Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κεντροαριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κεντροαριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Κοινό κεντροαριστερό φορέα προτείνουν 58 προσωπικότητες


  • Θα συστεγάσει δυνάμεις χωρίς τη διάλυση υπαρχόντων κομμάτων -συλλογικοτήτων
 Κοινό κεντροαριστερό φορέα προτείνουν 58 προσωπικότητες


Πρόταση για τη δημιουργία ενός κοινού πολιτικού φορέα της κεντροαριστεράς, ο οποίος θα συστεγάσει δυνάμεις χωρίς να απαιτήσει τη διάλυση των υπαρχόντων κομμάτων και συλλογικοτήτων, περιλαμβάνει το κείμενο των, τελικώς, 58 προσωπικοτήτων που το υπογράφουν.

Η έκκληση για την ανασυγκρότηση του χώρου απευθύνεται στις δυνάμεις της ευρύτερης δημοκρατικής προοδευτικής παράταξης, στο ΠΑΣΟΚ, τη ΔΗΜΑΡ, τις δυνάμεις της οικολογίας, της αυτοδιοίκησης, τις πολιτικές και κοινωνικές  συλλογικότητες και  προσωπικότητες.

 Επιπλέον συνοδεύεται από την πρόταση να συγκληθεί το προσεχές διάστημα μια Ιδρυτική Συνέλευση, με συμφωνημένες διαδικασίες, ώστε αφενός να συσταθεί ο κοινός φορέας και αφετέρου να υπάρξει επεξεργασία για το σχέδιο εθνικής ανασυγκρότησης, με προτεραιότητα στο πρόγραμμα για τις ευρωεκλογές και τις αυτοδιοικητικές εκλογές.

Κυριακή 16 Ιουνίου 2013

Ο σιδηρούς πρωθυπουργός και η Κεντροαριστερά

Του Νικου Μαραντζιδη*Η Καθημερινή, 16/6/2013
Η απόφαση του Αντ. Σαμαρά να κλείσει την ΕΡΤ θύμισε σε αρκετούς την πολιτική κληρονομιά της σιδηράς Βρετανίδας πρωθυπουργού Μ. Θάτσερ. Πραγματικά, από την επόμενη κιόλας στιγμή της πτώσης του σήματος της ΕΡΤ, καταλάβαμε όλοι πως ο πρωθυπουργός ήθελε να επιδείξει πυγμή. Ομως, η επιλογή αυτή δεν πρέπει να γίνει αντιληπτή ως απλώς επικοινωνιακή ή να θεωρηθεί μόνο άλλοθι για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες. Οχι πως δεν υπάρχουν αυτές οι διαστάσεις, αλλά το τοπίο είναι εμφανώς πιο σύνθετο. Η επιλογή του Αντ. Σαμαρά περισσότερο από συγκυριακή πρέπει να αναλυθεί ως στρατηγικού χαρακτήρα, με έντονα ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Εγγράφεται σε μια νεοσυντηρητική γραμμή πλεύσης όπου η τάξη, ο νόμος και οι μεταρρυθμίσεις θα επιβάλλονται με σιδερένια πυγμή. Πρόκειται για την αυγή της παρουσίας μιας νέας Δεξιάς και στην Ελλάδα. Η νέα αυτή Δεξιά προβάλλει καθαρά την ατζέντα της: νόμος και τάξη από τη μια, ισχυρή εθνική ταυτότητα από την άλλη και όλα αυτά στηριζόμενα σε μια οικονομία με περιορισμένη κρατική παρουσία και μικρή φορολογία.

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

Θόδωρος Πάγκαλος: Η Κεντροαριστερά δεν εκφράζεται πλέον από το ΠαΣοΚ


Με επιστολή του στον Ε. Βενιζέλο εντοπίζει τις αιτίες υποχώρησης του κόμματος και ζητά εκλογή νέας ηγεσίας

Τη λύπη του για τα αποτελέσματα των πρόσφατων δημοσκοπήσεων που αφορούν στο ΠαΣοΚ, εξέφρασε ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Θεόδωρος Πάγκαλος, σε επιστολή που απέστειλε προς τον πρόεδρο του Κινήματος, Ευάγγελο Βενιζέλο. «Ο κοινωνικός χώρος της Κεντροαριστεράς είναι βέβαια εδώ και περιμένει. Δυστυχώς όμως δεν τον εκφράζουμε πλέον» αναφέρει ο κ. Πάγκαλος.

Γιώργος Φλωρίδης: Για έναν «αυτόνομο ευρωπαϊκό δημοκρατικό σοσιαλισμό». Παρέμβαση του Κοινωνικού Συνδέσμου στην εκδήλωση διαλόγου των έξι κινήσεων


Ο Γιώργος Φλωρίδης στο βήμα της κοινής εκδήλωσης για την ανάπτυξη και την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς στην Ελλάδα, 28/11/2012 στην Τεχνόπολη στο Γκάζι, από τις έξι κινήσεις πολιτών [EUROKINISSI-ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ]

Υπέρ ενός συνεδρίου όπως αυτό που έγινε στο Επινέ, για τη συγκρότηση ενός«αυτόνομου» και «νέου ευρωπαϊκού και δημοκρατικού σοσιαλισμού» τάχθηκε ο Γιώργος Φλωρίδης από τον «Κοινωνικό Σύνδεσμο». Με αυτό το στόχο, πρότεινε τη δημιουργία μιας ομάδας πρωτοβουλίας για την ανασυγκρότηση του χώρου σε εθνικό επίπεδο, η οποία θα οργανώσει ένα συντακτικό συνέδριο για τη νέα Σοσιαλιστική παράταξη. Οι κινήσεις πολιτών «Κοινωνικός Σύνδεσμος», «Μπροστά», «Νέοι Μεταρρυθμιστές», «Π80», «Πολιτεία 2012» και «Πρωτοβουλία Β», οργάνωσαν στο Αμφιθέατρο του 984, στην Τεχνόπολη στο Γκάζι, δημόσια εκδήλωση προβληματισμού και διαλόγου για μια σύγχρονη προοδευτική σοσιαλδημοκρατία. σε αυτήν συμμετείχαν και εκπρόσωποι του ΠαΣοΚ και της ΔΗΜΑΡ και η συμμετοχή -πάνω από 300 άτομα παρακολούθησαν τους δύο κύκλους συζήτησης έναντι περίπου 100 που ενδιαφέρθηκαν για την εκδήλωση του Ιουνίου - αιφνιδίασε τους διοργανωτές. 

Ν. Χριστοδουλάκης: Ανάπτυξη με θεσμική ανασυγκρότηση της χώρας. Η ομιλία του πρώην υπουργού Οικονομικών στη συνάντηση για την Κεντροαριστερά


Ο πρώην υπουργός Οικονομικών κ. Ν. Χριστοδουλάκης μιλώντας στη συνάντηση που διοργάνωσαν οι κινήσεις του χώρου για την προοπτική ενοποίησής του υποστήριξε ότι «τα πιο κρίσιμα και επικίνδυνα προβλήματα της Ελλάδας σήμερα είναι η έκρηξη της ανεργίας και η  μη-βιωσιμότητα του χρέους. Και σε άλλες εποχές τα δύο αυτά ζητήματα απείλησαν την ελληνική κοινωνία και διάφορες κυβερνήσεις επιχείρησαν να τα αντιμετωπίσουν.

Νίκος Μπίστης: Στην ενότητα η δύναμη, στην ανανέωση η ελπίδα. Ομιλία του στην εκδήλωση των 6 Κινήσεων για την κεντροαριστερά


Αναδρομή στο παρελθόν και εκτίμηση του παρόντος στο οποίο βρίσκονται οι δυνάμεις της Κεντροαριστεράς και της ευρύτερης σοσιαλδημοκρατίας επεχείρησε να κάνει το στέλεχος της; ΔΗΜΑΡ Νίκος Μπίστης κατά τη σημερινή του ομιλία σε δημόσια εκδήλωση προβληματισμού και διαλόγου στο Γκάζι. «Το ΠαΣοΚ δεν είναι πλέον η δεσπόζουσα αποκλειστική δύναμη στον χώρο» ανέφερε χαρακτηριστικά ενώ τόνισε ότι η «ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της τρικομματικής κυβέρνησης είναι πρώτη και αυτονόητη προτεραιότητα». 

«Αστεγοι» ψηφοφόροι μόνοι ψάχνουν στην κεντροαριστερά. Σε γεμάτο αμφιθέατρο η συζήτηση για την ενοποίησή της - Δημιουργία Forum διαλόγου


[Κρουστάλλη Δήμητρα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 29/11/2012]. Στο ασφυκτικά γεμάτο αμφιθέατρο της Τεχνόπολης του Δήμου Αθηναίων στο Γκάζι, με ακροατήριο κατά μέσο όρο 55 ετών και άνω, πραγματοποίησαν, την Τετάρτη, οι κινήσεις της κεντροαριστεράς τη δεύτερη εκδήλωση τους για την ενοποίηση του χώρου. Αυτή τη φορά συμμετείχαν εκπρόσωποι του ΠαΣοΚ και της ΔΗΜΑΡ και η συμμετοχή -πάνω από 300 άτομα παρακολούθησαν τους δύο κύκλους συζήτησης έναντι περίπου 100 που ενδιαφέρθηκαν για την εκδήλωση του Ιουνίου - αιφνιδίασε τους διοργανωτές. 

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2009

Από τον μπλερισμό στον εθνοκεντρικό κεϊνσιανισμό

  • Νίκος Μουζέλης | Το Βήμα | Κυριακή 21 Ιουνίου 2009
Το παράδοξο των πρόσφατων ευρωεκλογών είναι ότι η απαξίωση του νεοφιλελευθερισμού βοήθησε περισσότερο την Κεντροδεξιά και λιγότερο την Κεντροαριστερά. Νομίζω ότι, για να εξηγήσουμε το φαινόμενο, πρέπει να εξετάσουμε την εκλογική διαδικασία ιστορικά και διαλεκτικά: σαν ένα παιχνίδι όπου, στον ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο, ο ένας παίκτης συχνά παίρνει στοιχεία από την ιδεολογία του αντιπάλου του - ενσωματώνοντάς τα στη δική του στρατηγική και κοσμοθεωρία. Από αυτή τη σκοπιά πρέπει να πάμε πίσω στη δεκαετία του 1990 όπου ο μπλερισμός κυριάρχησε στη Βρετανία και όπου στις περισσότερες χώρες της ΕΕ είχαμε σοσιαλδημοκρατικές/σοσιαλιστικές κυβερνήσεις.
Ο μπλερισμός
Ο Τόνι Μπλερ θεωρήθηκε από την Αριστερά «Θάτσερ με παντελόνια». Αυτό είναι λάθος. Η στρατηγική που ακολούθησε το Νέο Εργατικό Κόμμα στην μπλερική περίοδο ήταν σχηματικά: Θάτσερ συν Μπέβεριτζ (ο κύριος αρχιτέκτονας του βρετανικού κοινωνικού κράτους). Εξηγούμαι: Ο λεγόμενος τρίτος δρόμος- του οποίου κύριος θεωρητικός ήταν ο Αντονι Γκίντενς και κύριος πολιτικός εκφραστής του ο Τόνι Μπλερ- προσπάθησε να συνδυάσει στοιχεία του θατσερικού προγράμματος με μια κοινωνική πολιτική υπέρ των οικονομικά αδυνάτων. Πιο συγκεκριμένα, τουλάχιστον στα αρχικά στάδια της εφαρμογής του, το πρόγραμμα των Εργατικών πήρε από τον θατσερισμό την έμφαση στην αγορά, στον οικονομικό ανταγωνισμό και στη δημοσιονομική πειθαρχία. Συγχρόνως όμως η λογική της αγοράς συνδυάστηκε με τη λογική της αλληλεγγύης. Ετσι στα μέσα της δεκαετίας του 1990 βλέπουμε μια σειρά από μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων (αποδοχή της Ευρωπαϊκής Κοινωνική Χάρτας) και για τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων. Για παράδειγμα, παρατηρούμε μια προσπάθεια συντονισμού της φορολογικής και κοινωνικής πολιτικής: φόροι και κοινωνικές παροχές συντονίζονται μέσω ενός συστήματος φορολογικών πιστώσεων (tax credits) κατά τέτοιον τρόπο ώστε αυτοί που βρίσκονταν στη λεγόμενη «παγίδα της φτώχειας» να μπορέσουν να βγουν από αυτό το αδιέξοδο. Οπως πολύ χαρακτηριστικά ανέφερε το κύριο άρθρο του «Οbserver» (22.3.1998) «ο Γκόρντον Μπράουν (ο τότε υπουργός Οικονομικών) χωρίς να αθετήσει την υπόσχεσή του για δημοσιονομική αυστηρότητα, άλλαξε το φορολογικό και ασφαλιστικό σύστημα κατά τέτοιον τρόπο που 10 δισ. στερλίνες ανακατανεμήθηκαν προς όφελος του 30% του πληθυσμού που βρίσκεται στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας- και κανένας δεν διαμαρτυρήθηκε». Βέβαια, με την πάροδο του χρόνου οι ανισότητες άρχισαν πάλι να εντείνονται και η φόρμουλα Θάτσερ συν Μπέβεριτζ μετατράπηκε σε Θάτσερ συν Μπέβεριτζ «λάιτ». Αυτό όμως δεν εμπόδισε το Εργατικό Κόμμα να κυριαρχήσει στη βρετανική πολιτική αρένα για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η κρίση του νεοφιλελευθερισμού
Περνώντας τώρα από την άνοδο του μπλερισμού στη σημερινή οικονομική κρίση και στην απαξίωση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου διαχείρισης της οικονομίας- εδώ βλέπουμε έναν διαφορετικό συνδυασμό που οδήγησε στην εκλογική νίκη της Κεντροδεξιάς/Δεξιάς αυτή τη φορά. Σε αυτή την περίπτωση, σχηματικά πάλι, η νέα συνταγή είναι Κέινς συν Λεπέν «λάιτ». Αν ο Μπλερ δανείστηκε από τη Θάτσερ τη λογική της αγοράς και της ανταγωνιστικότητας, σήμερα οι συντηρητικές δυνάμεις στην ΕΕ δανείζονται από τη σοσιαλδημοκρατία τη λογική της ρυθμιζόμενης οικονομίας (βλ. την απαίτηση της Μέρκελ και του Σαρκοζί στη συνάντηση του G20 στο Λονδίνο), καθώς και την ανάγκη μιας μερικής έστω αναδιανομής υπέρ των λαϊκών τάξεων. Αυτό συνδυάστηκε με μια εθνοκεντρική, ευρωσκεπτικιστική πολιτική στο θέμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, με έναν αμυντικό λαϊκισμό εναντίον της μετανάστευσης και με μια νέα έμφαση στα θέματα «τάξης και ασφάλειας».

Αυτός ο νέος συνδυασμός κενσιανισμού και φοβικού εθνικισμού είτε παίρνει τη μορφή ενσωμάτωσης ακροδεξιών κομμάτων στον χώρο της Κεντροδεξιάς (περίπτωση Μπερλουσκόνι) είτε τα συντηρητικά κόμματα προσπαθούν να προσελκύσουν ακροδεξιούς ψηφοφόρους μέσω αυστηρών μέτρων στον χώρο «της τάξης και ασφάλειας» γενικά και σε αυτόν της μετανάστευσης πιο ειδικά (περίπτωση Σαρκοζί). Και στις δύο περιπτώσεις τα σοσιαλδημοκρατικά/ σοσιαλιστικά κόμματα βρίσκονται σε αμυντική θέση. Από τη μια μεριά το «κεϊνσιανό» τους προφίλ δεν διαφοροποιείται σημαντικά από αυτό των λαϊκών, κεντροδεξιών κομμάτων, ενώ από την άλλη η πιο ήπια μεταναστευτική πολιτική τους είναι, τουλάχιστον στη σημερινή συγκυρία, λιγότερο δημοφιλής.
Η περίπτωση της Ελλάδας
Θέλω να τονίσω εδώ πως η παραπάνω ανάλυση δεν βασίζεται σε «σιδηρούς νόμους» αλλά σε ιδεοτυπικές καταστάσεις, σε γενικές δηλαδή τάσεις που εξηγούν την εκλογική επιτυχία, όχι σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά στον ευρωπαϊκό χώρο συνολικά. Σε κάθε συγκεκριμένη χώρα συγκυριακά γεγονότα ή αντίθετες πολιτικές εξελίξεις μπορούν να εξουδετερώσουν την επιρροή του λαϊκο-κεϊνσιανισμού.

Σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, αν η παραπάνω ανάλυση είναι σωστή, η νίκη του ΠαΣοΚ στις επόμενες βουλευτικές εκλογές μπορεί να μην είναι τόσο εύκολη ή τόσο καθοριστική όσο διαφαίνεται από τα πρόσφατα αποτελέσματα των ευρωεκλογών. Η απότομη αναβάθμιση από την κυβέρνηση του μεταναστευτικού προβλήματος σε κύριο πρόβλημα της εσωτερικής πολιτικής και τα δραστικά μέτρα εναντίον των μεταναστών που προγραμματίζει, μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντική διεύρυνση της εκλογικής της βάσης. Είτε αυτή η διεύρυνση πάρει τη μορφή της λύσης Σαρκοζί (το πιο πιθανό) είτε τη μορφή της λύσης Μπερλουσκόνι, η αυτοδυναμία στην οποία στοχεύει το ΠαΣοΚ θα καταστεί δύσκολη. Αυτή η δυσκολία, βέβαια, δεν είναι ανυπέρβλητη. Το ΠαΣοΚ μπορεί να καταπολεμήσει τη συντηρητική στρατηγική με μια μεταναστευτική πολιτική που να συνδυάζει την ανθρωπιά (αποτελεσματική κοινωνική ένταξη) με ένα πολύ πιο αυστηρό έλεγχο των πιο πρόσφατων μεταναστευτικών ροών. Επιπλέον το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα χρειαστεί να συνεργαστεί και με τον ΣΥΡΙΖΑ (τώρα που το φιάσκο της «ακτιβιστικής» αντιευρωπαϊκής τους πτέρυγας θα κάνει τη συνεργασία πιο εφικτή) και με τους Οικολόγους.

Τέλος, το ΠαΣοΚ έχει το πλεονέκτημα να έχει ως κύριο αντίπαλο μια κυβέρνηση της οποίας η πενταετής θητεία χαρακτηρίζεται- πέρα από τα σκάνδαλα- από χαλαρότητα, αβουλία και ερασιτεχνισμό.

Ο κ. Νίκος Μουζέλης είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας, LSΕ.

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2009

Δεξιά-αριστερά: τα παράδοξα των ευρωεκλογών

Tου Γιωργου Παγουλατου*, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 14/6/2009

Oι ευρωεκλογές στην Ευρώπη ανέδειξαν νικήτρια την κεντροδεξιά μειώνοντας την εκπροσώπηση της κεντροαριστεράς. Αύξησαν τις έδρες ακροδεξιών και πρασίνων, εις βάρος της κόκκινης αριστεράς. Συνολικά, μπορεί να πει κανείς, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μετακινήθηκε προς τα δεξιά.

Παράδοξο πρώτο: Οι Ευρωπαίοι ζητούν σοσιαλδημοκρατική πολιτική αλλά ψηφίζουν κεντροδεξιά.

Δυο κεντρικά ζητήματα επηρέασαν καθοριστικά τη στροφή αυτή προς τα δεξιά: η οικονομική κρίση και η κοινωνική ανασφάλεια μεταξύ άλλων απέναντι στη λαθρομετανάστευση. Το πρώτο ζήτημα λειτούργησε κυρίως υπέρ της κεντροδεξιάς, το δεύτερο υπέρ της ακροδεξιάς.

Οπου οι πολίτες θεώρησαν ότι η εθνική τους κυβέρνηση αντιμετώπισε επαρκώς την οικονομική κρίση, προτίμησαν το κυβερνών κόμμα (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Πολωνία, κλπ). Στην Ισπανία καταψήφισαν την κυβέρνηση Θαπατέρο, αλλά με ένα οριακό 2%, εντυπωσιακό με μια ανεργία 20%! Σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις, για διαφορετικούς λόγους, η καταψήφιση της κυβέρνησης έλαβε χαρακτήρα γενικευμένης αποδοκιμασίας: στη Βρετανία και στην Ελλάδα. Γενικά όμως, η οικονομική κρίση ενίσχυσε τις (ως επί των πλείστον κεντροδεξιές) κυβερνήσεις αρκεί να αντέδρασαν με στοιχειώδη αποτελεσματικότητα. Δεν αλλάζεις καπετάνιο στη μέση της καταιγίδας.

Και εδώ έρχεται το παράδοξο. Οι κυβερνητικές πολιτικές τις οποίες ενέκριναν οι ψηφοφόροι ήταν πολιτικές με σαφή σοσιαλδημοκρατική και κεϊνσιανή απόχρωση: ενίσχυση των επιδομάτων ανεργίας και δαπανών κοινωνικής προστασίας, ανοχή σε υψηλότερα δημοσιονομικά ελλείμματα, παρέμβαση στο χρηματοπιστωτικό τομέα και ρύθμιση των φορολογικών παραδείσων, κρατική στήριξη μεγάλων βιομηχανιών. Πολιτικές πραγματισμού, άλλωστε, σε συγκυρία ύφεσης. Τέτοιες πολιτικές εφάρμοσαν οι κεντροδεξιές κυβερνήσεις που ενισχύθηκαν στις ευρωεκλογές. Η ψήφος προς την κεντροδεξιά (σε Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, κλπ) ήταν ψήφος εμπιστοσύνης στο «ευρωπαϊκό» «ηπειρωτικό» μοντέλο της ρυθμιζόμενης, κοινωνικής οικονομίας της αγοράς και του κοινωνικού κράτους. Βοήθησαν και οι εσωτερικές διαμάχες στη σοσιαλιστική αντιπολίτευση. Η κρίση κατέληξε να ενισχύσει την κεντροδεξιά, αφού την επανέφερε (έστω για την ώρα) στη μεταπολεμική παράδοση της «σοσιαλδημοκρατικής» κεϊνσιανής συναίνεσης.

Παράδοξο δεύτερο: Οι ψηφοφόροι αναζητούν την εναλλακτική πολιτική αλλά ανταμείβουν τη διαχειριστική αξιοπιστία. Ελκονται από το διαφορετικό αλλά εμπιστεύονται το δοκιμασμένο.

Η οικονομική κρίση δημιούργησε μια διάχυτη αίσθηση ότι ο διεθνής και ευρωπαϊκός καπιταλισμός χρειάζεται ουσιώδεις διορθώσεις και μεταρρυθμίσεις. Οι μετρήσεις αποτυπώνουν μεγάλη δυσαρέσκεια των Ευρωπαίων πολιτών για τις συνθήκες που οδήγησαν στην κρίση. Στρώματα που επλήγησαν από την κρίση αναζητούν διαφορετική πολιτική.

Σε αυτό το δίπολο παγιδεύτηκε η κεντροαριστερά. Η κρίση πλήττει δυσανάλογα τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα, που τείνουν να εντοπίζονται στην αριστερά. Οπου όμως η κεντροαριστερά επιχείρησε να διατυπώσει μεταρρυθμιστικές εναλλακτικές που προχωρούσαν πέρα από τη στήριξη του κοινωνικού κράτους, τις ρυθμιστικές παρεμβάσεις, την «πράσινη οικονομία» και την κεϊνσιανή αναθέρμανση, δεν έπεισε. Δεν ικανοποίησε τα ριζοσπαστικοποιημένα στρώματα, που επιθυμούσαν ρήξη με τον καπιταλισμό. Αλλά κυρίως κλόνισε την εμπιστοσύνη των πολύ μαζικότερων μεσαίων αστικών στρωμάτων, που δίνουν μεγάλη σημασία στην οικονομική σταθερότητα και διαχειριστική αξιοπιστία. Αλλωστε η σταδιακή υιοθέτηση ενός αξιόπιστου οικονομικού πραγματισμού από τη σοσιαλδημοκρατία στις δεκαετίες ’80-’90 ήταν αυτό που την κατέστησε κυβερνητικά ελκυστική. Και την διατήρησε στην εξουσία για πολλά χρόνια.

Οσοι καλούν την κεντροαριστερά να πάει αριστερότερα παραγνωρίζουν το δομικό δεδομένο ότι οι δυτικές κοινωνίες παραμένουν (παρά την κρίση) κοινωνίες πλειοψηφικών μεσαίων στρωμάτων που εργάζονται, λειτουργούν, καταναλώνουν και ευημερούν στον καπιταλισμό. Θέλουν ίσως μια άλλη ισορροπία κράτους και αγοράς, όχι όμως κι ένα διαφορετικό σύστημα.

Το πρόβλημα δεν είναι αντίστοιχο για την κεντροδεξιά. Ο κύριος κορμός ψηφοφόρων της στα περισσότερα κράτη-μέλη δεν υπέστησαν έντονα τις επιπτώσεις της κρίσης. Ανησυχούν περισσότερο για την επικείμενη αύξηση των φόρων που περιμένουν να επακολουθήσει.

Τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, η ευρωπαϊκή κεντροδεξιά υιοθέτησε τους θεσμούς του κοινωνικού κράτους και τον κεϊνσιανισμό. Σήμερα, απέναντι στην κρίση, εφαρμόζει πάλι την ίδια συνταγή: απαντά με κρατική παρέμβαση και ενίσχυση των κοινωνικών δαπανών. Εξουδετερώνει το συγκριτικό πλεονέκτημα της κεντροαριστεράς στην κοινωνική προστασία και την ανταγωνίζεται προνομιακά στο πεδίο της οικονομικής αποτελεσματικότητας και αξιοπιστίας. Και παίζει επιπλέον σε ένα ευνοϊκό έδαφος στο πεδίο της «τάξης και ασφάλειας». Ιδίως αν είναι διατεθειμένη να ενδώσει σε αυταρχισμό τύπου Σαρκοζί ή ξενοφοβικό λαϊκισμό τύπου Μπερλουσκόνι.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Κυριακή 31 Μαΐου 2009

Η κρίση βλάπτει τον... «σοσιαλισμό»!

  • Οι συντηρητικοί κερδίζουν έδαφος επενδύοντας στην ξενοφοβία και την ανασφάλεια, ενώ η Κεντροαριστερά αντιμετωπίζει κρίση ταυτότητας
  • Του Πετρου Παπακωνσταντινου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 31/5/2009
  • Οχι, το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) δεν υιοθέτησε ακόμη το σύνθημα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Δεν απέχει, όμως, και πάρα πολύ. Προεκλογική αφίσα του προειδοποιεί ότι η ψήφος στους Χριστιανοδημοκράτες (CDU) της Αγκελα Μέρκελ θα σημάνει βάναυσο ακρωτηριασμό των μισθών. Μια άλλη απεικονίζει καρχαρία με γραβάτα και σαρκαστικό χαμόγελο, παρομοιάζοντας τους Ελεύθερους Δημοκράτες με σαρκοβόρους χρηματιστές. Οσο για τον υποψήφιο καγκελάριο του SPD, Φρανκ - Βάλτερ Στάινμαγερ, ήταν φωτιά και λαύρα, την περασμένη Κυριακή, όταν διακωμωδούσε την απάντηση της Δεξιάς στη διεθνή οικονομική κρίση: «Ακόμη και μια σειρά αποκεφαλισμένων κοτόπουλων μοιάζει με οργανωμένη ομάδα μπροστά τους»!
  • Καλή και άγια η αναβάπτιση στην κολυμβήθρα των προλεταριακών καταβολών και του αντικαπιταλιστικού μέλλοντος, μόνο που… το SPD συγκυβερνά με την επάρατη Δεξιά, την οποία καταγγέλλει, από το 2005! Και ο Στάινμαγερ, ο οποίος θα αντιμετωπίσει τη Μέρκελ στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, είναι σήμερα το δεξί της χέρι, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών. Και υπουργός Οικονομικών αυτής της κυβέρνησης, αρχιτέκτονας της λιτότητας, δεν είναι άλλος από τον επίσης σοσιαλδημοκράτη Πέερ Στάινμπρουκ!
  • Η δοκιμασμένη συνταγή της σοσιαλδημοκρατίας λέει ότι οι εκλογές κερδίζονται από τα αριστερά και η εξουσία ασκείται από τα δεξιά. Αυτή τη φορά, όμως, η συνταγή δεν φαίνεται να δουλεύει εν όψει των ευρωεκλογών της ερχόμενης εβδομάδας. Οι δημοσκοπήσεις εμφανίζουν το SPD να υπολείπεται κατά δέκα μονάδες του CDU.
  • Σε πανευρωπαϊκή κλίμακα εμφανίζεται το εξής παράδοξο: Η πρωτοφανής στα μεταπολεμικά χρονικά κρίση του καπιταλισμού φαίνεται να βλάπτει σοβαρά τους… σοσιαλιστές! Παρά την ύπαρξη κεντροδεξιών κυβερνήσεων στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, αυτός που κυρίως αιμορραγεί πολιτικά, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, είναι η Κεντροαριστερά. Βεβαίως, η κατακραυγή εναντίον του συνόλου του πολιτικού κατεστημένου, με τη μορφή της ψήφου στα μικρότερα κόμματα ή της αποχής - ρεκόρ, θα πλήξει αμφότερες τις πολιτικές οικογένειες. Ολα δείχνουν όμως ότι οι Σαρκοζί, Μπερλουσκόνι, Μέρκελ θα τα πάνε πολύ καλύτερα από τους αντιπάλους τους.

Τριπλή μετάλλαξη

  • Την περίοδο 1997 - 2000, οι οικονομικοί δείκτες ευημερούσαν, τα χρηματιστήρια ξεφάντωναν, αλλά η Κεντροαριστερά άλωνε, από χώρα σε χώρα, τα κυριότερα οχυρά των συντηρητικών. Τώρα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Λες και η σοσιαλδημοκρατία έχει συνδέσει τις τύχες της με τον καπιταλισμό σαν παρασιτικός οργανισμός, που ευημερεί και δυστυχεί, ζει και πεθαίνει μαζί με τον ξενιστή του.
  • Αυτή η αφύσικη εξέλιξη είναι αποτέλεσμα μιας τριπλής μετάλλαξης. Πρώτα απ’ όλα πολιτικής, καθώς οι κεντροαριστερές κυβερνήσεις διέψευσαν πολύ γρήγορα τις προσδοκίες για τερματισμό του θατσερικού χειμώνα: Ακόμη και οι σοσιαλιστές του Λιονέλ Ζοσπέν στη Γαλλία, πιο αριστεροί, στο επίπεδο της ρητορείας, από τους Νέους Εργατικούς του Μπλερ ή τους Σοσιαλδημοκράτες του Σρέντερ, υποσχέθηκαν προεκλογικά το 35ωρο, στην πράξη, όμως, έκαναν περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις από όσες πραγματοποίησαν αθροιστικά όλες οι δεξιές κυβερνήσεις μετά το 1986.
  • Μετάλλαξης, ύστερα, ιδεολογικής, κάτω από τη σημαία του «Τρίτου Δρόμου - Νέου Κέντρου». Στο ιστορικό συνέδριο του Επινέ, το 1971, όταν ο Φρανσουά Μιτεράν χάραζε τη στρατηγική του Κοινού Προγράμματος με τους κομμουνιστές διακηρύσσοντας: «Η επανάσταση είναι πάνω απ’ όλα ρήξη. Οποιος δεν αποδέχεται αυτή τη ρήξη με την κατεστημένη τάξη, με την καπιταλιστική κοινωνία, δεν μπορεί να είναι μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος». Από τότε έχει κυλήσει τόσο νερό κάτω από τις γέφυρες του Σηκουάνα, που δύο πρωτοκλασάτα στελέχη των Γάλλων Σοσιαλιστών, οι Ντομινίκ Στρος - Καν και Πασκάλ Λαμί να ηγούνται σήμερα των Δίδυμων Πύργων της παγκοσμιοποίησης, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου αντίστοιχα.
  • Μετάλλαξης, τέλος, κοινωνικής. Οπως αναγνώριζε προ μηνών στη γαλλική Le Monde ο Βρετανός βουλευτής των Εργατικών, Ντένις Μακ Σέιν, «τα κόμματα της Αριστεράς έγιναν κόμματα της ελίτ. Από τον κόσμο της μισθωτής εργασίας δεν έχουν επαφή παρά με τους αποφοίτους πανεπιστημίων, τους δημοσίους υπαλλήλους και τους επαγγελματίες συνδικαλιστές». Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Αυστρίας, όπου η συγκυβέρνηση από τον Μεγάλο Συνασπισμό Χριστιανοδημοκρατών - Σοσιαλδημοκρατών, κατά το πρότυπο της Γερμανίας, συνέβαλε στο να αναδειχθεί το ακροδεξιό Κόμμα της Ελευθερίας στην πιο… εργατική πολιτική δύναμη της χώρας, ως προς την εκλογική του απήχηση!

Η στρατηγική της Δεξιάς

  • Σε αντίθεση με τη σοσιαλδημοκρατία, η Κεντροδεξιά κατάφερε να διεισδύσει στα λαϊκά στρώματα, εκμεταλλευόμενη τους φόβους που γεννά η οικονομική κρίση, χάρη στα παραδοσιακά χαρτιά της ξενοφοβίας, της τάξης και της ασφάλειας. Την εβδομάδα που πέρασε, ο υπουργός Εργασίας της Γαλλίας Μπρις Ορτεφέ, δήλωσε στη Le Monde: «Τα θεμελιώδη προβλήματα της πολιτικής αντιπαράθεσης είναι τα πεδία της εθνικής κυριαρχίας: ζητήματα δικαιοσύνης, ασφάλειας, μετανάστευσης. Είναι πάνω σ’ αυτά που παίρνουν θέση οι ψηφοφόροι. Τα υπόλοιπα, η οικονομία, έχουν φύγει πλέον στο πεδίο της παγκοσμιοποίησης».
  • Ο Ορτεφέ περιέγραψε με εξαιρετική ενάργεια τη στρατηγική της Δεξιάς: Το βασικό είναι να εξοστρακισθεί το πρόβλημα των προβλημάτων, η οικονομία και οι κοινωνικές ανισότητες, εκτός πολιτικής αντιπαράθεσης. Από κει και πέρα, η αντιπαράθεση περιορίζεται στα ζητήματα της ασφάλειας, της μετανάστευσης, των «αξιών», όπου οι συντηρητικές δυνάμεις «του νόμου και της τάξης» αισθάνονται, δικαιολογημένα, ότι παίζουν στο δικό τους γήπεδο.
  • Από τη στιγμή που η σοσιαλδημοκρατία δέχεται ότι η οικονομική πολιτική είναι μονόδρομος σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, μοιραία αιχμαλωτίζεται στην παγίδα που έχει στήσει ο αντίπαλός της: Αυτό έπαθε η Σεγκολέν Ρουαγιάλ, αντιμετωπίζοντας τον Σαρκοζί στο έδαφος του εθνικισμού και της ισλαμοφοβίας, τραγουδώντας τη Μασσαλιώτιδα και προτείνοντας ειδικά στρατόπεδα για τους παραβατικούς νέους. Αλλά όποιος δέχεται εξ αρχής να καταθέσει τα δικά του όπλα και να δώσει όλες τις μάχες με τα όπλα του αντιπάλου του, είναι άξιος της μοίρας του…

Περί βαρβάρων...

  • Η επιλογή του προέδρου του ΠΑΣΟΚ και της Σοσιαλιστικής Διεθνούς να επαναφέρει το σύνθημα της Ρόζας Λούξεμπουργκ «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» ήταν παράτολμη, για τρεις, τουλάχιστον, λόγους. Πρώτον, διότι όπως άριστα γνωρίζουν οι γερμανομαθείς συνεργάτες του κ. Παπανδρέου, η Λούξεμπουργκ δολονήθηκε επί κυβέρνησης του σοσιαλδημοκράτη Εμπερτ, ο οποίος έπνιξε στο αίμα την επανάσταση του 1918. Δεύτερον, διότι ο σύγχρονος «σοσιαλισμός» δεν είναι πάντα εντελώς ασύμβατος με τη βαρβαρότητα – αίφνης, αρχιτέκτονας της πρόσφατης σφαγής στη Γάζα υπήρξε ο υπουργός Αμυνας του Ισραήλ και αντιπρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, Εχούντ Μπάρακ. Και τρίτον διότι, όπως και να το κάνουμε, είναι άλλο πράγμα να ρίχνει κανείς αυτό το σύνθημα όταν η Ευρώπη βιώνει τη βαρβαρότητα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, των χαρακωμάτων και των χημικών αερίων και άλλο να υπονοεί ότι κρίνονται ζητήματα ζωής ή θανάτου από την επιλογή μεταξύ κεντροδεξιάς, κεντροαριστεράς και... παραλίας στις ευρωεκλογές. Αν ζούσε ο Μαρξ, θα μπορούσε να προσφύγει στον γνωστό του αφορισμό ότι τα ιστορικά γεγονότα επαναλαμβάνονται, την πρώτη φορά ως τραγωδία και τη δεύτερη ως φάρσα.
  • Παρεμπιπτόντως, ένα χρόνο νωρίτερα από τον Γιώργο Παπανδρέου είχε την έμπνευση να επικαλεσθεί το ίδιο ιστορικό σύνθημα ο Οσκαρ Λαφοντέν, πρώην ηγέτης του SPD, από το οποίο αποσπάσθηκε για να ιδρύσει το νέο κόμμα Linke (Αριστερά). Ο Λαφοντέν δέχθηκε σκληρή επίθεση γι’ αυτό του το τόλμημα από τον συντηρητικό Τύπο, αλλά η επιλογή του είχε, τουλάχιστον, συνέπεια: Το Linke σχηματίστηκε με συμμετοχή σοσιαλιστών και κομμουνιστών, θεωρεί το «Μανιφέστο» των Μαρξ - Ενγκελς ιδρυτικό του κείμενο και πρεσβεύει έναν αυτοδιαχειριζόμενο σοσιαλισμό – άλλο ζήτημα αν, τελευταία, έχει βάλει κι αυτό πολύ νερό στο κρασί του.

Διεργασίες στην Αριστερά

  • Μπορεί η σοβαρότερη οικονομική κρίση των τελευταίων 80 χρόνων να μη συσσωρεύει αυτόματα κέρδη για την Αριστερά, διαβρώνει ωστόσο τη συναίνεση των δύο μεγάλων παρατάξεων στο «κέντρο» και ενισχύει τις πολωτικές τάσεις, προκαλώντας αυξημένη ζήτηση για νέες, αντισυστημικές δυνάμεις και στα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος.
  • Στην Ανατολική Ευρώπη, η τάση αυτή ευνοεί κυρίως ξενόφοβες, ακροδεξιές δυνάμεις. Το Εθνικό Κόμμα Τσεχίας δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει την ανατριχιαστική, ναζιστικής έμπνευσης ορολογία περί «Τελικής Λύσης» του «προβλήματος» των τσιγγάνων, ενώ το Κόμμα της Μεγάλης Ρουμανίας ρίχνει το σύνθημα: «Χριστιανοί και πατριώτες, να διώξουμε τους κλέφτες». Από την πλευρά του, το Βρετανικό Εθνικό Κόμμα ζήτησε «βρετανικές δουλειές για Βρετανούς εργάτες».
  • Η πέραν της σοσιαλδημοκρατίας Αριστερά ευελπιστεί να εισπράξει σημαντικό μέρος της λαϊκής δυσαρέσκειας. Από τα παραδοσιακά Κ.Κ., σημαντική επιρροή διατηρούν, πέραν του ΚΚΕ, τα Κ.Κ. Πορτογαλίας (9,2% στις ευρωεκλογές του 2005) και Τσεχίας (γύρω στο 12%). Το ιστορικό Κ.Κ. Γαλλίας, το οποίο είχε συρρικνωθεί, πρόσφατα, σε απελπιστικά χαμηλά όρια, κατεβαίνει αυτή τη φορά σε συμμαχία με τους αριστερούς σοσιαλιστές του Ζαν - Λικ Μελανσόν, οι οποίοι αποσπάστηκαν από το επίσημο Σοσιαλιστικό Κόμμα της Μαρτίν Ομπρί. Οι δημοσκοπήσεις δίνουν στο «Μέτωπο της Αριστεράς», όπως ονομάζεται ο νέος πολιτικός συνασπισμός, γύρω στο 6,5%, με τάσεις ανόδου. Αντιθέτως, τα νέα δεν εμπνέουν αισιοδοξία για την περίπτωση της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης, στην Ιταλία, που πληρώνει το τίμημα της σύμπραξης με την Κεντροαριστερά του Πρόντι και των αλλεπάλληλων διασπάσεων.
  • Ενα άλλο σχήμα με πολλές ελπίδες στον χώρο της ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι το Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα (ΝΡΑ) της Γαλλίας υπό τον 35χρονο ταχυδρομικό υπάλληλο Ολιβιέ Μπεζανσενό. Προϊόν μετεξέλιξης της τροτσκιστικής LCR, με ρίζες στον Μάη του ’68, το ΝΡΑ, που διατηρεί σχέσεις στην Ελλάδα τόσο με τον ΣΥΡΙΖΑ όσο και με τον νεοπαγή συνασπισμό ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α, φέρεται να συγκεντρώνει άνω του 7% και φιλοδοξεί να αναδειχθεί σε βασικό πόλο της Αριστεράς.
  • Οσο για την «Αριστερά» του Οσκαρ Λαφοντέν, προϊόν συγχώνευσης πρώην κομμουνιστών της Ανατολικής Γερμανίας με την αποσπασθείσα, αριστερή πτέρυγα του SPD, στη Δυτική, οι δημοσκοπήσεις το φέρνουν γύρω στο 12%, αν και την τελευταία χρονιά η δυναμική του παρουσιάζει σημάδια κόπωσης.

Ιnfo

- Monique Canto – Sperber, «Le Liberalisme et la Gauche», Hachette, 2008.

- Sophie Landrin et Arnaud Leparmentier, «Immigration et securite, themes gagnant pour l’UMP», Le Monde, 23 mai 2009.

- Serge Halimi, «Simulacre europeen», Le Monde Diplomatique, juin 2009.

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2008

Η «ευκαιρία» της σοσιαλδημοκρατίας;

ΕΧΟΥΝ ΜΕΛΛΟΝ ΟΙ ΑΓΟΡΕΣ;

Ν. ΜΟΥΖΕΛΗΣ

Η παγκόσμια οικονομική κρίση έδειξε ξεκάθαρα την αδυναμία του νεοφιλελεύθερου μοντέλου να εξηγήσει και να δώσει λύσεις στα προβλήματα του καπιταλισμού σήμερα. Οταν ο επιλεκτικά φιλελεύθερος πρόεδρος των ΗΠΑ παρεμβαίνει στην αγορά για να σώσει δύο από τις μεγαλύτερες επενδυτικές τράπεζες της χώρας και όταν προσπαθεί να πείσει το Κογκρέσο να εγκρίνει το μυθικό ποσό των 700 δισ. δολαρίων για την εξαγορά των προβληματικών χρεογράφων που στηρίζονται στη στεγαστική πίστη, γίνεται όλο και πιο φανερό ότι η θεοποίηση της αγοράς ξεθωριάζει. Είναι φανερό ότι χρειάζονται πολύ πιο παρεμβατικοί τρόποι ελέγχου και του αμερικανικού αλλά και του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Χρειάζονται όχι νεοφιλελεύθερες αλλά σοσιαλδημο- κρατικού τύπου θεσμοί και μηχανισμοί που να στοχεύουν και στην αποφυγή κρίσεων και στη δικαιότερη κατανομή του παγκόσμιου πλούτου. Χρειάζεται, με άλλα λόγια, ένα παγκόσμιο αυτή τη φορά New Deal παρόμοιο με αυτό που εφάρμοσε στις ΗΠΑ ο πρόεδρος Ρούζβελτ μετά τη μεγάλη κρίση του 1929-1932.

Αν οι ΗΠΑ δεν είναι διατεθειμένες (για διάφορους λόγους) να αλλάξουν τη δομή του άναρχου καπιταλισμού που κυριαρχεί σήμερα παγκοσμίως, η αλλαγή μπορεί να έρθει από τις αναδυόμενες οικονομικές δυνάμεις της Κίνας, της Ινδίας, της Ρωσίας και της Βραζιλίας. Βέβαια μπορεί σε μια τέτοια περίπτωση να έχουμε σταθεροποίηση χωρίς άμβλυνση των εντεινόμενων ανισοτήτων. Μακροχρόνια όμως η πιο δίκαιη κατανομή του παγκόσμιου πλούτου είναι μια βασική προϋπόθεση για την επιβίωση του καπιταλιστικού συστήματος.

Μετά την άνοδο του θατσερισμού και του ριγκανισμού ο Κέινς ξεχάστηκε. Σήμερα, όμως, όπως η δογματική πίστη στον αυτορρυθμιζόμενο χαρακτήρα των αγορών καταρρέει, ο κεϊνσιανισμός, με διαφορετική βέβαια μορφή, έρχεται πάλι στο προσκήνιο. Ο ευέλικτος παρεμβατισμός, από το κράτος σε εθνικό επίπεδο και από παγκόσμιους οργανισμούς στο επίπεδο του πλανήτη, είναι μια επείγουσα ανάγκη αν θέλουμε να αποφευχθεί η καταστροφική οικονομική αστάθεια και να αμβλυνθούν οι ανισότητες και οι κίνδυνοι που χαρακτηρίζουν τον κόσμο της ύστερης νεωτερικότητας.

Στο νέο αυτό πλαίσιο που θα διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια και μετά το πέρασμα της κρίσης η Ευρωπαϊκή Ενωση μπορεί να παίξει έναν πολύ σημαντικό ρόλο. Για να γίνει όμως αυτό χρειάζεται μεγαλύτερη πολιτική ενοποίηση, χρειάζεται η Γηραιά Ηπειρος να μιλάει με μια φωνή στα διεθνή φόρα. Οσο αυτό δεν επιτυγχάνεται, όσο η Ευρώπη παραμένει μια μεγάλη αγορά, τόσο θα ετεροπροσδιορίζεται, τόσο θα λειτουργεί σε ένα σύστημα όπου άλλες δυνάμεις θα το διαμορφώνουν. Μόνο με την πολιτική ενοποίηση θα μπορέσει η ΕΕ να καταστεί ένας από τους σοβαρούς παίκτες στην παγκόσμια γεωπολιτική και οικονομική σκακιέρα.

Περνώντας τώρα από το παγκόσμιο και ευρωπαϊκό στο εθνικό επίπεδο, όπως πολλοί παρατηρητές έχουν επισημάνει, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα βρίσκονται σε κρίση. Στην Ευρώπη των «15» μόνο η Αγγλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία έχουν κεντροαριστερές/σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις - κυβερνήσεις που και αυτές αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα επιβίωσης. Αυτή η κατάσταση δεν είναι συγκυριακή. Ούτε εξηγείται πλήρως από το ότι η εργατική τάξη, λόγω της διαφοροποίησης στο εσωτερικό της και της εξατομίκευσης των μελών της, δεν λειτουργεί πλέον ως ένα ενιαίο συλλογικό υποκείμενο. Νομίζω ότι ο πιο καθοριστικός λόγος που εξηγεί το σημερινό αδιέξοδο της σοσιαλδημοκρατίας είναι πως, αντίθετα με την Κεντροδεξιά, η Κεντροαριστερά είναι αναγκασμένη να λειτουργεί σε έναν μη συμβατό, νεοφιλελεύθερο παγκόσμιο χώρο. Αυτός ο χώρος δημιουργεί σοβαρά, συστημικά εμπόδια στην εφαρμογή πολιτικών που να στοχεύουν στον συνδυασμό οικονομικής ανάπτυξης, κοινωνικής δικαιοσύνης και οικολογικής υπευθυνότητας. Κάθε σοβαρή προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση οδηγεί στη φυγή των κεφαλαίων σε χώρες όπου οι μισθοί είναι χαμηλοί, οι συνθήκες εργασίας βάρβαρες και οι περιβαλλοντικοί έλεγχοι ανύπαρκτοι. Και στη συνέχεια βέβαια η φυγή των κεφαλαίων και η μείωση των επενδύσεων οδηγούν στη μείωση του παραγόμενου πλούτου, στην ανεργία και στη συρρίκνωση των εισοδημάτων των οικονομικά ασθενέστερων τάξεων.

Αν τα παραπάνω ισχύουν, τότε η αλλαγή του παγκόσμιου συστήματος προς μια πιο παρεμβατική κατεύθυνση μπορεί σε βάθος χρόνου να δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες για την ανανέωση των σοσιαλδημοκρατικών, κεντροαριστερών κομμάτων. Μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες που θα αναγκάσουν τη συντηρητική παράταξη να κινηθεί προς τα αριστερά (όπως η αμερικανική κυβέρνηση σήμερα) παρά η Κεντροαριστερά να πάει προς τα δεξιά (όπως συνέβη με την μπλερική διακυβέρνηση). Ετσι δεν είναι απίθανο η τωρινή οικονομική κρίση να οδηγήσει σε ένα πιο αυστηρά ρυθμιζόμενο, πιο κοινωνικά δίκαιο και πιο οικολογικά υπεύθυνο καπιταλιστικό σύστημα. Μπορεί, δηλαδή, να οδηγήσει σε μια δεύτερη «χρυσή εποχή» της σοσιαλδημοκρατίας. Ολα αυτά ίσως ακούγονται ως υπερβολικά αισιόδοξα. Παρ' όλα αυτά, οι σοβαρές κρίσεις δημιουργούν πάντα νέες ευκαιρίες, νέες συνθήκες που μπορούν να οδηγήσουν ή σε ένα χειρότερο ή σε ένα καλύτερο μέλλον.

Ο κ. Νίκος Μουζέλης είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας της LSE.

Το ΒΗΜΑ, 05/10/2008

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008

ΔΙΑΛΟΓΟΙ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗΣ, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 14/09/2008

Η αριστερά χάνει δυνάμεις και βρίσκεται σε πτώση ή υποχώρηση σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη. Το πιστοποιούν οι πολλαπλές εκλογικές αποτυχίες της σε μια σειρά χώρες, καθώς και η μείωση της οργανωμένης ισχύος και της πολιτικής επιρροής της και, ιδιαίτερα, η χαλάρωση των δεσμών της με εκείνα τα λαϊκά στρώματα που θέλει και οφείλει να εκπροσωπεί. Αν, μάλιστα, οι Νέοι Εργατικοί χάσουν την εξουσία στη Βρετανία (όπως προβλέπεται ότι θα συμβεί), τότε μόνο μία χώρα από τις 15 μεγάλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η Ισπανία, θα έχει κυβέρνηση της κεντροαριστεράς. Με άλλα λόγια, βρισκόμαστε ήδη μπροστά σε ένα ευρωπαϊκό πολιτικό τοπίο πολύ διαφορετικό από εκείνο της δεκαετίας του 1990, όταν σε 13 από τις 15 χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης υπήρχαν κυβερνήσεις της αριστεράς ή της κεντροαριστεράς.

Τις πολλαπλές και βαθύτερες αιτίες της πτώσης της ευρωπαϊκής αριστεράς ανιχνεύουν με τις αναλύσεις τους τρεις γνωστοί ευρωπαίοι μελετητές:

Τζόρτζιο Ρούφολο, ιστορικό στέλεχος της ιταλικής αριστεράς, είναι οικονομολόγος και ιδρυτής του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ερευνών.

Μαρκ Λαζάρ είναι καθηγητής στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού.

Μάσιμο Σαλβαντόρι είναι καθηγητής Ιστορίας των Πολιτικών Θεωριών στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο.

ΑΛΛΑΞΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Διάλογοι: Για την πτώση της αριστεράς

Του ΤΖΟΡΤΖΙΟ ΡΟΥΦΟΛΟ

Οσο περισσότερο το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο πείθομαι ότι η ήδη φανερή κρίση της ευρωπαϊκής αριστεράς οφείλεται όχι τόσο στα (φανερά, ωστόσο) σοβαρά πολιτικά της λάθη, όσο σε πολιτισμικούς και ηθικούς παράγοντες.

*Ο Κορνήλιος Καστοριάδης θύμιζε ότι οι σύγχρονοι πολιτικοί φιλόσοφοι «αγνοούν τη βαθύτερη αλληλέγγυα σχέση ανάμεσα σε ένα κοινωνικό καθεστώς και στον ανθρωπολογικό τύπο που είναι αναγκαίος για να το κάνει να λειτουργήσει». Είναι γεγονός ότι στον καιρό μας, ας πούμε από το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, έχει αλλάξει βαθιά όχι μόνον το κοινωνικό καθεστώς (η δομή της οικονομίας και των κοινωνικών τάξεων), αλλά και ο αντιπροσωπευτικός της κοινωνίας «ανθρωπολογικός τύπος».

*Την πρώτη μεταβολή τα κόμματα της αριστεράς (μιλώ για τα μεγάλα «μεταρρυθμιστικά» κόμματα), έστω και με κόπο, την αντιλήφθηκαν και προσπάθησαν να προσαρμοστούν κυρίως με τρόπο παθητικό, υποτασσόμενα δηλαδή στην πρωτοβουλία ενός νικηφόρου καπιταλισμού. Δεν αντιλήφθηκαν, όμως, τη δεύτερη, τη βαθιά πολιτισμική μεταβολή που τη συνοδεύει και που καθορίζει τις αλλαγές των πολιτικών διαθέσεων και της εκλογικής συμπεριφοράς. Μιλώ για αλλαγές που αποκαλύπτονται περισσότερο με απολιτικές και φαινομενικά ασήμαντες εκδηλώσεις, οι οποίες όμως είναι ενδεικτικές του τρόπου του σκέπτεσθαι και αισθάνεσθαι, των υπαρξιακών αξιών, των κινήτρων της συμπεριφοράς (εκδηλώσεις που όλες τους είναι ενδείξεις ανθρωπολογικών μεταβολών).

*Στον τελευταίο μισό αιώνα, βέβαια, η βαθύτερη ανθρώπινη φύση, εκείνη που σηματοδοτεί τα δομικά συστατικά χαρακτηριστικά του ανθρώπινου γένους, έχει αλλάξει πολύ λίγο. Αυτή αλλάζει βέβαια, αλλά αργά, σε διάστημα χιλιετιών ή και εκατομμυρίων ετών. Τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά που αφορούν τις εξωτερικές συμπεριφορές αλλάζουν, αντίθετα, ριζικά και μερικές φορές γρήγορα. Ποιος θα μπορούσε να πει ότι ο άνθρωπος του Μεσαίωνα ή ο άνθρωπος της Αναγέννησης συγγενεύουν με τον δικό μας τρόπο θεώρησης της ζωής;

*Μια ριζική ανθρωπολογική μεταβολή έχει μεσολαβήσει μεταξύ της δυτικής κοινωνίας του 19ου και του πρώτου μισού του 20ού αιώνα και της τωρινής κοινωνίας: Η πρώτη συνένωνε έναν ισχυρό προοδευτικό και επιστημονικό υλισμό με μιαν εξίσου αποφασιστική επίδειξη υπερβατικών ηθικών αξιών (Θεός, πατρίδα, οικογένεια). Μια ένωση που αποτελούσε ταυτόχρονα τη δύναμή της και την αντίφασή της. Η δεύτερη, η τωρινή δυτική κοινωνία, εγκατέλειψε την πίστη στο ιδεώδες της προόδου και αναδιπλώθηκε από τον προοδευτικό υλισμό στον σκεπτικιστικό ψυχολογισμό.

Και ταυτόχρονα απαρνήθηκε τις υπερβατικές αξίες -στις οποίες αποδίδει έναν όλο και περισσότερο τυπικό σεβασμό- με μιαν έκρηξη ηδονισμού και εγωισμού. Πράγμα που την καθιστά πιο συνεκτική, αλλά στο βάθος και πιο ευάλωτη.

*Η ελκτική δύναμη της αριστεράς βασιζόταν στην αποφασιστική της καταγγελία των αντιφάσεων της αστικής κοινωνίας, της υποκρισίας της και της αδικίας της, της αδυναμίας της να συμφιλιώσει τις υπερβατικές αξίες που επιδεικνύει με την πρακτική της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης. Η σημερινή αριστερά βρίσκεται απέναντι σε ηγετικές τάξεις οι οποίες, χάρη στη θαυμαστή τεχνολογική πρόοδο, δεν έχουν πλέον συστηματική ανάγκη εκμετάλλευσης της εργασίας (παρ' όλο που αυτή η εκμετάλλευση κάθε άλλο παρά έχει χαθεί) επειδή είναι σε θέση να παράγουν πελώριες μάζες καταναλωτικών αγαθών. Μειώνεται, επομένως, τουλάχιστον εν μέρει, η αποστολή καταγγελίας της εκμετάλλευσης της εργασίας.

Γιγαντώνεται, αντίθετα, η εκμετάλλευση της φύσης που συντελείται με αντάλλαγμα όλο και πιο ασήμαντα οφέλη και με το τίμημα της καταστροφής μη ανανεώσιμων πόρων του πλανήτη.

*Από την άλλη μεριά, οι νέες ηγετικές τάξεις αρνούνται να παρουσιάζονται ως φορείς υπερβατικών αξιών και ταυτίζονται με τον υλιστικό ηδονισμό. Στο οικονομικό πεδίο, η ασκητική αρετή της αποταμίευσης αντικαταστάθηκε από τη διαφημιστική υποκίνηση της καταναλωτικής φρενίτιδας.

Και ο θαυμασμός για τους μεγάλους δημιουργικούς επιχειρηματίες αντικαταστάθηκε από το θαυμασμό για τους μεγάλους μάγους της κερδοσκοπίας.

*Μπροστά σε αυτή την αληθινή μεταστροφή του καπιταλιστικού ευαγγελίου, η αριστερά από τη μια μεριά οχυρώνεται πολεμώντας έναν καπιταλισμό που δεν υπάρχει πλέον. Από την άλλη, αδυνατεί να αντιληφθεί τις νέες αντιφάσεις του νέου καπιταλισμού, οι οποίες είναι κυρίως οικολογικές και ηθικές. Οικολογικές: το ότι δεν είναι βιώσιμη μια οικονομία που βασίζεται στην κατανάλωση του φυσικού κεφαλαίου, μια καταστροφή που αποκαλείται ανάπτυξη. Ηθικές: ο προσανατολισμός της δημιουργικής δύναμης της τεχνικής προς τους επιπόλαιους σκοπούς της κατανάλωσης και όχι προς την υλοποίηση μιας πιο δίκαιης κοινωνίας, προς την ικανοποίηση περισσότερο επιτακτικών συλλογικών αναγκών και την επίτευξη αληθινά υπερβατικών πολιτισμικών σκοπών.

*Η αριστερά, από τη μια μεριά εκείνη η «ριζοσπαστική» απαγγέλλει ένα παλιό κείμενο που έχει γίνει αναξιόπιστο. Από την άλλη, εκείνη η «μεταρρυθμιστική» επιδιώκει να γίνει πολιτικά σεβαστή, βασιζόμενη στη μίμηση ενός ανεύθυνου τρόπου παραγωγής και ενός ανήθικου τρόπου κατανάλωσης.

*Σε αυτές τις συνθήκες πώς να μπορέσει να αντιταχθεί αποτελεσματικά στις ηδονιστικές εκκλήσεις της δεξιάς και να κερδίσει συναινέσεις, χωρίς να είναι σε θέση να εκφράσει μιαν οικονομική και ηθικά εναλλακτική λύση στην οικολογική και ηθική κρίση;


ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ- 14/09/2008

ΤΟ ΔΙΑΖΥΓΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Διάλογοι: Για την πτώση της αριστεράς

Του ΜΑΡΚ ΛΑΖΑΡ

Ορισμένες επέτειοι είναι θλιβερές. Το 1968 ο άνεμος της αμφισβήτησης έπνεε στην Ευρώπη, τουλάχιστον στη Δυτική. Ο καπιταλισμός θεωρούνταν ετοιμοθάνατος, οι ιεραρχίες καταλύονταν, η αυθεντία διαπομπευόταν, οι εξουσίες απορρίπτονταν. Η απελευθέρωση, η χειραφέτηση, η επανάσταση ήταν έννοιες που σε μεγάλο βαθμό είχαν μπει στην καθημερινή ζωή. Η αριστερά είχε τον άνεμο στα πανιά της, εδραίωνε την πολιτιστική της ηγεμονία, εμφανιζόταν νικηφόρα.

*Η αντίθεση σε σχέση με την κατάσταση το 2008 δεν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη και πιο ανησυχητική.

Μέσα σε ένα μόνο χρόνο, σε δέκα εκλογικές αναμετρήσεις που έγιναν στην Ευρώπη, μόνον μία, εκείνη στην Ισπανία, έδωσε την κυβέρνηση στους σοσιαλιστές. Σε όλες τις άλλες η αριστερά δεν κατόρθωσε να αποσπάσει την εξουσία από τη δεξιά (Γαλλία, Εσθονία, Φιλανδία, Πολωνία, Βέλγιο, Δανία, Ελλάδα, Ιρλανδία), ενώ στην Ιταλία έχασε την εξουσία από την αντιπολίτευση που καθοδηγούνταν από τον Μπερλουσκόνι.

*Φυσικά, αυτά τα δεδομένα πρέπει να αναλύονται με προσοχή: Κάθε εθνική ψηφοφορία έχει τη δική της ιδιαιτερότητα, που καθορίζεται από την ιστορία της χώρας, από τα ισχύοντα εκλογικά συστήματα και από το παιχνίδι των κομμάτων.

Αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί το ότι διαγράφεται μια γενική τάση που θα ήταν παράλογο να την παραγνωρίσουμε: η δεξιά κυριαρχεί στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Η αριστερά βρίσκεται σε δύσκολη θέση, όποια και αν είναι η στρατηγική της -ενότητα της αριστεράς, συμμαχία με το κέντρο ή με τους Πράσινους, ή ακόμη και μοναχική πορεία- και όποια και αν είναι η προεπιλεγμένη τοποθέτησή της (κλασικό αριστερό πρόγραμμα ή επαναπροσδιορισμός της γραμμής με βάση το μοντέλο Τόνι Μπλερ).

*Πώς να ερμηνεύσουμε αυτή την κατάσταση; Μία από τις προτεινόμενες από την αριστερά εξηγήσεις είναι ότι οι Ευρωπαίοι δεν αντιστέκονται στις σειρήνες του «λαϊκισμού», της ξενοφοβίας ή και του ρατσισμού. Με δύο λόγια, προσανατολίζονται αναπόφευκτα προς τη δεξιά.

Το συμπέρασμα είναι εσφαλμένο και εμπεριέχει κινδύνους στο βαθμό που μπορεί να οδηγήσει την αριστερά να αναδιπλωθεί σε μια από τις πιο προσφιλείς της θέσεις.

Επιδεικνύοντας υπερήφανα τις βεβαιότητές της, πεισμένη ότι κατέχει την αλήθεια, η αριστερά απελπίζεται με εκείνο τον περίφημο λαό, τον οποίο επικαλείται συνεχώς αλλά τον επαινεί μόνον όταν αυτός ψηφίζει την αριστερά. Οπως είπε με ένα ειρωνικό του ευφυολόγημα ο Μπέρτολντ Μπρεχτ στους ηγέτες της Ανατολικής Γερμανίας, μετά τις εξεγέρσεις στο Βερολίνο το 1953, δεν απομένει παρά μόνο μία λύση: να «αλλάξουμε» το λαό.

*Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι διαφορετική. Η δεξιά σήμερα νικάει, επειδή έχει πραγματοποιήσει ένα έργο ανανέωσης αρκετά συντονισμένης, είτε μέσω των κομμάτων και των ευρωβουλευτών στους κόλπους του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος είτε χάρη σε ιδρύματα και δεξαμενές σκέψης (think tanks).

Είναι προικισμένη με αληθινούς ηγέτες, που συχνά είναι εξαιρετικοί στην επικοινωνία. Καλύπτει ένα ευρύ φάσμα που εκτείνεται από τις παρυφές της άκρας δεξιάς ώς το κέντρο και αν χρειαστεί οικειοποιείται και χαρακτηριστικά θέματα της αριστεράς.

Προτείνει στους διάφορους πληθυσμούς στους οποίους απευθύνεται ένα σύνολο αντιφατικών αξιών, οι οποίες όμως παρουσιάζονται με συνεκτικό τρόπο: ατομικισμό και κοινωνική συμπόνια, φιλελευθερισμό και προστασία, νεωτερικότητα και παράδοση, ασφάλεια και πάλη κατά της μετανάστευσης, Ευρώπη και εθνική ή περιφερειακή ταυτότητα.

*Η δεξιά της μεταϊδεολογικής εποχής είναι πραγματιστική, έτοιμη να επιβάλει την πολιτιστική της ηγεμονία, κινούμενη στο ίδιο μήκος κύματος με τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, οι οποίες ταλαντεύονται μεταξύ της αποδοχής της παγκοσμιοποίησης και μιας επιφυλακτικής αναδίπλωσης στο εθνικό ή στο τοπικό.

*Η επικυριαρχία της δεξιάς δεν έχει τίποτα το αναπόφευκτο. Η Ευρώπη γνωρίζει εκλογικούς κύκλους: Στη δεκαετία του 1990 η αριστερά ήταν στην κυβέρνηση σε έντεκα από τις δεκαπέντε χώρες της Ε.Ε.

Η αριστερά θα διέπραττε, ωστόσο, σοβαρό λάθος αν σκεφτόταν να περιμένει παθητικά μιαν αντιστροφή της τάσης, για παράδειγμα με μιαν υποθετική επιστροφή της οικονομικής ευημερίας, που θα την ευνοούσε γιατί θα της επέτρεπε να υποστηρίξει πολιτικές ευρείας κοινωνικής αναδιανομής. Και θα έσφαλε αν θεωρούσε δεδομένο το ότι θα επωφεληθεί αυτόματα από την απογοήτευση των εκλογέων, που αναπόφευκτα θα προκαλέσουν οι αποφάσεις των κυβερνήσεων της δεξιάς.

*Εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια η αριστερά δεν παρέμεινε ακίνητη. Αντίθετα, μάλιστα, απάντησε στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και στις μεταβολές της κοινωνίας.

Παρ' όλο που έμεινε πιστή στα ιδεώδη της της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, ανανέωσε τις προτάσεις της, αποδέχθηκε την προσαρμογή του κράτους πρόνοιας στις νέες συνθήκες, υποστήριξε ελευθεριακές διεκδικήσεις, προσπάθησε να απευθυνθεί στους προσωρινά απασχολούμενους και στους αποκλεισμένους και έκανε δικά της τα θέματα του νόμου, της τάξης και της ασφάλειας. Παρ' όλα αυτά, η αριστερά υποφέρει από πολλές ελλείψεις.

Ομως, οι συνεχείς διαιρέσεις ανάμεσα στη ριζοσπαστική της πτέρυγα και τα μεταρρυθμιστικά της ρεύματα την αποδυναμώνουν. Η έλλειψη αξιοπιστίας στα ζητήματα της ασφάλειας είναι έκδηλη. Οι ηγέτες της συχνά στερούνται αναστήματος. Η κοινωνιολογική της βάση έχει περιοριστεί σε άτομα γύρω στα πενήντα, που ζουν στις μεγάλες πόλεις, έχουν υψηλό μορφωτικό επίπεδο και εργάζονται στον δημόσιο τομέα.

*Η αριστερά έχασε έδαφος στα πιο λαϊκά στρώματα, στους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα, δεν κατάφερε να προσελκύσει τους προσωρινά απασχολούμενους και δεν δημιούργησε ερείσματα στους ελεύθερους επαγγελματίες.

Αυτό το διαζύγιο από ένα -αξιοσημείωτο- τμήμα της κοινωνίας επιβεβαιώνει τις δυσκολίες της να κατανοήσει, χωρίς τις ιδεολογικές της παρωπίδες, τους πιο πρόσφατους κοινωνικούς μετασχηματισμούς, οι οποίοι αναντίρρητα δεν την ευνοούν. Τέλος, από την αριστερά λείπει ένα σώμα αξιών ικανό να κινητοποιεί την κοινή γνώμη, κάτι που θα τη διαφοροποιούσε καθαρά από τις αξίες που προτείνονται από τη δεξιά.

*Η αριστερά πρέπει να ενεργοποιηθεί για να ξεπεράσει αυτά τα εμπόδια, με σκοπό να παρουσιάσει μια πειστική πολιτική πρόταση, που είναι μοναδική προϋπόθεση για να ξαναρχίσει να νικάει στην Ευρώπη.

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 14/09/2008

ΟΙ ΑΙΤΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΩΛΕΘΡΙΑΣ



Του ΜΑΣΙΜΟ ΣΑΛΒΑΝΤΟΡΙ

Η ιταλική αριστερά, πρώτη φορά στην ιστορία της, στερείται ενός μεγάλου πολιτικού υποκειμένου που να την εκπροσωπεί και να την οργανώνει. Η κραυγαλέα νίκη του Μπερλουσκόνι αντιπροσωπεύει κάτι πολύ περισσότερο από μια, σημαντική, έστω πολιτική και εκλογική υπόθεση, επειδή είναι η «αυτοβιογραφία ενός έθνους», ο καθρέφτης όλων των αδυναμιών του πολιτικού του πνεύματος, που απλώνουν τις ρίζες τους στην ιστορία της χώρας. Για όποιον ανήκει στην αριστερά τώρα περισσότερο από κάθε άλλη φορά είναι η στιγμή των επιλογών, που πρέπει να γίνουν από κοινού, με θάρρος και χωρίς προκαταλήψεις. Χρειάζεται να κατανοήσουμε τι μπορεί να σημαίνει σήμερα το να είναι κανείς αριστερός. Χρειάζεται να κατανοήσουμε ποιες είναι οι αιτίες της πανωλεθρίας που υπέστη η αριστερά στη χώρα μας, χρειάζεται να κατανοήσουμε αν υπάρχουν οι βάσεις για μιαν αναζωογόνησή της και υπό ποιες προϋποθέσεις.


Από τη δική μου πλευρά, θεωρώ ότι δεν έχει νόημα μια αριστερά αποδεσμευμένη από το σοσιαλισμό, γιατί διαφορετικά αυτή θα υποβαθμιζόταν σε ένα κόμμα σαν τα άλλα μέσα στο πολιτικό στερέωμα.

*Σε μια μακροσκοπική κλίμακα παρακολουθούμε το γεγονός ότι οι πλούσιοι έχουν κυριολεκτικά επανιδιοποιηθεί τον κόσμο. Οι μεγάλες βιομηχανικές και χρηματιστικές ολιγαρχίες υπαγορεύουν τους κανόνες διανομής του εισοδήματος, της αξιοποίησης των πόρων, της οργάνωσης της παραγωγής, των σχέσεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, μεταξύ εκείνων που διατάσσουν και εκείνων που υφίστανται τις συνέπειες. Τα κοινωνικά δικαιώματα είναι σε διαρκή υποχώρηση.

Η κατάσταση των εργαζομένων, είτε έχουν προσωρινή είτε σταθερή απασχόληση, επιδεινώνεται διαρκώς. Επιδεινώνεται ακόμη και η κατάσταση των μεσαίων στρωμάτων. Οι πλουτοκρατικές ολιγαρχίες υποτάσσουν τα κράτη στα συμφέροντά τους, ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος των μέσων μαζικής επικοινωνίας και επομένως τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και έτσι η δημοκρατία υποβαθμίζεται σε ένα σύστημα παθητικής λαϊκής νομιμοποίησης των κυβερνήσεων από πολίτες οι οποίοι στην πολιτική κατέχουν το ρόλο που στην αγορά κατέχουν οι καταναλωτές.

*Ιδού όμως το πρόβλημα: η κοινωνική και πολιτική δυσαρέσκεια είναι έντονη, αλλά οι απαντήσεις της αριστεράς είναι θεωρητικά αβέβαιες και πρακτικά λιγότερο αποτελεσματικές από κάθε άλλη περίοδο στο παρελθόν.

Εμείς οι αριστεροί γνωρίζουμε τι δεν θέλουμε, αλλά δεν γνωρίζουμε πώς να περάσουμε από την άρνηση στις θετικές εναλλακτικές λύσεις. Αυτή είναι η ουσία της βαθιάς κρίσης. Στην Ευρώπη, ο σοσιαλισμός ταξιδεύει σε μια θάλασσα από αβεβαιότητες.

Στην Ιταλία, η αριστερά έχει υποστεί πανωλεθρία. Το Δημοκρατικό Κόμμα, αν και δεν γνωρίζει ποια θέση θα καταλάβει στον ευρωπαϊκό πολιτικό χάρτη, γνωρίζει όμως ότι δεν θέλει να είναι σοσιαλιστικό. Και οι διάφοροι σοσιαλιστές που επιβιώνουν είναι υποχρεωμένοι να ξαναξεκινήσουν από την αρχή.

*Το να προγραμματίσουμε ένα έργο ανασυγκρότησης σημαίνει -αυτό το γνωρίζουμε καλά- να αναμετρηθούμε με πελώριες δυσκολίες. Αλλά για να ανοίξουμε ένα νέο ορίζοντα είναι αναγκαίο να κλείσουμε τους λογαριασμούς μας με το παρελθόν.

Θεωρώντας πάντοτε ως δεδομένο ότι στους συγκεκριμένους αγώνες καμιά χρήσιμη συμφωνία δεν πρέπει να αποκλείεται, κατά τη δική μου γνώμη η υπό ανασυγκρότηση αριστερά πρέπει να ξεκινάει από την επίγνωση ότι τίποτα δεν πρέπει να προσδοκούμε από τις νεοκομμουνιστικές απόπειρες και ότι, επομένως, αυτές πρέπει να τις απορρίπτουμε με τη μεγαλύτερη σταθερότητα επειδή είναι το προϊόν ενός ήδη αδρανούς και ανεδαφικού ιστορικού καταλοίπου.

*Σχετικά με το τι μπορεί να σημαίνει σήμερα ο σοσιαλισμός, στις συγκεκριμένες συνθήκες που αντιμετωπίζουμε, εγώ βλέπω τα πράγματα ως εξής: ο σοσιαλισμός σημαίνει να παλεύουμε ενάντια στην υπερβολική εξουσία των κυρίαρχων οικονομικών ολιγαρχιών. Και για την ανασύσταση μιας δημόσιας εξουσίας που θα είναι σε θέση να απελευθερώσει το κράτος από την υποταγή σε αυτές τις ολιγαρχίες.

*Σημαίνει να αντιτασσόμαστε στις αβυσσαλέες οικονομικές ανισότητες και να παλεύουμε για μια πιο δίκαιη αναδιανομή των πόρων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο και ενάντια στην ανασφάλεια της εργασίας.

*Σημαίνει να κινητοποιούμαστε για την υπεράσπιση και την ενίσχυση των κοινωνικών δικαιωμάτων.

*Σημαίνει να διεξάγουμε μια μάχη ελευθερίας ενάντια στα ολιγοπώλια των ΜΜΕ.

*Σημαίνει να αντιτασσόμαστε στις ολιγαρχικές τάσεις των κομματικών συστημάτων, να αποβλέπουμε στη διεύρυνση των πολιτικών δικαιωμάτων, να υπερασπιζόμαστε το περιβάλλον από τις πρακτικές που το καταστρέφουν, να καταπολεμούμε τους θρησκευτικούς φανατισμούς, να δρούμε για την υλοποίηση πολιτικών πολιτισμένης υποδοχής και ενσωμάτωσης των μεταναστών.

*Το ζητούμενο δεν είναι σήμερα να κατανοούμε το σοσιαλισμό με τον παλιό τρόπο, ως ένα σχέδιο εναλλακτικής κοινωνίας, αλλά ως μια διαδικασία, μια διαρκή στράτευση που επιδιώκει περισσότερη δικαιοσύνη, διεύρυνση των σφαιρών της ελευθερίας και της ισότητας. Που επιδιώκει, με δυο λόγια, να δώσει νόημα στη θεμελιώδη αρχή του σοσιαλισμού: ότι δεν υπάρχει αξιοπρεπής ζωή για κάθε άτομο το οποίο δεν έχει επαρκή τροφή, ένα σπίτι που να μην είναι τρώγλη, μιαν εκπαίδευση που να του επιτρέπει να αναπτύσσει τις ικανότητές του, μιαν αποτελεσματική προστασία από την αρρώστια, μια αξιοπρεπή εργασία που αμείβεται δίκαια.

*Το ζητούμενο δεν είναι να θέλουμε τη σελήνη, αλλά να θέλουμε μια γη λιγότερο άσχημη, λιγότερο βίαιη, λιγότερο παραμορφωμένη, πιο ανθρώπινη για τους πάρα πολλούς ανθρώπους, για τους οποίους αυτή είναι απάνθρωπη ή ελάχιστα ανθρώπινη.


ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 14/09/2008

Δευτέρα 26 Μαΐου 2008

ΑΝΤΟΝΙ ΓΚΙΝΤΕΝΣ Η παντοκρατορία της Δεξιάς και οι ευθύνες των σοσιαλιστών

Του ΤΑΚΗ ΜΙΧΑ (www.tmichas.wordpress.com), Ελευθεροτυπία, 26/5/2008

Η κρίση στην ευρωπαϊκή Αριστερά συνεχώς εντείνεται. Μόνο τρία κράτη στην Ευρώπη έχουν σήμερα κεντροαριστερές κυβερνήσεις και αυτά τα τρία απειλούνται από την ανερχόμενη Δεξιά.

Η Κεντροαριστερά δεν κατάφερε να κινητοποιήσει τις μάζες όταν ασκούσε την εξουσία τη δεκαετία του '90, με αποτέλεσμα να μην καταφέρει να περάσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, κάτι που ωφελεί σήμερα τη Δεξιά. Αυτά υποστηρίζει ο γνωστός Αγγλος κοινωνιολόγος Αντονι Γκίντενς, σε συνέντευξή του στη δανέζικη ημερήσια «Ινφορμάσιον». Ο Γκίντενς θεωρείται ο κυριότερος συντελεστής της ιδεολογίας του «Τρίτου Δρόμου», που ενέπνευσε την πολιτική του Τόνι Μπλερ και την ανανέωση του Εργατικού Κόμματος στη Βρετανία.

Η Δεξιά έχει απλώσει το πέπλο της σε όλη την Ευρώπη. Ο Μπερλουσκόνι επανήλθε στην εξουσία στην Ιταλία. Στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ολλανδία οι Σοσιαλδημοκράτες έχασαν την εξουσία τα τελευταία έτη. Στην Ελλάδα, το ΠΑΣΟΚ, όχι απλώς έχασε τις δύο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, δεν διαφαίνεται ότι θα επανακτήσει την εξουσία στο ορατό μέλλον. Τον Απρίλιο οι Ιταλοί εξέλεξαν ως δήμαρχο της πόλης τον νεοφασίστα Τζιάνι Αλεμάνο και οι Λονδρέζοι τον συντηρητικό Μπόρις Τζόνσον. Σήμερα μόνον οι 7 από τους 38 αρχηγούς κρατών στην Ευρώπη ανήκουν στην Κεντροαριστερά.

«Υπάρχει άραγε κάτι το απροσδιόριστο και θεμελιακά λάθος με την ευρωπαϊκή Αριστερά;», διερωτάται ο Γκίντενς. «Υπάρχει κάτι το σημαντικό που παραβλέπεται στα προγράμματα των κομμάτων αυτών»:

Πόσο διαφορετική ήταν η εικόνα πριν από δέκα έτη! Τότε ο Τόνι Μπλερ, με το γνωστό του χαμόγελο, συναντιόταν με τον Λιονέλ Ζοσπέν της Γαλλίας, τον Γκέρχαρντ Σρέντερ της Γερμανίας και τον Κώστα Σημίτη, για να χαρτογραφήσουν το σοσιαλιστικό μέλλον της Ευρώπης. Κάτι ανάλογο συνέβαινε και στις σκανδιναβικές χώρες, όπου κυριαρχούσαν οι σοσιαλδημοκράτες Πολ Νιρόπ (Δανία), Γκρο Μπρούτλαντ (Νορβηγία) και Ινγκβαρ Κάρλσον (Σουηδία).

Σύμφωνα με τον Γκίντενς, η παντοκρατορία της Δεξιάς σήμερα οφείλεται στην αδυναμία των Σοσιαλιστών να εφαρμόσουν ορισμένες βασικές μεταρρυθμίσεις όταν ήταν στην εξουσία... [συνέχεια ΕΔΩ]

Κυριακή 25 Μαΐου 2008

ΤΟ ΚΑΖΟ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ

  • Ενδιαφέρουσες οι απόψεις του Γιώργου Γιαννουλόπουλου κι ας μας στεναχωρούν λίγο. Ωστόσο, πρέπει να βλέπουμε κατάματα την πραγματικότητα και όχι να κρύβουμε το κεφάλι μας σαν τη στρουθοκάμηλο, διότι τότε οι τύποι σαν τον Μπερλουσκόνι και τον εγχώριο ομόλογό του, δηλαδή τον Καραμανλή, θα επιβιώνουν και θα θριαμβεύουν σε βάρος των λαϊκών κατακτήσεων. Δεν είναι δυνατό μετά από τόσα χρόνια αγώνων και στην Ιταλία και στην Ελλάδα, να βρισκόμαστε ξανά στην αρχή! Κάναμε έναν τεράστιο κύκλο για να βρεθούμε πάλι εκεί από όπου αρχίσαμε.
Μια μικρή ιστορία εν είδει παραβολής: φανατικός χορτοφάγος και τακτικός θαμώνας εστιατορίου για ανθρώπους με τις ίδιες διατροφικές επιλογές, ανακαλύπτει ότι στο μενού εμφανίστηκαν κάποια πιάτα που το έχουν το κρεατάκι τους. Οργισμένος αποχωρεί, πηγαίνει στη διπλανή ταβέρνα και χτυπάει ένα κιλό παϊδάκια.
Θα έλεγα ότι η αντίδρασή του ήταν επιεικώς παράλογη. Και όμως, εδώ και κάμποσα χρόνια, έχει γίνει το ερμηνευτικό μοντέλο για τη μετακίνηση ψηφοφόρων από τα αριστερά προς τα δεξιά, όπως συνέβη στην Ιταλία. Εδώ και κάμποσα χρόνια όμως εκκρεμεί και η απάντηση στο εξής προφανές ερώτημα: γιατί δεν πήγαινε σε κάποιο άλλο εστιατόριο, όπου οι αυστηροί κανόνες της χορτοφαγίας τηρούνται ακόμα; Οσον αφορά δε το συγκεκριμένο γεγονός, γιατί οι Ιταλοί εγκατέλειψαν την Κεντροαριστερά του Βελτρόνι για να πάνε στη Δεξιά του Μπερλουσκόνι και όχι στην πιο Αριστερά του Μπερτινότι; Και ας υποθέσουμε ότι κι αυτός τη λέρωσε τη φωλιά του με τα μπες-βγες στις «αστικές» κυβερνήσεις. Τότε γιατί εδώ στην Ελλάδα το τιμημένο ΚΚΕ παραμένει κολλημένο στο 7%, αν και δεν έβαλε ούτε σταγόνα νερό στο κατακόκκινο κρασί του;
Αυτό το ερώτημα έθεσε ο Γ. Πρετεντέρης τις προάλλες, για να εισπράξει την απάντηση ότι «ο προπαγανδιστικός βομβαρδισμός... η χειραγώγηση, η τρομοκρατία και ο εκφοβισμός, οι λογής λογής εκβιασμοί επιδρούν στη συνείδηση και στην ψήφο». Ετσι, για άλλη μια φορά και με την οξυδέρκεια εκείνων που νομίζουν ότι φεύγει το λιμάνι και όχι το πλοίο, ο «Ριζοσπάστης» μας πληροφορεί ότι ζούμε ακόμα στη δεκαετία του '50. Συμπεραίνω ότι κάτω από συνθήκες απόλυτης ελευθερίας, σαν αυτές που ίσχυαν στις «σοσιαλιστικές» χώρες, το ΚΚΕ θα έπιανε τα φυσιολογικά του ποσοστά, γύρω στο 99%.
Για να σοβαρευτούμε όμως, υπάρχει και άλλη εξήγηση: η διολίσθηση της σοσιαλδημοκρατικής παράταξης προς τα δεξιά έχει υπονομεύσει τα παλιά σχήματα και συνεπώς στις μέρες μας η διάκριση Αριστεράς - Δεξιάς έπαψε να ισχύει, με αποτέλεσμα οι ψηφοφόροι να μετακινούνται με υπερβολική ευκολία ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα -όχι μόνο στην Ιταλία, αλλά παντού- εφόσον το ποιο θα επιλέξουν στερείται σημασίας.
Θα χαρακτήριζα την εξήγηση αυτή ακριβή αλλά όχι πλήρη. Ακριβή, διότι έτσι έχουν τα πράγματα. Π.χ. είναι γελοίο το ΠΑΣΟΚ να παίρνει «αριστερές στροφές» που θα ξεχάσει τη νύχτα των εκλογών, αν ποτέ τις κερδίσει. Και όχι πλήρη, επειδή βγάζει τεχνηέντως από τη συζήτηση ένα πελώριο γεγονός: το αδιέξοδο και την αποτυχία του σοσιαλισμού. Φυσικά, ουδείς το αρνείται. Ούτε και ο Α. Τσίπρας ως εκπρόσωπος της γενιάς που το 1989 ήταν στους παιδικούς σταθμούς. Ομως στις εμβριθείς αναλύσεις για το σημερινό πολιτικό τοπίο δεν μνημονεύεται καν ως παράγοντας που το διαμορφώνει. Δηλαδή, συνέβη μεν αλλά δεν είχε επιπτώσεις, άρα μιλάμε ωσάν να μη συνέβη. Φτάνουμε έτσι στο ακόμα γελοιότερο, να λοιδορούμε τους σοσιαλδημοκράτες επειδή η ιδεολογία τους φθίνει μέχρι σημείου εξαφανίσεως, και παράλειψη αδόξως και παταγωδώς, αφού πρώτα δημιούργησε καθεστώτα ζόφου που μόνο ο Κάφκα θα μπορούσε να φανταστεί.
Η Αριστερά, στην Ελλάδα τουλάχιστον, έχει ακόμα τη δυνατότητα να αλιεύει δυσαρεστημένους από τα εστιατόρια της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά όχι τα κότσια να ανοίξει το δικό της, όπου θα σερβίρεται ο σοσιαλισμός με μια νέα συνταγή για να μην πάθουμε ξανά τα ίδια.

[Εν-στάσεις, Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΛΟΠΟΥΛΟΥ, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 25/5/2008]

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2007

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΣΥΡΙΖΑ;


Έτσι λέγαμε, μας άρεσε, το εντάξαμε πάντοτε μέσα στο πλαίσιο μιας ευρύτερης Κεντροαριστεράς, παρατηρούσαμε ότι οι διαφορές μας είναι ελάχιστες έως ανύπαρκτες και θεωρούσαμε ότι, σε τελευταία ανάλυση, δεν έχουμε και πολλά να χωρίσουμε με τον Συνασπισμό. Κανείς ποτέ όμως δεν διευκρίνισε το είδος της συνεργασίας κι όλοι πιθανολογούσαν ότι αφού θ' αρχίσει ο διάλογος θα βρεθεί και ο κοινός τόπος. Όλοι μιλάνε για Κεντροαριστερά, ας πούμε, αλλά κανείς δεν ξέρει πώς την εννοεί!
Μετά τις τελευταίες εκλογές είμαι πεπεισμένος ότι ο πρόεδρος του Συνασπισμού, Αλέκος Αλαβάνος, το παίζει "αλεπού". Το μόνο ενδιαφέρον που έχει, είναι ν' ανοίξουν οι πόρτες, με οποιονδήποτε τρόπο, στο μεγάλο γήπεδο του ΠΑΣΟΚ και να μπει κι αυτός μέσα, ν' αρπάξει το μικρόφωνο κι ενώπιον ενός πολυπληθούς πλέον ακροατηρίου να κερδίσει οπαδούς. Είναι μέσα στο μυαλό του. Ούτε μια στο εκατομμύριο δεν θέλει ο Αλαβάνος να συνεργαστεί με το ΠΑΣΟΚ.
Τ' άλλα είναι απλώς για να κάνουμε αναλύσεις και να σκοτώνουμε τον καιρό μας ή να βαυκαλιζόμαστε ότι μπορούμε όλοι μαζί να ανατρέψουμε τη Δεξιά. Ναι, μπορούμε όλοι μαζί, αλλά δίχως το σεχταρισμό του Συνασπισμού (των κομουνιστών του σαλονιού όπως έχουν καταντήσει τα στελέχη του ΚΚΕεσωτ., ΕΑΡ, ΣΥΡΙΖΑ κ.λπ.). Τα περί κοινωνικών ευαισθησιών του ΣΥΝ είναι κουραφέξαλα. Αυτό το μονοπώλιο πρέπει να πάρει ένα τέλος. Κι εμείς είμαστε συναισθηματικοί, αγαπάμε το περιβάλλον, δεν είμαστε ρατσιστές, συμμεριζόμαστε τις μειονότητες και, προπαντός, παλεύομε για τα συμφέροντα του λαού.
Είπε προσφάτως ό Αλαβάνος «ότι δεν μπορεί η δημόσια ζωή της χώρας να ασχολείται επί δύο μήνες για το ποιος θα είναι ηγέτης στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και τώρα επί άλλους δύο μήνες για το εάν θα υπάρξουν «ρεύματα» ή όχι στον χώρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης»! Το μόνο που πρέπει να του πει κανείς είναι ότι δεν μπορούμε να τον ακολουθήσουμε στις καθημερινές ασκήσεις πολιτικής γυμναστικής. Αυτά... Οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ δεν είναι πρόβατα. Ας ψάξει για ακροατήριο προβάτων σε άλλο μαντρί.
[Κατά τ' άλλα, δεν μας είπε τι δώρο του χάρισε ο νομάρχης Θεσσαλονίκης Παν. Ψωμιάδης!]

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2007

ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ

[Ο Γιώργος Παπανδρέου δεν χρωστάει σε κανέναν "βαρόνο", παρά μονάχα στον κόσμο που τον ψήφισε!]
Τα μέλη, οι φίλοι και οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης στον Γιώργο Α. Παπανδρέου. Καθαρή νίκη από τον πρώτο γύρο με ποσοστό που αγγίζει το 60%. Ο Κώστας Σκανδαλίδης (που έλεγε ότι θα ταχθεί υπέρ του ενός ή του άλλου στον β΄ γύρο, τι έχει να πει τώρα;) έσπευσε, βέβαια, και καλώς, να συγχαρεί τον ΓΑΠ για τη νίκη του, όπως και ο Βενιζέλος με τη «διευκρίνιση» της ύπαρξης και λειτουργίας μέσα στο Κίνημα ενός «ριζοσπαστικού ρεύματος» που εκφράζεται στο πρόσωπό του!Το ΠΑΣΟΚ θα προχωρήσει και στο συνέδριο κι εκεί θα ξεκαθαρίσουν, όλα γιατί αυτό είναι απαραίτητο για να λειτουργήσει και ο Παπανδρέου απερίσπαστα και να οδηγήσει το Κίνημα εκεί που πρέπει: στην εξουσία. Θέλω να πιστεύω ότι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ είναι πλέον αποφασισμένος να κάνει ό,τι δεν έκανε τα προηγούμενα χρόνια και να αντιμετωπίσει με σκληρότητα πρόσωπα και καταστάσεις. Στην πολιτική δεν παίζουμε, αλλά δίνουμε αγώνες. Όποιοι δεν αντέχουν, να κατέβουν από το τρένο, όπως έλεγε παλιότερα κι ο Ανδρέας. Δηλαδή, όποιοι δεν αντέχουν αλλά κι εκείνοι που έχουν κατά νου την υπονόμευση, ας το πάρουν απόφαση ότι δεν τους χωρά το ΠΑΣΟΚ. Ωστόσο, τον πρώτο λόγο τον έχει ο Παπανδρέου που πρέπει να πάρει γενναίες (όχι «βελούδινες») αποφάσεις.Οι ασκούντες «διατεταγμένη» δημοσιογραφία άρχισαν να θυμιατίζουν κιόλας, λέγοντας επιπλέον ότι ο νέος αρχηγός (δηλαδή ο Παπανδρέου) θα πρέπει να αξιοποιήσει και τους αντιπάλους του και να μη βασιστεί στο στενό κύκλο των υποστηρικτών του. Το τι θα κάνει ο Πρόεδρος είναι δικό του θέμα. Δεν θεωρώ όμως ότι είναι συμβατό με την τρέχουσα πολιτική λογική να «αποκαταστήσει» εκείνους που τον βρίζανε ως «ανίκανο» να τους προσκαλέσει ιδιαιτέρως, λέγοντας: «Σας ευχαριστώ που με βρίζατε, ελάτε τώρα στο όποιο “Πολιτικό Συμβούλιο” να μου κάνετε το βίο αβίωτο»!
Υπάρχουν και κάποια όρια ευπρέπειας και από τις δυο μεριές. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Παπανδρέου πρέπει να δημιουργήσει συνθήκες ψυχικής ενότητας στο ΠΑΣΟΚ. Ωστόσο, μεγάλο μερίδιο ευθύνης φέρει ο Βενιζέλος, ο Λοβέρδος και κάποιοι άλλοι που θα πρέπει να πάψουν να λειτουργούν ως φράξια μέσα στο ΠΑΣΟΚ και να εξηγήσουν με ειλικρίνεια στον κόσμο ότι το εγχείρημα για τον Θεσσαλονικιό τοπάρχη δεν είχε αίσιον τέλος. Κι όταν λέμε «φράξια» το εννοούμε. Κανείς δεν μπορεί να αποδείξει ότι όλα έγιναν έτσι όπως τρέχει το νερό στα ποταμάκια. Δεν ήταν δυνατό μέσα σε μια νύχτα να συναντήθηκαν, όλοι αυτοί που αποτέλεσαν τον πυρήνα του εγχειρήματος Βενιζέλου, και να συμφώνησαν στην κοινή τους αντίθεση στην πολιτική Παπανδρέου και να πήραν την απόφαση να τον εκδιώξουν κυριολεκτικά από το ΠΑΣΟΚ. Κι ούτε το χωράει το κοινό μυαλό πώς σε μια νύχτα έγινε δημοσκόπηση βγάζοντας πρώτο και κυρίαρχο τον Βενιζέλο με 70% και «καπάκι» μετά η εφημερίδα «Το Βήμα» να κυκλοφορεί με πρωτοσέλιδη πρόσκληση-απαίτηση προς τον Γιώργο Παπανδρέου: «Παραιτηθείτε, κύριε Πρόεδρε!». Ήταν φανερό ότι οι άνθρωποι είχαν δουλέψει πολύ καιρό πριν, και είχαν οργανώσει επιμελώς το εγχείρημα. Η πολιτική πάντοτε και σήμερα είναι πράξη δημόσια και δεν χωράει σε γιάφκες. Και είναι θεμιτές, πάντως, οι προσωπικές φιλοδοξίες. Άλλωστε, η πολιτική ήταν και είναι μια διάθεση προς το ηγείσθαι.
ΣΚΙΤΣΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΟΔΩΡΗ ΜΑΚΡΗ
Ακούω όμως ότι όσοι ακολούθησαν τον Βενιζέλο στην περιπέτειά του, μάλλον θα θέλουν να λειτουργούν ως «ρεύμα» μέσα στο Κίνημα! Για να λειτουργήσουν ως «ρεύμα» (αφού έχουν το δικαίωμα σύμφωνα με το Καταστατικό) θα πρέπει να υπάρχει μια ιδεολογική «πλατφόρμα», ένα πρόγραμμα, και διαφορές πάνω σε βασικά πολιτικά ζητήματα. Κάτι που δεν βλέπουμε να συμβαίνει. Όσα είπαν δεν είναι παρά αναμασήματα των γενικών θέσεων του ΠΑΣΟΚ. Έχω την εντύπωση ότι μάλλον ως φράξια θα λειτουργούν, αλλά θα πρέπει να τους υπενθυμίσω την κατάληξη που είχαν διάφορες φράξιες στο παρελθόν μέσα στο ΠΑΣΟΚ. Εξαφανίστηκαν εν τω άμα!
Αυτό όμως που είναι ανάγκη να κατανοηθεί από την πλευρά των μελών της «ομάδας» Βενιζέλου είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει κοινός τόπος συνεργασίας εάν δεν ξεκαθαριστούν προηγουμένως τα «προβλήματα» που έθεσαν η πολιτική και οι επιδιώξεις των προπαγανδιστών της ανατροπής του Γιώργου Παπανδρέου. Και θα πρέπει να ξεκαθαριστούν με πολιτικούς όρους και όχι πλέον με διαπληκτισμούς από τα «παράθυρα» των τηλεοπτικών καναλιών. Υπήρξαν αθλιότητες εκπροσώπων ή και απροσώπων, αλλά το ποτάμι της ζωής θα τις σβήσει αργά ή γρήγορα.
Είναι βέβαιο ότι η πολιτική του Γιώργου Παπανδρέου θα κατατείνει – και πολύ σωστά – στην απορρόφηση των οποιωνδήποτε κραδασμών καθώς και στη συνένωση όλων των δυνάμεων του Κινήματος που διασπάστηκαν σε τρεις κατευθύνσεις. Όσον αφορά το εγχείρημα του Κώστα Σκανδαλίδη με το αιτιολογικό της αποδυνάμωσης του διπολισμού που ενδεχομένως θα οδηγούσε σε διάσπαση, είναι πολιτική αφέλεια. Στην προκειμένη περίπτωση ο «συναισθηματισμός» του Σκανδαλίδη που επηρέασε σε κάποιο βαθμό εκείνους που τελικά τον ψήφισαν, δεν στηρίχτηκε παρά σε ένα σκεπτικό αποδυνάμωσης της υποψηφιότητας του Παπανδρέου. Απέτυχε, βεβαίως, και οδηγήθηκε στη γνωστή δήλωση «Έχουμε ισχυρό Πρόεδρο που μπορεί να οδηγήσει την παράταξη στη νίκη…»!
Είναι επιτακτική ανάγκη και με πλήρη συναίσθηση των ευθυνών τους όλοι οι προπαγανδιστές της λεγόμενης «Κεντροαριστεράς» να ξεκαθαρίσουν για τι πράγμα μιλούν όταν προσπαθούν να αξιοποιήσουν πολιτικά ή επικαλούνται παραδείγματα άλλων ευρωπαϊκών χωρών και κομμάτων, όπως της Ιταλίας, της Γαλλίας κ.λπ. Κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες καλλιεργήθηκε πολλή θολούρα. Κι εδώ θα ανακαλέσω το (επίκαιρο) σκεπτικό του αείμνηστου Σπύρου Λιναρδάτου, ο οποίος ζητούσε επιτακτικά να υπάρξει ξεκαθάρισμα γύρω από δύο διαφορετικά πράγματα, όπως είναι ο κεντροαριστερός, ας υποθέσουμε, χαρακτήρας ενός μεγάλου κόμματος, π.χ. του Εργατικού της Αγγλίας ή του Σοσιαλδημοκρατικού της Γερμανίας από τη μια, και από την άλλη η σύμπραξη κομμάτων του Κέντρου και της Αριστεράς, όπως έγινε και γίνεται σε κυβερνητικό επίπεδο στην Ιταλία, ή σοσιαλιστών και κομμουνιστών στις εκλογές, όπως στη Γαλλία.
Έχω την εντύπωση ότι στην Ιταλία, λόγου χάρη, πολύ λίγο μιλούν για Κεντροαριστερά και πολύ περισσότερο παράγουν πολιτική. Στη Γαλλία είναι αμφίβολο αν χρησιμοποιήθηκε ποτέ ο όρος Κεντροαριστερά για την εκλογική σύμπραξη δύο κομμάτων, όπως του Σοσιαλιστικού και του Κομμουνιστικού, που και τα δύο θεωρούν ότι ανήκουν στην Αριστερά και εξάλλου έχουν συγγενική παράδοση και παράλληλη πορεία.
Θίγω εδώ κάποια ζητήματα που, δυστυχώς, μέσα στη φασαρία της «προεκλογικής» αντιπαράθεσης, διαπιστώθηκε για άλλη μια φορά ότι ευτελίζονται σοβαρά πολιτικά ή και θεωρητικά προβλήματα. Είπε στη Θεσσαλονίκη ο Ευάγγελος Βενιζέλος: «Για να πετύχεις την ιδεολογική αποσαφήνιση της κεντροαριστεράς, για να εκπέμψεις ένα πειστικό πολιτικό μήνυμα, για να συσπειρώσεις την πλειοψηφία, για να ανατρέψεις κατεστημένες αντιλήψεις και να ανοίξεις μια νέα σελίδα, χρειάζεται πρόγραμμα, χρειάζεται λόγος, χρειάζεται πίστη, χρειάζεται αγώνας και χρειάζεται και ιδρώτας, ο ιδρώτας του προσώπου μας…»
Αυτά, λίγο-πολύ είναι συναισθηματικές εκρήξεις και όχι πολιτική τοποθέτηση. Ας ξεκαθαρίσει ο Βενιζέλος τι εννοεί π.χ. όταν αναφέρεται στην «κεντροαριστερά»! Θέλω να πω ότι υπάρχουν βασικά ζητήματα στα οποία το λεγόμενο «ρεύμα» Βενιζέλου θα πρέπει να είναι κρυστάλλινο και διαυγές για να μπορέσει να ακουστεί, να γίνει η σχετική αντιπαράθεση κ.λπ. Αλλιώς κινδυνεύει να αποτελέσει καθυστερημένα μια φράξια, που θα οδηγηθεί στην έξοδο. Ο πολιτικός στίβος είναι ζούγκλα. Γιατί όμως να κάνουμε και τον κομματικό στίβο ζούγκλα;

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2007

Κέντρο και Κεντροαριστερά

Είχα γράψει ένα κείμενο με τίτλο "Δύναμή του η κοινωνική βάση" που αναρτήθηκε σε δυο blog: στο Potamos-etc και στο Θέλω να πω μια γνώμη. Μεταξύ άλλων ανέφερα ότι τη στιγμή που το ΠΑΣΟΚ θέλει να γίνει πλειοψηφικό ρεύμα, είναι λάθος να υψωθεί αποκλειστικά το λάβαρο της «κεντροαριστεράς», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ΠΑΣΟΚ απεμπολεί την παράδοσή του...
Κι αυτό έχει μια βάση, αφού νιώθω αυτό που "αποπνέουν" ορισμένα κείμενα και δημοσιογράφων δήθεν ενδιαφερομένων για το μέλλον του ΠΑΣΟΚ. Σπρώξτε το ΠΑΣΟΚ όλο και πιο αριστερά, σπρώξτε, σπρώξτε και αφήστε το χώρο του "κέντρου" ελεύθερο για να αλωνίζει ο Καραμανλής! Είναι "μικρός" ο Πρετεντέρης για να αποφασίσει τι κόμμα θα είναι το ΠΑΣΟΚ. Η καθημερινή αρθρογραφία του στο "Βήμα" και οι βραδινές αγορεύσεις του από το Mega, που σφύζουν από υπαινικτικές παρατηρήσεις και γελάκια σε βάρος του Παπανδρέου, δεν αποτελούν παρά δημαγωγία. Η απλοϊκή εκμετάλλευση των στιγμιαίων αντιδράσεων του κόσμου και η κολακεία του αλόγιστου φανατισμού της μάζας...
Ο Πρετεντέρης δεν επιθυμεί να ενημερώσει αλλά να επηρεάσει την κοινή γνώμη. Και να την επηρεάσει εναντίον του Παπανδρέου και τουΠΑΣΟΚ που εκείνος ευαγγελίζεται και υπέρ του Βενιζέλου. Ωστόσο, δεν είναι τα πράγματα τόσο απλοϊκά για τον δημοσιογράφο, αφού γνωρίζει ότι η κοινή γνώμη είναι μέγεθος ακαθόριστο και ευμετάβλητο, ασταθές. Παρά τη φανατισμένη προσπάθεια των συγκροτημάτων που εν μια νυκτί παρουσίασαν τη θριαμβική πρωτιά του Βενιζέλου, είδαμε όλοι μέσα σε λίγες μέρες την ανατροπή του σκηνικού που επιμελέστατα είχαν προετοιμάσει.
Ο Παπανδρέου προηγείται, όπως φαίνεται στις δημοσκοπήσεις κι αυτό είναι που τους ανησυχεί. Αλλά ο Παπανδρέου αν δεν προσέξει μπορεί οι εξελίξεις να είναι δυσάρεστες, αφού ο χρόνος μέχρι την 11η Νοεμβρίου είναι μεγάλος. Όλα είναι ενδεχόμενα. Βέβαια, ως υπεύθυνος πολιτικός που είναι ο Παπανδρέου μπορεί και να δυσαρεστεί, αλλά είναι βέβαιο ότι η ηθική πολιτική του συμπεριφορά λειτουργεί και διαπαιδαγωγικά προς τις μάζες. Ο Βενιζέλος μέσα στη βιασύνη του να κερδίσει τον χαμένο χρόνο κάνει αλλεπάλληλα λάθη και μοιάζει με τον δημεγέρτη εκείνο που θέλει να χαλιναγωγήσει το ακροατήριό του. Ο Παπανδρέου έχει καταλάβει ότι δεν είναι δυνατό να κερδίσει την εξουσία με σαραβαλιασμένο κάρο ή με κουτσό (πρασιν)άλογο, ενώ ο Βενιζέλος βλέπει την εξουσία για την... εξουσία. Πάνω σ' αυτό το συλλογισμό οι γνωστοί κεκράχτες φιλολογούν παραπολιτικά, θέλοντας να εγκλωβίσουν τον απελπισμένο κοσμάκη. "Θέλετε εξουσία" (λες και θα την δώσουν στους ψηφοφόρους την εξουσία), διαλέξτε εκείνον που θα την κερδίσει (για χάρη σας)!