Κυριακή 1 Ιουλίου 2012
Νέες Εποχές: Οι Ελληνες στα όρια;
Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011
Συζήτηση για την πολιτική βία και τον φανατισμό
- Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών
- ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΚΟΥΖΕΛΗ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011
Την ώρα που η ψηφιακή διαφήμιση της παράστασης «Ο θάνατος του Δαντόν» του Γκέοργκ Μπύχνερ, την οποία σκηνοθετεί ο Στάθης Λιβαθινός, έβαφε κόκκινη την πρόσοψη της νεόδμητης Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών του Ωνασείου Ιδρύματος στη λεωφόρο Συγγρού, στον πρώτο όροφο διεξαγόταν, το βράδυ της Δευτέρας, συζήτηση με αφορμή αυτή την παράσταση. Θέμα της ήταν η πολιτική βία και ο φανατισμός στην Ελλάδα και ομιλητές ο Θάνος Βερέμης, καθηγητής πολιτικής ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, η Βασιλική Γεωργιάδου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ο Κωστής Παπαϊωάννου, πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, και ο δημοσιογράφος του «Βήματος» Δημήτρης Κ. Ψυχογιός.
Στην περίοδο της «Τρομοκρατίας» της Γαλλικής Επανάστασης μας μεταφέρει ο Μπύχνερ, περίοδο αδιάκοπων εκτελέσεων και μεγάλης αιματοχυσίας. Κουρασμένος πλέον ο Δαντόν, συγκρούεται με τον Ροβεσπιέρο ζητώντας «λιγότερο αίμα». Η αντίδρασή του τον καθιστά ύποπτο ως εχθρό της επανάστασης και έπειτα από μια δίκη-παρωδία οδηγείται και εκείνος στην γκιλοτίνα από τον πανίσχυρο συνεπαναστάτη του.
Υπάρχει πολιτική βία στην Ελλάδα σήμερα, πώς εκδηλώνεται και πού οφείλεται ήταν τα ερωτήματα που απασχόλησαν τους ομιλητές σε έναν διάλογο μεταξύ τους και με το κοινό, με πολύ ενδιαφέρον αλλά και μεγάλες διαφορές απόψεων. «Είμαστε παιδιά της ειρήνης, της ευμάρειας, της ομαλότητας, γνωρίζουμε τη βία ως βία εικονική, από τον κινηματογράφο ή από τα νέα που βλέπουμε στην τηλεόραση για καταστάσεις σε χώρες μακρινές» ήταν η άποψη του Θάνου Βερέμη, ο οποίος αναφερόμενος στην ιστορία του ελληνικού κράτους από την ίδρυσή του, με έμφαση στη μεταπολεμική περίοδο, υποστήριξε ότι, συγκριτικά με άλλα ευρωπαϊκά κράτη, «η σχέση μας με τη βία εδώ είναι περιστασιακή, γι’ αυτό και έχει ενδιαφέρον το πόσο ανέχονται οι Ελληνες τη βία που προέρχεται από οργανωμένες ομάδες, όπως η “17 Νοέμβρη”». Ισως οι πολίτες «ψυχανεμίζονται εκεί ηρωισμούς που δεν έζησε η γενιά τους», ήταν η ερμηνεία του, «υπάρχει εκεί ένα ψυχόδραμα, πράγμα ανθρώπινο». Είμαστε άμαθοι στην πολιτική βία, υπογράμμισε, και την αντιμετωπίζουμε ως θεατές, και έλπισε να μη χρειαστεί να την αντιμετωπίσουμε στο μέλλον. Οσο για τη βία στην ελληνική νεολαία; «Μια συμπαθή τάξη κλεφτών» χαρακτήρισε τους βάνδαλους καταληψίες στα πανεπιστήμια, που δεν έχουν σχέση με τη φοιτητική κοινότητα, και απέσπασε έντονες αντιδράσεις από το ακροατήριο αλλά και χειροκροτήματα.
Εντελώς αντίθετος ήταν ο Δημήτρης Ψυχογιός, ο οποίος τόνισε ότι «υπάρχει πολιτική βία στη χώρα μας, η οποία συνδέεται με τη μιλιταριστική ιδεολογία, τον πολεμικό ηρωισμό και τους ταξικούς αγώνες». Αναφέρθηκε στον Εμφύλιο, στις δικτατορίες, στις εξεγέρσεις, στην τρομοκρατία, στις βίαιες διαδηλώσεις, στις καταλήψεις στα σχολεία, στις πορείες συνδικαλιστών που κλείνουν το κέντρο της Αθήνας. «Η βίαιη πολιτική αντιπαράθεση είναι συνεχής» είπε, με υπευθύνους για την κατάσταση αυτή, κατά σειρά, «το σχολείο, την Εκκλησία, τα ΜΜΕ».
«Δεν νοείται πολιτική βία στα δημοκρατικά πολιτεύματα» ήταν η σταθερή θέση του Κωστή Παπαϊωάννου. Υπάρχει όμως –και ανέφερε το παράδειγμα των γεγονότων του Δεκεμβρίου του 2008– και γι’ αυτό αναζητούμε εξηγήσεις: «Η πολιτική βία εξηγείται αλλά δεν δικαιολογείται». Ο ίδιος την ερμήνευσε ως έκφραση ήττας, πολιτικής, ιδεολογικής ή άλλης, και μίλησε για «διάχυτη χαμηλής έντασης ανυπακοή» στην ελληνική κοινωνία σήμερα. Μια πολιτική ανυπακοή που δεν συνοδεύεται όμως από την ανάληψη ατομικής ευθύνης, συμπλήρωσε ο Δημήτρης Ψυχογιός.
«Η βία δεν εμφανίζεται μονάχα στο πλαίσιο μεγάλων ανατροπών, όπως η Γαλλική Επανάσταση», εξήγησε η Βασιλική Γεωργιάδου, «αλλά όποτε αλλάζουν οι κοινωνικές και πολιτικές δομές, όταν αλλάζουν οι παραδομένες συνθήκες. Ελλοχεύει φόβος, οργή, θυμός και δημιουργείται υπόστρωμα για την εμφάνιση βίας… Οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί σε περιόδους μεγάλων αλλαγών έχουν χαμένους-θύματα, οι οποίοι γίνονται φορείς ριζοσπαστικής και εξτρεμιστικής δράσης παρασύροντας στην πορεία της ματαίωσής τους και άλλους… Στην καρδιά της Δυτικής Ευρώπης σήμερα δεν είναι οι παρίες και οι απόκληροι που πρωτοστατούν σε εκδηλώσεις βίας. Είναι οι απώλειες των κεκτημένων που κινητοποιούν τον ριζοσπαστισμό, ο οποίος τείνει να γίνει υπόθεση όχι των χαμένων αλλά των προνομιούχων». Μιλώντας για την κατάσταση στην Ελλάδα σήμερα, επισήμανε τη «μεγάλη διαθεσιμότητα των νέων και των γονιών τους απέναντι στη βία», την οποία ερμήνευσε ως επακόλουθο της μεγάλης ματαίωσης των προσδοκιών τους: «Διευρύναμε τις προσδοκίες τους στο ζενίθ το 1990, το 1995, το 2004 και μετά τους προσγειώσαμε σε μια πραγματικότητα πολύ διαφορετική από αυτή που τους περιγράφαμε».
Τι κάνουμε; Τι άμυνες έχουμε απέναντι στη βία και πώς μεγαλώνουμε τα παιδιά μας; ήταν οι απορίες εκπαιδευτικών και γονιών στο ακροατήριο. Επιστροφή στα βασικά, στην ισορροπημένη και σωστή παιδεία στο σχολείο και στην οικογένεια, διαφάνηκε πως ήταν η απάντηση. «Τα παιδιά έρχονται στο σχολείο με αδιαφορία ή με ξεχαρβαλωμένα τα στοιχεία της προσωπικότητάς τους» ανέφερε εκπαιδευτικός από το ακροατήριο και χειροκροτήθηκε.
Περίπου εκατό άτομα παρακολούθησαν τη συζήτηση, ένα κοινό από ιστορικούς και πολιτικούς επιστήμονες, φοιτητές και ενδιαφερόμενους πολίτες, το οποίο μπορεί να μην ήταν πολυπληθές ήταν όμως πολύ ζωντανό. Εξέφρασε με παρρησία τις διαφωνίες του αλλά και με χειροκροτήματα την επιδοκιμασία του. Και προβληματίστηκε γόνιμα από όσα άκουσε, όπως φάνηκε από τις κουβέντες που συνεχίζονταν στον δρόμο μετά τις δυόμισι ώρες της συζήτησης.
- Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=4&artId=383170&dt=08/02/2011#ixzz1DMBxeN1F
Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010
Η θρησκεία ενάντια στη βία
- Από τον ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ, Επτά, Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010
Είναι εντυπωσιακό αλλά οι κοινωνικές επιστήμες, οι οποίες άλλωστε γεννήθηκαν εκκοσμικευμένες, υπήρξαν μέχρι τώρα τυφλές και κουφές απέναντι στις πνευματικές αξίες. Προκαλεί έκπληξη η ολική αδιαφορία την οποία πολλοί φιλόσοφοι, κοινωνιολόγοι και ιστορικοί επιδεικνύουν για την πνευματική διάσταση. Οι συνέπειες αυτής της αδιαφορίας είναι σοβαρές στο επίπεδο των μέσων μαζικής επικοινωνίας και της κοινής γνώμης, ιδίως της καλλιεργημένης. Δεν αρκεί όμως το ότι γύρω από τη θρησκεία δημιουργήθηκε ηθελημένα ένα προπέτασμα αδιαφορίας και άγνοιας. Τώρα η πίστη γίνεται στόχος συνεχών επιθέσεων.
- Το ακόλουθο άρθρο του καναδού φιλοσόφου Τσαρλς Τέιλορ δημοσιεύτηκε στο ιταλικό περιοδικό «Vita e pensiero».
Είναι ενδεικτική η φράση του νομπελίστα Στίβεν Γουάινμπεργκ, ο οποίος εξάλλου είναι κοσμολόγος και όχι κοινωνιολόγος: «Υπάρχουν καλά πρόσωπα που κάνουν καλά πράγματα και κακά πρόσωπα που κάνουν κακά πράγματα, αλλά αν θέλετε να βρείτε καλούς ανθρώπους που κάνουν κακά πράγματα, απευθυνθείτε στη θρησκεία». Είναι εντυπωσιακό το ότι μια τέτοια φράση διατυπώνεται από έναν άνθρωπο όπως ο Γουάνμπεργκ, ο οποίος έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του σε έναν αιώνα, τον εικοστό, που γνώρισε τα πιο καταπιεστικά καθεστώτα της ιστορίας. Αυτή είναι η αντίρρηση που εγώ εγείρω αμέσως μόλις κάποιος αναφέρει τη φράση του Γουάινμπεργκ. Και παίρνω σταθερά την ακόλουθη απάντηση: «Μα, ο κομμουνισμός ήταν μια θρησκεία»! Με δύο λόγια, για ορισμένους η λέξη «θρησκεία» έχει γίνει συνώνυμο ανορθολογισμού ή ακόμα και εγκληματικών πράξεων.
Στην πραγματικότητα, υπάρχουν ήδη ορισμένοι οι οποίοι ως «θρησκεία» εννοούν ένα σύνολο πεποιθήσεων που μπορούν να οδηγήσουν καλά και ειρηνικά πρόσωπα (τα οποία δεν θα σκότωναν ούτε μια μύγα για να πετύχουν κάποιο προσωπικό κέρδος) να μεταμορφωθούν σε δολοφόνους για μια «υπόθεση». Αυτός είναι ένας αρκετά απλοϊκός τρόπος σκέψης. Στον οποίο πρέπει να εγερθεί μια άλλη αντίρρηση: ο Χίτλερ, ο Στάλιν, ο Πολ Ποτ, ο Μάο κ.λπ. ήταν όλοι τους εχθροί της θρησκείας.
Η άλλη επίπτωση της αντιθρησκευτικής νοοτροπίας είναι η καθυστέρηση με την οποία αντιμετωπίζεται το αληθινό πρόβλημα της βίας, που αυξάνεται στις κοινωνίες μας. Κανείς δεν είναι απρόσβλητος από τον κίνδυνο να αποσπαστεί από τον ήρεμο βίο του και να στρατολογηθεί στη βία κάποιας ομάδας. Ενεδρεύει ο πειρασμός να βάλει κανείς στο στόχαστρο μια άλλη κοινωνική ομάδα και να τη θεωρήσει υπεύθυνη για όλα τα δεινά μας. Το επείγον καθήκον είναι να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που σπρώχνει ολόκληρες ομάδες προσώπων να αισθάνονται έτοιμες για να εμπλακούν σε ένα τέτοιο σχέδιο.
Και είναι ατελής η γνώση που διαθέτουμε γύρω από το δρόμο που ακολούθησαν προσωπικότητες προικισμένες με πνευματικό χάρισμα, όπως ο Γκάντι, για να πείσουν τις μάζες να απαρνηθούν τη βία, συγκρατώντας τες ακριβώς όταν ήταν έτοιμες να υπερβούν το σημείο που δεν έχει επιστροφή. Χωρίς την παρέμβαση προσωπικοτήτων με μεγάλο πνευματικό κύρος, συχνά ακόμα και οι προσπάθειες που έχουν τις καλύτερες προθέσεις δεν κατορθώνουν να εμποδίσουν την ιστορία να γράφεται «πάνω στον πάγκο του σφαγέα», όπως έλεγε ο Χέγκελ. Και προκαλεί ανατριχίλα η σκέψη ότι ο Ροβεσπιέρος είχε ψηφίσει εναντίον της θανατικής ποινής στις πρώτες συζητήσεις για το δημοκρατικό σύνταγμα.
Για πολύ καιρό, η κοινωνιολογία θεώρησε τη διαδικασία της εκκοσμίκευσης αναπόφευκτη. Ορισμένα χαρακτηριστικά της νεωτερικότητας -η οκονομική ανάπτυξη, η επέκταση των πόλεων, η συνεχής αύξηση της κινητικότητας, η άνοδος του πολιτιστικού επιπέδου- θεωρήθηκαν ως παράγοντες που θα προκαλούσαν μιαν αναπόφευκτη παρακμή της πίστης και της θρησκευτικής πρακτικής.
Αυτή η πεποίθηση κλονίστηκε από πρόσφατα γεγονότα. Η θρησκεία αντέδρασε στον εκσυγχρονισμό και απάντησε στην πρόκληση καταδεικνύοντας τη ζωτικότητά της. Σε ορισμένες περιπτώσεις όμως η θρησκεία έγινε η βάση για μια πολιτική κινητοποίηση και το φαινόμενο αυτό είναι πράγματι απειλητικό, δεδομένων των διαστάσεων που προσέλαβε. Είναι καιρός να γνωρίσουμε σε βάθος αυτή τη δυναμική, τα οφέλη και τις ζημιές που συνεπάγεται, να δούμε καθαρά έναν κόσμο που η παλιά θεωρία της εκκοσμίκευσης κρύβει ακόμα τη θέα του.
Η ανικανότητα να αντιληφθούμε την πνευματική διάσταση της ανθρώπινης ζωής μάς καθιστά ανήμπορους να ερευνήσουμε ζωτικής σημασίας θέματα. Στον εκκοσμικευμένο κόσμο τυχαίνει οι άνθρωποι να έχουν λησμονήσει τις απαντήσεις στα κυριότερα ερωτήματα για τη ζωή. Το χειρότερο είναι όμως ότι έχουν λησμονηθεί και τα ερωτήματα. Οι ανθρώπινες υπάρξεις -είτε το παραδέχονται είτε όχι- ζουν σε ένα χώρο που ορίζεται από βαθιά ερωτήματα.
Ποιο είναι το νόημα της ζωής; Υπάρχουν καλύτεροι και χειρότεροι τρόποι ζωής, αλλά πώς αναγνωρίζονται; Ποιοι είναι οι τρόποι ζωής που είναι ωφέλιμοι για το άτομο και για την κοινότητα στην οποία ανήκει; Ποιο είναι το θεμέλιο της προσωπικής μου αξιοπρέπειας, που εγώ προσπαθώ καθημερινά να υπερασπιστώ από τον ίδιο μου τον εαυτό;
Μεγάλο μέρος της βίας που πραγματώνεται στον κόσμο μας πηγάζει από το γεγονός ότι οι νέοι στρατολογούνται σε υποθέσεις που τους μεταμορφώνουν σε τρομερά δολοφονικά ρομπότ. Αυτό που τους στρατολογεί είναι μια προσφορά που υπόσχεται να δώσει ένα περιεχόμενο στις ζωές τους.
Δεν έχουν δουλειά, αισθάνονται δίχως μέλλον, δεν έχουν (δεν μπορούν να έχουν) το αίσθημα της αξιοπρέπειας. Ναι, έχουν δώσει μια απάντηση σε ένα ερώτημα. Μια απάντηση εξαιρετικά καταστροφική, επειδή είναι και αυτοκαταστροφική. Και εμείς θα είμαστε απελπισμένοι, αν δεν κατορθώσουμε να τους συμβουλέψουμε, δίνοντάς τους μια διαφορετική απάντηση (...). *
Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010
Ποιοι είναι οι πραγματικοί αποδέκτες
ΓΙΝΝΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ | Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010
Ούτε λέξη ούτε δάκρυ...
Ο πύργος μας ήταν χάρτινος...
Μηνάς Παπάζογλου, Πύργος
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο δράστης βομβιστικών ενεργειών χαρακτηρίζεται από τον νόμο και την πολιτεία ως τρομοκράτης αλλά το πώς αυτοχαρακτηρίζεται ο ίδιος (και κυρίως γιατί).
Η αναβίωση των όρων «πολιτικός εγκληματίας» και «πολιτικός κρατούμενος» μας υποχρεώνει να προσεγγίσουμε διαφορετικά το ζήτημα. Πολιτική δίωξη είναι το κυνήγι των πολιτικών ιδεών και πολιτικός κρατούμενος είναι ο καταδικασμένος για τα πολιτικά του φρονήματα. Οι παραπάνω έννοιες (πολιτικό έγκλημα, πολιτική δίωξη) έχουν αντικειμενική ποινική βάση (ανεξάρτητα από την άποψη των «δραστών») και σχετίζονται με τη δημοκρατική συναίνεση. Κι όμως αυτά τα αυτονόητα φαίνεται να έχουν ανατραπεί μέσα στο ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα (και όχι από «εξωτερικούς εχθρούς»).
Η συνεχής ποινικοποίηση της νόμιμης πολιτικής διαφωνίας οδηγεί αναπόφευκτα στην παράνομη πολιτική δραστηριότητα.
Ελλείψει consensus, ο κάθε θεωρητικός ή και το κάθε κράτος διαμορφώνει τον δικό του ορισμό για το πολιτικό έγκλημα. Για πολλούς το πολιτικό έγκλημα «αναγνωρίζεται» από τις έκνομες σχέσεις του δράστη (π.χ., με μια τρομοκρατική οργάνωση). Για άλλους κρίσιμο στοιχείο είναι οι επιπτώσεις της δράσης στην κοινή γνώμη και τη διακυβέρνηση. Η σύγχυση των διαφόρων μορφών πολιτικής βίας (εξέγερση, επανάσταση, τρομοκρατία κτλ.) και η διάκριση «πολιτικά εγκλήματα (κατά του κράτους)/ πολιτική αστυνόμευση (του κράτους)» δεν φωτίζουν ιδιαίτερα το πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννιέται και αποκτά δυναμική το πολιτικό έγκλημα ως ένοπλη απάντηση σε ένα υφιστάμενο πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο.
Τα αντιπολιτευτικά/ εναντιούμενα πολιτικά εγκλήματα «στρέφονται κατά της κυβέρνησης ή της διαχείρισης της εξουσίας» (διαφθορά, αναρχία, στάση, κατασκοπεία κτλ.). Αλλα από αυτά είναι μη βίαια (αντιφρονούντες) και άλλα είναι βίαια (τρομοκράτες).
Η έννοια και το περιεχόμενο του πολιτικού εγκλήματος συζητούνται συνήθως σε περιόδους πολιτικών κρίσεων καθώς σε τέτοιες περιόδους αναδιατάσσονται οι σχέσεις δικαίου και πολιτικής. Αντιθέτως, η θεωρία για τον πολιτικό εγκληματία αναδεικνύεται μόνο σε περιόδους πολιτικής ομαλότητας.
Σε κάθε περίπτωση το ποιοι ορίζονται πολιτικοί εγκληματίες για ποια εγκλήματα συναρτάται απόλυτα από το ποιοι ορίζουν και με ποια κριτήρια (διακριτική ευχέρεια πολιτικής εξουσίας).
Η κατάχρηση του πολιτικού εγκλήματος με την κάλυψη εγκλημάτων του κοινού ποινικού δικαίου είναι πάντοτε δυνατή αλλά αυτό που κυρίως ενδιαφέρει είναι το κίνητρο.
Ο πολιτικός εγκληματίας ή πολιτικός τρομοκράτης δεν αμφισβητεί καθόλου την «επαναστατική πίστη» του.
Το μήνυμα γίνεται «ιερός» αυτοσκοπός.
Η πεποίθηση, ως συνείδηση αλήθειας και δικαίου, συνήθως είναι ειλικρινής και απόλυτη, βιώνεται ως εσωτερικό καθήκον και αποτελεί το ηθικό- συνειδητό κίνητρο της πράξης.
Η γνησιότητα του πολιτικού εγκληματία (από υποκειμενική σκοπιά) αναδεικνύεται (ίσως και να αποδεικνύεται) από την εχθρότητα προς το πολίτευμα σε βαθμό που να μην αφήνει περιθώρια για αισθήματα ενοχής. Εδώ λοιπόν είναι η κρίσιμη καμπή.
Τι έχει γίνει στη χώρα μας (και στη δημοκρατία μας) ώστε να διαπιστώνουμε τα τελευταία χρόνια μια όλο εντεινόμενη και διευρυνόμενη εχθρότητα ορισμένων κατά παντός (erga omnes); Τι έχει συμβεί και η όποια αίσθηση αδικίας ή δυσφορίας ή το όποιο πρόταγμα αντίδρασης έχει μετουσιωθεί σε μίσος; Τι έχει συμβεί και οι νέοι μας, δηλαδή τα παιδιά μας, «πρωτοπορούν» σε αυτόν τον ακήρυχτο πόλεμο νοώντας ως δικαίωμα αντίστασης τις βομβιστικές και άλλες ενέργειες χωρίς διάκριση και δίχως όρια; Πώς αποφάσισαν να γίνουν οι ίδιοι νομοθέτες, δικαστές ή εκτελεστές κινούμενοι έξω από τους θεσμούς;
Τις απαντήσεις μην τις ζητήσουμε σε ψυχολόγους και ανακριτές. Και σε αυτό το ερώτημα πρέπει να εξηγηθούν όσοι κρατούν τα ηνία της εξουσίας και της δημοκρατικής νομιμοποίησης στη χώρα μας όλα τα χρόνια της Μεταπολίτευσης (πολιτικοί, διανοούμενοι, διαμορφωτές κοινής γνώμης).
Αυτοί πρέπει να μιλήσουν πρώτοι. Γιατί όσο δεν μιλάνε αυτοί θα «μιλάνε» οι βόμβες.
- Ο κ. Ιωάννης Πανούσης είναι καθηγητής του Τμήματος Επικοινωνίας και Μ.Μ.Ε. του Πανεπιστημίου Αθηνών
- Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=365587&ct=114&dt=07/11/2010#ixzz14bEA6C60
Η βία έρχεται από ψηλά
- ΠΕΠΗ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ | Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010
Γιατί ένας άνθρωπος των δεκαοκτώ, των είκοσι χρόνων καταλήγει σε πράξεις βίας που αβασάνιστα κατατάσσουμε κάτω από την ομπρέλα του όρου «τρομοκρατία»; Η πρώτη απάντηση που έχω πειρασμό να δώσω είναι ακριβώς γιατί είναι νέος. Κάθε έφηβος είναι δυνάμει τρομοκράτης. Η εφηβική και η μετεφηβική ηλικία είναι η ώρα του έρωτα και του θανάτου. Η εποχή του ιδανικού και της αλόγιστης θετικής προσφοράς που εύκολα μπορεί να γυρίσει σε αλόγιστη ροπή προς την άρνηση και την καταστροφή. Ας θυμηθούμε την Ερόικα του Κοσμά Πολίτη, τον Επαναστάτη χωρίς αιτία του Νίκολας Ρέι. Τι είναι ο Αντρέας, ο Λοΐζος, ο Αλέκος ή το ανήλικο παιδί που το σκοτώνει μια σφαίρα; Τι είναι οι ήρωες που ενσάρκωσαν στο έργο του Ρέι ο Τζέιμς Ντιν και ο Σολ Μίνεο; «Τρομοκράτες»; «Τεντιμπόηδες»; Τι είναι οι σημερινοί βίαιοι νέοι;
Δεν πρόκειται να επιχειρήσω μία ακόμη εμβριθή κατάταξη σαν αυτές με τις οποίες μας βομβαρδίζουν οι «ειδικοί» που καλούνται στα παράθυρα της τηλεόρασης αντλώντας τρία λεπτά διασημότητας έπειτα από κάθε δήθεν αναπάντεχο και εκπληκτικό γεγονός. Μπορώ όμως να πω ότι οι εκδηλώσεις αυτές της βίας δεν είναι καθόλου αναπάντεχες, διότι η βία αυτή είναι παράγωγη και δευτερογενής.
Με τη διαπίστωση αυτή δεν θέλω ούτε να αθωώσω προκαταβολικά κάθε μορφή νεανικής βίας ούτε να περιοριστώ στην επανάληψη της γνωστής άποψης ότι η βία είναι κατ΄ εξοχήν συστημική, δηλαδή παράγεται από αυτούς που ελέγχουν, κατευθύνουν και εκμεταλλεύονται το πολιτικό και το κοινωνικό σύστημα. Οσα επιχειρήματα και να έχει η άποψη αυτή αποδυναμώνεται αν συρρικνωθεί στην τελετουργική και γενικόλογη επανάληψή της και δεν μπορέσει να στηριχθεί με συγκεκριμένα επιχειρήματα.
Η βία ωστόσο έρχεται από ψηλά. Είναι η βία των πολέμων στο Ιράκκαι στο Αφγανιστάν, πολέμων που δεν αποτελούν λάθη αλλά αναγκαιότητα του καπιταλιστικού μοντέλου. Είναι η βία της τρομοκρατίας που εν πολλοίς εκκολάφθηκε συστηματικά από αυτούς τους οποίους σήμερα χτυπά. Και πάνω από όλα είναι η βία της παγκόσμιας κρίσης που πήρε μια τόσο άγρια και εξευτελιστική μορφή για τον λαό μας.
Η κάθε μορφής εξουσία στερεί από τους νέους και τις νέες, που μάλλον δεν οργάνωσαν τους πολέμους και δεν ευθύνονται για την κρίση, τον ορίζοντα των ιδεών και των προσδοκιών μέσα από μια εκπαίδευση που το κράτος ακυρώνει όλο και περισσότερο και από μια φαλιρισμένη οικονομία η οποία τους καταδικάζει στην ανεργία και στη μιζέρια που απειλεί να γίνει λιμοκτονία. Τους τρέφει με τον οχετό των πραγματικών και των εικονικών σκανδάλων μέσα από τα μίντια. Και όταν ρωτούν το γιατί αυτής της κατάστασης, ακούνε από επίσημα χείλη ότι ζουν σε μια διεφθαρμένη χώρα, ότι τα δάνεια που όλες οι αιματηρές θυσίες δεν πρόκειται ποτέ να αποπληρώσουν «τα φάγαμε όλοι μαζί» και απειλούνται ότι, αν δεν σκύψουν το κεφάλι, θα υποστούμε τα χειρότερα. Με δυο λόγια, οι νέοι και οι λιγότερο νέοι διαπιστώνουν στο πετσί τους ότι η συμβολική και η πραγματική βία είναι η κυρίαρχη μορφή έκφρασης της κοινωνίας στην οποία ζουν ή μάλλον επιβιώνουν.
Αν όμως ο άνθρωπος είναι «ζώον μιμητικόν», η μίμηση είναι ο κυρίαρχος τρόπος με τον οποίο οι νέοι διαμορφώνονται και πράττουν. Μίμηση του παραδείγματος των γονέων, μίμηση ακόμη και της γονεϊκής επιθυμίας, που για τον Ρενέ Ζιράρ αποτελεί τη βάση του δράματος του οιδιπόδειου και όλης της ζωής μας. Μίμηση στην περίπτωσή μας της πολύμορφης βίας που κατακλύζει και εξευτελίζει τη ζωή μας. Αν όμως τα πράγματα είναι έτσι, το ερώτημα δεν είναι γιατί οι νέοι φτάνουν σήμερα να γίνουν βίαιοι. Είναι μάλλον πώς και είναι τόσο λίγοι οι νέοι αυτοί και αν υπάρχει ελπίδα να βρεθούν προτάσεις και κυρίως παραδείγματα που θα στρέψουν την ορμή τους αυτή σε δημιουργικότερους δρόμους.
- Η κυρία Πέπη Ρηγοπούλου είναι ιστορικός τέχνης, καθηγήτρια στο Τμήμα Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αθηνών
- Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=365586&ct=114&dt=07/11/2010#ixzz14bDlVNFM
Θύματα της κυρίαρχης ιδεολογίας
- ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΨΥΧΟΓΙΟΣ | Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010
Αν δεν γίνεις τρομοκράτης στα 20 χρόνια σου, δεν θα γίνεις ποτέ. Γιατί τον δρόμο του ένοπλου αγώνα θα τον ακολουθήσεις είτε γιατί σε πνίγει η απελπισία είτε επειδή ξεχειλίζει μέσα σου μίσος που γεννά βία. Μικρότερο, σε περιορίζει η οικογένεια, μεγαλύτερος θα μετουσιώσεις την απελπισία σε πικρό ρεαλισμό ή θα διοχετεύσεις την ακραία επιθετικότητά σου στο πολύ πιο προσοδοφόρο έγκλημα. Μόνο σε αυτή τη χωρίς κοινωνική πείρα ηλικία, όπου αρχίζεις και γεύεσαι την προσωπική ανεξαρτησία, η απελπισία ή η ακραία επιθετικότητα οδηγούν στην πολιτική τρομοκρατία. Αλλά η απελπισία ή το περίσσευμα μίσους και βίας δεν γίνονται αντιληπτά από τους ίδιους τους νεαρούς ως αίτια για τη συμπεριφορά τους, θα θεωρούσαν υβριστική τέτοια εξήγηση. Ούτε καν οι εξηγήσεις ότι πιθανόν τους κινεί η ανάγκη για δημοσιότητα, για επίδειξη ηρωισμού ή ο ιδεαλισμός του «να αλλάξουμε το συντομότερο δυνατόν αυτόν τον ανυπόφορο κόσμο» θα γίνονταν δεκτές από τους ίδιους. Κατά τη δική τους άποψη, αποτελούν την πρωτοπορία για την επαναστατική αλλαγή. Υποθέτουν ότι μεγάλο μέρος του λαού δεν αντέχει το υπάρχον καθεστώς αλλά διστάζει να ξεσηκωθεί- αυτοί δίνουν το παράδειγμα, δείχνουν πόσο απλό είναι να ασκήσεις βία ενάντια στους καταπιεστές και περιμένουν να ανθίσουν τα λουλούδια που φυτεύουν με τις βόμβες ή τις δολοφονίες. Ας θυμηθούμε ότι κατά τη δεκαετία του 1980 η 17Ν (εικοσάρηδες ήσαν τότε τα μέλη της) διεκδικούσε υπέρ αυτής τις εκατοντάδες χιλιάδες λευκά/άκυρα των εκλογών. Είχαν ψηφίσει έτσι, κατά την άποψή της, όσοι μισούσαν το σύστημα. Κάποια στιγμή αυτές οι μυριάδες σιωπηλοί αντικαθεστωτικοί θα έπαιρναν τα όπλα και η επανάσταση θα νικούσε.
Μπορεί να ήσαν μερικές εκατοντάδες άτομα εκείνη την εποχή που μεσουρανούσε η τρομοκρατική πρακτική τα μέλη των ένοπλων οργανώσεων. Σήμερα δεν πρέπει να ξεπερνούν τις μερικές δεκάδες οι νεαροί που ακολουθούν το μονοπάτι της βίας - στατιστικά, οι τρομοκράτες ήσαν και είναι ανύπαρκτοι ως αριθμητικό μέγεθος, ακόμη και αν συμπεριλάβουμε τους κουκουλοφόρους που στις διαδηλώσεις ασκούν «μαζική», δημόσια, και όχι συνωμοτική βία. Δεν πρέπει να έχουμε καμία αμφιβολία όμως ότι δεν έχουν άδικο όταν θεωρούν τον εαυτό τους πρωτοπορία: εκπροσωπούν σημαντικότατη μερίδα του πληθυσμού, από την άκρα Δεξιά ως την άκρα Αριστερά, που εγκρίνει και επικροτεί τη δράση τους, ακόμη και αν δεν ψηφίζουν λευκό στις εκλογές. Δηλαδή, η πικρή αλήθεια είναι ότι οι εικοσάρηδες τρομοκράτες έχουν μεγαλώσει σε περιβάλλον που ευνοεί τη βία. Η μορφή του πολεμικού ήρωα κυριαρχεί στην ελληνική κουλτούρα, τη λαϊκή και την επίσημη. Ο κλέφτης και ο αντάρτης (του Πόντου ή του ΕΛΑΣ) είναι τιμημένες μορφές από τις πολιτικές ιδεολογίες. Η χώρα παρουσιάζεται ως μικρή και αδύναμη που αντιστέκεται σε ισχυρούς εχθρούς και παλεύει για το δίκιο- αυτό δεν κάνουν και οι τρομοκράτες; Δεν έστειλαν παγιδευμένα δέματα στους ισχυρούς της Γης που μας εκμεταλλεύονται και μας επέβαλαν το μνημόνιο;
Στη χώρα μας υπάρχει μεγάλη ανοχή απέναντι στην πολιτική βία: το να κλείνει κανείς το κέντρο της Αθήνας βασανίζοντας εκατοντάδες χιλιάδες είναι «ειρηνική εκδήλωση». Το να καίγονται μαγαζιά και τράπεζες είναι «δίκαιη διαμαρτυρία», το να καταλαμβάνονται σχολές και λύκεια και να καταστρέφονται είναι «αγώνας για την Παιδεία». Οταν τα όρια της ανεκτής πολιτικής βίας ξεχειλώνουν τόσο πολύ είναι λογικό να εμφανιστεί και ακραία μορφή του ένοπλου αγώνα, ασήμαντο κυματάκι στην πραγματικότητα μέσα στον ωκεανό της πολιτικής βίας στον οποίο είναι εγκλωβισμένη ιστορικά και πολιτιστικά η ελληνική κοινωνία, η μόνη κοινωνία στην Ευρώπη όπου έγινε εμφύλιος πόλεμος και δικτατορία. Οι δεξιοί διανοούμενοι που σε κάθε ευκαιρία υποστηρίζουν ότι τα φαινόμενα πολιτικής βίας είναι δημιούργημα της «μεταπολιτευτικής ιδεολογίας» αποσιωπούν την τρομακτική πολιτική βία που ασκούσαν οι νικητές στην περίοδο ως την πτώση της δικτατορίας.
Και έτσι μπορούμε να καταλάβουμε γιατί αυτές οι λίγες δεκάδες ή εκατοντάδες νεαροί υπάρχουν στην Ελλάδα ενώ δεν υπάρχουν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου η τρομοκρατία είναι πια είδος εισαγόμενο από τις ακραίες ισλαμιστικές οργανώσεις: εκεί η ανεκτή βία είναι πολύ πιο περιορισμένη, θεωρούνται ακραία φαινόμενα οι καταλήψεις και οι βανδαλισμοί, που σε μας είναι συνηθισμένα. Η τρομοκρατία είναι η «ουρά» της στατιστικής κατανομής της βίας, ουρά που στην Ελλάδα φεύγει πολύ πιο πέρα από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, άλλοτε αριστερά και άλλωστε δεξιά.
Ο Μαραθώνιος της Αθήνας ήταν εφέτος λαμπρός γιατί συνδυάστηκε με τα 2.500 χρόνια από τη Μάχη του Μαραθώνα. Οι αθηναίοι οδηγοί έγιναν ανεκτικοί και χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο Καλλιμάρμαρο όχι επειδή ξαφνικά αγάπησαν τους δρομείς μακρινών αποστάσεων αλλά γιατί αντιμετώπισαν τον μαραθώνιο σαν την παρέλαση της 25ης Μαρτίου. Οργανώθηκαν συνέδρια, παραστάσεις, ανέβηκαν όπερες, εκδόθηκαν γραμματόσημα για τα 2.500 χρόνιαως και αναμνηστικό κέρμα των δύο ευρώ χύτευσε η Τράπεζα της Ελλάδας προς τιμήν της διαχρονικής «πολεμικής αρετής των Ελλήνων». Θα περίμενε κανείς μεγαλύτερη σοβαρότητα από τον κεντρικό τραπεζίτη της χώρας κ. Προβόπουλο. Γιατί άραγε οι Ιταλοί δεν γιόρτασαν το 2008 τα 2.200 χρόνια από τη μάχη της Ζάμα και τη συντριβή της Καρχηδόνας; Απλώς, γιατί θεωρούν γελοία αυτά που εμείς θεωρούμε σοβαρά.
Είμαστε χώρα που τιμά τον πόλεμο, τον πολεμικό ηρωισμό, τους αγώνες- εθνικούς, κοινωνικούς, ταξικούς. Οι νεαροί τρομοκράτες κάνουν πράξη την ηλίθια εθνική ρητορική που διδάχθηκαν στο σχολείο, που διαδίδουν τα μέντια, που καλλιεργείται στα καφενεία και στα γήπεδα. Για τούτο και μου σφίχτηκε η καρδιά όταν είδα τα παιδικά πρόσωπα των βομβιστών στις εφημερίδες. Είτε απελπισμένοι είτε βίαιοι, είναι θύματα της κυρίαρχης ιδεολογίας
Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=114&artId=365585&dt=07/11/2010#ixzz14bDFhjTm
Τι οδηγεί τους 20άρηδες να γίνουν τρομοκράτες;
Πρόσωπα νεαρά αλλά σφιγμένα, βλοσυρά, ίσως απελπισμένα. Οι φωτογραφίες των συλληφθέντων και των καταζητουμένων για συμμετοχή στους «Πυρήνες της Φωτιάς» δημιουργούν απορίες και ζητούν απαντήσεις. Πώς οι νέοι διαλέγουν το μονοπάτι της ατομικής και τυφλής βίας; Αραγε, οι «εικοσάρηδες της τρομοκρατίας» ανακυκλώνουν τα στερεότυπα μιας κουλτούρας της πολεμικής αρετής τόσο οικείας από παλιά στον τόπο μας, «απενοχοποιούν» μια ποινικοποίηση της πολιτικής διαφωνίας, στην πιο ακραία μορφή της, ή δίνουν τη δυναμική απάντησή τους στην κάθε μορφής εξουσία που στερεί, σε περίοδο γενικευμένης θεσμικής, οικονομικής και ιδεολογικής κρίσης, από τον κάθε εικοσάχρονο ορίζοντες, προσδοκίες, ιδέες και όνειρα; Είτε όλοι αυτοί οι λόγοι συντρέχουν είτε αλληλοσυμπληρώνονται είτε κινούνται σε παράλληλες, αν και ασύμβατες μεταξύ τους, τροχιές, φαίνεται να είναι ικανοί να οπλίσουν το χέρι ενός εικοσάχρονου, ουσιαστικά ακρωτηριάζοντας στο άνθος της την αυθεντικότερη ορμή του για δημιουργία και προσφορά.
- Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=114&artId=365584&dt=07/11/2010#ixzz14bCtM4Xi
Διαβάστε Επίσης
Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009
Τι ήταν ο Δεκέμβρης του 2008...
- ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009
- Η αποτρόπαιη και απρόκλητη δολοφονία του νεαρού μαθητή Αλέξη Γρηγορόπουλου στα Εξάρχεια, ακριβώς έναν χρόνο πριν, οι αντιδράσεις που ακολούθησαν, οι καθολικές καταστροφές στην Αθήνα αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα, αποτέλεσαν φαινόμενα πρωτόγνωρα ίσως, ως προς την έκταση και τη σύνθεσή τους, οπωσδήποτε όμως χρήζοντα μελέτης και ανάλυσης. Αρθρα, εκπομπές, αφιερώματα επιχείρησαν, έναν χρόνο πριν, να εντοπίσουν τις αιτίες που οδήγησαν στην «εξέγερση του Δεκέμβρη» και να ερμηνεύσουν την κοινωνική έκρηξη. Εναν χρόνο μετά, κοιτάζοντας τόσο πίσω όσο και σε όσα ακολούθησαν, τι έχει μείνει από τον Δεκέμβρη του 2008;
Τετάρτη 8 Ιουλίου 2009
ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΒΙΑΣ

Ο εικαστικός Ρον Ινγκλις αναπαριστά τη σύγχρονη βία στο ύφος τής Γκερνίκα του Πικάσο
Η βία στην κοινωνία μας δεν είναι ένα πρόσφατο φαινόμενο. Κάθε εποχή φέρει τα σημάδια της βίας που δημιουργεί και τη χαρακτηρίζει. Τα γεγονότα του περασμένου Δεκεμβρίου που σημαδεύτηκαν από φαινόμενα βίας, τα βίαια επεισόδια μέσα στα πανεπιστήμια αλλά και η βία των ένοπλων τρομοκρατών είναι μερικά από τα κραυγαλέα φαινόμενα που παρεμβαίνουν στα κοινωνικά γεγονότα προκαλώντας προβλήματα και αντιδράσεις, περιπλέκοντας τα ζητήματα και φέρνοντας πολλές φορές σε αμηχανία τα πολιτικά κόμματα και τους επίσημους φορείς της εξουσίας.Η βία όμως στη σύγχρονη κοινωνία δεν εντοπίζεται μόνο στα κραυγαλέα φαινόμενα. Οπως επισημαίνουν και ειδικοί μελετητές, η σύγχρονη βία είναι πολλές φορές αθέατη, δρα καταλυτικά σε πολλά επίπεδα και επηρεάζει, ενίοτε και διαμορφώνει, συμπεριφορές και δραστηριότητες των πολιτών. Πρόκειται για μορφές βίας που ενυπάρχουν στις σύγχρονες κοινωνίες, μερικές φορές μάλιστα τείνουν να λάβουν διαστάσεις «φυσικού» κακού. Κανείς δεν διαμαρτύρεται, κανείς δεν αντιδρά σε αυτές.Ενα διαρκώς αυξανόμενο πρόβλημα είναι η βία ανάμεσα στους νέους και δη στους μαθητές. Μιλάμε για βία που είτε ως αποτέλεσμα ψυχικών διεργασιών είτε ως επιρροή προτύπων διαφυγής που τροφοδοτεί μια κοινωνία χωρίς οράματα έχει πολλές εκφάνσεις και δημιουργεί δυσοίωνες σκέψεις και προοπτικές για το μέλλον.Το αφιέρωμα του «ΒΗΜΑΤΟΣ ΙΔΕΩΝ» στα «Πρόσωπα της βίας» έχει σκοπό, από μια στάση ψύχραιμης σκοπιάς, να μελετήσει τις διαφορετικές όψεις αυτού του φαινομένου. Οι αρθρογράφοι μας κλήθηκαν να προσφέρουν απόψεις από τη σκοπιά της ιστορικής εμπειρίας, της πολιτικής, της κοινωνιολογίας, της ψυχολογίας, της ψυχανάλυσης αλλά και της θεωρητικοποιημένης εμπειρίας. Από κάθε άποψη η βία δεν είναι ένα φαινόμενο που εντοπίζεται, εγκλωβίζεται και επιλύεται με λόγια. Απαιτεί ένα ολόκληρο σύστημα θεσμικών, πολιτικών και άλλων μέτρων τα οποία θα την περιορίσουν. Το αφιέρωμα αυτό θέλουμε να πιστεύουμε ότι συμβάλλει στον απαραίτητο διάλογο με στόχο τη διεύρυνσή του. Φιλοδοξεί να προκαλέσει όλους όσοι είναι υπεύθυνοι για τη λήψη μέτρων που θα συμβάλουν στον μετριασμό και στη σταδιακή εξαφάνιση των φαινομένων βίας.
- EDITORIAL
- ΒΗΜΑ ΙΔΕΩΝ - Τεύχος 03/7/2009
ΑΦΙΕΡΩΜΑΚαθηγητής του πανεπιστημίου ΑθηνώνΚαθηγητής του πανεπιστημίου ΑθηνώνΚαθηγητής κοινωνιολογίας στο τμήμα πολιτικής επιστήμης και δημόσιας διοίκησης του πανεπιστημίου ΑθηνώνΑναπλ. καθηγητής στο τμήμα νομικής του πανεπιστημίου ΑθηνώνΚαθηγητής του ΕΜΠΚαθηγήτρια στο Πάντειο πανεπιστήμιοΠολιτικός επιστήμων, Πάντειο πανεπιστήμιοΑναπληρωτής καθηγητής ψυχιατρικής στο πανεπιστημίο Αθηνών, πρόεδρος της ελληνικής εταιρείας ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείαςΨυχίατρος,διδάσκων ψυχαναλυτής της ψυχαναλυτικής σχολής του Στρασβούργου (EPS), συγγραφέαςΚαθηγητής ψυχολογίας της επικοινωνίας στη φιλοσοφική σχολή του πανεπιστημίου ΑθηνώνΑναπλ. καθηγητής παιδοψυχιατρικής, επιστημονικός υπεύθυνος ΕΨΥΠΕ
Τρίτη 26 Μαΐου 2009
Μάζες, βία, εξέγερση
- ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΜΗΛΙΟΥ
- Η ΑΥΓΗ: 24/05/2009
Τα γεγονότα του Δεκεμβρίου 2008 θέτουν στην Αριστερά το ζήτημα όχι απλώς του να ερμηνεύσει και να αποκρυπτογραφήσει τις πλευρές της συγκεκριμένης συγκυρίας που οδήγησαν στην εκδήλωση της οργής της νέας γενιάς και ενός τμήματος των εργαζομένων, αλλά και να κατανοήσει τη βαθύτερη «κρυμμένη» ροπή των νέων και των εργαζομένων να δρουν συλλογικά και να κινητοποιούνται. Όχι πάντα ως «δομημένο» κίνημα (πολιτικό, συνδικαλιστικό, πολιτιστικό κ.λπ.), που λίγο-πολύ αλληλοτροφοδοτείται ή επηρεάζεται από τις πολιτικές πρωτοβουλίες και τους οραματικούς στόχους της Αριστεράς, αλλά και ως «αυθόρμητη μάζα», που εξεγείρεται απροειδοποίητα, ενώ ένα τμήμα της (εκ)δηλώνει την αντίθεσή του προς την κυρίαρχη τάξη (πραγμάτων) μέσα από πράξεις βίας.
Έχει ενδιαφέρον ότι οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις και οι ιδεολόγοι του καπιταλιστικού συστήματος, τουλάχιστον από τις αρχές του 18ου αιώνα, αντιλήφθηκαν αυτή την τάση των εκμεταλλευόμενων τάξεων και έσπευσαν να την απαξιώσουν, όπως αναλύει η Τζίνα Πολίτη στη μελέτη της «'Γουρουνίσια μάζα' κατά 'πλήθους χρυσών ναρκίσσων'», που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 107 (Απρίλιος - Ιούνιος 2009) του περιοδικού Θέσεις (σσ. 121-145). Η συγγραφεύς εξετάζει λεπτομερειακά τις αναπαραστάσεις των μαζών που διαμορφώνει κατά την ιστορική εξέλιξη η λογοτεχνία αλλά και το πολιτικό και ψυχολογικό δοκίμιο, και αναλύει τα ιδεολογικά περιεχόμενα και τα πολιτικά ζητούμενα που αντανακλούν οι αναπαραστάσεις αυτές. Από την εποχή ήδη του προβιομηχανικού-εμπορικού καπιταλισμού, «η κοινωνικοπολιτική αντίθεση έλλογο άτομο/ παράλογη μάζα θα κυριαρχούσε στη δυτική σκέψη και θα καθόριζε τις αναπαραστάσεις του συλλογικού, αστικού φαντασιακού» (Τζίνα Πολίτη, όπ.π., Θέσεις 107, 2009: 126).
Αυτό όμως που προκαλεί στη σημερινή συγκυρία εντύπωση, είναι ότι η λογική της απαξίωσης των όποιων μαζικών εξεγερτικών διαδικασιών, και ειδικότερα του Δεκέμβρη 2008, δεν περιορίζεται πλέον στις πολιτικές δυνάμεις, τον τύπο, τους ιδεολογικούς κέρβερους και υπαλλήλους του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά συμπαρασύρει και την παραδοσιακή-καθεστωτική Αριστερά, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το ΚΚΕ. Το φαινομενικά από πρώτη ματιά παράδοξο αυτό φαινόμενο, ανατέμνει στο ίδιο τεύχος των Θέσεων ο Δημήτρης Μπελαντής με τη μελέτη του «ΚΚΕ, εξεγέρσεις και “αστική-δημοκρατική” νομιμότητα» (Θέσεις 107, 2009: 49-76), το οποίο παρακολουθεί τον βαθμιαίο μαρασμό των όποιων ριζοσπαστικών-αντικαπιταλιστικών στοιχείων στρατηγικής του ΚΚΕ από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα.
Πραγματικά, δηλώσεις όπως αυτή της Αλέκας Παπαρήγα, ότι στην «πραγματική» εξέγερση «δεν θα σπάσει ούτε ένα τζάμι» είναι εκπληκτικές όχι μόνο για τον ακραίο απολογητικό τους χαρακτήρα, αλλά και γιατί προδίδουν παντελή άγνοια της ιστορίας αλλά και της «λογικής» της ιστορικής εξέλιξης. Για να μη μακρηγορήσω, θα περιοριστώ στην παράθεση ενός αποσπάσματος του παλαίμαχου κομουνιστή και μέχρι το τέλος της ζωής του μέλους του ΚΚΕ Γιώργου Ζωιτόπουλου (Ζιούτου) [1903-1967] για την εργατική εξέγερση στο Βόλο τον Φεβρουάριο 1921:
«[...] την 16ην Φεβρουαρίου 1921 διοργανούτο συλλαλητήριον προς διαμαρτυρίαν εναντίον της σκανδαλώδους υπερτιμήσεως του άρτου, την οποίαν είχον επιτρέψει αι αρχαί. Εις το συλλαλητήριον τούτο συνέρρευσεν όλος ο εργαζόμενος πληθυσμός του Βόλου και μετά τους λόγους των ρητόρων (Μπεναρόγια, Σταυράκη, Αποστολίδη κ.λπ.) μετετράπη εις αυθόρμητον επαναστατικήν διαδήλωσιν, η οποία περιελθούσα τας οδούς της πόλεως προέβη εις καταστροφάς καταστημάτων κ.λπ. και ενσπείρουσα τον τρόμον εις όλους τους εκμεταλλευτάς. Κατ' ουσίαν κατελήθησαν αι αρχαί και επί διήμερον, μέχρις ότου κατέλθουν εκ Λαρίσης ισχυρόταται στρατιωτικαί δυνάμεις δια να επιβάλουν την “τάξιν”, ο Βόλος κατείχετο παρά των εργατών και μόνη εξουσία ανεγνωρίζετο η “Πανεργατική Ένωσις”. Αφιχθεισών των στρατιωτικών δυνάμεων εξηπλώθη εις όλην την πόλιν αφάνταστος τρομοκρατία [...] και εκεί όπου πριν εβασίλευεν η χαρά της λαϊκής νίκης και το φως της εργατικής δυνάμεως, εξηπλώθη το αίσχος της αστικής θηριωδίας και της ανοικτής λευκής τρομοκρατίας. Από τους συλληφθέντας υπερδιακοσίους εργάτας εκρατήθησαν τελικώς περί τους είκοσιν, οι οποίοι και παρέμειναν εν προφυλακίσει επί διετίαν, κατηγορούμενοι επί στάσει, εσχάτη προδοσία κ.λπ., μέχρις όπου απεφυλακίσθησαν κατά τον Νοέμβριον του 1922» («Βόλος. Εργατικόν και σοσιαλιστικόν κίνημα», σε Κοινωνιολογικόν και πολιτικόν λεξικόν, τ. 1ος: 568-69, η υπογρ. δική μου, Γ.Μ.).1
Με όσα προηγήθηκαν δεν θέλω να υποστηρίξω τη «λογική των σπασιμάτων». Το ακριβώς αντίθετο, για να μην κυριαρχήσει η «λογική των σπασιμάτων» και της εκτόνωσης, που είναι πάντοτε παρούσα σε κάθε εξέγερση, η Αριστερά θα πρέπει να συμμετέχει με τα δικά της προτάγματα και τη δική της στρατηγική σε κάθε εξέγερση. Με τη διατύπωση του Λένιν:
«Όταν οι μάζες παλεύουν, τα λάθη είναι αναπόφευκτα. Οι κομμουνιστές πρέπει να μείνουν με τις μάζες, βλέποντας τα λάθη τους, εξηγώντας τα, προσπαθώντας να τα διορθώσουν και να πιέζουν επίμονα για την επικράτηση της ταξικής συνείδησης πάνω στο αυθόρμητο» (Παρατίθεται στο Μπελαντής, Θέσεις 107, όπ.π.: 49).
Τελειώνοντας θα ήθελα να συμμεριστώ την αισιοδοξία της Τζίνας Πολίτη:
«Τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη, η λέξη 'μάζα' επενδύεται και πάλι με νόημα και πάθος. Το είδος του Μανιφέστου, που επιχειρεί 'να μετατρέψει τις λέξεις σε πράξη και τα αιτήματα σε πραγματικότητα' είναι και πάλι μαζί μας, δημιουργώντας 'μια ποίηση του μέλλοντος'. Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός. Σηάτλ, Γένοβα, Θεσσαλονίκη, Αθήνα. Αυτοδημιούργητες, ακαθοδήγητες μάζες έχουν εμφανιστεί και πάλι στη σκηνή της ιστορίας» (Θέσεις 107, όπ. π.: 143-44).
Ο Γιάννης Μηλιός διδάσκει Πολιτική οικονομία στο ΕΜΠ
1. Μια εκτενή αναφορά στο έργο του Ζωιτόπουλου αναφορικά με την ιστορία του εργατικού κινήματος παρέχεται στη μελέτη: Γιάννης Μηλιός, «Γ. Δ. Ζιούτος: Το εκρηκτικό θεωρητικό και πολιτικό περιεχόμενο μιας “σιωπηλής” παρουσίας», (Θέσεις 107, 2009: 147-170).
Κυριακή 5 Απριλίου 2009
Η μαμή της Ιστορίας
- Οταν ο Μαρξ χρησιμοποιούσε την περίφημη μεταφορά του για τη βία, δεν αναφερόταν στην προλεταριακή επανάσταση, αλλά στη διαδικασία πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου. Ο Μάρκο Ρεβέλι διδάσκει πολιτική επιστήμη στο πανεπιστήμιο του Ανατολικού Πιεμόντε. Το ακόλουθο κείμενό του είναι απόσπασμα δοκιμίου, που περιέχεται στο βιβλίο των Fausto Bertinotti, Lidia Menapace, Marco Revelli «Non violenza» (Fazi editore, 2004).
- Ούτε στη σκέψη του Μαρξ ούτε και σε εκείνη τη μακρά και ετερογενή σειρά θεωρητικο-πρακτικών επεξεργασιών που ονομάστηκε «μαρξισμός», η βία υπήρξε ποτέ ταμπού. Οπως οι περισσότεροι «μοντέρνοι» πολιτικοί στοχαστές, και ιδιαίτερα όπως οι περισσότεροι στοχαστές που κατατάσσονται στο ρεύμα του λεγόμενου πολιτικού ρεαλισμού, από τον Μακιαβέλι ώς τον Χομπς και μέχρι, φυσικά, τον Χέγκελ, έτσι και ο Μαρξ θεώρησε τη βία αναπόσπαστη συνιστώσα της Ιστορίας, «φυσικό» γνώρισμα της εσωτερικής της διαλεκτικής, που καθορίζεται, ακριβώς όπως η φυσική και η αστρονομία, από το «παίγνιο των δυνάμεων». Και την ενσωμάτωσε στον στοχασμό του για τον κοινωνικό μετασχηματισμό με έναν τρόπο καθαρά εργαλειακό, ως μέσο η προσφυγή στο οποίο κρίνεται αποκλειστικά με βάση την ωφελιμότητά του σε σχέση με τον σκοπό (δηλαδή με βάση την αποτελεσματικότητά του).
- Σε μια φιλοσοφία ριζικά κοσμική και ιστορικιστική, η οποία ως τέτοια όχι μόνον δεν αναγνωρίζει ιδιαίτερη αυτονομία στην ηθική αλλά την ενσωματώνει και τη διαλύει, ως αντανάκλαση, μέσα στην ιστορική και κοινωνική εξέλιξη, δεν υπάρχει χώρος για έναν ηθικό στοχασμό σχετικά με τη νομιμότητα των μέσων, αλλά μόνον για το βαθμό της αποτελεσματικότητάς τους.
- Γίνεται συχνή αναφορά -από μέρους των όψιμων υποστηρικτών μιας άγριας αντίληψης της ταξικής σύγκρουσης και της αναγκαιότητας της βίας ως εγγύησης επαναστατικής συνέπειας- στη γνωστή δήλωση του Μαρξ για τη βία ως «μαμή της Ιστορίας» (γράφει κατά λέξη ο Μαρξ: «Η βία είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας που κυοφορεί μια καινούρια»), λησμονώντας συχνά ότι ο Μαρξ τη διατυπώνει ακριβώς στο τέλος του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου», στο έβδομο μέρος, το αφιερωμένο στη «Διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου», και στο εικοστό τέταρτο κεφάλαιο με τίτλο «Η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση».
- Ο Μαρξ αναφέρεται, επομένως, όχι τόσο (και μάλιστα καθόλου) στην προλεταριακή επανάσταση, αλλά στην άγρια διαδικασία διαμόρφωσης της αστικής κοινωνίας σε ρήξη με την παλιά φεουδαρχική κοινωνία και ιδιαίτερα στη «Γένεση του βιομήχανου κεφαλαιοκράτη», ο οποίος διαμορφώθηκε ακριβώς χάρη στη βίαιη και αναγκαστική απαλλοτρίωση των αγροτών, την περίφραξη των χωραφιών, τις αιματηρές αποικιακές κατακτήσεις, που λειτούργησαν ως ισχυροί και αιματοβαμμένοι «επιταχυντές» της γέννησης του καπιταλισμού με τον διαχωρισμό του από τον παλιό φεουδαρχικό κόσμο («Οι μέθοδες αυτές στηρίζονται εν μέρει στην πιο ωμή βία... Ολες χρησιμοποιούν την κρατική εξουσία, τη συγκεντρωμένη βία της κοινωνίας», είχε διευκρινίσει αμέσως πριν ο Μαρξ, «για να επιταχύνουν σαν σε θερμοκήπιο τη διαδικασία της μετατροπής του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής σε κεφαλαιοκρατικό»).
- Η βία επομένως, στην οποία αναφέρεται εδώ, βρίσκεται στην απαρχή της διαμόρφωσης του σύγχρονου προλεταριάτου -ως πράξη με την οποία σφυρηλατούνται οι αλυσίδες του- και όχι στο τέλος, ως πράξη με την οποία πρέπει να σπάσουν αυτές οι αλυσίδες.
- Αλλά το ζήτημα δεν έχει και πολλή σημασία (εκτός από το ότι υπαγορεύει μια μεγαλύτερη φιλολογική προσοχή στη χρήση των τσιτάτων, ιδίως όταν αυτά χρησιμοποιούνται για να κατακεραυνώνουν διαφωνούντες συνομιλητές).
- Το ζήτημα δεν έχει και πολλή σημασία, επειδή, αν παρακάμψουμε αυτές τις δύο γραμμές, είναι σε κάθε περίπτωση προφανές ότι ο Μαρξ και μαζί του ο Ενγκελς και όλοι οι πατέρες του μαρξισμού (με εξαίρεση τους λεγόμενους καντιανούς σοσιαλιστές και, όψιμα αλλά και αμφίσημα, τον Κάουτσκι) είχαν πάντοτε απέναντι στη βία -όπως και απέναντι στον πόλεμο- μια στάση αρκετά ανενδοίαστη. Είχαν μια στάση πραγματιστική, που καθοριζόταν ανάλογα με τις περιστάσεις, μια στάση που σίγουρα δεν ήταν στάση «αρχής», αλλά ούτε καν επιφύλαξης.
- Η εικόνα του «λαού στα όπλα» κυριάρχησε συχνά στην αναπαράσταση της επαναστατικής διαδικασίας, είτε επρόκειτο για το γερμανικό 1848 είτε για την Κομμούνα του Παρισιού, έτσι ώστε η συγκρότηση της εργατικής τάξης σε στρατό κατέληγε να αντιπροσωπεύει την πιο σίγουρη εγγύηση ότι η επανάσταση θα οδηγούνταν ως τις αναγκαίες συνέπειές της. Στον νεαρό Μαρξ η ένοπλη εξέγερση είναι η «φυσική» μορφή της επανάστασης, την οποία φανταζόταν με βάση το ακριβές υπόδειγμα της Γαλλικής Επανάστασης, που ήταν το αρχέτυπο κάθε μοντέλου επανάστασης.
- Με τον ίδιο τρόπο ο Μαρξ (και ίσως ακόμη περισσότερο ο Ενγκελς, ο οποίος έτρεφε ένα αληθινό πάθος για τις σπουδές στρατηγικής) εντάσσει τον πόλεμο και τους στρατούς «στον υπολογισμό των προπτικών του επαναστατικού κινήματος», ως παράγοντα πιθανής επιτάχυνσης του επαναστατικού κινήματος και ως ευκαιρία που ευνοεί τη ρήξη με το κοινωνικό και πολιτικό status quo. Από την άλλη μεριά, το 1867, ο Μαρξ θα αντιταχθεί στο φιλειρηνικό κίνημα που είχαν υποστηρίξει διανοούμενοι όπως ο Βικτόρ Ουγκό και άλλοι.
- Χρειάζεται όμως να προσθέσουμε ότι ο πόλεμος δεν ήταν ακόμα εφοδιασμένος με τα καταστροφικά εργαλεία που αποκαλύφθηκε ικανή να επινοήσει η σύγχρονη τεχνολογία. Στον 19ο αιώνα του Μαρξ και του Ενγκελς ο πόλεμος δεν είχε ακόμη προσλάβει τον ολικό χαρακτήρα που θα πάρει αντίθετα στις αρχές του 20ού αιώνα. Και θα πρόκειται από κάθε άποψη για μια τομή, για μια χρονική ρήξη, που θα αλλάξει ριζικά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο τίθεται το ζήτημα του πολέμου και γενικότερα της βίας στο πλαίσιο της επαναστατικής θεωρίας (...). *
- Από τον ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / Επτά, Κυριακή 5 Απριλίου 2009