Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Η παρακμή της δημοκρατίας

  • Βόγλης Πολυμέρης 
  • ΤΟ ΒΗΜΑ:  04/08/2013
Τη δεκαετία του 1930 στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες επικρατούσαν δικτατορίες, μεταξύ άλλων στην Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ισπανία, τη Λετονία, την Ουγγαρία, την Πολωνία, την Ιταλία και τη Γερμανία. Το ερώτημα δεν είναι ποιες ήταν οι διαφορές μεταξύ αυτών των καθεστώτων αλλά γιατί απέτυχε να λειτουργήσει η φιλελεύθερη δημοκρατία σε τόσο πολλές χώρες εκείνη την εποχή.
Οι πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα σημαδεύτηκαν από την προσπάθεια ουσιαστικού εκδημοκρατισμού, δηλαδή της διεύρυνσης της πολιτικής συμμετοχής. Ενώ μέχρι τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο τα πολιτικά δικαιώματα ήταν περιορισμένα στις πολιτικές και οικονομικές ελίτ, λόγω της μαζικής κινητοποίησης των ανδρών στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και της αποδοχής της αρχής της αυτοδιάθεσης των εθνών άλλαξαν τις προϋποθέσεις της πολιτικής νομιμοποίησης. Τα λαϊκά στρώματα, που αποτελούσαν τους εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες-στρατιώτες που καλούνταν να θυσιάσουν τη ζωή τους για την πατρίδα στον πόλεμο και αποτελούσαν τη βάση των εθνικών διεκδικήσεων, έπρεπε να αποκτήσουν τα ίδια πολιτικά δικαιώματα με τις ελίτ. Τα ευρωπαϊκά συντηρητικά καθεστώτα έμπαιναν στην τροχιά του εκδημοκρατισμού και της ενσωμάτωσης των λαϊκών στρωμάτων στην πολιτική. Ξεκινούσε η εποχή της μαζικοποίησης της πολιτικής.

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Ποια Δημοκρατία για την Ελλάδα;

  • Του Νικου Μαρντζιδη*Η Καθημερινή, 2/6/2013
Η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος ανοίγει εκ νέου. Ο προβληματισμός για τις απαιτούμενες αλλαγές στο Σύνταγμα είναι στενά συνδεδεμένος με τα κοινωνικά και πολιτικά αποτελέσματα της κρίσης. Μπορεί, στ’ αλήθεια, το Σύνταγμά μας να βοηθήσει να ξαναβρεί η χώρα τον δρόμο προς την ευημερία και τη σταθερότητα;
Αν και δεν υπάρχει, νομίζω, αμφιβολία πως το φλύαρο και πατερναλιστικό συνταγματικό πλαίσιο αποτέλεσε σοβαρό εμπόδιο στον εκσυγχρονισμό της χώρας, δεν πρέπει να τρέφουμε ψευδαισθήσεις. Οπως σημειώνει, στην πολύ ενδιαφέρουσα πρόσφατη παρέμβασή του ο καθηγητής Νίκος Αλιβιζάτος («Ποια Δημοκρατία για την Ελλάδα μετά την κρίση;» εκδ. Πόλις), κανένα Σύνταγμα δεν μπορεί να εμποδίσει έναν πολιτικό να μοιράζει ψεύτικες υποσχέσεις στους ψηφοφόρους του για να επανεκλεγεί. Το Σύνταγμα δεν μπορεί να εξαφανίσει τους δημαγωγούς και τους τσαρλατάνους, που στις μέρες μας αφθονούν.

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

Eπιτρέπεται η απαγόρευση πολιτικού κόμματος;


  • Του Νικου Κ. Αλιβιζατου*Η Καθημερινή, 23/9/2012
Στις συζητήσεις που προκάλεσε η φασιστική δράση της Χρυσής Αυγής έρχεται και επανέρχεται το ερώτημα: ώς πότε η δημοκρατία μας θα ανέχεται τις βίαιες πρακτικές του νεοναζιστικού αυτού κόμματος; Γιατί δεν το θέτει εκτός νόμου; Δυστυχώς, η σχετική συζήτηση πήρε γρήγορα ηθικές και πολιτικές διαστάσεις. Υπάρχει καλή και κακή βία; Και αν ναι, ποιο είναι το κριτήριο της διάκρισης; Η ιδεολογία όσων την υποστηρίζουν; Το αν αυτή βλάπτει πολλούς ή λίγους; Το αν τους βλάπτει σοβαρά ή όχι; Ή μήπως τα κίνητρα όσων τη μετέρχονται; Υπό τις σημερινές περιστάσεις, θεωρώ ότι η συζήτηση αυτή δεν έχει νόημα. Σε ένα κράτος δικαίου, όπως ευτυχώς παραμένει ακόμη η Ελλάδα, η βία είναι καταδικαστέα, απ’ οπουδήποτε και αν προέρχεται, όποιο χρώμα και αν έχουν οι σημαίες όσων την υποστηρίζουν. Διότι η δημοκρατία μας θα αυτοκαταργούνταν αν ανεχόταν άλλα μέσα πολιτικής δράσης, εκτός από την ψήφο των πολιτών και από την άσκηση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει κάθε φιλελεύθερη και δημοκρατική έννομη τάξη. Με άλλα λόγια, με όρους ποινικού δικαίου, η «ευγένεια» των όποιων προθέσεων θα μπορούσε να ληφθεί υπ’ όψιν, όχι βέβαια για τον αποκλεισμό του αδίκου, αλλά το πολύ πολύ ως ελαφρυντική περίπτωση, για την επιμέτρηση της ποινής (άρθρο 84 Π.Κ.).

Η Δημοκρατία και τα άκρα


  • Του Νικου Μαραντζιδη*Η Καθημερινή, 23/9/2012
Είναι σαφές πως τα τελευταία χρόνια οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί της χώρας δέχτηκαν ισχυρό κλονισμό. Για πολλούς λόγους, σημαντικό τμήμα των πολιτών όχι μόνο στέκεται αδιάφορα έναντι της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας αλλά δείχνει κιόλας πως δεν έχει πρόβλημα να αναζητήσει άλλους δρόμους. Το γεγονός αυτό μας φέρνει ξανά μπροστά σε κρίσιμα ερωτήματα: κινδυνεύει, πράγματι, η δημοκρατία από τα άκρα ή πρόκειται απλώς για προπαγάνδα των φιλελεύθερων υποστηρικτών της; Διαφέρει ουσιωδώς η αντισυστημική συμπεριφορά της άκρας δεξιάς από αυτήν της άκρας αριστεράς; Εντέλει, υπάρχουν δύο πολιτικά άκρα ή μόνον ένα;

Τρίτη 31 Μαΐου 2011

Το ναυάγιο της δημοκρατίας

Στις μέρες μας γίνεται πολύς λόγος για την «παγκοσμιοποίηση», αλλά στον όρο αυτό αποδίδονται τα πιο διαφορετικά ή και αντιφατικά νοήματα. Ενας Ιταλός δημοσιογράφος, ο Τζουλιάνο Μπατιστόν, συνεργάτης της εφημερίδας Il Manifesto, συνομίλησε με μερικούς από τους πιο έγκυρους μελετητές των πολλαπλών μετασχηματισμών που προκαλούν οι διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης, μεταξύ των οποίων οι Αλέν Τουρέν, Ούλριχ Μπεκ, Ντέιβιντ Χελντ, Σάσκια Σάσεν, Ρίτσαρντ Σένετ, Σαμίρ Αμίν κ.ά.
Και συγκέντρωσε όλες αυτές τις συνεντεύξεις σε ένα βιβλίο με τίτλο «Per un' altra globalizzazione» (Edizioni dell' asino, 2010). Από το βιβλίο αυτό παρουσιάζουμε στη συνέχεια ένα απόσπασμα της συνέντευξης που έδωσε ο Γάλλος κοινωνιολόγος Αλέν Τουρέν.
  • Νεοφιλελευθερισμός και «φούσκες»
Ας ξεκινήσουμε από την επικαιρότητα: πολλοί σχολιαστές επισημαίνουν ότι η οικονομική κρίση καταδεικνύει τη χρεοκοπία του νεοφιλελεύθερου μοντέλου. Πριν από μερικά χρόνια, σε ένα βιβλίο σας με τίτλο «Πώς να ξεφύγουμε από το φιλελευθερισμό;» [εκδ. Πόλις, 1999], γράφατε: «Ο θρίαμβος του καπιταλισμού είναι τόσο επαχθής και αβάσταχτος ώστε παντού προσπαθούν να βγουν από τη νεοφιλελεύθερη μετάβαση». Και υπογραμμίζατε την ανάγκη να αναζητηθεί «η ορθή διέξοδος». Θεωρείτε ότι η κρίση είναι μια ορθή διέξοδος;

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Πόσο δημοκρατική είναι η Αριστερά


  • Ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν Τζεφ Ιλι εξηγεί πώς μεταξύ 1850 και 2000 σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αναρχικοί και άλλοι ριζοσπάστες απέτυχαν μεν να αντικαταστήσουν τον καπιταλισμό με τον σοσιαλισμό, αλλά καθ΄ οδόν προς τον σοσιαλισμό εμπλούτισαν τη δημοκρατία
  • ΤΟΥ ΔΗΜ. Α. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ | Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011
H άποψη του Τζεφ Ιλι ότι τον τελευταίο ενάμιση αιώνα η Αριστερά στις διάφορες εκδοχές της συνέβαλε στη διεύρυνση και στον εμπλουτισμό της δημοκρατίας δεν είναι πρωτότυπη. Και άλλοι αναλυτές, όπως ο κοινωνιολόγος Μάικλ Μαν, έχουν υποστηρίξει ότι οι κυριότερες κατακτήσεις του εργατικού κινήματος και των αριστερών κομμάτων που αντιμάχονταν τον καπιταλισμό δεν άλλαξαν τόσο αυτόν όσο τη δημοκρατία. Ωστόσο ο Ιλι εξηγεί καλύτερα από κάθε άλλον πώς, μεταξύ των ετών 1850 και 2000, σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αναρχικοί και άλλοι ριζοσπάστες απέτυχαν μεν να αντικαταστήσουν τον καπιταλισμό με τον σοσιαλισμό, αλλά καθ΄ οδόν προς τον σοσιαλισμό εμπλούτισαν τη δημοκρατία.

Ο συγγραφέας ξεκινά από την τυπική έννοια της δημοκρατίας ως πολιτεύματος όπου διεξάγονται εκλογές με καθολική, ισότιμη και μυστική ψηφοφορία από άνδρες και γυναίκες και ασκούνται ακώλυτα οι πολιτικές ελευθερίες. Το επιχείρημά του είναι ότι ούτε καν αυτή η διαδικαστική αντίληψη της δημοκρατίας δεν θα είχε πραγματοποιηθεί χωρίς τους αγώνες των αριστερών, καθώς και των φεμινιστικών, συνεταιριστικών, συνδικαλιστικών, ειρηνιστικών και οικολογικών κινημάτων. Χάρη κυρίως στις δικές τους κινητοποιήσεις, κοινωνικές ομάδες που αρχικά ήταν αποκλεισμένες ενσωματώθηκαν στο πολιτικό σύστημα, ενώ στα αστικά και στα πολιτικά δικαιώματα προστέθηκαν και τα κοινωνικά.
  • Με ευρυγώνια ματιά

Η πρωτοτυπία του Ιλι έγκειται αλλού. Πρώτον, στο πώς εξηγεί τον εκδημοκρατισμό. Εκεί που ορισμένοι πολιτικοί επιστήμονες θα γενίκευαν τα συμπεράσματά τους με βάση στατιστικές συσχετίσεις ανάμεσα σε επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης και βαθμούς εκδημοκρατισμού, ο Ιλι μιλάει για συνελεύσεις εργατών, στρατηγικές κομμάτων και συνδικάτων και εξεγέρσεις. Οπου τυχόν παραδοσιακοί αναλυτές θα εστίαζαν στις αντιλήψεις και συμπεριφορές των δημοκρατικών ελίτ κατά την παράδοση ή στην εγκατάλειψη της εξουσίας από τους επικεφαλής αυταρχικών καθεστώτων, ο βρετανός ιστορικός εστιάζει στη συμπεριφορά των μαζών.

Δεύτερον, ο Ιλι έχει ευρυγώνια ματιά. Αντλεί ιστορικά παραδείγματα από πολλές χώρες της Δυτικής, Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης. Τρίτον, ο συγγραφέας πείθει ότι η δημοκρατία στην Ευρώπη δεν εξελίχθηκε νομοτελειακά, αλλά αναπτύχθηκε μέσα από πέντε διαδοχικές υπερβάσεις των εκάστοτε θεσμικών τειχών που κατέρρεαν κάθε φορά, αφήνοντας χώρο για περισσότερη δημοκρατία. Οι πέντε κρίσιμες στιγμές περαιτέρω εκδημοκρατισμού, στον οποίο κατεξοχήν συνέβαλε η Αριστερά κάθε εποχής, ήταν οι εξής: 1776-1815 (αστικές επαναστάσεις), 1859-1871 (κοινοβουλευτικός συνταγματισμός), 1914-1923 (πτώση αυτοκρατοριών, κομμουνιστικές εξεγέρσεις), 1943-1949 (κορπορατισμός, κράτος πρόνοιας) και 1989-1992 (εκδημοκρατισμός της Ανατολικής Ευρώπης).

Η αφήγηση του Ιλι γίνεται επική όταν παραθέτει ιστορίες αγωνιστών, από πολωνούς αντιστασιακούς εγκλωβισμένους στο γκέτο της Βαρσοβίας ως βρετανίδες φεμινίστριες της εποχής μας. Κάποτε ωστόσο ο καταιγισμός πληροφοριών (ονόματα, τόποι και χρονολογίες) αφαιρεί από την αναγνωστική απόλαυση. Τα παραθέματα από βιβλία πρωταγωνιστών κάθε εποχής παρεμβάλλονται αναζωογονητικά, έστω και αν- τόσο στο πρωτότυπο όσο και στην ελληνική έκδοση- η σώρευση των υποσημειώσεων στο τέλος κάθε τόμου οδηγεί στη βασανιστική αναζήτηση των παραπομπών. Πάντως τα ευρετήρια είναι εξαιρετικά χρήσιμα, η δε ελληνική μετάφραση και επιμέλεια αξίζουν επαίνους.
  • Βιαστικές ερμηνείες

Προσπαθώντας να συγκεράσει θεωρητικές συζητήσεις δεκαετιών για το αν η κοινωνική τάξη ή η οπτική του φύλου είναι τα καταλληλότερα εργαλεία για να ερμηνεύσει κανείς το παρελθόν, ο συγγραφέας υφαίνει στην ανάλυσή του μοτίβα φεμινιστικών αγώνων,καθώς και άλλων, μη ταξικών, διεκδικήσεων. Αντίθετα μάλιστα με την ερμηνεία που δίνει ο επιμελητής της ελληνικής έκδοσης στον κατά τ΄ άλλα πολύ ενδιαφέροντα πρόλογό του, ο βρετανός ιστορικός δεν επιμένει στην ταξική ανάλυση, ιδίως στην περίοδο μετά το 1968. Ούτε ελπίζει «να παρουσιαστεί η εργατική τάξη ξανά ως συλλογικό δρων υποκείμενο» ούτε προχωρεί σε σκωπτικά σχόλια για τον Ρομάνο Πρόντι και τον Κώστα Σημίτη, όπως κάνει ο επιμελητής (σελ. 21). Ο Ιλι αποδίδει μεν στους σοσιαλδημοκράτες έλλειψη«φαντασίας ή γενναιοψυχίας» (σελ. 821) αλλά δεν φθάνει να κατηγορήσει τη μεταρρυθμιστική Αριστερά ότι«επιζητεί εύσημα καλής διαγωγής από τους πλούσιους»(σελ. 20 του ελληνικού προλόγου).



  • Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

Κρίση: Δημοκρατία ή τρομοκρατία

  • Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης δυναμώνει η ανάγκη να λαμβάνονται δύσκολες και γρήγορες αποφάσεις.
Η πολιτική μπορεί να ανταποκριθεί με δύο τρόπους σε αυτή την πίεση επιτάχυνσης: Είτε με αύξηση της δημοκρατίας, της λαϊκής συμμετοχής και της εμπιστοσύνης στους δημοκρατικούς θεσμούς, είτε με αυταρχικές πρακτικές. Οι τελευταίες έχουν ως αφετηρία τους την επίκληση της «εξωτερικής πίεσης» της κρίσης και της «απαίτησης» να μιλήσουν «οι ειδικοί» και όχι ο λαός. Συνολικά, εντείνεται η τάση οι αποφάσεις να λαμβάνονται από έναν όλο και πιο μικρό κύκλο ανθρώπων. Τάση που έχω ονομάσει ως «εσωτερίκευση» του πολιτικού συστήματος.
Επί παραδείγματι, ακόμα και αν οι αποφάσεις ψηφίζονται τυπικά στη Βουλή, ουσιαστικά η τελευταία απλά πειθαρχεί σε αποφάσεις που έχουν ληφθεί ήδη στο υπουργικό συμβούλιο. Αλλά και το τελευταίο τείνει όλο και περισσότερο να περιορίζεται στην υιοθέτηση πολιτικών που έχουν διαμορφωθεί σε ένα μικρό κύκλο υπουργών και συνεργατών του πρωθυπουργού.
Αντίθετα με την υπάρχουσα πρακτική, κατά τη γνώμη μου, όταν το σύστημα βρίσκεται σε κρίση, αυξάνει η ανάγκη να δίνονται λύσεις στα προβλήματα που προκύπτουν, με ακόμη περισσότερη δημοκρατία. Στο βαθμό που δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, και συνακόλουθα παραβιάζονται προεκλογικές δεσμεύσεις, όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού τείνουν προς την απόσυρση από τη σφαίρα του νόμιμου δημόσιου βίου. Η απόσυρση αυτή μπορεί να είναι αποτέλεσμα κατάθλιψης, παραίτησης, εσωστρέφειας. Αλλά και της αίσθησης ότι δεν υπάρχουν θετικές λύσεις εντός των υπαρχόντων πλαισίων. Σε αυτή την τελευταία περίπτωση ένα τμήμα της κοινωνίας μπορεί να φλερτάρει με τη βία. Οταν η δημοκρατία όχι μόνο δεν αναπτύσσεται, αλλά σε ένα βαθμό υπονομεύεται, τότε φαντάζει η κήρυξη του άμεσου πολέμου στο σύστημα ως μια εναλλακτική διέξοδος.
Δίπλα στους ανθρώπους που είναι ψυχολογικά καταναγκαστικοί και πιστεύουν ότι έχουν δικαιώματα ζωής ή θανάτου επί τρίτων, αρχίζουν να υιοθετούν μεθόδους βίας εκείνοι οι απελπισμένοι πολίτες που δεν βλέπουν να υπάρχει τρόπος να αλλάξει κάτι στις υπάρχουσες συνθήκες, με τους υπάρχοντες κανόνες. Ακόμα δε και αν πιστεύουν στις δημοκρατικές διαδικασίες, διαπιστώνουν συχνά ότι δεν είναι δυνατή η αξιοποίησή τους, διότι οι κατέχοντες τις υπονομεύουν ή, έστω, τις περιορίζουν. Σε αυτή την περίπτωση νιώθοντας αδιέξοδο μπορούν εύκολα να πιστέψουν ότι η λύση βρίσκεται στη βίαια επιβολή άλλων επιλογών από τις κυρίαρχες. Να αναζητήσουν χώρους «αυτονομίας» και να θεωρήσουν ότι ακόμα και η τρομοκρατία αποτελεί μια πρέπουσα απάντηση στα αδιέξοδα που νιώθουν.
Η τρομοκρατία μπορεί να γεννηθεί από ακραίες ψυχοπνευματικές αντιλήψεις συγκεκριμένων προσωπικοτήτων. Αλλά, ταυτόχρονα, μπορεί να είναι προϊόν της αίσθησης ότι δεν υπάρχουν λύσεις στο υπάρχον θεσμικό σύστημα και δια μέσου αυτού. Σε μια τέτοια περίπτωση η έλλειψη ή ο περιορισμός της δημοκρατίας αποτελεί τροφοδότη ακραίων επιλογών. Γι' αυτό η ανάπτυξη της δημοκρατίας είναι άμεσα αναγκαία σε συνθήκες κρίσης, ως όπλο αποτροπής της μετατροπής της οικονομικής κρίσης σε κρίση των δημοκρατικών θεσμών. Σήμερα η χώρα ακριβώς λόγω των δυσκολιών που αντιμετωπίζει, χρειάζεται την ενίσχυση της δημοκρατίας. Αντίθετα, το τελευταίο που θα χρειαζόταν είναι ο περιορισμός της στο όνομα των απαιτήσεων της κρίσης, πράγμα που ήδη γίνεται και η αυταρχική αντιμετώπιση των συνακόλουθών της, παγίδα που μπορεί να επανεμφανιστεί.

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010

H Δημοκρατία σε διαβούλευση;

  • Tου Τακη Καμπυλη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 10 Iανoυαρίου 2010

Eρώτημα: Δύναται η πλειοψηφία των μελών μιας (δημοκρατικής) κοινωνίας να αποφασίσει την κατάργηση ενός ή περισσότερων (δημοκρατικών) δικαιωμάτων; Παραδείγματος χάριν την κατάργηση της ελευθερίας του Λόγου ή του συνεταιρίζεσθαι;

Eίναι δημοκρατική μια πολιτική οντότητα (π. χ. ένα κράτος) όταν κάνοντας χρήση της πλειοψηφίας μπορεί να περάσει από τη Δημοκρατία στην Tυραννία ή στην Oλιγαρχία;

Mια πρώτη απάντηση έχει ήδη δοθεί. Mπορεί το «πενήντα συν ένα» (συχνά και μικρότερο ποσοστό) να εκλέγει κυβέρνηση, αλλά για την τροποποίηση του Συντάγματος απαιτείται (στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία) η λεγόμενη «υπερπλειοψηφία». O νομοθέτης προέβλεψε την ανάγκη αυξημένης πλειοψηφίας ακριβώς επειδή διείδε ως υπαρκτό τον κίνδυνο μια Δημοκρατία να γυρίσει το μαχαίρι στον εαυτό της. Ως ασπίδα απέναντι (και) στη δημαγωγία.

Mε λίγα λόγια δεν είναι αντίθετο με τις δημοκρατικές ιδέες να θέτουμε περιορισμούς στην εξουσία της πλειοψηφίας να προβαίνει σε πράξεις αντίθετες με τη λειτουργία ενός δημοκρατικού συστήματος. Αλλωστε, στην Ιστορία, τα μεγάλα λόγια περί δικαιωμάτων πολλές φορές χρησιμοποιήθηκαν μάλλον για να επιβάλουν τα συμφέροντα ομάδων προνομιούχων. O συγγραφέας της διακήρυξης της Aμερικανικής Aνεξαρτησίας, ο Tόμας Tζέφερσον, γράφοντας πως όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι εξαιρούσε τις γυναίκες και τους δούλους (ο ίδιος, από τους εκατοντάδες που είχε στην «ιδιοκτησία» του, απελευθέρωσε λίγο πριν τον θάνατό του μόλις πέντε). Kαι δεν είμαι καθόλου βέβαιος, αν για την πολιτική ισότητα των γυναικών είχαν επιλεγεί στις αρχές του αιώνα τα δημοψηφίσματα στα οποία θα ψήφιζαν οι τότε έχοντες το δικαίωμα ψήφου, δηλαδή οι άνδρες.

Aυτή την καλυμμένη ακροδεξιά ρητορεία των δημοψηφισμάτων, με την οποία ακυρώνεται η ουσία της Δημοκρατίας, την ξαναζούμε στις μέρες μας με το θέμα της ιθαγένειας των μεταναστών.

H λογική της θέλησης της πλειοψηφίας στο συγκεκριμένο θέμα είναι βαθύτατα αντιδημοκρατική πρώτον διότι εξαιρεί από τη διαδικασία τα υποκείμενα της συζήτησης, δηλαδή τους μετανάστες και δεύτερον διότι επιζητά έτσι τη νομιμοποίηση μιας πολιτικής που είναι ασύμβατη με την έννοια της Δημοκρατίας.

Οπως το έχει θέσει ο κορυφαίος Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Pόμπερτ Nταλ, η Δημοκρατία δεν είναι τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από τη διαδικασία που εγγυάται την πολιτική ισότητα για κάθε μέλος μιας κοινωνίας ανεξάρτητα από την καταγωγή, το χρώμα ή τα πιστεύω καθενός - εφόσον αυτά δεν αντιβαίνουν τους ελάχιστους όρους πολιτειακής και όχι πολιτισμικής συνύπαρξης. Aλλά αυτές οι δύο έννοιες είναι ξεχωριστές και δεν είναι η πρώτη προϋπόθεση της δεύτερης όπως σκόπιμα συγχέεται στη δημόσια διαβούλευση από πολλούς στη χώρα μας. H πολιτειακή ένταξη κάποιου ως ισότιμου μέλους μιας κοινωνίας δεν προϋποθέτει στη Δημοκρατία ούτε την πολιτισμική αφομοίωσή του με την πλειοψηφία, ούτε πολύ περισσότερο μια κοινή εθνική καταγωγή. Πρώτον διότι το πολιτισμικά αμιγές ουδέποτε υπήρξε και δεύτερον διότι ούτε το «έθνος-κράτος» προήλθε αποκλειστικά από μια πληθυσμιακή ομάδα με κοινή θρησκεία ή γλώσσα ή οτιδήποτε άλλο. Eίναι μάλλον στοιχειώδης η παραδοχή ότι παραδείγματος χάριν ο εκχριστιανισμός της Δύσης δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιου στιγμιαίου κοινωνικού αυτοματισμού, και ότι η γλώσσα δεν υπήρξε η απαραίτητη προϋπόθεση ενός έθνους-κράτους, αν μάλιστα σκεφθούμε, όπως γράφει ο Tσβετάν Tοντόροφ, ότι σήμερα ομιλούνται περίπου 6.000 γλώσσες αλλά υπάρχουν λιγότερα από 220 «έθνη» -κράτη.

Ηδη στις απαρχές του σύγχρονου έθνους-κράτους, τον 18ο αιώνα, ο Mοντεσκιέ έγραφε πως «γεννήθηκα κατ’ ανάγκη άνθρωπος και κατά τύχη Γάλλος» δείχνοντας έτσι πως η κουλτούρα μιας ομάδας ανθρώπων δεν μπορεί να αποτελεί προϋπόθεση των πολιτικών της δικαιωμάτων.

Δεν μπορούμε να επιλέξουμε το πού και από ποιους θα γεννηθούμε, αλλά μπορούμε να επιλέξουμε ελεύθερα σε ποια κοινωνία θα ζήσουμε. H πολιτισμική μας ταυτότητα είναι θέμα σύνθετο και σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητο από εμάς, άλλωστε ουδέποτε παραμένει σταθερή ή αναλλοίωτη. Aντίθετα, η πολιτική μας ταυτότητα, η ισότιμη πολιτειακή μας ένταξη σε μια κοινωνία είναι αυτό που διασφαλίζεται από τη Δημοκρατία, αμβλύνοντας ή εξουδετερώνοντας έτσι τις όποιες άλλες (υπαρκτές) επιμέρους διαφορές.

Διαφορετικά καταλήγουμε αποικιοκρατικά κακέκτυπα που αναγνωρίζουμε συμβατές ή ασύμβατες κουλτούρες ως πρόσχημα αμφισβήτησης της πολιτικής ισότητας των μεταναστών.

Oι σύγχρονοι αρνητές της ιθαγένειας στους μετανάστες ούτε λίγο ούτε πολύ υποστηρίζουν πως ένα σύνθετο πλέγμα καταστάσεων και παραστάσεων όπως η («εθνική») ταυτότητα μπορεί να εξαιρεί ομάδες της κοινωνίας μας από το πολιτικό της Σώμα. Δηλαδή πως το παρελθόν και το παρόν μιας κοινωνικής ομάδας ή ενός ατόμου μπορεί να καθορίσει και το μέλλον της (ή το μέλλον του).

Στη Δημοκρατία η ενσωμάτωση είναι κατ’ αρχήν μια πολιτική και δευτερευόντως μια (ενίοτε θολή) πολιτισμική διαδικασία. Kαι η ευρωπαϊκή ενοποίηση που ζούμε και απολαμβάνουμε δεν οδηγεί σε ένα «ευρωπαϊκό έθνος». Δεν οδηγεί σε ένα «λαό» Ευρωπαίων με κοινή γλώσσα, καταγωγή θρησκεία ή κουλτούρα. Aλλά, οδηγεί σε ένα σύνολο πολιτικά ισότιμων ατόμων επιτρέποντας τη συνύπαρξη π. χ. μιας καταλανικής κουλτούρας σε μια ισπανική ταυτότητα που εγγυώνται οι δημοκρατικοί ευρωπαϊκοί θεσμοί.

H Eυρώπη εκλάπη από τον Δία, αλλά, σημειώνει ο Tοντόροφ, ο Hρόδοτος μας έδωσε μια πιο ρεαλιστική εκδοχή του μύθου: «H Eυρώπη, κόρη του βασιλιά Aγήνορα της Φοινίκης, απήχθη από ανθρώπους, Ελληνες από την Kρήτη. Εζησε στο νησί γεννώντας μια βασιλική δυναστεία. H ήπειρος λοιπόν πήρε το όνομά της από μια ασιάτισσα που έζησε σ’ ένα νησί της Mεσογείου. Προαναγγέλλει (ο μύθος) τον από αρχαιοτάτων χρόνων προσανατολισμό της Eυρώπης. Mια διπλά περιθωριακή γυναίκα γίνεται το έμβλημά της: είναι ξένη στην καταγωγή, ξεριζωμένη, μετανάστρια παρά τη θέλησή της. Oι Kρήτες την έκαναν βασίλισσά τους και οι Eυρωπαίοι σύμβολό τους».

Ιnfo

- Robert Dahl «Περί δημοκρατίας» Aθήνα 2001, εκδ. Ψυχογιός

- Pόμπερτ Nταλ «Περί πολιτικής ισότητας», Aθήνα 2002, εκδ. Mεταίχμιο

- Tzvetan Todorov «O φόβος των βαρβάρων», Aθήνα 2009, εκδ. Πόλις

- Paul Krugman «H συνείδηση ενός προοδευτικού», Aθήνα 2009, εκδ. Πόλις

- Aμάρτυα Σεν «Eπανεξετάζοντας την ανισότητα», Aθήνα 2007, εκδ. Kαστανιώτης

- Robert Owen «Mια θεωρία της κοινωνίας», Aθήνα 2008, εκδ. Aλεξάνδρεια

Κυριακή 31 Μαΐου 2009

Αγορά εναντίον δημοκρατίας

  • Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 31 Μαΐου 2009

  • Η Ευρώπη διευρύνεται και ταυτόχρονα ισοπεδώνεται.

Το βάρος της ελεύθερης αγοράς γίνεται όλο και περισσότερο αισθητό, επηρεάζοντας αρνητικά τις διαδικασίες εκδημοκρατισμού. Αυτή η στρεβλή ανάπτυξη είναι ιδιαίτερα φανερή σε δύο πεδία, όπου η Ε.Ε. δυσκολεύεται να εκφραστεί με μιαν ενιαία φωνή: στην εξωτερική πολιτική και στις δημόσιες πολιτικές.

*Σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική, όλα όσα αναφέρονται στην αναπτυξιακή βοήθεια και στις πολιτικές προς τον Νότο του κόσμου αποφασίζονται από τα εθνικά κράτη ακολουθώντας μετα-αποικιακές λογικές και ανάλογα με τα συμφέροντα των χωρών μελών στις πρώην αποικίες.

*Στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής (συμπεριλαμβανόμενης της φορολογικής πολιτικής και της αγοράς της εργασίας) οι ιδρυτικές αρχές της Ενωσης δεν της επιτρέπουν να παρεμβαίνει στην κυριαρχία των κρατών μελών. Ολες οι πολιτικές σχετικά με την αγορά της εργασίας, όπως η αντιμετώπιση της ανεργίας, η υγεία, η μετανάστευση, η κοινωνική πρόνοια εγκαταλείπονται στα εθνικά κράτη.

Αυτό είναι παράδοξο, επειδή πολλά προβλήματα του είδους έχουν γίνει περισσότερο επείγοντα και δυσεπίλυτα σε εθνικό επίπεδο, ακριβώς εξαιτίας της διαδικασίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η Ευρώπη προκαλεί ζημιές τις οποίες έπειτα αφήνει να τις αντιμετωπίσουν τα εθνικά κράτη.

*Το τρίτο πρόβλημα είναι εκείνο του δημοκρατικού ελλείμματος και της έλλειψης ενός μηχανισμού που θα κατορθώνει να καθιστά διαφανείς τους τρεις κεντρικούς θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ενωσης: την Κεντρική Τράπεζα, το Δικαστήριο και την Επιτροπή.

Ακόμη σοβαρότερο είναι το γεγονός ότι η πλειονότητα των νόμων αποφασίζεται στο επίπεδο της Επιτροπής, οδηγώντας στη θεσμική αναξιοπιστία τα εθνικά κοινοβούλια.

*Η αριστερά στην Ευρώπη έχει συνηθίσει να σκέφτεται σύμφωνα με μιαν «εθνική» λογική. Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα περίπλοκη στην περίπτωση της βρετανικής αριστεράς, η οποία ποτέ δεν θεώρησε την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση πολύτιμη δυνατότητα. Στην ηπειρωτική Ευρώπη, η πρόσληψη της Ευρωπαϊκής Ενωσης ως μιας δύναμης που θα μπορούσε να υπηρετήσει κοινωνικούς σκοπούς είναι περισσότερο διαδεδομένη.

*Ωστόσο, ακόμα και μια αριστερά όπως η γερμανική, για παράδειγμα, δεν υποστηρίζει ρητά και χωρίς διφορούμενα την ενίσχυση του ρόλου της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ο λόγος είναι ότι η Ευρώπη γίνεται αντιληπτή τόσο ως μη δημοκρατική όσο και ως μια απειλή για την εθνική δημοκρατία. Αυτή η κρίση φυσικά έχει τα όριά της, αλλά οι αμφισημίες είναι υπαρκτές.

*Με αφετηρία την εισαγωγή του ευρώ, οι κυβερνήσεις δεν έχουν πλέον στη διάθεσή τους τα μέσα για να αντιταχθούν σε συγκεκριμένες οικονομικές πολιτικές, όπως έκαναν στο παρελθόν οι κυβερνήσεις της αριστεράς.

Ακόμα πιο σοβαρό είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει μια πειστική ευρωπαϊκή αριστερά, με εξαίρεση κάποιες συμμαχίες που γίνονται ad hoc και διανοούμενους που εμφανίζονται ως εκφραστές τους. Δεν υπάρχουν κόμματα στα αριστερά του κέντρου, δεν υπάρχουν ευρωπαϊκά συνδικάτα με υπολογίσιμη δύναμη, δεν υπάρχει καν μια δημόσια σφαίρα στην οποία να μπορούν να εκδηλωθούν διεκδικήσεις για την κοινωνική Ευρώπη.

*Η ενιαία ευρωπαϊκή αγορά και η οικονομική ολοκλήρωση ενίσχυσαν την ηγεμονία των θεωριών της ελεύθερης αγοράς και διέδωσαν ισχυρές επαγγελίες για εξαφάνιση της ανεργίας και γενική αύξηση της ευημερίας.

Η εμπειρία δείχνει, αντίθετα, ότι οποιαδήποτε πρόοδος επιχειρείται σε εθνικό επίπεδο στο πεδίο της δικαιοσύνης και της κοινωνικής προστασίας στρέφεται εναντίον εκείνου που την προσπαθεί. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι ένας μηχανισμός που τιμωρεί την κοινωνική ανάπτυξη.

Στο παρελθόν, τα συνδικάτα που συνυπήρχαν με σοσιαλδημοκρατικούς θεσμούς ήταν σε θέση να ασκούν πιέσεις στις κυβερνήσεις και κατόρθωναν θετικά αποτελέσματα. Σήμερα η κατάσταση είναι διαφορετική. Αν δεν συμπεριφέρονται με μετριοπάθεια τιμωρούνται από την αγορά και η έλλειψη μετριοπάθειας δεν εκτιμάται ούτε από τις κυβερνήσεις.

*Η πλειονότητα του ευρωπαϊκού πληθυσμού αισθάνεται απειλούμενη από τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και έχει σοβαρούς λόγους να νιώθει έτσι. Μεγαλώνει η ανασφάλεια για την κατοικία, την εργασία, την υγεία, το μέλλον των νέων γενεών. Χρειάζεται μια πολιτική δύναμη ικανή να υπηρετεί ευρωπαϊκούς σκοπούς. Χρειάζεται σύγκλιση προγραμματικών διεκδικήσεων σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Χρειάζεται να επανεξεταστεί το ζήτημα της ταξικής πολιτικής στην Ευρώπη. Πολλά πρόσωπα αντιλαμβάνονται την κατάστασή τους όχι σε σύνδεση με μια προβληματική αναδιανομής του εισοδήματος μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας ή διαφοράς ανάμεσα σε εκείνους που ελέγχουν τους πόρους και σε εκείνους που εξαρτώνται από αυτούς.

*Το νέο παράδειγμα είναι, αντίθετα, ασφάλεια εναντίον ανασφάλειας. Αυτό σημαίνει ότι η κοινωνική σύγκρουση δεν γεννιέται πλέον από τη μισθωτή εργασία αλλά από την επισφαλή εργασία. Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι η δεξιά μπόρεσε από προγραμματική άποψη να κατανοήσει τα νέα στοιχεία αυτού του ζητήματος καλύτερα από την αριστερά. Πράγματι, η εθνικιστική δεξιά διάφορων χωρών (μεταξύ των οποίων η Αυστρία, η Ολλανδία, η Πολωνία και η Δανία) κατόρθωσε να απευθυνθεί στους επισφαλώς εργαζόμενους και να κερδίσει τις ψήφους ομάδων όπως οι προσωρινά απασχολούμενοι, οι μικροί επιχειρηματίες, οι νέες μητέρες κ.ά., με μια σειρά συνθήματα που επικαλούνταν το αίσθημα ανασφάλειας αυτών των ομάδων: την ξενοφοβία, τους δασμολογικούς φραγμούς, τα όρια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

*Είναι αναγκαίο η αριστερά να κατορθώσει να επεξεργαστεί ένα πρόγραμμα για την προώθηση της οικονομικής ασφάλειας ως δικαίωμα του πολίτη σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Αν η εναλλακτική αριστερά και οι Πράσινοι δεν κατορθώσουν να συγκλίνουν σε μια παρόμοια προγραμματική βάση για το ελάχιστο εισόδημα και για κοινωνικές εγγυήσεις, υπάρχει ο κίνδυνος οι υποστηρικτές της ελεύθερης αγοράς να σχηματίσουν μια σταθερή εκλογική συμμαχία με την προστατευτική ριζοσπαστική δεξιά.

*Η αριστερά οφείλει, επομένως, να υιοθετήσει μια οικουμενική αντίληψη της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής, συνδεόμενη όμως με μιαν έννοια ευρωπαϊκής ιδιότητας του πολίτη.

Είναι αναγκαίο να εργαστεί περισσότερο για το ελάχιστο εισόδημα ως δικαίωμα συναφές με την ιδιότητα του πολίτη, νοούμενη με την ευρωπαϊκή έννοια, η οποία κατορθώνει να αντιμετωπίζει την επισφάλεια της εργασίας ως μαζικό φαινόμενο που δεν περιορίζεται μόνον στην εθνική διάσταση.

Τρίτη 26 Μαΐου 2009

Η ελευθερία; Ποια ελευθερία;

  • ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΦΑΡΑΚΛΑ
  • Η ΑΥΓΗ: 24/05/2009
  • ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Ατομικισμός, επανάσταση και δημοκρατία. Για την πολιτική θεωρία του Τοκβίλ, εκδόσεις Σαββάλας, σελ. 200
  • Επί Ψυχρού Πολέμου, ο υπέρμαχος της Δύσης Ραιημόν Αρόν ξεκινούσε τα Δεκαοκτώ μαθήματα για τη βιομηχανική κοινωνία με το ζεύγος Τοκβίλ και Μαρξ. Ο Τοκβίλ, αριστοκρατικών φρονημάτων, πλην θαυμαστής των δημοκρατικών ΗΠΑ του 19ου αιώνα, αναδεικνυόταν ως ο φιλελεύθερος αντίπαλος του Μαρξ. Το ότι δεν είχε ούτε κατά διάνοια το θεωρητικό βάρος του Μαρξ, ήταν οπωσδήποτε λυπηρό. Αλλά τι να κάνομε;
  • Στον αρχαίο κόσμο, αριστοκρατία και δημοκρατία είναι δύο αντίθετες επιλογές οργάνωσης της πόλεως. Η νεωτερικότητα αλλάζει τη σημασία των αντιθέτων, αλλά διατηρεί την αντίθεση: Ο συνήγορος της εξουσίας των ευγενών δεν είναι σαν τον φιλοσπαρτιάτη, αλλά πάντως εχθρεύεται τον υπερασπιστή της ισότητας, που διαφέρει από τον αθηναίο δημοκράτη γιατί είναι υπέρ της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Στη νέα αντίθεση παρεμβαίνει η νέα διάκριση κοινωνίας και κράτους, κι έτσι εμφανίζεται μια ενδιάμεση θέση μη αντίθεσης: Ο αριστοκράτης και ο φιλελεύθερος έχουν κοινό τον αντικρατισμό. Ο Τοκβίλ τοποθετείται παραδοσιακά εδώ: Είναι ο εχθρός του ιακωβίνικου κράτους, που πνίγει την ελευθερία. Αν ρωτήσω βέβαια για την ελευθερία τίνος πρόκειται, θα αντιληφθώ ότι πρόκειται για την ελευθερία όσων έχουν την κοινωνική ευχέρεια να την ασκήσουν, αριστοκρατών και πλουσίων! Αυτή τη γραμμή υιοθετεί στα μέσα του 20ού αι. ο ντε Ζουβενέλ: Η αύξουσα δύναμη του κράτους στη νεωτερικότητα πνίγει την ελευθερία, που υπήρχε προφανώς πριν... Όταν ένα επιχείρημα εκπληρώνει την επιθυμία σου, εύκολα ξεχνάς πόσο έωλο είναι. Αυτό έκανε τον Τοκβίλ επίκαιρο για τους φιλελεύθερους. Κι όταν αυτοί αύξησαν την επιρροή τους, μετά το 1974 και το 1989, αναπτύχθηκε το ενδιαφέρον για τον Τοκβίλ. Όμως ο Τοκβίλ δεν ταυτίζεται με αυτή την εικόνα, όπως δείχνει ο Κωνσταντακόπουλος, σε ένα πολύ τεκμηριωμένο έργο που ανακατασκευάζει όλο το τοκβιλιανό θεωρητικό εγχείρημα.
  • Ο συνδυασμός, αριστοκρατικό φρόνημα - αποδοχή της δημοκρατίας, χαρακτηρίζει μια ολόκληρη σειρά στοχαστών: τους ελιτιστές. Ελίτ είναι η αριστοκρατία εντός δημοκρατίας, ελιτιστής όποιος θεωρεί ότι κάθε κοινωνία έχει μια αριστοκρατία. Έτσι, δεν είναι τυχαίο που ο Κωνσταντακόπουλος, ειδικός αυτής της παράδοσης, στράφηκε στη μελέτη του Τοκβίλ, και διέκρινε τι είναι ελιτίστικο σ' αυτόν και τι όχι. Ο Τοκβίλ ταλαντεύεται όντως μεταξύ αριστοκρατισμού και δημοκρατικότητας: αγαπά την ελευθερία, όχι τους φτωχούς, θέλει ισότητα, αυτοοργάνωση, πολιτική συμμετοχή όλων, και απεχθάνεται αυτούς με τους οποίους θα θεωρηθεί ίσος, τους εργάτες που προωθούν την αυτοοργάνωση και τη συμμετοχή. Προβλέπει δε ότι αυτοί, καθότι σοσιαλιστές, θα αυξήσουν τη δύναμη του κράτους.
  • Η πρόβλεψη επιβεβαιώθηκε: Δεν κράτησαν για πολύ οι μορφές αυτοοργάνωσης, το 1871, το 1917, το 1956. Και κάθε κοινωνικό κράτος ανέπτυξε βέβαια το κράτος. Συνεπώς, ο Τοκβίλ μετά το 1989 είναι επίκαιρος, όχι μόνο για λόγους φιλελεύθερης προπαγάνδας αλλά και επιστημονικούς. Και αυτός είναι ήδη ένας λόγος να στραφούμε σ' αυτόν με τον Κωνσταντακόπουλο.
  • Ο Κωνσταντακόπουλος μας προσφέρει μια επιστημονική με αυτή την έννοια ανάλυση του έργου του Τοκβίλ. Παίρνει θέση στα σημεία τριβής της τοκβιλολογίας, δίνει λύσεις που εξάγονται αβίαστα από το πλαίσιο ανάλυσης που έχει θέσει ερμηνευτικά ο ίδιος. Πρώτη θέση του είναι ότι η ισότητα που εκθειάζει ο Τοκβίλ στις ΗΠΑ δεν είναι οικονομική αλλά «ένα είδος φανταστικής ισότητας», όπως λέει ο ίδιος. Η απροσδιοριστία αυτή δεν είναι όμως μόνο ελάττωμα του Τοκβίλ: του επιτρέπει να ασπάζεται αλλά και να αρνείται ορισμένες φιλελεύθερες θέσεις.
  • Δεύτερη θέση είναι ότι η ισότητα συμβαδίζει με τον ατομικισμό ως έλλειψη αλληλεγγύης. Κατά τον β' τόμο κυρίως της Δημοκρατίας στην Αμερική, ο ατομικισμός είναι ο δημοκρατικός κίνδυνος, διότι ενώ στην αριστοκρατική τάξη πραγμάτων, όπου υπήρχε χώρος για ανώτερες αξίες, υπήρχε αλληλεγγύη, στη νεωτερική δημοκρατία δεσμός των ανθρώπων είναι τα υλικά συμφέροντα. Όπως τονίζει ο Κωνσταντακόπουλος, ενώ οι ελιτιστές θεωρούν ότι ο φθόνος εμποδίζει την ισότητα, ο Τοκβίλ θεωρεί ότι τα ίσα άτομα ζουν ομοιόμορφα λόγω αμοιβαίας αδιαφορίας.
  • Τρίτη θέση είναι όμως ο ελιτισμός: Τι συνδέει τις προειδοποιήσεις του Τοκβίλ κατά της «τυραννίας της πλειοψηφίας», τις αναλύσεις του για την προστασία των μειοψηφικών όχι μόνο δοξασιών αλλά και συμφερόντων, τις προφητικές του διαμαρτυρίες κατά της αποπνικτικής ομοιομορφίας των πολιτών, τη συνηγορία του υπέρ της διαφοράς; Υπερασπίζεται με αυτό τον τρόπο την ελευθερία ως «ελευθερία των φιλελεύθερων ελίτ» (σ. 62, βλ. σ. 99, 122, 175). Αυτή η ελιτίστικη όψη έχει αρνητικές συνέπειες στη σκέψη του, αλλά και θετικές. Όπως ο μοναρχικός Μοντεσκιέ γλίτωνε από τους κοινούς τόπους του Διαφωτισμού, όπως -κατά τον Μαρξ- ο αριστοκρατικός Στιούαρτ γλίτωνε από τους κοινούς τόπους της αστικής οικονομίας, έτσι ο ελιτισμός του Τοκβίλ λειτουργεί διορθωτικά έναντι των κοινών τόπων των φιλελεύθερων: Απαιτεί να μπουν όρια στην ατομική ελευθερία των ιδιωτών, για να μη στραφεί κατά της ίδιας της ελευθερίας. Εδώ παύει να ταυτίζεται με τους φιλελεύθερους.
  • Αυτό φαίνεται καθαρά στην τέταρτη θέση: Η επανάσταση, παρά την πολυσημία της, είναι καλή ως μετάβαση από την αριστοκρατία στη δημοκρατία. Αυτό οδηγεί τον Τοκβίλ σε δύο μη φιλελεύθερες θέσεις: Να αρθεί η ιερότητα της ιδιοκτησίας, για να μη γίνει κοινωνική επανάσταση· να καταπολεμηθεί η πολιτική αδιαφορία, ήτοι η έλλειψη επαναστατικού πνεύματος! Βέβαια το 1848, όταν έλθει αντιμέτωπος με την κοινωνική επανάσταση, θα υπαναχωρήσει στο δεύτερο θέμα, αλλά όχι στο πρώτο: Η δημοκρατία υπερέχει του φιλελευθερισμού, έστω ως ανάχωμα κατά του σοσιαλισμού. Διαφαίνεται μια στρατηγική ένταξης του φιλελεύθερου επιχειρήματος σε δημοκρατικά πλαίσια.
  • Η πέμπτη θέση ακολουθεί αυτή τη στρατηγική. Η ιδιωτικότητα, ίδιον της νεωτερικότητας, χρήζει διόρθωσης. Η Γαλλική Επανάσταση υπήρξε τυραννική, γιατί θέλησε να επαναφέρει την αρχαία θυσία του ιδιαίτερου συμφέροντος, πλην η αμερικανική αδιαφορία για τα κοινά εγκυμονεί μια άλλη τυραννία: Τον ολοκληρωτισμό; Το κοινωνικό κράτος; Όχι, απλώς τη μη άσκηση πολιτικής από τους πολίτες. Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη δημοκρατικότητα του Τοκβίλ: Μια δημοκρατική παιδεία θα πρέπει να διαπλάσει το ιδιαίτερο συμφέρον για να περιλάβει την πολιτική πράξη. Ελλείψει αυτού του ήθους, η δημοκρατία θα καταλήξει σε ένα μηδενισμό του ιδιαίτερου συμφέροντος.
  • Η έκτη και έβδομη θέση του Κωνσταντακόπουλου δείχνουν πώς η άποψη του Τοκβίλ για τη θρησκεία και τις ενώσεις πραγματώνουν αυτό το δέον. Ο Τοκβίλ εκθειάζει τη θρησκεία ενώ συνάμα θέλει τον χωρισμό εκκλησίας-κράτους, γιατί οραματίζεται έναν χριστιανισμό που προωθεί την αυτονόμηση της πολιτικής από τη θρησκεία. Τάσσεται υπέρ των ενώσεων γιατί εδώ το άτομο μαθαίνει να υπάγει το ιδιαίτερο συμφέρον στη συλλογικότητα, υπέρ των μαζικών κομμάτων για τον ίδιο λόγο και γιατί ανθίστανται στην κεντρική εξουσία, υπέρ της αυτοδιοίκησης γιατί το άτομο πρέπει να πολιτεύεται, ενώ πολλοί φιλελεύθεροι αρνούνται ενώσεις και μεγάλα κόμματα και απαξιώνουν την πολιτική συμμετοχή. Κακώς ο Φρήντμαν και ο Χάγιεκ ιδιοποιούνται λοιπόν τον Τοκβίλ: Από τοκβιλιανή σκοπιά, δεν εννοούν ότι το ήθος και η συμμετοχή σώζουν τον ατομικισμό, γιατί τον σώζουν από τις ίδιες τις επιπτώσεις του.
  • Αυτό, ότι η ένταξη των φιλελεύθερων θέσεων σε μη φιλελεύθερα πλαίσια διαφυλάσσει την ισχύ των ίδιων, είναι η γόνιμη παρακαταθήκη του Τοκβίλ. Ο δημοκρατικός περιορισμός της ιδιοκτησιακής ανισότητας, της ελευθερίας ως μη αλληλεγγύης, σώζει την ελευθερία, και με τη φιλελεύθερη έννοια του «ιδιωτεύειν». Ο Τοκβίλ είναι ένας αριστοκράτης που τάσσεται υπέρ της δημοκρατικής, όχι αριστοκρατικής ελευθερίας, ένας ελιτιστής που αρνείται τον ελιτισμό των κατεχόντων, γιατί μόνον έτσι σώζεται ο αξιακός πυρήνας της αριστοκρατικής ελευθερίας και του ελιτισμού: η αλληλεγγύη, χωρίς την οποία η ελευθερία καταστρέφεται.
Ο Γιώργος Φαράκλας διδάσκει Πολιτική Φιλοσοφία στο Πάντειο Παν/μιο

Κυριακή 22 Μαρτίου 2009

Ζητείται ευνομούμενη δημοκρατία

Ανασφαλείς και φοβισμένοι, οι πολίτες συμφωνούν στις αυστηρότερες ποινές χωρίς να απεμπολούν δικαιώματα και ελευθερίες
  • Η πλειονότητα των πολιτών για πρώτη φορά τάσσεται υπέρ της κατάργησης του πανεπιστημιακού ασύλου, ενώ συμφωνεί και με την αυστηροποίηση των ποινών σε όσους συλλαμβάνονται να παρανομούν με κουκούλες. Την ίδια στιγμή ωστόσο αμφιβάλλει αν τα νέα μέτρα που εξήγγειλε η κυβέρνηση θα έχουν σημαντικά αποτελέσματα στην αντιμετώπιση της αυξανόμενης βίας.
  • Αυτά είναι μερικά μόνον από τα πολύ σημαντικά ευρήματα της νέας έρευνας της Public Issue (για λογαριασμό της «Κ» και του ΣΚΑΪ), η οποία κατά τα άλλα επιβεβαιώνει αυτό που όλοι υποψιαζόμασταν: Με την αύξηση της εγκληματικότητας που οι πολίτες διαπιστώνουν σε ποσοστό 88%, δηλώνουν ανασφαλείς και φοβισμένοι αναδεικνύοντας τη γενίκευση της ανομίας σε σοβαρότατο πλέον πρόβλημα της χώρας. Παράλληλα δε ουδόλως ικανοποιημένοι εμφανίζονται και με τον τρόπο που γίνεται η αστυνόμευση στο κέντρο των πόλεων και στις γειτονιές, στοιχείο που καταδεικνύει πόσο αναγκαία και άμεση κρίνεται από τους πολίτες η πλήρης αναδιοργάνωση των Σωμάτων Ασφαλείας.
  • Είναι πράγματι εντυπωσιακό ότι μετά τα τελευταία γεγονότα, για πρώτη φορά η πλειονότητα -το 49% των ερωτηθέντων- κρίνει ότι «δεν πρέπει να υπάρχει καν πανεπιστημιακό άσυλο». Αντίθετη άποψη εκφράζει το 44%, ενώ υπενθυμίζεται ότι προ διετίας τα ποσοστά στο ίδιο ερώτημα ήταν εντελώς αντεστραμμένα, με το 51% των ερωτηθέντων να αρνείται την κατάργηση του ασύλου και μόνον το 40% να επιθυμεί την οριστική άρση του.

Αστυνομία και ΑΕΙ

  • Ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό σήμερα (70%) τάσσεται υπέρ της επέμβασης της αστυνομίας εντός των ιδρυμάτων, με το 24% μάλιστα να υποστηρίζει ότι αυτό πρέπει να γίνεται και χωρίς την άδεια των πρυτανικών αρχών, όπως προβλέπει ο (ανεφάρμοστος ακόμη) νόμος, όταν διαπιστώνονται κακουργηματικές πράξεις.
  • Αναλόγως μεγάλο ποσοστό (59%) συμφωνεί και με τη λεγόμενη «ποινικοποίηση της κούκουλας», με μόνον το 26% να διαφωνεί. Είναι αξιοσημείωτο δε ότι με την αυστηροποίηση των ποινών σε όσους κρύβουν τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους συμφωνεί ακόμη και η πλειοψηφία των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ (51%), οι οποίοι κατά τα άλλα δυσπιστούν με τα υπόλοιπα μέτρα που εξήγγειλε η κυβέρνηση.
  • Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, οι πολίτες διχάζονται όταν τους τίθεται το ερώτημα αν προτάσσουν την αυστηρή εφαρμογή του νόμου και της τάξης (39%) ή θεωρούν υπέρτερη προτεραιότητα την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των πολιτών (36%).
  • Η αύξηση ωστόσο της ανησυχίας των πολιτών για τα αλλεπάλληλα κρούσματα βίας και εγκληματικότητας επιβεβαιώνεται και από σειρά άλλων απαντήσεων που δίνουν. Στο ερώτημα, για παράδειγμα, «αν πρέπει η αστυνομία να γίνει πιο σκληρή για να είναι πιο αποτελεσματική», το 34% απάντησε θετικά, όταν μόλις τον προηγούμενο Δεκέμβριο την ίδια άποψη είχε διατυπώσει μόνον το 25%.

Οι κάμερες ασφαλείας

  • Αντιστοίχως, θετικά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν οι ερωτηθέντες και τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι κάμερες ασφαλείας για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, καθώς το 49% απαντά ότι περισσότερο προστατεύουν τα δικαιώματα των πολιτών, παρά ότι τα παραβιάζουν που υποστηρίζει το 38%.
  • Σε κάθε περίπτωση, πάντως, θα πρέπει να προβληματίσει σοβαρότατα την κυβέρνηση ότι ακόμη και για τα νέα μέτρα που εξήγγειλε, το 41% των πολιτών δεν κρίνει ότι θα φέρουν αποτέλεσμα (το 38% υποστηρίζει το αντίθετο), στοιχείο που συνδέεται άμεσα με τη δυσπιστία με την οποία εδώ και καιρό αντιμετωπίζεται η ελληνική αστυνομία: Το 59% των πολιτών υποστηρίζει ευθαρσώς ότι δεν την θεωρεί ικανή -«δεν την εμπιστεύεται»- να αντιμετωπίσει την εγκληματικότητα. Το 59% όχι μόνον του συνόλου των ερωτηθέντων, αλλά και εκείνων που δηλώνουν ότι ψήφισαν τη Ν.Δ. στις εκλογές του 2007...
  • Του Κωνσταντινου Zουλα, Η Καθημερινή, 22/03/2009
[+] ΓPAΦHMA

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2009

Αναζητώντας τη δημοκρατία

«Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ»
Κυκλοφόρησε πρόσφατα και στη γλώσσα μας το βιβλίο του ιταλού φιλόλογου και ιστορικού Λουτσιάνο Κάνφορα «Η δημοκρατία. Ιστορία μιας ιδεολογίας» (εκδ. «Μεταίχμιο»). Ο ιστορικός Μάσιμο Σαλβαντόρι έγραψε για το βιβλίο αυτό την κριτική παρουσίαση που ακολουθεί.

Οι πιο ισχυρές κριτικές στη σύγχρονη αντιπροσωπευτική δημοκρατία διατυπώθηκαν από τη μια μεριά από τον συντηρητικό φιλελευθερισμό και από την άλλη από τον κομμουνισμό. Αυτά τα ρεύματα συμμερίζονταν την άποψη ότι η αντίληψη της δημοκρατίας ως «μορφής κυβέρνησης όλων των πολιτών» είναι απλή ιδεολογία και αβάσιμη προκατάληψη. Και για τα δύο αυτά ρεύματα η δημοκρατία ήταν αντίθετα το κίνημα των φτωχών μαζών που εναντιωνόταν στους πλούσιους, για να πάρει τελικά την εξουσία. Για την επαναστατική αριστερά η «δημοκρατία» των μαζών -που επιδίωκε να γίνει «δικτατορία» πάνω στους πλούσιους- ήταν μια ευλογία, ήταν η αληθινή δημοκρατία. Για τους συντηρητικούς φιλελεύθερους ήταν μια κατάρα, στο βαθμό που προοριζόταν να γεννήσει την «τυραννία της πλειοψηφίας».

Με τις κριτικές που διατύπωναν αυτές οι αντιτιθέμενες σχολές σκέψης στην ιδέα μιας δημοκρατίας, που ασκείται από όλους τους πολίτες μέσα από τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, και στην αντίληψη της δημοκρατίας ως εξουσίας των μαζών, συμφωνεί σαφώς ο Λουτσιάνο Κάνφορα στο βιβλίο του «Η δημοκρατία. Ιστορία μιας ιδεολογίας». Η θέση του συγγραφέα είναι απλή και καθαρή: ήδη από την Αθήνα του Περικλέους η δημοκρατία γινόταν αντιληπτή από τους αντιπάλους της ως «ένα ελευθεροκτόνο σύστημα», στο βαθμό που επιβουλευόταν την ελευθερία και την ιδιοκτησία των πλουσίων, με τους οποίους ερχόταν σε αντίθεση.

Στην πραγματικότητα όμως, ήδη από τότε, αυτή δημιούργησε όχι μια λαϊκή κυβέρνηση, αλλά μια «ηγεσία του λαϊκού καθεστώτος» από μέρους ενός τμήματος των πλουσίων που αποδεχόταν και εκμεταλλευόταν το σύστημα. Ετσι έγινε στην αρχαία Αθήνα και έτσι γίνεται ακόμα περισσότερο σήμερα στις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Η δημοκρατία υπήρξε πάντοτε και μπορεί να είναι μόνο μία: η πάλη εκείνων που αποβλέπουν στο να καθιερώσουν την ισότητα ενάντια στην επικυριαρχία των ολιγαρχιών που υποστηρίζουν την ανισότητα.

Αφού πρώτα θέτει με αυτούς τους όρους το ζήτημα, ο Κάνφορα σκιαγραφεί μιαν ιστορία της δημοκρατίας που ελάχιστα ενδιαφέρεται για την ανασύσταση των δημοκρατικών θεωριών και των μεγάλων συζητήσεων που συνδέονται με αυτές. Αυτό που μετράει περισσότερο γι' αυτόν είναι η ανασύσταση μιας σειράς σημαντικών συγκρούσεων μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων και των κυριαρχούμενων, η οποία αποβλέπει στο να καταδείξει ότι η θεωρία της δημοκρατίας, νοούμενης ως τυπικής ισότητας όλων απέναντι στο νόμο, ως διαμόρφωσης της κοινής βούλησης μέσω της αντιπροσώπευσης των διάφορων κοινωνικών μερών στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς, είναι στην πραγματικότητα μια «ιδεολογία» με τη μαρξική έννοια (της ψευδούς συνείδησης) προς όφελος των μειοψηφιών που βρίσκονται στην εξουσία. Στην ανασύσταση αυτών των συγκρούσεων ο Κάνφορα εμφανίζεται πληθωρικός, ενώ περιορισμένες είναι οι αναφορές του στις «κλασικές» συζητήσεις για το νόημα της δημοκρατίας στη σύγχρονη εποχή. Αρκεί να πούμε ότι δεν εμφανίζεται το όνομα του Κέλσεν και ότι απουσιάζει κάθε αναφορά στη μεγάλη διαμάχη ανάμεσα στον Κάουτσκι και στους μπολσεβίκους ηγέτες.

Αλλά δεν μπορούμε να κατανοήσουμε το πνεύμα του βιβλίου του Κάνφορα, αν δεν αντιληφθούμε την πικρία του για το γεγονός ότι «η κομμουνιστική άποψη έχει σχεδόν χαθεί εντελώς» στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής αριστεράς, η οποία στη μεγάλη πλειοψηφία της έχει ενσωματωθεί στο κυρίαρχο σύστημα. Γίνεται φανερή η πρόθεση του Κάνφορα να ανασυστήσει την καλή μνήμη αυτής της άποψης και για να υποστηρίξει αυτή τη μνήμη, που δεν πρέπει να χαθεί, ο Κάνφορα αφιερώνει σημαντικές σελίδες στην κομμουνιστική παράδοση. Μεγάλοι είναι οι έπαινοί του για τον Τολιάτι, για υποδειγματικές όψεις του σταλινικού συντάγματος του 1936 ή ακόμη και η εκτίμησή του για το «λενινιστικό» δρόμο που ακολούθησε ο Στάλιν όταν συνήψε το σύμφωνο με τους ναζιστές το 1939. Βέβαια αυτός δεν μπορεί να παραγνωρίσει εντελώς τη σημασία του ναυαγίου του κομμουνισμού. Είναι όμως πάντοτε γι' αυτόν το ναυάγιο εκείνης της παράταξης που ενσάρκωσε στον εικοστό αιώνα την πρωτοπορία της μάχης για τη δημοκρατία. Η ανάλυσή του όμως για τα σχέδια μιας ταξικής δημοκρατίας που κατέληξαν στη δικτατορία νέων ολιγαρχιών, οι οποίες επιβλήθηκαν πρώτα απ' όλα στις εργαζόμενες μάζες, δεν δίνει απάντηση στο ερώτημα: μπορεί μια δύναμη που προτίθεται να εγκαθιδρύσει μια «ταξική δημοκρατία» να μην καταλήξει να προωθεί μια δεσποτική εξουσία;

Το συμπέρασμα του Κάνφορα είναι ότι στον δυτικό κόσμο «νίκησε η ελευθερία» ως ελευθερία των πλουσίων και ότι η δημοκρατία -ήδη «ανύπαρκτη» αλλά πάντοτε «αναγκαία»- έχει παραπεμφθεί «σε άλλες εποχές», έχει εναποτεθεί σε «άλλους ανθρώπους», ίσως «όχι πλέον Ευρωπαίους». Η δημοκρατία της λαϊκής παράταξης υποβαθμίζεται έτσι από τον ίδιο σε μιαν «ουτοπία», που δεν έχει πλέον ένα υποκείμενο ικανό να γίνει αποτελεσματικός φορέας της στη σύγχρονη πραγματικότητα. Εγώ νομίζω ότι η θέση του Κάνφορα πρέπει να αντιστραφεί.

Η τωρινή δημοκρατία στον δυτικό κόσμο προδίδει σε μεγάλο βαθμό τις υποσχέσεις της, υπόκειται σε βαρύτατες παραμορφώσεις, και η ελευθερία των πλουσίων τείνει να καταπνίγει την ελευθερία των άλλων. Αλλά από αυτό δεν συνάγεται ότι η μάχη έχει τελειώσει.

Η μάχη συνεχίζεται έστω και αν έχει γίνει πιο δύσκολη. Και τίποτα το χειρότερο δεν μπορεί να συμβεί στα λαϊκά στρώματα από το να υποχωρήσουν στην υπερεξουσία των ολιγαρχιών, εξαιτίας των απογοητεύσεων που προκάλεσε η υπόθεση του κομμουνισμού.

  • ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ ΙΔΕΩΝ από τον ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 - 01/03/2009

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης για τη δημοκρατία


Κορνήλιος Καστοριάδης: «Η ελληνική ιδιαιτερότητα». Τόμος Β΄: «Η πόλις και οι νόμοι». Εκδόσεις «Κριτική», 2008, σελ. 452.

Το βιβλίο αυτό, που περιλαμβάνει σεμινάρια του Κ. Καστοριάδη των ετών 1983-1984, αναφέρεται στην αθηναϊκή δημοκρατία του 5ου-4ου αιώνα π. Χ. Αναδεικνύει τις βασικές αρχές και τα βασικά χαρακτηριστικά της με το γνωστό εύληπτο και κρυστάλλινο ύφος του συγγραφέα της «Φαντασιακής θέσμισης της κοινωνίας». Η (άμεση) δημοκρατία δημιουργείται από τους αγώνες του δήμου κατά των ανωτέρων στρωμάτων, των ευγενών και γαιοκτημόνων. Οι αγώνες αυτοί χαρακτήρισαν μέχρι τέλος το πολίτευμα και επέτρεψαν την άμεση συμμετοχή όλων των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων, στο νομοθετικό έργο και στις άλλες μορφές εξουσίας. Αμεση συμμετοχή σημαίνει χωρίς αντιπροσώπους και κόμματα. Για πρώτη και μοναδική φορά στην ανθρώπινη ιστορία ο δήμος είναι ο ουσιαστικός κυρίαρχος της πόλεως, εξ ου και ο όρος δημοκρατία (ο δήμος κρατεί, κυριαρχεί). Η κυριαρχία και η συμμετοχή επιτυγχάνεται με δύο θεσμούς: πρώτον, την «εκκλησία του δήμου» που επιτρέπει την άμεση παρουσία όλων των πολιτών στη νομοθετική και κυβερνητική εξουσία\u0387 δεύτερον, την «κλήρωσιν», η οποία επιτρέπει την εναλλαγή στην εκτελεστική και τη δικαστική εξουσία. Η κλήρωση είναι η ειδοποιός διαφορά της δημοκρατίας, ενώ οι εκλογές η ειδοποιός διαφορά της ολιγαρχίας, όπως αναγνωρίζει και ο Αριστοτέλης, αλλά και οι νεότεροι φιλόσοφοι Μοντεσκιέ και Ρουσσώ.

  • Ανεξάρτητες εξουσίες

Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η ουσιαστική ανεξαρτησία των τεσσάρων εξουσιών (κυβερνητικής, εκτελεστικής, δικαστικής, νομοθετικής). Το σημαντικό και νευραλγικό όργανο της (άμεσης) δημοκρατίας είναι η απόδοση της δικαιοσύνης από όλους τους πολίτες και προς όλους τους πολίτες. Ουδείς εξαιρείται ούτε είναι υπεράνω υποψίας, υπεράνω του νόμου. Απαραίτητο προς τούτο στοιχείο είναι η ανεξαρτησία και η πραγματική αμεροληψία των δικαστών, ο αποκλεισμός της δυνατότητας διαφθοράς ή εξαγοράς τους. Για να εξασφαλιστεί αυτή η απαίτηση δεν υπάρχει άλλος τρόπος από τη συλλογική συμμετοχή όλων των πολιτών στην απονομή της δικαιοσύνης, είτε μέσω της εκκλησίας του δήμου είτε μέσω της κληρωτής βουλής των Πεντακοσίων είτε μέσω κληρώσεως στα πολυμελή τμήματα της Ηλιαίας.

Η άμεση εναλλαγή στην εξουσία όλων των πολιτών και όχι των κομμάτων, αποτελεί τη βασική αρχή της δημοκρατίας, την πολιτική ελευθερία όπως την περιγράφει ο Αριστοτέλης: «χαρακτηριστικό της ελευθερίας είναι το να άρχουν όλοι δι’ εναλλαγής». Η ούτως εννοημένη και πραγματοποιημένη ελευθερία συνιστά και εξασφαλίζει την ισότητα των πολιτών. Η πολιτική ισότητα είναι απόλυτη για όλους τους πολίτες και δεν έρχεται σε αντίφαση με την ελευθερία, όπως υποστηρίζει η ιδεολογία του φιλελευθερισμού.

Η κοινωνική ζωή στο δημοκρατικό πολίτευμα ρυθμίζεται από κανόνες γενικής ισχύος, οι οποίοι συζητούνται και νομοθετούνται άμεσα από την κοινότητα, υφίσταται δηλαδή η κυριαρχία του γραπτού νόμου και όχι των ατόμων. Δεν υπάρχουν ιεραρχίες ούτε κράτος με τη σημερινή έννοια, δηλαδή ένας μηχανισμός εξουσίας χωριστός από το σώμα της κοινωνίας και εφαρμοζόμενος επί της κοινωνίας. Δεν υπάρχουν οι «ειδικοί» της πολιτικής, οι επιστήμονες του Πλάτωνα, δεν υπάρχει επιστήμη της πολιτικής, αλλά διαμάχη των δοξών. Ολες οι γνώμες μετρούν εξίσου και η πολιτική είναι υπόθεση όλων. Εκεί που απαιτούνται ειδικές γνώσεις, πείρα και ικανότητες, οι άρχοντες εκλέγονται διά χειροτονίας (στρατηγοί, ταμίαι κ. λπ.) στην εκκλησία του δήμου.

  • Διαρκής έλεγχος

Ολοι, όμως, ανεξαιρέτως οι άρχοντες, αιρετοί και κληρωτοί, υφίστανται διαρκή έλεγχο (δοκιμασία, εύθυνα), δίνουν λόγο και λογαριασμό για τις πράξεις τους (λόγον διδόναι) και είναι ανά πάσα στιγμή ανακλητοί, η δε θητεία τους είναι ετήσια. Δηλαδή ο έλεγχος των αρχών είναι διαρκής και ουσιαστικός, πολιτικός και ποινικός. Οι αρχαίοι ήξεραν πολύ καλά αυτό που διατύπωσε τον 19ο αιώνα ο λόρδος Ακτον: «Η εξουσία διαφθείρει, η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα».

Αποτέλεσμα αυτής της αντίληψης είναι η δημιουργία ενός ανοικτού δημοσίου χώρου, που είναι πραγματικώς δημόσιος, δεν είναι δηλαδή ιδιοκτησία κανενός και εντός του κυκλοφορούν και συζητούνται όλες οι σημαντικές πληροφορίες και λαμβάνονται άμεσα όλες οι κύριες αποφάσεις από τον δήμο. Ενώ σήμερα δεν υπάρχει δημόσιος χώρος, τον λυμαίνονται τα κόμματα, τα ιδιωτικά συμφέροντα και τα ΜΜΕ. Το μεγάλο πολιτικό μάθημα που μας προσφέρει η άμεση δημοκρατία, είναι ότι η εξουσία δεν είναι ιδιοκτησία ουδενός προσώπου και κόμματος, αλλά ασκείται και πρέπει να ασκείται από όλους τους πολίτες (βλ. και Γ. Ν. Οικονόμου «Η άμεση δημοκρατία και η κριτική του Αριστοτέλη», Παπαζήσης, 2007).

Είναι εμφανές ότι στα σημερινά πολιτεύματα δεν συναντάται κανένα από τα χαρακτηριστικά αυτά. Γι’ αυτό τον λόγο το βιβλίο του Κ. Καστοριάδη έχει ιδιαίτερη σημασία για τους σημερινούς που ζουν σε πολιτεύματα, τα οποία αυτοχαρακτηρίζονται δημοκρατικά («αντιπροσωπευτικές», «κοινοβουλευτικές» ή «αστικές δημοκρατίες) ενώ δεν είναι παρά καθαρές ολιγαρχίες. Πράγματι, οι ολίγοι κυβερνώντες του πλειοψηφούντος κόμματος λαμβάνουν τις αποφάσεις, διαμορφώνουν τους νόμους, κυβερνούν, προς όφελος των ολίγων ισχυρών οικονομικών συμφερόντων, ενώ οι πολλοί δεν συμμετέχουν σε καμιά εξουσία, απλώς υπακούουν και εκτελούν. Αυτή η ολιγαρχική δομή εξασφαλίζεται από την αντιπροσώπευση, η οποία, κατά τον Καστοριάδη, αποτελεί πολιτική αλλοτρίωση, δηλαδή εκχώρηση της εξουσίας στους ολίγους των κομματικών μηχανισμών.

  • Συμμετοχή στην εξουσία

Το βιβλίο αυτό είναι απαραίτητο για την πολιτική σκέψη και δράση, ειδικά σήμερα που βιώνουμε μια βαθύτατη κρίση, όχι μόνο χρηματοπιστωτική-οικονομική αλλά και κρίση θεσμών, αξιών και σημασιών. Οι πολιτικές ολιγαρχίες και οι οικονομικές ελίτ που διαχειρίζονται τα ανθρώπινα ζητήματα, τον πλούτο και το περιβάλλον έχουν αποτύχει παταγωδώς. Χρειάζεται συνεπώς ένας άλλος προσανατολισμός για να σωθεί η ανθρωπότητα από τα αδιέξοδα. Ο μόνος δρόμος που διαγράφεται στην καστοριαδική αντίληψη είναι η συμμετοχή των ανθρώπων στην εξουσία και στη λήψη των αποφάσεων. Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει οι άνθρωποι να εξέλθουν από την αδιαφορία, την απάθεια, την ιδιώτευση, την αποχαύνωση της τηλεθέασης και της κατανάλωσης και να απαιτήσουν να ξαναγίνουν πολίτες, να ξαναγίνουν ενεργά υποκείμενα της πολιτικής και όχι παθητικά αντικείμενα των κομμάτων και των «αντιπροσώπων». Πρέπει να αγωνισθούν κατά της εξουσίας των κομμάτων και των «αντιπροσώπων».

  • Του Γιωργου Ν. Οικονομου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 03/02/2009

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009

Η αγορά απειλεί τη δημοκρατία


Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο του ιταλού πολιτειολόγου Τζοβάνι Σαρτόρι «La democrazia in trenta lezioni» (Mondadori, 2008).

Ποια είναι η σχέση ανάμεσα σε δημοκρατία και οικονομική ανάπτυξη; Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο θριάμβευσε η οικονομίστικη θεωρία που υποστηρίζει ότι για να μετασχηματιστούν τα αυταρχικά καθεστώτα σε δημοκρατίες χρειάζεται μια αύξηση της ευημερίας και ότι η ευημερία συνεπιφέρει αυτόματα τη δημοκρατία. Με δυο λόγια, η δημοκρατία εξαρτάται από τα χρήματα και γεννιέται μαζί με τα χρήματα. Είναι όμως έτσι; Θα έλεγα όχι.

Ας αρχίσουμε με τη σχέση ανάμεσα σε δημοκρατία και αγορά. Είναι ήδη διαπιστωμένο ότι μια δημοκρατία χωρίς σύστημα αγοράς δεν είναι πολύ ζωντανή. Αλλά δεν αληθεύει το αντίθετο. Μια οικονομία της αγοράς μπορεί να υπάρχει και να ανθείχωρίς δημοκρατία ή προηγούμενη της δημοκρατίας. Δείτε τις περιπτώσεις της Σιγκαπούρης, της Ταϊβάν, της Νότιας Κορέας, της Κίνας.

Αλλο ερώτημα: Η δημοκρατία παράγει ευημερία; Και ναι και όχι. Η Λατινική Αμερική φτώχυνε και από τη δημοκρατία, επειδή η δημοκρατία οδηγεί ή μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους να καταναλώνουν περισσότερα από όσα παράγουν ή κερδίζουν.

Ας δούμε τώρα τη νέα όψη του προβλήματος, τη σχέση ανάμεσα σε δημοκρατία και ανάπτυξη. Μέχρι τώρα υποστηρίχθηκε από τη μια μεριά ότι η ευημερία προάγει τη δημοκρατία και από την άλλη ότι το χρήμα τη διαφθείρει και την εξαγοράζει. Στο παρελθόν η σχέση ανάμεσα σε κράτος και αγορά παρέπεμπε σε ένα κράτος που με διάφορους τρόπους ρύθμιζε την αγορά και παρενέβαινε σε αυτήν. Πρόσφατα, όμως, με την παγκοσμιοποίηση, δημιουργήθηκε μια δυναμική, μια δίνη, που κανείς (ούτε και τα κράτη) δεν κατορθώνει να την ελέγχει ούτε και να την αναχαιτίζει, μια ανάπτυξη με κάθε τίμημα, το συντομότερο δυνατόν, με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα. Είναι καλό που είναι έτσι; Θα ήταν καλό αν ζούσαμε σε έναν πλανήτη με μικρό πληθυσμό και, ας πούμε, δέκα φορές μεγαλύτερο από τον δικό μας, με πρακτικά άθικτους πόρους. Το κακό είναι ότι ο δικός μας είναι μικρός με απελπιστικά μεγάλο πληθυσμό και η ανάπτυξη δεν μπορεί να είναι απεριόριστη.

Εδώ και μερικές δεκαετίες ο πλανήτης έχει μπει στη δίνη μιας «μη βιώσιμης ανάπτυξης», που είναι τέτοια επειδή καταναλώνει περισσότερους πόρους από όσους παράγει και σπαταλάει πόρους που κοντεύουν να εξαντληθούν. Αλλά αυτή τη μη βιώσιμη ανάπτυξη οι περισσότεροι οικονομολόγοι δεν θέλουν καν να την αντιληφθούν. Το δικό τους μάντρα είναι ότι για όλα τα προβλήματα της απεριόριστης ανάπτυξης θα φροντίσει η αγορά, όταν θα 'ρθει ο καιρός να φροντίσει. Αλλά όχι, δεν είναι καθόλου έτσι. Αυτό το πρόβλημα της μη βιώσιμης ανάπτυξης δεν αντιμετωπίζεται, και πολύ περισσότερο δεν λύνεται από τους μηχανισμούς της αγοράς. Εξάλλου, αγορά και οικονομικό σύστημα δεν συμπίπτουν. Η αγορά δεν λογαριάζει πάρα πολλά πράγματα, για παράδειγμα τα «συλλογικά αγαθά», εκείνα τα αγαθά που κανείς δεν πληρώνει και που πληρώνονται κατά κανόνα από τους φόρους. Τα κλασικά παραδείγματα είναι η αστυνομία, η ασφάλεια, οι δρόμοι. Αν ζητήσω την επέμβαση της αστυνομίας, δεν δέχομαι έπειτα κάποιο λογαριασμό για να πληρώσω. Ούτε πληρώνω για το φωτισμό των δρόμων.

Υπάρχουν όμως και πιο πολύπλοκες περιπτώσεις. Ας πάρουμε για παράδειγμα τα δέντρα, ένα δάσος. Είναι συλλογικά αγαθά; Στο μέτρο που μας προσφέρουν την υπηρεσία να καθαρίζουν τον αέρα, να δίνουν ξύλο και να προστατεύουν τη γονιμότητα του εδάφους, θα έλεγα ναι. Αλλά όχι για την αγορά. Οποιος κόβει δέντρα λογαριάζει μόνο το κόστος της κοπής τους. Το κόστος της καταστροφής ενός δάσους δεν λογαριάζεται.

Το ίδιο ισχύει και για το νερό. Η υπερβολική κατανάλωσή του παράγει μια συλλογική ζημιά που δεν πληρώνεται ούτε και υπολογίζεται. Υπάρχουν έπειτα οι λεγόμενες «εξωτερικότητες», τα εξωτερικά αποτελέσματα. Οποιος μολύνει το νερό ή τον αέρα με «αέρια θερμοκηπίου» παράγει ζημιές που δεν πληρώνει και που η αγορά δεν καταγράφει. Ωστόσο πρόκειται για κολοσσιαίες ζημιές με εξίσου κολοσσιαία κόστη αποκατάστασης και επανόρθωσης (που σίγουρα θα καταστούν αναγκαίες).

Η ουσία του ζητήματος είναι ότι οι οικονομολόγοι έχουν εγκλειστεί στον περιφραγμένο χώρο της αγοράς και δεν αντιλαμβάνονται ότι η ανάπτυξη και η οικονομική ευημερία αυξάνονται ήδη με ελλείμματα, που πληρώνονται σε όλο και αυξανόμενες αναλογίες από μιαν οικολογική καταστροφή σε πλανητική κλίμακα. Ενα επιπλέον όριο της αγοράς είναι το ότι είναι αργή και μυωπική. Οταν λένε ότι markets do not clear, εννοούν ότι οι αγορές δεν επιλύουν έγκαιρα τα προβλήματα, ότι αντιμετωπίζουν τα νέα προβλήματα όταν είναι πολύ αργά. (...)

Το ζήτημα είναι ότι η αγορά έρχεται αργά και άσχημα για να αντιμετωπίσει τις δραματικές αλλαγές που συντελούνται, ενώ από την άλλη μεριά τις επιταχύνει και τις επιδεινώνει, πυροδοτώντας όλο και περισσότερο μια «τυφλή ανάπτυξη». Το παράδοξο είναι ότι το οικονομικό σύστημα της αγοράς για διακόσια περίπου χρόνια προήγαγε τη φιλελεύθερη δημοκρατία, ενώ τώρα την απειλεί με μιαν ανεξέλεγκτη επιτάχυνση, η έκρηξη της οποίας μπορεί να συμπαρασύρει και τη δημοκρατία που είχε αναθρέψει. Ενας κλιματικός και περιβαλλοντικός κατακλυσμός μπρορεί να εξαφανίσει, μαζί με όλα τα υπόλοιπα, και την ελεύθερη πολιτεία. Επειδή η μη βιώσιμη ανάπτυξη είναι και μια απαράδεκτη ανάπτυξη, που επιβάλλει μιαν επιστροφή σε εκείνο το παρελθόν λιμών και φτώχειας το οποίο είχαμε ξεπεράσει.

Από τον ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 - 04/01/2009

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2007

ΤΟ ΠΑΣΟΚ ΜΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΕ ΣΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ!

Κι επειδή πολλοί θα νομίζουν ότι ο φανατισμός δεν μας αφήνει να δούμε παραπέρα, έχω να πω ότι εγώ προσωπικά ποτέ δεν δίστασα να μιλήσω ελεύθερα. Κι όσο ήμουνα διευθυντής στην ΕΞΟΡΜΗΣΗ ουδέποτε δέχθηκα εντολές! ΟΜΩΣ, θα αναδημοσιεύσω εδώ το τελευταίο κείμενο που απευθυνόταν εν είδει "ανοιχτής επιστολής" στον τότε πρωθυπουργό και Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Κώστα Σημίτη. Μπορεί να μην του δόθηκε η απαραίτητη προσοχή. Αν το διαβάσετε, θα διαπιστώσετε πόσο δραματικά επίκαιρο είναι και διαχρονικό. Εθίγη τότε το τεράστιο ζήτημα που δυστυχώς απασχολεί και τώρα το ΠΑΣΟΚ αλλά και ολόκληρη την ελληνική κοινωνία και έχει σχέση με τη λειτουργία των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Ωστόσο, θίγονται και ζητήματα που και σήμερα βασανίζουν την κοινωνία μας, όπως είναι η διαφθορά κ.λπ.:
Ποια η μετεξέλιξη μετά το τέλος της “Εξόρμησης”
Πρόεδρε, το τέλος της “Ε” δεν μπορεί να είναι ένα βουβό και άδοξο τέλος. Ούτε να συμβολίζει το τέλος μιας εποχής, όταν το κόμμα το οποίο εκφράζει, μετεξελίσσεται και βρίσκεται μάλιστα στην κυβέρνηση. Γιατί κατά τον ίδιο τρόπο θα μπορούσε και η εφημερίδα του να μετεξελιχθεί, εάν μετά το τέλος της παλαιάς συλλογικότητας είχε πραγματικά εμφανιστεί μια «συλλογικότητα» άλλη... Η έκδοση περιοδικού δεν αποτελεί μετεξέλιξη, παρά τα αντιθέτως λεγόμενα.
Αντικειμενικά, το μηνιάτικο «περιοδικό» που θα βγει στη θέση της “Ε” είναι αδύνατον να καλύψει χρονικά και πρακτικά το σύνολο της ενημέρωσης, της σκέψης και των ιδεών, που έχει ανάγκη ο χώρος. Το ερώτημα που πλανάται, λοιπόν, είναι:
Με ποιο «μέσον» επικοινωνίας το ΠΑΣΟΚ θα περάσει και θα καλλιεργήσει μια άλλη αντίληψη για την πολιτική επικοινωνία από εκείνη της «διαπλοκής» των ιδιωτικών ΜΜΕ;
Μπροστά στο τέλος, η “Ε” έχοντας καταγράψει 23 χρόνια παρουσίας πλάι στο ΠΑΣΟΚ ως μέσον δημοσιογραφικής έκφρασης, έχει να ιστορήσει και να πει πολλά, όπως μπορεί να εκτιμήσει και το αντίκρισμα των επιλογών στην επικοινωνιακή πολιτική. Γιατί, στη μακρά της πορεία κατέχει ένα σημαντικό αρχείο «προσκηνίου» του ΠΑΣΟΚ, καθώς όλοι οι επιφανείς του ΠΑΣΟΚ, όσο και οι αφανείς, έχουν καταγράψει κατά καιρούς τις απόψεις τους σ’ αυτή την εφημερίδα και έχουν προβληθεί. Τα περισσότερα από αυτά τα πρόσωπα, πρωταγωνιστούν σήμερα ως αξιωματούχοι στην πολιτική σκηνή της χώρας. Έτσι, θα πρέπει να αναγνωρίσει κάθε αντικειμενικός παρατηρητής ότι η αντανακλαστικότητα της απήχησης του πολιτικού λόγου της κομματικής ελίτ ήταν πάντοτε προφανής, τόσο σε περιόδους ανόδου, όσο και σε περιόδους παρακμής, που ζήσαμε λέγοντας μόνον «μισές αλήθειες». Το γεγονός ότι έφθασαν να πωλούν τα παραπολιτικά στις στήλες των εφημερίδων και όχι τα πολιτικά, είναι τουλάχιστον αντικείμενο έρευνας.
Η “Ε” δεν κατέπεσε κυκλοφοριακά ερήμην αυτού του λόγου, ή ερήμην της αποστροφής του κόσμου προς τα κομματικά και της χαμηλής πολιτικής αξιοπιστίας της προπαγανδιστικής «επικοινωνίας». Αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει «άλλοθι» σήμερα για να εξοβελιστεί η ανάγκη για την πολιτική εφημερίδα, η ανάγκη για τη δημοσιογραφική έκφραση της συλλογικότητας.
ΠΡΟΕΔΡΕ, η αγωνία μας όπως αντιλαμβάνεσθε, δεν είναι για το οριστικό τέλος της “Ε”. Η αγωνία μας επικεντρώνεται στο γεγονός ότι καμιά άλλη εφημερίδα, τουλάχιστον προς το παρόν δεν θα πάρει τη θέση της “Ε”. Στο γεγονός ότι η επικοινωνιακή πολιτική του ΠΑΣΟΚ που αντικειμενικά θα έπρεπε να είναι ζεύξη του «είναι» και του «φαίνεσθαι», της μορφής και του περιεχομένου, μένει μετέωρη, πατώντας με το ένα πόδι μόνο στο «φαίνεσθαι». Στο γεγονός ότι η επικοινωνιακή πολιτική παραδίδεται άνευ όρων στα συμφέροντα και τις ορέξεις των ιδιωτικών ΜΜΕ, παρά τα αντιθέτως λεγόμενα.
Το «άλλοθι» που λανσάρεται είναι ότι μπήκαμε στη «μετακομματική» εποχή και δεν χρειάζονται κομματικά έντυπα. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως μπήκαμε και στην «μεταπολιτική» εποχή για να παραδοθούμε χωρίς αντιστάσεις και αντισώματα στους ανεξέλεγκτους όρους της πλήρους ιδιωτικοποίησης της ενημέρωσης. Είναι πασιφανές ότι πολλοί αξιωματούχοι της κομματικής ελίτ βολεύονται σ’ αυτό το καθεστώς της προσωποποίησης της πολιτικής και έχουν αναπτύξει ιδιαίτερες και προνομιακές σχέσεις με τα ιδιωτικά ΜΜΕ
Είναι πασιφανές το αδιαφανές της κρατικής διαφήμισης και με ποιους όρους διανέμεται... Και είναι πρόκληση το απυρόβλητο της καταγγελλόμενης, κατά τα άλλα, εκτεταμένης διαπλοκής από τους πολιτικούς αξιωματούχους. Έτσι, θα ήταν λίαν ενοχλητικό ένα «μέσον» μαζικής δημοσιότητας, σήμερα, που όχι μόνον θα διακήρυσσε τη «διαφάνεια» αλλά και θα την εννοούσε κιόλας. Και πρώτα απ’ όλα, για τη διαφάνεια πολλών μεγάλων ραδιοτηλεοπτικών ΜΜΕ που καταπατούν τη νομιμότητα και χρωστούν τεράστια ποσά στο δημόσιο, χωρίς να έχουν ουσιαστικές συνέπειες, ενώ από την άλλη μεριά διαμορφώνουν κλίμα – κατασκευάζουν συναίνεση ή αντιπολίτευση κατά το δοκούν – και διαφεντεύουν με αυτό τον τρόπο το χώρο στα όρια εξουσίας και παραεξουσίας.
ΠΡΟΕΔΡΕ, είναι φανερό ότι πολλοί αξιωματούχοι της κομματικής ελίτ, που εισηγήθηκαν και το κλείσιμο της “Ε”, δεν ανησυχούν γι’ αυτά τα φαινόμενα. Αφού ευτέλισαν πρώτα το περιεχόμενο του κομματικού λόγου που φιλοξενούσε η “Ε” στη φάση της παρακμιακής περιόδου, ως υπεύθυνοι γραμμής στη συνέχεια, είδαν συμφερότερο να συνάψουν προνομιακές σχέσεις, ο καθένας ξεχωριστά, με τα ιδιωτικά ΜΜΕ. Και αφού την ευτέλισαν, θέλησαν να την πετάξουν στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας. Φορώντας οι ίδιοι, αργά ή γρήγορα, τον εκσυγχρονιστικό μανδύα. Δεν σας λέει τίποτε, άραγε, ότι οι αξιωματούχοι της κομματικής ελίτ, της παλαιάς και της νέας, που επί ένα χρόνο συζητούν για το «περιτύλιγμα» και το φαίνεσθαι του περιοδικού, χωρίς να γίνεται καμιά κουβέντα για το περιεχόμενο;
Και δεν προβληματίζει, άραγε, ότι οι υπαίτιοι της παρακμής του κομματικού λόγου, παρουσιάζονται τώρα ως «πρωταγωνιστές» της αναγέννησης;
ΠΡΟΕΔΡΕ, είναι αλήθεια ότι εσείς, με την έλευσή σας στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, εγκαινιάσατε μια νέα ορολογία για την ενημέρωση και πληροφόρηση της κοινής γνώμης – πέρα από την προπαγάνδα και την πολιτική διαφήμιση – τον όρο της «επικοινωνιακής πολιτικής».
Και συνδέσατε αυτή την έννοια με τη δημιουργία συναίνεσης για την προώθηση των μεταρρυθμίσεων, τη συνδέσατε με τον εκσυγχρονισμό. Την ειλικρινή σχέση με την πραγματικότητα. Την θέσατε ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της κοινωνίας με πρώτο και βασικό στοιχείο την αξιοπιστία. Και πράγματι, το ΠΑΣΟΚ σήμερα και η κυβέρνησή του, απολαμβάνει υψηλή αξιοπιστία μέχρι το συλλογικό επίπεδο της ΚΕ. Από εκεί και πέρα όμως τα πράγματα διαφοροποιούνται - δεν υπάρχει συλλογική έκφραση. Υπάρχουν «αξιωματούχοι» του ΠΑΣΟΚ που διαχέονται σε όλη τη χώρα
Και είναι εμφανείς οι προσωπικές πολιτικές. Συνεχίζεται η νομή της εξουσίας. Έτσι, προς τα κάτω, το όλον του ΠΑΣΟΚ, στις νομαρχίες και στις νομαρχιακές επιτροπές, απαρτίζεται από «μικροϊδιοκτήτες» του κόμματος με ανάλογη συμπεριφορά και σκοπιμότητες. Εκεί, η νέα «επικοινωνιακή πολιτική» δεν βρίσκει αποδέκτες, δεν έχει καμιά απήχηση. Όσες απόπειρες έγιναν, έπεσαν στο κενό. Γιατί η «νομενκλατούρα» των μεσαίων στελεχών παραμένει η ίδια με την παλιά και το μόνο που άλλαξε είναι ότι φόρεσε πολύ εύκολα τον «εκσυγχρονιστικό μανδύα».
Εδώ, φαίνεται και η ελλειπτικότητα της νέας επικοινωνιακής πολιτικής, ότι δηλαδή στερείται σχετικής επεξεργασίας. Εδώ εντοπίζεται το πρόβλημα ενδοεπικοινωνίας και η ανάγκη του επικοινωνιακού «μέσου» για τα ίδια τα μέλη του κόμματος στο βαθμό που προτάσσεται ο νέος πολιτικός πολιτισμός.
Η εγκατάλειψη της “Ε” στο προηγούμενο διάστημα και η «εχθρική» στάση ορισμένων στελεχών του κεντρικού μηχανισμού έχει κοστίσει ήδη στην ενδοεπικοινωνία. Γιατί, χωρίς επικοινωνιακό «μέσον», ο χώρος στερήθηκε ένα αναντικατάστατο «μέσον» εσωτερικού διαλόγου, ένα εργαλείο πολιτικής παιδείας. Ή μήπως θα έπρεπε να περιμένουμε από τα ιδιωτικά ΜΜΕ να συμβάλουν στα θέματα πολιτικής παιδείας και του νέου πολιτικού πολιτισμού για το ΠΑΣΟΚ;
Η “Ε”, παρότι «τελειωμένη» πριν την ώρα της, παρουσίασε, με όποιον τρόπο μπορούσε, το υλικό από τον ΟΠΕΚ και το ΙΣΤΑΜΕ και τουλάχιστον 1.000 στελέχη σε όλη τη χώρα είχαν την ευκαιρία να ενημερωθούν και να μελετήσουν αυτό το υλικό, το οποίο ήταν όντως επιμορφωτικό. Δοκιμάστηκαν, βέβαια, κι άλλοι τρόποι από το γραφείο επιμόρφωσης του ΠΑΣΟΚ. Στάλθηκαν 50.000 επιστολές με ερωτηματολόγια προς τα μέλη σε όλη την Ελλάδα και απάντησαν, τελικά, μόνον 150!
Και η ειρωνεία είναι ότι οι εμπνευστές και οι υπεύθυνοι αυτής της αποτυχημένης επιμορφωτικής και ενημερωτικής λειτουργίας είχαν βαρύνουσα γνώμη για το κλείσιμο της “Ε”, διότι είναι εκ των συμβούλων της επικοινωνιακής πολιτικής. Αντίθετα, ο διευθυντής αυτής της ιστορικής εφημερίδας δεν εκλήθη ποτέ να πει τη γνώμη του, έστω για τους τύπους της δεοντολογίας. Κατά τ’ άλλα, Πρόεδρε, μπορούμε να μιλούμε για τη νέα συλλογικότητα.
ΠΡΟΕΔΡΕ, το μεγάλο «έλλειμμα επικοινωνίας» του ΠΑΣΟΚ, το οποίο συχνά σας απασχολεί, δεν βρίσκεται στο «φαίνεσθαι» αλλά στο «είναι», στην ουσία και το περιεχόμενο της πολιτικής και στα διάφορα επίπεδα που αυτή ασκείται.
Όπου η κυβέρνηση πήρε μεγάλες πρωτοβουλίες για μεταρρυθμίσεις, όπως π.χ. στην παιδεία και στο πρόγραμμα «Καποδίστριας», παρά τις όποιες αντιδράσεις, βγήκε τελικά, επικοινωνιακά, κερδισμένη. Εξασφάλισε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, την κοινωνική συναίνεση.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι και τόσο τεχνικό στην παρουσίαση του κυβερνητικού έργου, όσο συνήθως εμφανίζεται, για έναν απλούστατο λόγο: Όπου υπάρχει εξουσία, μαζεύονται από μόνοι τους οι διάφοροι τεχνικοί και τεχνοκράτες και στην προκειμένη περίπτωση οι «επικοινωνιολόγοι» διαφημιστές. «Όπου γάμος και χαρά», δηλαδή. Μάλιστα, εάν ερευνήσετε καλά το κόμμα και την κυβέρνηση θα δείτε ότι πάρα πολλοί «διαφημιστές» έχουν στελεχώσει διάφορες επιτροπές και τομείς για να... προσφέρουν τις υπηρεσίες τους! Μολαταύτα, τα φώτα τους δεν επαρκούν για να φωτίσουν πολιτικές και πρωτοβουλίες που δεν υπάρχουν... Και δεν υπάρχουν πολιτικές και «μέσα» να παρουσιάζουν θέματα διαφάνειας στη διαχείριση δημοσίου χρήματος...
Διαρκώς νόμοι προστίθενται πάνω στους νόμους, αλλά η Ελλάδα της μίζας και της αρπαχτής, όπως εσείς ο ίδιος είχατε καταγγείλει στο συνέδριο, μένει το ίδιο ανέπαφη και στο απυρόβλητο. Οι νόμοι στο οικονομικό πεδίο, συνεχίζουν να εφαρμόζονται συνήθως για τους φτωχούς και δυστυχισμένους, ενώ οι εκκρεμότητες για τους μεγάλους τακτοποιούνται, ως γνωστόν, με άλλο τρόπο. Οι μεγαλο-οφειλέτες του δημοσίου και μεταξύ αυτών και ορισμένοι μεγαλο-καναλάρχες, απολαμβάνουν σχετική ασυλία, αντίθετα, οι «μικροί» αντιμετωπίζουν άμεσα τις συνέπειες του νόμου.
Η παραεξουσία και η παραοικονομία έχουν δικιά τους ανεξέλεγκτη κυβέρνηση και το κράτος σε πολλές περιπτώσεις παρακολουθεί θεατής. Το φαινόμενο έχει επεκταθεί και στην περιφέρεια
Σε πολλές περιπτώσεις το κράτος και η οικονομία λειτουργεί χωρίς κεντρικό έλεγχο. Όταν αυτό το έλλειμμα κοινωνικής δικαιοσύνης δεν απασχολεί, όταν η διόγκωση των κοινωνικών ανισοτήτων, λόγω της εκτεταμένης διαφθοράς δεν αντιμετωπίζεται επαρκώς, όταν για όλα αυτά τα θέματα δεν υπάρχει επικοινωνιακή πολιτική που να τα καταδεικνύει...
Τότε πώς μπορούμε να περιμένουμε ευρύτερη κοινωνική συναίνεση; Γιατί να συγκινηθούν οι πολίτες για την πολιτική; Καλή είναι η οικονομική σύγκλιση με την Ε.Ε., καλή η «Κεντροαριστερά», καλοί και οι Ολυμπιακοί Αγώνες, αλλά υπάρχει η διαφθορά και η κοινωνική αδικία για την οποία δεν μιλάει κανείς συγκεκριμένα.
Μεγάλη ευκαιρία για τη χώρα μας είναι και το περίφημο πακέτο Ντελόρ. Μεγάλες δαπάνες δισεκατομμυρίων δίνονται για τη δημοσιότητά του, αλλά αυτή η «δημοσιότητα» δεν λέει τίποτε περισσότερο στους πολίτες από αυτό που ήδη γνωρίζουν: απλώς την ύπαρξή του! Τα υπόλοιπα κοινοποιούνται με μια ειδική γλώσσα «καθαρεύουσα», τα ξέρουν μόνο οι επιτήδειοι κρατικοί υπάλληλοι. Οι σύμβουλοι διαχείρισης και άλλοι διαμεσολαβητές...
Κατά τα άλλα, το κύκλωμα διαφήμισης ΜΜΕ και προμηθευτών του δημοσίου καλά κρατεί... Η κομματική νομενκλατούρα ανά την επικράτεια έχει άριστες σχέσεις μαζί του κι εσείς, κ. Σημίτη, κι εμείς εδώ στην “Ε”, περιμένουμε με «ερασιτέχνες» να κάνουμε επικοινωνιακή πολιτική και να κάνουμε σύμμαχό μας την ενεργοποιημένη κοινωνία. Με ποια «μέσα»; Με τι είδους κόμμα;
ΠΡΟΕΔΡΕ, γνωρίζουμε το μακροπρόθεσμο της στρατηγικής σας, όπως την έχει ήδη αντιληφθεί η ελληνική κοινωνία. Την «επανίδρυση» του κόμματος, τη «νέα συλλογικότητα» με στόχο την κοινωνία των πολιτών, της αξιοκρατίας, της χρηστής διαχείρισης και των δικτύων αλληλεγγύης. Γι αυτό και σας ανταμείβει ως ηγέτη με ενισχυμένη αξιοπιστία... Αλλά, είναι επίσης εμφανές ότι η πολιτική σας και οι προθέσεις δεν βρίσκουν ανάλογη στάση από τη «συνομοσπονδία» των μικροϊδιοκτητών του κόμματος, από τους μηχανισμούς και την κομματική ελίτ.
Έτσι, το άνοιγμα που επιχειρείται προς την κοινωνία δεν έχει την προωθητική δύναμη που χρειάζεται, δίχως μια ηθική εκστρατεία κατά της διαφθοράς και των νέο-πελατειακών σχέσεων που διαπλέκονται μεταξύ κόμματος και κράτους.
Η ελλειπτικότητα της επικοινωνιακής πολιτικής πηγάζει ακριβώς από την ελλειπτικότητα δραστικών εγχειρημάτων κοινωνικού εκσυγχρονισμού. Και τούτο πηγάζει από το τρομακτικό έλλειμμα διαφάνειας στις λειτουργίες του κράτους. Είναι εντυπωσιακό πως μέσα από τον καταιγισμό της πληροφόρησης χάνεται το ουσιώδες και η αλήθεια των πραγμάτων. Και προς αυτή την κατεύθυνση ελάχιστη πρόοδος έχει υπάρξει τα τελευταία χρόνια. Αντίθετα το γεγονός ότι δεν υπάρχουν διεφθαρμένοι κυβερνήτες, βολεύει ως ηθικόν άλλοθι της αδιαφάνειας. Δεν έχουμε που δεν έχουμε αντιστάσεις και αντισώματα στο σώμα της διατεταγμένης και διαπλεκόμενης ενημέρωσης. Δεν έχουμε καν θεσμούς κοινωνικού ελέγχου (οργανώσεις πολιτών και καταναλωτών) και καταλήγουμε να κλείσουμε και το μοναδικό έντυπο της κομματικής συλλογικότητας που θα μπορούσε να εκφράσει μηνύματα ηθικής εκστρατείας.
Και το ερώτημα παραμένει: πού είναι η «νέα συλλογικότητα», πού βρίσκεται η ηθική δεσμευτικότητα;
Ξέρετε ότι ο μεγάλος Αμερικανός διανοητής και επικοινωνιολόγος Νόαμ Τσόμσκι λέει κάτι που από πρώτη άποψη φαίνεται διαστροφικό: Προσωπικά –λέει– προτιμώ τους διεφθαρμένος κυβερνήτες σε μια δημοκρατική κατά τα άλλα πολιτεία διότι, πιεζόμενοι και απολογούμενοι οι ίδιοι αισθάνονται διαρκώς την ανάγκη να κάνουν και κάτι κατά της διαφθοράς που απλώνεται στο κράτος και στην κοινωνία για να ελαφρύνουν τη δική τους θέση έναντι της κοινής γνώμης.
Αντιθέτως, πολλοί ηθικά άμεμπτοι κυβερνήτες που δεν τους αγγίζει τίποτε, από το βόρβορο της διαφθοράς και των διαπλεκομένων, ζουν στη γαλήνη της δικής τους καθαρότητας, αλλά δεν κάνουν και τίποτε για να απαλλάξουν την κοινωνία από τα φαινόμενα διαφθοράς, δημιουργώντας έτσι «το ηθικόν άλλοθι του συστήματος». Δεν γνωρίζουμε εάν είναι σωστό να υιοθετήσει κανείς μια τέτοια άποψη, αλλά είναι σίγουρα μια καλή επισήμανση του φαινομένου και των κινδύνων, οι καλές προθέσεις να μείνουν μόνον προθέσεις όταν δεν υπάρχουν και δραστικά μέτρα κατά της παραεξουσίας και της διαφθοράς.
ΠΡΟΕΔΡΕ, η διεύθυνση αυτής της εφημερίδας αναγνωρίζει με ευγνωμοσύνη, θα λέγαμε, τις προσπάθειές σας για τον κοινωνικό διάλογο, για μια ευρύτερη κοινωνική συναίνεση στο πλαίσιο των οικονομικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Για την ελευθερία της έκφρασης που φθάνει στα όρια της αμφισβήτησης και της αμφιβολίας. Αυτά τα στοιχεία της εφαρμοσμένης πολιτικής σας εισάγουν πράγματι σε ένα νέο πολιτικό πολιτισμό. Τούτο μας επιτρέπει, μάλιστα, να κάνουμε και τις παραπάνω επισημάνσεις αυτού του εντύπου.
  • ΥΓ.: Όποιος έχει όρεξη και διάθεση, κουβεντιάζουμε!