ΤΟ ΒΗΜΑ: 04/01/2014
Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014
Ευκαιρία για αλλαγή οικονομικού μοντέλου
ΤΟ ΒΗΜΑ: 04/01/2014
Κυριακή 17 Ιουνίου 2012
H ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ως απάντηση στην κρίση
Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010
Οικονομικά αιτήματα και πάλη αξιών
- Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΡΟΥΣΗ Καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου
Η πολύμορφη, γενικευμένη επίθεση ενάντια στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες και η συνεπαγόμενη ενδυνάμωση του αυταρχισμού και της καταστολής έτσι ώστε να καμφθούν οι όποιες αντιδράσεις, έχει σαν συνέπεια το ίδιο το κίνημα αντίστασης να ρίχνει το βάρος του σε διεκδικήσεις οικονομικού χαρακτήρα και δευτερευόντως σε διεκδικήσεις που έχουν να κάνουν με την υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών.
Ετσι όμως από τη μια υποβαθμίζεται μια σημαντική πτυχή της επίθεσης του κεφαλαίου, που έχει να κάνει με την παραμόρφωση των ανθρώπων η οποία συντελείται μέσω των αξιών που προωθεί το κυρίαρχο καπιταλιστικό σύστημα και από την άλλη περιορίζεται η προοπτική διεξόδου σε μια βελτίωση των υλικών όρων ζωής, αν όχι μόνο των αμοιβών, και δεν προβάλλεται ο πυρήνας της απελευθερωτικής προοπτικής, που δεν είναι άλλος από την αναγωγή σε κυρίαρχο του ελεύθερου δημιουργικού χρόνου και την ανάδειξη σε κυρίαρχη αξία της ανεμπόδιστης ανάπτυξης του ανθρώπου.
Πιο ειδικά, όσον αφορά τις αντιδράσεις ενάντια στη συρρίκνωση των απολαβών των εργαζομένων, αντιδράσεις οι οποίες είναι όχι μόνο καθ' όλα θεμιτές αλλά και εκείνες που ως οι πλέον απτές ενοχλούν πιο άμεσα το κεφάλαιο, καλό είναι να θυμίσουμε τόσο το χαρακτήρα τους όσο και τα όριά τους.
Ετσι λοιπόν δεν πρέπει να ξεχνάμε:1. Οτι μια αύξηση των απολαβών των εργαζομένων σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει και περιορισμό της εκμετάλλευσής τους. Το αντίθετο μάλιστα, μπορεί να έχουμε αύξηση μισθού και ταυτόχρονα αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης στο βαθμό που το ποσοστό της υπεραξίας αυξάνεται.
2. Οπως γράφει ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο», μια αύξηση στους μισθούς «σημαίνει μόνο ότι το μήκος και το βάρος της χρυσής αλυσίδας, που έχει ήδη σφυρηλατήσει για λογαριασμό του ο μισθωτός εργάτης, επιτρέπεται να χαλαρώσει λιγάκι»(1).
3. Οπως πολύ γλαφυρά γράφει ο Καστοριάδης, μια αύξηση του μισθού κατά 10% κάθε άλλο παρά σημαίνει μια ανάλογη μείωση της αποξένωσης του εργαζόμενου, η οποία και μπορεί να αυξηθεί παράλληλα με την αύξηση του μισθού.
Πέρα, λοιπόν, από τις οικονομικές διεκδικήσεις πέρα από τις διεκδικήσεις που σχετίζονται με ζητήματα δημοκρατίας, πέρα από την υπεράσπιση των κεκτημένων, πέρα ακόμη από την προβολή της αναγκαιότητας μιας ριζοσπαστικής πολιτικής αλλαγής, η οποία πολύ συχνά εντάσσεται στο συνδυασμό ενός λεκτικού ριζοσπαστισμού με τον πραγματικό οπορτουνισμό, πρέπει να ανοίξει ένα νέο μέτωπο πάλης ενάντια στις κυρίαρχες αξίες και τον τρόπο ζωής του καπιταλισμού. Ενα μέτωπο πάλης το οποίο ενάντια στο μονοθεϊσμό του χρήματος, τον αδηφάγο ανταγωνισμό, θα προβάλει, όπως μας προτρέπει ο Μαρκούζε, την άρνηση της ανάγκης του κέρδους, την άρνηση του ανταγωνισμού, την άρνηση της συμμόρφωσης, την άρνηση της ανάγκης της μη παραφωνίας, της μη ελευθεριότητας, την άρνηση της ανάγκης για μια σπάταλη παραγωγικότητα, την άρνηση της ζωτικής ανάγκης της απατηλής απώθησης των ενστίκτων, την ανάγκη ηρεμίας, ομορφιάς, τη χαρά της δωρεάν ευτυχίας...(2)
Απέναντι στην κυριαρχία του φαίνεσθαι, και του έχειν, του ατομισμού και του λαβείν, θα πρέπει να αντιτάξουμε μια κοινωνία του είναι, της αλληλεγγύης και του δούναι, όπως γράφει και ο φίλος Σκαμνάκης(3). Απέναντι σε μια ζωή που χάνεται κερδίζοντάς την, να αντιτάξουμε μια ζωή με κυρίαρχη την ελεύθερη δραστηριότητα πέρα από τον οικονομικό καταναγκασμό.
Ιδεαλιστικά, διανοουμενίστικα σκιρτήματα, θα σπεύσουν να αναφωνήσουν ορισμένοι. Κατεξοχήν υλιστικά αιτήματα θα σπεύσω να αντιτάξω. Διότι όσο κυριαρχούν οι αξίες και η ιδεολογία της αστικής τάξης στις λαϊκές μάζες, αυτές οι αξίες μετατρέπονται σε υλική δύναμη ενσωμάτωσής τους, κατ' αναλογία της επαναστατικής θεωρίας, η οποία, όπως επισήμαινε ο Μαρξ, μετατρέπεται σε υλική δύναμη στο βαθμό που γίνεται κτήμα των μαζών.
- (1) Marx, «Capital», σελ. 769.
- (2) Χέρμπερτ Μαρκούζε, «Το τέλος της ουτοπίας», σελ. 17.
- (3) Θανάσης Σκαμνάκης, «Τα οχυρά μας», «Πριν» Σαββάτο 14 Αυγούστου 2010, σελ. 9.
- Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010
Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010
Το μνημόνιο και η αίσθηση του μέτρου
- Του ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΟΣ ΜΑΡΑΒΕΓΙΑ Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Πολλές περιπτώσεις απώλειας της αίσθησης του μέτρου στις κοινωνικές και πολιτικές συμπεριφορές επιβεβαιώνουν τις παραπάνω διαπιστώσεις. Ετσι στην περίοδο της δικτατορίας, από τη λατρεία της εθνικοφροσύνης, την απόλυτη πειθαρχία, την παντελή έλλειψη δημοκρατίας , τον άκριτο σεβασμό της ιεραρχίας κ.ά, στη μεταπολίτευση περάσαμε στο άλλο άκρο. Στη σημερινή εποχή, από το ένα άκρο των ολέθριων πρακτικών ασυδοσίας μεγάλης μερίδας του πολιτικού κόσμου, με την ανοχή και τη συνενοχή ενός μέρους της κοινωνίας στην προηγούμενη περίοδο, περνάμε τώρα στο άλλο άκρο, όπου παρατηρούμε πρακτικές υπερβολικής «σύνεσης» στην εφαρμογή του γνωστού Μνημονίου, οι οποίες έχουν, βεβαίως, άμεσο δημοσιονομικό ή/και οικονομικό όφελος, βλάπτουν, όμως, την συνοχή της ελληνικής κοινωνίας, δημιουργώντας νέα φτώχεια και διευρύνοντας τον κοινωνικό αποκλεισμό.
- Σημαντικοί έλληνες συγγραφείς έχουν επισημάνει το φαινόμενο του εκκρεμούς σε πολλές εκφάνσεις του δημόσιου βίου της χώρας μας. Το φαινόμενο αυτό συνίσταται στη μετακίνηση από το ένα άκρο στο άλλο χωρίς ενδιάμεσες θέσεις. Μ' άλλα λόγια, πρόκειται για απώλεια αίσθησης του μέτρου, το οποίο στην κλασική αρχαιότητα αποτελούσε μια από τις σημαντικότερες αρετές στη συμπεριφορά τόσο των πολιτών όσο και των πολιτικών.
Αξίζει να αναφερθούν δυο ακραία παραδείγματα. Από το ένα άκρο του εκκρεμούς, δηλαδή την απόλυτη σπατάλη στην απονομή των συντάξεων με ελάχιστο χρόνο υπηρεσίας σε πολλές κατηγορίες εργαζομένων, η σημερινή μεταρρύθμιση περνάει στο άλλο άκρο με απόλυτα θύματα μάλιστα τις μητέρες ανηλίκων. Πρόκειται προφανώς για προσαρμογή στα ισχύοντα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ομως στη χώρα μας αυτή η ευνοϊκή μεταχείριση των γυναικών ήταν και το μοναδικό μέτρο προστασίας της μητρότητας και αντιμετώπισης της υπογεννητικότητας. Είναι γνωστό ότι το σύστημα παιδικών σταθμών, δημόσιων σχολείων, επιδομάτων των πολύτεκνων μητέρων κ.ά., που σε άλλες χώρες είναι πρώτη προτεραιότητα του κοινωνικού κράτους, στην Ελλάδα πάσχει από χρόνια ανεπάρκεια.
Μια άλλη περίπτωση απώλειας της αίσθησης του μέτρου είναι η επιχειρούμενη μείωση του κατώτατου μισθού στον ιδιωτικό τομέα και η δυνατότητα κατάργησης των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Τέτοιες ρυθμίσεις, σε συνδυασμό με την ελαστικότητα στις απολύσεις, βελτιώνουν την πολύ χαμηλή διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, πράγμα απολύτως αναγκαίο, οδηγούν, όμως, σε πλήρη απαξίωση την εργασία των νέων εργαζομένων με ανυπολόγιστες ηθικές, πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες.
Οι περικοπές των αμοιβών στο δημόσιο τομέα, η μεγαλύτερη φορολόγηση των ήδη φορολογουμένων, η πλήρης ανατροπή των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών δεδομένων, η πίεση για χαμηλότερες αμοιβές στον ιδιωτικό τομέα, η αύξηση της ανεργίας κ.ά. στο πλαίσιο της εφαρμογής του Μνημονίου (το οποίο περιλαμβάνει τους όρους διάσωσης της χώρας μας από την πτώχευση), έχουν προφανώς ένα όριο πέραν του οποίου καμιά πολιτική προσπάθεια πειθούς δεν μπορεί να τιθασεύσει τις αντιδράσεις.
Ποιο θα είναι το τελικό όφελος αν σωθεί η ελληνική οικονομία από την πτώχευση, αλλά έχει χαθεί κάθε ικμάδα διάθεσης για δημιουργική εργασία μέσα σε μια γενικευμένη κοινωνική και πολιτική αναταραχή; Η αίσθηση του μέτρου όταν επιχειρούνται μεγάλες μεταρρυθμίσεις, είναι αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχία τους. Τα όρια της πολιτικής και κοινωνικής ελαστικότητας πρέπει πάντοτε να υπολογίζονται από τους μεταρρυθμιστές γιατί διαφορετικά η αποτυχία της προσπάθειας είναι σίγουρη. Οι «επιτυχημένες» εγχειρήσεις δεν εξασφαλίζουν πάντοτε την επιβίωση του ασθενούς. [Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 4 Ιουλίου 2010]
Επίσημοι παλιάτσοι
- Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΡΟΥΣΗ Καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου
Στην πραγματικότητα ενώ όλοι τους καμώνονται πως αναγνωρίζουν το δικαίωμα στην απεργία και την κινητοποίηση, όταν αυτά τα δικαιώματα εφαρμόζονται στην πράξη, τα καταγγέλλουν από τη μια ως αντιδημοκρατικά και από την άλλη διότι πλήττουν άλλες κατηγορίες πολιτών από εκείνες που κινητοποιούνται, ενώ η αιτία της κινητοποίησης, τα αιτήματα εκείνων που κινητοποιούνται, παραμένουν συνήθως άγνωστα.
- Ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται οι κινητοποιήσεις των εργαζομένων από τα διάφορα, βασιλικότερα του βασιλέως, φερέφωνα της κυβέρνησης, είναι όλο και πιο προκλητικός.
Ετσι οι αγωνιζόμενοι παρουσιάζονται ως αντικοινωνική ομάδα που στρέφεται κατά της υπόλοιπης κοινωνίας, η οποία όμως αντιμετωπίζεται ως νομιμόφρων και μη αντικοινωνική όσο βρίσκεται σε χειμερία νάρκη. Και για να μην ξεχνιόμαστε, θυμίζω ότι οι αγρότες κατηγορούνται διότι εμποδίζουν τη διέλευση των οχημάτων και των εμπορευμάτων. Οι καταληψίες φοιτητές διότι παρεμποδίζουν όσους θέλουν να εργαστούν ή να διδαχτούν να μπουν στις αίθουσες.
Οι όποιοι διαδηλωτές διότι πλήττουν τους μαγαζάτορες και δημιουργούν κυκλοφοριακό . Οι οδοκαθαριστές διότι πλήττουν τη δημόσια υγεία και την εικόνα των πόλεων. Οι ναυτεργάτες διότι πλήττουν τον τουρισμό και τη ναυτιλία. Υποθέτω, οι δημοσιογράφοι επειδή μας στερούν τις ειδήσεις... και πάει λέγοντας. Στην πραγματικότητα εκείνο που επιδιώκεται είναι:
*Να θαφτούν οι αιτίες που γεννούν τις κινητοποιήσεις.
*Να στραφεί η υπόλοιπη κοινωνία ενάντια σε όποιον κινητοποιείται, και να υποσκαφτεί η έκφραση αλληλεγγύης στα δίκαια αιτήματα των εργαζομένων.
*Να αναχθούν σε κυρίαρχες οι παράπλευρες απώλειες της όποιας κινητοποίησης και όχι οι απώλειες που προκύπτουν από τα αντιλαϊκά μέτρα που οδηγούν στις κινητοποιήσεις, μέτρα τα οποία υποστηρίζεται ξεδιάντροπα ότι λαμβάνονται για το καλό των εργαζομένων. Ετσι για παράδειγμα συνέβη με την «απελευθέρωση» των απολύσεων η οποία, όπως δήλωνε ανερυθρίαστα ο κ. Μανώλης Καψής στο δελτίο του Mega της 19/6/2010, καταπολεμά την ανεργία.
*Και κυρίως και πάνω απ' όλα επιδιώκεται να περιοριστούν ακόμη και τα λειψά αστικά δικαιώματα σε απλές διακηρύξεις αρχών, οι οποίες από τη στιγμή που πλήττουν στην πράξη την αστική τάξη και την εξουσία της, αυτή τα καταπολεμά είτε άμεσα καταστέλλοντάς τα, είτε δικαστικά, είτε χρησιμοποιώντας τα ιδεολογικά βαποράκια της.
Με αυτόν τον τρόπο όμως αποδεικνύουν τα πραγματικά όρια των αστικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, αποδεικνύουν ότι ο σεβασμός τους όχι μόνον μπαίνει σε δεύτερη μοίρα απ' ό,τι η υπεράσπιση του αστικού καθεστώτος, αλλά ακόμη ότι η ουσιαστικοποίησή τους προϋποθέτει την υπέρβασή του.
Είναι σαφές ότι η βαθύτατα ταξική, αντιδραστική, πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνηση για να μπορέσει να εφαρμοστεί στην πράξη, θα συνοδευτεί από την ένταση του αυταρχισμού και της άμεσης βίας. Αυτό όμως όχι μόνο δεν αρκεί, αλλά είναι και επικίνδυνο για το ίδιο το σύστημα, στο βαθμό που είναι απαράβατος νόμος η βία να γεννά βία. Γι' αυτό και επιδιώκεται ταυτόχρονα να αποσπαστεί η μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση, αν όχι άμεσα υπέρ των «κακών» μεν «αναγκαίων» δε για τη «σωτηρία της πατρίδας» αντιλαϊκών μέτρων , τουλάχιστον έμμεσα κατά όσων κινητοποιούνται εναντίον τους.
Σε αυτόν το θλιβερό ρόλο έχουν ενταχθεί και όλοι εκείνοι οι κατά Νίτσε «επίσημοι παλιάτσοι», εκείνοι οι «περιττοί» και «ευκίνητοι πίθηκοι» που κάθε βράδυ εκ του ασφαλούς «χύνουνε τη χολή τους» κατά των αγωνιζόμενων εργαζομένων και των κινητοποιήσεών τους και αυτό το ονομάζουν ειδήσεις.
Μια και μοναδική απάντηση μπορεί να τους δοθεί. Να αντιδράσουμε σύσσωμοι ως «αντικοινωνικοί» γι' αυτούς πολίτες, και να τους αφήσουμε με μοναδικό σύμμαχο την τάξη που κάποτε πολλοί απ' αυτούς έφτυναν και σήμερα γλείφουν. [Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 4 Ιουλίου 2010]
Σάββατο 27 Ιουνίου 2009
Οικονομική κρίση και κρίση ιδεολογιών
Του Kevin Featherstone*, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 28/6/2009
Bρισκόμαστε στο μέσο της μεγαλύτερης χρηματοπιστωτικής κρίσης που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. Παράλληλα, η παγκόσμια οικονομία διέρχεται τη βαθύτερη και πιο παρατεταμένη ύφεση από την εποχή του κραχ. Οι αποφάσεις που παίρνονται αυτήν τη στιγμή θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τις επιπτώσεις των δραματικών αυτών φαινομένων στους περισσότερους από εμάς. Στην καλύτερη περίπτωση, το μεσοπρόθεσμο οικονομικό μας μέλλον έχει έλθει τα πάνω - κάτω. Ορισμένοι ειδικοί αρχίζουν να διαβλέπουν φως στην άκρη του τούνελ, αλλά οι απόψεις διίστανται. Το σίγουρο είναι πάντως ότι το χρηματικό κόστος της κρίσης, αλλά και οι απώλειες θέσεων εργασίας, ειδικά μεταξύ των νέων, έχουν λάβει πρωτοφανείς διαστάσεις.
Εντούτοις, ο πολιτικός αντίκτυπός της παραμένει ακόμη ασαφής. Οπως ήταν αναμενόμενο, η δημοφιλία των περισσότερων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων έχει υποστεί πλήγμα εξαιτίας της αποτυχίας τους να αποτρέψουν την κρίση. Τα ποσοστά αποδοχής του Γκόρντον Μπράουν και του Νικολά Σαρκοζί έχουν καταβαραθρωθεί, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι είχε ήδη αρχίσει να χάνει έδαφος πριν ξεσπάσουν τα πρόσφατα σκάνδαλα και ο Χοσέ Λουί Θαπατέρο έχει απολέσει την εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης, μόλις 15 μήνες μετά τις εκλογές.
Από την άλλη πλευρά όμως, ορισμένοι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν επλήγησαν όσο θα περίμενε κανείς. Στην Ελλάδα ο Καραμανλής συνεχίζει να θεωρείται καταλληλότερος πρωθυπουργός από τον Παπανδρέου, ενώ στη Γερμανία η «σιδηρά» Αγκελα Μέρκελ παραμένει η δημοφιλέστερη πολιτικός της χώρας. Παράλληλα, το κόμμα του Σαρκοζί τα πήγε αρκετά καλά στις ευρωεκλογές, ενώ οι Σοσιαλιστές του Θαπατέρο αναδείχθηκαν το ισχυρότερο κεντροαριστερό κόμμα στην Ευρώπη.
Στο μεταξύ, η οικονομική κρίση δεν φιγουράρει τόσο συχνά πια στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, αφού την αντικατέστησαν τα σκάνδαλα. Προτιμάμε να ασχολούμαστε με το αν ο Μπερλουσκόνι πλήρωσε ιερόδουλες και με τα προσωπικά έξοδα των Βρετανών βουλευτών που επιβάρυναν τους φορολογουμένους. Ισως και λόγω της αβεβαιότητας που χαρακτηρίζει την οικονομική κρίση, μας έρχεται πιο βολικό να συζητάμε για σκάνδαλα.
Οι παραδοσιακές ιδεολογίες, που βρίσκονταν ήδη σε κρίση, έχουν αναστείλει πλήρως τη λειτουργία τους. Επομένως, λείπει από την κοινή γνώμη το πλαίσιο που θα καθοδηγήσει τις πολιτικές της επιλογές. Παρότι η κίνηση του Τζορτζ Μπους να εθνικοποιήσει τράπεζες συνιστά εντυπωσιακή ιδεολογική μετατόπιση, η κρίση των παραδοσιακών «παραδειγμάτων» και η απεγνωσμένη αναζήτηση λύσεων είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς σε ολόκληρη την Ευρώπη. Μέχρι πρότινος, ο Σαρκοζί επέμενε για την ανάγκη να μεταρρυθμιστεί η γαλλική οικονομία, ούτως ώστε να καταστεί πιο ευέλικτη και πιο ανταγωνιστική. Δεν έκρυβε τον θαυμασμό του για το αγγλοσαξονικό μοντέλο και την απογοήτευσή του με τον παραδοσιακό γαλλικό «κρατισμό». Τώρα, ανακρούει πρύμναν, υπερασπίζεται τις αρετές του γαλλικού συστήματος σε εποχές κρίσης και φτάνει στο σημείο να κάνει μαθήματα στο Λονδίνο. Στη βρετανική πρωτεύουσα, η εργατική κυβέρνηση, που είχε εκφράσει την παράδοξη άποψη ότι επικροτεί τον πλουτισμό των ανθρώπων, βρίσκεται πλέον στη δύσκολη θέση να απολογείται για τους τεράστιους μισθούς και τα μπόνους των «αχόρταγων» τραπεζιτών. Ο Μπράουν δέχεται σκληρή κριτική για έλλειψη οράματος ή, με άλλα λόγια, για την ιδεολογική του σύγχυση. Ακόμη και στη Γερμανία, η δημοτικότητα της Αγκελα Μέρκελ εδράζεται εν μέρει στο γεγονός ότι δεν είναι η τυπική δεξιά πολιτικός: πρόκειται για μια κεντρώα υπερασπιστή του μετριοπαθούς συντηρητισμού, η οποία έχει έλθει και σε σύγκρουση με αντιφρονούντες ακόμη και στο ίδιο της το κόμμα.
Η κοινή γνώμη έχει χάσει την υπομονή της και ψάχνει αποδιοπομπαίους τράγους, αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι δεν είναι βέβαιη για το ποιον θα πρέπει να υποστηρίξει. Στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία, η αντιπολίτευση είναι σχεδόν υπό διάλυση και δεν φαίνεται ικανή να αποκομίσει πολιτικά οφέλη από την κρίση. Στην Ισπανία, η κεντροδεξιά αντιπολίτευση κατάφερε να κερδίσει, αλλά όχι με αρκετά μεγάλη διαφορά που να της προσδίδει αέρα νίκης. Ακόμη και στη Βρετανία, όπου ο Γκόρντον Μπράουν είναι λιγότερο δημοφιλής και από τον διάβολο, οι Συντηρητικοί δεν έχουν καταφέρει ακόμη να πείσουν ότι αποτελούν αξιόπιστη εναλλακτική λύση.
Αναμφίβολα, οι ευρωεκλογές ανέδειξαν την ενίσχυση της ακροδεξιάς. Την 65η επέτειο από την απόβαση στη Νορμανδία, η Βρετανία εξέλεξε δύο νεοφασίστες στην Ευρωβουλή. Στη Γαλλία, το Εθνικό Μέτωπο του Ζαν Μαρί Λεπέν αποδυναμώθηκε, κυρίως επειδή άρχισε να φλερτάρει ο Σαρκοζί με το κομματικό του ακροατήριο. Οι θέσεις που εξέφρασε πρόσφατα για τη μαντίλα είναι ενδεικτικές της στρατηγικής του. Στο μεταξύ, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι οι ταραχές που συγκλόνισαν την Ελλάδα και τη Γαλλία δεν θα επαναληφθούν σε μιαν άλλη χώρα, καθώς χάνονται θέσεις εργασίας με αποτέλεσμα να κατηγορούνται οι ξένοι μετανάστες. Από τη Βόρεια Ιρλανδία, όπου γνωρίζουν καλά τι σημαίνουν διακρίσεις, Ρουμάνοι εργάτες επιστρέφουν εσπευσμένα στην πατρίδα τους για να αποφύγουν τους βίαιους προπηλακισμούς.
Εν ολίγοις, η πολιτική μας διέρχεται μεγαλύτερη κρίση και από την οικονομία. Με τα παραδείγματά μας να καταρρέουν και τις θέσεις μας να αλλάζουν συνεχώς, καταφεύγουμε στα διασκεδαστικά σκάνδαλα, τις κρυφές ματιές στην προσωπική ζωή των ηγετών μας και σε θέματα τρόπου ζωής με θρησκευτική ζέση. Διψάμε για αποπροσανατολισμό. Την ίδια στιγμή, το πολιτικό μας σύστημα χάνει τη νομιμοποίησή του και αγνοούμε προβλήματα που θα μας απασχολήσουν μακροπρόθεσμα. Κρατάμε τις πολιτικές μας επιλογές ανοικτές, σε σημείο που οποιοσδήποτε σχεδόν μπορεί αύριο να εκλεγεί πρωθυπουργός. Μένει να δούμε ποιος θα είναι τελικά ο πολιτικός αντίκτυπος της κρίσης.
- * Ο Kevin Featherstone είναι καθηγητής στο London School of Economics, όπου διευθύνει το Ελληνικό Παρατηρητήριο.
Κυριακή 22 Μαρτίου 2009
«Η λύση, το ανοικτό κόμμα»
- άρθρο του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ*
- Η διεθνής οικονομική κρίση ήταν ως προς τα αίτιά της και είναι ως προς την αντιμετώπισή της, κρίση κατεξοχήν πολιτική.
1 Η απουσία σοβαρών θεσμών παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης οφείλεται στην άρνηση των ισχυρών εθνικών και περιφερειακών οικονομιών να τους δεχθούν. Η δε Ευρωπαϊκή Ενωση φάνηκε απόλυτα επαναπαυμένη στην αντίληψη ότι θα υπάρχουν πάντα ομαλές συνθήκες λειτουργίας της διεθνούς και της ευρωπαϊκής οικονομίας. Μηχανισμοί πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων δεν είχαν, ούτε έχουν ακόμη συγκροτηθεί.* Ο ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ είναι βουλευτής του ΠΑΣΟΚ και πρώην υπουργός
2 Στην Ελλάδα, όμως, ο πολιτικός χαρακτήρας της κρίσης δεν συνδέεται μόνον με τα εμφανή κενά του συστήματος εποπτείας στο χρηματοοικονομικό σύστημα, αλλά με ολόκληρο το περιβάλλον του δημόσιου βίου που έχει καταστεί εδώ και καιρό.
Ανεξάρτητα από τη διεθνή κρίση και τις επιπτώσεις της και κατά μείζονα λόγο εξαιτίας αυτών στην Ελλάδα έχει πλέον εγκατασταθεί μια καθολική κρίση εμπιστοσύνης. Πρόκειται για κρίση πολιτικής νομιμοποίησης και αντιπροσώπευσης, για κρίση της δημόσιας ηθικής, για κρίση των αξιακών παραδοχών. Η κρίση της οικονομίας μετασχηματίζεται κατά τον τρόπο αυτό σε κρίση αποτελεσματικότητας του κράτους, σε κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, σε κρίση αξιοπιστίας του πολιτικού λόγου.
3 Ολοι πλέον αποδέχονται ότι τόσο η υπέρβαση της οικονομικής κρίσης, που είναι κρίση χρηματοοικονομική, κρίση δημοσιονομική και κρίση του παραγωγικού σχήματος της χώρας, όσο και η λήψη των αναγκαίων διαρθρωτικών μέτρων έχουν ως κοινή προϋπόθεση την επέμβαση στο κράτος: στη λειτουργία της κυβέρνησης, στη λειτουργία της Βουλής και ιδίως στην ποιότητα του νομοθετικού έργου, στη δημόσια διοίκηση, στους αρμούς που συνδέουν το κράτος με την οικονομία, στην τοπική αυτοδιοίκηση, στο εκπαιδευτικό σύστημα, στα μεγάλα συστήματα του κοινωνικού κράτους, στους θεσμούς του κράτους δικαίου και κυρίως στη λειτουργία της δικαιοσύνης.
Η ενιαία βάση όλων αυτών των προβλημάτων είναι το πολιτικό σύστημα και ιδίως η συνάρθρωση του κομματικού συστήματος με τους θεσμούς του αντιπροσωπευτικού κοινοβουλευτικού συστήματος διακυβέρνησης, όπως αυτό διαμορφώθηκε τα τελευταία τριάντα πέντε (1974-2009) χρόνια.
4 Είναι, συνεπώς, λογικό να τροφοδοτείται διαρκώς μια δημόσια συζήτηση που έχει ως επωδό την ανάγκη αλλαγής του πολιτικού συστήματος.
Η συζήτηση, όμως, αυτή διεξάγεται κατά τρόπο αποσπασματικό. Εστιάζει το ενδιαφέρον της σε ορισμένα «αγαπημένα» θέματα όπως η ριζική αλλαγή του εκλογικού συστήματος, η ανάγκη για ένα «Καποδίστρια ΙΙ» ή η συγκρότηση μικρότερων, ευέλικτων κυβερνητικών σχημάτων με στόχο το λεγόμενο επιτελικό κράτος σε επίπεδο κεντρικής διοίκησης κ.ο.κ.
Παράλληλα, διεξάγεται και η διαρκής συζήτηση για τις αναγκαίες αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα, την αναγέννηση του ΕΣΥ, τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος κ.ο.κ.
5 Πεποίθησή μου, επιστημονική και πολιτική, είναι ότι καμία από τις αναγκαίες αυτές τομές δεν είναι εφικτή, αν η αλλαγή δεν αρχίσει από το ίδιο το κομματικό φαινόμενο, από τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των κομμάτων και του κομματικού συστήματος συνολικά. Αν δεν επιβληθεί στην πράξη το μοντέλο ενός συλλογικού, εσωτερικά δημοκρατικού, αποκεντρωμένου, «ανοικτού» κόμματος που επιτρέπει στους πολίτες να νιώθουν ότι πράγματι συμμετέχουν στο κοινωνικό γίγνεσθαι και αντιπροσωπεύονται από τους πολιτικούς θεσμούς αρχής γενομένης από τα ίδια τα κόμματα.
Το μοντέλο ενός κόμματος που δεν έχει ολιστική αντίληψη για το κράτος, την κοινωνία, την οικονομία. Που δεν θέλει να παρεμβαίνει οργανωτικά παντού, αλλά αφήνει χώρο στους πολίτες, τις τοπικές κοινωνίες, την εκπαιδευτική κοινότητα, την επιστημονική και επαγγελματική αξιοκρατία.
* Πώς μπορεί να μεταβληθεί το πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο οργάνωσης της κυβέρνησης που οδηγεί αναγκαστικά στο μοντέλο ενός υπερσυγκεντρωτικού, μοναχικού και, αργά ή γρήγορα, αναποτελεσματικού μεγάρου Μαξίμου, αν δεν αλλάξει ο τρόπος λειτουργίας του κόμματος της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας;
Το πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα οργάνωσης της κυβέρνησης είναι το ομόλογο του αρχηγικού συστήματος οργάνωσης των κομμάτων.
* Κατά την ίδια λογική, τι νόημα έχει η υιοθέτηση ενός εκλογικού συστήματος κοντινού προς το γερμανικό, εάν η διάκριση των βουλευτών σε αυτούς της ενιαίας εθνικής ή περιφερειακής λίστας και αυτούς των μονοεδρικών περιφερειών και η επιλογή των υποψηφίων θα γίνεται χωρίς ουσιαστικές δημοκρατικές διαδικασίες;
* Πώς μπορεί να αναβαθμιστεί η λειτουργία της Βουλής και ο ρόλος των βουλευτών, όταν η Βουλή λειτουργεί απολύτως ως «Βουλή των κομμάτων» και δεν αφήνει κανένα περιθώριο κίνησης στους βουλευτές καθώς οτιδήποτε αποκλίνει -ακόμη και λεκτικά- από την κομματική γραμμή εκλαμβάνεται ως σκάνδαλο;
* Πώς μπορεί να προωθηθεί η αποκεντρωτική λειτουργία του κράτους, όταν τα ίδια τα κόμματα έχουν έντονα συγκεντρωτική λειτουργία με περιφερειακά όργανα που στερούνται ουσιαστικών πολιτικών αρμοδιοτήτων;
* Πώς μπορούν να θεσπιστούν νέες εγγυήσεις υπέρ της διαφάνειας, όταν υπάρχουν ισχυρές επιφυλάξεις για τη χρηματοδότηση και την οικονομική διαχείριση των κομμάτων;
Ολες δε οι παθογένειες της λεγόμενης κεντρικής πολιτικής σκηνής, που ανάγονται τελικά στον τρόπο οργάνωσης των κομμάτων, μεταφέρονται, συχνά με οξύτερο τρόπο, στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης και των συνδικαλιστικών οργανώσεων.
6 Το κυριότερο, όμως, πρόβλημα αφορά την ποιότητα του πολιτικού λόγου, ιδίως όταν αυτός καλείται να αντιμετωπίσει έκτακτα ζητήματα όπως η παρούσα διεθνής οικονομική κρίση.
Ενα πολιτικό σύστημα εγκλωβισμένο στις νοοτροπίες των τελευταίων 35 ετών δύσκολα μπορεί να υπερβεί κάποια στερεότυπα που ανάγουν τα πάντα στη διαχρονική σύγκρουση αφ' ενός μεν μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων, αφ' ετέρου δε των μικρότερων κομμάτων με τα δύο μεγάλα.
Η κατάσταση αυτή έχει ως κύριο θετικό σημείο τη δυνατότητα να συγκροτούνται αυτοδύναμες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Είναι, όμως, άνευ σημασίας μια αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία παλαιού τύπου, δηλαδή αλαζονική και αυτάρεσκη.
Απαιτείται μια νέου τύπου αντίληψη περί αυτοδυναμίας που να λειτουργεί ως εγγύηση σταθερότητας, αποτελεσματικότητας και αξιοπιστίας. Ταυτοχρόνως, όμως, και ως βάση για τις αναγκαίες, προγραμματικά έγκυρες, συνεργασίες και τις ακόμη ευρύτερες κοινωνικές συναινέσεις χωρίς τις οποίες δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν τα σημερινά προβλήματα.
Ολα αυτά προϋποθέτουν, ωστόσο, βαθιές και γενναίες αλλαγές στην ίδια τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τη νοοτροπία των κομμάτων, ιδίως δε των πολυσυλλεκτικών κομμάτων εξουσίας.
7 Υποστηρίζω τις θέσεις αυτές εδώ και χρόνια τόσο θεωρητικά με τα βιβλία μου για το «ανοικτό» κόμμα και την μετα-αντιπροσωπευτική δημοκρατία, όσο και με συνεχείς παρεμβάσεις στα συνέδρια και τις άλλες εσωκομματικές διαδικασίες του ΠΑΣΟΚ.
Θέλω να πιστεύω ότι όλα αυτά έχουν καταστεί κοινή συνείδηση στο ΠΑΣΟΚ, που καλείται τώρα να διαχειριστεί μια ιστορική πρόκληση με τη μεγαλύτερη δυνατή αποτελεσματικότητα. Δεν αρκεί, όμως, να συμβεί αυτό μόνον στο ΠΑΣΟΚ. Πρέπει να συμβεί σε όλο το κομματικό φάσμα, εάν θέλουμε να σταθούμε, συνολικά ως κοινωνία, στο ύψος των περιστάσεων.
- ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 22/03/2009
Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2008
Οι «μαύρες μέρες» του 1929-1933
«Ο λαός πεινά - οι καρχαρίες πλουτίζουν». Κάπως έτσι θα μπορούσαν να περιγραφούν απλοϊκά οι επιπτώσεις της κρίσης του 1929-1933 στην Ελλάδα. Οι φράσεις αυτές κι άλλες παρόμοιες βρίσκονται -τότε- στην ημερήσια διάταξη. Οι συγκεκριμένες δεν προέρχονται από κομμουνιστικές εφημερίδες, αλλά από αστικές αντιβενιζελικές. Εκφράζουν σχηματικά τον τρόπο που βιώνει η κοινωνία τα όσα διαδραματίζονταν. Σ αντίθεση με την επίσημη εικόνα, που προβάλλει από τους οικονομικούς δείκτες της ίδιας περιόδου. Οτι, δηλαδή, οι επιπτώσεις του κραχ στη χώρα μας δεν είχαν τις δραματικές διαστάσεις που πήραν αλλού...
Η «μαύρη Πέμπτη» της 24ης Οκτωβρίου 1929 θα περάσει απαρατήρητη στην Ελλάδα. Το ίδιο και οι επόμενες «μαύρες» μέρες για τα διεθνή χρηματιστήρια. Τα πρώτα τηλεγραφήματα των ξένων πρακτορείων περί χρηματιστηριακού πανικού θα δημοσιευτούν στον ελληνικό Τύπο σχεδόν μία εβδομάδα μετά τη θυελλώδη έναρξη του κραχ.
Το γεγονός από μόνο του δείχνει όχι μόνο το επίπεδο ενημέρωσης, αλλά και γενικά το «καθυστερημένο» παντού στη χώρα. Ενδεικτικό είναι ότι ενώ η Γουόλ Στριτ φλέγεται κι αρχίζουν να παίρνουν φωτιά άλλα χρηματιστήρια, το ελληνικό ακολουθεί για αρκετό καιρό τη συνήθη πορεία του. Με μικροδιακυμάνσεις, που αποδίδονται στην κυβερνητική αστάθεια της Γαλλίας!
Καθυστερημένη η ενημέρωση για την κρίση, καθυστερημένες και οι επιπτώσεις της στην ελληνική οικονομία, αλλά και την πολιτική. Για πολλούς και διάφορους λόγους, που μπορούν να συνοψιστούν στον χαρακτήρα και τη δομή της οικονομίας της (κυρίως γεωργική, περιορισμένη βιομηχανία, κατεξοχήν ελλειμματική στις εξωτερικές συναλλαγές, εξαρτημένη από τον δανεισμό κ.ά.).
Η συζήτηση, που γίνεται αρχικώς στη χώρα, περιστρέφεται γύρω από το ερώτημα αν «η στενότης χρήματος» εκείνων των ημερών είναι συγκυριακή ή σύμπτωμα της κρίσης. Αν οφείλεται σε παραδοσιακά τραπεζικά κερδοσκοπικά «κόλπα» και στον πόλεμο που μαίνεται μεταξύ της νεοσύστατης Τραπέζης της Ελλάδος και της Εθνικής (μια σύγκρουση που δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά και πολιτική - κομματική).
- Η απάντηση Βενιζέλου
Στο μείζον ερώτημα αν υπάρχει ή όχι οικονομική κρίση, η κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου σπεύδει να δώσει κατηγορηματικά αρνητική απάντηση. Οπως αρνητικά απαντά στο ίδιο ζήτημα αν όσα συμβαίνουν διεθνώς (χρηματοπιστωτική - τραπεζική κρίση και οικονομική ύφεση) είναι δυνατόν να φθάσουν στη χώρα μας.
Διασκεδάζοντας τις εντυπώσεις και τους φόβους, ο ίδιος ο πρωθυπουργός δίνει και φραστικές εγγυήσεις για τη «δημόσια πίστη και τις καταθέσεις» (Νοέμβριος 1929)!
Οι «μαύρες μέρες» της Γουόλ Στριτ μοιάζουν απόμακρες και ξένες. Η εντύπωση που καλλιεργείται είναι πως δεν έχουν σχέση με την ελληνική οικονομία, που προχωρά με αισιοδοξία στο πρόγραμμα για τη σταθεροποίηση της δραχμής, τα μεγάλα παραγωγικά έργα, την ανασυγκρότηση, τις καλύτερες μέρες κ.λπ. κ.λπ.
Μάταια ο νεαρός καθηγητής Οικονομίας Ξ. Ζολώτας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, αν και λίγο διστακτικά: «Ολη η Αθήνα ρωτά, γράφει στα τέλη του 1929, υφίσταται οικονομική κρίσις εις την Ελλάδα;». Η καταφατική απάντηση δεν γίνεται γενικώς αποδεκτή. Οχι μόνο στη συγκεκριμένη συγκυρία, αλλά και τα επόμενα δυο-τρία χρόνια.
- Με αυταρέσκεια
Ενώ η κρίση απλώνεται στον χρηματιστηριακό τομέα, στον τραπεζικό και την πραγματική οικονομία όλοι οι αρμόδιοι, ακόμη και το 1931, υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα έχει αποφύγει τις χειρότερες συνέπειες. Αυτάρεσκα προβάλλονται ως απόδειξη οικονομικής υγείας οι τρεις συνεχόμενοι ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί (1929-1931).
Ούτε η αντιβενιζελική αντιπολίτευση, όμως, έχει καταλάβει τι συμβαίνει. Επιρρίπτει ευθύνες στην πολιτική της ΤτΕ (πολιτικός στόχος της είναι η συγχώνευση με την Εθνική) και στο σπάταλο κράτος.
Αργησαν απελπιστικά πολιτικοί και οικονομολόγοι να αντιληφθούν ότι η παλιά διεθνής οικονομική τάξη είχε ανατραπεί. Εμειναν καθηλωμένοι σε οικονομικές αρχές του φιλελευθερισμού. Δηλαδή της κυρίαρχης τότε «ορθοδόξου οικονομίας» που κατέρρεε.
Ισως αυτή να είναι και η μεγαλύτερη ομοιότητα μεταξύ της κρίσης του 1929-1933 και των ημερών μας, σε κυβερνητικό επίπεδο.
- Οι περίοδοι της κρίσης
Τυπικά, οι επιπτώσεις της κρίσης έγιναν αισθητές με τρία διαδοχικά κύματα: 1) Από την αρχή της κρίσης έως τον Σεπτέμβριο του 1931, όταν εγκαταλείπεται η σύνδεση της δραχμής με την αγγλική λίρα (μέσω στερλίνας συνδέεται η δραχμή με τον «χρυσό κανόνα»). 2) Από τη σύνδεση της δραχμής με το δολάριο έως την εγκατάλειψη του «κανόνα του χρυσού» τον Απρίλιο του 1932. 3) Από την κήρυξη πτώχευσης μέχρι την τυπική λήξη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης το 1933.
- Η πορεία της πτώσης
Το Ανώτατο Οικονομικό Συμβούλιο (ένα σώμα οικονομικών εμπειρογνωμόνων που συστάθηκε τη δεκαετία του 1930) χωρίζει την περίοδο και τις επιπτώσεις της στην οικονομία σε πέντε στάδια. Σε καθένα αποδίδει κι ένα χαρακτηριστικό, με βάση τις εκτιμήσεις του για τις παρενέργειες που είχε: 1929: μικρή πτώση 1930: γρήγορη πτώση της οικονομίας τέλος 1931: απότομη και κατακόρυφη πτώση 1932: μικρή άνοδος 1933: ακόμη μικρότερη άνοδος.
- Οι ελληνικοί «πειραματισμοί» και η χρεοκοπία
Πέρα από τις συγκεκριμένες οικονομικές επιπτώσεις της παγκόσμιας κρίσης του 1929-1933 στα καθ ημάς, προκύπτουν μερικά γενικότερα συμπεράσματα, με κάποια επικαιρότητα ενδεχομένως:
Η βενιζελική κυβέρνηση, σε πρώτη φάση, έχει την πίστη ότι η στερλίνα και ολόκληρο το σύστημα δεν μπορεί να καταρρεύσει. Αυτό θα σήμαινε, υποτίθεται, το τέλος «της κεφαλαιοκρατικής δημοκρατικής τάξεως». Το επακόλουθο είναι ότι εξαντλείται στην αναζήτηση κεφαλαίων από το εξωτερικό, που δεν βρίσκει, αφού πια δεν είναι διαθέσιμα.
Οταν η παγκόσμια κρίση βιώνεται κυρίως ως νομισματική στην Ελλάδα, πολιτικοί και οικονομολόγοι αυτοσχεδιάζουν προσκολλημένοι σε θρυμματισμένες από την πραγματικότητα οικονομικές αρχές. Αποσπασματικά και χωρίς σχέδιο.
Ο αστικός κόσμος στο σύνολό του πίστευε ακόμη σ' ένα σύστημα διεθνών σχέσεων, το οποίο παράπαιε. Πόνταρε σε μια αδύνατη και ανέφικτη διεθνή συνεννόηση.
Η Ελλάδα παρακολουθούσε απλώς την οικονομική κρίση να εξελίσσεται... Ετσι, μοιραία η χώρα οδηγήθηκε στη χρεοκοπία το 1932. Ακριβώς την περίοδο που έτεινε να κλείσει τυπικά ο κύκλος της παγκόσμιας κρίσης.
Η Ελλάδα απέναντι στην κρίση ήταν σαν ένα πλοίο που κατέβασε τα πανιά και κινούνταν στο άγνωστο...
- Το ελληνικό κραχ
Ο πανικός καταλαμβάνει το ελληνικό πιστωτικό σύστημα από τις 21 έως τις 26 Σεπτεμβρίου 1931. Δηλαδή, όταν αποφασίζεται η αποσύνδεση της αγγλικής λίρας από τον «χρυσό κανόνα» και αίρεται η μετατρεψιμότητα της δραχμής σε χρυσό (η μετατρεψιμότητα του ελληνικού νομίσματος γινόταν μέσω της στερλίνας). Μέσα σε έξι μέρες η Τράπεζα της Ελλάδος έχασε συνάλλαγμα συνολικής αξίας 3,6 εκατ. δολαρίων. Στο όργιο κερδοσκοπίας και φυγάδευσης κεφαλαίων στο εξωτερικό πρωτοστάτησαν όχι μόνο Ελληνες μεγαλοκαπιταλιστές, αλλά και τράπεζες.
- Από τη σύνδεση με το δολάριο έως τη «στάση πληρωμών»
21 Σεπτεμβρίου 1931
Η Ελλάδα αντί να εγκαταλείψει τη χρυσή βάση, όπως η αγγλική λίρα, με την οποία ήταν έως τότε συνδεδεμένη, συνδέεται με το δολάριο. Δηλαδή, με άλλο νόμισμα χρυσής βάσης (το δολάριο θα εγκαταλείψει αργότερα τον «χρυσό κανόνα»).
25 Απριλίου 1932
Η δραχμή εγκαταλείπει καθυστερημένα τη «χρυσή βάση». Επανέρχεται το καθεστώς αναγκαστικής κυκλοφορίας του παρελθόντος. Ετσι χρεοκοπεί το πρόγραμμα σταθεροποίησης της δραχμής που είχε αρχίσει από το 1927-1928 και στο οποίο βασιζόταν όλο το οικονομικό οικοδόμημα του βενιζελισμού.
1 ΜαΪου 1932
Η κυβέρνηση κηρύσσει «στάση πληρωμών». Η Ελλάδα δεν μπορούσε πλέον να πληρώσει τα χρέη και τους τόκους από τον δανεισμό της. Ηταν η τέταρτη χρεοκοπία στη νεοελληνική Ιστορία (η πρώτη το 1827, η δεύτερη το 1843, η τρίτη το 1893).
ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
Πανικός με καθυστέρηση στη Σοφοκλέους
Οι επιπτώσεις από το κραχ του 1929 στην πραγματική ελληνική οικονομία θα αρχίσουν να γίνονται βαθμιαία αισθητές. Από το πρώτο, όμως, στάδιο θα πληγούν οι εξαγωγές. Η κρίση χτυπά πρώτα τη γεωργία. Κυρίως ο καπνός και η σταφίδα, που είναι τα κατεξοχήν εξαγώγιμα προϊόντα της χώρας. Οι τιμές κατρακυλάνε και η παραγωγή μένει αδιάθετη.
Στη γεωργική κρίση θα προστεθεί άμεσα, αλλά θα γίνει κάπως βραδύτερα αισθητός, ο δραστικός περιορισμός του μεταναστατευτικού συναλλάγματος, αλλά και του ναυτιλιακού.
Τα εμβάσματα των Ελλήνων μεταναστών στο εξωτερικό και ειδικά στις ΗΠΑ παίρνουν την κατιούσα. Το ίδιο συμβαίνει, σε ανάλογη κλίμακα, με το ναυτιλιακό συνάλλαγμα, καθώς πολλά πλοία στην εξέλιξη της κρίσης «δένουν». Η ανεργία στον χώρο της ναυτιλίας έχει άμεσες και ορατές επιπτώσεις.
Η κερδοσκοπία με τον χρυσό και το συνάλλαγμα, όσο η δραχμή διατηρεί τη μετατρεψιμότητά της, «συμπληρώνουν» το πρόβλημα. «Η χώρα πάσχει από κρίσιν του μεγάλου κέρδους», διαπιστώνει αρχές του 1930 ο Ξ. Ζολώτας.
Αλλά η κρίση θ αρχίσει να παίρνει εκρηκτικές διαστάσεις όταν κλείνουν οι στρόφιγγες του εξωτερικού δανεισμού. Οι οικονομικοί σχεδιασμοί της κυβέρνησης βρίσκονται στον αέρα και τα μεγάλα παραγωγικά έργα στη Μακεδονία, τη Θεσσαλία κ.α., που βασίζονταν στον δανεισμό και αναμένονταν να αποδώσουν στο μέλλον, στοιχειώνουν.
Επέρχεται ουσιαστικά το τέλος του βενιζελικού προγράμματος οικονομικής ανοικοδόμησης,
όταν όλες οι επίμονες προσπάθειες της κυβέρνησης στο Λονδίνο, το Παρίσι κ.α. για άμεσο δανεισμό πέφτουν στο κενό. Η τραγωδία αρχίζει όταν ο Βενιζέλος χάνει οριστικά τη «μάχη της δραχμής» τον Σεπτέμβριο του 1931. Δηλαδή, τότε που πολλές χώρες εγκαταλείπουν τον «κανόνα του χρυσού» (εξασφάλιση της σταθερότητας της ισοτιμίας των νομισμάτων μέσω της σύνδεσης του κυκλοφορούντος χρήματος με τον χρυσό στα αποθέματα μιας κεντρικής τράπεζας).
Η δραχμή συνδεδεμένη με τον «κανόνα» μέσω της αγγλικής λίρας, καθώς η τελευταία εγκαταλείπει τον κανόνα, βρίσκεται στη δίνη της κρίσης.
Η «βασίλισσα των νομισμάτων» συμπαρασύρει στην πτώση το ελληνικό νόμισμα. Ο πανικός, ετεροχρονισμένα, καταλαμβάνει και τη Σοφοκλέους. Οι πάντες καταριούνται τους οικονομολόγους, ενώ κανείς δεν ξέρει τι θα ξημερώσει.
Παρά τις διαβεβαιώσεις Βενιζέλου ότι «έχει απόλυτον την πεποίθησιν για συγκράτησι και σταθερότητα του ελληνικού νομίσματος» και τα μέτρα που παίρνονται, το ντόμινο συνεχίζεται.
Η ελληνική χρηματαγορά κλείνει επ αόριστον.
ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ
Εργατικές εκρήξεις και ήττα Βενιζέλου
Η επιμονή της κυβέρνησης, αλλά και των άλλων αστικών κομμάτων εξουσίας, να παραμείνει η δραχμή στον χρυσό κανόνα, μέσω της σύνδεσής της πλέον με το δολάριο, θα συσσωρεύσει νέα δεινά μετά το 1931. Η ελληνική χρηματοπιστωτική κρίση θα κορυφωθεί την άνοιξη του 1932, ενώ τα αποθεματικά σε χρυσό και συνάλλαγμα θα μειωθούν δραματικά. Το συνάλλαγμα θα φυγαδεύεται στο εξωτερικό και θα οργιάζουν κερδοσκοπικά παιχνίδια, με πρωταγωνιστή την Εθνική Τράπεζα. Ενα μόνο στοιχείο είναι πολύ χαρακτηριστικό: τ αποθέματα σε χρυσό και συνάλλαγμα στην ΤτΕ το 1928 ήταν της τάξης των 4,3 δισ. δραχμών και τον Μάιο του 1932 μόλις 176 εκ. Ολα αυτά είχαν, φυσικά, επιπτώσεις στην παραγωγή, τα εισοδήματα -ειδικά τα λαϊκά, την απασχόληση, την κατανάλωση. Η ανεργία καλπάζει, η αξία της εργασίας μειώνεται δραματικά. Από τις στατιστικές προκύπτει ότι οι μισθωτοί, που δεν έχουν χάσει τη δουλειά τους, βρίσκονται στο όριο της επιβίωσης σε όλη την ευρύτερη περίοδο. Επισήμως η ανεργία από τις 75.000 το 1928 εκτοξεύτηκε στις 237.000 το 1932. Οι τιμές καταναλωτή υπερδιπλασιάστηκαν, ενώ οι μισθοί παρακολουθούσαν την κατακόρυφη άνοδο από πολύ μακριά... Υπάρχει η εντύπωση ότι στη χώρα μας δεν παρατηρήθηκαν τα ακραία μαζικά φαινόμενα των επιπτώσεων που είχε η κρίση αλλού. Πρόκειται για λανθασμένη εντύπωση. Ενα ξεφύλλισμα του Τύπου της εποχής πείθει για το αντίθετο και τη δυστυχία μεγάλων τμημάτων του αγροτικού και αστικού πληθυσμού. Αλλωστε στη χώρα μας εκείνη την περίοδο, μετά το δράμα της μικρασιατικής καταστροφής και τους 1,5 εκατ. πρόσφυγες, η φτώχεια ήταν ενδημικό φαινόμενο. Το νέο είναι ότι και η πείνα από ατομικό γίνεται κοινωνικό φαινόμενο. Η κατάσταση πυροδότησε δυναμικές κινητοποιήσεις των εργαζομένων, που πολλές φορές πήραν άγριες διαστάσεις. Η «πάλη των τάξεων» παίρνει πρωτοφανείς διαστάσεις. Το κράτος και οι εργοδότες κατέφυγαν στον αυταρχισμό, στην αστυνομοκρατία και τη στρατοκρατία. Από την άποψη αυτή είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ο πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος αποκαλείται στον κομμουνιστικό Τύπο «δικτάτορας». Σε πολιτικό επίπεδο, οι πολιτικές επιπτώσεις της κρίσης ήταν η ήττα του Βενιζέλου και η αυτοεξορία του από την Ελλάδα. Ακόμη η χρεοκοπία του δικομματισμού της εποχής (Φιλελεύθεροι - Λαϊκοί) και η αδυναμία κυβερνητικής αυτοδυναμίας.
Η κατάληξη ήταν η επιβολή της βασιλομεταξικής δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936.
Τ. ΚΑΤΣΙΜΑΡΔΟΣ, ΕΘΝΟΣ, 20/10/2008Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2008
ΔΙΑΛΟΓΟΙ Για την οικονομική κρίση
Ο κόσμος γνώρισε και άλλες μεγάλες οικονομικές κρίσεις στη διάρκεια αυτής της περιόδου (μεξικανική κρίση το 1994, ασιατική το 1997, ρωσική το 1998, λατινοαμερικανική το 1999 κ.ά.). Γι' αυτή την ακραία αστάθεια της παγκόσμιας οικονομίας δεν είναι άμοιρη ευθυνών η «νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση», που προωθούν με ιεραποστολικό ζήλο οι Ηνωμένες Πολιτείες και διεθνείς θεσμοί όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα κ.ά. Ενώ όμως οι προηγούμενες κρίσεις ξεσπούσαν κυρίως στην περιφέρεια του διεθνούς οικονομικού συστήματος, η παρούσα κρίση εκδηλώθηκε στο μητροπολιτικό του κέντρο. Ολα αυτά τα χρόνια, οι βάρδοι του νεοφιλελευθερισμού υπερέβαλλαν σε εγκώμια κι επαίνους για τις επιδόσεις της αμερικανικής οικονομίας και υποστήριζαν ότι οι οικονομικές κρίσεις μπορούσαν να πλήξουν μόνον τα «εξωτικά» εκείνα μέρη όπου δεν λειτουργούσαν σωστά οι κανόνες του ανταγωνισμού και δεν υπήρχαν ανεξάρτητες αρχές ελέγχου. Η σημερινή κρίση αντίθετα αποκαλύπτει σε όλους ότι η αμερικανική οικονομία στηρίζεται σε ένα βουνό από εξωτερικά χρέη και σε ένα εσωτερικό κερδοσκοπικό όργιο, που ευνοήθηκε από τη νεοφιλελεύθερη απορύθμιση των αγορών του χρήματος και την τυφλή πίστη στην ικανότητα της αγοράς για αυτορύθμιση.
Τις αιτίες και τις συνέπειες της παρούσας οικονομικής κρίσης φωτίζουν με τις αναλύσεις τους τρεις ιταλοί μελετητές:
*Ο Φρεντερίκο Ραμπίνι είναι δημοσιογράφος, συντάκτης της εφημερίδας «La Repubblica» και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ.
*Ο Βιτόριο Τσουκόνι είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος, ανταποκριτής της εφημερίδας «La Repubblica» στη Νέα Υόρκη.
*Ο Τζόρτζιο Ρούφολο, ιστορικό στέλεχος της ιταλικής αριστεράς, είναι οικονομολόγος και ιδρυτής του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ερευνών.
Η επιστροφή του Κέινς
Είναι ένα γιγάντιο εγχείρημα βασιζόμενο στην ήδη αναπόφευκτη αρχή της «ιδιωτικοποίησης των κερδών» και της «κρατικοποίησης των ζημιών». Ενα εγχείρημα που έχει στις πλάτες του τον εκβιασμό μιας ιστορικής αποτυχίας.
*Σε αυτές τις συγκλονιστικές ώρες δεν τελειώνει ο αμερικανικός καπιταλισμός. Τελειώνει ένας τρόπος να αντιλαμβανόμαστε τον καπιταλισμό, που είχε κυριαρχήσει στον αμερικανικό εθνικό λόγο από τη δεκαετία του 1980, από την εποχή του Ρέιγκαν. Ο Μπους, ο οποίος επί μήνες επαναλάμβανε το όλο και πιο γελοίο παραμύθι της «οικονομίας που τα θεμέλιά της είναι γερά», έκανε στροφή 180 μοιρών· μια στροφή που θα ήταν αναγκαία το 2007 και που η ιδεολογική του τύφλωση και η ολέθρια προσκόλλησή του στην όλο και πιο ανέφικτη και τρομερά δαπανηρή «νίκη στο Ιράκ» (700 δισ. δολάρια μέχρι τώρα) τον είχαν εμποδίσει να κάνει.
*Αυτή η απόσυρση της κεντρικής πολιτικής εξουσίας, την οποία κανένας τεχνοκράτης, όσο καλά και αν είναι εκπαιδευμένος -όπως είναι τα παιδιά της Goldman Sachs που σήμερα κυβερνούν στο πλάι του προέδρου- δεν μπορεί να αναπληρώσει σε μια δημοκρατία, ήταν η αιτία αυτής της κρίσης.
*Αυτό που ανακοίνωσε ο Μπους, έχοντας στο πλάι του τους επικεφαλής της αμερικανικής οικονομικής διακυβέρνησης για να του δίνουν κάτι από το κύρος τους, είναι καθαρός κεϊνσιανισμός.
Είναι κλασική χρηματοδότηση δαπανών με δημόσιο δανεισμό, χωρίς να ενδιαφέρεται για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό που θα βυθιστεί στο κόκκινο, με το έλλειμμα να μεγαλώνει κατά 7% του ΑΕΠ. Αλλά το χαστούκι της πραγματικότητας, που έρχεται πάντα να ξυπνήσει τους αμερικανούς προέδρους και να τους βγάλει από την ύπνωση των ιδεολογιών τους, ξύπνησε και έναν Μπους, ο οποίος αν πριν από τέσσερα χρόνια είχε προαναγγείλει στην προεκλογική του εκστρατεία την πρόθεση να δώσει ένα τρισεκατομμύριο δολάρια, για να σώσει τις αγορές, όχι μόνον θα είχε ηττηθεί αλλά θα τον είχαν κάψει ζωντανό. Εδώ όμως βρισκόμαστε μπροστά σε«προκλήσεις χωρίς προηγούμενο», παραδέχθηκε καθυστερημένα.
*Και οι κίνδυνοι χωρίς προηγούμενο απαιτούν «δράσεις χωρίς προηγούμενο», ένας ευφημισμός για να πει: αλλάζουμε πορεία. Το να αφήσει το καράβι της Γουόλ Στριτ να βυθιστεί στην άβυσσο συμπαρασύροντας τα χρηματιστήρια του κόσμου (που παραμένουν όλα, από τη Σαγκάη ώς τη Μόσχα, εξαρτημένα από τη Γουόλ Στριτ) θα είχε καταστρέψει την αμερικανική οικονομία και θα είχε εξασφαλίσει τη νίκη στον Μπάρακ Ομπάμα, τα ποσοστά του οποίου ανεβαίνουν στις δημοσκοπήσεις όταν πέφτουν οι αξίες των μετοχών στα χρηματιστήρια του κόσμου.
*Οι κερδοσκόποι των χρηματιστηρίων ήταν βέβαιοι ότι αυτή η κυβέρνηση δεν θα μπορούσε ποτέ να απαρνηθεί το νεοφιλελεύθερο φονταμενταλισμό της και την κουλτούρα που θέλει τα πράγματα να διορθώνονται από μόνα τους.
Ο ιδεολόγος του Τέξας πείστηκε να κάνει αυτό που είναι αναγκαίο και όχι αυτό που θεωρεί ιδεολογικά ορθό.
Ο Μπους που έμοιαζε με τον τραγικό Χέμπερτ Χούβερ, ο οποίος ήταν αισιόδοξος το 1929 («Η ευημερία έρχεται σύντομα») έγινε ο Ρούζβελτ του 1932, ο οποίος επινόησε εκείνα τα εργαλεία προστασίας που από τότε, όπως ορθά είχε πει, «δεν έχουν ποτέ προκαλέσει ούτε την απώλεια ενός σεντ από όσους έχουν τραπεζικούς λογαριασμούς», αλλά όχι βέβαια χάρη στη δεξιά. Θα επεκτείνει την κρατική προστασία στις αποταμιεύσεις και στις τραπεζικές καταθέσεις αλλά ακόμα και στα κεφάλαια της «αγοράς χρήματος», εκείνα που μέχρι χτες δεν ήταν εγγυημένα από την Ουάσιγκτον και μετακινούνταν επικίνδυνα στην αγορά ακολουθώντας την πορεία των επιτοκίων. Θα αποξηράνει, πάντοτε με δημόσιο χρήμα, το βάλτο των στεγαστικών δανείων υψηλού ρίσκου, που χαρακτηρίζονται «τοξικά» επειδή μολύνουν τους ισολογισμούς των τραπεζών.
*Εν αναμονή μιας νέας σταθερής κυβέρνησης, μπορούμε να ελπίζουμε ότι αυτό δεν θα είναι το τέλος του κόσμου, αλλά μόνον το τέλος ενός κόσμου, από τον οποίο θα γεννηθεί ένας άλλος.
Ο κυκλικός χαρακτήρας των περιόδων ευημερίας και των περιόδων κρίσης, της καλοτυχίας και της κακοδαιμονίας, των κανόνων και της αταξίας είναι η μόνη βεβαιότητα του αμερικανικού καπιταλισμού, ο οποίος ξέρει -αντίθετα με αυτό που ονειρευόταν ο Μαρξ- να επιβιώνει ακόμα και από τον χειρότερο εχθρό του, δηλαδή τον εαυτό του.
Η παρακμή της Αμερικής
Αυτή είναι, πιθανότατα, η τελευταία μεγάλη οικονομική κρίση που ο κόσμος είδε να ξεσπάει υπό το έμβλημα της αμερικανικής ηγεμονίας.
*Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ακόμα σε θέση να επιβάλλουν σε όλα τα έθνη το ρυθμό των καρδιακών σφυγμών της Γουόλ Στριτ. Αλλά είναι λογικό να προβλέψουμε ότι αυτό συμβαίνει για τελευταία φορά.
Οι λόγοι είναι προφανείς: Πρώτα απ' όλα, η μακροπρόθεσμη τάση υποβάθμισης της Αμερικής σε σχέση με τα αναδυόμενα έθνη δεν θα διακοπεί, αλλά αντίθετα θα επιταχυνθεί από αυτή την κρίση. Η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία, η Ρωσία, ο Περσικός Κόλπος υφίστανται οδυνηρές επιπτώσεις στις χρηματιστηριακές αγορές τους αλλά και στις πραγματικές οικονομίες τους (οι εξαγωγές μειώνονται εξαιτίας της ύφεσης που προκλήθηκε από τις ΗΠΑ). Ομως, στη μακρά περίοδο η κατεύθυνση πορείας δεν αλλάζει: η Δύση θα μετράει, στο εξής, λιγότερο σε σχέση με τις δυνάμεις του Νέου Κόσμου.
*Από αυτή τη μεγάλη κρίση βγαίνει κατεστραμμένο το κύρος του αμερικανικού οικονομικού μοντέλου, εκείνου του χρηματιστικού καπιταλισμού που έγινε υπερτροφικός και ανεύθυνος μετά από μια εικοσαετία απόσυρσης των εξουσιών του κράτους από τις αγορές.
*Το κραχ του 1929 προανήγγειλε μια νέα εποχή, νέες ιδέες και επαναστατικές θεωρίες που σημάδεψαν την ιστορία του εικοστού αιώνα. Για να ξεπεράσει τη Μεγάλη Υφεση, η Αμερική του Ρούζβελτ εξήγαγε ένα μοντέλο ρύθμισης των αγορών, κεϊνσιανής παρέμβασης στην οικονομία, κράτους πρόνοιας και δημόσιων επενδύσεων στα συλλογικά αγαθά.
Εκείνη η εποχή κλείνει οριστικά με αυτή την κρίση του 2008, που σημαδεύεται από μιαν αλλαγή αντίθετου χαρακτήρα: την παρακμή της Αμερικής ως κανονιστικού παραδείγματος και ως μοντέλου προς μίμηση.
*Θα ήταν υπερβολικά απλουστευτικό και ουσιαστικά ανακριβές το να αποδώσουμε αυτή την καταστροφή μόνο στην κυβέρνηση Μπους ή στην αμερικανική δεξιά. Από τον καιρό του Ρόναλντ Ρέιγκαν, ακόμα και μεγάλο μέρος της προοδευτικής και δημοκρατικής Αμερικής είχε υποταγεί στην πολιτιστική ηγεμονία του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού. Από τις ιδιωτικοποιήσεις, από τη χρήσιμη αντιμονοπωλιακή απορύθμιση, από την ορθή αξιοποίηση του επιχειρηματικού πνεύματος και του δυναμισμού της οικονομίας της αγοράς, διολίσθηκαν βαθμιαία προς κάτι πολύ διαφορετικό.
*Διαστρεβλώθηκαν οι θεμελιώδεις αξίες και αρχές του φιλελευθερισμού, ο οποίος βασίζεται σε αντιεξουσίες και στην ηθική της ευθύνης. Αναγορεύτηκε όλο και πιο ανοιχτά σε κυρίαρχη θεωρία η ικανότητα των αγορών να αυτορυθμίζονται.
Η ισχύς του τραπεζικού κεφαλαίου και της μεγάλης βιομηχανίας μετέτρεψε σε παράρτημά της τους θεσμούς που όφειλαν να είναι οι ανεξάρτητοι φύλακες της οικονομίας, του νομίσματος και του πιστωτικού συστήματος.
Επικεφαλής των μεγαλύτερων οργανισμών ελέγχου τοποθετήθηκαν εκείνοι που έπρεπε να ελέγχονται. Οι ανεξάρτητες αρχές έγιναν υποτελή υποκαταστήματα των λόμπι.
*Το μοντέλο της κατοχής του Ιράκ, που ανατέθηκε υπεργολαβικά στην πετρελαϊκή εταιρεία Halliburton του Ντικ Τσένι ή σε μισθοφορικές ιδιωτικές εταιρείες, είχε δοκιμαστεί στο αμερικανικό έδαφος με την κατοχή ζωτικών μηχανισμών του κράτους από ιδιωτικά συγκροτήματα.
Σε αυτό το πεδίο η διαφορά ανάμεσα σε δεξιά και αριστερά είναι λιγότερο καθαρή απ' όσο πιστεύεται: Αν ο Τζορτζ Μπους εμπιστεύθηκε το υπουργείο Οικονομικών στον πρώην νούμερο 1 της Goldman Sachs Χένρι Πόλσον, ο Μπιλ Κλίντον το είχε παραδώσει στα χέρια του Ρόμπερτ Ρούμπιν, πρώην προέδρου της Citigroup.
*Σε αυτόν τον μπερδεμένο κόμπο συγκρούσεων συμφερόντων, σε αυτό το αιμομικτικό κατεστημένο απλώνονται οι ρίζες της τωρινής καταστροφής. Είναι αυτή η φιλοσοφία του καπιταλισμού με κανόνες a la carte και με υποταγμένους ελεγκτές που έφτασε στην κατάρρευση, με τον επίλογο της μαζικής κοινωνικοποίησης των ζημιών.
Χρεοκοπία του τουρμποκαπιταλισμού
Η καλύτερη νομιμοποίηση δεν του δόθηκε, όμως, από τις συζητήσιμες αρχές των βεμπεριανών αρετών αλλά από τις πιο πρακτικές, του ωφελιμισμού, που δίδασκαν να αντλούμε από τον εγωισμό, και όχι από την αρετή, την ενέργεια η οποία είναι αναγκαία για να παραχθεί ο πλούτος, προς όφελος -όπως έλεγαν- όλων.
*Με δυο λόγια, ο καπιταλισμός δικαιολογείται όχι με τις προϋποθέσεις του αλλά με τα αποτελέσματά του. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα, τα αποτελέσματά του όχι μόνον με όρους οικονομικής ανάπτυξης αλλά και κοινωνικής προόδου υπήρξαν τέτοια ώστε, δεν λέω να αντισταθμίζουν, αλλά να κάνουν υποφερτά τα πελώρια κόστη που συνεπέφερε η ανάπτυξη. Αυτό που συμβαίνει στον κόσμο μάς λέει ότι η επαγγελία μιας οικουμενικής επέκτασης της ευημερίας διαψεύδεται από την εμπειρία ενός όλο και περισσότερο άδικου και ασταθούς κόσμου. Το διεθνές οικονομικό «θαύμα», που πραγματοποίησε πελώριες μετακινήσεις πλούτου από τις πλουσιότερες στις φτωχότερες χώρες, μεταφράζεται στο εσωτερικό αυτών των χωρών σε ένα γιγάντιο χάσμα ανάμεσα στις ανερχόμενες κοινωνικές ομάδες και σε εκείνες που σπρώχτηκαν στο περιθώριο.
Στην Ινδία, ο ακραίος πλούτος και η ακραία φτώχεια έχουν αυξηθεί. Το ίδιο συμβαίνει και στην Κίνα. Από την τελευταία έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας προκύπτει ότι το επίπεδο της φτώχειας αυξήθηκε στον κόσμο κατά 1,4 δισεκατομμύρια ανθρώπων, που ζουν με λιγότερα από 1,25 δολάρια τη μέρα.
*Ο δείκτης της ανισότητας, ο σχετικός με τον παγκόσμιο πληθυσμό, αυξήθηκε στα τελευταία 15 χρόνια κατά εφτά βαθμούς, λίγο λιγότερο από το 20%. Είναι όμως, κυρίως στην Ηνωμένες Πολιτείες που μεγάλωσε εκρηκτικά η ανισότητα ανάμεσα στις μεσαίες τάξεις που φτώχυναν και στις ελίτ που πλούτισαν.
Αυτό που συμβαίνει στις ΗΠΑ, λέει ο Ρόμπερτ Ράιχ, δεν είναι μόνο μια αύξηση των ανισοτήτων, αλλά είναι ένα αληθινό κοινωνικό σχίσμα: το 1% του πληθυσμού κατέχει το 40% του εθνικού προϊόντος.
*Τι σχέση έχουν όμως όλα αυτά με τις σημερινές οικονομικές καταστροφές; Πολύ μεγάλη. Στα τελευταία είκοσι χρόνια ήταν ακριβώς η κατανομή των πόρων που καθοδηγούνταν από τις χρηματιστικές αγορές εκείνη που μεταφράστηκε σε μιαν αύξηση των ανισοτήτων και σε μια καταστροφική πίεση πάνω στους φυσικούς πόρους· μια κατανομή που έγινε σε μια κατεύθυνση αντίθετη προς τις πραγματικές ανάγκες της ανθρωπότητας. Στην πιο πλούσια και χρεωμένη χώρα του κόσμου, στις Ηνωμένες Πολιτείες, η δυσαναλογία ανάμεσα στα κέρδη εκείνων που διευθύνουν τις μεγάλες επιχειρήσεις -ακόμα και εκείνων που τις οδήγησαν στην καταστροφή- και στα εισοδήματα των απλών ανθρώπων έγινε υπέρμετρη.
Οι παγκόσμιοι πόροι κατευθύνθηκαν από ένα ισχυρό χρηματιστικό σύστημα προς μια γιγάντια υπερχρέωση, υποστηριζόμενη από ένα ανεξέλεγκτο πιστωτικό σύστημα.
*Το όνομα «τουρμποκαπιταλισμός» ταιριάζει καλά σε αυτό το απερίσκεπτο σύστημα: Η ετήσια παγκόσμια δαπάνη για τη διαφήμιση, που αυξάνει την κατανάλωση και τη μόλυνση, ανέρχεται στα 500 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ εκείνη για την ιατρική έρευνα στα 70 δισεκατομμύρια. Στα 62 δισεκατομμύρια ανέρχεται η δαπάνη των πλούσιων χωρών που προορίζεται για τις φτωχές χώρες.
*Επαναλαμβάνω: δεν πιστεύω ότι βρισκόμαστε στις παραμονές μιας νέας κατάρρευσης του καπιταλισμού. Η παγκόσμια οικονομία διαθέτει πελώριους πόρους που μπορούν να αξιοποιηθούν για τις επείγουσες περιστάσεις. Βρισκόμαστε, όμως, μπροστά στην ηθική αποτυχία μιας επαγγελίας. Οταν ένα σύστημα χάνει την ηθική του νομιμοποίηση χάνει και την ιστορική του ζωτικότητα. Ενα σύστημα βασιζόμενο στη σπατάλη και στην αδικία έχει υποθηκεύσει το μέλλον του.
*Πριν από τριάντα περίπου χρόνια, ένας λαμπρός άγγλος οικονομολόγος, που πέθανε πρόωρα, ο Φρεντ Χιρς, έγραψε ένα προφητικό βιβλίο: «Τα κοινωνικά όρια της ανάπτυξης». Αυτό από το οποίο κυρίως υποφέρει ο καπιταλισμός, υποστήριζε, είναι μια συντριβή της ηθικής του βάσης. Αυτό το οποίο κυρίως χρειάζεται είναι μια «επιστροφή της ηθικής». Δεν βλέπουμε κανένα ίχνος μιας τέτοιας επιστροφής.
Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2008
Η παταγώδης αποτυχία της αυτορρύθμισης
ΕΧΟΥΝ ΜΕΛΛΟΝ ΟΙ ΑΓΟΡΕΣ;
Γ. ΔΟΥΡΑΚΗΣ
Σκηνή πρώτη: Πέντε εκατομμύρια νοικοκυριά στις ΗΠΑ έχασαν τους τελευταίους 14 μήνες τα σπίτια τους και φιλοξενούνται σε σπίτια συγγενικών ή φιλικών τους προσώπων είτε ζουν σε τροχόσπιτα. Πολλοί κατέφυγαν σε ιδρύματα για απόρους.
Σκηνή δεύτερη: Τα άδεια σπίτια έχουν κατασχεθεί από τις τράπεζες - οι οποίες άλλες έκλεισαν, άλλες βρίσκονται στα πρόθυρα της πτώχευσης - και κανένας δεν τα αγοράζει ή δεν μπορεί να τα αγοράσει.
Σκηνή τρίτη: Ο απερχόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους και ο υπουργός των Οικονομικών Χένρι Πόλσον ικετεύουν το Κογκρέσο και τη Γερουσία να τους δώσουν το δικαίωμα να αντλήσουν 700 δισ. δολάρια από τον προϋπολογισμό, δηλαδή τους φορολογουμένους, για να περισώσουν τις τράπεζες που καταρρέουν.
Αυτό δεν είναι το αμερικανικό όνειρο της ελεύθερης οικονομίας, των ίσων ευκαιριών και το μοντέλο του καπιταλισμού που διδάσκονται τα παιδιά μας στα πανεπιστήμια του κόσμου. Είναι ο αμερικανικός εφιάλτης που εξαπλώνεται με μεγάλη ταχύτητα στην Ευρώπη και σε όλες τις - κατά τα άλλα - ελεύθερες οικονομίες.
Η ελεύθερη αγορά, η αγορά χωρίς όρια, αποτελεί έναν μύθο που καταρρέει;
«Δεν υπάρχουν άθεοι στα χαρακώματα ούτε ιδεολόγοι στις οικονομικές κρίσεις.»
Μπεν Μπερνάνκι, διοικητής της Fed
Τον περασμένο Μάρτιο, σε γνωστό επιστημονικό συνέδριο που διεξάγεται κάθε χρόνο προς τιμήν του Μίλτον Φρίντμαν, ο κεντρικός ομιλητής καθηγητής Τζέιμς Γκάλμπρεϊθ (γιος του αείμνηστου Τζον-Κένεθ), αφού πρώτα δήλωσε απερίφραστα ότι δεν ήρθε για να πλέξει το εγκώμιο του πατριάρχη του οικονομικού φιλελευθερισμού αλλά για να τον «θάψει», κάλεσε ευθέως τον διοικητή της κεντρικής τράπεζας κ. Μπερνάνκι να αναγνωρίσει την προφανή ιδεολογική νίκη της τριάδας Κέινς - Γκάλμπρεϊθ - Μίνσκι και να προσχωρήσει στο στρατόπεδο των παρεμβατιστών. Φυσικά ο Μπερνάνκι δεν ανταποκρίθηκε άμεσα στη συμβολική αυτή έκκληση. Ο τρόπος όμως που αντιμετωπίζει τη σημερινή κρίση αποτελεί έμπρακτη και σαφέστατη παραδοχή ότι η οικονομική φιλοσοφία των αυτορρυθμιζόμενων αγορών έχει αποτύχει παταγωδώς. Και εδώ ακριβώς έγκειται το μεγάλο δράμα του οικονομικού φιλελευθερισμού: οι ιθύνοντες που εφαρμόζουν την πρωτοφανή στα χρονικά παρεμβατική οικονομική πολιτική, αυτοί που στην πραγματικότητα κατεδαφίζουν το θεωρητικό οικοδόμημα του Φρίντμαν, δεν είναι οι ιδεολογικοί αντίπαλοί του. Είναι η ίδια η κυβέρνηση Μπους, που συμπεριλαμβάνει στις τάξεις της τους φανατικότερους υπέρμαχους της ιδεολογίας της αγοράς.
Την περασμένη εβδομάδα, αντιμέτωποι με έναν πιθανό χρηματοοικονομικό Αρμαγεδδώνα και ατενίζοντας κατάματα την άβυσσο, οι πάλαι ποτέ φιλελεύθεροι ιθύνοντες της οικονομικής πολιτικής τρομοκρατήθηκαν τόσο πολύ που αποφάσισαν να πράξουν το αδιανόητο: να εγκαταλείψουν τις αποσπασματικές παρεμβάσεις και να αποτολμήσουν τη «Μεγάλη Διάσωση». Το σχέδιο Πόλσον αποτελεί τη μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση στην ιστορία του καπιταλισμού. Η συναίνεση που συγκέντρωσε μεταξύ των υπευθύνων και των ειδημόνων είναι εντυπωσιακή. Οι πρώην επικεφαλής της Fed, το αφεντικό του ΔΝΤ και η συντριπτική πλειονότητα των μεγάλων οικονομολόγων έσπευσαν να στηρίξουν το παρεμβατικό εγχείρημα. Κανείς πια δεν αμφισβητεί την αναγκαιότητα της «Μεγάλης Διάσωσης». Οι εντονότατες διαφωνίες που ξέσπασαν έχουν σχέση με τον τρόπο που θα υλοποιηθεί το εγχείρημα και με το ποιος τελικά θα πληρώσει τον λογαριασμό.
Φυσικά όλοι τους έχουν συναίσθηση ότι έτσι διαβαίνουν τον ιδεολογικό Ρουβίκωνα του οικονομικού φιλελευθερισμού. Σε τέτοιες στιγμές όμως αυτό που προέχει είναι ο πραγματισμός και η αποτελεσματικότητα και όχι η ιδεολογική ορθοφροσύνη. Και δείγμα ενός τέτοιου πραγματισμού είναι η ατάκα Μπερνάνκι στην αρχή του άρθρου. Περιττό να τονίσουμε ότι ο Μπερνάνκι δεν είναι κανένας τυχαίος καθηγητής. Εχει πλήρη συναίσθηση του τι ακριβώς διακυβεύεται, αφού όλη του η έρευνα σχετίζεται με τη «Μεγάλη Υφεση» και τα λάθη οικονομικής πολιτικής που οδήγησαν στο κραχ του '29. Οσο για τον Πόλσον, αυτός έχει έναν ακόμη λόγο να πετάξει τις ιδεολογικές παρωπίδες του laissez-faire και να εναποθέσει τις ελπίδες του στον Παντοδύναμο (Κρατικό Παρεμβατισμό). Είναι γέννημα και θρέμμα της Γουόλ Στριτ, αφού μόλις προ διετίας άφησε το τιμόνι της Goldman Sachs για να γίνει υπουργός Οικονομικών και άρα λογικό είναι να ενδιαφέρεται να σώσει «τα φιλαράκια».
Η εκτενής χρήση παλαιών και η επινόηση νέων εργαλείων παρεμβατικής πολιτικής και το απονενοημένο διάβημα της «Μεγάλης Διάσωσης» έκαναν πολλούς να πιστέψουν ότι επιστρέφει ντε φάκτο ο κρατικός παρεμβατισμός κεϊνσιανού τύπου. Πρόκειται για μια εντελώς επιδερμική και λανθασμένη εκτίμηση. Ο κεϊνσιανισμός δεν προσδιορίζεται μόνο από τα μέσα οικονομικής πολιτικής που χρησιμοποιεί αλλά και από τους στόχους που επιδιώκει. Και δύο από τους βασικότερους στόχους του είναι η πλήρης και ασφαλής απασχόληση και ο δραστικός περιορισμός των εισοδηματικών ανισοτήτων. Με τίποτε από αυτά δεν ασχολείται η σημερινή οικονομική πολιτική. Το δε σχέδιο Πόλσον παραβλέπει εντελώς την πραγματική οικονομία. Δεν αντιλαμβάνεται ότι πρωτογενής αιτία της σημερινής πιστωτικής κρίσης είναι οι τρομακτικές εισοδηματικές ανισότητες και το τερατώδες μοντέλο της «δανεικής ευημερίας». Μάλιστα ο ηθικά και κοινωνικά διάτρητος τρόπος με τον οποίο επιχειρεί να διασώσει το σύστημα ισοδυναμεί με «αντεστραμμένο κεϊνσιανισμό». Από έναν ήδη ελλειμματικό προϋπολογισμό αφαιρεί 700 δισ. δολάρια για να διασώσει τους μετόχους της Γουόλ Στριτ, χωρίς κανένα σοβαρό και χειροπιαστό αντάλλαγμα. Αυτό μοιραία θα επιφέρει δραματική συρρίκνωση των δημοσίων δαπανών για την Υγεία, την Παιδεία, το περιβάλλον και τις υποδομές. Εν ολίγοις, κράτος πρόνοιας για τους τραπεζίτες και ακόμη πιο άγριος καπιταλισμός για την υπόλοιπη κοινωνία.
Το πιθανότερο είναι το σχέδιο της «Μεγάλης Διάσωσης» να αποδειχθεί αυταπάτη. Φυσικά δεν θα φταίει γι' αυτό ο κρατικός παρεμβατισμός αλλά η ολέθρια φιλοσοφία του οικονομικού φιλελευθερισμού που για τριάντα ολόκληρα χρόνια αποκοίμισε πλήρως τις εποπτικές αρχές και τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, που περιέπεσαν σε χειμερία νάρκη. Οταν πριν από λίγο καιρό άρχισαν να ξυπνούν από τον λήθαργο ήταν πλέον αργά. Το κακό είχε γίνει. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι ιθύνοντες θα πρέπει να συνεχίσουν τον ύπνο του δικαίου, όπως υποδεικνύουν οι λίγοι εναπομείναντες σκληροπυρηνικοί ιδεολόγοι του laissez-faire και της «δημιουργικής καταστροφής». Η μη-παρέμβαση είναι η χειρότερη δυνατή λύση. Θα έχει τρομακτικό οικονομικό και κοινωνικό κόστος, αφού αυξάνει δραματικά τον κίνδυνο συστημικής κατάρρευσης. Είναι αδιανόητο μπροστά στη μεγαλύτερη χρηματοοικονομική κρίση που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα τα τελευταία 80 χρόνια οι πολιτικοί ηγέτες και οι ιθύνοντες της οικονομικής πολιτικής να παρακολουθούν τα τεκταινόμενα αδύναμοι, άβουλοι και μοιραίοι και απλώς να προσεύχονται ο Θεός να βάλει το - αόρατο - χέρι του!..
- Ο κ. Γιώργος Δουράκης είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.
Το ΒΗΜΑ, 05/10/2008
Αναγκαστικά άδικες
ΕΧΟΥΝ ΜΕΛΛΟΝ ΟΙ ΑΓΟΡΕΣ;
PIERRE - NOEL GIRAUD
Πολλοί θεωρούν την παρούσα κρίση μια κρίση εμπιστοσύνης: δεν θα τελειώσει παρά αν ανακτηθεί η εμπιστοσύνη. Πώς ανακτάται; Χρειάζονται ορισμένες δυνατές κινήσεις από τις κυβερνήσεις. Επί της ουσίας, το σχέδιο Πόλσον είναι αυτό που αρμόζει να γίνει. Στην πράξη, η έξοδος από την κρίση θα προκύψει μόνο από μια συλλογική απόφαση των οικονομικών παραγόντων. Αν ανησυχούν ότι θα συνεχιστεί, θα συνεχιστεί. Αν αποφασίσουν να ξαναδείξουν εμπιστοσύνη, οι επιπτώσεις θα είναι περιορισμένες. Γι' αυτό το να δηλώνουν μερικοί με κάθε ευκαιρία «Δεν είναι τόσο σοβαρά τα πράγματα!» δεν σημαίνει ότι είναι κυνικοί υποκριτές που κρύβουν την αλήθεια από τον λαό αλλά επιδεικνύουν την εξυπνάδα όσων έχουν καταλάβει ότι η οικονομία κυριαρχείται από τις αυτοεκπληρούμενες προσδοκίες.
Η οικονομία της αγοράς αποτελεί μια λαμπρή νίκη της δημοκρατίας. Στις πλούσιες χώρες τουλάχιστον οι επενδυτές είναι πλέον όλοι «ελεύθεροι και με ίσα δικαιώματα». Εχουν πρόσβαση σε τεράστια ποικιλία οικονομικών προϊόντων που παρουσιάζουν όλους τους πιθανούς συνδυασμούς απόδοσης/ρίσκου.
Μια αγορά όμως δεν λειτουργεί αποτελεσματικά παρά μόνο με συγκεκριμένες και διαδεδομένες πληροφορίες για τα προϊόντα. Αλλά οι αναγκαίες πληροφορίες για να εκτιμηθεί η ποιότητα των οικονομικών τίτλων είναι ελλιπείς και ασύμμετρες. Ελλιπείς διότι, ενώ η τιμή ενός αγαθού αντικατοπτρίζει το παρελθόν του, δηλαδή τους παράγοντες που συνέβαλαν στην παραγωγή του, η τιμή ενός τίτλου εκφράζει το μέσο όραμα που έχουν οι επενδυτές για το μέλλον του. Για το μέλλον όμως κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος.
Επιπλέον η πληροφορία είναι πολύ ασύμμετρη. Στην απέραντη δημοκρατία που είναι η αγορά ψηφίζουν μαζί, αγοράζοντας και πουλώντας τίτλους στις ίδιες αγορές, από τη μία πλευρά οι μικροεπενδυτές που δεν έχουν ούτε τον χρόνο ούτε τα εργαλεία να αναλύσουν την αξία των μετοχών, δηλαδή το ρίσκο τους, και από την άλλη οι ειδικοί, που είναι πολύ καλά πληροφορημένοι. Συνεπώς δεν είναι δύσκολο να μαντέψουμε ποιοι θα υποστούν τις ζημιές σε περίπτωση κρίσης: με βεβαιότητα οι χειρότερα πληροφορημένοι παίκτες, οι μικροεπενδυτές.
Οι λιγότερο πληροφορημένοι επενδυτές θα έπρεπε να αναγκάσουν τους οικονομικούς θεσμούς να έχουν μεγαλύτερη υπευθυνότητα στη λήψη και διαχείριση του ρίσκου. Αλλά είναι αμφίβολο ότι θα στραφούμε προς αυτή την κατεύθυνση: οι ελλείψεις και η ασυμμετρία της πληροφορίας είναι απαρασάλευτες.
Ο κ. Pierre-Noël Giraud είναι καθηγητής Οικονομικών στο Mines Paris Tech.
Το ΒΗΜΑ, 05/10/2008
Ο συμβιβασμός του καπιταλισμού με τη δημοκρατία
ΕΧΟΥΝ ΜΕΛΛΟΝ ΟΙ ΑΓΟΡΕΣ;
Ι. ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ
Το οικονομικό «κραχ» του 1929 είχε σημαντικές συνέπειες στην οικονομική σκέψη και στην οικονομική πολιτική. Ο John Maynard Keynes, φιλελεύθερος και καθόλου σοσιαλιστικών αποχρώσεων οικονομολόγος, με αφορμή την κρίση του 1929, δημοσίευσε το 1936 το βιβλίο με τη μεγαλύτερη επιρροή στην οικονομική σκέψη και πολιτική ως σήμερα: τη Γενική θεωρία της απασχόλησης, του τόκου και του χρήματος. Σκοπός του ήταν να σώσει την οικονομία από τις υπερβολές της ελεύθερης αγοράς υποδεικνύοντας το είδος της απαιτούμενης κρατικής παρέμβασης. Μεγάλο μέρος της ανάλυσης του Keynes αφιερώθηκε στη φύση των αγορών χρήματος και κεφαλαίου, στην ψυχολογική διάθεση και στην παρόρμηση των επενδυτών, στο κίνητρο κερδοσκοπίας και στην αστάθεια που πολλές φορές δημιουργείται, με οδυνηρές συνέπειες για την οικονομική δραστηριότητα και την απασχόληση.
Η αρχιτεκτονική του παγκόσμιου νομισματικού και τραπεζικού συστήματος που δημιουργήθηκε αμέσως μετά τον πόλεμο στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στις ιδέες του Keynes αλλά και στα πρακτικά μαθήματα της μεγάλης κρίσης και οδήγησε σε υψηλά επίπεδα ευστάθειας και ευημερίας. Αυστηρή εποπτεία και κρατική παρέμβαση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα εξασφάλισαν ισορροπία και γρήγορη αποκατάσταση των κλυδωνισμών που αναπόφευκτα (λόγω της φύσης του συστήματος) δημιουργούνταν. Το πλέον επιτυχημένο παράδειγμα αντιμετώπισης κρίσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι αυτό των σκανδιναβικών χωρών στις αρχές της δεκαετίας του '90, από το οποίο πολλά μπορούν να διδαχθούν οι κυβερνήσεις σήμερα.
Η ειδυλλιακή εικόνα κράτησε επί μακρόν. Τον Αύγουστο του 2007 σημειώθηκε το πρώτο μεγάλο σύμπτωμα της τρέχουσας κρίσης. Η αφορμή, αλλά όχι η αιτία, του προβλήματος ήταν η κρίση των στεγαστικών δανείων μειωμένης εξασφάλισης που ξέσπασε στις ΗΠΑ και εξαπλώθηκε στην Ευρώπη και δευτερευόντως η αύξηση της τιμής του πετρελαίου, των πρώτων υλών και των τροφίμων, καθώς και η διόρθωση του δολαρίου.
- Τα αίτια είναι πολλά.
1. Η μεγάλη διάρκεια και ένταση του προηγούμενου ανοδικού κύκλου που δημιούργησε προσδοκίες διόρθωσης στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων.
2. Η χαλαρή νομισματική πολιτική στις ΗΠΑ σε συνδυασμό με την αύξηση της «διαρθρωτικής» ρευστότητας που σχετίζεται με τις υπερβάλλουσες (έναντι των επενδύσεων) αποταμιεύσεις της Κίνας και των πετρελαιοπαραγωγών χωρών που διοχετεύονται στις δυτικές χώρες και συνέβαλαν στην περαιτέρω αύξηση των τιμών ιδιαίτερα των ακινήτων.
3. Τα προβλήματα εταιρικής διακυβέρνησης των τραπεζών, η έλλειψη διαφάνειας, σε συνδυασμό με την ανεπαρκή αξιολόγηση κινδύνων, τη χαλάρωση της εποπτείας και το σύστημα κινήτρων και αμοιβών.
Κατά την άποψή μου, ο καταλυτικός παράγων μεταξύ των ανωτέρω ήταν η χαλάρωση των εποπτικών κανόνων στις ΗΠΑ με την τροποποίηση από το Κογκρέσο της νομοθεσίας του 1933 (Glass-Steagall Act) που συνέβη το 1999 (Gramm-Leach-Bliley Act). Ακολούθησε, με την επιρροή ισχυρών παραγόντων της Γουόλ Στριτ, η γενικότερη χαλάρωση των ρυθμιστικών κανόνων του χρηματοπιστωτικού συστήματος με την ανοχή της Fed και η σταδιακή μετατροπή του σε μηχανισμό τοποθετήσεων υψηλού κινδύνου και υψηλών αμοιβών, με τα γνωστά, και οδυνηρά, επακόλουθα.
Στη νέα αρχιτεκτονική του χρηματοπιστωτικού συστήματος το μεγαλύτερο βάρος της ευθύνης για την αποφυγή παρόμοιων κρίσεων στο μέλλον ανήκει στις εποπτικές αρχές. Αυτές πρέπει να εξασφαλίσουν:
(α) Διαφάνεια, με την εγγραφή όλων ανεξαιρέτως των συναλλαγών στους ισολογισμούς και τα αποτελέσματα των τραπεζών και την εξασφάλιση μη απόκρυψης των κινδύνων.(β) Βελτίωση των μεθόδων και διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων, με ελέγχους σε καταστάσεις έντασης, κυρίως όμως με τη σύνδεση των απαιτήσεων κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών με τον οικονομικό κύκλο. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να θεσμοθετηθούν πρόσθετες προβλέψεις κεφαλαιακής επάρκειας όταν ο ρυθμός αύξησης του ενεργητικού των τραπεζών ξεπερνά ένα όριο το οποίο σχετίζεται με την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ.
(γ) Συντονισμό των εποπτικών αρχών, με σκοπό την αποφυγή του ρυθμιστικού arbitrage.
(δ) Αναβάθμιση και ανεξαρτητοποίηση των εποπτικών αρχών με την τοποθέτηση στελεχών αδιαμφισβήτητου κύρους, ανεξαρτησίας και ικανοτήτων.
(ε) Αναθεώρηση επί το αυστηρότερον των κανόνων εποπτείας του λεγόμενου «σκιώδους» χρηματοπιστωτικού συστήματος (hedge funds, private equity funds).
(στ) Αναθεώρηση των κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης, ιδιαίτερα του τρόπου εγκρίσεως των πάσης φύσεως αμοιβών και κινήτρων των στελεχών.
(ζ) Αναθεώρηση επί το αυστηρότερον των κανόνων λειτουργίας των οργανισμών αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και του κινδύνου των προϊόντων που παρέχουν.
(η) Αναθεώρηση της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ενωσης με σκοπό την παροχή της δυνατότητας στην ΕΚΤ να δρα ως «τελευταίο καταφύγιο δανεισμού» για το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Σε όρους πολιτικής οικονομίας, η νέα αρχιτεκτονική του χρηματοπιστωτικού συστήματος ως αδήριτη ανάγκη της τρέχουσας κρίσης θα είναι, όπως πολλές φορές στο παρελθόν, ένας νέος συμβιβασμός μεταξύ της δημοκρατίας και του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι βασική αρχή της δημοκρατίας είναι ότι η ελευθερία του ενός σταματά εκεί όπου αρχίζει η ελευθερία του άλλου. Η αρχή αυτή παραβιάστηκε βάναυσα με τη μετατροπή κολοσσιαίων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, στην ουσία της καρδιάς του συστήματος της ελεύθερης οικονομίας, σε καζίνα.
Ο κ. Ι. Στουρνάρας είναι καθηγητής Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, επιστημονικός διευθυντής του ΙΟΒΕ.
Η «ευκαιρία» της σοσιαλδημοκρατίας;
ΕΧΟΥΝ ΜΕΛΛΟΝ ΟΙ ΑΓΟΡΕΣ;
Ν. ΜΟΥΖΕΛΗΣ
Η παγκόσμια οικονομική κρίση έδειξε ξεκάθαρα την αδυναμία του νεοφιλελεύθερου μοντέλου να εξηγήσει και να δώσει λύσεις στα προβλήματα του καπιταλισμού σήμερα. Οταν ο επιλεκτικά φιλελεύθερος πρόεδρος των ΗΠΑ παρεμβαίνει στην αγορά για να σώσει δύο από τις μεγαλύτερες επενδυτικές τράπεζες της χώρας και όταν προσπαθεί να πείσει το Κογκρέσο να εγκρίνει το μυθικό ποσό των 700 δισ. δολαρίων για την εξαγορά των προβληματικών χρεογράφων που στηρίζονται στη στεγαστική πίστη, γίνεται όλο και πιο φανερό ότι η θεοποίηση της αγοράς ξεθωριάζει. Είναι φανερό ότι χρειάζονται πολύ πιο παρεμβατικοί τρόποι ελέγχου και του αμερικανικού αλλά και του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Χρειάζονται όχι νεοφιλελεύθερες αλλά σοσιαλδημο- κρατικού τύπου θεσμοί και μηχανισμοί που να στοχεύουν και στην αποφυγή κρίσεων και στη δικαιότερη κατανομή του παγκόσμιου πλούτου. Χρειάζεται, με άλλα λόγια, ένα παγκόσμιο αυτή τη φορά New Deal παρόμοιο με αυτό που εφάρμοσε στις ΗΠΑ ο πρόεδρος Ρούζβελτ μετά τη μεγάλη κρίση του 1929-1932.
Αν οι ΗΠΑ δεν είναι διατεθειμένες (για διάφορους λόγους) να αλλάξουν τη δομή του άναρχου καπιταλισμού που κυριαρχεί σήμερα παγκοσμίως, η αλλαγή μπορεί να έρθει από τις αναδυόμενες οικονομικές δυνάμεις της Κίνας, της Ινδίας, της Ρωσίας και της Βραζιλίας. Βέβαια μπορεί σε μια τέτοια περίπτωση να έχουμε σταθεροποίηση χωρίς άμβλυνση των εντεινόμενων ανισοτήτων. Μακροχρόνια όμως η πιο δίκαιη κατανομή του παγκόσμιου πλούτου είναι μια βασική προϋπόθεση για την επιβίωση του καπιταλιστικού συστήματος.
Μετά την άνοδο του θατσερισμού και του ριγκανισμού ο Κέινς ξεχάστηκε. Σήμερα, όμως, όπως η δογματική πίστη στον αυτορρυθμιζόμενο χαρακτήρα των αγορών καταρρέει, ο κεϊνσιανισμός, με διαφορετική βέβαια μορφή, έρχεται πάλι στο προσκήνιο. Ο ευέλικτος παρεμβατισμός, από το κράτος σε εθνικό επίπεδο και από παγκόσμιους οργανισμούς στο επίπεδο του πλανήτη, είναι μια επείγουσα ανάγκη αν θέλουμε να αποφευχθεί η καταστροφική οικονομική αστάθεια και να αμβλυνθούν οι ανισότητες και οι κίνδυνοι που χαρακτηρίζουν τον κόσμο της ύστερης νεωτερικότητας.
Στο νέο αυτό πλαίσιο που θα διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια και μετά το πέρασμα της κρίσης η Ευρωπαϊκή Ενωση μπορεί να παίξει έναν πολύ σημαντικό ρόλο. Για να γίνει όμως αυτό χρειάζεται μεγαλύτερη πολιτική ενοποίηση, χρειάζεται η Γηραιά Ηπειρος να μιλάει με μια φωνή στα διεθνή φόρα. Οσο αυτό δεν επιτυγχάνεται, όσο η Ευρώπη παραμένει μια μεγάλη αγορά, τόσο θα ετεροπροσδιορίζεται, τόσο θα λειτουργεί σε ένα σύστημα όπου άλλες δυνάμεις θα το διαμορφώνουν. Μόνο με την πολιτική ενοποίηση θα μπορέσει η ΕΕ να καταστεί ένας από τους σοβαρούς παίκτες στην παγκόσμια γεωπολιτική και οικονομική σκακιέρα.
Περνώντας τώρα από το παγκόσμιο και ευρωπαϊκό στο εθνικό επίπεδο, όπως πολλοί παρατηρητές έχουν επισημάνει, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα βρίσκονται σε κρίση. Στην Ευρώπη των «15» μόνο η Αγγλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία έχουν κεντροαριστερές/σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις - κυβερνήσεις που και αυτές αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα επιβίωσης. Αυτή η κατάσταση δεν είναι συγκυριακή. Ούτε εξηγείται πλήρως από το ότι η εργατική τάξη, λόγω της διαφοροποίησης στο εσωτερικό της και της εξατομίκευσης των μελών της, δεν λειτουργεί πλέον ως ένα ενιαίο συλλογικό υποκείμενο. Νομίζω ότι ο πιο καθοριστικός λόγος που εξηγεί το σημερινό αδιέξοδο της σοσιαλδημοκρατίας είναι πως, αντίθετα με την Κεντροδεξιά, η Κεντροαριστερά είναι αναγκασμένη να λειτουργεί σε έναν μη συμβατό, νεοφιλελεύθερο παγκόσμιο χώρο. Αυτός ο χώρος δημιουργεί σοβαρά, συστημικά εμπόδια στην εφαρμογή πολιτικών που να στοχεύουν στον συνδυασμό οικονομικής ανάπτυξης, κοινωνικής δικαιοσύνης και οικολογικής υπευθυνότητας. Κάθε σοβαρή προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση οδηγεί στη φυγή των κεφαλαίων σε χώρες όπου οι μισθοί είναι χαμηλοί, οι συνθήκες εργασίας βάρβαρες και οι περιβαλλοντικοί έλεγχοι ανύπαρκτοι. Και στη συνέχεια βέβαια η φυγή των κεφαλαίων και η μείωση των επενδύσεων οδηγούν στη μείωση του παραγόμενου πλούτου, στην ανεργία και στη συρρίκνωση των εισοδημάτων των οικονομικά ασθενέστερων τάξεων.
Αν τα παραπάνω ισχύουν, τότε η αλλαγή του παγκόσμιου συστήματος προς μια πιο παρεμβατική κατεύθυνση μπορεί σε βάθος χρόνου να δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες για την ανανέωση των σοσιαλδημοκρατικών, κεντροαριστερών κομμάτων. Μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες που θα αναγκάσουν τη συντηρητική παράταξη να κινηθεί προς τα αριστερά (όπως η αμερικανική κυβέρνηση σήμερα) παρά η Κεντροαριστερά να πάει προς τα δεξιά (όπως συνέβη με την μπλερική διακυβέρνηση). Ετσι δεν είναι απίθανο η τωρινή οικονομική κρίση να οδηγήσει σε ένα πιο αυστηρά ρυθμιζόμενο, πιο κοινωνικά δίκαιο και πιο οικολογικά υπεύθυνο καπιταλιστικό σύστημα. Μπορεί, δηλαδή, να οδηγήσει σε μια δεύτερη «χρυσή εποχή» της σοσιαλδημοκρατίας. Ολα αυτά ίσως ακούγονται ως υπερβολικά αισιόδοξα. Παρ' όλα αυτά, οι σοβαρές κρίσεις δημιουργούν πάντα νέες ευκαιρίες, νέες συνθήκες που μπορούν να οδηγήσουν ή σε ένα χειρότερο ή σε ένα καλύτερο μέλλον.
Ο κ. Νίκος Μουζέλης είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας της LSE.
Το ΒΗΜΑ, 05/10/2008Κυριακή 4 Μαΐου 2008
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΥΦΟΡΙΑΣ
Ο κ. Β. Ράπανος είναι καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών