Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελευθερία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελευθερία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2015

Εννοιες της ελευθερίας

  • Η ιδέα της ανοχής και της ανεξιθρησκίας, των δικαιωμάτων και του ιδιωτικού χώρου, του κράτους δικαίου και της ενεργού πολιτικής συμμετοχής
Εννοιες της ελευθερίας
«Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου». Πίνακας του Ευγένιου Ντελακρουά, 1826. Μουσείο Καλών Τεχνών του Μπορντό
Οι εθνικές επέτειοι τείνουν συχνά να ευτελίζονται από την περιαγωγή του επετειακού λόγου σε κοινοτοπίες και κενά ρητορικά σχήματα. Ομως η παιδαγωγική για την κοινωνία λειτουργία της 25ης Μαρτίου δεν μπορεί να είναι άλλη από τον στοχασμό επί του νοήματος της ελευθερίας για την οποία θυσιάστηκαν οι αγωνιστές του 1821.

Η αξία της ελευθερίας υπήρξε το προσδιοριστικό χαρακτηριστικό της πολιτικής παράδοσης του ευρωπαϊκού κόσμου, το ιδεώδες πέριξ του οποίου αρθρώθηκε η πολιτική και πνευματική έκφραση του δυτικού πολιτισμού. Οι καταβολές εντοπίζονται στην κοινωνική και πολιτική εμπειρία της αρχαϊκής και κλασικής Ελλάδας. Η ιδέα της ελευθερίας πάντως με την οποία ζει ο νεότερος κόσμος, εμείς σήμερα, αναδύθηκε από τον θεωρητικό στοχασμό της νεωτερικότητας και ταυτίζεται με την έννοια των δικαιωμάτων του ατόμου και την οριοθέτηση μιας σφαίρας ιδιωτικής ύπαρξης όπου ο καθένας μπορεί να ζήσει όπως επιθυμεί, με κατοχυρωμένη την αυτονομία του από εισβολές της κοινωνίας ή του κράτους.

Τρίτη 26 Μαΐου 2009

Η ελευθερία; Ποια ελευθερία;

  • ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΦΑΡΑΚΛΑ
  • Η ΑΥΓΗ: 24/05/2009
  • ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Ατομικισμός, επανάσταση και δημοκρατία. Για την πολιτική θεωρία του Τοκβίλ, εκδόσεις Σαββάλας, σελ. 200
  • Επί Ψυχρού Πολέμου, ο υπέρμαχος της Δύσης Ραιημόν Αρόν ξεκινούσε τα Δεκαοκτώ μαθήματα για τη βιομηχανική κοινωνία με το ζεύγος Τοκβίλ και Μαρξ. Ο Τοκβίλ, αριστοκρατικών φρονημάτων, πλην θαυμαστής των δημοκρατικών ΗΠΑ του 19ου αιώνα, αναδεικνυόταν ως ο φιλελεύθερος αντίπαλος του Μαρξ. Το ότι δεν είχε ούτε κατά διάνοια το θεωρητικό βάρος του Μαρξ, ήταν οπωσδήποτε λυπηρό. Αλλά τι να κάνομε;
  • Στον αρχαίο κόσμο, αριστοκρατία και δημοκρατία είναι δύο αντίθετες επιλογές οργάνωσης της πόλεως. Η νεωτερικότητα αλλάζει τη σημασία των αντιθέτων, αλλά διατηρεί την αντίθεση: Ο συνήγορος της εξουσίας των ευγενών δεν είναι σαν τον φιλοσπαρτιάτη, αλλά πάντως εχθρεύεται τον υπερασπιστή της ισότητας, που διαφέρει από τον αθηναίο δημοκράτη γιατί είναι υπέρ της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Στη νέα αντίθεση παρεμβαίνει η νέα διάκριση κοινωνίας και κράτους, κι έτσι εμφανίζεται μια ενδιάμεση θέση μη αντίθεσης: Ο αριστοκράτης και ο φιλελεύθερος έχουν κοινό τον αντικρατισμό. Ο Τοκβίλ τοποθετείται παραδοσιακά εδώ: Είναι ο εχθρός του ιακωβίνικου κράτους, που πνίγει την ελευθερία. Αν ρωτήσω βέβαια για την ελευθερία τίνος πρόκειται, θα αντιληφθώ ότι πρόκειται για την ελευθερία όσων έχουν την κοινωνική ευχέρεια να την ασκήσουν, αριστοκρατών και πλουσίων! Αυτή τη γραμμή υιοθετεί στα μέσα του 20ού αι. ο ντε Ζουβενέλ: Η αύξουσα δύναμη του κράτους στη νεωτερικότητα πνίγει την ελευθερία, που υπήρχε προφανώς πριν... Όταν ένα επιχείρημα εκπληρώνει την επιθυμία σου, εύκολα ξεχνάς πόσο έωλο είναι. Αυτό έκανε τον Τοκβίλ επίκαιρο για τους φιλελεύθερους. Κι όταν αυτοί αύξησαν την επιρροή τους, μετά το 1974 και το 1989, αναπτύχθηκε το ενδιαφέρον για τον Τοκβίλ. Όμως ο Τοκβίλ δεν ταυτίζεται με αυτή την εικόνα, όπως δείχνει ο Κωνσταντακόπουλος, σε ένα πολύ τεκμηριωμένο έργο που ανακατασκευάζει όλο το τοκβιλιανό θεωρητικό εγχείρημα.
  • Ο συνδυασμός, αριστοκρατικό φρόνημα - αποδοχή της δημοκρατίας, χαρακτηρίζει μια ολόκληρη σειρά στοχαστών: τους ελιτιστές. Ελίτ είναι η αριστοκρατία εντός δημοκρατίας, ελιτιστής όποιος θεωρεί ότι κάθε κοινωνία έχει μια αριστοκρατία. Έτσι, δεν είναι τυχαίο που ο Κωνσταντακόπουλος, ειδικός αυτής της παράδοσης, στράφηκε στη μελέτη του Τοκβίλ, και διέκρινε τι είναι ελιτίστικο σ' αυτόν και τι όχι. Ο Τοκβίλ ταλαντεύεται όντως μεταξύ αριστοκρατισμού και δημοκρατικότητας: αγαπά την ελευθερία, όχι τους φτωχούς, θέλει ισότητα, αυτοοργάνωση, πολιτική συμμετοχή όλων, και απεχθάνεται αυτούς με τους οποίους θα θεωρηθεί ίσος, τους εργάτες που προωθούν την αυτοοργάνωση και τη συμμετοχή. Προβλέπει δε ότι αυτοί, καθότι σοσιαλιστές, θα αυξήσουν τη δύναμη του κράτους.
  • Η πρόβλεψη επιβεβαιώθηκε: Δεν κράτησαν για πολύ οι μορφές αυτοοργάνωσης, το 1871, το 1917, το 1956. Και κάθε κοινωνικό κράτος ανέπτυξε βέβαια το κράτος. Συνεπώς, ο Τοκβίλ μετά το 1989 είναι επίκαιρος, όχι μόνο για λόγους φιλελεύθερης προπαγάνδας αλλά και επιστημονικούς. Και αυτός είναι ήδη ένας λόγος να στραφούμε σ' αυτόν με τον Κωνσταντακόπουλο.
  • Ο Κωνσταντακόπουλος μας προσφέρει μια επιστημονική με αυτή την έννοια ανάλυση του έργου του Τοκβίλ. Παίρνει θέση στα σημεία τριβής της τοκβιλολογίας, δίνει λύσεις που εξάγονται αβίαστα από το πλαίσιο ανάλυσης που έχει θέσει ερμηνευτικά ο ίδιος. Πρώτη θέση του είναι ότι η ισότητα που εκθειάζει ο Τοκβίλ στις ΗΠΑ δεν είναι οικονομική αλλά «ένα είδος φανταστικής ισότητας», όπως λέει ο ίδιος. Η απροσδιοριστία αυτή δεν είναι όμως μόνο ελάττωμα του Τοκβίλ: του επιτρέπει να ασπάζεται αλλά και να αρνείται ορισμένες φιλελεύθερες θέσεις.
  • Δεύτερη θέση είναι ότι η ισότητα συμβαδίζει με τον ατομικισμό ως έλλειψη αλληλεγγύης. Κατά τον β' τόμο κυρίως της Δημοκρατίας στην Αμερική, ο ατομικισμός είναι ο δημοκρατικός κίνδυνος, διότι ενώ στην αριστοκρατική τάξη πραγμάτων, όπου υπήρχε χώρος για ανώτερες αξίες, υπήρχε αλληλεγγύη, στη νεωτερική δημοκρατία δεσμός των ανθρώπων είναι τα υλικά συμφέροντα. Όπως τονίζει ο Κωνσταντακόπουλος, ενώ οι ελιτιστές θεωρούν ότι ο φθόνος εμποδίζει την ισότητα, ο Τοκβίλ θεωρεί ότι τα ίσα άτομα ζουν ομοιόμορφα λόγω αμοιβαίας αδιαφορίας.
  • Τρίτη θέση είναι όμως ο ελιτισμός: Τι συνδέει τις προειδοποιήσεις του Τοκβίλ κατά της «τυραννίας της πλειοψηφίας», τις αναλύσεις του για την προστασία των μειοψηφικών όχι μόνο δοξασιών αλλά και συμφερόντων, τις προφητικές του διαμαρτυρίες κατά της αποπνικτικής ομοιομορφίας των πολιτών, τη συνηγορία του υπέρ της διαφοράς; Υπερασπίζεται με αυτό τον τρόπο την ελευθερία ως «ελευθερία των φιλελεύθερων ελίτ» (σ. 62, βλ. σ. 99, 122, 175). Αυτή η ελιτίστικη όψη έχει αρνητικές συνέπειες στη σκέψη του, αλλά και θετικές. Όπως ο μοναρχικός Μοντεσκιέ γλίτωνε από τους κοινούς τόπους του Διαφωτισμού, όπως -κατά τον Μαρξ- ο αριστοκρατικός Στιούαρτ γλίτωνε από τους κοινούς τόπους της αστικής οικονομίας, έτσι ο ελιτισμός του Τοκβίλ λειτουργεί διορθωτικά έναντι των κοινών τόπων των φιλελεύθερων: Απαιτεί να μπουν όρια στην ατομική ελευθερία των ιδιωτών, για να μη στραφεί κατά της ίδιας της ελευθερίας. Εδώ παύει να ταυτίζεται με τους φιλελεύθερους.
  • Αυτό φαίνεται καθαρά στην τέταρτη θέση: Η επανάσταση, παρά την πολυσημία της, είναι καλή ως μετάβαση από την αριστοκρατία στη δημοκρατία. Αυτό οδηγεί τον Τοκβίλ σε δύο μη φιλελεύθερες θέσεις: Να αρθεί η ιερότητα της ιδιοκτησίας, για να μη γίνει κοινωνική επανάσταση· να καταπολεμηθεί η πολιτική αδιαφορία, ήτοι η έλλειψη επαναστατικού πνεύματος! Βέβαια το 1848, όταν έλθει αντιμέτωπος με την κοινωνική επανάσταση, θα υπαναχωρήσει στο δεύτερο θέμα, αλλά όχι στο πρώτο: Η δημοκρατία υπερέχει του φιλελευθερισμού, έστω ως ανάχωμα κατά του σοσιαλισμού. Διαφαίνεται μια στρατηγική ένταξης του φιλελεύθερου επιχειρήματος σε δημοκρατικά πλαίσια.
  • Η πέμπτη θέση ακολουθεί αυτή τη στρατηγική. Η ιδιωτικότητα, ίδιον της νεωτερικότητας, χρήζει διόρθωσης. Η Γαλλική Επανάσταση υπήρξε τυραννική, γιατί θέλησε να επαναφέρει την αρχαία θυσία του ιδιαίτερου συμφέροντος, πλην η αμερικανική αδιαφορία για τα κοινά εγκυμονεί μια άλλη τυραννία: Τον ολοκληρωτισμό; Το κοινωνικό κράτος; Όχι, απλώς τη μη άσκηση πολιτικής από τους πολίτες. Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη δημοκρατικότητα του Τοκβίλ: Μια δημοκρατική παιδεία θα πρέπει να διαπλάσει το ιδιαίτερο συμφέρον για να περιλάβει την πολιτική πράξη. Ελλείψει αυτού του ήθους, η δημοκρατία θα καταλήξει σε ένα μηδενισμό του ιδιαίτερου συμφέροντος.
  • Η έκτη και έβδομη θέση του Κωνσταντακόπουλου δείχνουν πώς η άποψη του Τοκβίλ για τη θρησκεία και τις ενώσεις πραγματώνουν αυτό το δέον. Ο Τοκβίλ εκθειάζει τη θρησκεία ενώ συνάμα θέλει τον χωρισμό εκκλησίας-κράτους, γιατί οραματίζεται έναν χριστιανισμό που προωθεί την αυτονόμηση της πολιτικής από τη θρησκεία. Τάσσεται υπέρ των ενώσεων γιατί εδώ το άτομο μαθαίνει να υπάγει το ιδιαίτερο συμφέρον στη συλλογικότητα, υπέρ των μαζικών κομμάτων για τον ίδιο λόγο και γιατί ανθίστανται στην κεντρική εξουσία, υπέρ της αυτοδιοίκησης γιατί το άτομο πρέπει να πολιτεύεται, ενώ πολλοί φιλελεύθεροι αρνούνται ενώσεις και μεγάλα κόμματα και απαξιώνουν την πολιτική συμμετοχή. Κακώς ο Φρήντμαν και ο Χάγιεκ ιδιοποιούνται λοιπόν τον Τοκβίλ: Από τοκβιλιανή σκοπιά, δεν εννοούν ότι το ήθος και η συμμετοχή σώζουν τον ατομικισμό, γιατί τον σώζουν από τις ίδιες τις επιπτώσεις του.
  • Αυτό, ότι η ένταξη των φιλελεύθερων θέσεων σε μη φιλελεύθερα πλαίσια διαφυλάσσει την ισχύ των ίδιων, είναι η γόνιμη παρακαταθήκη του Τοκβίλ. Ο δημοκρατικός περιορισμός της ιδιοκτησιακής ανισότητας, της ελευθερίας ως μη αλληλεγγύης, σώζει την ελευθερία, και με τη φιλελεύθερη έννοια του «ιδιωτεύειν». Ο Τοκβίλ είναι ένας αριστοκράτης που τάσσεται υπέρ της δημοκρατικής, όχι αριστοκρατικής ελευθερίας, ένας ελιτιστής που αρνείται τον ελιτισμό των κατεχόντων, γιατί μόνον έτσι σώζεται ο αξιακός πυρήνας της αριστοκρατικής ελευθερίας και του ελιτισμού: η αλληλεγγύη, χωρίς την οποία η ελευθερία καταστρέφεται.
Ο Γιώργος Φαράκλας διδάσκει Πολιτική Φιλοσοφία στο Πάντειο Παν/μιο

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2009

Τώρα, συζητάμε και πάλι από πού αρχίζει η ελευθερία...

Tης Ολγας Σελλα, Η Καθημερινή, 17/01/2009. Να τα ξαναορίσουμε λοιπόν; Να ξανασυζητήσουμε από την αρχή έννοιες, αξίες, αρχές, βασικές σταθερές της κοινωνικής συμπεριφοράς; Το τελευταίο διάστημα, μετά τα «γεγονότα του Δεκεμβρίου», όπως τα λέμε σχηματικά, άνοιξαν πολλές συζητήσεις. Στην αρχή έμοιαζε τίποτα να μην είναι σταθερό, τίποτα να μην υπάρχει ως βάση, ως υπόβαθρο, ως κοινή συνισταμένη. Εκανες μια ερώτηση, εξέφραζες μια γνώμη, διατύπωνες μια απορία και ο αντίλογος μπορούσε να φτάσει μέχρι τη... Γαλλική Επανάσταση!

Και βεβαίως άρχισαν να ξαναμπαίνουν ταμπέλες, να ξανασχηματίζονται στρατόπεδα: δεξιά-αριστερά, συντήρηση-πρόοδος, κ.λπ. Οχι με σταθερές τις λίστες των μελών στα νέα «στρατόπεδα», αλλά αυτό δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο στη... νεοελληνική παράδοση!

Παρά τις υπερβολές, δεν παύει να είναι μια πραγματικότητα. Η νεοελληνική κοινωνία έχει ανάγκη, απ’ ό,τι φαίνεται, να επαναδιατυπώσει το πλαίσιο αξιών και αρχών μέσα στο οποίο θα κινείται και θα συμβιώνει κι αυτό σίγουρα δεν είναι ούτε εύκολη συζήτηση ούτε εύκολη διαδικασία.

Ζητήσαμε τη βοήθεια δύο καθηγητών της Φιλοσοφίας, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο ΕΜΠ, του Παντελή Μπασάκου και του Αριστείδη Μπαλτά αντίστοιχα. Ρωτήσαμε τη γνώμη τους για τα νέα δίπολα που τίθενται προς συζήτηση (τάξη/αναρχία, συντήρηση/πρόοδος, δημοκρατία/ασυδοσία, κ.λπ.). Οι απόψεις τους φωτίζουν τη δυσκολία του θέματος, ίσως και να μας κάνει να σκεφτούμε πράγματα και πλευρές που ίσως δεν είχαμε δει. Για τη νηπιακή κατάσταση του δημόσιου λόγου, αλλά και για την ανυπαρξία συναίνεσης -των πολιτών, των κομμάτων, των φορέων, των απόψεων.

Το ζήτημα βέβαια είναι ακριβώς αυτό: έχουμε καιρό να σκεφτούμε; Και κυρίως, έχουμε καιρό (και σκοπό) ν’ ακούσουμε;

AΠOΨH : Ο λόγος περί συναίνεσης σε νηπιακό στάδιο

Του Παντελη Μπασακου*

Δημοκρατία είναι μια συζήτηση που δεν σταματάει ποτέ, και η οποία, πέρα από τα εκάστοτε συγκεκριμένα περιεχόμενα, τις αποφάσεις και τις επιλογές της, αφορά και τον ίδιο της τον εαυτό: δημοκρατία είναι μια συζήτηση που δεν κουράζεται να διευκρινίζει τις έννοιές της και να επανακαθορίζει τα όριά της, να εξετάζει τους όρους της διεύρυνσής της. Το ότι χρειάστηκαν τα «γεγονότα του Δεκεμβρίου» για να τεθούν ζητήματα -που θα έπρεπε ούτως ή άλλως να έχουν ήδη τεθεί, είναι μάλλον σημάδι τού ότι η συζήτηση αυτή, που είναι η δημοκρατία, στην ελληνική δημοσιότητα βρίσκεται ακόμα σε παιδικό ή νεανικό στάδιο.

Μια ένδειξη γι’ αυτό είναι η αμηχανία με την οποία αντιμετωπίζεται η διαπίστωση πως η ελληνική εκδοχή της τρομοκρατίας έχαιρε, κατά τις πρώτες δεκαετίες της μεταπολίτευσης, μιας κάποιας συναίνεσης: «μέχρις ενός σημείου είχε την αποδοχή του κόσμου» -σύμφωνα με πρόσφατες δηλώσεις βουλευτή, που προκάλεσαν αντιδράσεις. Μα αυτό το γνωρίζουν όλοι. Η αμηχανία αυτή -που, μεταξύ των άλλων, επιτρέπει στον επιτήδειο να κερδίζει το δεκαπεντάλεπτο της δημοσιότητας, λέγοντας αυτό που οι άλλοι σπρώχνουν κάτω από το χαλί- οφείλεται κατά κύριο λόγο στην ανωριμότητα της σχετικής συζήτησης, η οποία σταματάει στο σημείο από το οποίο θα έπρεπε κανονικά να αρχίζει: στην έννοια της συναίνεσης.

Η ώριμη δημόσια συζήτηση, που θα έρθει, γιατί δεν είμαστε καταδικασμένοι στην αιώνια παιδικότητα, θα θέσει ζητήματα αποσαφήνισης της έννοιας αυτής -όπου θα μπορέσουμε ενδεχομένως να δούμε πως η συναίνεση εκείνη στην τρομοκρατία προσδιορίζεται ακριβώς ως συναίνεση τρομαγμένη: το «συμφωνώ με το που χτυπάς τους κακούς» λέει συνάμα «εγώ είμαι καλός» -και για τον λόγο αυτόν ελπίζω πως εμένα δεν θα με χτυπήσεις. Φαινόμενο ομόλογο, αν όχι σε έκταση οπωσδήποτε κατά το είδος, με την εξαναγκασμένη συναίνεση της οποίας έχαιρε η δικτατορία, όπου «οι φιλήσυχοι πολίτες δεν είχαν να φοβηθούν τίποτε» ή, αν θέλουμε πιο πρόσφατο παράδειγμα, με τη βιτρίνα του πένθους στα καταστήματα του κέντρου, προκειμένου να γλιτώσει η τζαμαρία.

* Ο Παντελής Μπασάκος είναι καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

AΠOΨH : Χρήσεις του αυτονόητου σε «μη κανονικές» συνθήκες

Του Αριστειδη Μπαλτα*

Δίπολα όπως «τάξη / αναρχία» ή «δημοκρατία / ασυδοσία» ενδέχεται να βοηθούν την οργάνωση του λόγου. Πρόκειται για τη βοήθεια που μπορεί να προσφέρει η επίκληση ενός συγκεκριμένου αξιακού αυτονόητου: προφανώς, δεν μπορεί παρά να υποστηρίζουμε την αξία της τάξης έναντι της αναρχίας ή την αξία της δημοκρατίας έναντι της ασυδοσίας. Ολοι προτιμούν να είναι υγιείς και πλούσιοι, αντί άρρωστοι και φτωχοί. Αυτά υπό κανονικές συνθήκες. Αλλά όταν οι συνθήκες δεν είναι κανονικές, όταν συμβαίνουν γεγονότα που διαταράσσουν τις αναμονές της καθημερινότητας και δημιουργούν απορίες, τότε η επίκληση του ίδιου αξιακού αυτονόητου επιτελεί άλλες λειτουργίες.

Πρώτα απ’ όλα, το αξιακά αυτονόητο οδηγείται στο να ταυτιστεί με το περιγραφικά αυτονόητο, με αποτέλεσμα τόσο η ίδια η περιγραφή όσο και το συνακόλουθο αίτημα ανάλυσης να λογίζονται, αυτονοήτως πάντα, ως περιττά: τα «γεγονότα του Δεκεμβρίου» προφανώς συνιστούν έκφραση «αναρχίας» ή «ασυδοσίας». Δεν χρειάζεται εδώ να σκεφτούμε τίποτε περισσότερο. Από την άλλη μεριά, συγκροτείται ένα ισχυρότατο κανονιστικό πλαίσιο: αφού, πρώτον, είναι προφανές ότι όλοι προκρίνουν την τάξη έναντι της αναρχίας και τη δημοκρατία έναντι της ασυδοσίας, αφού, δεύτερον, τα εν λόγω «γεγονότα» αποτελούν προφανώς έκφραση αναρχίας και ασυδοσίας, και αφού, τρίτον, δεν χρειάζεται εδώ να σκεφτούμε τίποτε περισσότερο, όλοι εκείνοι που δεν υποκύπτουν στον «συλλογισμό», επερωτούν αυτό τούτο το προφανές και άρα, δεν μπορούν να εντάσσονται στον κορμό των ορθώς σκεπτομένων.

Η χρήση των εν λόγω αξιακών διπόλων με τέτοιους τρόπους ασκεί βία. Πρόκειται για τη μορφή βίας η οποία, υπό τη σημαία εκείνου που εξ ορισμού δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, ωθεί στην κατάργηση της σκέψης, τη μορφή βίας που δημιουργεί τους αποσυνάγωγους του προφανούς, τη μορφή βίας που θίγει μύχια τον ίδιο τον ανθρώπινο λόγο. Είναι η μορφή βίας που συναντήσαμε τόσο στον παραδοσιακό αντικομμουνισμό όσο και στα σοβιετικού τύπου ψυχιατρεία. Είναι μορφή βίας που ασκήθηκε συχνά κατά τη δημόσια συζήτηση των «γεγονότων του Δεκεμβρίου».

*Ο Αριστείδης Μπαλτάς διδάσκει Φιλοσοφία των Επιστημών στο ΕΜΠ.