Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επανάσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επανάσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Μαΐου 2009

Η ελευθερία; Ποια ελευθερία;

  • ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΦΑΡΑΚΛΑ
  • Η ΑΥΓΗ: 24/05/2009
  • ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Ατομικισμός, επανάσταση και δημοκρατία. Για την πολιτική θεωρία του Τοκβίλ, εκδόσεις Σαββάλας, σελ. 200
  • Επί Ψυχρού Πολέμου, ο υπέρμαχος της Δύσης Ραιημόν Αρόν ξεκινούσε τα Δεκαοκτώ μαθήματα για τη βιομηχανική κοινωνία με το ζεύγος Τοκβίλ και Μαρξ. Ο Τοκβίλ, αριστοκρατικών φρονημάτων, πλην θαυμαστής των δημοκρατικών ΗΠΑ του 19ου αιώνα, αναδεικνυόταν ως ο φιλελεύθερος αντίπαλος του Μαρξ. Το ότι δεν είχε ούτε κατά διάνοια το θεωρητικό βάρος του Μαρξ, ήταν οπωσδήποτε λυπηρό. Αλλά τι να κάνομε;
  • Στον αρχαίο κόσμο, αριστοκρατία και δημοκρατία είναι δύο αντίθετες επιλογές οργάνωσης της πόλεως. Η νεωτερικότητα αλλάζει τη σημασία των αντιθέτων, αλλά διατηρεί την αντίθεση: Ο συνήγορος της εξουσίας των ευγενών δεν είναι σαν τον φιλοσπαρτιάτη, αλλά πάντως εχθρεύεται τον υπερασπιστή της ισότητας, που διαφέρει από τον αθηναίο δημοκράτη γιατί είναι υπέρ της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Στη νέα αντίθεση παρεμβαίνει η νέα διάκριση κοινωνίας και κράτους, κι έτσι εμφανίζεται μια ενδιάμεση θέση μη αντίθεσης: Ο αριστοκράτης και ο φιλελεύθερος έχουν κοινό τον αντικρατισμό. Ο Τοκβίλ τοποθετείται παραδοσιακά εδώ: Είναι ο εχθρός του ιακωβίνικου κράτους, που πνίγει την ελευθερία. Αν ρωτήσω βέβαια για την ελευθερία τίνος πρόκειται, θα αντιληφθώ ότι πρόκειται για την ελευθερία όσων έχουν την κοινωνική ευχέρεια να την ασκήσουν, αριστοκρατών και πλουσίων! Αυτή τη γραμμή υιοθετεί στα μέσα του 20ού αι. ο ντε Ζουβενέλ: Η αύξουσα δύναμη του κράτους στη νεωτερικότητα πνίγει την ελευθερία, που υπήρχε προφανώς πριν... Όταν ένα επιχείρημα εκπληρώνει την επιθυμία σου, εύκολα ξεχνάς πόσο έωλο είναι. Αυτό έκανε τον Τοκβίλ επίκαιρο για τους φιλελεύθερους. Κι όταν αυτοί αύξησαν την επιρροή τους, μετά το 1974 και το 1989, αναπτύχθηκε το ενδιαφέρον για τον Τοκβίλ. Όμως ο Τοκβίλ δεν ταυτίζεται με αυτή την εικόνα, όπως δείχνει ο Κωνσταντακόπουλος, σε ένα πολύ τεκμηριωμένο έργο που ανακατασκευάζει όλο το τοκβιλιανό θεωρητικό εγχείρημα.
  • Ο συνδυασμός, αριστοκρατικό φρόνημα - αποδοχή της δημοκρατίας, χαρακτηρίζει μια ολόκληρη σειρά στοχαστών: τους ελιτιστές. Ελίτ είναι η αριστοκρατία εντός δημοκρατίας, ελιτιστής όποιος θεωρεί ότι κάθε κοινωνία έχει μια αριστοκρατία. Έτσι, δεν είναι τυχαίο που ο Κωνσταντακόπουλος, ειδικός αυτής της παράδοσης, στράφηκε στη μελέτη του Τοκβίλ, και διέκρινε τι είναι ελιτίστικο σ' αυτόν και τι όχι. Ο Τοκβίλ ταλαντεύεται όντως μεταξύ αριστοκρατισμού και δημοκρατικότητας: αγαπά την ελευθερία, όχι τους φτωχούς, θέλει ισότητα, αυτοοργάνωση, πολιτική συμμετοχή όλων, και απεχθάνεται αυτούς με τους οποίους θα θεωρηθεί ίσος, τους εργάτες που προωθούν την αυτοοργάνωση και τη συμμετοχή. Προβλέπει δε ότι αυτοί, καθότι σοσιαλιστές, θα αυξήσουν τη δύναμη του κράτους.
  • Η πρόβλεψη επιβεβαιώθηκε: Δεν κράτησαν για πολύ οι μορφές αυτοοργάνωσης, το 1871, το 1917, το 1956. Και κάθε κοινωνικό κράτος ανέπτυξε βέβαια το κράτος. Συνεπώς, ο Τοκβίλ μετά το 1989 είναι επίκαιρος, όχι μόνο για λόγους φιλελεύθερης προπαγάνδας αλλά και επιστημονικούς. Και αυτός είναι ήδη ένας λόγος να στραφούμε σ' αυτόν με τον Κωνσταντακόπουλο.
  • Ο Κωνσταντακόπουλος μας προσφέρει μια επιστημονική με αυτή την έννοια ανάλυση του έργου του Τοκβίλ. Παίρνει θέση στα σημεία τριβής της τοκβιλολογίας, δίνει λύσεις που εξάγονται αβίαστα από το πλαίσιο ανάλυσης που έχει θέσει ερμηνευτικά ο ίδιος. Πρώτη θέση του είναι ότι η ισότητα που εκθειάζει ο Τοκβίλ στις ΗΠΑ δεν είναι οικονομική αλλά «ένα είδος φανταστικής ισότητας», όπως λέει ο ίδιος. Η απροσδιοριστία αυτή δεν είναι όμως μόνο ελάττωμα του Τοκβίλ: του επιτρέπει να ασπάζεται αλλά και να αρνείται ορισμένες φιλελεύθερες θέσεις.
  • Δεύτερη θέση είναι ότι η ισότητα συμβαδίζει με τον ατομικισμό ως έλλειψη αλληλεγγύης. Κατά τον β' τόμο κυρίως της Δημοκρατίας στην Αμερική, ο ατομικισμός είναι ο δημοκρατικός κίνδυνος, διότι ενώ στην αριστοκρατική τάξη πραγμάτων, όπου υπήρχε χώρος για ανώτερες αξίες, υπήρχε αλληλεγγύη, στη νεωτερική δημοκρατία δεσμός των ανθρώπων είναι τα υλικά συμφέροντα. Όπως τονίζει ο Κωνσταντακόπουλος, ενώ οι ελιτιστές θεωρούν ότι ο φθόνος εμποδίζει την ισότητα, ο Τοκβίλ θεωρεί ότι τα ίσα άτομα ζουν ομοιόμορφα λόγω αμοιβαίας αδιαφορίας.
  • Τρίτη θέση είναι όμως ο ελιτισμός: Τι συνδέει τις προειδοποιήσεις του Τοκβίλ κατά της «τυραννίας της πλειοψηφίας», τις αναλύσεις του για την προστασία των μειοψηφικών όχι μόνο δοξασιών αλλά και συμφερόντων, τις προφητικές του διαμαρτυρίες κατά της αποπνικτικής ομοιομορφίας των πολιτών, τη συνηγορία του υπέρ της διαφοράς; Υπερασπίζεται με αυτό τον τρόπο την ελευθερία ως «ελευθερία των φιλελεύθερων ελίτ» (σ. 62, βλ. σ. 99, 122, 175). Αυτή η ελιτίστικη όψη έχει αρνητικές συνέπειες στη σκέψη του, αλλά και θετικές. Όπως ο μοναρχικός Μοντεσκιέ γλίτωνε από τους κοινούς τόπους του Διαφωτισμού, όπως -κατά τον Μαρξ- ο αριστοκρατικός Στιούαρτ γλίτωνε από τους κοινούς τόπους της αστικής οικονομίας, έτσι ο ελιτισμός του Τοκβίλ λειτουργεί διορθωτικά έναντι των κοινών τόπων των φιλελεύθερων: Απαιτεί να μπουν όρια στην ατομική ελευθερία των ιδιωτών, για να μη στραφεί κατά της ίδιας της ελευθερίας. Εδώ παύει να ταυτίζεται με τους φιλελεύθερους.
  • Αυτό φαίνεται καθαρά στην τέταρτη θέση: Η επανάσταση, παρά την πολυσημία της, είναι καλή ως μετάβαση από την αριστοκρατία στη δημοκρατία. Αυτό οδηγεί τον Τοκβίλ σε δύο μη φιλελεύθερες θέσεις: Να αρθεί η ιερότητα της ιδιοκτησίας, για να μη γίνει κοινωνική επανάσταση· να καταπολεμηθεί η πολιτική αδιαφορία, ήτοι η έλλειψη επαναστατικού πνεύματος! Βέβαια το 1848, όταν έλθει αντιμέτωπος με την κοινωνική επανάσταση, θα υπαναχωρήσει στο δεύτερο θέμα, αλλά όχι στο πρώτο: Η δημοκρατία υπερέχει του φιλελευθερισμού, έστω ως ανάχωμα κατά του σοσιαλισμού. Διαφαίνεται μια στρατηγική ένταξης του φιλελεύθερου επιχειρήματος σε δημοκρατικά πλαίσια.
  • Η πέμπτη θέση ακολουθεί αυτή τη στρατηγική. Η ιδιωτικότητα, ίδιον της νεωτερικότητας, χρήζει διόρθωσης. Η Γαλλική Επανάσταση υπήρξε τυραννική, γιατί θέλησε να επαναφέρει την αρχαία θυσία του ιδιαίτερου συμφέροντος, πλην η αμερικανική αδιαφορία για τα κοινά εγκυμονεί μια άλλη τυραννία: Τον ολοκληρωτισμό; Το κοινωνικό κράτος; Όχι, απλώς τη μη άσκηση πολιτικής από τους πολίτες. Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη δημοκρατικότητα του Τοκβίλ: Μια δημοκρατική παιδεία θα πρέπει να διαπλάσει το ιδιαίτερο συμφέρον για να περιλάβει την πολιτική πράξη. Ελλείψει αυτού του ήθους, η δημοκρατία θα καταλήξει σε ένα μηδενισμό του ιδιαίτερου συμφέροντος.
  • Η έκτη και έβδομη θέση του Κωνσταντακόπουλου δείχνουν πώς η άποψη του Τοκβίλ για τη θρησκεία και τις ενώσεις πραγματώνουν αυτό το δέον. Ο Τοκβίλ εκθειάζει τη θρησκεία ενώ συνάμα θέλει τον χωρισμό εκκλησίας-κράτους, γιατί οραματίζεται έναν χριστιανισμό που προωθεί την αυτονόμηση της πολιτικής από τη θρησκεία. Τάσσεται υπέρ των ενώσεων γιατί εδώ το άτομο μαθαίνει να υπάγει το ιδιαίτερο συμφέρον στη συλλογικότητα, υπέρ των μαζικών κομμάτων για τον ίδιο λόγο και γιατί ανθίστανται στην κεντρική εξουσία, υπέρ της αυτοδιοίκησης γιατί το άτομο πρέπει να πολιτεύεται, ενώ πολλοί φιλελεύθεροι αρνούνται ενώσεις και μεγάλα κόμματα και απαξιώνουν την πολιτική συμμετοχή. Κακώς ο Φρήντμαν και ο Χάγιεκ ιδιοποιούνται λοιπόν τον Τοκβίλ: Από τοκβιλιανή σκοπιά, δεν εννοούν ότι το ήθος και η συμμετοχή σώζουν τον ατομικισμό, γιατί τον σώζουν από τις ίδιες τις επιπτώσεις του.
  • Αυτό, ότι η ένταξη των φιλελεύθερων θέσεων σε μη φιλελεύθερα πλαίσια διαφυλάσσει την ισχύ των ίδιων, είναι η γόνιμη παρακαταθήκη του Τοκβίλ. Ο δημοκρατικός περιορισμός της ιδιοκτησιακής ανισότητας, της ελευθερίας ως μη αλληλεγγύης, σώζει την ελευθερία, και με τη φιλελεύθερη έννοια του «ιδιωτεύειν». Ο Τοκβίλ είναι ένας αριστοκράτης που τάσσεται υπέρ της δημοκρατικής, όχι αριστοκρατικής ελευθερίας, ένας ελιτιστής που αρνείται τον ελιτισμό των κατεχόντων, γιατί μόνον έτσι σώζεται ο αξιακός πυρήνας της αριστοκρατικής ελευθερίας και του ελιτισμού: η αλληλεγγύη, χωρίς την οποία η ελευθερία καταστρέφεται.
Ο Γιώργος Φαράκλας διδάσκει Πολιτική Φιλοσοφία στο Πάντειο Παν/μιο

Κυριακή 5 Απριλίου 2009

Η μαμή της Ιστορίας

  • Οταν ο Μαρξ χρησιμοποιούσε την περίφημη μεταφορά του για τη βία, δεν αναφερόταν στην προλεταριακή επανάσταση, αλλά στη διαδικασία πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου. Ο Μάρκο Ρεβέλι διδάσκει πολιτική επιστήμη στο πανεπιστήμιο του Ανατολικού Πιεμόντε. Το ακόλουθο κείμενό του είναι απόσπασμα δοκιμίου, που περιέχεται στο βιβλίο των Fausto Bertinotti, Lidia Menapace, Marco Revelli «Non violenza» (Fazi editore, 2004).


  • Ούτε στη σκέψη του Μαρξ ούτε και σε εκείνη τη μακρά και ετερογενή σειρά θεωρητικο-πρακτικών επεξεργασιών που ονομάστηκε «μαρξισμός», η βία υπήρξε ποτέ ταμπού. Οπως οι περισσότεροι «μοντέρνοι» πολιτικοί στοχαστές, και ιδιαίτερα όπως οι περισσότεροι στοχαστές που κατατάσσονται στο ρεύμα του λεγόμενου πολιτικού ρεαλισμού, από τον Μακιαβέλι ώς τον Χομπς και μέχρι, φυσικά, τον Χέγκελ, έτσι και ο Μαρξ θεώρησε τη βία αναπόσπαστη συνιστώσα της Ιστορίας, «φυσικό» γνώρισμα της εσωτερικής της διαλεκτικής, που καθορίζεται, ακριβώς όπως η φυσική και η αστρονομία, από το «παίγνιο των δυνάμεων». Και την ενσωμάτωσε στον στοχασμό του για τον κοινωνικό μετασχηματισμό με έναν τρόπο καθαρά εργαλειακό, ως μέσο η προσφυγή στο οποίο κρίνεται αποκλειστικά με βάση την ωφελιμότητά του σε σχέση με τον σκοπό (δηλαδή με βάση την αποτελεσματικότητά του).
  • Σε μια φιλοσοφία ριζικά κοσμική και ιστορικιστική, η οποία ως τέτοια όχι μόνον δεν αναγνωρίζει ιδιαίτερη αυτονομία στην ηθική αλλά την ενσωματώνει και τη διαλύει, ως αντανάκλαση, μέσα στην ιστορική και κοινωνική εξέλιξη, δεν υπάρχει χώρος για έναν ηθικό στοχασμό σχετικά με τη νομιμότητα των μέσων, αλλά μόνον για το βαθμό της αποτελεσματικότητάς τους.
  • Γίνεται συχνή αναφορά -από μέρους των όψιμων υποστηρικτών μιας άγριας αντίληψης της ταξικής σύγκρουσης και της αναγκαιότητας της βίας ως εγγύησης επαναστατικής συνέπειας- στη γνωστή δήλωση του Μαρξ για τη βία ως «μαμή της Ιστορίας» (γράφει κατά λέξη ο Μαρξ: «Η βία είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας που κυοφορεί μια καινούρια»), λησμονώντας συχνά ότι ο Μαρξ τη διατυπώνει ακριβώς στο τέλος του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου», στο έβδομο μέρος, το αφιερωμένο στη «Διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου», και στο εικοστό τέταρτο κεφάλαιο με τίτλο «Η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση».
  • Ο Μαρξ αναφέρεται, επομένως, όχι τόσο (και μάλιστα καθόλου) στην προλεταριακή επανάσταση, αλλά στην άγρια διαδικασία διαμόρφωσης της αστικής κοινωνίας σε ρήξη με την παλιά φεουδαρχική κοινωνία και ιδιαίτερα στη «Γένεση του βιομήχανου κεφαλαιοκράτη», ο οποίος διαμορφώθηκε ακριβώς χάρη στη βίαιη και αναγκαστική απαλλοτρίωση των αγροτών, την περίφραξη των χωραφιών, τις αιματηρές αποικιακές κατακτήσεις, που λειτούργησαν ως ισχυροί και αιματοβαμμένοι «επιταχυντές» της γέννησης του καπιταλισμού με τον διαχωρισμό του από τον παλιό φεουδαρχικό κόσμο («Οι μέθοδες αυτές στηρίζονται εν μέρει στην πιο ωμή βία... Ολες χρησιμοποιούν την κρατική εξουσία, τη συγκεντρωμένη βία της κοινωνίας», είχε διευκρινίσει αμέσως πριν ο Μαρξ, «για να επιταχύνουν σαν σε θερμοκήπιο τη διαδικασία της μετατροπής του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής σε κεφαλαιοκρατικό»).
  • Η βία επομένως, στην οποία αναφέρεται εδώ, βρίσκεται στην απαρχή της διαμόρφωσης του σύγχρονου προλεταριάτου -ως πράξη με την οποία σφυρηλατούνται οι αλυσίδες του- και όχι στο τέλος, ως πράξη με την οποία πρέπει να σπάσουν αυτές οι αλυσίδες.
  • Αλλά το ζήτημα δεν έχει και πολλή σημασία (εκτός από το ότι υπαγορεύει μια μεγαλύτερη φιλολογική προσοχή στη χρήση των τσιτάτων, ιδίως όταν αυτά χρησιμοποιούνται για να κατακεραυνώνουν διαφωνούντες συνομιλητές).
  • Το ζήτημα δεν έχει και πολλή σημασία, επειδή, αν παρακάμψουμε αυτές τις δύο γραμμές, είναι σε κάθε περίπτωση προφανές ότι ο Μαρξ και μαζί του ο Ενγκελς και όλοι οι πατέρες του μαρξισμού (με εξαίρεση τους λεγόμενους καντιανούς σοσιαλιστές και, όψιμα αλλά και αμφίσημα, τον Κάουτσκι) είχαν πάντοτε απέναντι στη βία -όπως και απέναντι στον πόλεμο- μια στάση αρκετά ανενδοίαστη. Είχαν μια στάση πραγματιστική, που καθοριζόταν ανάλογα με τις περιστάσεις, μια στάση που σίγουρα δεν ήταν στάση «αρχής», αλλά ούτε καν επιφύλαξης.
  • Η εικόνα του «λαού στα όπλα» κυριάρχησε συχνά στην αναπαράσταση της επαναστατικής διαδικασίας, είτε επρόκειτο για το γερμανικό 1848 είτε για την Κομμούνα του Παρισιού, έτσι ώστε η συγκρότηση της εργατικής τάξης σε στρατό κατέληγε να αντιπροσωπεύει την πιο σίγουρη εγγύηση ότι η επανάσταση θα οδηγούνταν ως τις αναγκαίες συνέπειές της. Στον νεαρό Μαρξ η ένοπλη εξέγερση είναι η «φυσική» μορφή της επανάστασης, την οποία φανταζόταν με βάση το ακριβές υπόδειγμα της Γαλλικής Επανάστασης, που ήταν το αρχέτυπο κάθε μοντέλου επανάστασης.
  • Με τον ίδιο τρόπο ο Μαρξ (και ίσως ακόμη περισσότερο ο Ενγκελς, ο οποίος έτρεφε ένα αληθινό πάθος για τις σπουδές στρατηγικής) εντάσσει τον πόλεμο και τους στρατούς «στον υπολογισμό των προπτικών του επαναστατικού κινήματος», ως παράγοντα πιθανής επιτάχυνσης του επαναστατικού κινήματος και ως ευκαιρία που ευνοεί τη ρήξη με το κοινωνικό και πολιτικό status quo. Από την άλλη μεριά, το 1867, ο Μαρξ θα αντιταχθεί στο φιλειρηνικό κίνημα που είχαν υποστηρίξει διανοούμενοι όπως ο Βικτόρ Ουγκό και άλλοι.
  • Χρειάζεται όμως να προσθέσουμε ότι ο πόλεμος δεν ήταν ακόμα εφοδιασμένος με τα καταστροφικά εργαλεία που αποκαλύφθηκε ικανή να επινοήσει η σύγχρονη τεχνολογία. Στον 19ο αιώνα του Μαρξ και του Ενγκελς ο πόλεμος δεν είχε ακόμη προσλάβει τον ολικό χαρακτήρα που θα πάρει αντίθετα στις αρχές του 20ού αιώνα. Και θα πρόκειται από κάθε άποψη για μια τομή, για μια χρονική ρήξη, που θα αλλάξει ριζικά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο τίθεται το ζήτημα του πολέμου και γενικότερα της βίας στο πλαίσιο της επαναστατικής θεωρίας (...). *
  • Επτά, Κυριακή 5 Απριλίου 2009