Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δεξιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δεξιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

Η Δεξιά σε κρίση: εθνολαϊκή ή πεφωτισμένη;

  • ΤΟ ΒΗΜΑ / Νέες Εποχές
  • Κυριακή 18 Ιουλίου 2010
Επειτα από τις εκλογές του περασμένου Οκτωβρίου η Δεξιά στην Ελλάδα διέρχεται αναμφίβολα τη σοβαρότερη κρίση της. Κρίση αξιοπιστίας μετά την κατάρρευση της κυβέρνησης Καραμανλή αλλά και κρίση πολιτικής ταυτότητας μετά την ανάληψη της ηγεσίας από τον κ. Αντ.Σαμαρά, την αποχώρηση της κυρίας Ντόρας Μπακογιάννη και την αλλαγή στρατηγικής από τον ΛΑΟΣ του κ. Γ.Καρατζαφέρη . «Το Βήμα» ακτινοσκοπεί σήμερα τα αίτια της βαθιάς κρίσης της Δεξιάς, φιλοξενώντας απόψεις ειδικών που επισημαίνουν τις διαφορές μεταξύ της εθνολαϊκής και της πατριωτικής Δεξιάς, αλλά και τους λόγους για τους οποίους η Δεξιά στην Ελλάδα έπαψε να θεωρείται «πεφωτισμένη». Ταυτόχρονα εντοπίζουν τις διαφορές των «συνιστωσών» της Δεξιάς στις απόψεις για τη διάρθρωση του κράτους και του δημόσιου τομέα, στις διιστάμενες απόψεις στο εσωτερικό της περί λαϊκισμού και πελατειακού κράτους, αλλά και στον τρόπο με τον οποίον η Δεξιά προσεγγίζει το Κέντρο και την Αριστερά.

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

Η άλλη όψη της Δεξιάς

  • Του Ν. ΜΟΥΖΕΛΗ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009
Πολλοί θεωρούν τη διάκριση Αριστερά- Δεξιά ξεπερασμένη. Ισχυρίζονται ότι στη σημερινή συγκυρία η χρήση της, και στο επίπεδο της θεωρίας και σε αυτό της πολιτικής πρακτικής, αποτελεί εμπόδιο στη διερεύνηση του πολιτικού γίγνεσθαι. Κατ΄ άλλους η διάκριση εξακολουθεί να είναι ένα χρήσιμο εργαλείο στην ανάλυση των πολιτικών φαινομένων. Συμφωνώ με τη δεύτερη άποψη, με την προϋπόθεση πως όταν χρησιμοποιούμε τον διαχωρισμό λαμβάνουμε υπόψη ότι το τι είναι Αριστερά και τι Δεξιά αλλάζει ανάλογα με τη χρονική περίοδο, καθώς και με τον θεσμικό χώρο (οικονομικό, κοινωνικό, πολιτισμικό) μέσα στον οποίο η διάκριση αυτή χρησιμοποιείται.

Κοινωνικο-οικονομική και πολιτισμική Δεξιά

Περνώντας τώρα στη συζήτηση στις «Νέες Εποχές» του «Βήματος της Κυριακής» («Δεξιά ή Κεντροδεξιά;», 29.11.2009), νομίζω πως όταν αναφερόμαστε στη Δεξιά σήμερα πρέπει κυρίως (αλλά όχι μόνο) να διακρίνουμε μεταξύ της νεοφιλελεύθερης κοινωνικο-οικονομικής Δεξιάς και της παραδοσιακά προσανατολισμένης, λαϊκής, πολιτισμικής Δεξιάς. Η διάκριση είναι απολύτως απαραίτητη γιατί οι δύο αυτές διαστάσεις της Δεξιάς δεν κινούνται πάντα προς την ίδια κατεύθυνση. Ετσι, μπορεί κάποιος να είναι δεξιός στον πολιτισμικό χώρο και μη δεξιός ή ήπια δεξιός (δηλ. κεντροδεξιός) στον κοινωνικο-οικονομικό χώρο. Για παράδειγμα, ο λεγόμενος εθνικοσοσιαλισμός στον Μεσοπόλεμο βασιζόταν σε έναν παραδοσιακό σοβινιστικό εθνικισμό από τη μια μεριά και έναν φιλολαϊκό κρατισμό από την άλλη. Το ίδιο μπορεί να πει κανείς για τα ευρωπαϊκά ακροδεξιά κόμματα σήμερα.

Πιο συγκεκριμένα, στον κοινωνικο-οικονομικό χώρο η Δεξιά, ακολουθώντας τις θεωρίες της λεγόμενης Σχολής του Σικάγου, πιστεύει ότι οι μηχανισμοί της αγοράς, όταν το κράτος δεν παρεμβαίνει, λύνουν όχι μόνο το οικονομικό αλλά και το κοινωνικό πρόβλημα μιας χώρας. Δεν δημιουργούν μόνο περισσότερο πλούτο αλλά και τον διανέμουν- αν όχι βραχυπρόθεσμα, σίγουρα μακροπρόθεσμα- κατά κοινωνικά δίκαιο τρόπο. Και αυτό γιατί ο παραγόμενος πλούτος αργά ή γρήγορα διαχέεται από την κορυφή στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας (το περίφημο trickle down effect). Με βάση αυτή την αρχή, μια δεξιά κοινωνικο-οικονομική πολιτική δίνει έμφαση στην αποδυνάμωση του κρατισμού και στην επέκταση της λογικής της αγοράς όχι μόνο στον χώρο της οικονομίας (π.χ. ιδιωτικοποιήσεις), αλλά και στον χώρο της παιδείας (π.χ. άμεση διασύνδεση μεταξύ πανεπιστημίου και επιχειρήσεων), στον κοινωνικό χώρο (π.χ. αποδυνάμωση του κοινωνικού κράτους) κτλ.

Οσο για την πολιτισμική διάσταση της Δεξιάς, αυτή δίνει βάρος στις παραδοσιακές αξίες που συχνά ο οικονομικός εκσυγχρονισμός διαβρώνει. Το τρίπτυχο οικογένειαθρησκεία- πατρίδα γίνεται σημαία της. Στην πιο ακραία μορφή της η έμφαση της πολιτισμικής Δεξιάς στην πατρίδα οδηγεί στον αμυντικό εθνικισμό, στον εθνοκεντρισμό, στην ξενοφοβία και στον υπεροπτικό ρατσισμό. Η έμφαση στη θρησκεία οδηγεί στον φανατισμό και στην καταπάτηση των δικαιωμάτων θρησκευτικών μειονοτήτων, ενώ η έμφαση στην οικογένεια συχνά συνδέεται με έναν πατριαρχικό αυταρχισμό.

Η αντίθεση των δύο λογικών

Αυτό που είναι σημαντικό να τονίσει κανείς είναι ότι η λογική της κοινωνικο-οικονομικής Δεξιάς, κυρίως σε ένα πρακτικό επίπεδο, τείνει να είναι αντίθετη με τη λογική της πολιτισμικής Δεξιάς. Η έμφαση στον σκληρό ανταγωνισμό και στη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας οδηγεί στην αποδόμηση του κοινωνικού ιστού, στην αποδυνάμωση των οικογενειακών θεσμών και στην ένταση της εγκληματικότητας/παραβατικότητας. Οδηγεί επίσης στην κυνική, μηδενιστική νοοτροπία όλων αυτών που η αγορά θέτει στο περιθώριο- ενώ από την άλλη άκρη ενθαρρύνει την υλιστική, άκρως καταναλωτική, εγωκεντρική νοοτροπία μιας κοσμοπολίτικης, νεοπλουτίστικης ελίτ που κάθε άλλο παρά κόπτεται για την ενδυνάμωση των οικογενειακών, θρησκευτικών και πατριωτικών αξιών. Χαρακτηριστικό είναι εδώ το παράδειγμα της θατσερικής διακυβέρνησης στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στον κοινωνικο-οικονομικό χώρο η κυρία Θάτσερ ακολούθησε μια καθαρά νεοφιλελεύθερη, δεξιά πολιτική: απελευθέρωση των αγορών, ιδιωτικοποιήσεις, καταπολέμηση των συνδικάτων, μονεταρισμός, δημοσιονομική πειθαρχία. Συγχρόνως, όμως, η βρετανίδα πρωθυπουργός ήταν βαθιά συντηρητική στον εξωοικονομικό, πολιτισμικό χώρο. Βέβαια όλοι θυμούνται τη ρήση της ότι δεν υπάρχει κοινωνία, μόνο άτομα. Εννοούσε όμως άτομα στον χώρο της οικονομίας όπου τα συλλογικά υποκείμενα, τα συνδικάτα, εμπόδιζαν την εφαρμογή της πολιτικής της. Στον εξωοικονομικό χώρο πίστευε βαθιά στον κεντρικό ρόλο της οικογένειας, της Εκκλησίας και του επιθετικού πατριωτισμού. Ας μην ξεχνάμε τον ημιαποικιακό πόλεμο εναντίον της Αργεντινής και τον ευρωσκεπτικισμό της. Αν στο επίπεδο της ρητορείας η αντίθεση μεταξύ της νεοφιλελεύθερης οικονομικής και της «νεοπαραδοσιακής» πολιτισμικής λογικής δεν ήταν τόσο εμφανής, στο πρακτικό επίπεδο της καθημερινότητας η αντίθεση ήταν ολοφάνερη. Το όλο και πιο περιθωριοποιημένο κομμάτι του πληθυσμού βίωσε την πλήρη αλλοτρίωση, ενώ η έμφαση στον γρήγορο πλουτισμό, στον επιχειρηματία-ήρωα και στον άκρατο καταναλωτισμό οδήγησε στη δημιουργία των γιάπις και των golden boys- η εγωκεντρική, αρπακτική, υλιστική κουλτούρα των οποίων κάθε άλλο παρά συμβατή είναι με παραδοσιακές αξίες.

Η ελληνική Δεξιά και Κεντροδεξιά

Τέλος, δύο λόγια για την ελληνική Δεξιά/Κεντροδεξιά. Η νίκη του Αντώνη Σαμαρά στις 29 Νοεμβρίου σαφώς δείχνει μια κίνηση από την Κεντροδεξιά στη Δεξιά. Και αυτό γιατί η Ντόρα Μπακογιάννη, η ηττημένη στις πρόσφατες εσωκομματικές εκλογές, σαφώς τοποθετείται σε έναν «ήπιο» δεξιό (δηλ. κεντροδεξιό) χώρο. Απορρίπτει τον οικονομικό νεοφιλελευθερισμό, ενώ συγχρόνως είναι υπέρ του ανοίγματος της χώρας στον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο χώρο. Ο νέος αρχηγός της ΝΔ, από την άλλη μεριά, με τον ανένδοτο αγώνα του εναντίον της διπλής ονομασίας και με τον λαϊκιστικό εθνικισμό του έχει έναν σαφή δεξιό παρά κεντροδεξιό προσανατολισμό σε ό,τι αφορά την πολιτισμική διάσταση. Ενώ στον κοινωνικο-οικονομικό χώρο ο προσανατολισμός του είναι κεντροδεξιός - αφού ασπάζεται τον λεγόμενο κοινωνικό φιλελευθερισμό.

Αυτό σημαίνει ότι οι ιδεολογικές διαφορές με το ΠαΣοΚ, στις οποίες ο κ. Σαμαράς αναφέρεται χωρίς να τις προσδιορίζει, εστιάζονται λιγότερο στην οικονομία και περισσότερο στον χώρο της εξωτερικής και της μεταναστευτικής πολιτικής, καθώς και στις σχέσεις Εκκλησίας- Κράτους. Είναι κρίμα που στις πρόσφατες εκλογές για την ανάδειξη αρχηγού της ΝΔ η κύρια αντιπαράθεση είχε να κάνει περισσότερο με γενικόλογες αναφορές στους «μηχανισμούς» και στη σχέση του κόμματος με τον λαό και λιγότερο με τις διαφορές των δύο αντιπάλων σε συγκεκριμένα θέματα στον κοινωνικοοικονομικό και πολιτισμικό χώρο. Συμπερασματικά:

* Η έννοια της Δεξιάς (όπως και της Αριστεράς) είναι χρήσιμη όταν ο μελετητής λαμβάνει σοβαρά υπόψη του τις διάφορες διαστάσεις του όρου, διαστάσεις που δεν αλλάζουν πάντα προς την ίδια κατεύθυνση.

* Οι δύο πιο σημαντικές διαστάσεις είναι η κοινωνικο-οικονομική και η πολιτισμική διάσταση που αναφέρεται στις παραδοσιακές αξίες της οικογένειας- θρησκείας- πατρίδας.

* Σε ένα ρητορικό επίπεδο η κοινωνικο-οικονομική λογική συνάδει με την πολιτισμική. Στο επίπεδο της καθημερινότητας όμως η νεοφιλελεύθερη, δεξιά κοινωνικο-οικονομική στρατηγική οδηγεί σε αποτελέσματα που υποσκάπτουν τον δεξιό στόχο της ενδυνάμωσης των οικογενειακών, θρησκευτικών και πατριωτικών αξιών.

* Στη σημερινή ελληνική συντηρητική παράταξη η συζήτηση για τού τι είδους πολιτικές ο νέος αρχηγός της ΝΔ θα ακολουθήσει δεν έχει ακόμη αρχίσει.

  • Ο κ. Ν. Μουζέλης είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στη London School of Εconomics.

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

Δεξιά ή Κεντροδεξιά;

Μια εντελώς διαφορετική ημέρα ξημερώνει αύριο για τη ΝΔ καθώς έπειτα από δώδεκα ολόκληρα χρόνια αλλάζει ηγεσία και, όπως όλα δείχνουν, και ιδεολογικούς προσανατολισμούς. Αφού κοπάσουν οι πανηγυρισμοί των νικητών και οι κλαυθμοί των ηττημένων, το ερώτημα που θα κυριαρχήσει στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι ποια ιδεολογική ταυτότητα θα οικοδομήσει και, κυρίως, αν θα ακολουθήσει στρατηγική προσέγγισης της Κεντροδεξιάς ή θα αφοσιωθεί στην επιχείρηση επανάκαμψης των παραδοσιακών ψηφοφόρων της Δεξιάς. Το ζήτημα αυτό απασχόλησε ήδη τους τρεις διεκδικητές της προεδρίας του κόμματος, ενώ κυριάρχησε και στο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στις 7 Νοεμβρίου, το οποίο ωστόσο δεν κατέληξε σε οριστικά συμπεράσματα. «Δεξιά ή Κεντροδεξιά;» θα είναι και το κορυφαίο δίλημμα που θα απασχολήσει το τακτικό συνέδριο της ΝΔ, το οποίο θα πραγματοποιηθεί κατά πάσα πιθανότητα την άνοιξη, επαναφέροντας την ένταση που δημιουργήθηκε στο εσωτερικό του κόμματος όταν ο κ. Κ. Καραμανλής αποφάσισε να ακολουθήσει την περίφημη στρατηγική του μεσαίου χώρου. Υπάρχουν ωστόσο διαφορές μεταξύ Δεξιάς και Κεντροδεξιάς; Ποιες είναι αυτές και τι δείχνει το παράδειγμα μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών που έχουν κεντροδεξιές κυβερνήσεις;

  • ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009


Εμφανείς και σημαντικές οι διαφορές

  • Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009
Αραγε το σημερινό πολιτικό μας σύστημα χρειάζεται περισσότερο τη Δεξιά ή την Κεντροδεξιά; Αβασάνιστα θα απαντούσε κανείς είτε ότι όλα τα κόμματα είναι πλέον ίδια και άρα αδιάφορο το πώς θα χαρακτηριστούν είτε ότι η Δεξιά είναι μία, η πολιτική της γνωστή σε όλους και τα άλλα είναι «εκ του πονηρού». Η αλήθεια ωστόσο διαφέρει σημαντικά, όπως άλλωστε και τα κόμματα μεταξύ τους, εκτός αν περιοριστεί κανείς στις πράγματι συγκλίνουσες μακροοικονομικές πολιτικές ορισμένων ευρωπαϊκών κεντροδεξιών και κεντροαριστερών κομμάτων. Μέσα σε μία-δύο δεκαετίες, όμως, με εναλλαγή κομμάτων στην εξουσία, οι διαφορές καθίστανται εμφανείς.

Τα ευρωπαϊκά δεξιά και κεντροδεξιά κόμματα λαμβάνουν εντατικότερα μέτρα ιδιωτικοποίησης, με απότομο, κάποτε κοινωνικά οδυνηρό τρόπο. Μειώνουν ή έστω δεν αυξάνουν όσο τα κεντροαριστερά κόμματα τις δημόσιες κοινωνικές δαπάνες (π.χ., εκπαίδευση, πρόνοια) επιχειρηματολογώντας υπέρ της απελευθέρωσης πόρων που μπορεί να χρησιμοποιήσει η ιδιωτική πρωτοβουλία για επενδύσεις με σκοπό την ταχύτερη οικονομική μεγέθυνση. Για τον ίδιο λόγο μειώνουν ή έστω συγκρατούν τους φόρους. Τέτοια μέτρα οικονομικού φιλελευθερισμού μπορούν να αυξήσουν τον ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης, χωρίς ωστόσο η συνεπακόλουθη αύξηση του εθνικού πλούτου να οδηγεί και σε αναδιανομή του. Σε αντίθεση με την Κεντροαριστερά, τα κεντροδεξιά και δεξιά κόμματα επιφυλάσσονται αόριστα για κάποια μελλοντική αναδιανομή.

Ανάμεσα εξάλλου στα κεντροδεξιά και στα δεξιά κόμματα οι διαφορές είναι βαθύτερες και απτές. Δεν αφορούν την οικονομική «φιλοσοφία» τους, αν και στο παρελθόν τα καθαυτό δεξιά κόμματα ακολουθούσαν πολιτικές οικονομικού προστατευτισμού, ενώ σήμερα και τα μεν και τα δε ακολουθούν πολιτικές οικονομικού φιλελευθερισμού. Οι διαφορές τους αναδεικνύονται μάλλον στα πεδία εκείνα της πολιτικής όπου δοκιμάζονται τα όρια του πολιτικού φιλελευθερισμού, αν όχι του κοινοβουλευτισμού: εκπαίδευση, σχέσεις κράτους- πολίτη, μέσα μαζικής ενημέρωσης, πολιτική για τη μετανάστευση, σχέσεις κράτους και Εκκλησίας, εξωτερική πολιτική. Στην εκπαίδευση, έτσι, ένα δεξιό κόμμα, πολύ περισσότερο από ένα κεντροδεξιό, θα επιχειρήσει την επαναφορά στα σχολεία παραδοσιακών αξιών (πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια, τάξη και ασφάλεια), αντιλαμβανόμενο τη φθορά τους ως κίνδυνο για την κοινωνική ευταξία. Το κεντροδεξιό κόμμα μάλλον θα τονώσει τις σύγχρονες φιλελεύθερες αξίες (ιδιωτική πρωτοβουλία, αξία του ατόμου, ατομικές ελευθερίες). Το δεξιό κόμμα θα ενισχύσει τις ιεραρχικές σχέσεις τόσο μεταξύ διοίκησης και πολιτών όσο και στο εσωτερικό του κρατικού μηχανισμού θεωρώντας αντιπαραγωγική τη συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων. Θα αντιμετωπίσει όσους επικοινωνούν με τη διοίκηση ως διοικουμένους παρά ως πολίτες. Το κεντροδεξιό κόμμα θα προσπαθήσει να αυξήσει τη διαφάνεια και τη λογοδοσία υπό τις οποίες λειτουργεί η διοίκηση μειώνοντας ταυτόχρονα το σχετικό διοικητικό κόστος για τις επιχειρήσεις. Στα μέσα μαζικής ενημέρωσης το δεξιό κόμμα θα ενισχύσει τον «εκ των άνω» έλεγχο των κρατικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών ελέγχοντας, ει δυνατόν, και ιδιωτικούς σταθμούς (περίπτωση Μπερλουσκόνι). Το κεντροδεξιό κόμμα, αντιθέτως, θα αντιληφθεί τον ρόλο των μέσων με όρους πολιτικού φιλελευθερισμού, δηλαδή πλουραλισμού και ελευθερίας της έκφρασης. Ως προς την πολιτική για τους μετανάστες, είναι φανερό ότι και τα δύο είδη συντηρητικών κομμάτων θα επιβάλουν περιορισμούς στην εισροή μεταναστών. Το κεντροδεξιό κόμμα όμως θα το έπραττε εν ονόματι της οικονομικής αποτελεσματικότητας (άριστος όγκος και σύνθεση του μεταναστευτικού πληθυσμού), ενώ το δεξιό μάλλον με όρους ιδεολογίας, ρατσιστικών και εθνικιστικών στερεοτύπων. Ως προς αυτό μάλιστα το δεξιό κόμμα, σε αντίθεση με το κεντροδεξιό, θα μπορούσε ανενδοίαστα να ζητήσει από την Εκκλησία πρωταγωνιστικό ρόλο παραχωρώντας της ακόμη περισσότερο έδαφος στη διαμόρφωση της δημόσιας σφαίρας.

Ανάλογη θα είναι η διαφορά Δεξιάς- Κεντροδεξιάς στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής. Η Δεξιά θα ακολουθούσε άκαμπτη πολιτική σε όλα τα μέτωπα, στα όρια του εθνικιστικού παροξυσμού και ανεξάρτητα από τις επιπτώσεις στον διεθνή ρόλο και στην εικόνα της χώρας, π.χ. στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Αν μάλιστα κάτι διακρίνει σαφώς τους δεξιούς από τους κεντροδεξιούς είναι ο μακροχρόνιος ευρωσκεπτικισμός των πρώτων. Περισσότερο ευέλικτη η Κεντροδεξιά, θα συμβαδίσει, τόσο στα εθνικά όσο και στα διεθνή θέματα, με τη συναίνεση που διαμορφώνεται κάθε φορά ανάμεσα στους ισχυρότερους δυτικούς συμμάχους της χώρας.

Πολλοί δεν πείθονταν από όλα αυτά, π.χ. στις ΗΠΑ, ώσπου διαπίστωσαν τι σημαίνει διακυβέρνηση από ένα πραγματικά δεξιό κόμμα (το Ρεπουμπλικανικό υπό τον Τζ. Μπους τον νεότερο), ή στη Βρετανία, ώσπου τον περασμένο Ιούνιο το Βρετανικό Εθνικό Κόμμα απέκτησε δύο ευρωβουλευτές και αντίστοιχη δημόσια προβολή των απόψεών του. Στη Σερβία σήμερα η διαφορά είναι εμφανής ανάμεσα στο ακραία εθνικιστικό Σερβικό Ριζοσπαστικό Κόμμα και στο κεντροδεξιό Δημοκρατικό Κόμμα (επικεφαλής κυβέρνησης συνασπισμού). Το ανοικτό ζήτημα για τις προοδευτικές δυνάμεις σε αυτές τις χώρες και στη δική μας είναι το εξής: η δημιουργία αναχωμάτων στην εύκολη- μέσω του λαϊκισμού- διάχυση ακραιφνώς δεξιών απόψεων στον πολιτικό λόγο και στις πρακτικές κομμάτων που βρίσκονται πέραν της Δεξιάς.

  • Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών και Visiting Fellow στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών του Κολεγίου St. Αntony΄s της Οξφόρδης.

Η αξιακή επανίδρυση της Δεξιάς

  • Αντρέας Πανταζόπουλος | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009


Αν είναι αλήθεια ότι διάγουμε περίοδο ρευστοποίησης των κομματικών ταυτίσεων, τότε και οι ταυτότητες «Δεξιά» και «Κεντροδεξιά» βρίσκονται και αυτές σε προφανή δυσαρμονία με τα παραδοσιακά τους ακροατήρια. Στην καλύτερη περίπτωση, το πολιτικό προσωπικό που εξακολουθεί να αναγνωρίζεται σε αυτές είναι παραπλανημένο, στη χειρότερη δημαγωγεί και εργαλειοποιεί υπολειμματικές ευαισθησίες που διαρκώς εξανεμίζονται. Αν, ωστόσο, είμαστε αναγκασμένοι να σκεπτόμαστε ακόμη με όρους κομματικής γεωγραφίας, παρά τις ορατές συγκλίσεις, τις διά γυμνού οφθαλμού επικαλύψεις και τους ισχυρούς αλληλοπροσδιορισμούς μεταξύ των πολιτικών κομμάτων και τις πορώδεις σχέσεις ανάμεσα στις κυρίαρχες πολιτικές οικογένειες, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι διαδηλώνεται ένα κοινωνικό αίτημα πολιτικών ή και αξιακών διαιρέσεων.

Τι συγκροτεί τη διαφορά μιας Δεξιάς από μια Κεντροδεξιά; Δύσκολο να απαντήσει κάποιος στο ερώτημα αν δεν θεωρήσει τη δεύτερη αναπόσπαστο τμήμα της πρώτης και στο πλαίσιο αυτό δεν επιχειρήσει να δει τους υπαρκτούς όντως μετασχηματισμούς που λαμβάνουν χώρα στο εσωτερικό αυτής της «παράταξης». Γιατί η αφετηρία εκκίνησης είναι η Δεξιά και όχι το Κέντρο. Λαμβάνοντας πάντα υπόψη το ειδικό βάρος των εθνικών ιδιαιτεροτήτων που χρωματίζουν και διαμορφώνουν έναν αστερισμό τέτοιων μετασχηματισμών, δεν θα είμαστε πολύ μακράν της πραγματικότητας αν υποστηρίζαμε ότι αυτές οι εξελίξεις δίνουν έδαφος σε υβρίδια φιλελευθερισμού και συντηρητισμού: φιλελεύθερος συντηρητισμός ή συντηρητικός φιλελευθερισμός είναι τα αξιακά πρόσημα νέων, ανέκδοτων πολιτικών συνθέσεων που θέλουν να συγκεράσουν τη νεο-προοδευτική υπόσχεση με μια επανεπινόηση των παραδόσεων. Την οικονομική πρόοδο και την τεχνολογική καινοτομία με την «αναβίωση» των παραμελημένων, απωθημένων αξιών της πατρίδας, της οικογένειας, της θρησκείας, πρώτα από όλες, σωρευτικά ή εναλλακτικά. Κοντολογίς, τη φιλελεύθερη «πρόοδο» με τη συντηρητική «παράδοση». Το αναπόφευκτο «άνοιγμα» στον κόσμο με το ταυτόχρονο κλείσιμο στη δοκιμασμένη και «ανεξάλειπτη» αξία του εθνικού εαυτού.

Στην αφετηρία μιας τέτοιας, από πολλές απόψεις αντιφατικής, συναίρεσης βρίσκεται μια ομολογημένη ή ανομολόγητη άρνηση του γνωστού νεοφιλελεύθερου (θατσερικού, για την ακρίβεια) αξιώματος σύμφωνα με το οποίο «υπάρχουν μόνο άτομα, η κοινωνία δεν υπάρχει». Μαρτυρά επ΄ αυτού η απόπειρα αξιακής «επανίδρυσης» των βρετανών Συντηρητικών, η επινόηση ενός «συντηρητισμού του 21ου αιώνα», αγκιστρωμένου πλέον στην κοινωνία και όχι στις υποτιθέμενες ορθολογικές επιλογές των μεμονωμένων ατόμων. Η ρήξη τους με τη θατσερική Δεξιά πριμοδοτεί έναν σύγχρονο συμπονετικό συντηρητισμό, που αξιοδοτεί σε μια πραγματιστική (και αντι-κρατική, είναι αλήθεια), ωστόσο μη-ιδεολογική, βάση τις αλληλέγγυες δράσεις της κοινωνίας των πολιτών για την προαγωγή της κοινωνικής συνοχής. Η επικέντρωση στην «κοινωνική ευθύνη», ακόμη και στην οικολογική προβληματική («πράσινος συντηρητισμός»), η σχετική υποβάθμιση στο πλαίσιο αυτό του «οικονομικού ανθρώπου», η επίκληση στο εξής μιας συμπεριφορικής ψυχολογίας προκειμένου να κατανοηθούν επαρκώς τα ανορθολογικά κριτήρια της ανθρώπινης συμπεριφοράς, όλα αυτά συντείνουν στην υπερτίμηση εκείνων των κοινωνικών πρακτικών που εμπεδώνουν μια κοινωνία ενσωμάτωσης, μη-αποκλεισμού. Μέσα σε τέτοια συμφραζόμενα αναδιατυπώνεται ο πολιτικός λόγος της βρετανικής Δεξιάς σε «πραγματιστικό κέντρο», δηλαδή σε Κεντροδεξιά.

Η σχετική ευρεία δημόσια συζήτηση που διεξάγεται αυτή την περίοδο στη Γαλλία, με κυβερνητική πρωτοβουλία της κεντροδεξιάς πλειοψηφίας (στην οποία, όπως είναι γνωστό, συμμετέχουν και αρκετοί σοσιαλιστές), για τη γαλλική εθνική ταυτότητα αποτελεί μια άλλη απόδειξη αυτής της τάσης «επιστροφής» στο παρελθόν, φυσικά προς εξυπηρέτηση αναγκών του παρόντος. Ο ίδιος ο σαρκοζισμός είναι ακατανόητος έξω από ένα πλαίσιο ανάδειξης της γαλλικής ιδιαιτερότητας, της ρεπουμπλικανικής παράδοσης, ακόμη και ενός «ήπιου» αυταρχισμού, ενός προσωπικού λαϊκιστικού ύφους του φορέα του, στοιχεία συνοδευόμενα από έναν χείμαρρο φιλελεύθερων οικονομικών μεταρρυθμίσεων με στόχο τον εκσυγχρονισμό. Και η γαλλική Κεντροδεξιά συνεπώς υπάρχει ως τμήμα μιας αξιακά αναπροσανατολισμένης Δεξιάς, όχι ως αυτόνομος κεντρώος-τεχνοκρατικός θύλακας.

Με όλες τις σοβαρές ιδιαιτερότητές της και η ελληνική περίπτωση μπορεί να εγγραφεί, εν μέρει τουλάχιστον, σε αυτή την τάση επαναπροσδιορισμού των αξιακών προϋποθέσεων της δεξιάς «αναγέννησης». Μόνο που εδώ η επινόηση ενός ελληνικού συντηρητισμού, με την κυριαρχία ενός εθνικιστικού ορθοδοξισμού, από κοινού με τις παλαιοκομματικές-πελατειακές συμφύσεις του, μπορεί να λειτουργήσει εξ αντικειμένου περισσότερο ιδεολογικά και πολύ λιγότερο πραγματιστικά. Περισσότερο δεξιά, ακόμη και ακροδεξιά, και λιγότερο κεντροδεξιά. Πολύ περισσότερο παραδοσιοκρατικά και πολύ λιγότερο φιλελεύθερα. Ενώ στις άλλες περιπτώσεις η εμφανής τάση αναδίπλωσης προς μια ορισμένη μορφή «μονοπολιτισμικότητας» θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να γίνει αντικείμενο μιας κοσμικής πολιτικής διαχείρισης, στην ελληνική περίπτωση αυτή η μονοπολιτισμικότητα γίνεται εύκολα λεία ενός εθνικοορθόδοξου λαϊκισμού.

Σχηματοποιώντας, και πολιτικά μιλώντας, το πρόβλημα με την ελληνική (κεντρο-)δεξιά είναι ότι η πρωτοβουλία για την ανασυγκρότησή της προήλθε από τη δεξιά της πτέρυγα, στο έδαφος που εκουσίως της παραχώρησε η φιλελεύθερη-κεντρώα τάση. Αν η Κεντροδεξιά δεν μπορεί να μιλήσει και ως «Δεξιά», η ανασυγκρότηση της δεύτερης ενδεχομένως θα γίνει ερήμην της πρώτης, αν όχι εναντίον της.

  • Ο κ. Αντρέας Πανταζόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2009

Εγγυητές οριστικού τέλους

  • Tου Χρηστου Γιανναρα, Η Καθημερινή, 25/10/2009

Δήλωσαν από μόνοι τους υποψήφιοι για την αρχηγία. Του κόμματος που με θυμό συνέτριψε η λαϊκή ψήφος. Και γελοιοποίησαν το εξουθενωμένο κόμμα συζητώντας, με συντελεσμένη την κατάρρευση, ένα και μοναδικό πρόβλημα: Τη μέγιστη δυνατή διεύρυνση του αριθμού των εκλεκτόρων τους!

Προφανή τα κίνητρα: Οσο πιο μειονεκτική είναι μια υποψηφιότητα (σε φυσικά προσόντα και σε πολιτική σοβαρότητα) τόσο πιο πεισματική η απαίτηση πολλαπλασιασμού των εκλεκτόρων. Ξέρουν οι αυθυποψήφιοι ότι η ποδοσφαιρόμυαλη μάζα ψηφίζει τους ωραίους, τις χαμογελαστές, τους μπουφόνικους κενολόγους. Σε τέτοιες εκτιμήσεις ελπίζουν.

Η δήλωση που συνόδευε κάθε υποβολή υποψηφιότητας ήταν και μια ωμή περιφρόνηση της νοημοσύνης των πολιτών: Ούτε λέξη για τα αίτια της εκλογικής συντριβής, ούτε ίχνος προβληματισμού για δικές τους ευθύνες. Κι όμως, δεν ήταν οπαδοί στις κερκίδες, ήταν κεντρικοί παίκτες στην αρένα, υπουργοί της κυβέρνησης, φιγουράτα κομματικά στελέχη. Δεν έβλεπαν, λοιπόν, τα μοιραία λάθη, τα αναίσχυντα σκάνδαλα, την εξόφθαλμη ανικανότητα του ηγήτορα;

Ποια ήταν η δική τους κριτική αντίδραση, η τίμια και υπεύθυνη παρέμβασή τους; Αν έχουν ανάστημα που το φαντάζονται ηγετικό, γιατί δεν το ύψωσαν;

Ως την τελευταία στιγμή θριαμβολογούσαν, λιβάνιζαν γλοιωδώς τον αρχηγό, δεν τολμούσαν να ψελλίσουν αντίρρηση, κριτική παρατήρηση, δημιουργική υπόδειξη. Και τώρα διεκδικούν την αρχηγία. Απέκτησαν ξαφνικά, από το τίποτα, ραχοκοκαλιά πολιτικής ευτολμίας; Ασπόνδυλοι χειροκροτητές, ώς μόλις χθες, και θα αντιπολιτευθούν τώρα, με πολιτική φερεγγυότητα και σθένος, τη θριαμβεύουσα σοσιαλεπώνυμη παντοδυναμία; Μα, που να πάρει η ευχή, ακόμα και η πιο αρρωστημένη φιλοδοξία πρέπει να προφασίζεται κάποιον ρεαλισμό.

Δύο από τους αυθυποψήφιους είχαν φτιάξει κάποτε δικά τους κόμματα. Και απέτυχαν μετά πατάγου. Εχουν, λοιπόν, δώσει τις εξετάσεις τους, δοκιμάστηκαν στην πράξη, φάνηκε καθαρά ποιες είναι οι ηγετικές τους ικανότητες. Πώς τολμάνε σήμερα, με τέτοιο βεβαρημένο παρελθόν, να διεκδικούν ασύγκριτα υπέρτερες ηγετικές ευθύνες; Είναι σαν να λένε στους πολίτες: «Είχαμε περίπτερο, το χαντακώσαμε, εμπιστευθείτε μας τώρα να διαχειριστούμε υπεραγορά»!

Οχι λιγότερο προκλητική και η υποψηφιότητα, που τα ηγετικά της προσόντα δοκιμάστηκαν (γυμνώθηκαν ανηλεώς) στον θώκο της δημαρχίας Αθηνών και στην πολιτική ηγεσία της ελλαδικής διπλωματίας. Η περίπτωση τρομάζει περισσότερο από κάθε άλλη, γιατί διαθέτει τους πιο μεθοδικούς, χρόνια τώρα, απίστευτα δικτυωμένους μηχανισμούς ψιμυθίωσης της ασημαντότητας. Η οικογένεια που προωθεί τη συγκεκριμένη υποψηφιότητα, δεν κρύβει τις διασυνδέσεις της με τον αμερικανικό παράγοντα, τις ισχυρές προσβάσεις της στα ΜΜΕ, τις συμμαχίες της με πανίσχυρα κέντρα οικονομικής εξουσίας. Υποψηφιότητα εκκωφαντικής μετριότητας, χωρίς την παραμικρή ποτέ πρωτοτυπία στη σκέψη, καινοτόμο πρωτοβουλία, ευφάνταστο δημιουργικό ενέργημα, κάποιον κάποτε λόγο που να σπιθίζει, να παραπέμπει σε όραμα, σε καίριο πολιτικό στόχο. Και έφτασε να θεωρείται αυτονόητη η υποψηφιότητα αυτής της ένσαρκης πολιτικής ανυπαρξίας, μόνο για το χαμόγελο παντός καιρού που περιφέρει επιτηδευμένα – να προβάλλεται καταιγιστικά σαν «φυσική» (πατρογωνικώ δικαιώματι) ηγέτις κόμματος εξουσίας.

Ισως η υποστήριξη και ο προπαγανδισμός της αλήστου Πλεκτάνης Ανάν να αποδειχθεί τελικά προϋπόθεση ηγετικής σταδιοδρομίας: ανόδου στον θώκο αρχικά του υπουργείου Εξωτερικών, έπειτα στην ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης και τελικά στην πρωθυπουργία. Τον δρόμο άνοιξε ο σημερινός πρωθυπουργός. Και στα ίχνη του, η επικρατέστερη για την αρχηγία της Ν.Δ. υποψηφιότητας. Η μεθοδικά αποχαυνωμένη ελλαδική κοινωνία μοιάζει να μην αντιλαμβάνεται ούτε καν τον βιασμό της.

Είκοσι οχτώ χρόνια τώρα, η Ν.Δ. προσπαθεί να γίνει ΠΑΣΟΚ και δεν τα καταφέρνει, ο ανεκπλήρωτος εκπασοκισμός της καθηλώνει τον πολιτικό και κοινωνικό βίο σε ανυπόφορη πια υπανάπτυξη. Μετά την πανωλεθρία Μητσοτάκη, στην τριετία 1990-1993 και την αυτεξόντωση Κωνσταντίνου Καραμανλή του βραχέος, στην πενταετία 2004-2009, σε αυτό το κόμμα απομένει ένα και μόνο ενδεχόμενο επιβίωσης: Να αποκτήσει δική του πολιτική ταυτότητα, δικούς του κοινωνικούς στόχους. Και ταυτότητα δεν μπορεί να αποκτηθεί με ρητορικές γελοιότητες περί «μεσαίου χώρου», δήθεν προβληματισμούς για «περισσότερο» ή «λιγότερο κράτος», μεγαλύτερη ή μικρότερη εύνοια για την «ιδιωτική πρωτοβουλία».

Δεν είναι οι απόψεις για τη διαχείριση της οικονομίας που θα προσδώσουν πολιτική ραχοκοκαλιά στη Ν.Δ. Είναι η δυνατότητα να πείσει ότι μπορεί να οικοδομήσει μια κοινωνία διαφορετική από αυτήν που διαμόρφωσε το ΠΑΣΟΚ των Α. Παπανδρέου, Κ. Μητσοτάκη, Κ. Σημίτη, Κ. Καραμανλή του βραχέος:

Μια κοινωνία που τις λειτουργικές της ανάγκες και τους στόχους της θα υπηρετεί κρατικός μηχανισμός με θεσμικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας από την εκάστοτε κομματική κυβέρνηση, συγκροτημένος με αυστηρά αξιοκρατική ιεράρχηση των λειτουργών του, συνεχή έλεγχο της ποιότητας και των ικανοτήτων τους. Να πάψει η δημοσιοϋπαλληλία να είναι το «φιλάνθρωπο» βόλεμα ανθρώπων παραιτημένων από το πείσμα και το όραμα της δημιουργίας, καταφύγιο του κοινωνικού παρασιτισμού, θεσμοποιημένη αμνήστευση των χαραμοφάηδων, των συμπλεγματικών τυραννίσκων, των χρηματιζόμενων εκβιαστών. Να εξαρτηθεί η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων από τη συνεχή και αδιάβλητη αξιολόγησή τους.

Να πείσει η Ν.Δ. ότι έχει τον ρεαλισμό μεθόδου και στρατηγικής να ελευθερώσει την ελληνική κοινωνία από τον ζυγό της δουλείας στον γκανγκστερικό συνδικαλισμό, να αποτινάξει την τυραννία των συντεχνιακών συμφερόντων, των «απεργιών κοινωνικού κόστους». Να εξαλείψει τον εφιάλτη της αυθαιρεσίας των χρυσοκάνθαρων «εργατοπατέρων», της φασιστικής βίας των καπήλων της Αριστεράς.

Να παρουσιάσει η Ν.Δ. δική της πρόταση για την παιδεία απαλλαγμένη από τη συμπλεγματική υποταγή στον εθνομηδενισμό της «προοδευτικής» ξιπασιάς. Να ξαναστήσει εξ υπαρχής προγράμματα διδακτέας ύλης με προτεραιότητα όχι στο μπούκωμα με «εκσυγχρονισμένη πληροφορία», αλλά στη γλώσσα ως λογική και στα μαθηματικά ως γλώσσα. Να προσφέρει στο παιδί μιαν «επανανακάλυψη» της ελληνικότητας με μίτο τα χνάρια που άφησε στη γλώσσα, στην Τέχνη, στον στοχασμό η Γενιά του ’30.

Να καταστήσει έμπρακτα πρωτεύον πολιτικό πρόβλημα το δημογραφικό. Κατεπείγοντα τον σχεδιασμό κινήτρων για την εξισορρόπηση κατανομής του πληθυσμού στη χώρα – είναι νομοτελειακά καταδικασμένο σε διάλυση ένα κράτος που ο μισός πληθυσμός του βρίσκεται στην πρωτεύουσα. Ρεαλιστική πρόκληση για μια πολιτική ιδιοφυΐα είναι να κάνει την ύπαιθρο ζηλευτή στη νεολαία, δυνατότητα και ευκαιρία για υψηλή ποιότητα ζωής, για ικανοποίηση δημιουργίας.

Η Ν.Δ. δεν θα αποκτήσει ποτέ δική της πολιτική ραχοκοκαλιά και ρεαλιστική ταυτότητα, αν δεν ξεκαθαρίσει η ίδια στον εαυτό της, τι πιστεύει για τον «εμφύλιο»: Ηταν ενοχή και ανεξίτηλη πολιτική μειονεξία ή καύχηση και τίτλος τιμής η αντίσταση στο ζαχαριαδικό πραξικόπημα, στον ένοπλο εξαναγκασμό να προσαρτηθεί και η Ελλάδα στον ολοκληρωτικό σταλινικό «παράδεισο»; Δεν θα ορθοποδήσει ποτέ η Ν.Δ. αν συνεχίσει να μειονεκτεί απροβλημάτιστη απέναντι στον «προοδευτικό» φασισμό καπηλείας των οραμάτων της Αριστεράς.

Και οι τέσσερις αυθυποψήφιοι ηγέτες εγγυώνται την πολιτική και κοινωνική εκπόμπευση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ολοφάνερα.

Κυριακή 31 Μαΐου 2009

Η κρίση βλάπτει τον... «σοσιαλισμό»!

  • Οι συντηρητικοί κερδίζουν έδαφος επενδύοντας στην ξενοφοβία και την ανασφάλεια, ενώ η Κεντροαριστερά αντιμετωπίζει κρίση ταυτότητας
  • Του Πετρου Παπακωνσταντινου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 31/5/2009
  • Οχι, το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) δεν υιοθέτησε ακόμη το σύνθημα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Δεν απέχει, όμως, και πάρα πολύ. Προεκλογική αφίσα του προειδοποιεί ότι η ψήφος στους Χριστιανοδημοκράτες (CDU) της Αγκελα Μέρκελ θα σημάνει βάναυσο ακρωτηριασμό των μισθών. Μια άλλη απεικονίζει καρχαρία με γραβάτα και σαρκαστικό χαμόγελο, παρομοιάζοντας τους Ελεύθερους Δημοκράτες με σαρκοβόρους χρηματιστές. Οσο για τον υποψήφιο καγκελάριο του SPD, Φρανκ - Βάλτερ Στάινμαγερ, ήταν φωτιά και λαύρα, την περασμένη Κυριακή, όταν διακωμωδούσε την απάντηση της Δεξιάς στη διεθνή οικονομική κρίση: «Ακόμη και μια σειρά αποκεφαλισμένων κοτόπουλων μοιάζει με οργανωμένη ομάδα μπροστά τους»!
  • Καλή και άγια η αναβάπτιση στην κολυμβήθρα των προλεταριακών καταβολών και του αντικαπιταλιστικού μέλλοντος, μόνο που… το SPD συγκυβερνά με την επάρατη Δεξιά, την οποία καταγγέλλει, από το 2005! Και ο Στάινμαγερ, ο οποίος θα αντιμετωπίσει τη Μέρκελ στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, είναι σήμερα το δεξί της χέρι, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών. Και υπουργός Οικονομικών αυτής της κυβέρνησης, αρχιτέκτονας της λιτότητας, δεν είναι άλλος από τον επίσης σοσιαλδημοκράτη Πέερ Στάινμπρουκ!
  • Η δοκιμασμένη συνταγή της σοσιαλδημοκρατίας λέει ότι οι εκλογές κερδίζονται από τα αριστερά και η εξουσία ασκείται από τα δεξιά. Αυτή τη φορά, όμως, η συνταγή δεν φαίνεται να δουλεύει εν όψει των ευρωεκλογών της ερχόμενης εβδομάδας. Οι δημοσκοπήσεις εμφανίζουν το SPD να υπολείπεται κατά δέκα μονάδες του CDU.
  • Σε πανευρωπαϊκή κλίμακα εμφανίζεται το εξής παράδοξο: Η πρωτοφανής στα μεταπολεμικά χρονικά κρίση του καπιταλισμού φαίνεται να βλάπτει σοβαρά τους… σοσιαλιστές! Παρά την ύπαρξη κεντροδεξιών κυβερνήσεων στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, αυτός που κυρίως αιμορραγεί πολιτικά, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, είναι η Κεντροαριστερά. Βεβαίως, η κατακραυγή εναντίον του συνόλου του πολιτικού κατεστημένου, με τη μορφή της ψήφου στα μικρότερα κόμματα ή της αποχής - ρεκόρ, θα πλήξει αμφότερες τις πολιτικές οικογένειες. Ολα δείχνουν όμως ότι οι Σαρκοζί, Μπερλουσκόνι, Μέρκελ θα τα πάνε πολύ καλύτερα από τους αντιπάλους τους.

Τριπλή μετάλλαξη

  • Την περίοδο 1997 - 2000, οι οικονομικοί δείκτες ευημερούσαν, τα χρηματιστήρια ξεφάντωναν, αλλά η Κεντροαριστερά άλωνε, από χώρα σε χώρα, τα κυριότερα οχυρά των συντηρητικών. Τώρα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Λες και η σοσιαλδημοκρατία έχει συνδέσει τις τύχες της με τον καπιταλισμό σαν παρασιτικός οργανισμός, που ευημερεί και δυστυχεί, ζει και πεθαίνει μαζί με τον ξενιστή του.
  • Αυτή η αφύσικη εξέλιξη είναι αποτέλεσμα μιας τριπλής μετάλλαξης. Πρώτα απ’ όλα πολιτικής, καθώς οι κεντροαριστερές κυβερνήσεις διέψευσαν πολύ γρήγορα τις προσδοκίες για τερματισμό του θατσερικού χειμώνα: Ακόμη και οι σοσιαλιστές του Λιονέλ Ζοσπέν στη Γαλλία, πιο αριστεροί, στο επίπεδο της ρητορείας, από τους Νέους Εργατικούς του Μπλερ ή τους Σοσιαλδημοκράτες του Σρέντερ, υποσχέθηκαν προεκλογικά το 35ωρο, στην πράξη, όμως, έκαναν περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις από όσες πραγματοποίησαν αθροιστικά όλες οι δεξιές κυβερνήσεις μετά το 1986.
  • Μετάλλαξης, ύστερα, ιδεολογικής, κάτω από τη σημαία του «Τρίτου Δρόμου - Νέου Κέντρου». Στο ιστορικό συνέδριο του Επινέ, το 1971, όταν ο Φρανσουά Μιτεράν χάραζε τη στρατηγική του Κοινού Προγράμματος με τους κομμουνιστές διακηρύσσοντας: «Η επανάσταση είναι πάνω απ’ όλα ρήξη. Οποιος δεν αποδέχεται αυτή τη ρήξη με την κατεστημένη τάξη, με την καπιταλιστική κοινωνία, δεν μπορεί να είναι μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος». Από τότε έχει κυλήσει τόσο νερό κάτω από τις γέφυρες του Σηκουάνα, που δύο πρωτοκλασάτα στελέχη των Γάλλων Σοσιαλιστών, οι Ντομινίκ Στρος - Καν και Πασκάλ Λαμί να ηγούνται σήμερα των Δίδυμων Πύργων της παγκοσμιοποίησης, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου αντίστοιχα.
  • Μετάλλαξης, τέλος, κοινωνικής. Οπως αναγνώριζε προ μηνών στη γαλλική Le Monde ο Βρετανός βουλευτής των Εργατικών, Ντένις Μακ Σέιν, «τα κόμματα της Αριστεράς έγιναν κόμματα της ελίτ. Από τον κόσμο της μισθωτής εργασίας δεν έχουν επαφή παρά με τους αποφοίτους πανεπιστημίων, τους δημοσίους υπαλλήλους και τους επαγγελματίες συνδικαλιστές». Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Αυστρίας, όπου η συγκυβέρνηση από τον Μεγάλο Συνασπισμό Χριστιανοδημοκρατών - Σοσιαλδημοκρατών, κατά το πρότυπο της Γερμανίας, συνέβαλε στο να αναδειχθεί το ακροδεξιό Κόμμα της Ελευθερίας στην πιο… εργατική πολιτική δύναμη της χώρας, ως προς την εκλογική του απήχηση!

Η στρατηγική της Δεξιάς

  • Σε αντίθεση με τη σοσιαλδημοκρατία, η Κεντροδεξιά κατάφερε να διεισδύσει στα λαϊκά στρώματα, εκμεταλλευόμενη τους φόβους που γεννά η οικονομική κρίση, χάρη στα παραδοσιακά χαρτιά της ξενοφοβίας, της τάξης και της ασφάλειας. Την εβδομάδα που πέρασε, ο υπουργός Εργασίας της Γαλλίας Μπρις Ορτεφέ, δήλωσε στη Le Monde: «Τα θεμελιώδη προβλήματα της πολιτικής αντιπαράθεσης είναι τα πεδία της εθνικής κυριαρχίας: ζητήματα δικαιοσύνης, ασφάλειας, μετανάστευσης. Είναι πάνω σ’ αυτά που παίρνουν θέση οι ψηφοφόροι. Τα υπόλοιπα, η οικονομία, έχουν φύγει πλέον στο πεδίο της παγκοσμιοποίησης».
  • Ο Ορτεφέ περιέγραψε με εξαιρετική ενάργεια τη στρατηγική της Δεξιάς: Το βασικό είναι να εξοστρακισθεί το πρόβλημα των προβλημάτων, η οικονομία και οι κοινωνικές ανισότητες, εκτός πολιτικής αντιπαράθεσης. Από κει και πέρα, η αντιπαράθεση περιορίζεται στα ζητήματα της ασφάλειας, της μετανάστευσης, των «αξιών», όπου οι συντηρητικές δυνάμεις «του νόμου και της τάξης» αισθάνονται, δικαιολογημένα, ότι παίζουν στο δικό τους γήπεδο.
  • Από τη στιγμή που η σοσιαλδημοκρατία δέχεται ότι η οικονομική πολιτική είναι μονόδρομος σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, μοιραία αιχμαλωτίζεται στην παγίδα που έχει στήσει ο αντίπαλός της: Αυτό έπαθε η Σεγκολέν Ρουαγιάλ, αντιμετωπίζοντας τον Σαρκοζί στο έδαφος του εθνικισμού και της ισλαμοφοβίας, τραγουδώντας τη Μασσαλιώτιδα και προτείνοντας ειδικά στρατόπεδα για τους παραβατικούς νέους. Αλλά όποιος δέχεται εξ αρχής να καταθέσει τα δικά του όπλα και να δώσει όλες τις μάχες με τα όπλα του αντιπάλου του, είναι άξιος της μοίρας του…

Περί βαρβάρων...

  • Η επιλογή του προέδρου του ΠΑΣΟΚ και της Σοσιαλιστικής Διεθνούς να επαναφέρει το σύνθημα της Ρόζας Λούξεμπουργκ «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» ήταν παράτολμη, για τρεις, τουλάχιστον, λόγους. Πρώτον, διότι όπως άριστα γνωρίζουν οι γερμανομαθείς συνεργάτες του κ. Παπανδρέου, η Λούξεμπουργκ δολονήθηκε επί κυβέρνησης του σοσιαλδημοκράτη Εμπερτ, ο οποίος έπνιξε στο αίμα την επανάσταση του 1918. Δεύτερον, διότι ο σύγχρονος «σοσιαλισμός» δεν είναι πάντα εντελώς ασύμβατος με τη βαρβαρότητα – αίφνης, αρχιτέκτονας της πρόσφατης σφαγής στη Γάζα υπήρξε ο υπουργός Αμυνας του Ισραήλ και αντιπρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, Εχούντ Μπάρακ. Και τρίτον διότι, όπως και να το κάνουμε, είναι άλλο πράγμα να ρίχνει κανείς αυτό το σύνθημα όταν η Ευρώπη βιώνει τη βαρβαρότητα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, των χαρακωμάτων και των χημικών αερίων και άλλο να υπονοεί ότι κρίνονται ζητήματα ζωής ή θανάτου από την επιλογή μεταξύ κεντροδεξιάς, κεντροαριστεράς και... παραλίας στις ευρωεκλογές. Αν ζούσε ο Μαρξ, θα μπορούσε να προσφύγει στον γνωστό του αφορισμό ότι τα ιστορικά γεγονότα επαναλαμβάνονται, την πρώτη φορά ως τραγωδία και τη δεύτερη ως φάρσα.
  • Παρεμπιπτόντως, ένα χρόνο νωρίτερα από τον Γιώργο Παπανδρέου είχε την έμπνευση να επικαλεσθεί το ίδιο ιστορικό σύνθημα ο Οσκαρ Λαφοντέν, πρώην ηγέτης του SPD, από το οποίο αποσπάσθηκε για να ιδρύσει το νέο κόμμα Linke (Αριστερά). Ο Λαφοντέν δέχθηκε σκληρή επίθεση γι’ αυτό του το τόλμημα από τον συντηρητικό Τύπο, αλλά η επιλογή του είχε, τουλάχιστον, συνέπεια: Το Linke σχηματίστηκε με συμμετοχή σοσιαλιστών και κομμουνιστών, θεωρεί το «Μανιφέστο» των Μαρξ - Ενγκελς ιδρυτικό του κείμενο και πρεσβεύει έναν αυτοδιαχειριζόμενο σοσιαλισμό – άλλο ζήτημα αν, τελευταία, έχει βάλει κι αυτό πολύ νερό στο κρασί του.

Διεργασίες στην Αριστερά

  • Μπορεί η σοβαρότερη οικονομική κρίση των τελευταίων 80 χρόνων να μη συσσωρεύει αυτόματα κέρδη για την Αριστερά, διαβρώνει ωστόσο τη συναίνεση των δύο μεγάλων παρατάξεων στο «κέντρο» και ενισχύει τις πολωτικές τάσεις, προκαλώντας αυξημένη ζήτηση για νέες, αντισυστημικές δυνάμεις και στα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος.
  • Στην Ανατολική Ευρώπη, η τάση αυτή ευνοεί κυρίως ξενόφοβες, ακροδεξιές δυνάμεις. Το Εθνικό Κόμμα Τσεχίας δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει την ανατριχιαστική, ναζιστικής έμπνευσης ορολογία περί «Τελικής Λύσης» του «προβλήματος» των τσιγγάνων, ενώ το Κόμμα της Μεγάλης Ρουμανίας ρίχνει το σύνθημα: «Χριστιανοί και πατριώτες, να διώξουμε τους κλέφτες». Από την πλευρά του, το Βρετανικό Εθνικό Κόμμα ζήτησε «βρετανικές δουλειές για Βρετανούς εργάτες».
  • Η πέραν της σοσιαλδημοκρατίας Αριστερά ευελπιστεί να εισπράξει σημαντικό μέρος της λαϊκής δυσαρέσκειας. Από τα παραδοσιακά Κ.Κ., σημαντική επιρροή διατηρούν, πέραν του ΚΚΕ, τα Κ.Κ. Πορτογαλίας (9,2% στις ευρωεκλογές του 2005) και Τσεχίας (γύρω στο 12%). Το ιστορικό Κ.Κ. Γαλλίας, το οποίο είχε συρρικνωθεί, πρόσφατα, σε απελπιστικά χαμηλά όρια, κατεβαίνει αυτή τη φορά σε συμμαχία με τους αριστερούς σοσιαλιστές του Ζαν - Λικ Μελανσόν, οι οποίοι αποσπάστηκαν από το επίσημο Σοσιαλιστικό Κόμμα της Μαρτίν Ομπρί. Οι δημοσκοπήσεις δίνουν στο «Μέτωπο της Αριστεράς», όπως ονομάζεται ο νέος πολιτικός συνασπισμός, γύρω στο 6,5%, με τάσεις ανόδου. Αντιθέτως, τα νέα δεν εμπνέουν αισιοδοξία για την περίπτωση της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης, στην Ιταλία, που πληρώνει το τίμημα της σύμπραξης με την Κεντροαριστερά του Πρόντι και των αλλεπάλληλων διασπάσεων.
  • Ενα άλλο σχήμα με πολλές ελπίδες στον χώρο της ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι το Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα (ΝΡΑ) της Γαλλίας υπό τον 35χρονο ταχυδρομικό υπάλληλο Ολιβιέ Μπεζανσενό. Προϊόν μετεξέλιξης της τροτσκιστικής LCR, με ρίζες στον Μάη του ’68, το ΝΡΑ, που διατηρεί σχέσεις στην Ελλάδα τόσο με τον ΣΥΡΙΖΑ όσο και με τον νεοπαγή συνασπισμό ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α, φέρεται να συγκεντρώνει άνω του 7% και φιλοδοξεί να αναδειχθεί σε βασικό πόλο της Αριστεράς.
  • Οσο για την «Αριστερά» του Οσκαρ Λαφοντέν, προϊόν συγχώνευσης πρώην κομμουνιστών της Ανατολικής Γερμανίας με την αποσπασθείσα, αριστερή πτέρυγα του SPD, στη Δυτική, οι δημοσκοπήσεις το φέρνουν γύρω στο 12%, αν και την τελευταία χρονιά η δυναμική του παρουσιάζει σημάδια κόπωσης.

Ιnfo

- Monique Canto – Sperber, «Le Liberalisme et la Gauche», Hachette, 2008.

- Sophie Landrin et Arnaud Leparmentier, «Immigration et securite, themes gagnant pour l’UMP», Le Monde, 23 mai 2009.

- Serge Halimi, «Simulacre europeen», Le Monde Diplomatique, juin 2009.

Δευτέρα 26 Μαΐου 2008

ΑΝΤΟΝΙ ΓΚΙΝΤΕΝΣ Η παντοκρατορία της Δεξιάς και οι ευθύνες των σοσιαλιστών

Του ΤΑΚΗ ΜΙΧΑ (www.tmichas.wordpress.com), Ελευθεροτυπία, 26/5/2008

Η κρίση στην ευρωπαϊκή Αριστερά συνεχώς εντείνεται. Μόνο τρία κράτη στην Ευρώπη έχουν σήμερα κεντροαριστερές κυβερνήσεις και αυτά τα τρία απειλούνται από την ανερχόμενη Δεξιά.

Η Κεντροαριστερά δεν κατάφερε να κινητοποιήσει τις μάζες όταν ασκούσε την εξουσία τη δεκαετία του '90, με αποτέλεσμα να μην καταφέρει να περάσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, κάτι που ωφελεί σήμερα τη Δεξιά. Αυτά υποστηρίζει ο γνωστός Αγγλος κοινωνιολόγος Αντονι Γκίντενς, σε συνέντευξή του στη δανέζικη ημερήσια «Ινφορμάσιον». Ο Γκίντενς θεωρείται ο κυριότερος συντελεστής της ιδεολογίας του «Τρίτου Δρόμου», που ενέπνευσε την πολιτική του Τόνι Μπλερ και την ανανέωση του Εργατικού Κόμματος στη Βρετανία.

Η Δεξιά έχει απλώσει το πέπλο της σε όλη την Ευρώπη. Ο Μπερλουσκόνι επανήλθε στην εξουσία στην Ιταλία. Στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ολλανδία οι Σοσιαλδημοκράτες έχασαν την εξουσία τα τελευταία έτη. Στην Ελλάδα, το ΠΑΣΟΚ, όχι απλώς έχασε τις δύο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, δεν διαφαίνεται ότι θα επανακτήσει την εξουσία στο ορατό μέλλον. Τον Απρίλιο οι Ιταλοί εξέλεξαν ως δήμαρχο της πόλης τον νεοφασίστα Τζιάνι Αλεμάνο και οι Λονδρέζοι τον συντηρητικό Μπόρις Τζόνσον. Σήμερα μόνον οι 7 από τους 38 αρχηγούς κρατών στην Ευρώπη ανήκουν στην Κεντροαριστερά.

«Υπάρχει άραγε κάτι το απροσδιόριστο και θεμελιακά λάθος με την ευρωπαϊκή Αριστερά;», διερωτάται ο Γκίντενς. «Υπάρχει κάτι το σημαντικό που παραβλέπεται στα προγράμματα των κομμάτων αυτών»:

Πόσο διαφορετική ήταν η εικόνα πριν από δέκα έτη! Τότε ο Τόνι Μπλερ, με το γνωστό του χαμόγελο, συναντιόταν με τον Λιονέλ Ζοσπέν της Γαλλίας, τον Γκέρχαρντ Σρέντερ της Γερμανίας και τον Κώστα Σημίτη, για να χαρτογραφήσουν το σοσιαλιστικό μέλλον της Ευρώπης. Κάτι ανάλογο συνέβαινε και στις σκανδιναβικές χώρες, όπου κυριαρχούσαν οι σοσιαλδημοκράτες Πολ Νιρόπ (Δανία), Γκρο Μπρούτλαντ (Νορβηγία) και Ινγκβαρ Κάρλσον (Σουηδία).

Σύμφωνα με τον Γκίντενς, η παντοκρατορία της Δεξιάς σήμερα οφείλεται στην αδυναμία των Σοσιαλιστών να εφαρμόσουν ορισμένες βασικές μεταρρυθμίσεις όταν ήταν στην εξουσία... [συνέχεια ΕΔΩ]

Κυριακή 25 Μαΐου 2008

ΤΟ ΚΑΖΟ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ

  • Ενδιαφέρουσες οι απόψεις του Γιώργου Γιαννουλόπουλου κι ας μας στεναχωρούν λίγο. Ωστόσο, πρέπει να βλέπουμε κατάματα την πραγματικότητα και όχι να κρύβουμε το κεφάλι μας σαν τη στρουθοκάμηλο, διότι τότε οι τύποι σαν τον Μπερλουσκόνι και τον εγχώριο ομόλογό του, δηλαδή τον Καραμανλή, θα επιβιώνουν και θα θριαμβεύουν σε βάρος των λαϊκών κατακτήσεων. Δεν είναι δυνατό μετά από τόσα χρόνια αγώνων και στην Ιταλία και στην Ελλάδα, να βρισκόμαστε ξανά στην αρχή! Κάναμε έναν τεράστιο κύκλο για να βρεθούμε πάλι εκεί από όπου αρχίσαμε.
Μια μικρή ιστορία εν είδει παραβολής: φανατικός χορτοφάγος και τακτικός θαμώνας εστιατορίου για ανθρώπους με τις ίδιες διατροφικές επιλογές, ανακαλύπτει ότι στο μενού εμφανίστηκαν κάποια πιάτα που το έχουν το κρεατάκι τους. Οργισμένος αποχωρεί, πηγαίνει στη διπλανή ταβέρνα και χτυπάει ένα κιλό παϊδάκια.
Θα έλεγα ότι η αντίδρασή του ήταν επιεικώς παράλογη. Και όμως, εδώ και κάμποσα χρόνια, έχει γίνει το ερμηνευτικό μοντέλο για τη μετακίνηση ψηφοφόρων από τα αριστερά προς τα δεξιά, όπως συνέβη στην Ιταλία. Εδώ και κάμποσα χρόνια όμως εκκρεμεί και η απάντηση στο εξής προφανές ερώτημα: γιατί δεν πήγαινε σε κάποιο άλλο εστιατόριο, όπου οι αυστηροί κανόνες της χορτοφαγίας τηρούνται ακόμα; Οσον αφορά δε το συγκεκριμένο γεγονός, γιατί οι Ιταλοί εγκατέλειψαν την Κεντροαριστερά του Βελτρόνι για να πάνε στη Δεξιά του Μπερλουσκόνι και όχι στην πιο Αριστερά του Μπερτινότι; Και ας υποθέσουμε ότι κι αυτός τη λέρωσε τη φωλιά του με τα μπες-βγες στις «αστικές» κυβερνήσεις. Τότε γιατί εδώ στην Ελλάδα το τιμημένο ΚΚΕ παραμένει κολλημένο στο 7%, αν και δεν έβαλε ούτε σταγόνα νερό στο κατακόκκινο κρασί του;
Αυτό το ερώτημα έθεσε ο Γ. Πρετεντέρης τις προάλλες, για να εισπράξει την απάντηση ότι «ο προπαγανδιστικός βομβαρδισμός... η χειραγώγηση, η τρομοκρατία και ο εκφοβισμός, οι λογής λογής εκβιασμοί επιδρούν στη συνείδηση και στην ψήφο». Ετσι, για άλλη μια φορά και με την οξυδέρκεια εκείνων που νομίζουν ότι φεύγει το λιμάνι και όχι το πλοίο, ο «Ριζοσπάστης» μας πληροφορεί ότι ζούμε ακόμα στη δεκαετία του '50. Συμπεραίνω ότι κάτω από συνθήκες απόλυτης ελευθερίας, σαν αυτές που ίσχυαν στις «σοσιαλιστικές» χώρες, το ΚΚΕ θα έπιανε τα φυσιολογικά του ποσοστά, γύρω στο 99%.
Για να σοβαρευτούμε όμως, υπάρχει και άλλη εξήγηση: η διολίσθηση της σοσιαλδημοκρατικής παράταξης προς τα δεξιά έχει υπονομεύσει τα παλιά σχήματα και συνεπώς στις μέρες μας η διάκριση Αριστεράς - Δεξιάς έπαψε να ισχύει, με αποτέλεσμα οι ψηφοφόροι να μετακινούνται με υπερβολική ευκολία ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα -όχι μόνο στην Ιταλία, αλλά παντού- εφόσον το ποιο θα επιλέξουν στερείται σημασίας.
Θα χαρακτήριζα την εξήγηση αυτή ακριβή αλλά όχι πλήρη. Ακριβή, διότι έτσι έχουν τα πράγματα. Π.χ. είναι γελοίο το ΠΑΣΟΚ να παίρνει «αριστερές στροφές» που θα ξεχάσει τη νύχτα των εκλογών, αν ποτέ τις κερδίσει. Και όχι πλήρη, επειδή βγάζει τεχνηέντως από τη συζήτηση ένα πελώριο γεγονός: το αδιέξοδο και την αποτυχία του σοσιαλισμού. Φυσικά, ουδείς το αρνείται. Ούτε και ο Α. Τσίπρας ως εκπρόσωπος της γενιάς που το 1989 ήταν στους παιδικούς σταθμούς. Ομως στις εμβριθείς αναλύσεις για το σημερινό πολιτικό τοπίο δεν μνημονεύεται καν ως παράγοντας που το διαμορφώνει. Δηλαδή, συνέβη μεν αλλά δεν είχε επιπτώσεις, άρα μιλάμε ωσάν να μη συνέβη. Φτάνουμε έτσι στο ακόμα γελοιότερο, να λοιδορούμε τους σοσιαλδημοκράτες επειδή η ιδεολογία τους φθίνει μέχρι σημείου εξαφανίσεως, και παράλειψη αδόξως και παταγωδώς, αφού πρώτα δημιούργησε καθεστώτα ζόφου που μόνο ο Κάφκα θα μπορούσε να φανταστεί.
Η Αριστερά, στην Ελλάδα τουλάχιστον, έχει ακόμα τη δυνατότητα να αλιεύει δυσαρεστημένους από τα εστιατόρια της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά όχι τα κότσια να ανοίξει το δικό της, όπου θα σερβίρεται ο σοσιαλισμός με μια νέα συνταγή για να μην πάθουμε ξανά τα ίδια.

[Εν-στάσεις, Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΛΟΠΟΥΛΟΥ, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 25/5/2008]

Κυριακή 11 Μαΐου 2008

ΓΙΑΤΙ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ Η ΔΕΞΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ;

Γιατί συντηρητικοί και φιλελεύθεροι κερδίζουν παντού στην Ευρώπη

Γιατί η Δεξιά καλπάζει στην Ευρώπη; Ποιοι είναι οι λόγοι που η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται σε βαθιά κρίση; Στις τελευταίες δέκα εκλογικές αναμετρήσεις, μόνο ο Ισπανός Χοσέ Λουίς Ροντρίγκες Θαπατέρο κράτησε ψηλά τη σημαία των ...

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΔΕΞΙΑΣ
Στον ευρωπαϊκό χώρο, μια σειρά από εξελίξεις εξηγούν σε μεγάλο βαθμό την κυριαρχία της Κεντροδεξιάς σήμερα. * Η σύγκλιση Στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης παρατηρούμε μια σύγκλιση μεταξύ Κεντροαριστεράς και Κεντροδεξιάς. Αυτή ...

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΔΕΞΙΑΣ

Η πρόσφατη συντριπτική επικράτηση των Συντηρητικών στη Βρετανία και η βαρύτατη ήττα των Εργατικών στις τοπικές εκλογές ξαναφέρνουν στην επιφάνεια τη συζήτηση για την κρίση της Κεντροαριστεράς, οδηγώντας και στον ισχυρισμό ότι το τελευταίο ...

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΔΕΞΙΑΣ

Με την εκλογή του Τόνι Μπλερ και των «Νέων Εργατικών» στη Βρετανία, πριν από περίπου 10 χρόνια, οκτώ από τους 15 πρωθυπουργούς των χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης ανήκαν στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Το 2000 η κατάσταση ήταν ακόμη καλύτερη ...

ΑΦΙΕΡΩΜΑ:

Γιατί συντηρητικοί και φιλελεύθεροι κερδίζουν παντού στην Ευρώπη.

ΤΟ ΒΗΜΑ, 11/5/2008