (Κόσμοι σε πόλεμο)(3)- που αιματοκυλά ακόμα τον πλανήτη.
  • Ο καθηγητής Πάγκντεν που έχει διδάξει στα πιο έγκυρα πανεπιστήμια - Οξφόρδης, Κέιμπριτζ και Χάρβαρντ, σκιαγραφεί, σε περίπου 500 σελίδες, έναν πίνακα της παγκόσμιας ιστορίας: «Μια φλόγα άναψε στην Τροία, η οποία έμελλε να καίει ασίγαστη μέσα στους αιώνες, ενώ τους Τρώες διαδέχονταν οι Πέρσες, τους Πέρσες οι Φοίνικες, τους Φοίνικες οι Πάρθοι, τους Πάρθους οι Σασανίδες, τους Σασανίδες οι Αραβες, τους Αραβες οι Τούρκοι (...). Οι γραμμές της αντιπαράθεσης τροποποιήθηκαν, το ίδιο και η ταυτότητα των αντιπάλων. Αλλά ο τρόπος με τον οποίο οι δύο πλευρές αντιλαμβάνονταν εκείνο που τις χώριζε παρέμεινε σταθερός, πατώντας στις συσσωρευμένες ιστορικές μνήμες - ορισμένες αρκετά σωστές και άλλες τελείως λανθασμένες».
  • Παρά τη μικρή αυτή επιφύλαξη για τις «τελείως λανθασμένες» μνήμες, ο συγγραφέας επαναλαμβάνει, στο ξετύλιγμα του συλλογισμού του, τη δυαδική οπτική, της οποίας το θεμελιώδες επεισόδιο είναι η σύγκρουση ανάμεσα σε Ελληνες και Πέρσες, όπως καταγράφηκε από τον ιστορικό Ηρόδοτο.

Η θέση του Ηρόδοτου

  • Ο Ηρόδοτος δείχνει, σύμφωνα με τον Πάγκντεν, ότι «αυτό που χώριζε τους Πέρσες από τους Ελληνες ή τους Ασιάτες από τους Ευρωπαίους ήταν πιο βαθύ από τις μικρές πολιτικές συγκρούσεις. Ηταν η αντίληψη του κόσμου, η αντίληψη του τι σήμαινε να είσαι και να ζεις ως ανθρώπινο ον. Και ενώ οι ελληνικές πόλεις, και ευρύτερα οι πόλεις "της Ευρώπης" είχαν πολύ διαφορετικές προσωπικότητες, διαφορετικούς τύπους κοινωνιών και ήταν αρκετά εξοικειωμένες με το να προδίδουν η μία την άλλη εάν αυτό τις βόλευε, δεν έπαυαν να διαθέτουν κοινά στοιχεία αυτής της αντίληψης. Μπορούσαν όλες να κάνουν τη διάκριση ανάμεσα στη δουλεία και την ελευθερία και μοιράζονταν όλες αυτό που θεωρούμε σήμερα μια ατομικιστική αντίληψη της ανθρωπότητας».
  • Ο Πολ Κάρτλετζ, καθηγητής ελληνικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, δεν λέει κάτι διαφορετικό στο βιβλίο του για τις Θερμοπύλες, αυτή «τη μάχη που άλλαξε τον κόσμο»(4): «Αυτή η σύγκρουση, η σύγκρουση ανάμεσα στους Σπαρτιάτες και τους άλλους Ελληνες, από τη μια πλευρά, και τις περσικές ορδές (στις οποίες συμμετείχαν και Ελληνες), από την άλλη, ήταν μια σύγκρουση ανάμεσα στην ελευθερία και τη δουλεία και γινόταν αντιληπτή ως τέτοια τόσο εκείνη την εποχή όσο και στη συνέχεια (...). Η Μάχη των Θερμοπυλών, συμπερασματικά, ήταν μια καμπή όχι μόνο της ιστορίας της κλασικής Ελλάδας, αλλά της ιστορίας του κόσμου...», γράφει στην εισαγωγή.
  • Δεν είναι, μήπως, και ο οικονομολόγος Τζον Στιούαρτ Μιλ, ο οποίος, στα μέσα στου 19ου αιώνα, βεβαίωνε ότι η Μάχη του Μαραθώνα ήταν «πιο σημαντική από τη Μάχη του Χάστινγκς(5), ακόμη και για τη βρετανική ιστορία»; Στον πρόλογό του, ο Πολ Κάρτλετζ δεν κρύβει την ιδεολογική προοπτική του: «Τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη και της 7ης Ιουλίου στο Λονδίνο έδωσαν στο σχέδιο [κατανόησης της έννοιας της Μάχης των Θερμοπυλών] έναν νέο, επείγοντα και σημαντικό χαρακτήρα, στο πλαίσιο της πολιτιστικής συνάντησης ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση». Μία «συνάντηση» που δεν είναι άλλο παρά η σύγκρουση ανάμεσα σε «δεσποτισμό» και «ελευθερία»...
  • Αυτή η πανεπιστημιακή απεικόνιση εκλαϊκεύτηκε στην ταινία κινουμένων σχεδίων του Ζακ Σνάιντερ για τη Μάχη των Θερμοπυλών με τίτλο «300» -προβλήθηκε το 2007- βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο κόμιξ των Φρ. Μίλερ και Λ. Βάρλεϊ. Η ταινία, που σημείωσε μεγάλη επιτυχία στην αμερικανική αγορά, διαρκεί δύο ολόκληρες ώρες και μοιάζει με παιχνίδι βίντεο γεμάτο από ωραία μυώδη αρσενικά, «ντοπαρισμένα» με αμφεταμίνες, που αντιμετωπίζουν θηλυπρεπείς βαρβάρους (μαύρους ή «μεσανατολικού τύπου») τους οποίους μπορούν να σκοτώνουν εν ψυχρώ.
  • «Κανένας αιχμάλωτος», φωνάζει ο ήρωας βασιλιάς Λεωνίδας, εκείνος που, στην αρχή της ταινίας, σκοτώνει τον πέρση πρεσβευτή: για τους άγριους δεν αξίζει να εφαρμόζονται οι πιο ιεροί νόμοι της ανθρωπότητας. Ο πολιτισμός είναι, λοιπόν, η εξόντωση των Βαρβάρων!
  • Ηδη, το 1898, ο Χάινριχ φον Τράισκε, ένας γερμανός ειδικός στις πολιτικές επιστήμες, υποστήριζε μια θέση που, για αρκετούς συγχρόνους του, φαινόταν ως κοινότοπη: «Το διεθνές δίκαιο δεν μετατρέπεται παρά σε απλές φράσεις εάν θέλουμε να εφαρμόσουμε τις αρχές του στους βάρβαρους λαούς. Για να τιμωρήσουμε μία φυλή νέγρων, πρέπει να κάψουμε τα χωριά τους. Δεν θα πετύχουμε τίποτε εάν δεν δώσουμε τέτοια παραδείγματα. Εάν, σε παρόμοιες καταστάσεις, η Γερμανική αυτοκρατορία εφάρμοζε το διεθνές δίκαιο, δεν θα επρόκειτο για ανθρωπισμό ή για δικαιοσύνη, αλλά για μια αισχρή αδυναμία».

Επίδειξη δύναμης

  • Και οι Γερμανοί δεν έδωσαν αποδείξεις «αδυναμίας» όταν εξόντωσαν τους Χερέρος, στο νοτιοδυτικό τμήμα της Αφρικής (Ναμίμπια), ανάμεσα στο 1904 και το 1907, πραγματοποιώντας την πρώτη γενοκτονία του 20ού αιώνα, η οποία, μαζί με αρκετές άλλες αποικιακές «πολιτικές», χρησίμευσε ως μοντέλο και ως προάγγελος για τη γενοκτονία των εβραίων από τη ναζιστική Γερμανία αρκετά χρόνια αργότερα.
  • Ούτε μπορούμε να κατηγορήσουμε τους Σπαρτιάτες της ταινίας «300» για «αδυναμία». Σκοτώνουν τα δύσμορφα παιδιά και απαγορεύουν στις γυναίκες να μετέχουν στη Γερουσία. Οσο για τον πόλεμο, αντιπροσωπεύει το άκρον άωτον της ολοκλήρωσης των ανδρών.
  • Ο Φρανκ Μίλερ, αυτός που συνέλαβε το έργο κόμιξ, δεν κρύβει τις ιδεολογικές επιλογές του: «Η χώρα μας (οι Ηνωμένες Πολιτείες) όπως και ο ολόκληρος ο δυτικός κόσμος αντιμετωπίζουν σήμερα έναν υπαρξιακό εχθρό, ο οποίος γνωρίζει ακριβώς τι θέλει», έχει δηλώσει.
  • Ο Πολ Κάρτλετζ ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει περσική πηγή για τους Μηδικούς πολέμους, κανένας αυτόχθων Ηρόδοτος. Ωστόσο, έχουν συσσωρευτεί αρκετές γνώσεις για τις Περσικές αυτοκρατορίες, οι οποίες αλλάζουν την προοπτική.
  • Ο Τουράζ Νταριάι, καθηγητής αρχαίας ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Πολιτείας της Καλιφόρνιας (Φούλερτον)(6), υπενθυμίζει ότι η δουλεία ελάχιστα εφαρμοζόταν εκεί -ενώ υπήρχε σε μεγάλη κλίμακα στην Ελλάδα και ότι το καθεστώς των γυναικών δεν ήταν «κατώτερο» από αυτό που υπήρχε στην Ελλάδα ενώ η πρώτη γνωστή χάρτα των δικαιωμάτων του ατόμου δόθηκε από τον Κύρο τον Μεγάλο σε ένα κείμενο που τα Ηνωμένα Εθνη αποφάσισαν, το 1971, να μεταφράσουν σε όλες τις γλώσσες και το οποίο περιλαμβάνει κυρίως τη θρησκευτική ανοχή, την κατάργηση της δουλείας, την ελευθερία επιλογής επαγγέλματος κ.λπ.

Ευλογημένα... γένια

  • Τι πιο φυσικό, λοιπόν, από το ότι οι Ελληνες παρουσίασαν -κυρίως μέσω του Ηρόδοτου, ωστόσο λιγότερο γελοιογραφικά από τους κληρονόμους τους- τη νίκη τους ως μία νίκη ενάντια στη Βαρβαρότητα; Από τον καιρό που υπάρχουν οι πόλεμοι, οι πρωταγωνιστές φορούν τη μάσκα θαυμάσιων αρχών. Οι πόλεμοι που διεξάγουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο Ιράκ ή στο Αφγανιστάν δεν είναι, άραγε, για τους ηγέτες τουλάχιστον, οι πόλεμοι του Καλού ενάντια στο Κακό; Τίθεται, όμως, ένα ερώτημα:
Γιατί, έπειτα από 4.500 χρόνια, τέτοια ξαφνική μανία με τους Ελληνες;
  • Ο Μαρσέλ Ντετιέν, καθηγητής στο Τζον Χόπκινς και διευθυντής σπουδών στην Ecole Pratique des Hautes Etudes, προσφέρει μια ειρωνική εξήγηση: «Το ότι "η Ιστορία μας αρχίζει με τους Ελληνες", όπως έγραφε ο Λαβίς στο έργο του "Instructions" ("Οδηγίες")(7), πρέπει να το διδάξουμε στους μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, και μάλιστα χωρίς να το αντιληφθούν. Η Ιστορία μας αρχίζει με τους Ελληνες που ανακάλυψαν την ελευθερία και τη δημοκρατία, που μας πρόσφεραν το Ωραίο και τη γεύση του Οικουμενικού. Είμαστε οι κληρονόμοι του μοναδικού πολιτισμού που πρόσφερε στον κόσμο "την τέλεια και σχεδόν ιδανική έκφραση της ελευθερίας". Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ιστορία μας πρέπει να αρχίζει με τους Ελληνες. Σε αυτή την πρώτη πεποίθηση ήρθε να προστεθεί μια άλλη, εξίσου ισχυρή με την πρώτη: "Οι Ελληνες δεν είναι σαν τους άλλους". Πώς, άλλωστε, θα μπορούσαν, αφού βρίσκονται στην αρχή της Ιστορίας μας; Δύο ουσιαστικές προτάσεις για μια εθνική μυθολογία που εκφράζει σχεδόν όλους τους παραδοσιακούς ουμανιστές και ιστορικούς που έχουν πάθος με το έθνος(8)».
  • Και ο συγγραφέας συμπεραίνει ότι μας αρέσει να πιστεύουμε «όχι μόνο ότι το πολιτικό ή η πολιτική έπεσαν από τον ουρανό, μια ωραία ημέρα στην "κλασική" Αθήνα, με τη θαυματουργή και επικυρωμένη μορφή της δημοκρατίας, αλλά ότι είναι αυτονόητο πως μια εξαίσια γραμμική Ιστορία μάς οδηγεί από τη Γαλλική και την Αμερικανική Επανάσταση μέχρι τις δυτικές κοινωνίες μας, οι οποίες είναι πεπεισμένες ότι έχουν την αποστολή να προσηλυτίσουν όλους στην αληθινή θρησκεία της δημοκρατίας».
  • Η αντίληψη μιας «εξαιρετικής» Ευρώπης, μιας άμεσης γενεαλογίας ανάμεσα στην κλασική αρχαιότητα και στη σημερινή Ευρώπη, περνώντας από την Αναγέννηση -όρος τον οποίο εφηύρε, ας θυμηθούμε, ο ιστορικός Ζιλ Μισελέ κατά τον 19ο αιώνα- «κλονίστηκε από πολλά αγγλοσαξονικά έργα χωρίς, πολύ συχνά, το μήνυμά τους να αγγίξει τις γαλλικές ακτές(9)».
  • Στο βιβλίο του με τίτλο «The Eastern Origins of Western Civilisation», ο Τζον Μ. Χόμπσον υποστηρίζει ότι είναι αδύνατοn να γίνει κατανοητή η Ιστορία του κόσμου ξεχνώντας την Ανατολή. Αυτή η «σιωπή» αντανακλά τρεις μεγάλες παραλείψεις. «Κατ' αρχάς, η Ανατολή γνώρισε τη δική της οικονομική ανάπτυξη μετά το έτος 500. Στη συνέχεια, δημιούργησε και συντήρησε μια παγκόσμια οικονομία. Τέλος, και το κυριότερο, η Ανατολή συνέβαλε κατά τρόπο ενεργό και σημαντικό στην ανάδυση της Δύσης εφευρίσκοντας και εξάγοντας στην Ευρώπη τις τεχνολογίες της, τους θεσμούς και τις ιδέες της».
  • Ποιος γνωρίζει ότι η πρώτη Βιομηχανική Επανάσταση ξεκίνησε τον 11ο αιώνα, στην Κίνα των Σονγκ; Το βασίλειο εκείνο παρήγαγε 125.000 τόνους σιδήρου το 1078, ενώ χρειάστηκε να περιμένουμε μέχρι το 1788 για να φτάσει η Μεγάλη Βρετανία τους 76.000 τόνους. Οι Κινέζοι κατείχαν επίσης προηγμένες τεχνικές, κυρίως την παραγωγή μέσω χυτηρίων και είχαν ήδη υποκαταστήσει τους ξυλάνθρακες με τους λιθάνθρακες για να λύσουν τα προβλήματα της αποδάσωσης στην αυτοκρατορία.
  • Παρακολουθούμε, ακόμη, κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου, μια επανάσταση στις μεταφορές, στην ενέργεια (με τους υδρόμυλους), στην καθιέρωση των φόρων και της οικονομίας του εμπορίου, στην ανάπτυξη των μεγάλων πόλεων, μια πράσινη επανάσταση με μια αγροτική παραγωγικότητα την οποία η Ευρώπη δεν θα έφτανε παρά μόνο στον 20ό αιώνα. Ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις, η Κίνα παρέμεινε «primum inter pares» («πρώτη μεταξύ ίσων») μέχρι το 1800, ενώ η παγκόσμια οικονομία είχε περιγραφεί από ορισμένους ως σινοκεντρική παρά το γεγονός ότι η Ινδία, από την πλευρά της, κατείχε επίσης σημαντική θέση.
  • Αρκετές από τις τεχνικές της, τις ιδέες και τους θεσμούς της έφτασαν στις ακτές της Ευρώπης και βοήθησαν στην ανάδυση του σύγχρονου καπιταλισμού. Η βρετανική Βιομηχανική Επανάσταση, για παράδειγμα, δεν θα ήταν δυνατή χωρίς τη βοήθεια της Κίνας. Θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο και για τη θέση των μεγάλων μουσουλμανικών αυτοκρατοριών.

Ευρωκεντρικά ερωτήματα

  • Για τον Χόμπσον, οι «ευρωκεντριστές» θέτουν δύο τύπους ερωτημάτων: «Τι που επέτρεψε στη Δύση το πέρασμα προς την καπιταλιστική νεωτερικότητα»; «Τι είναι εκείνο που εμπόδισε την Ανατολή να πετύχει το ίδιο πέρασμα»;
  • Ομως, τα ερωτήματα προϋποθέτουν πως η κυριαρχία της Δύσης ήταν αναπόφευκτη και υποχρεώνουν τον ιστορικό να αναζητήσει όλα όσα εξηγούν την κυριαρχία στο παρελθόν. «Η άνοδος της Δύσης γίνεται, έτσι, κατανοητή μέσα σε μια λογική ενύπαρξης, η οποία δεν μπορεί να αναλυθεί παρά από παράγοντες ενδογενείς στην Ευρώπη». Οδηγεί, συνεπώς, στο να θεωρήσουμε την Ανατολή και τη Δύση δύο οντότητες που χωρίζονται από ένα πολιτιστικό σινικό τείχος. Ακριβώς αυτό που... μας προστατεύει από τις εισβολές βαρβάρων.
  • Αλλά ποιοι είναι αυτοί οι «βάρβαροι»; Επικρίνοντας τον Λεβί-Στρος για τον οποίο βάρβαρος είναι εκείνος που πιστεύει στη βαρβαρότητα, ο Τσβετάν Τοντόροφ απαντά: «Είναι αυτός που πιστεύει ότι ένας πληθυσμός ή ένα άτομο δεν είναι πλήρες μέλος της ανθρωπότητας και αξίζει μεταχείριση την οποία θα αρνιόταν κατηγορηματικά να εφαρμόσει στον εαυτό του».
  • Στο νέο βιβλίο του, «La Peur des barbares» («Ο φόβος των βαρβάρων»), ο Τοντόροφ συνεχίζει έναν στοχασμό που ξεκίνησε εδώ και καιρό, κυρίως στο έργο «Nous et les autres, la reflexion francaise sur la diversite humaine» («Εμείς και οι άλλοι, η γαλλική σκέψη για την ανθρώπινη ποικιλία»)(10), ένα μεστό έργο το οποίο θα έπρεπε όλοι να διαβάσουν. «Ο φόβος των βαρβάρων είναι αυτό που απειλεί να μας κάνει βάρβαρους. Και το κακό που θα κάνουμε θα ξεπερνά αυτό που φοβόμασταν στην αρχή», γράφει.
  • «Αν διαθέτουμε έναν όρο με απόλυτο περιεχόμενο, τον όρο "βάρβαρος", το ίδιο θα συμβεί και με τον αντίθετό του. Πολιτισμένος είναι, σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο, αυτός που μπορεί να αναγνωρίζει πλήρως την ανθρωπιά των άλλων», εξηγεί.
  • Αυτό γίνεται σε δύο φάσεις: με την κατανόηση ότι οι άλλοι έχουν τρόπους ζωής διαφορετικούς από τους δικούς μας και με την αποδοχή ότι είναι φορείς της ίδιας με τη δική μας ανθρωπιάς, πράγμα το οποίο, βέβαια, δεν σημαίνει ότι αποδεχόμαστε οτιδήποτε έρχεται από αλλού, ούτε ότι βυθιζόμαστε στον σχετικισμό. Είναι ένα σύνθετο διάβημα που λίγοι δυτικοί διανοούμενοι δέχονται να αναλάβουν.

Και ο Τοντόροφ σημειώνει:

  • «Για καιρό, η σκέψη του Διαφωτισμού χρησίμευσε ως πηγή έμπνευσης σε ένα μεταρρυθμιστικό και φιλελεύθερο ρεύμα, το οποίο καταπολεμούσε τον συντηρητισμό στο όνομα της οικουμενικότητας και του ίσου σεβασμού για όλους. Γνωρίζουμε ότι σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει και ότι η σκέψη αυτή διεκδικείται από τους συντηρητικούς υπερασπιστές της ανώτερης δυτικής σκέψης, που πιστεύουν ότι είναι ταγμένοι σε έναν αγώνα ενάντια στον "σχετικισμό" που αναδύθηκε από τη ρομαντική αντίδραση, στις αρχές του 19ου αιώνα. Δεν μπορούν να το κάνουν παρά με τίμημα τον ακρωτηριασμό της πραγματικής παράδοσης του Διαφωτισμού, ο οποίος άρθρωσε την οικουμενικότητα των αξιών και τον πλουραλισμό των πολιτισμών. Πρέπει να βγούμε από τα στερεότυπα: αυτή η σκέψη δεν συγχεόταν ούτε με τον δογματισμό (ο πολιτισμός μου πρέπει να επιβληθεί σε όλους) ούτε με τον μηδενισμό (όλοι οι πολιτισμοί αξίζουν). Το να τη θέσουμε στην υπηρεσία της άρνησης των άλλων ώστε να δικαιούμαστε να τους υποτάξουμε ή να τους καταστρέψουμε αντιπροσωπεύει μια πραγματική ομηρία του Διαφωτισμού».

Κατασκευή ταυτότητας

  • Πρόκειται, άραγε, για «ομηρία», ή ορισμένα στοιχεία της σκέψης του Διαφωτισμού ευνόησαν αυτήν την υπεξαίρεση; Για τον Χόμπσον, η κατασκευή της ευρωπαϊκής ταυτότητας του 18ου και του 19ου αιώνα επέτρεψε την επιβεβαίωση μιας «εξαιρετικότητας» που δεν διεκδίκησε ποτέ κανένας άλλος πολιτισμός: «Οι Ευρωπαίοι δεν προσπάθησαν να ξαναφτιάξουν τον κόσμο επειδή μπορούσαν να το κάνουν (όπως λένε οι υλιστικές εξηγήσεις), αλλά γιατί πίστευαν ότι όφειλαν να το κάνουν. Οι ενέργειές τους υπαγορεύονταν από την ταυτότητά τους και θεωρούσαν τον ιμπεριαλισμό μια πολιτική ηθικά αποδεκτή».
  • Ωστόσο, πολλοί Ευρωπαίοι, αλληλέγγυοι στους αντιαποικιακούς αγώνες ή στους λαούς του Νότου, αρνήθηκαν αυτήν την οπτική, συχνά στο όνομα του Διαφωτισμού. Η συζήτηση αξίζει να συνεχιστεί...

(1) Μάχη της 12ης Σεπτεμβρίου 1683, κατά τη διάρκεια της οποίας οι Οθωμανοί ηττήθηκαν από την Ιερά Συμμαχία, την οποία αποτελούσαν οι Πολωνοί, οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί.

(2) «Defense de l'Occident», Plon, Παρίσι, 1927.

(3) ΣτΕ: Βλ. http://www.nytimes.com/2008/03/23/booksreview/Chua-t.html?_r=1&fta=y Στα ελληνικά κυκλοφορεί το «Λαοί και αυτοκρατορίες: Οι Ευρωπαίοι και ο υπόλοιπος κόσμος από την αρχαιότητα ώς τις μέρες μας», εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2004.

(4) Cartledge Paul, «Θερμοπύλες: Η μάχη που άλλαξε τον κόσμο», εκδ. Λιβάνη, Αθήνα, 2008.

(5) Μάχη που έγινε το 1066 και στην οποία ο τελευταίος αγγλοσάξονας βασιλιάς αντιτάχθηκε στον Γουλιέλμο τον Κατακτητή. Η νίκη του Γουλιέλμου σημάδεψε την έναρξη της κατάκτησης της Αγγλίας.

(6) «Go tell the Spartan», 14 Μαρτίου 2007, http://www.iranian.com/ Daryaee/2007/March/300/index.html

(7) Ο Ερνέστ Λαβίς γεννήθηκε το 1842 και έπαιξε σημαντικό ρόλο δημιουργία του μαθήματος της Ιστορίας κατά τη διάρκεια της Τρίτης Δημοκρατίας.

(8) «Les Grecs et nous», Perrin, Παρίσι, 2005, σελ. 16-17.

(9) Βλέπε, για παράδειγμα, Janet Abu-Lughod, Before European Hegemony: The World System Α.D. 1250-1350, Oxford University Press 1991; Andre Gunder Frank, Reorient: Global economy in the Asian age, University of California Press, Berkeley, 1998; Kenneth Pomeranz, The Great divergence: China, Europe and the making of the world modern economy, Princeton University Press, 2000; Jack Goody, The Theft of History, Cambridge University Press, 2006.

(10) Le Seuil, συλλογή «Points Essais», 2001 (πρώτη έκδοση 1989).

* Ο ALAIN GRESH είναι αναπληρωτής διευθυντής της «Le Monde diplomatique».

Η μαμή της Ιστορίας

  • Οταν ο Μαρξ χρησιμοποιούσε την περίφημη μεταφορά του για τη βία, δεν αναφερόταν στην προλεταριακή επανάσταση, αλλά στη διαδικασία πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου. Ο Μάρκο Ρεβέλι διδάσκει πολιτική επιστήμη στο πανεπιστήμιο του Ανατολικού Πιεμόντε. Το ακόλουθο κείμενό του είναι απόσπασμα δοκιμίου, που περιέχεται στο βιβλίο των Fausto Bertinotti, Lidia Menapace, Marco Revelli «Non violenza» (Fazi editore, 2004).


  • Ούτε στη σκέψη του Μαρξ ούτε και σε εκείνη τη μακρά και ετερογενή σειρά θεωρητικο-πρακτικών επεξεργασιών που ονομάστηκε «μαρξισμός», η βία υπήρξε ποτέ ταμπού. Οπως οι περισσότεροι «μοντέρνοι» πολιτικοί στοχαστές, και ιδιαίτερα όπως οι περισσότεροι στοχαστές που κατατάσσονται στο ρεύμα του λεγόμενου πολιτικού ρεαλισμού, από τον Μακιαβέλι ώς τον Χομπς και μέχρι, φυσικά, τον Χέγκελ, έτσι και ο Μαρξ θεώρησε τη βία αναπόσπαστη συνιστώσα της Ιστορίας, «φυσικό» γνώρισμα της εσωτερικής της διαλεκτικής, που καθορίζεται, ακριβώς όπως η φυσική και η αστρονομία, από το «παίγνιο των δυνάμεων». Και την ενσωμάτωσε στον στοχασμό του για τον κοινωνικό μετασχηματισμό με έναν τρόπο καθαρά εργαλειακό, ως μέσο η προσφυγή στο οποίο κρίνεται αποκλειστικά με βάση την ωφελιμότητά του σε σχέση με τον σκοπό (δηλαδή με βάση την αποτελεσματικότητά του).
  • Σε μια φιλοσοφία ριζικά κοσμική και ιστορικιστική, η οποία ως τέτοια όχι μόνον δεν αναγνωρίζει ιδιαίτερη αυτονομία στην ηθική αλλά την ενσωματώνει και τη διαλύει, ως αντανάκλαση, μέσα στην ιστορική και κοινωνική εξέλιξη, δεν υπάρχει χώρος για έναν ηθικό στοχασμό σχετικά με τη νομιμότητα των μέσων, αλλά μόνον για το βαθμό της αποτελεσματικότητάς τους.
  • Γίνεται συχνή αναφορά -από μέρους των όψιμων υποστηρικτών μιας άγριας αντίληψης της ταξικής σύγκρουσης και της αναγκαιότητας της βίας ως εγγύησης επαναστατικής συνέπειας- στη γνωστή δήλωση του Μαρξ για τη βία ως «μαμή της Ιστορίας» (γράφει κατά λέξη ο Μαρξ: «Η βία είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας που κυοφορεί μια καινούρια»), λησμονώντας συχνά ότι ο Μαρξ τη διατυπώνει ακριβώς στο τέλος του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου», στο έβδομο μέρος, το αφιερωμένο στη «Διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου», και στο εικοστό τέταρτο κεφάλαιο με τίτλο «Η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση».
  • Ο Μαρξ αναφέρεται, επομένως, όχι τόσο (και μάλιστα καθόλου) στην προλεταριακή επανάσταση, αλλά στην άγρια διαδικασία διαμόρφωσης της αστικής κοινωνίας σε ρήξη με την παλιά φεουδαρχική κοινωνία και ιδιαίτερα στη «Γένεση του βιομήχανου κεφαλαιοκράτη», ο οποίος διαμορφώθηκε ακριβώς χάρη στη βίαιη και αναγκαστική απαλλοτρίωση των αγροτών, την περίφραξη των χωραφιών, τις αιματηρές αποικιακές κατακτήσεις, που λειτούργησαν ως ισχυροί και αιματοβαμμένοι «επιταχυντές» της γέννησης του καπιταλισμού με τον διαχωρισμό του από τον παλιό φεουδαρχικό κόσμο («Οι μέθοδες αυτές στηρίζονται εν μέρει στην πιο ωμή βία... Ολες χρησιμοποιούν την κρατική εξουσία, τη συγκεντρωμένη βία της κοινωνίας», είχε διευκρινίσει αμέσως πριν ο Μαρξ, «για να επιταχύνουν σαν σε θερμοκήπιο τη διαδικασία της μετατροπής του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής σε κεφαλαιοκρατικό»).
  • Η βία επομένως, στην οποία αναφέρεται εδώ, βρίσκεται στην απαρχή της διαμόρφωσης του σύγχρονου προλεταριάτου -ως πράξη με την οποία σφυρηλατούνται οι αλυσίδες του- και όχι στο τέλος, ως πράξη με την οποία πρέπει να σπάσουν αυτές οι αλυσίδες.
  • Αλλά το ζήτημα δεν έχει και πολλή σημασία (εκτός από το ότι υπαγορεύει μια μεγαλύτερη φιλολογική προσοχή στη χρήση των τσιτάτων, ιδίως όταν αυτά χρησιμοποιούνται για να κατακεραυνώνουν διαφωνούντες συνομιλητές).
  • Το ζήτημα δεν έχει και πολλή σημασία, επειδή, αν παρακάμψουμε αυτές τις δύο γραμμές, είναι σε κάθε περίπτωση προφανές ότι ο Μαρξ και μαζί του ο Ενγκελς και όλοι οι πατέρες του μαρξισμού (με εξαίρεση τους λεγόμενους καντιανούς σοσιαλιστές και, όψιμα αλλά και αμφίσημα, τον Κάουτσκι) είχαν πάντοτε απέναντι στη βία -όπως και απέναντι στον πόλεμο- μια στάση αρκετά ανενδοίαστη. Είχαν μια στάση πραγματιστική, που καθοριζόταν ανάλογα με τις περιστάσεις, μια στάση που σίγουρα δεν ήταν στάση «αρχής», αλλά ούτε καν επιφύλαξης.
  • Η εικόνα του «λαού στα όπλα» κυριάρχησε συχνά στην αναπαράσταση της επαναστατικής διαδικασίας, είτε επρόκειτο για το γερμανικό 1848 είτε για την Κομμούνα του Παρισιού, έτσι ώστε η συγκρότηση της εργατικής τάξης σε στρατό κατέληγε να αντιπροσωπεύει την πιο σίγουρη εγγύηση ότι η επανάσταση θα οδηγούνταν ως τις αναγκαίες συνέπειές της. Στον νεαρό Μαρξ η ένοπλη εξέγερση είναι η «φυσική» μορφή της επανάστασης, την οποία φανταζόταν με βάση το ακριβές υπόδειγμα της Γαλλικής Επανάστασης, που ήταν το αρχέτυπο κάθε μοντέλου επανάστασης.
  • Με τον ίδιο τρόπο ο Μαρξ (και ίσως ακόμη περισσότερο ο Ενγκελς, ο οποίος έτρεφε ένα αληθινό πάθος για τις σπουδές στρατηγικής) εντάσσει τον πόλεμο και τους στρατούς «στον υπολογισμό των προπτικών του επαναστατικού κινήματος», ως παράγοντα πιθανής επιτάχυνσης του επαναστατικού κινήματος και ως ευκαιρία που ευνοεί τη ρήξη με το κοινωνικό και πολιτικό status quo. Από την άλλη μεριά, το 1867, ο Μαρξ θα αντιταχθεί στο φιλειρηνικό κίνημα που είχαν υποστηρίξει διανοούμενοι όπως ο Βικτόρ Ουγκό και άλλοι.
  • Χρειάζεται όμως να προσθέσουμε ότι ο πόλεμος δεν ήταν ακόμα εφοδιασμένος με τα καταστροφικά εργαλεία που αποκαλύφθηκε ικανή να επινοήσει η σύγχρονη τεχνολογία. Στον 19ο αιώνα του Μαρξ και του Ενγκελς ο πόλεμος δεν είχε ακόμη προσλάβει τον ολικό χαρακτήρα που θα πάρει αντίθετα στις αρχές του 20ού αιώνα. Και θα πρόκειται από κάθε άποψη για μια τομή, για μια χρονική ρήξη, που θα αλλάξει ριζικά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο τίθεται το ζήτημα του πολέμου και γενικότερα της βίας στο πλαίσιο της επαναστατικής θεωρίας (...). *
  • Επτά, Κυριακή 5 Απριλίου 2009

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2008

Εργολάβοι λήθης



ΜΕΓΑΛΟ ΘΕΜΑ ΑΝΟΙΞΕ («ΤΑ ΝΕΑ» 17/9/2008) Η κ. ΜΑΡΙΑ ΡΕΠΟΥΣΗ, ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΡΙΑ
ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟΥ. ΑΝΑΦΕΡΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΕ ΤΟ ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΝ Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ, ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ. ΕΤΣΙ ΔΙΑΣΤΕΛΛΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ. ΜΕΓΑΛΗ ΚΟΥΒΕΝΤΑ!

Η κ. Ρεπούση μας απασχόλησε πριν από έναν χρόνο με το σχολικό της βιβλίο που αμφισβητήθηκε από σχεδόν όλες τις ιδεολογικές σχολές για την Ιστορία, πλην ορισμένων ατομικών περιπτώσεων που της συμπαραστάθηκαν. Προσωπικά είμαι αντίθετος με την απόσυρση του πονήματός της, με την προϋπόθεση ότι θα έχει εισαχθεί στην Εκπαίδευση το πολλαπλό βιβλίο. Έχω κι άλλοτε επιχειρηματολογήσει γι΄ αυτή την απαράδεκτη (κληρονομιά του μεταξικού καθεστώτος) αλλά βολική για τις εξουσίες, όλες τις εξουσίες, κάθε απόχρωσης, ιδιοποίηση της γνώσης. Αλλά βέβαια το πολλαπλό βιβλίο θέλει και άλλου τύπου εκπαιδευτικούς, να ξέρουν να επιλέγουν, να συγκρίνουν, να συζητούν και, βέβαια, να ρισκάρουν. Επανέρχομαι.
Η κ. Ρεπούση εκκινεί από μία απόπειρα του υπουργού Παιδείας της Κύπρου που με εγκύκλιό του θέλησε να ευνοήσει συνθήκες προσέγγισης μέσω της εκπαιδευτικής διαδικασίας ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους μαθητές. Οι προθέσεις του υπουργού βρήκαν πολλές αντιρρήσεις. Η κ. Ρεπούση εξαιτίας αυτού του γεγονότος αναπτύσσει μια συζητήσιμη ιστορικά και παιδαγωγικά μέθοδο που δεν πρέπει να περάσει ασχολίαστη: σχολιάζει αρνητικά ότι ο σύγχρονος Κύπριος μαθητής ζει και κινείται στο σχολικό του περιβάλλον ανάμεσα σε τεκμήρια ιστορικής μνήμης που τον εγκλωβίζουν στην υποχρέωση να αντιμετωπίζει την τραγωδία της χώρας του ως καθήκον μνήμης.
Σχολιάζει ειρωνικά, αρνητικά, ότι «τα παιδιά πρέπει να θυμούνται την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και να αγωνίζονται για την επιστροφή τους στην πρότερη της εισβολής κατάσταση, να θυμούνται τον ξεριζωμό των Ελληνοκυπρίων από τα σπίτια τους και να διεκδικούν την επιστροφή τους σ΄ αυτά, να λογαριάζουν τους χαμένους ανθρώπους για αγνοούμενους για να μην αναγνωρίζουν τα τετελεσμένα... (Τα παιδιά) πρέπει να θυμούνται όσα (η ελληνοκυπριακή πλευρά) προκάλεσε στους Τουρκοκυπρίους για να εθνοκαθάρει τη Μεγαλόνησο από το «σύνοικον» στοιχείο, όσα προηγήθηκαν της τουρκικής εισβολής, όσα καλύπτει η οδύνη της τραγωδίας, όσα κρύβουν τα ομαδικά μνήματα. Ό,τι πάει να αμφισβητήσει αυτήν την ακλόνητη ισορροπία μνήμης και λήθης, να ανοίξει μια συζήτηση πέρα από τα στερεότυπα του θύτη και του θύματος, να απαλλάξει ίσως την εκπαίδευση από το βαρύ φορτίο αυτής της απόλυτα μεροληπτικής εκδοχής του παρελθόντος, να ιστορικοποιήσει τις εμπειρίες και τα βιώματα ενός λαού που διχάστηκε, βρίσκεται στο στόχαστρο των εργολάβων της μνήμης»!!
Αν αντιλαμβάνομαι καλά η κ. Ρεπούση πιστεύει πως στην κυπριακή μαθητιώσα νεολαία κρύβει κανείς ότι την τραγωδία της Νήσου προκάλεσε η χούντα των Αθηνών. Κρύβει κανείς ότι οργανώθηκε πραξικόπημα και αποπειράθηκαν κάποιοι προδότες Έλληνες και Ελληνοκύπριοι να δολοφονήσουν τον εκλεγμένο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ότι αυτοανακηρύχτηκε ψευδοπρόεδρος ένας εγκάθετος της χούντας. Ή αγνοούν πως σ΄ έναν πόλεμο (να τον ονομάσω αν όχι εμφύλιο, συνοίκειον) υπάρχουν θύτες και θύματα, εγκλήματα και αμοιβαίες εθνοκαθάρσεις; Αλλά, αφού οι Ελληνοκύπριοι μαθητές θα πρέπει να πάψουν να αναζητούν την επιστροφή στα μέρη που γεννήθηκαν οι πατέρες τους, αφού πρέπει να αποδεχτούν τα τετελεσμένα, τι νόημα έχει η πάγια, όλων των πτερύγων της πολιτικής ζωής, Ελλάδος και Κύπρου, θέση περί στρατού κατοχής και ανακήρυξης ως κράτους ενός ψευδοκράτους.
Η κ. Ρεπούση, πανεπιστημιακός δάσκαλος μελλόντων εκπαιδευτικών της Στοιχειώδους Εκπαίδευσης, έχει λύσει το Κυπριακό. Και μας ζητάει να ξεχάσουμε ό,τι μας τρώει και μας παροξύνει τη μνήμη, να ξεχάσουμε τους νεκρούς μας και τους αγνοουμένους μας (ως τετελεσμένα πράγματα) και να αποδεχτούμε ότι έχουμε αποκρύψει από τα παιδιά μας τα ομαδικά μνήματα, όπου, βέβαια, έχουν παραχώσει τα «θύματα» της εθνοκάθαρσης.
Ποιο καθήκον μνήμης πρέπει να αποσκορακίσουν οι Κύπριοι μαθητές; Γιατί είναι εργολάβος μνήμης μια Εκπαίδευση που σε κάθε βήμα ο μαθητής αντικρύζει τείχη, ξενικά κατοχικά φυλάκια και εν επάρσει την κατοχική σημαία; Ποια τετελεσμένα έχουν πάρει πλέον και νομική διεθνή μορφή ώστε ο Κύπριος μαθητής που οι γονείς του μεγάλωσαν, δημιούργησαν περιουσίες στα κατεχόμενα θα πρέπει να απεμπολήσει το καθήκον να διεκδικήσει τα κληρονομικά του δικαιώματα; Η κ. Ρεπούση αγνοεί πως τα Διεθνή Δικαστήρια έχουν δικαιώσει και εκδώσει αποφάσεις όπου αναγνωρίζονται σε Ελληνοκυπρίους αποζημιώσεις και κληρονομικά δικαιώματα; Ποια ιστορική μέθοδος είναι αυτή που, μιας διεθνούς και μάλιστα των Ηνωμένων Εθνών ανοιχτής διαπραγμάτευσης διαδικασία, σπεύδει να ονομάσει και μάλιστα να συμπεριλάβει στη σχολική ύλη ένα πρόβλημα ως λυμένο; Και μάλιστα χρησιμοποιώντας ως επιχείρημα ότι είναι καιρός πια να ξεπεράσουμε τα στερεότυπα του θύτη και του θύματος.
Τώρα μπορεί κανείς να καταλάβει πώς η ιστορική εργολαβία της λήθης μετέτρεψε τον πανικό και την ασφυξία του λιμανιού της Σμύρνης σε συνωστισμό ουράς προσκυνητών τον Δεκαπενταύγουστο για την Τήνο!
Αλλά τι θα γίνει με τους ποιητές, τους πεζογράφους, τους ζωγράφους της Κύπρου; Τι θα γίνει με τα υπέροχα ποιήματα του μεγάλου Κώστα Μόντη, τι με τη βραβευμένη ποίηση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, με τα σπαρακτικά ποιήματα του Πασιαρδή, τα σπουδαία πεζά του Λεύκιου Ζαφειρίου, τα δοκίμια του αείμνηστου Ανδρέα Χριστοφίδη, τις συνταρακτικές φωτογραφίες του μακαρίτη φίλου Ανδρέα Μαλέκου, όπως και τις εργασίες του Μιχάλη Πιερή και του ιστορικού πανεπιστημιακού και πρέσβη Γιώργου Γεωργή; Εργολάβοι μνήμης κι αυτοί; Γιατί όχι; Κι αν ακόμη βρεθούν εργολάβοι λήθης και φιμώσουν τη μνήμη των νεωτέρων, πώς θα εμποδίσουν τη λειτουργία της μνήμης μέσα από την υψηλής τάσης συχνότητα της ποιητικής γλώσσας; Καταγράφω εδώ μερικές ψηφίδες από τα σύντομα του Μόντη με τίτλο, ΜΝΗΜΗ: «Τι λαμβάνει άραγε υπόψη που δεν λαμβάνουμε εμείς/ Τι δε λαμβάνει άραγε υπόψη που λαμβάνουμε εμείς/ Τι πείρα έχει που δεν την έχουμε εμείς/ και διαγράφει και υπογραμμίζει κατά το δοκούν;». «Εμείς τα ζήσαμε/ κι αν θες θυμήσου τα/ αν θες μην τα θυμηθείς». «Έχει τα δικά της κριτήρια/ τι να κρατήσει και τι ν΄ απορρίψει/ Δεν δέχεται οδηγίες»!! Και από ένα «Γράμμα στη Μητέρα»: «Ποιους ήλιους βασάνιζαν χτες οι τούρκοι στον Πενταδάχτυλο, μητέρα,/ ποιους στίχους βασάνιζαν χτες στον Πενταδάχτυλο, μητέρα,/ και μου μεταγγίζονταν/ και δυσπνοούσα/ κι αρρυθμούσα;».
Και ένα άκρως εκπαιδευτικό που πιθανόν ένας εργολάβος της μνήμης θα το ανθολογούσε σε αναγνωστικό του Δημοτικού, απ΄ όπου θα το εξοβέλιζε η κ. Ρεπούση. «ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΜΟΡΦΟΥ»: «Μένουν ξαπλωμένοι στο πάτωμα του σχολείου και το μόνο που θέλουν είναι να πεθάνουν» (Έκθεση του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού για την τουρκική εισβολή):
«Κοιτάζουν ένα γύρο τους χάρτες και τα θρανία/ κοιτάζουν τον πίνακα που ΄γραφαν τα πρώτα τους γράμματα/ ξαναβλέπουν ένα γύρο τους παλιούς φίλους/ ξανακούν ένα γύρο τις παλιές φωνές/ ξανακούν το κουδούνι του διαλείμματος».
  • Καθήκον μνήμης στον ορίζοντα, αποκεφαλίστε το!
Γνωρίζω τον αντίλογο. Η Ιστορία είναι αμερόληπτη, οφείλει να τείνει προς την αντικειμενική γνώση, να λαμβάνει υπόψη και την άλλη πλευρά. Η Ιστορία καλά κάνει, αλλά η μνήμη και των λαών και των ατόμων έχει δική της λογική και δεν είναι ούτε δικαίωμα ούτε καθήκον, ούτε έχει ανάγκη από εργολάβους να την κατασκευάζουν κατά το δοκούν. Έχει δικό της δοκούν, λέει ο Μόντης. Δικούς της μηχανισμούς. Δεν δέχεται οδηγίες. Αφαιρέστε τη μνήμη από την ποίηση του Καβάφη, από τις τραυματικές εμπειρίες του Αναγνωστάκη, από τον Πατρίκιο, τον Αλεξάνδρου, τον Κατσαρό, από τις εφιαλτικές μνήμες του Σαχτούρη. Στον Σεφέρη ξυπνούν τη μνήμη του εκεί στην Κύπρο από το τρίξιμο του μαγκανοπήγαδου, ενώ ο καλόγερος βγάζει νερό από το πηγάδι στο μοναστήρι Κύκκου. Και το τρίξιμο του μάγκανου το πάει στη Σκάλα της Σμύρνης, στο πατρικό τους εξοχικό γι΄ αυτό και ονομάζει αυτόν τον ήχο που του ξυπνάει το παρελθόν «φωνή πατρίδας».
Ένα παιδί στην Κύπρο που γεννήθηκε το 1998, δηλαδή 24 χρόνια μετά την τραγωδία τι δικαίωμα στη μνήμη να έχει, αν δεν του προσφέρει ντοκουμέντα και μνήμες ζώντων η Εκπαίδευση; Αν ένας μαθητής σήμερα στην Ελλάδα αγνοεί τι ήταν η Κατοχή και τι έγινε στον Εμφύλιο δεν ασκεί το δικαίωμα στη μνήμη. Είναι θύμα μιας Εκπαίδευσης που οι δάσκαλοί της γαλουχημένοι από εργολάβους της Λήθης έχει απεμπολήσει το καθήκον της μνήμης.
Πρέπει να ξεχάσω το Δίστομο, τα Καλάβρυτα, το Σκοπευτήριο της Καισαριανής, το Πολυτεχνείο, τη Μακρόνησο. Επειδή η κόρη μου γεννήθηκε το ΄70, δεν θα πρέπει να της πω πως ο παππούς της και πατέρας μου εξορίστηκε για τις ιδέες του ή πρέπει, τάχα, καταργώντας τα στερεότυπα θύτη- θύματος να προσπαθήσω να της εξηγήσω τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς και την οικοδόμηση στο Μακρονήσι των «Νέων Παρθενώνων»;

Δεν θέλω να κλείσω αυτό το κείμενο απαισιόδοξα. Τις μέρες αυτές στην Ελευσίνα ο καθηγητής και εικαστικός Μάριος Σπηλιόπουλος στο εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο Κανελλόπουλου έχει δημιουργήσει μιαν εγκατάσταση με τον τίτλο «Ανθρώπων ίχνη». Με το επιχείρημα ότι κάθε αντικείμενο περιέχει μόχθο ανθρώπου αλλά μνήμη εποχής, παθών, ελπίδων, οραμάτων και ολέθρων εκθέτει μια σειρά από ντοκουμέντα της καθημερινότητας, προβάλλει εικόνες και πρόσωπα του παρελθόντος της Πόλης, δίπλα στα αρχαιολογικά ευρήματα τοποθετεί τα βιομηχανικά προϊόντα της ελευσίνιας σαπωνοποιίας, προβάλλει βίντεο με γριούλες μοιρολογίστρες της Μικρασιατικής Καταστροφής, αφηγήσεις προλετάριων της εργατούπολης, παλιές αναμνήσεις των παιχτών τού πάλαι ποτέ Πανελευσινιακού, παιδικά τραγούδια και παιδικά παιχνίδια.
Όλα αυτά παρακλητικά της μνήμης. Όσοι περιέρχονται αυτό το έξοχο «εργολαβικό της μνήμης» νιώθουν πως είναι καθήκον των πνευματικών ανθρώπων και κυρίως των δασκάλων να συνδαυλίζουν την μνήμη, την «άκαυτη βάτο» του Ελύτη.
Αν, τώρα, η πανεπιστημιακή μεταμοντέρνα ιστορία θέλει να χλωροφορμίσει τον λαό μέσα σε μια αποστειρωμένη αίθουσα και να του εφαρμόσει λοβοτομή, να ξέρει πως η μνήμη ανακαλεί από τον βυθό Σολωμό και Παπαδιαμάντη.

Τετάρτη 14 Μαΐου 2008

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟΝ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ

Είναι απίστευτο το πώς για ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής κοινής γνώμης η συζήτηση για το τι συνέβη το 1965 έχει την ίδια ένταση που θα είχε ένας καυγάς για το τι συνέβη χθες. Η Ιστορία στην Ελλάδα παθιάζει, διχάζει και προκαλεί έντονες συζητήσεις. Τελευταίο παράδειγμα, η σκόνη που σηκώθηκε με αφορμή τις τοποθετήσεις του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη για τα γεγονότα της αποστασίας.

Το ενδιαφέρον είναι πως νομίζουμε ότι ξέρουμε καλά την ιστορία εκείνης της ταραγμένης δεκαετίας, ενώ στην πραγματικότητα δεν θέλουμε να πάμε πέρα από τα κλισέ και τα στερεότυπα. Μας βολεύουν οι μύθοι που μας κληρονόμησε η κυριαρχία μιας «αριστερής» άποψης για την Ιστορία και την οποία υπερασπίζονται με νύχια και με δόντια άνθρωποι που υποτίθεται αγαπούν την έρευνα.

Υπάρχουν, όμως, βασικές αρχές που δεν μπορούμε να ξεχνάμε όταν μιλάμε για την Ιστορία. Πρώτα απ’ όλα πως στην καταγραφή της όλοι πρέπει να έχουν λόγο. Η Ιστορία δεν μπορεί να έχει ταμπού και πρέπει να είναι ανοικτή στις μαρτυρίες των πάντων, δικτατόρων, εγκληματιών πολέμου, ηρώων, σκοτεινών τύπων του παρασκηνίου κ.λπ κ.λπ. Στην Ελλάδα δυστυχώς επικράτησε η ημι-φασιστική άποψη πως οι «κακοί» πρωταγωνιστές της ιστορίας δεν δικαιούνται να ομιλούν. Θυμάμαι ακόμη την παγωμάρα ορισμένων όταν είχα πριν από πολλά χρόνια πάρει μια συνέντευξη από τον κ. Παττακό, αισθανόμουν σαν να είχα επιστρέψει από επίσκεψη στη Σπιναλόγκα όταν ήταν ενεργή. Η Ιστορία δεν μπορεί να θεωρεί «λεπρή» καμία απολύτως ιστορική κατάθεση. Μπορεί να την ελέγχει, να την εξακριβώνει, αλλά όχι να μην την αγγίζει καν.

Δεύτερη βασική αρχή πως στην Ιστορία δεν υπάρχουν «ιερές αγελάδες» και ταμπού. Ο Μακάριος, ο γέρος Παπανδρέου, ο Καραμανλής, ο Μεταξάς πρέπει να τύχουν αυστηρής, αλλά και δίκαιης μεταχείρισης χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Είναι δικαίωμα των οπαδών τους να τους υποστηρίζουν με πάθος, αλλά και δικαίωμα του ιστορικού ή του ερευνητή να ψάχνει πάντοτε να βρει την αλήθεια πίσω από τον μύθο.

Τρίτη επίσης σημαντική αρχή πως δεν μπορεί ποτέ να υπάρχει μία μόνο, επίσημη ή πολιτικώς ορθή εκδοχή της Ιστορίας. Η Ιστορία δεν εξηγείται ποτέ με όρους μαύρου - άσπρου. Στη μεταπολιτευτική, όμως, Ελλάδα μάθαμε στα κλισέ για τον Εμφύλιο, το Κυπριακό, τον Βελουχιώτη και άλλα πολλά και αυτό μας βολεύει. Οταν, μάλιστα, μια νέα γενιά ιστορικών, χωρίς κομματικές ή ιδεολογικές προκαταλήψεις, επιχειρεί να ερευνήσει δύσκολα θέματα βρίσκεται στο στόχαστρο βίαιων επιθέσεων.

Ενα είναι βέβαιο. Εμείς οι Ελληνες δεν ξέρουμε την Ιστορία μας, ιδιαίτερα τη σύγχρονη. Την μάθαμε μέσα από τη ρηχή δημοσιογραφική προσέγγιση, την υπερθεωρητική της ερμηνεία από ιδεολογικά φανατικούς πανεπιστημιακούς και την ανακύκλωση θεωριών συνωμοσίας και κλισέ. Αν κάνετε τον κόπο να πάτε σε ένα βιβλιοπωλείο θα διαπιστώσετε ότι δεν υπάρχει σοβαρή και ψύχραιμη βιογραφία ούτε του Βενιζέλου, ούτε του Καραμανλή, ούτε των Παπανδρέου. Θα βρείτε αγιογραφίες ή λίβελους, αλλά όχι σοβαρές, μεγάλες βιογραφίες σαν και αυτές που θα βρίσκατε στα ράφια ενός βιβλιοπωλείου στο Λονδίνο για τον Τσόρτσιλ ή ακόμη και της Ιταλίας για τον Μουσολίνι. Κάποτε θα ωριμάσουμε αρκετά ώστε η Ιστορία να μην μας δημιουργεί ανασφάλειες. Προς το παρόν δεν την ξέρουμε καλά και γι’ αυτό δεν έχουμε μάθει τίποτα σχεδόν από αυτήν... [Του Αλεξη Παπαχελα, Η Καθημερινή, 14/5/2008]