Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καπιταλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καπιταλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Ο ανθρώπινος καπιταλισμός του σκανδιναβικού μοντέλου

Με αφορμή τις πρόσφατες ταραχές στις πόλεις της Σουηδίας με πρωταγωνιστές άνεργους μετανάστες, πολλοί παρατηρητές διαπίστωσαν μια αποτυχία του σουηδικού οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου. Κάνουν λάθος. Το σουηδικό/σκανδιναβικό  μοντέλο που προέκυψε τα τελευταία 20 χρόνια έχει παράσχει την μοναδική βιώσιμη οδό για αειφόρο ανάπτυξη που έχει δει η Ευρώπη εδώ και δεκαετίες. Οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να θυμούνται ότι οι αντιλήψεις περί ισχύος και αδυναμίας αλλάζουν γρήγορα. Την δεκαετία του 1980, οι σκανδιναβικές χώρες ταλανίζονταν από χρόνια ελλείμματα προϋπολογισμών, υψηλό προϋπολογισμό και επανειλημμένες υποτιμήσεις νομίσματος. Το 1999, το περιοδικό «Economist» χαρακτήρισε την Ομοσπονδιακή Γερμανία «ο ασθενής του ευρώ», ένα μνημείο ευρωπαϊκής σκλήρυνσης, με χαμηλή ανάπτυξη και υψηλά ποσοστά ανεργίας. 

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

Έχει μέλλον ο Καπιταλισμός;


  • Ελευθέριος Τσουλφίδης


Οι μεγάλοι οικονομολόγοι του παρελθόντος (Σμιθ, Μαρξ, Κέυνς, Σουμπέτερ) προέβλεπαν τη στασιμότητα και εν τέλει την κατάρρευση του καπιταλισμού. Ο Σουμπέτερ έθεσε το ζήτημα με τον πλέον ευθύ τρόπο: «μπορεί να επιβιώσει ο καπιταλισμός;» και στην απάντησή του ήταν κατηγορηματικός: «όχι, δεν νομίζω ότι μπορεί». Γνωρίζουμε από την οικονομική ιστορία, ότι η εξέλιξη του καπιταλισμού κάθε άλλο παρά ευθύγραμμη είναι, καθώς περιοδικά ανακόπτεται από κρίσεις κερδοφορίας που μοιάζουν με καρδιακές αρρυθμίες και ενίοτε ανακοπές. Ωστόσο, στη διάρκεια της κρίσης τίθενται σε λειτουργία οι «καθαρτικοί μηχανισμοί» του συστήματος που συμπεριλαμβάνουν μεταξύ άλλων καινοτομίες μεγάλης κλίμακας και μειώσεις μισθών που αποκαθιστούν την κερδοφορία που απαιτείται για ένα νέο ανοδικό κύμα ανάπτυξης.

Ο καπιταλισμός εύκολα ή δύσκολα ξεπερνούσε τις μεγάλες κρίσεις του (1815-1845, 1873-1896, 1920-1940, 1970-1980) και η οικονομική άνθηση που ακολουθούσε είχε το δικό της αποτύπωμα. Π.χ. στην κρίση του 1930, η τόνωση της ζήτησης μέσω της κρατικής παρέμβασης, οι καινοτομίες (σε προϊόντα, διαδικασίες παραγωγής και θεσμούς) έθεσαν τις βάσεις για τη μεταπολεμική «χρυσή εποχή συσσώρευσης» που διήρκεσε μέχρι περίπου τα τέλη της δεκαετίας του 1960.

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Πόσο δημοκρατική είναι η Αριστερά


  • Ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν Τζεφ Ιλι εξηγεί πώς μεταξύ 1850 και 2000 σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αναρχικοί και άλλοι ριζοσπάστες απέτυχαν μεν να αντικαταστήσουν τον καπιταλισμό με τον σοσιαλισμό, αλλά καθ΄ οδόν προς τον σοσιαλισμό εμπλούτισαν τη δημοκρατία
  • ΤΟΥ ΔΗΜ. Α. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ | Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011
H άποψη του Τζεφ Ιλι ότι τον τελευταίο ενάμιση αιώνα η Αριστερά στις διάφορες εκδοχές της συνέβαλε στη διεύρυνση και στον εμπλουτισμό της δημοκρατίας δεν είναι πρωτότυπη. Και άλλοι αναλυτές, όπως ο κοινωνιολόγος Μάικλ Μαν, έχουν υποστηρίξει ότι οι κυριότερες κατακτήσεις του εργατικού κινήματος και των αριστερών κομμάτων που αντιμάχονταν τον καπιταλισμό δεν άλλαξαν τόσο αυτόν όσο τη δημοκρατία. Ωστόσο ο Ιλι εξηγεί καλύτερα από κάθε άλλον πώς, μεταξύ των ετών 1850 και 2000, σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αναρχικοί και άλλοι ριζοσπάστες απέτυχαν μεν να αντικαταστήσουν τον καπιταλισμό με τον σοσιαλισμό, αλλά καθ΄ οδόν προς τον σοσιαλισμό εμπλούτισαν τη δημοκρατία.

Ο συγγραφέας ξεκινά από την τυπική έννοια της δημοκρατίας ως πολιτεύματος όπου διεξάγονται εκλογές με καθολική, ισότιμη και μυστική ψηφοφορία από άνδρες και γυναίκες και ασκούνται ακώλυτα οι πολιτικές ελευθερίες. Το επιχείρημά του είναι ότι ούτε καν αυτή η διαδικαστική αντίληψη της δημοκρατίας δεν θα είχε πραγματοποιηθεί χωρίς τους αγώνες των αριστερών, καθώς και των φεμινιστικών, συνεταιριστικών, συνδικαλιστικών, ειρηνιστικών και οικολογικών κινημάτων. Χάρη κυρίως στις δικές τους κινητοποιήσεις, κοινωνικές ομάδες που αρχικά ήταν αποκλεισμένες ενσωματώθηκαν στο πολιτικό σύστημα, ενώ στα αστικά και στα πολιτικά δικαιώματα προστέθηκαν και τα κοινωνικά.
  • Με ευρυγώνια ματιά

Η πρωτοτυπία του Ιλι έγκειται αλλού. Πρώτον, στο πώς εξηγεί τον εκδημοκρατισμό. Εκεί που ορισμένοι πολιτικοί επιστήμονες θα γενίκευαν τα συμπεράσματά τους με βάση στατιστικές συσχετίσεις ανάμεσα σε επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης και βαθμούς εκδημοκρατισμού, ο Ιλι μιλάει για συνελεύσεις εργατών, στρατηγικές κομμάτων και συνδικάτων και εξεγέρσεις. Οπου τυχόν παραδοσιακοί αναλυτές θα εστίαζαν στις αντιλήψεις και συμπεριφορές των δημοκρατικών ελίτ κατά την παράδοση ή στην εγκατάλειψη της εξουσίας από τους επικεφαλής αυταρχικών καθεστώτων, ο βρετανός ιστορικός εστιάζει στη συμπεριφορά των μαζών.

Δεύτερον, ο Ιλι έχει ευρυγώνια ματιά. Αντλεί ιστορικά παραδείγματα από πολλές χώρες της Δυτικής, Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης. Τρίτον, ο συγγραφέας πείθει ότι η δημοκρατία στην Ευρώπη δεν εξελίχθηκε νομοτελειακά, αλλά αναπτύχθηκε μέσα από πέντε διαδοχικές υπερβάσεις των εκάστοτε θεσμικών τειχών που κατέρρεαν κάθε φορά, αφήνοντας χώρο για περισσότερη δημοκρατία. Οι πέντε κρίσιμες στιγμές περαιτέρω εκδημοκρατισμού, στον οποίο κατεξοχήν συνέβαλε η Αριστερά κάθε εποχής, ήταν οι εξής: 1776-1815 (αστικές επαναστάσεις), 1859-1871 (κοινοβουλευτικός συνταγματισμός), 1914-1923 (πτώση αυτοκρατοριών, κομμουνιστικές εξεγέρσεις), 1943-1949 (κορπορατισμός, κράτος πρόνοιας) και 1989-1992 (εκδημοκρατισμός της Ανατολικής Ευρώπης).

Η αφήγηση του Ιλι γίνεται επική όταν παραθέτει ιστορίες αγωνιστών, από πολωνούς αντιστασιακούς εγκλωβισμένους στο γκέτο της Βαρσοβίας ως βρετανίδες φεμινίστριες της εποχής μας. Κάποτε ωστόσο ο καταιγισμός πληροφοριών (ονόματα, τόποι και χρονολογίες) αφαιρεί από την αναγνωστική απόλαυση. Τα παραθέματα από βιβλία πρωταγωνιστών κάθε εποχής παρεμβάλλονται αναζωογονητικά, έστω και αν- τόσο στο πρωτότυπο όσο και στην ελληνική έκδοση- η σώρευση των υποσημειώσεων στο τέλος κάθε τόμου οδηγεί στη βασανιστική αναζήτηση των παραπομπών. Πάντως τα ευρετήρια είναι εξαιρετικά χρήσιμα, η δε ελληνική μετάφραση και επιμέλεια αξίζουν επαίνους.
  • Βιαστικές ερμηνείες

Προσπαθώντας να συγκεράσει θεωρητικές συζητήσεις δεκαετιών για το αν η κοινωνική τάξη ή η οπτική του φύλου είναι τα καταλληλότερα εργαλεία για να ερμηνεύσει κανείς το παρελθόν, ο συγγραφέας υφαίνει στην ανάλυσή του μοτίβα φεμινιστικών αγώνων,καθώς και άλλων, μη ταξικών, διεκδικήσεων. Αντίθετα μάλιστα με την ερμηνεία που δίνει ο επιμελητής της ελληνικής έκδοσης στον κατά τ΄ άλλα πολύ ενδιαφέροντα πρόλογό του, ο βρετανός ιστορικός δεν επιμένει στην ταξική ανάλυση, ιδίως στην περίοδο μετά το 1968. Ούτε ελπίζει «να παρουσιαστεί η εργατική τάξη ξανά ως συλλογικό δρων υποκείμενο» ούτε προχωρεί σε σκωπτικά σχόλια για τον Ρομάνο Πρόντι και τον Κώστα Σημίτη, όπως κάνει ο επιμελητής (σελ. 21). Ο Ιλι αποδίδει μεν στους σοσιαλδημοκράτες έλλειψη«φαντασίας ή γενναιοψυχίας» (σελ. 821) αλλά δεν φθάνει να κατηγορήσει τη μεταρρυθμιστική Αριστερά ότι«επιζητεί εύσημα καλής διαγωγής από τους πλούσιους»(σελ. 20 του ελληνικού προλόγου).



  • Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Το «διαζύγιο» καπιταλισμού και φιλελευθερισμού

Τρία φόρουμ έχουν γίνει στο Νταβός μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης και μόλις τώρα αρχίζουμε να βλέπουμε πού βρισκόμαστε. Δεν ήρθε η πλήρης κατάρρευση του φιλελεύθερου δημοκρατικού καπιταλισμού, που κάποιοι φοβούνταν στη δραματική σύνοδο του 2009, ούτε είχαμε τη μεγάλη μεταρρύθμιση του δυτικού καπιταλισμού, όπως ήλπιζαν κάποιοι άλλοι.

Ο δυτικός καπιταλισμός επιβιώνει, αλλά πληγωμένος και με ένα βαρύ φορτίο από χρέη, ανισότητα, δημογραφικά προβλήματα, παραμελημένες υποδομές, κοινωνική δυσαρέσκεια και μη ρεαλιστικές προσδοκίες. Εν τω μεταξύ, αναδύονται άλλες μορφές του καπιταλισμού- από την Κίνα, την Ινδία, τη Ρωσία, τη Βραζιλία- και αυτό μεταφράζεται ταχύτατα σε οικονομική δύναμη. Αποτέλεσμα; Αντί για έναν μονο-πολικό κόσμο, που θα συγκλίνει σε ένα ενιαίο μοντέλο φιλελεύθερου δημοκρατικού καπιταλισμού, έχουμε έναν α-πολικό κόσμο, που αποκλίνει σε πολλές διαφορετικές εθνικές εκδοχές ενός συχνά ανελεύθερου καπιταλισμού. Αντί για νέα παγκόσμια τάξη έχουμε μια νέα παγκόσμια αταξία.

Δεν επρόκειτο να είναι έτσι. Θυμάστε τις φιλελεύθερες θριαμβολογίες της δεκαετίας του ΄90, όταν έμοιαζε ότι οι προαιώνιοι εχθροί της Δύσης είχαν νικηθεί; Ακόμη και η Κίνα και η Ρωσία στρέφονταν στον καπιταλισμό και αυτό έπρεπε κάποια στιγμή να τις φέρει στη δημοκρατία. Ως φιλελεύθερος διεθνιστής πρέπει να πω ότι η κατάσταση είναι σήμερα διαφορετική. Από τη μία πλευρά ευθύνεται γι΄ αυτό η Δύση, επειδή χαράμισε τη νίκη της. Από την άλλη πλευρά, χώρες που δεν ανήκαν στην ιστορική ομάδα των δυτικών χωρών ανακάλυψαν συνδυασμούς που δεν μπορούσαν καν να ονειρευτούν μέσα στη φιλελεύθερη φιλοσοφία της δεκαετίας του ΄90.

Συνδυάζουν τον δυναμισμό της οικονομίας της αγοράς με τη μονοκομματική εξουσία, την ιδιοκτησία εταιρειών από το κράτος με την εκτεταμένη διαφθορά και την περιφρόνηση προς το κράτος δικαίου.

Ενας ακραιφνής υποστηρικτής του φιλελεύθερου καπιταλισμού θα πει «Μα αυτό δεν είναι καπιταλισμός!» , όπως ένας φιλελεύθερος μουσουλμάνος θα πει «Μα αυτό που λέει η Αλ Κάιντα δεν είναι Ισλάμ!». Το Ισλάμ έχει ωστόσο κάποια σχέση με όλα αυτά και ο καπιταλισμός έχει σχέση με τους καταπληκτικούς δείκτες οικονομικής ανάπτυξης και συγκέντρωσης κεφαλαίων που ήδη έχουν μετατρέψει την Κίνα σε αναδυόμενη υπερδύναμη. Φαίνεται ότι, σε αντίθεση με τις πεποιθήσεις της δεκαετίας του ΄90, μπορείς τελικά να είσαι «ολίγον έγκυος».

Αυτή είναι η νέα πραγματικότητα, που είναι και το θέμα της εφετινής συνάντησης του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ. Το πρόγραμμά του διακηρύσσει «κοινούς κανόνες για τη νέα πραγματικότητα». Ο κινέζος αναλυτής διεθνών σχέσεων Γιαν Ξουετόνγκ υποστηρίζει ότι οι αναδυόμενες δυνάμεις φέρνουν στο παιχνίδι τους δικούς τους κανόνες και προσπαθούν να τους διαδώσουν όσο το δυνατόν καλύτερα. Εχει ένα δίκιο.

Είναι άραγε η Κίνα και η Ρωσία ή ακόμη η Ινδία και η Βραζιλία περισσότερο ή λιγότερο έτοιμες να υιοθετήσουν δυτικούς κανόνες απ΄ ό,τι ήταν πριν από δέκα χρόνια; Λιγότερο. Είναι άραγε οι χώρες του Νότου σήμερα περισσότερο μοιρασμένες μεταξύ των δυτικών και των κινεζικών κανόνων απ΄ ό,τι πριν από δέκα χρόνια; Περισσότερο. Ως φιλελεύθερος διεθνιστής, πιστεύω ότι πρέπει να εργαστούμε για να αποκτήσουμε «κοινούς κανόνες για τη νέα πραγματικότητα».

Ας ξεκινήσουμε με την παραδοχή ότι ένα από τα καθοριστικά χαρακτηριστικά αυτής της νέας πραγματικότητας είναι οι αποκλίνοντες κανόνες. Η ηγεσία της Κίνας δεν θεωρεί απαραιτήτως ότι πρέπει να κάνουμε τα πράγματα όπως θέλει αυτή, αλλά σίγουρα δεν πιστεύει ότι πρέπει να κάνει τα πράγματα σύμφωνα με τον δικό μας τρόπο. Πιθανότατα θα ήταν πολύ ευχαριστημένη σε έναν κόσμο στον οποίο οι Αμερικανοί, οι Κινέζοι και οι Ευρωπαίοι θα έκαναν τις δουλειές τους με τον δικό τους τρόπο μέσα στα σύνορά τους και ως έναν βαθμό- εδώ είναι που αρχίζει το πράγμα να γίνεται επικίνδυνο- μέσα στις δικές τους ζώνες επιρροής. Κατά σύμπτωση, κάπως έτσι πρέπει να σκεφτόταν ο Σάμιουελ Χάντινγκτον όταν έλεγε ότι πρέπει να αποφύγουμε τη «σύγκρουση των πολιτισμών».

Σε αυτή την περίπτωση οι «κοινοί κανόνες» θα περιοριστούν σε κάποιες ελάχιστες διατάξεις για την παγκόσμια τάξη, το εμπόριο, την εναέρια κυκλοφορία κ.ο.κ., με ιδιαίτερο σεβασμό στην εθνική κυριαρχία ιδιαίτερα των μεγάλων δυνάμεων. Τι θα ακολουθήσει λοιπόν ύστερα από αυτό για τους λαούς των χωρών που έχουν περισσότερο ή λιγότερο φιλελεύθερες, περισσότερο ή λιγότερο δημοκρατικές εκδοχές του καπιταλισμού; Δύο πράγματα κυρίως.

Πρώτον, πρέπει να βάλουμε σε τάξη τον δικό μας οίκο. Δεύτερον, πιθανότατα πρέπει να μειώσουμε τις προσδοκίες μας από αυτούς τους κοινούς κανόνες. Αυτό σημαίνει ότι θα κάνουμε δύσκολες επιλογές. Βάζουμε τη διατήρηση της ειρήνης πάνω απ΄ όλα τ΄ άλλα; Ή την αντιμετώπιση του φαινομένου του θερμοκηπίου; Ή να μείνουν ανοιχτοί οι δρόμοι του διεθνούς εμπορίου και του χρήματος; Ή να δυναμώσουμε τη φωνή μας για τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα; Βεβαίως, θέλουμε όλα αυτά τα ωραία πράγματα και όλα έχουν κατά κάποιον τρόπο σχέση μεταξύ τους. Πρέπει όμως να προσαρμοζόμαστε στις συνθήκες.

Αν η προοπτική αυτή φαίνεται καταθλιπτική, αφήστε με να σας μεταφέρω λίγη αισιοδοξία. Οι ελπίδες και οι φόβοι του Νταβός πριν από τρία χρόνια φαίνονται σήμερα μη ρεαλιστικοί. Πριν από δέκα χρόνια από άλλον κόσμο. Πριν από 25 χρόνια από άλλον πλανήτη. Η ιστορία είναι γεμάτη εκπλήξεις και ουδείς εκπλήσσεται περισσότερο από τους ίδιους τους ιστορικούς.

Ο κ.Τίμοθι Γκάρτον Ας είναι καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010

Ο καπιταλισμός ως θεσμικό κακό: από τον Μαξ Βέμπερ στους επισκόπους της Βραζιλίας

  • ΤΟΥ ΜΙΚΑΕΛ ΛΕΒΙ
  • Η ΑΥΓΗ: 26/12/2010
Υπάρχει μια εμπεδωμένη παράδοση στο δυτικό πολιτισμό, η ηθική κρίση να ερμηνεύεται αποκλειστικά σε συσχετισμό προς την ατομική ευθύνη. Κάθε φορά που κάτι δεν πάει καλά στη σφαίρα της πολιτικής ή της οικονομίας, θεωρείται ότι η αιτία θα πρέπει να αναζητηθεί στη διαφθορά ή στις ανήθικες πράξεις κάποιων προσώπων. Για παράδειγμα, η πρόσφατη οικονομική κρίση προκάλεσε την εμφάνιση ενός πλήθους ηθικολογούντων σχολίων, που κατήγγειλαν την κακή και ανεύθυνη συμπεριφορά των τραπεζιτών και των κερδοσκόπων. Ο κύριος Σαρκοζί και άλλοι πολιτικοί αρχηγοί έγιναν η αιτία να δημιουργηθεί ένα κίνημα προς την ηθικοποίηση του καπιταλισμού.
Πριν από έναν σχεδόν αιώνα, ο Μαξ Βέμπερ έγραψε ένα σοβαρό και μαζί ιδιαίτερα διαφωτιστικό σχόλιο σχετικά με τη φύση του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος, τονίζοντας, στο Οικονομία και Κοινωνία, τον ριζικά απρόσωπο χαρακτήρα του συστήματος:
«Η ανταγωνιστικότητα (Konkurrenzfähigkeit), η αγορά --η αγορά της εργατικής δύναμης, η χρηματιστηριακή/χρηματοπιστωτική αγορά, η αγορά των εμπορευμάτων-- και άλλοι αντικειμενικοί λόγοι καθορίζουν τη συμπεριφορά των ατόμων σε αποφασιστικά σημεία και εμβάλλουν μεταξύ των ανθρώπινων όντων απρόσωπες δυνάμεις. Οι παρατηρήσεις αυτές δεν είναι ούτε ηθικές ούτε ανήθικες, απλώς δεν έχουν να κάνουν τίποτα με την ηθική· είναι ξένες προς κάθε έννοια ηθικής. Η “δουλεία χωρίς αφέντη” στην οποία ο καπιταλισμός φυλακίζει τον εργαζόμενο ή τον οφειλέτη μπορεί να αναλυθεί μόνο ως θεσμικό φαινόμενο (…).»1
Παρά το γεγονός ότι ο Βέμπερ δεν αποκαλεί ρητά τον καπιταλισμό «θεσμικό κακό», ο ορισμός του περί δουλείας-χωρίς-αφέντη αποτελεί σχόλιο ισχυρό από ηθική και πολιτική άποψη, απολύτως ξένο προς κάθε είδους απολογητικό λόγο, ο οποίος εξακολουθεί να κυριαρχεί σήμερα και ο οποίος επιμένει να εξισώνει τον καπιταλισμό με την ελευθερία. Στο δοκίμιό του για την κατάσταση της αστικής δημοκρατίας στη Ρωσία (1906), ο Βέμπερ καταρρίπτει ειρωνικά τη σχετική συμβατική φιλελεύθερη/ αστική θέση στο θέμα αυτό. Σύμφωνα με τον Βέμπερ, «είναι απολύτως γελοίο να αποδίδεται στον σημερινό καπιταλισμό με τη μορφή που αυτός εισήχθη στη Ρωσία ή που εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ […] οποιαδήποτε εκλεκτική συγγένεια προς την έννοια της “δημοκρατίας” ή ακόμη και της “ελευθερίας”». Αντίθετα, αυτό που πρέπει να γίνει είναι να τεθεί το ερώτημα κατά ποιοN τρόπο οι έννοιες αυτές θα μπορούσαν μακροπρόθεσμα να ισχύσουν σε συνθήκες καπιταλιστικής κυριαρχίας.2
«Δουλεία χωρίς αφέντη» σημαίνει ότι ο καπιταλισμός ως θεσμός είναι αυστηρά απρόσωπος, και άσχετος προς κάθε έννοια ηθικής. Αυτό εξηγεί και το λόγο που η Καθολική Εκκλησία απέτυχε να ηθικοποιήσει τη συμπεριφορά των καπιταλιστικών παραγόντων, όπως εξηγεί και την εκ μέρους της κριτική του καπιταλισμού, που αντιστοιχεί προς αυτό που ο Βέμπερ περιέγραψε ως «χριστιανικό σοσιαλισμό» και ο Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ως «φεουδαρχικό σοσιαλισμό». Σύμφωνα με τον Μαρξ, αυτό το είδος του κληρικού ψευδοσοσιαλισμού, «άλλοτε ως αντίλαλος από το παρελθόν κι άλλοτε ως απειλητικό προμάντεμα για το μέλλον, έβρισκε πάντα τον τρόπο να πετυχαίνει κατάστηθα την αστική τάξη με τις ιοβόλες και πνευματώδεις κρίσεις του […] δίχως ποτέ να πάψει να φαντάζει κωμικός».3
Η χριστιανική «ευφυής κριτική» του καπιταλισμού έχει προσανατολισμό παραδοσιακό κυρίως, αλλά και συντηρητικό και αντιδραστικό. Ωστόσο, ο προσανατολισμός αυτός θα αλλάξει στη Λατινική Αμερική υπό την επιρροή της Θεολογίας της Απελευθέρωσης. Ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα είναι το κείμενο που συνέταξε το 1973 μια ομάδα επισκόπων στη Βραζιλία, οι οποίοι προέρχονται από τις βορειανατολικές επαρχίες της χώρας. Παραθέτω ένα μέρος από αυτό το ντοκουμέντο, που επιγράφεται Η κραυγή των Εκκλησιών:
«Θα πρέπει να ξεπεράσουμε τον καπιταλισμό -- αυτό το ύψιστο κακό, μια συσσωρεμένη αμαρτία, τη σάπια ρίζα, το δέντρο που παράγει τους καρπούς που τόσο καλά γνωρίζουμε: τη φτώχεια, την πείνα, την αρρώστια και το θάνατο […] Προκειμένου να το επιτύχουμε [την ανατροπή του καπιταλισμού] είναι απαραίτητο να προχωρήσουμε πέρα από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής (εργοστάσια, γη, εμπόριο και τράπεζες)».4
Συνδυάζοντας παραθέματα από τη Βίβλο και μαρξιστικές έννοιες, αυτό το ισχυρό ηθικό κατηγορητήριο του καπιταλισμού προχώρησε πολύ πέρα από το πρόγραμμα της επίσημης Αριστεράς, όπως αυτή αντιπροσωπευόταν από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Βραζιλίας, η οποία παρέμενε προσκολλημένη στον προοδευτικό ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει ένα αναπτυξιακό πρόγραμμα βασισμένο στην αντιπαράθεση προς τη φεουδαρχία και την ανάπτυξη του εργοστασιακού καπιταλισμού.
Είναι βέβαιο ότι αυτή η διακήρυξη αποτελούσε έργο μιας ομάδας συμβούλων --θεολόγων, κοινωνιολόγων και ακτιβιστών-- αλλά οι επίσκοποι την υπέγραψαν περιβάλλοντάς την έτσι με το κύρος επίσημου εκκλησιαστικού ντοκουμέντου. Η διακήρυξη αυτή αντιπροσωπεύει μια σημαντική μετατόπιση σε σχέση με τον παραδοσιακό λόγο της Καθολικής Εκκλησίας, δεδομένου ότι υποβαθμίζει τη σημασία του ατομικού αμαρτήματος μετατοπίζοντας το βάρος προς το θεσμικό κακό. Ως εάν οι επίσκοποι ή οι σύμβουλοί τους είχαν λάβει υπόψη τους τις απόψεις του Βέμπερ: ο καπιταλισμός μπορεί να πολεμηθεί ηθικά μόνο ως θεσμός.
Μεταφερμένο στη σημερινή κρίση, το δίδαγμα είναι σαφές: η ρίζα του κακού δεν έγκειται σε κάποια οικονομική κακοδιαχείριση ή σε κάποια ανεύθυνη κερδοσκοπία, πολιτική διαφθορά ή ανεξέλεγκτο εγωισμό --στοιχεία τα οποία αναντίρρητα υπάρχουν όλα--, αλλά στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.
  • Ο Μichael Löwy είναι διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας (CNRS) και διδάσκει στην Ανώτατη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών (EHESS) στο Παρίσι. Το κείμενο βασίζεται στην ομιλία του στο διεπιστημονικό συνέδριο «Εννοιολογήσεις του Κακού» που οργάνωσε το Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στις 16-18 Δεκεμβρίου.

Έγκον Σίλε, "Όρθιος γυμνός άντρας", 1914
1 Max Weber, Wirtschaft und Gesellschaft, Τυβίγγη, JCB Mohr, 1922, σ. 800.
2Max Weber, "Zur Lage der bürgerlichen Demokratie in Russland", Archiv für Sozialwissenschaft und Sozialpolitik, Band 22, Beiheft, σ. 353.
3 Μαρξ-Ένγκελς, Το Μανιφέστο του Κομουνιστικού Κόμματος, μετ.: Κώστας Κουτσουρέλης, Νεφέλη, Αθήνα 2002.
4 Στο In Obispos Latinoamericanos entre Medellin y Puebla, Σαν Σαλβαδόρ, UCA, 1978, σ. 71.

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

Ο καπιταλισμός μετά την κρίση

  • Ο αμερικανός κοινωνιολόγος Ρίτσαρντ Σένετ είναι καθηγητής στο London School of Economics και στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.
Η ακόλουθη συνέντευξή του δημοσιεύθηκε στο ιταλικό περιοδικό «Reset».
- Στο βιβλίο σας «Η κουλτούρα του νέου καπιταλισμού» (ελληνική έκδοση: Σαββάλας, 2009) καταλήγετε με αυτά τα λόγια: «Ενα καθεστώς το οποίο δεν προσφέρει στις ανθρώπινες υπάρξεις βαθύτερους λόγους για να ενδιαφέρονται οι μεν για τους δε δεν μπορεί να διατηρεί για πολύ καιρό τη νομιμοποίησή του». Θεωρείτε ότι η τωρινή οικονομική κρίση καταδεικνεύει ότι το καθεστώς του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού έχει ήδη χάσει τη νομιμοποίησή του και εξαιτίας της αμοιβαίας αδιαφοράς που προωθεί;
«Η οικονομική κατάρρευση αυτών των μηνών καταδεικνύει ότι είχα δίκιο να θεωρώ εξαιρετικά ασταθή και ευάλωτη αυτή τη μορφή καπιταλισμού, η νομιμοποίηση του οποίου βασιζόταν μόνο στην υποτιθέμενη ικανότητα και αποτελεσματικότητα της αγοράς, ενώ αντίθετα ήταν εντελώς εχθρικός προς τις κοινωνικές και ηθικές διεκδικήσεις των πολιτών. Σήμερα αυτό το σύστημα βαδίζει χωρίς να έχει το κύρος που είχε παλαιότερα. Ωστόσο -εδώ είναι το λάθος της ανάλυσης που έκανα στο βιβλίο μου πριν από δέκα χρόνια- οι κύριοι πρωταγωνιστές αυτού του καπιταλισμού είναι ακόμα τόσο ισχυροί ώστε κατορθώνουν να αναστηλώσουν το παλαιό καθεστώς. Τα λόγια τους έχουν χάσει το κύρος τους, αλλά οι δράσεις τους συνεχίζουν να είναι αποφασιστικές. Γι' αυτό, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρακολουθούμε μιαν επιστροφή στο παρελθόν. Το καταδεικνύει αυτό που έγινε στους τελευταίους μήνες: μια αληθινή απαλλοτρίωση δημόσιου χρήματος για να αναζωογονηθεί μια μορφή παγκόσμιου καπιταλισμού που υπηρετεί τους λίγους».
- Η απώλεια νομιμοποίησης και κύρους θα μπορούσε πάντως να έχει σημαντικές συνέπειες, έστω και αν τώρα αυτές δεν είναι ορατές. Αν βραχυπρόθεσμα παρακολουθούμε μια «επιστροφή στο παρελθόν», μακροπρόθεσμα αντίθετα θα μπορούσαν να επιβληθούν νέα παραδείγματα στην πολιτική οικονομία και στις μορφές της εξουσίας σε διεθνές επίπεδο.
«Αυτό είναι αλήθεια. Ακριβώς αυτή είναι πράγματι η κύρια αντίφαση στις νεοφιλελεύθερες χώρες όπως η Αυστραλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Μεγάλη Βρετανία, όπου το οικονομικό σύστημα συνεχίζει να λειτουργεί σύμφωνα με ένα μοντέλο ανυπόληπτο, στερούμενο νομιμοποίησης στα μάτια των ανθρώπων.
Ακόμα και όσοι μετέχουν σε αυτό, τουλάχιστον εκείνοι που έχουν αρκετή οξυδέρκεια ώστε να κατανοούν τη λειτουργία του, γνωρίζουν ότι το σύστημα πρόκειται να καταρρεύσει και πάλι, επειδή είναι από την ίδια του τη φύση ασταθές.
Η απαλλοτρίωση δημόσιου χρήματος επομένως έχει γίνει απαράδεκτη ακόμα και για όσους πιστεύουν στον καπιταλισμό. Είναι όμως απαράδεκτη κυρίως για τους απλούς ανθρώπους, οι οποίοι δεν θα επιτρέψουν να συμβεί ξανά, επειδή έχουν κατανοήσει ότι πρόκειται για ένα ζήτημα πολύ συγκεκριμένο, δεδομένου ότι αυτή η απαλλοτρίωση αφαιρεί χρήματα από την εκπαίδευση και από τις άλλες κοινωνικές υπηρεσίες. Σε πέντε ή έξι χρόνια, στην προσεχή μεγάλη κρίση, οι συνθήκες θα είναι πολύ διαφορετικές. Δεν θα είναι δυνατό να απαλλοτριωθεί εκ νέου το δημόσιο χρήμα και δεν θα υπάρχουν ούτε και επαρκή κεφάλαια για να γίνει αυτό. Το πολύ οδυνηρό μάθημα μας διδάσκει ότι ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός κατέληξε σε αδιέξοδο. Το παράδοξο είναι ακριβώς αυτό: μακροπρόθεσμα ο ηπειρωτικός κοινωνικός καπιταλισμός θα καταδείξει ότι είναι πιο ισχυρός από τον φιλελεύθερο καπιταλισμό. Οικονομικά, σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ακόμα μια χώρα-ηγέτις, που προορίζεται όμως να παρακμάσει σε σχέση με χώρες όπως η Ιαπωνία, η Κίνα και η Βραζιλία, ακριβώς επειδή το οικονομικό της σύστημα βασίζεται σε αυτό το μοντέλο καπιταλισμού.
Σε είκοσι χρόνια η ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών δεν θα είναι πλέον η ίδια. Και οι Αμερικανοί, που τους απασχολεί ιδιαίτερα το ζήτημα, φαίνεται να το έχουν αντιληφθεί. Από δω, και από τη συνειδητοποίηση ότι το παλιό μοντέλο αποδυναμώνει την Αμερική, υποβαθμίζοντάς την, πηγάζει η απροθυμία να αποδεχθούν την αναστήλωση του παλαιού καθεστώτος. Και από την άλλη μεριά, εδώ ακριβώς έγκειται η ενδιαφέρουσα και αμφιλεγόμενη όψη της πολιτικής του Μπαράκ Ομπάμα. Ενας κεντρώος πολιτικός (το οικονομικό επιτελείο του οποίου προέρχεται από την κυβέρνηση Κλίντον και έχει φιλελεύθερο προσανατολισμό) ο οποίος εξεπλάγη όταν διαπίστωσε την παρουσία μιας αριστεράς, που καταβάλλει προσπάθεια να καταπολεμήσει την επικράτηση του παλαιού καπιταλιστικού μοντέλου. Ενός μοντέλου του οποίου την απονομιμοποίηση ο Ομπάμα, ως ικανός πολιτικός, είχε αντιληφθεί από καιρό (...)».
- Ωστόσο, οι υποστηρικτές του νεοφιλελευθερισμού συνεχίζουν να υποστηρίζουν ότι η ευελιξία επιτρέπει στα άτομα να ελέγχουν περισσότερο τη ζωή τους και να έχουν μεγαλύτερη ελευθερία.
«Ο νεοφιλελευθερισμός κατέδειξε ότι βασίζεται στη συγκέντρωση της εξουσίας μάλλον παρά τη διανομή ωφελημάτων. Η ιδέα ότι ο καπιταλισμός φέρνει μεγαλύτερη ελευθερία είναι παλιά ιδέα, ήδη ξεπερασμένη, η οποία επαναλαμβάνει τις θέσεις του Ανταμ Σμιθ για τον ατομικισμό των μικρεμπόρων. Και διαψεύστηκε από τα γεγονότα της τελευταίας δεκαετίας και ακόμη περισσότερο από τη σημερινή κατάρρευση του καπιταλισμού. Πρόκεται για ένα σύστημα που τείνει αναπόφευκτα στη συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια λίγων. Η ιδέα ότι οι άνθρωποι μπορεί να γίνουν πιο ελεύθεροι χάρη στη συγκέντρωση της εξουσίας είναι παράλογη, ένας απλός μύθος. Παγκοσμιοποίηση σημαίνει αντίσταση σε αυτόν τον τύπο συγκέντρωσης. Σίγουρα όσοι κατοικούν στα υψηλά πατώματα του συστήματος έχουν απεριόριστη ελευθερία, ακόμα και να αποτυγχάνουν χωρίς σοβαρές συνέπειες (τουλάχιστον για τους ίδιους). Για τους άλλους ανθρώπους όμως η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική». *

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

Ολοκληρωτισμός, η γεροντική ασθένεια του καπιταλισμού

  • Πέτρος Παπακωνσταντίνου, Το χρυσό παραπέτασμα. Η γέννηση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, πρόλ.: Κώστας Βεργόπουλος, εκδ. Α.Α. Λιβάνη, σ. 390, 18 ευρώ

Πριν από λίγα χρόνια ακόμη ήταν δύσκολο να αποκαλέσεις τις κοινωνίες στις οποίες ζούμε «ολοκληρωτικές» χωρίς να επισύρεις την οργή όλων, σοσιαλιστών και φιλελεύθερων, παραδοσιοκρατών κι εκσυγχρονιστών... Σήμερα, ο όρος έχει αρχίσει να γλιστράει όλο και πιο φυσικά στα χείλη αρκετών ριζοσπαστών αναλυτών του παρόντος - παρά τους ενδεχόμενους μετριασμούς ή επιφυλάξεις. Ο Τάκης Φωτόπουλος στο πρόσφατο βιβλίο του1 μιλά για «ημιολοκληρωτική αντιπροσωπευτική "δημοκρατία"», ενώ ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου χρησιμοποιεί εμβληματικά τον όρο που έχει από καιρό εμφανιστεί στις αναλύσεις του ΝΑΡ (πολιτικού ρεύματος από το οποίο ο ίδιος προέρχεται) «ολοκληρωτικός καπιταλισμός», διευκρινίζοντας ότι πρόκειται ακριβέστερα για την «ολιγαρχική-νεοαπολυταρχική μετάλλαξη του καπιταλισμού» ενόσω εισέρχεται στη φάση τού γεροντικού μαρασμού του. Ο Ignacio Ramonet -διαλέγω στην τύχη σχεδόν από μεγάλο αριθμό πρόσφατων αναφορών- δημοσιεύει βαρυσήμαντο άρθρο με τίτλο «Ολοκληρωτικός κοινωνικός έλεγχος»2, με προμετωπίδα από το 1984 του Τζορτζ Οργουελ, πάνω στα σύγχρονα ηλεκτρονικά μέσα παρακολούθησης και καταγραφής και τη χρήση τους από τα δυτικά κράτη... Σε κάθε περίπτωση, εδραιώνεται βαθμιαία η αίσθηση ότι ο όρος «δημοκρατία» ηχεί όλο και πιο ειρωνικός, ως περιγραφή των τεχνοκεφαλαιοκρατικών Λεβιάθαν που έχουν γίνει οι κοινωνίες στις οποίες είμαστε όλοι εγκλωβισμένοι χωρίς δυνατότητα διαφυγής, στον βαθμό που και όλος ο υπόλοιπος, «μη δυτικός» κόσμος εξομοιώνεται ραγδαία μαζί τους μέσα από τους ιμάντες μεταβίβασης των απολυταρχικών επιταγών τού παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού ελέγχου. Εδραιώνεται βαθμιαία η επίγνωση, σαν να λέμε, ότι η έννοια της δημοκρατίας, με όποιον τρόπο και αν οριστεί (και υπάρχουν δραματικές συζητήσεις επ' αυτού), είναι τερατωδώς ασύμβατη με τον καπιταλισμό, ο οποίος φέρει την ολοκληρωτική δυνατότητα στον γενετικό του κώδικα, στην ίδια του τη δομή.

Ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου, στρατευμένος δημοσιογράφος και συγγραφέας πολιτικών βιβλίων, αρθρογράφος στα έντυπα Πριν και Ουτοπία, είναι περισσότερο γνωστός στο ευρύ κοινό ως αναλυτής της διεθνούς πολιτικής στην εφημερίδα Καθημερινή (απ' όπου τον «φύσηξε» προσφάτως ο άνεμος ελευθερίας τού καθ' ημάς φιλελευθερισμού...). Το βιβλίο αυτό αντιπροσωπεύει οπωσδήποτε την κορυφαία στιγμή τής έως τώρα δουλειάς του, και πρέπει εκ προοιμίου να πούμε ότι μοιάζει να είναι η σπουδαιότερη ανάλυση της παγκόσμιας πραγματικότητας, στο φως της παρούσης κρίσης, που γράφτηκε από έλληνα συγγραφέα και στην Ελλάδα. Υπέρ της είναι η ισορροπία που έχει επιτύχει, δύσκολα κατορθωτή ακόμη και για μεγάλου βεληνεκούς θεωρητικούς, ανάμεσα στο ανυποχώρητο αίτημα για καθολικότητα της οπτικής, από τη μια πλευρά, και στη σώφρονα εμμονή στις εμπειρικές ιδιαιτερότητες των επιμέρους πεδίων και θεμάτων - η αντίσταση, δηλαδή, στον πειρασμό των σχηματικών ολοποιήσεων που αφήνουν την ανάλυση έκθετη στον κίνδυνο της ιδεολογίας (παράδειγμα του οποίου θα ήταν, ας πούμε, η Αυτοκρατορία των Νέγκρι και Χαρντ, αλλά και άλλες, λιγότερο διάσημες απόπειρες). Η αναποκρυπτογράφητη πολυπλοκότητα του σύγχρονου κόσμου, η αδιαφάνεια και το ανεξέλεγκτο των μηχανισμών που ορίζουν την κίνησή του, η ανεξάντλητη πολλαπλότητα των παραμέτρων που υπεισέρχονται και που είναι ανθρωπίνως αδύνατον να ληφθούν υπόψη από μία ατομική σκέψη, είναι λόγοι που κάνουν κάθε τέτοια απόπειρα εξ ορισμού δοκιμαστική και υποκείμενη σε κριτικές αναθεωρήσεις ή διορθώσεις. Το βιβλίο του Πέτρου Πακωνσταντίνου δεν εξαιρείται. Με όλες τις επιμέρους επιφυλάξεις που μπορεί να γεννά σε πολλές ειδικές εκτιμήσεις του, ωστόσο, προσφέρει έναν πολύτιμο μίτο για να προσανατολιστεί κάποιος στον λαβύρινθο της παγκόσμιας πραγματικότητας, με άξονα μια διεισδυτική και αναμφίλογα ριζοσπαστική πολιτική κρίση.

Στα τρία πρώτα κεφάλαια, όπου εξετάζονται κρίσιμες αλλαγές στην οικονομική βάση του συστήματος, διαλύονται αντίστοιχα τρεις διαδεδομένοι ιδεολογικοί μύθοι. Πρώτον, ότι η υπερτροφία του χρηματιστικού κεφαλαίου έναντι του παραγωγικού είναι ένα ριζικά καινοφανές γνώρισμα του καπιταλισμού, το οποίο κατά κάποιον τρόπο καθιστά παρωχημένες τις κλασικές αναλύσεις: δείχνεται ωστόσο με πειστικότητα ότι αφ' ενός, πρόκειται για γενετικό γνώρισμα του καπιταλισμού, αφ' ετέρου, η πλήρης αποσύνδεση του χρηματιστικού κεφαλαίου από το παραγωγικό δεν είναι δυνατή και, κυρίως, σηματοδοτεί απλώς μιαν ανακατανομή του πλούτου στην κορυφή, ο οποίος παράγεται πάντα από την εκμετάλλευση της ζωντανής εργασίας στη βάση. Δεύτερον, ότι η εξάπλωση της «ευέλικτης εργασίας», της βασισμένης στις νέες τεχνολογίες του αυτοματισμού, έχει έναν οιονεί απελευθερωτικό χαρακτήρα και εγκαινιάζει ένα νέο μοντέλο παραγωγής: αντιθέτως, δείχνεται ότι το φορντικό μοντέλο παραγωγής παραμένει σε ισχύ στο μεγαλύτερο ποσοστό της παραγωγικής δραστηριότητας, υπό ραγδαία εξαθλιούμενες συνθήκες μάλιστα (όπως στην περίπτωση της παιδικής είτε κακοπληρωμένης και ανθυγιεινής εργασίας έξω από τις κεφαλαιοκρατικές μητροπόλεις), ενώ κανένα απολύτως απελευθερωτικό στοιχείο δεν έχει αφεαυτής η προσομοίωση του ανθρώπινου με τις υπολογιστικές μηχανές. Τρίτον, ότι οι νεοφιλελεύθερες συνταγές είχαν εξυγιαντικές συνέπειες στην παγκόσμια οικονομία μετά την κρίση υπερσυσώρευσης που εκδηλώθηκε τη δεκαετία του '70: σήμερα, όσο πρόδηλο έχει γίνει το πού οδήγησε η κατάπτυστη «νεοφιλελεύθερη συναίνεση» όλου πρακτικά του πολιτικού φάσματος, άλλο τόσο βέβαιον είναι ότι οι παγκόσμιες ελίτ δεν εγκαταλείπουν την κεντρική λογική της - την ανεύρεση ακόμη πιο αποτελεσματικών τρόπων απόσπασης υπεραξίας από τη διαρκώς υποβαθμιζόμενη ανθρώπινη εργασία.

Στο τέταρτο και το πέμπτο κεφάλαιο ο συγγραφέας εξετάζει τις οικολογικές και πολιτικές επιπτώσεις των παραπάνω αλλαγών στην οικονομική βάση. Πρώτον, δείχνει τη στενή αλληλεξάρτηση της περιβαλλοντικής κρίσης -της οποίας δεν χρειάζεται να ανακεφαλαιώσουμε εδώ τις δραματικότερες όψεις- με τη βασική απόφαση της απεριόριστης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και με τη συνακόλουθη υπερεκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας και της φύσης, που οδηγεί στην αναπότρεπτη καταστροφή και των δύο: διορατική είναι η παρατήρηση, ας πούμε, ότι «το πραγματικό, αληθινά εφιαλτικό πρόβλημα της εποχής μας δεν είναι ο "υπερπληθυσμός", αλλά η υπερεκμετάλλευση σε έναν κόσμο όπου, σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, 4 από τα 6,6 δισεκατομμύρια του πλανήτη ζουν με 1 έως 8 δολάρια ημερησίως, 2,7 δισεκατομμύρια με λιγότερο από 2 δολάρια και 1,2 δισεκατομύριο με λιγότερο από 1 δολάριο» (σελ. 149-150). Με άλλα λόγια, οι αιτίες του οικολογικού εφιάλτη δεν είναι καθόλου τεχνικές, δεν οφείλονται σε κάποιαν «αντικειμενική» σπάνη φυσικών πηγών, αλλά απ' άκρου εις άκρον κοινωνιοπολιτικές και συμφυείς με την τερατώδη ανισοκατανομή πλούτου και ισχύος.3 Δεύτερον, διαλύει τον μύθο της υποτιθέμενης «αποδυνάμωσης του κράτους» και δείχνει απεναντίας τον όλο και πιο ολιγαρχικό μετασχηματισμό του, που «δεν καταργεί την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, αλλά τη μετατρέπει σε άδειο κέλυφος, (ενώ) οι παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στη Δεξιά και τη σοσιαλδημοκρατική Αριστερά τείνουν να σβήσουν» (σελ. 183). Η υποτιθέμενη «διεθνής τρομοκρατία» καθώς και ο χαμηλής έντασης κοινωνικός πόλεμος στο εσωτερικό των αναπτυγμένων κοινωνιών, που είναι αποτέλεσμα του διερυνόμενου κοινωνικού αποκλεισμού, γίνονται καταλύτες αυτού του σταδιακού εκφασισμού τού σύγχρονου κράτους αλλά και της σύμπηξης ενός όλο και πιο ιεραρχημένου παγκόσμιου συστήματος εξουσίας.

Τα τρία τελευταία κεφάλαια είναι αφιερωμένα στη διεθνή γεωπολιτική. Αντιστοίχως εδώ ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου δείχνει την εξακολουθητική αναλυτική αξία τής έννοιας του ιμπεριαλισμού, προκειμένου να καταλάβει κάποιος τη δυναμική του παγκόσμιου συστήματος, παρά τις απόπειρες που έχουν γίνει εσχάτως για αντικατάστασή της από ασαφείς θεωρίες περί «παγκοσμιοποίησης». Ορθότατα υποδεικνύει την αυταπάτη όσων μιλούν για έναν ήδη «πολυπολικό κόσμο» -με υποτιθέμενους εναλλακτικούς άξονες, όπως η Ευρώπη, η Κίνα, η Ινδία, η Ρωσία, το «Ισλάμ», κ.ο.κ.-, τη στιγμή που η εξάρτηση όλων αυτών των «ανερχόμενων δυνάμεων» από το ηγεμονικό μπλοκ της Δύσης, με τις ΗΠΑ επικεφαλής, είναι πιο εξοντωτική παρά ποτέ. Βασική του εκτίμηση είναι πάντως ότι η αμερικανική ισχύς βρίσκεται σε διαδικασία μη αναστρέψιμης φθοράς -τα σημάδια έχουν αναγγελθεί σαφώς στον οικονομικό τομέα, για να μην πούμε τον πολιτιστικό, παρά την εμμένουσα στρατιωτική υπεροχή-, χωρίς ακόμη να έχει αναδυθεί σοβαρός υποψήφιος ανταγωνιστής για τη θέση της στο διεθνές σύστημα εξουσίας (που είναι βεβαίως σε μεγάλο βαθμό υπερεθνικό, βασίζεται σε έναν συνασπισμό των παγκόσμιων κεφαλαιοκρατικών ελίτ υπό την αναγνωρισμένη ηγεμονία ενός κυρίαρχου εθνοκρατικού σχηματισμού)· και αυτό είναι που καθιστά την αμερικανική υπερδύναμη εξαιρετικά επικίνδυνη, αυτή τη στιγμή, καθώς φαίνεται διατεθειμένη (και ικανή) να παρασύρει ολόκληρη την οικουμένη μαζί της στην άβυσσο.

Φυσικά, η επισήμανση κάποιων κύριων αξόνων όπως οι παραπάνω δεν επιτρέπει ακόμα να δει κάποιος όλο τον πλούτο των αναλύσεων του βιβλίου. Εν πάση περιπτώσει, ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου ανήκει σ' εκείνους που έχουν εγκαταλείψει την αυταπάτη ότι η παρούσα κοινωνική δομή επιδέχεται βελτιώσεις, εκδημοκρατισμό ή κάποιου είδους εξημέρωση· η «γενικευμένη θρόμβωση», όπως περιγράφει στο τελευταίο του κεφάλαιο την παρούσα κρίση του καπιταλισμού, αφήνει ανοιχτές μόνο τις πιο ακραίες δυνατότητες: την πλήρη στροφή σε αυτό που αποκαλεί «ολοκληρωτικό καπιταλισμό», με ανυπολόγιστα οδυνηρές συνέπειες για την ανθρωπότητα και το γήινο οικοσύστημα, ή την έλευση ενός πραγματικού σοσιαλισμού, με παγκόσμια ισοκατανομή του πλούτου και εργασιακή αυτοδιαχείριση (έλευση για την οποία θεωρεί τις υλικές και τις τεχνολογικές προϋποθέσεις πιο ώριμες απ' ό,τι πριν από 30 χρόνια). Θα μπορούσε κάποιος να κρίνει ως ελαφρώς υπεραισιόδοξη την τελευταία εκτίμηση - κάτι το οποίο συνδέεται, στα δικά μας μάτια τουλάχιστον, με την τάση του να μετριάζει την έννοια του «ολοκληρωτισμού» που ο ίδιος χρησιμοποιεί. Μήπως η ομοιότητα των σύγχρονων πολιτικών μηχανισμών με το ναζιστικό κράτος είναι πολύ βαθύτερη απ' όσο ο ίδιος είναι διατεθειμένος να παραδεχτεί; Μήπως η χειραγώγηση της ανθρώπινης φύσης είναι τόσο συντριπτική πλέον ώστε κάθε υποκειμενική παρόρμηση των ανθρώπων για ελευθερία και χειραφέτηση να έχει αμετάκλητα εξαρθρωθεί; Και, αν είναι έτσι, ποιο συλλογικό υποκείμενο άραγε θα μπορέσει να αναλάβει το έργο της καταστροφής και της ριζικής ανοικοδόμησης που είναι αναγκαίο για να δοθεί τέλος στην καλπάζουσα βαρβαρότητα;

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλ. Τάκης Φωτόπουλος, Η παγκόσμια κρίση, η Ελλάδα και το αντισυστημικό κίνημα: ημιολοκληρωτική «δημοκρατία» ή περιεκτική δημοκρατία; (Κουκκίδα, Αθήνα 2009).

2. Ελευθεροτυπία, 7 Ιουνίου 2009.

3. Στο σημείο αυτό ο συγγραφέας παραπέμπει στον Τάκη Φωτόπουλο, από το άρθρο του «Beyond Statism and Market Economy», Democracy and Nature, vol. 3, 2, σελ. 89. Ιδού όλο το παράθεμα: «Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι, άπαξ και η οικονομία της αγοράς αντικατασταθεί από μια δημοκρατικά διαχειριζόμενη και βασισμένη στην κοινότητα οικονομία, τότε η δυναμική "ανάπτυξη ή θάνατος" της πρώτης θα αντικατασταθεί από τη νέα κοινωνική δυναμική της τελευταίας: μια δυναμική που αποσκοπεί στην ικανοποίηση των αναγκών της κοινότητας και όχι στην ανάπτυξη αυτή καθεαυτήν».

Τετάρτη 8 Απριλίου 2009

ΑΜΑΡΤΙΑ ΣΕΝ: το καπιταλιστικό σύστημα μετά και πέρα από την κρίση

  • Μελέτη του νομπελίστα οικονομολόγου που πρωτοδημοσιεύθηκαν στη New York Review of Books (vol. 56, n.5, 26 Μαρτίου 2009) και αναφέρεται στη φύση του καπιταλισμού και στο κατά πόσον χρειάζεται να αλλάξει. Το γενικό αυτό θέμα επιμερίζεται σε τρια ερωτήματα: Πρώτον, χρειαζόμαστε πραγματικά κάποιο "νέο καπιταλισμό", ή μήπως έχουμε ανάγκη κάποιο "νέο κόσμο" που να στηρίζεται σε κοινωνικές αρχές ηθικά αποδεκτές; Δεύτερον, τι μας διδάσκει η οικονομική κρίση σχετικά με την οικονομική θεωρία και με την οικονομική πολιτική, δηλαδή σχετικά με τους οικονομικούς θεσμούς και τις προτεραιότητες που πρέπει να τεθούν; Τρίτον, πέρα από προτάσεις μακροπρόθεσμων αλλαγών, τι πρέπει να γίνει για να ξεπεραστεί η κρίση που διανύουμε με τις λιγότερες δυνατές απώλειες; [ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 5 Απριλίου 2009]

Κυριακή 22 Μαρτίου 2009

Το πρόσωπο του νέου καπιταλισμού

  • Κυκλοφόρησε πρόσφατα και στη γλώσσα μας το βιβλίο του αμερικανού κοινωνιολόγου Ρίτσαρντ Σένετ «Η κουλτούρα του νέου καπιταλισμού» («Σαββάλας»). Η ακόλουθη συνέντευξη του Σένετ δημοσιεύτηκε στο γαλλικό περιοδικό «Sciences Humaines».
- Στο βιβλίο σας δίνετε έναν ευρύ ορισμό της κουλτούρας, γράφοντας ότι είναι «οι αξίες και οι πρακτικές που συνδέουν τους ανθρώπους». Αλλά οι αξίες και οι πρακτικές που συνδέονται με τον νέο καπιταλισμό χωρίζουν τα άτομα, τα απομονώνουν, καταστρέφουν τα σημεία αναφοράς που θα μπορούσαν να προσφέρουν ένα αίσθημα συνέχειας στη ζωή τους.

  • «Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πολιτισμικό πρόβλημα του σύγχρονου καπιταλισμού. Αυτός πάσχει από ένα έλλειμμα κουλτούρας με την έννοια που προαναφέρατε. Σε δυο όψεις συγκεντρώνεται ιδιαίτερα η προσοχή μου. Η πρώτη είναι η αμφισβήτηση κάθε κτητικότητας. Για να ζεις με τρόπο ευέλικτο, μπορείς να είσαι φιλόδοξος αλλά δεν μπορείς να είσαι κτητικός. Αν επιθυμείς κάποιο πράγμα, τη στιγμή που το αποκτάς, χάνει κάθε αξία στα μάτια σου. Η δεύτερη όψη αναφέρεται στην εμπειρία της εργασίας. Τα άτομα δυσκολεύονται πάρα πολύ να φτιάξουν μιαν αφήγηση, ένα αίσθημα συνέχειας, μέσα σε ένα περιβάλλον που βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση».
- Επιμένετε στην εξέλιξη της έννοιας του ταλέντου. Ενώ επί μακρόν συνδεόταν με την αξιοσύνη και επομένως κατακτιόταν με το χρόνο και με την προσπάθεια, σήμερα φαίνεται να παραπέμπει απλώς σε μιαν ικανότητα προσαρμογής σε νέες συνθήκες.
  • «Αυτό που προσπαθώ να αναδείξω είναι ένας νέος ορισμός της δεξιότητας. Στα μέσα του 20ού αιώνα αυτή παρέπεμπε στην "τέχνη", δηλαδή στη διαδικασία με την οποία η δεξιότητα γίνεται μια κατάκτηση και αναπτύσσεται, έτσι ώστε το πρόσωπο να γίνεται όλο και περισσότερο επιδέξιο στην πραγματοποίηση μιας εργασίας. Αυτή η έννοια έχει έρθει σε αντίθεση με τους μετασχηματισμούς του οικονομικού συστήματος. Στη νέα πορεία του καπιταλισμού όσο μεγαλύτερη και βαθύτερη είναι η πρόσδεσή σας στη δεξιότητά σας, τόσο λιγότερο ικανός είσαστε να αποκτήσετε νέες δεξιότητες. Οι άνθρωποι επομένως δέχονται όλο και πιο εύκολα να έχουν μιαν επιφανειακή μορφή γνώσης που τους επιτρέπει να προσαρμόζονται. Οι μισθωτοί που θεωρούνται επιδέξιοι μάστορες, που θέλουν να κατέχουν μια βαθύτερη γνώση, τείνουν να γίνονται θύματα διακρίσεων στις ευέλικτες επιχειρήσεις. Στον τομέα της πληροφορικής λ.χ. οι μισθωτοί που κατέχουν υψηλή ειδίκευση και μακρά εμπειρία θεωρούνται μη παραγωγικοί. Το μοντέλο που προτείνεται στους τομείς αιχμής της οικονομίας, στις βιομηχανίες της υψηλής τεχνολογίας και στον χρηματοπιστωτικό τομέα προϋποθέτει ότι οι ανθρώπινες υπάρξεις πρέπει να αναζητούν αδιάκοπα νέες γνώσεις και νέες δεξιότητες. Πράγμα που είναι ψυχολογικά και κοινωνιολογικά ανυπόφορο. Οταν φτάνει κανείς σε ένα στάδιο της ζωής του, η αναγκαιότητα να ξαναξεκινάει πάντοτε από το μηδέν δεν είναι κάτι που μπορεί να γίνει αποδεκτό ούτε και κάτι εφικτό».
- Αναγνωρίζετε ότι η λογική για την οποία μιλάτε, αυτή η ιδέα σύμφωνα με την οποία οι μισθωτοί πρέπει να εκπαιδεύονται αδιάκοπα, για να προσαρμόζονται στις τεχνολογικές επιταγές της βιομηχανίας τους, αφορά στην πραγματικότητα ορισμένους μόνον τομείς δραστηριότητας. Την θεωρείτε, ωστόσο, ως κυρίαρχη λογική.

  • «Αυτή έχει την αξίωση να λειτουργεί ως κανονιστικό μοντέλο. Οι σύγχρονες κοινωνίες αντιμετωπίζουν ένα αναπόδραστο τεχνολογικό γεγονός: δεν είναι αναγκαίο να εργάζονται όλοι οι άνθρωποι προκειμένου να λειτουργήσει μια τέλεια παραγωγική οικονομία. Οι άνεργοι, οι υποαπασχολούμενοι αντιμετωπίζουν καθημερινά το φάσμα της αχρηστίας. Η ιδέα σύμφωνα με την οποία η συνεχής εκπαίδευση των μισθωτών θα μπορούσε να είναι μια λύση στο πρόβλημα της αχρηστίας μού φαίνεται ότι είναι μια πολύ σκληρή αυταπάτη. Δεν μπορούμε να έχουμε μια κοινωνία ολόκληρη αποτελούμενη από προγραμματιστές ηλεκτρονικών υπολογιστών».
- Μιλάτε για διάβρωση των θεσμών. Αυτή υπαγορεύεται από τις ανάγκες του ευέλικτου καπιταλισμού;

  • «Ολες οι κοινωνίες αναμετριούνται με τα θεσμικά προβλήματα της εμπιστοσύνης, της αφοσίωσης και της αλληλεγγύης. Τα όσα περιγράφω για το θέμα των ατομικών εργαζομένων βρίσκουν μιαν έκφραση και στο θεσμικό επίπεδο από τότε που εμφανίστηκε αυτός ο ευέλικτος καπιταλισμός, και ιδιαίτερα από τα μέσα του '90, μπορούσαν να σκέφτονται ότι η αφοσίωση ήταν μια ξεπερασμένη αξία, ότι η εμπιστοσύνη δεν ήταν αναγκαία για την καλή λειτουργία των θεσμών. Οταν ο οικονομικός κύκλος άρχισε να μεταστρέφεται, όπως συμβαίνει πάντα, πολλοί μάνατζερ αντιλαμβάνονταν ότι οι αξίες που είχαν περιφρονήσει στην περίοδο της ανάπτυξης, στην πραγματικότητα, τους ήταν αναγκαίες για να επιβιώσουν. Αντιλήφθηκαν τότε ότι χρειάζονταν την αφοσίωση των μισθωτών τους ή των προμηθευτών τους. Αυτές οι επιχειρήσεις είχαν θελήσει να αντικαταστήσουν τους μακροπρόθεσμους δεσμούς τόσο με τους εργαζόμενους όσο και με τους προμηθευτές τους με εμπορευματικές συναλλαγές με ανεξάρτητους εργαζόμενους και με επιχειρήσεις στο Ιντερνετ. Οταν όμως αυτές οι εταιρείες συνάντησαν δυσκολίες, δεν μπορούσαν πλέον να βασίζονται ούτε στους μεν ούτε στις δε. Με άλλα λόγια, η ιδεολογία της ευελιξίας είναι λειτουργική όταν η οικονομία λειτουργεί με επιθετικό τρόπο, αλλά γίνεται πολύ δυσλειτουργική όταν αυτή λειτουργεί με αμυντικό τρόπο. Οι υπέρμαχοι της φιλελευθεροποίησης τείνουν να είναι τυφλοί μπροστά στο γεγονός ότι το σύστημα δεν είναι βιώσιμο. Ο κοινωνικός καπιταλισμός του τέλους του 19ου αιώνα βασιζόταν πάνω σε αυτή την προϋπόθεση: για να οικοδομήσετε ένα βιομηχανικό καθεστώς χρειάζεστε μισθωτούς αφοσιωμένους στην εργασία τους και αν δεν πετύχετε αυτή την αφοσίωση δεν θα πετύχετε μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Η βιομηχανική κοινωνία ήταν αναμφίβολα τρομερή εξαιτίας του καταπιεστικού χαλκά με τον οποίο δέσμευε τα άτομα. Αλλά ήταν τουλάχιστον ένα ευφυές σύστημα». *
  • Σημειωματάριο Ιδεών. Από τον ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ. ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 - 22/03/2009

Σάββατο 14 Μαρτίου 2009

Ο καπιταλισμός ψάχνει τον δικό του Κοπέρνικο

  • Στο προαναφερθέν έργο του, ο Τόμας Κουν σημειώνει ότι, απέναντι στην κρίση του παλιού, επιστημονικού μοντέλου, ανοίγονται δύο δρόμοι: o πρώτος προσπαθεί να συμφιλιώσει όπως - όπως τα νέα εμπειρικά δεδομένα με την παλιά θεωρία μέσω οριακών διορθώσεων, χωρίς να θίγονται οι βασικές παραδοχές του μοντέλου. Αυτό έκαναν επί 16 αιώνες οι αστρονόμοι, προσπαθώντας να διασώσουν το γεωκεντρικό μοντέλο του Πτολεμαίου, παρότι οι πλανήτες εμφάνιζαν ανώμαλες τροχιές, γεμάτες παλινδρομήσεις, αντί να περιφέρονται σε τέλειους κύκλους.
  • Ωστόσο, οι διαδοχικές διορθώσεις του μοντέλου το έκαναν ολοένα και πιο εξαμβλωματικό, περίπλοκο και τελικά άχρηστο. Οι σωρευτικές αποτυχίες ωρίμασαν το έδαφος για τον δεύτερο δρόμο, την αναθεώρηση του ίδιου του μοντέλου εκ θεμελίων. Αυτός ήταν ο δρόμος του Κοπέρνικου, που έκανε τη μεγάλη επανάσταση στην αστρονομία, αντικαθιστώντας το γεωκεντρικό μοντέλο με το ηλιοκεντρικό.
  • Οι μέχρι στιγμής αντιδράσεις των ισχυρών του κόσμου στην κρίση του «υπαρκτού νεοκαπιταλισμού» παραπέμπουν στην πρώτη από τις δύο μεθόδους: έκτακτες ενέσεις ρευστότητας, προσωρινές εθνικοποιήσεις (περισσότερο χρεών, παρά επιχειρήσεων), συζητήσεις περί νέας, διεθνούς ρύθμισης του χρηματιστικού τομέα και κάθε είδους σχέδια επί χάρτου, αρκεί να μη θιγεί το παράδειγμα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.
  • Ωστόσο, η πίεση της κρίσης είναι τέτοια που ωθεί στην αναζήτηση πιο ριζοσπαστικών λύσεων. Ακόμη και ένα έντυπο τόσο κοντά στην Ορθοδοξία του City του Λονδίνου, όπως οι Financial Times, ανοίγει διάλογο για «ένα σχέδιο επιβίωσης του παγκόσμιου καπιταλισμού». Μάλιστα, μεταξύ των 50 διεθνών προσωπικοτήτων που θα καθορίσουν το μέλλον του κόσμου το αμέσως προσεχές διάστημα, περιλαμβάνει τον νεαρό ηγέτη των Γάλλων νεοτροτσκιστών, Ολιβιέ Μπεζανσενό, κάπου ανάμεσα στη Μέρκελ και τον Μπερνάνκι!

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15/03/2009

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2009

Εχει μέλλον ο καπιταλισμός;

ΓΡΑΦΟΥΝ EDΜUΝDS ΡΗΕLΡS, ΚENNETH RΟGΟFF, NΟURΙΕL RΟUΒΙΝΙ, ΡΕΤΕR SΙΝGΕR, GΕΟRGΕ SΟRΟS, JΟSΕΡΗΕ SΤΙGLΙΤΖ

Edmund S. Phelps | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009

Οι παγκόσμιες οικονομικές αγορές βίωσαν το 2008 τη χειρότερη κρίση μετά τη μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του ΄30. Τι μας περιμένει το 2009; Βιώνουμε το τέλος του καπιταλισμού; «Το Βήμα» δημοσιεύει κατ΄ αποκλειστικότητα από το Ρroject Syndicate τις απόψεις διαπρεπών οικονομολόγων και αναλυτών. Γράφουν:

ΕΝΤΜΟΥΝΤ ΦΕΛΠΣ: Εχει μέλλον ο καπιταλισμός;
ΤΖΟΖΕΦ ΣΤΙΓΚΛΙΤΣ: Ο άχαρος θρίαμβος του σκεπτικιστή
ΚΕΝΕΘ ΡΟΓΚΟΦ: Τρενάκι του τρόμου στις ισοτιμίες
ΠΙΤΕΡ ΣΙΝΓΚΕΡ: Η μείωση της περιττής δυστυχίας
ΤΖΟΡΤΖ ΣΟΡΟΣ: Επανεξέταση της ρύθμισης των αγορών
ΝΟΥΡΙΕΛ ΡΟΥΜΠΙΝΙ: Θα ανακάμψει η οικονομία το 2010;

Προς τα τέλη του 2008 πολλοί Ευρωπαίοι άρχισαν να μιλούν για το τέλος του καπιταλισμού. Ξεχνούν ότι ο καπιταλισμός στην Ευρώπη έχει ήδη υποχωρήσει μία φορά κάτω από το βάρος του κρατισμού και του κορπορατισμού τη δεκαετία του 1930 για να αναγεννηθεί σε ελάχιστες χώρες τη δεκαετία του 1980. Με αφορμή την τρέχουσα οικονομική κρίση πρέπει να αναρωτηθούμε αν το όφελος του καπιταλισμού (αν υπάρχει) υπερβαίνει το κόστος του. Παρ΄ ότι ο Μαρξ εξέφρασε τον θαυμασμό του προς αυτόν, τώρα θεωρείται ότι τα καλά του στοιχεία - η επιχειρηματικότητα- μπορούν να διοχετευθούν σε κάποιο άλλο σύστημα που δεν θα εμπεριέχει την καταστρεπτικότητα από την οποία χαρακτηρίζεται ο καπιταλισμός.

Το καπιταλιστικό σύστημα αρχικά εξυμνήθηκε επειδή ήταν «προοδευτικό», όπως το έθεσε ο Μαρξ. Από τη στιγμή που η παραγωγικότητα αυξήθηκε ποτέ δεν γνώρισε «πισωγύρισμα». Στην πραγματικότητα, με τη σταδιακή ανάδυση του οικονομικού καπιταλισμού, περί το 1820, η παραγωγικότητα εκτινάχθηκε στη μια ευρωπαϊκή χώρα μετά την άλλη- Μεγάλη Βρετανία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία και Αυστρία- και «επιτάχυνε» ακόμη περισσότερο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τα πενιχρά ιστορικά στοιχεία που είναι διαθέσιμα για ανάλυση δείχνουν ότι γύρω στο 1820 οι μισθοί ακολούθησαν ανάλογη πορεία. Σήμερα μια σημαντική μερίδα αναλυτών αμφιβάλλει αν τα οφέλη από την ανάπτυξη της παραγωγικότητας που παρατηρείται σήμερα υπερβαίνουν τα τρομερά κόστη που θεωρούνται πλέον δεδομένα. Αλλά βάσει του συλλογισμού και της εμπειρίας μου, αυτή η υπόθεση παρ΄ όλο που είναι της «μόδας» δεν μπορεί να σταθεί.

Πρώτον, οι Ευρωπαίοι θεωρούν ότι καπιταλισμός είναι η «ελεύθερη αγορά»- το laissez-faire. Αλλά ο καπιταλισμός σημαίνει άνοιγμα στην «εκ των κάτω» καινοτομία. Ο καπιταλισμός αυτός καθεαυτός δεν απειλεί τα προνόμια του κράτους Πρόνοιας. Αυτή η υπόθεση απορρίπτει ακόμη και τα πλέον εμφανή οφέλη του καπιταλιστικού συστήματος. Αναγνωρίζω ότι οι μισθοί των πιο καλοπληρωμένων φίλων μου είναι τόσο υψηλοί που θεωρητικά μπορούν να καλύψουν όλες τις μελλοντικές ανάγκες τους. Αλλά η αύξηση της παραγωγικότητας σχεδόν πάντα συνοδεύεται από αυξήσεις στους μισθούς σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Και οι αυξήσεις των γενικών απολαβών έχουν τεράστια κοινωνική αξίαεπιτρέπουν στους ανθρώπους να εγκαταλείψουν την ανιαρή, κουραστική ή επαχθή εργασία χάριν μιας ενδιαφέρουσας, ευχάριστης και πνευματικά απαιτητικής εργασίας. Τα «σκοτεινά, σατανικά εργοστάσια» της εποχής του Μαρξ έχουν εκλείψει εξαιτίας της αυξημένης παραγωγικότητας και όχι εξαιτίας του κρατικού ελέγχου.

Ακόμη μία δυσκολία αυτής της υπόθεσης είναι ότι η πλειονότητα των υποτιθέμενων μειονεκτημάτων του καπιταλισμού είναι απατηλά ή επινοημένα. Η ιδέα ότι ένας «καλολαδωμένος» καπιταλισμός κινείται προς μια ελλιπή
αγορά εργασίας, οδηγώντας σε υψηλότερα ποσοστά ανεργίας και χαμηλότερη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί. Αντιθέτως, οι καινοτομίες που πυροδοτούνται και διευκολύνονται από τον καπιταλισμό δημιουργούν θέσεις εργασίας· σε νέες εταιρείες που αναπτύσσουν νέες ιδέες, στο μάρκετινγκ και σε διευθύνσεις που καλούνται να συμβαδίσουν με τα νέα μέσα και μορφές οργάνωσης.

Η ιδέα ότι οι καθημερινοί άνθρωποι είναι εξαγριωμένοι με τη σκέψη ότι άλλοι άνθρωποι απολαμβάνουν τεράστιο μερίδιο στον πλούτο, που καλλιεργείται από ορισμένους κύκλους, επίσης είναι ατεκμηρίωτη. Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι αρκετά πρακτικοί για να καταλάβουν ότι όταν για παράδειγμα πηγαίνουν για ιατρικές εξετάσεις, αυτό που έχει σημασία είναι αν το νοσοκομείο διαθέτει το κατάλληλο διαγνωστικό μηχάνημα και όχι αν κάπου αλλού υπάρχει ένα καλύτερο μηχάνημα για κάποιους άλλους.

Είναι αλήθεια ότι ο καπιταλισμός δημιουργεί ρήξη και αβεβαιότητα. Ωστόσο δεν πρέπει να παραβλέψουμε την άλλη πλευρά του νομίσματος. Ο καπιταλισμός είναι μοναδικός στο να κινητοποιεί τους επιχειρηματίες, να τους κάνει να επινοούν νέες ιδέες, να τις εφαρμόζουν στην αγορά και να δημιουργούν ενθουσιασμό στους καταναλωτές. Το σημαντικότερο επίτευγμα του καπιταλισμού είναι ίσως ότι μετέτρεψε τον χώρο εργασίας από χώρο ρουτίνας και πλήξης σε χώρο αλλαγής, πνευματικής ανάτασης, πρόκλησης, εξερεύνησης, ενίοτε και ανακάλυψης. Πράγματι, η αλυσίδα συναρμολόγησης υπήρξε χαρακτηριστικό του καπιταλισμού από την αρχή της ιστορίας του. Η κομμουνιστική Ρωσία και η σοσιαλιστική Ευρώπη δεν θα άντεχαν χωρίς την αλυσίδα συναρμολόγησης. Και χάριν της αύξησης της παραγωγικότητας όλο και μεγαλύτερος αριθμός θέσεων εργασίας βρίσκονται εκτός των εργοστασίων και των αγροκτημάτων. Στα τέλη του 19ου αιώνα, η Ευρώπη, από τη Βιέννη ως το Βερολίνο και από το Παρίσι ως το Λονδίνο, ήδη πανηγύριζε για τη μεταμόρφωση της επιχειρηματικής ζωής. Φυσικά κατάλαβαν ότι αυτός ο ενθουσιασμός συνοδευόταν από έναν βαθμό αναστάτωσης και νευρικότητας. Αλλά λίγοι ήταν εκείνοι που επιθυμούσαν την επιστροφή στην ηρεμία του παρελθόντος. Ωστόσο, η επιστροφή συντελέστηκε όταν οι αλλαγές του κρατισμού και του κορπορατισμού στους θεσμούς της οικονομίας κατέστειλαν την καινοτομία και τη φιλοδοξία, με αποτέλεσμα ο χώρος εργασίας να γίνει και πάλι τόσο ανιαρός όσο στο παρελθόν. Σήμερα εξειδικευμένοι και καλοπροαίρετοι άνθρωποι υποστηρίζουν ότι μπορούμε να ξαναζωντανέψουμε την επιχειρηματικότητα, αλλά με έναν τρόπο που να την προσαρμόζει σε ένα νέο οικονομικό σύστημα, προσανατολισμένο στην κοινωνική επένδυση- την καταπολέμηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη, την ανάπτυξη ενεργειακών αποθεμάτων κ.ο.κ. Το πρόβλημα του συγκεκριμένου συλλογισμού είναι ότι θα γραφειοκρατικοποιήσει την οικονομία, θα εναποθέσει μεγάλος μέρος των δαπανών σε κυβερνητικές υπηρεσίες και θα οδηγήσει πολλές εταιρείες σε κρατικά συμβόλαια.

Από μόνο του αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα. Αλλά θα γίνει αν καταπνίξει την ικανότητα των ατόμων να προχωρούν σε καινοτομίες για μια ανοιχτή αγορά. Αυτό συνέβη τη δεκαετία του 1930 όταν οι γραφειοκρατικοποιημένες οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης χαρακτηρίζονταν από μεγάλη έλλειψη καινοτομίας σε σχέση με την απογραφειοκρατικοποιημένη οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών. Ετσι, ενώ το 2008 υπήρξε ένα κρίσιμο έτος για την παγκόσμια οικονομία, είμαι βέβαιος ότι οι χώρες που εκτιμούν την καινοτομία θα πρέπει να διατηρήσουν το καπιταλιστικό σύστημα.

* Ο κ. Εdmund S. Ρhelps είναι διευθυντής του Κέντρου για τον Καπιταλισμό και την Κοινωνία στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, βραβευμένος με το Νομπέλ Οικονομίας το 2006.

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2008

ΜΙΣΕΛ ΟΝΦΡΕ: «Πολύ σημαντική υπόθεση οι τράπεζες για να μείνουν στα χέρια χρηματιστών»

«Αυτή η κρίση αποκαλύπτει πως ο καπιταλισμός είναι μια Λερναία Υδρα. Διαθέτει πολλές μορφές και η κρίση δεν είναι παρά η ευκαιρία για να μεταμορφωθεί. Γνωρίζουμε ποια ήταν η παλιά του μορφή: ένας χρηματιστικός καπιταλισμός. Ομως, δεν γνωρίζουμε προς το παρόν ποια θα είναι η επόμενη μορφή που θα πάρει. Ισως να είναι ένας φυλετικός καπιταλισμός, ο οποίος θα επιτρέπει στους κυβερνώντες ενός κράτους να θέτουν τα μέσα τους στην υπηρεσία των φίλων τους, δηλαδή έναν από τους μεταμοντέρνους τρόπους που χρησιμοποιεί η μαφία», λέει ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Ονφρέ, στο ίδιο περιοδικό.

«Ο φιλελευθερισμός, στον οποίο αντιτίθεμαι σθεναρά, υποστηρίζει πως η αγορά κάνει τους νόμους και πως αυτό που κάνει είναι πάντα καλά φτιαγμένο με τη βοήθεια μιας υποθετικής "αόρατης χειρός". Ωστόσο, ανακαλύπτουμε πως ο καπιταλισμός ορισμένες φορές (συχνά μάλλον, αν όχι πάντα) κάνει λάθη και πρέπει το κράτος να δείξει τη "χείρα" του για να αποφύγει την αγριότητα, τον νόμο της ζούγκλας, όπως ισχύει πάντα σε μια ελεύθερη αγορά. Οι αρχές των συναιτερισμών και της αλληλασφάλειας πρέπει να ερευνηθούν. Ο Μαρξ επικράτησε σε ορισμένες χώρες και αυτό υπήρξε καταστροφικό. Ισως έχει έρθει η ώρα του Προυντόν, που υπεράσπιζε τον καπιταλισμό, αλλά όχι τον φιλελευθερισμό και πρότεινε λύσεις που πρέπει να τις δοκιμάσουμε.

Η παθητικότητα είναι ο μόνος λόγος της παραληρηματικής δραστηριότητας και της πλήρους κυριαρχίας του χρήματος. Οργάνωση, αλληλασφάλεια, συνεταιρισμοί, συγκροτημένες ομάδες συνειδητοποιημένων πολιτών θα μπορούσαν να δράσουν ως αντιεξουσίες. Πρέπει να παράγεις πλούτο με την καπιταλιστική μηχανή, αλλά να τον ανακατανέμεις διαφορετικά, αποφεύγοντας τη φιλελεύθερη λογική, προς όφελος μιας αλληλέγγυας λογικής προκειμένου να ασχοληθούμε με την ξεχασμένη έννοια της "αδελφοσύνης", αφού η "ελευθερία" και η "ισότητα" έκαναν μεγάλες προόδους, αλλά δημιούργησαν και αδιέξοδα... Ηρθε η ώρα της αδελφότητας που πρέπει να περάσει από την ίση και δίκαιη αναδιανομή του πλούτου. Το κράτος στο οποίο πιστεύω πρέπει να είναι το εργαλείο μιας αδελφικής αναδιανομής του πλούτου και όχι εργαλείο εκμετάλλευσης των πιο φτωχών από τους πιο ισχυρούς. Ο Προυντόν ήταν υπέρ της δημιουργίας τραπεζών και είχε δίκιο: οι τράπεζες είναι μια υπόθεση πολύ σημαντική για να την αφήσουμε στα χέρια των χρηματιστών».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 05/11/2008

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2008

Το «τέλος της Δύσης» σε νέα έκδοση

Του Πετρου Παπακωνσταντινου, Η Καθημερινή, Kυριακή, 26 Oκτωβρίου 2008

Η ρήξη ανάμεσα στην Αμερική του Μπους και την «παλιά Ευρώπη» των Σιράκ και Σρέντερ τις παραμονές του πολέμου εναντίον του Ιράκ γέννησε μια ολόκληρη φιλολογία περί «Τέλους της Δύσης». Στο μικρό, αλλά πολύκροτο βιβλίο του «Παράδεισος και Εξουσία», ο νεοσυντηρητικός Ρόμπερτ Κέιγκαν υποστήριξε ότι Ευρώπη και Αμερική κινούνται σε ασύμβατες τροχιές γιατί ζουν σε διαφορετικούς πλανήτες - η μεν Ευρώπη στην Αφροδίτη, θεά της ομορφιάς και της αρμονίας, η δε Αμερική στον Αρη, θεό του πολέμου και της σύγκρουσης.

Περισσότερο απαισιόδοξος, ο πρώην σύμβουλος του Κλίντον, Τσαρλς Κάπτσαν, προέβλεψε ότι η επόμενη, ιστορική σύγκρουση δεν θα είναι μεταξύ της Δύσης και του Ισλάμ (ή της Ρωσίας, ή της Κίνας), αλλά μεταξύ Αμερικής και Ευρώπης. Ο Κάπτσαν συνέκρινε τη Δύση της εποχής μας με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μετά την απόφαση του Διοκλητιανού να τη χωρίσει σε Δυτική και Ανατολική. Η κοινή πολιτιστική κληρονομιά και η κοινή θρησκεία Ρώμης και Βυζαντίου, υποστήριζε ο Κάπτσαν, δεν τις εμπόδισε να αναπτύξουν ανταγωνιστικές σχέσεις. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει σήμερα, κατά τον Αμερικανό αναλυτή, σε ολοένα και μεγαλύτερη κλίμακα, στις σχέσεις μεταξύ των δύο ακτών του Ατλαντικού.

  • Πρόωρες εκτιμήσεις

Με τους Μέρκελ και Σαρκοζί να έχουν αντικαταστήσει από καιρό τους Σρέντερ και Σιράκ, με τον Μπους να ετοιμάζεται να εγκαταλείψει τον Λευκό Οίκο και με τον Ομπάμα να μιλάει ενώπιον 200.000 ανθρώπων στο Βερολίνο, οι εκτιμήσεις αυτές, που γεννήθηκαν τον θυελλώδη χειμώνα του 2003, φαίνονται τουλάχιστον πρόωρες. Ωστόσο, η διεθνής οικονομική κρίση που ξεκίνησε από τη Γουόλ Στριτ επανέφερε με άλλον τρόπο τη φιλολογία περί «τέλους» ή έστω «παρακμής» της Δύσης.

Ο αρθρογράφος της ισπανικής El Pais, Μ. Α. Μπαστενιέρ, σημείωνε πρόσφατα ότι τα παθήματα της Αμερικής και της Δύσης εν γένει ξεσήκωσαν κύμα χαιρέκακης ικανοποίησης σε μεγάλα τμήματα του πλανήτη, σε στυλ «Καλά να πάθουν»! Κι αυτό όχι μόνο στον αραβομουσουλμανικό κόσμο, αλλά και στη Λατινική Αμερική και την Απω Ανατολή - πολύ περισσότερο απ' ό,τι είχε συμβεί μετά την κατάρρευση των Δίδυμων Πύργων.

  • Αλλη μια απώλεια

Σε πρόσφατο άρθρο του, ο αναλυτής της Washington Post Αντονι Φαϊόλα, εκτιμούσε ότι «η χειρότερη χρηματοπιστωτική κρίση μετά τη Μεγάλη Υφεση (1929 - 33) προκάλεσε άλλη μια απώλεια: τον αμερικανικού τύπου καπιταλισμό». Και εξηγούσε:

«Τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν Σταυροφορία για να πείσουν τον υπόλοιπο κόσμο, ιδιαίτερα τις αναπτυσσόμενες χώρες, να καταργήσουν τη βαριά, κρατική παρέμβαση στις τράπεζες και τη βιομηχανία. Αλλά το υπερφιλελεύθερο μοντέλο του αμερικανικού καπιταλισμού ενοχοποιείται σήμερα για την υπερχρέωση της εύκολης πίστωσης, την άρρωστη αγορά ακινήτων και τα τοξικά απόβλητα της Γουόλ Στριτ που μόλυναν το παγκόσμιο, χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η μετέπειτα στροφή στον βαρύ κρατικό παρεμβατισμό (για τη διάσωση των τραπεζών που απειλούνταν με χρεωκοπία) αφαιρεί από την Ουάσιγκτον το ηθικό κύρος που της επέτρεπε να κηρύσσει στην οικουμένη το Ευαγγέλιο του φιλελευθερισμού».

Πολλοί εκτιμούν ότι δεν πρόκειται μόνο για διάβρωση της ιδεολογικής ηγεμονίας, αλλά και για απώλεια πραγματικής ισχύος στον διεθνή στίβο - για το τέλος της «στιγμής» της αμερικανικής μονοκρατορίας, που προέκυψε από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης. Από τις στήλες της WashingtoPost, ο Αμερικανός συγγραφέας Κέβιν Φίλιπς θεωρεί την υπερδιόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα στην αμερικανική οικονομία ως σύμπτωμα ιστορικής παρακμής, που συνόδεψε στην πτώση τους άλλες μεγάλες δυνάμεις, όπως η Ισπανία, η Ολλανδία και η Βρετανία.

Αυτή είναι η θεώρηση και του Ιταλού οικονομολόγου και ιστορικού Τζιοβάνι Αρίγκι. Ο συγγραφέας του σημαντικού βιβλίου «Ο μακρύς εικοστός αιώνας» περιγράφει την ιστορία του καπιταλισμού ως διαδοχή μακρών κυμάτων, καθένα από τα οποία χαρακτηρίζεται από την ηγεμονία μιας μεγάλης διεθνούς δύναμης: Βενετία, Γένοβα, Ισπανία, Ολλανδία, Βρετανία, Αμερική. Στην ανοδική φάση κάθε κύματος κυριαρχεί το παραγωγικό κεφάλαιο και στην καθοδική το χρηματιστικό - αυτό είναι το «χρυσό φθινόπωρο», η αναγγελία της επερχόμενης παρακμής.

  • Τέλος εποχής

Στο περιγραφικό σχήμα του Αρίγκι, το κέντρο βάρους της παγκόσμιας ισχύος στους Νεώτερους Χρόνους κινείται από Ανατολάς προς Δυσμάς: Μεσόγειος - Μάγχη - Ατλαντικός. Αρκετοί αναλυτές προεκτείνουν αυτή τη θεώρηση, εκτιμώντας ότι η τρέχουσα κρίση του αγγλοσαξονικού καπιταλισμού θα μετατοπίσει την παγκόσμια ισχύ ακόμη δυτικότερα, από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό Ωκεανό και, κυρίως, στην Κίνα. «Η γεωπολιτική δύναμη, η οποία μέχρι σήμερα ήταν συγκεντρωμένη στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, αρχίζει να μετατοπίζεται προς την Ασία. Η χρηματοπιστωτική κρίση και η συνακόλουθη ύφεση που πλήττουν τη Δύση θα επιταχύνουν, πιθανότατα, αυτή την τάση», έγραφε πρόσφατα ο Ιάπωνας αναλυτής Γιοΐτσι Φουναμπάσι.

Το ενδεχόμενο αυτό θεωρεί τουλάχιστον πιθανό ο καθηγητής του πανεπιστημίου του Γέιλ και θεμελιωτής της θεωρίας του «παγκόσμιου συστήματος», Ιμάνουελ Βαλερστάιν. Σ' αυτή την περίπτωση, όμως, δεν θα πρόκειται απλώς για αλλαγή σκυτάλης από μια δυτική δύναμη σε μιαν άλλη, αλλά για το τέλος μιας ολόκληρης εποχής, που άρχισε με τις Μεγάλες Ανακαλύψεις: Το τέλος 500 χρόνων παγκόσμιας κυριαρχίας του λευκού ανθρώπου. Μια πραγματικά ιστορική ανατροπή, που είναι δύσκολο κανείς να δεχθεί ότι μπορεί να συμβεί χωρίς μεγάλης κλίμακας συγκρούσεις, ίσως πέρα από τις δυνατότητες σύλληψης της φαντασίας μας.

Από τον μονοπολικό στον… τριπολικό κόσμο;

Δεν είναι η πρώτη φορά που η εικασία περί μετατόπισης της παγκόσμιας ισχύος από τον Ατλαντικό στην Απω Ανατολή χαλάει τον ύπνο των δυτικών ελίτ. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, η «κίτρινη απειλή» (και όχι η κόκκινη) ήταν ο υπ’ αριθμόν ένα εφιάλτης μιας Αμερικής που κατακλυζόταν από γιαπωνέζικα βίντεο, τηλεοράσεις και αυτοκίνητα, ενώ εμβληματικά κτίρια του Μανχάταν αγοράζονταν από Γιαπωνέζους επενδυτές. Τέκνο αυτής της πνευματικής ατμόσφαιρας ήταν το σημαντικό έργο του Πολ Κένεντι «Η Ανοδος και η Πτώση των Μεγάλων Δυνάμεων», το οποίο προέβλεπε ότι ΗΠΑ και ΕΣΣΔ θα μπουν σε φάση σταδιακής παρακμής, με την Ιαπωνία να διεκδικεί την παγκόσμια ηγεμονία και την Κίνα να την ακολουθεί, αν και από μεγάλη απόσταση.

Δύο δεκαετίες αργότερα, η νέα εκδοχή της εικασίας περί μεταβίβασης της ηγεμονίας από τη λευκή φυλή στην κίτρινη, αυτή τη φορά με την Κίνα στη θέση της Ιαπωνίας, δεν φαίνεται λιγότερο προβληματική. Παρ’ όλα τους τα προβλήματα, ΗΠΑ και Ε.Ε. αντιστοιχούν στο μισό της παγκόσμιας οικονομίας, ενώ η Κίνα, παρά την ταχεία άνοδό της, αντιστοιχεί περίπου στο 1/16, για να μη μιλήσουμε για την απόσταση στα πεδία του κατά κεφαλήν εισοδήματος, της τεχνολογίας και της στρατιωτικής ισχύος.

Είναι πολύ πιθανό ότι η Αμερική θα βγει από την τρέχουσα οικονομική κρίση συγκριτικά αποδυναμωμένη έναντι των κυριοτέρων ανταγωνιστών της. Ωστόσο, η οικονομική υποχώρηση δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε γεωπολιτική συρρίκνωση. Η μακρά ύφεση του 1873 - ’96 σηματοδότησε τη διάβρωση της οικονομικής ηγεμονίας της κατ’ εξοχήν φιλελεύθερης Βρετανίας και την ορμητική άνοδο του «νέου» καπιταλισμού των μεγάλων τραστ στη Γερμανία και τις ΗΠΑ. Στα τέλη του 19ου αιώνα ο κόσμος, από οικονομική άποψη, ήταν ήδη τριπολικός. Αλλά η Βρετανική Αυτοκρατορία των πέντε ηπείρων, όπου ο ήλιος δεν έδυε ποτέ, δεν έχασε οριστικά την πολιτικοστρατιωτική της κυριαρχία παρά ύστερα από μισό αιώνα και δύο παγκόσμιους πολέμους – στους οποίους, μάλιστα, «νίκησε».

Στο πρόσφατο βιβλίο του «Ο Δεύτερος Κόσμος», ο Αμερικανοϊνδός αναλυτής Πάραγκ Χάνα συμμερίζεται την εκτίμηση ότι η εξαιρετική «στιγμή» της αμερικανικής μονοκρατορίας βαίνει προς το τέλος της και εκτιμά ότι ο 21ος αιώνας θα σφραγιστεί από τον ιστορικό ανταγωνισμό μεταξύ τριών υπερδυνάμεων – Αμερικής, Ευρωπαϊκής Ενωσης και Κίνας. Τα τρία αυτά κέντρα συμπεριφέρονται, κατά τον συγγραφέα, ως «frenemies», άλλοτε συνεταίροι και άλλοτε αντίπαλοι, με το μέλλον των σχέσεών τους αβέβαιο. Ρωσία, Ινδία, Ιαπωνία, Βραζιλία και άλλες μεγάλες χώρες μπορεί να παίξουν σημαντικό ρόλο, καθορίζοντας πού θα γείρει η πλάστιγγα, αλλά δεν θα είναι, κατά τον Χάνα, οι πρωταγωνιστές του αγώνα για την παγκόσμια ηγεμονία.

Η ανάλυση του συγγραφέα θυμίζει το ζοφερό έργο του Τζορτζ Οργουελ «1984», το οποίο εξελίσσεται στο φόντο μιας πλανητικής, τριγωνικής σύγκρουσης Ωκεανίας - Ευρασίας - Εστασίας. Οι ενστάσεις που θα μπορούσαν βάσιμα να εγερθούν είναι προφανείς: Υπερτίμηση της κινεζικής δυναμικής, υποτίμηση της Ρωσίας, του μόνου κράτους που διαθέτει πυρηνική ισοτιμία με την Αμερική κ.ά. Αλλά η βασική του ιδέα, ότι δηλαδή η οικονομική αποσταθεροποίηση του πλανήτη και το τέλος της αμερικανικής μονοκρατορίας προοιωνίζονται την επιστροφή των μεγάλων, γεωπολιτικών ανταγωνισμών, δεν μπορεί εύκολα να αντικρουσθεί.

Ο καπιταλισμός (και ο... Μαρξ) επιστρέφει

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές ενδείξεις ιδεολογικού θριάμβου του καπιταλισμού μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ ήταν η… εξαφάνισή του από το λεξιλόγιο της δημόσιας αντιπαράθεσης. Τα κόμματα εξουσίας, συντηρητικά ή κεντροαριστερά, θα μιλούσαν στο εξής για «οικονομία της αγοράς» – κατά προτίμηση ελεύθερης αγοράς ή αγοράς που πρέπει επειγόντως να ελευθερωθεί από τα δεσμά του κρατισμού. Ακόμη και ριζοσπαστικά, αριστερά κινήματα επέλεγαν ως νέους εχθρούς τον «νεοφιλελευθερισμό» ή την «παγκοσμιοποίηση» για να μην κατηγορηθούν για ξύλινη, παλαιοκομμουνιστική γλώσσα.

Αντιστρόφως, η επιστροφή του όρου «καπιταλισμός» στα καθημερινά δελτία ειδήσεων και στις δηλώσεις των πολιτικών ηγετών, από τον Μακέιν μέχρι τη Μέρκελ, αποτελεί ένδειξη ιδεολογικής κρίσης του συστήματος. Δεν είναι τυχαίο που ο –πληθωρικός όπως πάντα– Νικολά Σαρκοζί πρότεινε, μετά τη συνάντησή του με τον Τζορτζ Μπους, την… επανίδρυση του καπιταλισμού, παραπέμποντας συνειρμικά στους αριστερούς που αναζητούσαν κάποιου είδους «Κομμουνιστική Επανίδρυση» (όπως ονομάστηκε η εξ αριστερών διάσπαση του ΚΚ Ιταλίας) πάνω από τα ερείπια του Τείχους του Βερολίνου.

Και να ήταν μόνο αυτό… Ο γκωλικός πρόεδρος της Γαλλίας δεν δίστασε να φωτογραφηθεί ξεφυλλίζοντας το «Κεφάλαιο» του Μαρξ (για να είμαστε δίκαιοι, με διαφορά φάσης έναντι του Κ. Καραμανλή, ο οποίος είχε πιστοποιήσει σε ανύποπτο χρόνο την εξοικείωσή του περί τα μαρξιστικά με συνέντευξή του στο περιοδικό «Διαβάζω» και τον Γιάννη Μπασκόζο). Στο μεταξύ, η εφημερίδα TIMES προειδοποιούσε τους αναγνώστες της με το σύνθημα «Ξανάρχεται!» κάτω από πορτρέτο του Μαρξ, οι πωλήσεις βιβλίων του οποίου σημειώνουν κατακόρυφη άνοδο στη Γερμανία.

Ηταν γνωστό, βέβαια, ότι από κάθε κρίση του καπιταλισμού υπάρχουν κάποιοι μεγαλοκαπιταλιστές που βγαίνουν ιδιατέρως ωφελημένοι. Η ειρωνεία της Ιστορίας είναι ότι, μεταξύ των κερδισμένων αυτής της κρίσης, φαίνεται να είναι και ο… μαρξισμός! Αλλη μια ειρωνεία: τη στιγμή που ανεβαίνουν οι μετοχές του Μαρξ στο χρηματιστήριο των ιδεών, δεν έχουν απομείνει και πολλοί μαρξιστές για να διεκδικήσουν μέρισμα…

Ιnfo

- Parag Khana, «The Second World: Empires and Influence in the New Global Order», Random House, 2008.

- Michael Hudson & Jeffrey Sommers, «The End of the Washington Consensus», Counter Punch, V. 15, No 17, October 1- 15, 2008.

- Immanuel Wallerstein, «Le capitalisme touche a sa fin», Le Monde, 11 octobre 2008.

- Yoichi Funabashi, «Un monde en mal de leadership», Courrier International, No 936, 9-15 octobre 2008.

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2008

Ο συμβιβασμός του καπιταλισμού με τη δημοκρατία

ΕΧΟΥΝ ΜΕΛΛΟΝ ΟΙ ΑΓΟΡΕΣ;

Ι. ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ

Το οικονομικό «κραχ» του 1929 είχε σημαντικές συνέπειες στην οικονομική σκέψη και στην οικονομική πολιτική. Ο John Maynard Keynes, φιλελεύθερος και καθόλου σοσιαλιστικών αποχρώσεων οικονομολόγος, με αφορμή την κρίση του 1929, δημοσίευσε το 1936 το βιβλίο με τη μεγαλύτερη επιρροή στην οικονομική σκέψη και πολιτική ως σήμερα: τη Γενική θεωρία της απασχόλησης, του τόκου και του χρήματος. Σκοπός του ήταν να σώσει την οικονομία από τις υπερβολές της ελεύθερης αγοράς υποδεικνύοντας το είδος της απαιτούμενης κρατικής παρέμβασης. Μεγάλο μέρος της ανάλυσης του Keynes αφιερώθηκε στη φύση των αγορών χρήματος και κεφαλαίου, στην ψυχολογική διάθεση και στην παρόρμηση των επενδυτών, στο κίνητρο κερδοσκοπίας και στην αστάθεια που πολλές φορές δημιουργείται, με οδυνηρές συνέπειες για την οικονομική δραστηριότητα και την απασχόληση.

Η αρχιτεκτονική του παγκόσμιου νομισματικού και τραπεζικού συστήματος που δημιουργήθηκε αμέσως μετά τον πόλεμο στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στις ιδέες του Keynes αλλά και στα πρακτικά μαθήματα της μεγάλης κρίσης και οδήγησε σε υψηλά επίπεδα ευστάθειας και ευημερίας. Αυστηρή εποπτεία και κρατική παρέμβαση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα εξασφάλισαν ισορροπία και γρήγορη αποκατάσταση των κλυδωνισμών που αναπόφευκτα (λόγω της φύσης του συστήματος) δημιουργούνταν. Το πλέον επιτυχημένο παράδειγμα αντιμετώπισης κρίσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι αυτό των σκανδιναβικών χωρών στις αρχές της δεκαετίας του '90, από το οποίο πολλά μπορούν να διδαχθούν οι κυβερνήσεις σήμερα.

Η ειδυλλιακή εικόνα κράτησε επί μακρόν. Τον Αύγουστο του 2007 σημειώθηκε το πρώτο μεγάλο σύμπτωμα της τρέχουσας κρίσης. Η αφορμή, αλλά όχι η αιτία, του προβλήματος ήταν η κρίση των στεγαστικών δανείων μειωμένης εξασφάλισης που ξέσπασε στις ΗΠΑ και εξαπλώθηκε στην Ευρώπη και δευτερευόντως η αύξηση της τιμής του πετρελαίου, των πρώτων υλών και των τροφίμων, καθώς και η διόρθωση του δολαρίου.

  • Τα αίτια είναι πολλά.

1. Η μεγάλη διάρκεια και ένταση του προηγούμενου ανοδικού κύκλου που δημιούργησε προσδοκίες διόρθωσης στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων.

2. Η χαλαρή νομισματική πολιτική στις ΗΠΑ σε συνδυασμό με την αύξηση της «διαρθρωτικής» ρευστότητας που σχετίζεται με τις υπερβάλλουσες (έναντι των επενδύσεων) αποταμιεύσεις της Κίνας και των πετρελαιοπαραγωγών χωρών που διοχετεύονται στις δυτικές χώρες και συνέβαλαν στην περαιτέρω αύξηση των τιμών ιδιαίτερα των ακινήτων.

3. Τα προβλήματα εταιρικής διακυβέρνησης των τραπεζών, η έλλειψη διαφάνειας, σε συνδυασμό με την ανεπαρκή αξιολόγηση κινδύνων, τη χαλάρωση της εποπτείας και το σύστημα κινήτρων και αμοιβών.

Κατά την άποψή μου, ο καταλυτικός παράγων μεταξύ των ανωτέρω ήταν η χαλάρωση των εποπτικών κανόνων στις ΗΠΑ με την τροποποίηση από το Κογκρέσο της νομοθεσίας του 1933 (Glass-Steagall Act) που συνέβη το 1999 (Gramm-Leach-Bliley Act). Ακολούθησε, με την επιρροή ισχυρών παραγόντων της Γουόλ Στριτ, η γενικότερη χαλάρωση των ρυθμιστικών κανόνων του χρηματοπιστωτικού συστήματος με την ανοχή της Fed και η σταδιακή μετατροπή του σε μηχανισμό τοποθετήσεων υψηλού κινδύνου και υψηλών αμοιβών, με τα γνωστά, και οδυνηρά, επακόλουθα.

Στη νέα αρχιτεκτονική του χρηματοπιστωτικού συστήματος το μεγαλύτερο βάρος της ευθύνης για την αποφυγή παρόμοιων κρίσεων στο μέλλον ανήκει στις εποπτικές αρχές. Αυτές πρέπει να εξασφαλίσουν:

(α) Διαφάνεια, με την εγγραφή όλων ανεξαιρέτως των συναλλαγών στους ισολογισμούς και τα αποτελέσματα των τραπεζών και την εξασφάλιση μη απόκρυψης των κινδύνων.

(β) Βελτίωση των μεθόδων και διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων, με ελέγχους σε καταστάσεις έντασης, κυρίως όμως με τη σύνδεση των απαιτήσεων κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών με τον οικονομικό κύκλο. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να θεσμοθετηθούν πρόσθετες προβλέψεις κεφαλαιακής επάρκειας όταν ο ρυθμός αύξησης του ενεργητικού των τραπεζών ξεπερνά ένα όριο το οποίο σχετίζεται με την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ.

(γ) Συντονισμό των εποπτικών αρχών, με σκοπό την αποφυγή του ρυθμιστικού arbitrage.

(δ) Αναβάθμιση και ανεξαρτητοποίηση των εποπτικών αρχών με την τοποθέτηση στελεχών αδιαμφισβήτητου κύρους, ανεξαρτησίας και ικανοτήτων.

(ε) Αναθεώρηση επί το αυστηρότερον των κανόνων εποπτείας του λεγόμενου «σκιώδους» χρηματοπιστωτικού συστήματος (hedge funds, private equity funds).

(στ) Αναθεώρηση των κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης, ιδιαίτερα του τρόπου εγκρίσεως των πάσης φύσεως αμοιβών και κινήτρων των στελεχών.

(ζ) Αναθεώρηση επί το αυστηρότερον των κανόνων λειτουργίας των οργανισμών αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και του κινδύνου των προϊόντων που παρέχουν.

(η) Αναθεώρηση της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ενωσης με σκοπό την παροχή της δυνατότητας στην ΕΚΤ να δρα ως «τελευταίο καταφύγιο δανεισμού» για το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Σε όρους πολιτικής οικονομίας, η νέα αρχιτεκτονική του χρηματοπιστωτικού συστήματος ως αδήριτη ανάγκη της τρέχουσας κρίσης θα είναι, όπως πολλές φορές στο παρελθόν, ένας νέος συμβιβασμός μεταξύ της δημοκρατίας και του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι βασική αρχή της δημοκρατίας είναι ότι η ελευθερία του ενός σταματά εκεί όπου αρχίζει η ελευθερία του άλλου. Η αρχή αυτή παραβιάστηκε βάναυσα με τη μετατροπή κολοσσιαίων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, στην ουσία της καρδιάς του συστήματος της ελεύθερης οικονομίας, σε καζίνα.

  • Ο κ. Ι. Στουρνάρας είναι καθηγητής Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, επιστημονικός διευθυντής του ΙΟΒΕ.

Το ΒΗΜΑ, 05/10/2008