Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

Το δις εξαμαρτείν...

Του ΕΥΤΥΧΗ ΜΠΙΤΣΑΚΗ*Η ΑΥΓΗ: 26/06/2012

 Έγιναν και οι εκλογές! Αυτή τη στιγμή (Τετάρτη πρωί) φαίνεται ότι θα έχουμε τρικέφαλη μνημονιακή - υποτελειακή κυβέρνηση. Η α­στική τάξη μας (κομπραδόρικη, υποτελειακή, εχθρά του λαού) ενώνεται στις κρίσιμες στιγμές (1944, εμφύλιος, χού­ντα, 1974).

Ο Μαρξ πρότεινε στους οπαδούς του να στηρίξουν τους Εργατικούς εναντίον των Τόρηδων (και ταυτόχρονα να ετοιμάζουν το σχοινί για να τους κρεμάσουν) και ο Λένιν πρότεινε συνεργασία με τους ρεφορμιστές. Ήταν, λοιπόν, αμφότεροι οπορτουνιστές; Απλώς είχαν μυαλό, ήταν επαναστάτες και ήξεραν να υποτάσσουν την τακτική στη στρατηγική
Σήμερα: στρατηγική επιλο­γή η Δεξιά, με κομπάρσους το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜ.ΑΡ.
Και η Αριστερά; Από τότε που υπάρ­χει δίνει μάχες. Και η δική μας; Έχει ένα ταλέντο: να κερδίζει μάχες και να χάνει τον πόλεμο. Γιατί; Επειδή, για λόγους που δεν μπορώ να αναλύσω εδώ, δεν μπόρεσε, στις κρίσιμες ιστορικές στιγ­μές, να συνδυάσει την ευλύγιστη τακτι­κή με την ανένδοτη προσήλωση στον στρατηγικό στόχο (βλ. σχετικά τα βιβλία μου «Ρήξη ή ενσωμάτωση» και «Γονίδια του μέλλοντος»).
Λοιπόν σήμερα: Έχουμε οικονομική, πολιτική κρίση, κρίση εξουσίας, κρίση πολιτισμική, αλλά δεν έχουμε επανα­στατική κατάσταση. Αντίθετα: Έχουμε συσπείρωση της αντεθνικής Δεξιάς, ά­νοδο του αντιδραστικού εθνικισμού και των δολοφονικών συμμοριών του νεο­ναζισμού. Η αστική μας τάξη τα έχει κα­ταφέρει (επί του παρόντος).
Και η πολυδιασπασμένη Αριστερά; Όταν καίγεται το σπίτι σου, δεν σκέ­φτεσαι γιατί καίγεται. Προσπαθείς να το σβήσεις. Λοιπόν; Λοιπόν η Αριστε­ρά μας θα έπρεπε να είχε προσδιορίσει, συγκεκριμένα, επιστημονικά, τους ά­μεσους, τους μεσοπρόθεσμους και τον στρατηγικό της στόχο: τον σοσιαλισμό. Πώς έδωσε όμως τη σημερινή μάχη, σε μια στιγμή που θα μπορούσε να σχημα­τίσει κυβέρνηση; Ας πάρουμε τα πράγ­ματα με τη σειρά.

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Πόσο δημοκρατική είναι η Αριστερά


  • Ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν Τζεφ Ιλι εξηγεί πώς μεταξύ 1850 και 2000 σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αναρχικοί και άλλοι ριζοσπάστες απέτυχαν μεν να αντικαταστήσουν τον καπιταλισμό με τον σοσιαλισμό, αλλά καθ΄ οδόν προς τον σοσιαλισμό εμπλούτισαν τη δημοκρατία
  • ΤΟΥ ΔΗΜ. Α. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ | Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011
H άποψη του Τζεφ Ιλι ότι τον τελευταίο ενάμιση αιώνα η Αριστερά στις διάφορες εκδοχές της συνέβαλε στη διεύρυνση και στον εμπλουτισμό της δημοκρατίας δεν είναι πρωτότυπη. Και άλλοι αναλυτές, όπως ο κοινωνιολόγος Μάικλ Μαν, έχουν υποστηρίξει ότι οι κυριότερες κατακτήσεις του εργατικού κινήματος και των αριστερών κομμάτων που αντιμάχονταν τον καπιταλισμό δεν άλλαξαν τόσο αυτόν όσο τη δημοκρατία. Ωστόσο ο Ιλι εξηγεί καλύτερα από κάθε άλλον πώς, μεταξύ των ετών 1850 και 2000, σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αναρχικοί και άλλοι ριζοσπάστες απέτυχαν μεν να αντικαταστήσουν τον καπιταλισμό με τον σοσιαλισμό, αλλά καθ΄ οδόν προς τον σοσιαλισμό εμπλούτισαν τη δημοκρατία.

Ο συγγραφέας ξεκινά από την τυπική έννοια της δημοκρατίας ως πολιτεύματος όπου διεξάγονται εκλογές με καθολική, ισότιμη και μυστική ψηφοφορία από άνδρες και γυναίκες και ασκούνται ακώλυτα οι πολιτικές ελευθερίες. Το επιχείρημά του είναι ότι ούτε καν αυτή η διαδικαστική αντίληψη της δημοκρατίας δεν θα είχε πραγματοποιηθεί χωρίς τους αγώνες των αριστερών, καθώς και των φεμινιστικών, συνεταιριστικών, συνδικαλιστικών, ειρηνιστικών και οικολογικών κινημάτων. Χάρη κυρίως στις δικές τους κινητοποιήσεις, κοινωνικές ομάδες που αρχικά ήταν αποκλεισμένες ενσωματώθηκαν στο πολιτικό σύστημα, ενώ στα αστικά και στα πολιτικά δικαιώματα προστέθηκαν και τα κοινωνικά.
  • Με ευρυγώνια ματιά

Η πρωτοτυπία του Ιλι έγκειται αλλού. Πρώτον, στο πώς εξηγεί τον εκδημοκρατισμό. Εκεί που ορισμένοι πολιτικοί επιστήμονες θα γενίκευαν τα συμπεράσματά τους με βάση στατιστικές συσχετίσεις ανάμεσα σε επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης και βαθμούς εκδημοκρατισμού, ο Ιλι μιλάει για συνελεύσεις εργατών, στρατηγικές κομμάτων και συνδικάτων και εξεγέρσεις. Οπου τυχόν παραδοσιακοί αναλυτές θα εστίαζαν στις αντιλήψεις και συμπεριφορές των δημοκρατικών ελίτ κατά την παράδοση ή στην εγκατάλειψη της εξουσίας από τους επικεφαλής αυταρχικών καθεστώτων, ο βρετανός ιστορικός εστιάζει στη συμπεριφορά των μαζών.

Δεύτερον, ο Ιλι έχει ευρυγώνια ματιά. Αντλεί ιστορικά παραδείγματα από πολλές χώρες της Δυτικής, Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης. Τρίτον, ο συγγραφέας πείθει ότι η δημοκρατία στην Ευρώπη δεν εξελίχθηκε νομοτελειακά, αλλά αναπτύχθηκε μέσα από πέντε διαδοχικές υπερβάσεις των εκάστοτε θεσμικών τειχών που κατέρρεαν κάθε φορά, αφήνοντας χώρο για περισσότερη δημοκρατία. Οι πέντε κρίσιμες στιγμές περαιτέρω εκδημοκρατισμού, στον οποίο κατεξοχήν συνέβαλε η Αριστερά κάθε εποχής, ήταν οι εξής: 1776-1815 (αστικές επαναστάσεις), 1859-1871 (κοινοβουλευτικός συνταγματισμός), 1914-1923 (πτώση αυτοκρατοριών, κομμουνιστικές εξεγέρσεις), 1943-1949 (κορπορατισμός, κράτος πρόνοιας) και 1989-1992 (εκδημοκρατισμός της Ανατολικής Ευρώπης).

Η αφήγηση του Ιλι γίνεται επική όταν παραθέτει ιστορίες αγωνιστών, από πολωνούς αντιστασιακούς εγκλωβισμένους στο γκέτο της Βαρσοβίας ως βρετανίδες φεμινίστριες της εποχής μας. Κάποτε ωστόσο ο καταιγισμός πληροφοριών (ονόματα, τόποι και χρονολογίες) αφαιρεί από την αναγνωστική απόλαυση. Τα παραθέματα από βιβλία πρωταγωνιστών κάθε εποχής παρεμβάλλονται αναζωογονητικά, έστω και αν- τόσο στο πρωτότυπο όσο και στην ελληνική έκδοση- η σώρευση των υποσημειώσεων στο τέλος κάθε τόμου οδηγεί στη βασανιστική αναζήτηση των παραπομπών. Πάντως τα ευρετήρια είναι εξαιρετικά χρήσιμα, η δε ελληνική μετάφραση και επιμέλεια αξίζουν επαίνους.
  • Βιαστικές ερμηνείες

Προσπαθώντας να συγκεράσει θεωρητικές συζητήσεις δεκαετιών για το αν η κοινωνική τάξη ή η οπτική του φύλου είναι τα καταλληλότερα εργαλεία για να ερμηνεύσει κανείς το παρελθόν, ο συγγραφέας υφαίνει στην ανάλυσή του μοτίβα φεμινιστικών αγώνων,καθώς και άλλων, μη ταξικών, διεκδικήσεων. Αντίθετα μάλιστα με την ερμηνεία που δίνει ο επιμελητής της ελληνικής έκδοσης στον κατά τ΄ άλλα πολύ ενδιαφέροντα πρόλογό του, ο βρετανός ιστορικός δεν επιμένει στην ταξική ανάλυση, ιδίως στην περίοδο μετά το 1968. Ούτε ελπίζει «να παρουσιαστεί η εργατική τάξη ξανά ως συλλογικό δρων υποκείμενο» ούτε προχωρεί σε σκωπτικά σχόλια για τον Ρομάνο Πρόντι και τον Κώστα Σημίτη, όπως κάνει ο επιμελητής (σελ. 21). Ο Ιλι αποδίδει μεν στους σοσιαλδημοκράτες έλλειψη«φαντασίας ή γενναιοψυχίας» (σελ. 821) αλλά δεν φθάνει να κατηγορήσει τη μεταρρυθμιστική Αριστερά ότι«επιζητεί εύσημα καλής διαγωγής από τους πλούσιους»(σελ. 20 του ελληνικού προλόγου).



  • Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010

Αριστεράς επανεκκίνηση

  • ΖΑΚ ΖΙΛΙΑΡ ΜΙΑ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΓΑΛΛΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
Μια ευρεία συζήτηση για την ταυτότητα, τη στρατηγική και το μέλλον της Αριστεράς τροφοδότησε στο γαλλικό Τύπο το ακόλουθο κείμενο του Ζακ Ζιλιάρ, που δημοσιεύθηκε στη Liberation.
Συγγραφέας πολλών έργων, ο Ζακ Ζιλιάρ είναι ιστορικός, διευθυντής σπουδών στην Έcole des Hautes Etudes en Sciences Sociales. Είναι επίσης γνωστός δημοσιογράφος, διευθυντής σύνταξης του περιοδικού «Nouvel Observateur».
  • 15 ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ
1 Ζούμε μια νέα εποχή του καπιταλισμού. Μετά την εποχή των μάνατζερ, ήρθε η εποχή των μετόχων. Οι κάτοχοι του κεφαλαίου, που είχαν επί μακρόν μείνει σιωπηλοί, καθυπέταξαν τους διαχειριστές, οι οποίοι βασίζονταν στην τεχνική τους κατάρτιση. Οι μάνατζερ μπορούσαν να έχουν την αίσθηση του γενικού συμφέροντος. Συμβιβάζονταν με ορισμένες μορφές ρύθμισης και διαπραγματεύονταν με τα συνδικάτα για την αναδιανομή της υπεραξίας. Οι μέτοχοι, αντίθετα, αδιαφορούν για το ίδιο το αντικείμενο της επένδυσής τους. Απαιτούν άμεσα και πελώρια κέρδη. Γι' αυτό, αυτός ο νέος καπιταλισμός καθιερώνει το θρίαμβο του υπερφιλελευθερισμού. Εχει ουσιαστικά χρηματοπιστωτικό χαρακτήρα και συχνότατα δεν συνδέεται με την πραγματική οικονομία. Είναι επομένως πάνω απ' όλα κερδοσκοπικός. Είναι η πηγή της παγκόσμιας κρίσης που ζούμε.
2 Ο νέος καπιταλισμός επέλεξε να ανασυγκροτήσει την ταξική του εξουσία στην πιο ωμή μορφή της. Εγκαθιδρύθηκε χάρη στην κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων. Χωρίς ανταγωνισμό ούτε αμφισβήτηση, μπόρεσε να επιβάλει τις επιταγές του χωρίς να φοβάται τις κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες. Πολλαπλασίασε τις κερδοσκοπικές απολύσεις, τις μετεγκαταστάσεις επιχειρήσεων, χωρίς να ανησυχεί για τις αποκλειστικά αμυντικές αντιδράσεις της εργατικής τάξης. Κατάργησε κάθε συνεργασία τόσο με το κράτος όσο και με τα συνδικάτα. Στον πιστωτικό τομέα ρίχτηκε σε μια πρωτόγνωρη φυγή προς τα μπρος, πολλαπλασιάζοντας τη ριψοκίνδυνη κερδοσκοπία και επινοώντας παράγωγα χρηματιστικά προϊόντα χωρίς υπαρκτό οικονομικό αντίκρισμα. Αδιαφορώντας για τις συχνά δραματικές κοινωνικές καταστάσεις που προκαλούσε, διέλυσε το λούστρο πολιτισμού το οποίο, μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, κάλυπτε τον αναπτυγμένο καπιταλισμό.
3 Ενα μεγάλο διανοητικό και κοινωνικό πραξικόπημα υπέρ της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας μπόρεσε να πραγματοποιηθεί αμαχητί. Ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός κατόρθωσε να επωφεληθεί από το άνοιγμα των αναδυόμενων αγορών, να βάλει τους εργαζόμενους να ανταγωνίζονται σε διεθνή κλίμακα, για να ασκήσει πίεση στους μισθούς. Επιβλήθηκε ως η μόνη υπερδύναμη σε πλανητική κλίμακα σε βάρος των κρατών.
4 Η απορρύθμιση της παραγωγής, των αγορών και των υπηρεσιών, την οποία προώθησαν πιο ενεργητικά ο Ρόναλντ Ρίγκαν, η Μάργκαρετ Θάτσερ και ο Τζορτζ Μπους, δεν άργησε να προκαλέσει τις πιο ολέθριες επιπτώσεις της, που έγιναν ορατές με την οικονομική κρίση που άρχισε το 2008. Παρά τις επιθυμίες της κοινής γνώμης, των ειδικών και ορισμένων πολιτικών, ο νεοκαπιταλισμός εξακολουθεί να αντιτάσσεται νικηφόρα σε κάθε επιστροφή της ρύθμισης. Ποτέ άλλοτε η κυριαρχία του πιστωτικού τομέα πάνω στο βιομηχανικό τομέα και του οικονομικού τομέα πάνω στον πολιτικό και τον διπλωματικό δεν επιβεβαιώθηκε με τόση αλαζονεία, παρά την ανυποληψία των εκπροσώπων τους.
5 Στις μεγάλες βιομηχανικές χώρες, η διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας συνοδεύτηκε από μια δραστική αποβιομηχάνιση και από την καταστροφή εκατομμυρίων θέσεων εργασίας. Ηδη η πλήρης απασχόληση δεν τίθεται ως στόχος της οικονομικής δραστηριότητας. Η ανεργία έχει γίνει δομική. Ο νεοκαπιταλισμός έχει ανασυγκροτήσει εφεδρικό βιομηχανικό στρατό.
6 Ο νεοκαπιταλισμός ξαναβρήκε τα αρπακτικά του ένστικτα, που επί μακρόν ήταν σε χειμερία νάρκη εξαιτίας της αναζήτησης της κοινωνικής ειρήνης. Αυτοί που διευθύνουν τις μεγάλες επιχειρήσεις συμμερίζονται ήδη τη νοοτροπία των μετόχων. Το ζητούμενο γι' αυτούς είναι να πουλήσουν όσο πιο ακριβά γίνεται και να συσσωρεύσουν μέσα σε μερικά χρόνια ή και σε μερικές μήνες κολοσσιαίες περιουσίες. Η συνεχής αύξηση των αμοιβών τους έχει δημιουργήσει μια κοινωνία με κάστες και προνόμια σαν αυτή που υπήρχε πριν από τη Γαλλική Επανάσταση.
7 Στερούμενα κάθε προοπτικής για το μέλλον, κάθε θετικού σχεδίου, τα συνδικάτα έχουν αναδιπλωθεί σε μια καθαρά αμυντική θέση διατήρησης της απασχόλησης και των αμοιβών. Οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν καταργήσει κάθε συνεργασία με αυτά και, στην καλύτερη περίπτωση, βλέπουν τα συνδικάτα σαν βοηθητικά εργαλεία για τη διατήρηση της κοινωνικής τάξης.
8 Η Ευρώπη, η οποία εξαιτίας των θέσεων των δύο επικεφαλής εθνών, της Γερμανίας και της Γαλλίας, θα έπρεπε να παίζει ένα ρόλο αντίβαρου καπιταλισμού, έχει αποτύχει ολοκληρωτικά τόσο στο οικονομικό όσο και στο πολιτικό πεδίο. Καθοδηγούμενη από μέτριους και χωρίς όραμα πολιτικούς, έχει γίνει το πειθήνιο εργαλείο των πιο απορρυθμιστικών τάσεων του διεθνούς κεφαλαίου.
9 Σε εθνική πολιτική κλίμακα, η «εκσυγχρονιστική» Αριστερά, που είχε στόχο της τον οικονομικό και πολιτιστικό εκσυγχρονισμό της Γαλλίας, χάρη στη συμμετοχή της κοινωνίας πολιτών των στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων, αντιπροσωπεύει ένα δρόμο ήδη ξεπερασμένο. Αυτή η Αριστερά βασιζόταν στην έννοια του κοινωνικού συμβιβασμού, δηλαδή της διαπραγμάτευσης μεταξύ των κυριότερων οικονομικών εταίρων. Αυτός ο δρόμος του κοινωνικού συμβολαίου καταπατήθηκε από το νεοκαπιταλισμό, ο οποίος, αφού εξασφάλισε τη νίκη του, προτίμησε τη μετωπική αναμέτρηση.
10 Ο τωρινός κίνδυνος είναι ένας νέος λαϊκισμός. Η παράταση της κρίσης, ιδίως με τη μορφή της ανεργίας, δημιουργεί μια βαθιά πολιτική αναταραχή. Στην κρίση του 1929 η χρεοκοπία του φιλελευθερισμού οδήγησε τη Δεξιά σε φασιστικές λύσεις και την Αριστερά σε κομμουνιστικές λύσεις. ο πολιτικός κόσμος σήμερα είναι βουβός. Η απουσία πολιτικής λύσης ευνοεί την ανάπτυξη ψυχολογικών παρεκκλίσεων: ο φθόνος, το μίσος για τον άλλο, η λατρεία του ηγέτη, η αναζήτηση του αποδιοπομπαίου τράγου, η λατρεία της κοινής γνώμης στην ακατέργαστη μορφή της αντιπροσωπεύουν υποκατάστατα του πολιτικού κενού αυτής της περιόδου.
11 Η οικολογία δεν είναι μια πολιτική. Για το βιομηχανικό σύστημα, η υπεράσπιση του περιβάλλοντος δεν είναι σε μακροοικονομική κλίμακα μια λύση στην κρίση και στην ανεργία, αλλά ένας συμπληρωματικός καταναγκασμός. Η οικολογία δεν θα μπορέσει να απαντήσει στα προβλήματα που θέτουν η διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας και η απουσία ρύθμισης σε διεθνή κλίμακα. Τείνει να καταστήσει πιο δαπανηρή και πιο δύσκολη την ανάκαμψη που είναι αναγκαία για να δοθεί ψωμί και εργασία στους κατοίκους του πλανήτη.
12 Η επανάσταση δεν είναι μια πολιτική. Οσο ο συγκεντρωτικός σοσιαλισμός δεν μπορεί να αποδείξει ότι θα μπορούσε να αλλάξει το μοντέλο ανάπτυξης χωρίς να πλήξει τις πολιτικές ελευθερίες, θα παραμένει απαράδεκτος. Η στασιμότητα των επαναστατικών κομμάτων, που είναι ανίκανα να βρουν μαζική βάση στα λαϊκά στρώματα, τα καθιστά έκφραση της φενακισμένης συνείδησης των νέων μεσαίων τάξεων. Απέναντι στο νεοκαπιταλισμό ο παλιός αριστερισμός δεν έχει κυριολεκτικά τίποτα να πει.
13 Το μέλλον ανήκει σε μια μεγάλη λαϊκή συσπείρωση, ανοιχτή σε όλες τις δυνάμεις τις εχθρικές στο νεοκαπιταλισμό και αποφασισμένη να εδραιώσει ένα νέο συσχετισμό δυνάμεων στους κόλπους της κοινωνίας. Στο βαθμό που θα εκδηλώνονται οι επιπτώσεις της κρίσης, η αναγκαιότητα μιας τέτοιας συσπείρωσης θα επιβάλλεται όλο και περισσότερο.
14 Ο πρώτος στόχος της λαϊκής συσπείρωσης πρέπει να είναι ο έλεγχος των πιστώσεων μέσω της εθνικοποίησης τουλάχιστον ενός μέρους του τραπεζικού συστήματος. Οπως λειτουργούν σήμερα οι περισσότερες τράπεζες, έχουν εγκαταλείψει τη βασική αποστολή τους -δηλαδή τη συγκέντρωση κεφαλαίων στην υπηρεσία της οικονομικής ανάπτυξης- προς όφελος καθαρά κερδοσκοπικών δραστηριότητων. Ο στόχος της εθνικοποίησης είναι να επαναφέρει το τραπεζικό σύστημα στον παραγωγικό του ρόλο.
15 Η καταστροφή κάθε μορφής σχεδιοποίησης και κάθε βιομηχανικής πολιτικής, δηλαδή κάθε είδους ρύθμισης, είναι μία από τις κυριότερες αιτίες των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Η αναγκαιότητα να επανεδραιωθεί μια οικονομική ρύθμιση που θα σέβεται την αγορά γίνεται σήμερα κατανοητή από όλους. Προς το παρόν, λείπουν μόνον η πολιτική βούληση και τα μέσα για την υλοποίησή της. *

Κυριακή 6 Ιουνίου 2010

Ο φονταμενταλισμός της Βιβλικής Αριστεράς

ΤΟΥ Ν.ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗ | Κυριακή 6 Ιουνίου 2010
  • Δεν υπάρχει πλέον αμφιβολία πως, λόγω της ηγεμονίας της ριζοσπαστικής αριστερής ιδεολογίας, κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης κυριάρχησαν στερεότυπες αντιλήψεις και πρότυπα συμπεριφοράς που έβλαψαν τη χώρα σε πολλούς τομείς. Τα στερεότυπα αυτά αναπαράγονται από τους πιστούς τους, όπως τα λόγια της Βίβλου από τους φονταμενταλιστές: κατά γράμμα και χωρίς απαραίτητα αυτοί να συνειδητοποιούν τις συνέπειες των λόγων τους. 
  • Οι πιστοί δεν αντιλαμβάνονται τη ζημία που προκαλούν. Πιστεύουν ακράδαντα πως τα οράματά τους προηγούνται έναντι οποιασδήποτε υποχρέωσης προς τους νόμους, τους συμπολίτες και το κοινωνικό σύνολο. Ο σεβασμός των δικαιωμάτων των άλλων αποκτά σημασία για τους φονταμενταλιστές μόνο εάν εξυπηρετεί τους «ιερούς σκοπούς» τους. Ετσι ενώ, για παράδειγμα, το δικαίωμα διαδηλωτών να κλείνουν τους δρόμους, εμποδίζοντας πολλαπλάσιους άλλους ανθρώπους να κινηθούν ελεύθερα, θεωρείται ιερό, το δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης αντιμετωπίζεται ως ένα δευτερεύον δικαίωμα, σχεδόν μια πολυτέλεια· όπως και το δικαίωμα στην εργασία, στη μόρφωση, στην ελεύθερη διακίνηση ιδεών, εφόσον τα παραπάνω δεν υπηρετούν τους σκοπούς των «ιερών κειμένων» της Βιβλικής Αριστεράς
  • Μία από τις χαρακτηριστικότερες δοξασίες αυτού του φονταμενταλισμού είναι η βαθιά πίστη του πως τα (κάποια) συλλογικά συμφέροντα και οι συλλογικές διεκδικήσεις προηγούνται τόσο των εθνικών αναγκών όσο και των ατομικών δικαιωμάτων. Τα τελευταία, μάλιστα, καταδικάζονται ως μικροαστικές και νεοφιλελεύθερες ψευδο-ευαισθησίες. 
  • Το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι εμφανές εδώ και χρόνια: κάποιοι αγρότες κλείνουν τους δρό μους, κάποιοι τελωνειακοί τα σύνορα, κάποιοι λιμενεργάτες τα λιμάνια, κάποιοι φοιτητές τα πανεπιστήμια, κάποιοι μαθητές τα σχολεία, κάποιοι πρώην εργαζόμενοι της Ολυμπιακής το Γενικό Λογιστήριο του Κράτουςκαι η λίστα δεν έχει τελειωμό. Το ζευγάρωμα εγωιστικών συλλογικών διεκδικήσεων με ριζοσπαστικές ιδεολογίες παράγει ένα εκρηκτικό μείγμα που οδηγεί σε παραλογισμούς, όπως αυτούς που βλέπουμε στο λιμάνι του Πειραιά αυτό το διάστημα. 
  • Στις δοξασίες της Βιβλικής Αριστεράς , η κινητοποίηση, η εξέγερση και η ανατροπή προηγούνται της ευνομίας, της ισονομίας και της μεταρρύθμισης. Η ιδεολογία πρέπει να επιβληθεί έναντι και της κοινής λογικής, αν χρειαστεί. Ακόμη και ο διάλογος μεταξύ της εκλεγμένης κυβέρνησης και των κοινωνικών ομάδων μπορεί να εκληφθεί ως προδοσία! Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η ελεύθερη ανταλλαγή ιδεών δεν ήταν ποτέ το δυνατό σημείο των φονταμενταλιστών. Δεν έχουμε παρά να δούμε τις κοινωνίες που οικοδόμησαν στην Ανατολική Ευρώπη και υπερασπίζονται μέχρι σήμερα για να πειστούμε γι΄ αυτό. 
  • Η Βιβλική Αριστερά απολαμβάνει να βλέπει τη χώρα να παρακμάζει. Νιώθει ότι έρχεται έτσι η ώρα της. Φυσικά, πρόκειται για φαντασιώσεις. Ομως οι συνέπειες της δράσης της οδηγούν τη χώρα σε επικίνδυνη ακαμψία, καθώς οι ιδέες της έχουν ηγεμονεύσει στο πολιτικό σύστημα όλα αυτά τα χρόνια, ενώ οι δυνάμεις της προόδου δεν είναι τόσο ισχυρές. 
  • Η Μεταπολίτευση αργοπεθαίνει και μαζί με αυτήν οι μύθοι που τη συντήρησαν. Ομως όλοι αισθανόμαστε πως ενώ το παλιό πεθαίνει, το νέο δεν μπορεί, δεν τολμά να γεννηθεί. Παλαιότερα μερικοί αυτό το ονόμαζαν κρίση.
  • Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008

ΔΙΑΛΟΓΟΙ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗΣ, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 14/09/2008

Η αριστερά χάνει δυνάμεις και βρίσκεται σε πτώση ή υποχώρηση σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη. Το πιστοποιούν οι πολλαπλές εκλογικές αποτυχίες της σε μια σειρά χώρες, καθώς και η μείωση της οργανωμένης ισχύος και της πολιτικής επιρροής της και, ιδιαίτερα, η χαλάρωση των δεσμών της με εκείνα τα λαϊκά στρώματα που θέλει και οφείλει να εκπροσωπεί. Αν, μάλιστα, οι Νέοι Εργατικοί χάσουν την εξουσία στη Βρετανία (όπως προβλέπεται ότι θα συμβεί), τότε μόνο μία χώρα από τις 15 μεγάλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η Ισπανία, θα έχει κυβέρνηση της κεντροαριστεράς. Με άλλα λόγια, βρισκόμαστε ήδη μπροστά σε ένα ευρωπαϊκό πολιτικό τοπίο πολύ διαφορετικό από εκείνο της δεκαετίας του 1990, όταν σε 13 από τις 15 χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης υπήρχαν κυβερνήσεις της αριστεράς ή της κεντροαριστεράς.

Τις πολλαπλές και βαθύτερες αιτίες της πτώσης της ευρωπαϊκής αριστεράς ανιχνεύουν με τις αναλύσεις τους τρεις γνωστοί ευρωπαίοι μελετητές:

Τζόρτζιο Ρούφολο, ιστορικό στέλεχος της ιταλικής αριστεράς, είναι οικονομολόγος και ιδρυτής του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ερευνών.

Μαρκ Λαζάρ είναι καθηγητής στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού.

Μάσιμο Σαλβαντόρι είναι καθηγητής Ιστορίας των Πολιτικών Θεωριών στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο.

ΑΛΛΑΞΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Διάλογοι: Για την πτώση της αριστεράς

Του ΤΖΟΡΤΖΙΟ ΡΟΥΦΟΛΟ

Οσο περισσότερο το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο πείθομαι ότι η ήδη φανερή κρίση της ευρωπαϊκής αριστεράς οφείλεται όχι τόσο στα (φανερά, ωστόσο) σοβαρά πολιτικά της λάθη, όσο σε πολιτισμικούς και ηθικούς παράγοντες.

*Ο Κορνήλιος Καστοριάδης θύμιζε ότι οι σύγχρονοι πολιτικοί φιλόσοφοι «αγνοούν τη βαθύτερη αλληλέγγυα σχέση ανάμεσα σε ένα κοινωνικό καθεστώς και στον ανθρωπολογικό τύπο που είναι αναγκαίος για να το κάνει να λειτουργήσει». Είναι γεγονός ότι στον καιρό μας, ας πούμε από το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, έχει αλλάξει βαθιά όχι μόνον το κοινωνικό καθεστώς (η δομή της οικονομίας και των κοινωνικών τάξεων), αλλά και ο αντιπροσωπευτικός της κοινωνίας «ανθρωπολογικός τύπος».

*Την πρώτη μεταβολή τα κόμματα της αριστεράς (μιλώ για τα μεγάλα «μεταρρυθμιστικά» κόμματα), έστω και με κόπο, την αντιλήφθηκαν και προσπάθησαν να προσαρμοστούν κυρίως με τρόπο παθητικό, υποτασσόμενα δηλαδή στην πρωτοβουλία ενός νικηφόρου καπιταλισμού. Δεν αντιλήφθηκαν, όμως, τη δεύτερη, τη βαθιά πολιτισμική μεταβολή που τη συνοδεύει και που καθορίζει τις αλλαγές των πολιτικών διαθέσεων και της εκλογικής συμπεριφοράς. Μιλώ για αλλαγές που αποκαλύπτονται περισσότερο με απολιτικές και φαινομενικά ασήμαντες εκδηλώσεις, οι οποίες όμως είναι ενδεικτικές του τρόπου του σκέπτεσθαι και αισθάνεσθαι, των υπαρξιακών αξιών, των κινήτρων της συμπεριφοράς (εκδηλώσεις που όλες τους είναι ενδείξεις ανθρωπολογικών μεταβολών).

*Στον τελευταίο μισό αιώνα, βέβαια, η βαθύτερη ανθρώπινη φύση, εκείνη που σηματοδοτεί τα δομικά συστατικά χαρακτηριστικά του ανθρώπινου γένους, έχει αλλάξει πολύ λίγο. Αυτή αλλάζει βέβαια, αλλά αργά, σε διάστημα χιλιετιών ή και εκατομμυρίων ετών. Τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά που αφορούν τις εξωτερικές συμπεριφορές αλλάζουν, αντίθετα, ριζικά και μερικές φορές γρήγορα. Ποιος θα μπορούσε να πει ότι ο άνθρωπος του Μεσαίωνα ή ο άνθρωπος της Αναγέννησης συγγενεύουν με τον δικό μας τρόπο θεώρησης της ζωής;

*Μια ριζική ανθρωπολογική μεταβολή έχει μεσολαβήσει μεταξύ της δυτικής κοινωνίας του 19ου και του πρώτου μισού του 20ού αιώνα και της τωρινής κοινωνίας: Η πρώτη συνένωνε έναν ισχυρό προοδευτικό και επιστημονικό υλισμό με μιαν εξίσου αποφασιστική επίδειξη υπερβατικών ηθικών αξιών (Θεός, πατρίδα, οικογένεια). Μια ένωση που αποτελούσε ταυτόχρονα τη δύναμή της και την αντίφασή της. Η δεύτερη, η τωρινή δυτική κοινωνία, εγκατέλειψε την πίστη στο ιδεώδες της προόδου και αναδιπλώθηκε από τον προοδευτικό υλισμό στον σκεπτικιστικό ψυχολογισμό.

Και ταυτόχρονα απαρνήθηκε τις υπερβατικές αξίες -στις οποίες αποδίδει έναν όλο και περισσότερο τυπικό σεβασμό- με μιαν έκρηξη ηδονισμού και εγωισμού. Πράγμα που την καθιστά πιο συνεκτική, αλλά στο βάθος και πιο ευάλωτη.

*Η ελκτική δύναμη της αριστεράς βασιζόταν στην αποφασιστική της καταγγελία των αντιφάσεων της αστικής κοινωνίας, της υποκρισίας της και της αδικίας της, της αδυναμίας της να συμφιλιώσει τις υπερβατικές αξίες που επιδεικνύει με την πρακτική της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης. Η σημερινή αριστερά βρίσκεται απέναντι σε ηγετικές τάξεις οι οποίες, χάρη στη θαυμαστή τεχνολογική πρόοδο, δεν έχουν πλέον συστηματική ανάγκη εκμετάλλευσης της εργασίας (παρ' όλο που αυτή η εκμετάλλευση κάθε άλλο παρά έχει χαθεί) επειδή είναι σε θέση να παράγουν πελώριες μάζες καταναλωτικών αγαθών. Μειώνεται, επομένως, τουλάχιστον εν μέρει, η αποστολή καταγγελίας της εκμετάλλευσης της εργασίας.

Γιγαντώνεται, αντίθετα, η εκμετάλλευση της φύσης που συντελείται με αντάλλαγμα όλο και πιο ασήμαντα οφέλη και με το τίμημα της καταστροφής μη ανανεώσιμων πόρων του πλανήτη.

*Από την άλλη μεριά, οι νέες ηγετικές τάξεις αρνούνται να παρουσιάζονται ως φορείς υπερβατικών αξιών και ταυτίζονται με τον υλιστικό ηδονισμό. Στο οικονομικό πεδίο, η ασκητική αρετή της αποταμίευσης αντικαταστάθηκε από τη διαφημιστική υποκίνηση της καταναλωτικής φρενίτιδας.

Και ο θαυμασμός για τους μεγάλους δημιουργικούς επιχειρηματίες αντικαταστάθηκε από το θαυμασμό για τους μεγάλους μάγους της κερδοσκοπίας.

*Μπροστά σε αυτή την αληθινή μεταστροφή του καπιταλιστικού ευαγγελίου, η αριστερά από τη μια μεριά οχυρώνεται πολεμώντας έναν καπιταλισμό που δεν υπάρχει πλέον. Από την άλλη, αδυνατεί να αντιληφθεί τις νέες αντιφάσεις του νέου καπιταλισμού, οι οποίες είναι κυρίως οικολογικές και ηθικές. Οικολογικές: το ότι δεν είναι βιώσιμη μια οικονομία που βασίζεται στην κατανάλωση του φυσικού κεφαλαίου, μια καταστροφή που αποκαλείται ανάπτυξη. Ηθικές: ο προσανατολισμός της δημιουργικής δύναμης της τεχνικής προς τους επιπόλαιους σκοπούς της κατανάλωσης και όχι προς την υλοποίηση μιας πιο δίκαιης κοινωνίας, προς την ικανοποίηση περισσότερο επιτακτικών συλλογικών αναγκών και την επίτευξη αληθινά υπερβατικών πολιτισμικών σκοπών.

*Η αριστερά, από τη μια μεριά εκείνη η «ριζοσπαστική» απαγγέλλει ένα παλιό κείμενο που έχει γίνει αναξιόπιστο. Από την άλλη, εκείνη η «μεταρρυθμιστική» επιδιώκει να γίνει πολιτικά σεβαστή, βασιζόμενη στη μίμηση ενός ανεύθυνου τρόπου παραγωγής και ενός ανήθικου τρόπου κατανάλωσης.

*Σε αυτές τις συνθήκες πώς να μπορέσει να αντιταχθεί αποτελεσματικά στις ηδονιστικές εκκλήσεις της δεξιάς και να κερδίσει συναινέσεις, χωρίς να είναι σε θέση να εκφράσει μιαν οικονομική και ηθικά εναλλακτική λύση στην οικολογική και ηθική κρίση;


ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ- 14/09/2008

ΤΟ ΔΙΑΖΥΓΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Διάλογοι: Για την πτώση της αριστεράς

Του ΜΑΡΚ ΛΑΖΑΡ

Ορισμένες επέτειοι είναι θλιβερές. Το 1968 ο άνεμος της αμφισβήτησης έπνεε στην Ευρώπη, τουλάχιστον στη Δυτική. Ο καπιταλισμός θεωρούνταν ετοιμοθάνατος, οι ιεραρχίες καταλύονταν, η αυθεντία διαπομπευόταν, οι εξουσίες απορρίπτονταν. Η απελευθέρωση, η χειραφέτηση, η επανάσταση ήταν έννοιες που σε μεγάλο βαθμό είχαν μπει στην καθημερινή ζωή. Η αριστερά είχε τον άνεμο στα πανιά της, εδραίωνε την πολιτιστική της ηγεμονία, εμφανιζόταν νικηφόρα.

*Η αντίθεση σε σχέση με την κατάσταση το 2008 δεν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη και πιο ανησυχητική.

Μέσα σε ένα μόνο χρόνο, σε δέκα εκλογικές αναμετρήσεις που έγιναν στην Ευρώπη, μόνον μία, εκείνη στην Ισπανία, έδωσε την κυβέρνηση στους σοσιαλιστές. Σε όλες τις άλλες η αριστερά δεν κατόρθωσε να αποσπάσει την εξουσία από τη δεξιά (Γαλλία, Εσθονία, Φιλανδία, Πολωνία, Βέλγιο, Δανία, Ελλάδα, Ιρλανδία), ενώ στην Ιταλία έχασε την εξουσία από την αντιπολίτευση που καθοδηγούνταν από τον Μπερλουσκόνι.

*Φυσικά, αυτά τα δεδομένα πρέπει να αναλύονται με προσοχή: Κάθε εθνική ψηφοφορία έχει τη δική της ιδιαιτερότητα, που καθορίζεται από την ιστορία της χώρας, από τα ισχύοντα εκλογικά συστήματα και από το παιχνίδι των κομμάτων.

Αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί το ότι διαγράφεται μια γενική τάση που θα ήταν παράλογο να την παραγνωρίσουμε: η δεξιά κυριαρχεί στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Η αριστερά βρίσκεται σε δύσκολη θέση, όποια και αν είναι η στρατηγική της -ενότητα της αριστεράς, συμμαχία με το κέντρο ή με τους Πράσινους, ή ακόμη και μοναχική πορεία- και όποια και αν είναι η προεπιλεγμένη τοποθέτησή της (κλασικό αριστερό πρόγραμμα ή επαναπροσδιορισμός της γραμμής με βάση το μοντέλο Τόνι Μπλερ).

*Πώς να ερμηνεύσουμε αυτή την κατάσταση; Μία από τις προτεινόμενες από την αριστερά εξηγήσεις είναι ότι οι Ευρωπαίοι δεν αντιστέκονται στις σειρήνες του «λαϊκισμού», της ξενοφοβίας ή και του ρατσισμού. Με δύο λόγια, προσανατολίζονται αναπόφευκτα προς τη δεξιά.

Το συμπέρασμα είναι εσφαλμένο και εμπεριέχει κινδύνους στο βαθμό που μπορεί να οδηγήσει την αριστερά να αναδιπλωθεί σε μια από τις πιο προσφιλείς της θέσεις.

Επιδεικνύοντας υπερήφανα τις βεβαιότητές της, πεισμένη ότι κατέχει την αλήθεια, η αριστερά απελπίζεται με εκείνο τον περίφημο λαό, τον οποίο επικαλείται συνεχώς αλλά τον επαινεί μόνον όταν αυτός ψηφίζει την αριστερά. Οπως είπε με ένα ειρωνικό του ευφυολόγημα ο Μπέρτολντ Μπρεχτ στους ηγέτες της Ανατολικής Γερμανίας, μετά τις εξεγέρσεις στο Βερολίνο το 1953, δεν απομένει παρά μόνο μία λύση: να «αλλάξουμε» το λαό.

*Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι διαφορετική. Η δεξιά σήμερα νικάει, επειδή έχει πραγματοποιήσει ένα έργο ανανέωσης αρκετά συντονισμένης, είτε μέσω των κομμάτων και των ευρωβουλευτών στους κόλπους του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος είτε χάρη σε ιδρύματα και δεξαμενές σκέψης (think tanks).

Είναι προικισμένη με αληθινούς ηγέτες, που συχνά είναι εξαιρετικοί στην επικοινωνία. Καλύπτει ένα ευρύ φάσμα που εκτείνεται από τις παρυφές της άκρας δεξιάς ώς το κέντρο και αν χρειαστεί οικειοποιείται και χαρακτηριστικά θέματα της αριστεράς.

Προτείνει στους διάφορους πληθυσμούς στους οποίους απευθύνεται ένα σύνολο αντιφατικών αξιών, οι οποίες όμως παρουσιάζονται με συνεκτικό τρόπο: ατομικισμό και κοινωνική συμπόνια, φιλελευθερισμό και προστασία, νεωτερικότητα και παράδοση, ασφάλεια και πάλη κατά της μετανάστευσης, Ευρώπη και εθνική ή περιφερειακή ταυτότητα.

*Η δεξιά της μεταϊδεολογικής εποχής είναι πραγματιστική, έτοιμη να επιβάλει την πολιτιστική της ηγεμονία, κινούμενη στο ίδιο μήκος κύματος με τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, οι οποίες ταλαντεύονται μεταξύ της αποδοχής της παγκοσμιοποίησης και μιας επιφυλακτικής αναδίπλωσης στο εθνικό ή στο τοπικό.

*Η επικυριαρχία της δεξιάς δεν έχει τίποτα το αναπόφευκτο. Η Ευρώπη γνωρίζει εκλογικούς κύκλους: Στη δεκαετία του 1990 η αριστερά ήταν στην κυβέρνηση σε έντεκα από τις δεκαπέντε χώρες της Ε.Ε.

Η αριστερά θα διέπραττε, ωστόσο, σοβαρό λάθος αν σκεφτόταν να περιμένει παθητικά μιαν αντιστροφή της τάσης, για παράδειγμα με μιαν υποθετική επιστροφή της οικονομικής ευημερίας, που θα την ευνοούσε γιατί θα της επέτρεπε να υποστηρίξει πολιτικές ευρείας κοινωνικής αναδιανομής. Και θα έσφαλε αν θεωρούσε δεδομένο το ότι θα επωφεληθεί αυτόματα από την απογοήτευση των εκλογέων, που αναπόφευκτα θα προκαλέσουν οι αποφάσεις των κυβερνήσεων της δεξιάς.

*Εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια η αριστερά δεν παρέμεινε ακίνητη. Αντίθετα, μάλιστα, απάντησε στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και στις μεταβολές της κοινωνίας.

Παρ' όλο που έμεινε πιστή στα ιδεώδη της της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, ανανέωσε τις προτάσεις της, αποδέχθηκε την προσαρμογή του κράτους πρόνοιας στις νέες συνθήκες, υποστήριξε ελευθεριακές διεκδικήσεις, προσπάθησε να απευθυνθεί στους προσωρινά απασχολούμενους και στους αποκλεισμένους και έκανε δικά της τα θέματα του νόμου, της τάξης και της ασφάλειας. Παρ' όλα αυτά, η αριστερά υποφέρει από πολλές ελλείψεις.

Ομως, οι συνεχείς διαιρέσεις ανάμεσα στη ριζοσπαστική της πτέρυγα και τα μεταρρυθμιστικά της ρεύματα την αποδυναμώνουν. Η έλλειψη αξιοπιστίας στα ζητήματα της ασφάλειας είναι έκδηλη. Οι ηγέτες της συχνά στερούνται αναστήματος. Η κοινωνιολογική της βάση έχει περιοριστεί σε άτομα γύρω στα πενήντα, που ζουν στις μεγάλες πόλεις, έχουν υψηλό μορφωτικό επίπεδο και εργάζονται στον δημόσιο τομέα.

*Η αριστερά έχασε έδαφος στα πιο λαϊκά στρώματα, στους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα, δεν κατάφερε να προσελκύσει τους προσωρινά απασχολούμενους και δεν δημιούργησε ερείσματα στους ελεύθερους επαγγελματίες.

Αυτό το διαζύγιο από ένα -αξιοσημείωτο- τμήμα της κοινωνίας επιβεβαιώνει τις δυσκολίες της να κατανοήσει, χωρίς τις ιδεολογικές της παρωπίδες, τους πιο πρόσφατους κοινωνικούς μετασχηματισμούς, οι οποίοι αναντίρρητα δεν την ευνοούν. Τέλος, από την αριστερά λείπει ένα σώμα αξιών ικανό να κινητοποιεί την κοινή γνώμη, κάτι που θα τη διαφοροποιούσε καθαρά από τις αξίες που προτείνονται από τη δεξιά.

*Η αριστερά πρέπει να ενεργοποιηθεί για να ξεπεράσει αυτά τα εμπόδια, με σκοπό να παρουσιάσει μια πειστική πολιτική πρόταση, που είναι μοναδική προϋπόθεση για να ξαναρχίσει να νικάει στην Ευρώπη.

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 14/09/2008

ΟΙ ΑΙΤΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΩΛΕΘΡΙΑΣ



Του ΜΑΣΙΜΟ ΣΑΛΒΑΝΤΟΡΙ

Η ιταλική αριστερά, πρώτη φορά στην ιστορία της, στερείται ενός μεγάλου πολιτικού υποκειμένου που να την εκπροσωπεί και να την οργανώνει. Η κραυγαλέα νίκη του Μπερλουσκόνι αντιπροσωπεύει κάτι πολύ περισσότερο από μια, σημαντική, έστω πολιτική και εκλογική υπόθεση, επειδή είναι η «αυτοβιογραφία ενός έθνους», ο καθρέφτης όλων των αδυναμιών του πολιτικού του πνεύματος, που απλώνουν τις ρίζες τους στην ιστορία της χώρας. Για όποιον ανήκει στην αριστερά τώρα περισσότερο από κάθε άλλη φορά είναι η στιγμή των επιλογών, που πρέπει να γίνουν από κοινού, με θάρρος και χωρίς προκαταλήψεις. Χρειάζεται να κατανοήσουμε τι μπορεί να σημαίνει σήμερα το να είναι κανείς αριστερός. Χρειάζεται να κατανοήσουμε ποιες είναι οι αιτίες της πανωλεθρίας που υπέστη η αριστερά στη χώρα μας, χρειάζεται να κατανοήσουμε αν υπάρχουν οι βάσεις για μιαν αναζωογόνησή της και υπό ποιες προϋποθέσεις.


Από τη δική μου πλευρά, θεωρώ ότι δεν έχει νόημα μια αριστερά αποδεσμευμένη από το σοσιαλισμό, γιατί διαφορετικά αυτή θα υποβαθμιζόταν σε ένα κόμμα σαν τα άλλα μέσα στο πολιτικό στερέωμα.

*Σε μια μακροσκοπική κλίμακα παρακολουθούμε το γεγονός ότι οι πλούσιοι έχουν κυριολεκτικά επανιδιοποιηθεί τον κόσμο. Οι μεγάλες βιομηχανικές και χρηματιστικές ολιγαρχίες υπαγορεύουν τους κανόνες διανομής του εισοδήματος, της αξιοποίησης των πόρων, της οργάνωσης της παραγωγής, των σχέσεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, μεταξύ εκείνων που διατάσσουν και εκείνων που υφίστανται τις συνέπειες. Τα κοινωνικά δικαιώματα είναι σε διαρκή υποχώρηση.

Η κατάσταση των εργαζομένων, είτε έχουν προσωρινή είτε σταθερή απασχόληση, επιδεινώνεται διαρκώς. Επιδεινώνεται ακόμη και η κατάσταση των μεσαίων στρωμάτων. Οι πλουτοκρατικές ολιγαρχίες υποτάσσουν τα κράτη στα συμφέροντά τους, ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος των μέσων μαζικής επικοινωνίας και επομένως τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και έτσι η δημοκρατία υποβαθμίζεται σε ένα σύστημα παθητικής λαϊκής νομιμοποίησης των κυβερνήσεων από πολίτες οι οποίοι στην πολιτική κατέχουν το ρόλο που στην αγορά κατέχουν οι καταναλωτές.

*Ιδού όμως το πρόβλημα: η κοινωνική και πολιτική δυσαρέσκεια είναι έντονη, αλλά οι απαντήσεις της αριστεράς είναι θεωρητικά αβέβαιες και πρακτικά λιγότερο αποτελεσματικές από κάθε άλλη περίοδο στο παρελθόν.

Εμείς οι αριστεροί γνωρίζουμε τι δεν θέλουμε, αλλά δεν γνωρίζουμε πώς να περάσουμε από την άρνηση στις θετικές εναλλακτικές λύσεις. Αυτή είναι η ουσία της βαθιάς κρίσης. Στην Ευρώπη, ο σοσιαλισμός ταξιδεύει σε μια θάλασσα από αβεβαιότητες.

Στην Ιταλία, η αριστερά έχει υποστεί πανωλεθρία. Το Δημοκρατικό Κόμμα, αν και δεν γνωρίζει ποια θέση θα καταλάβει στον ευρωπαϊκό πολιτικό χάρτη, γνωρίζει όμως ότι δεν θέλει να είναι σοσιαλιστικό. Και οι διάφοροι σοσιαλιστές που επιβιώνουν είναι υποχρεωμένοι να ξαναξεκινήσουν από την αρχή.

*Το να προγραμματίσουμε ένα έργο ανασυγκρότησης σημαίνει -αυτό το γνωρίζουμε καλά- να αναμετρηθούμε με πελώριες δυσκολίες. Αλλά για να ανοίξουμε ένα νέο ορίζοντα είναι αναγκαίο να κλείσουμε τους λογαριασμούς μας με το παρελθόν.

Θεωρώντας πάντοτε ως δεδομένο ότι στους συγκεκριμένους αγώνες καμιά χρήσιμη συμφωνία δεν πρέπει να αποκλείεται, κατά τη δική μου γνώμη η υπό ανασυγκρότηση αριστερά πρέπει να ξεκινάει από την επίγνωση ότι τίποτα δεν πρέπει να προσδοκούμε από τις νεοκομμουνιστικές απόπειρες και ότι, επομένως, αυτές πρέπει να τις απορρίπτουμε με τη μεγαλύτερη σταθερότητα επειδή είναι το προϊόν ενός ήδη αδρανούς και ανεδαφικού ιστορικού καταλοίπου.

*Σχετικά με το τι μπορεί να σημαίνει σήμερα ο σοσιαλισμός, στις συγκεκριμένες συνθήκες που αντιμετωπίζουμε, εγώ βλέπω τα πράγματα ως εξής: ο σοσιαλισμός σημαίνει να παλεύουμε ενάντια στην υπερβολική εξουσία των κυρίαρχων οικονομικών ολιγαρχιών. Και για την ανασύσταση μιας δημόσιας εξουσίας που θα είναι σε θέση να απελευθερώσει το κράτος από την υποταγή σε αυτές τις ολιγαρχίες.

*Σημαίνει να αντιτασσόμαστε στις αβυσσαλέες οικονομικές ανισότητες και να παλεύουμε για μια πιο δίκαιη αναδιανομή των πόρων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο και ενάντια στην ανασφάλεια της εργασίας.

*Σημαίνει να κινητοποιούμαστε για την υπεράσπιση και την ενίσχυση των κοινωνικών δικαιωμάτων.

*Σημαίνει να διεξάγουμε μια μάχη ελευθερίας ενάντια στα ολιγοπώλια των ΜΜΕ.

*Σημαίνει να αντιτασσόμαστε στις ολιγαρχικές τάσεις των κομματικών συστημάτων, να αποβλέπουμε στη διεύρυνση των πολιτικών δικαιωμάτων, να υπερασπιζόμαστε το περιβάλλον από τις πρακτικές που το καταστρέφουν, να καταπολεμούμε τους θρησκευτικούς φανατισμούς, να δρούμε για την υλοποίηση πολιτικών πολιτισμένης υποδοχής και ενσωμάτωσης των μεταναστών.

*Το ζητούμενο δεν είναι σήμερα να κατανοούμε το σοσιαλισμό με τον παλιό τρόπο, ως ένα σχέδιο εναλλακτικής κοινωνίας, αλλά ως μια διαδικασία, μια διαρκή στράτευση που επιδιώκει περισσότερη δικαιοσύνη, διεύρυνση των σφαιρών της ελευθερίας και της ισότητας. Που επιδιώκει, με δυο λόγια, να δώσει νόημα στη θεμελιώδη αρχή του σοσιαλισμού: ότι δεν υπάρχει αξιοπρεπής ζωή για κάθε άτομο το οποίο δεν έχει επαρκή τροφή, ένα σπίτι που να μην είναι τρώγλη, μιαν εκπαίδευση που να του επιτρέπει να αναπτύσσει τις ικανότητές του, μιαν αποτελεσματική προστασία από την αρρώστια, μια αξιοπρεπή εργασία που αμείβεται δίκαια.

*Το ζητούμενο δεν είναι να θέλουμε τη σελήνη, αλλά να θέλουμε μια γη λιγότερο άσχημη, λιγότερο βίαιη, λιγότερο παραμορφωμένη, πιο ανθρώπινη για τους πάρα πολλούς ανθρώπους, για τους οποίους αυτή είναι απάνθρωπη ή ελάχιστα ανθρώπινη.


ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 14/09/2008

Σάββατο 5 Ιουλίου 2008

«Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΕ ΔΙΑΡΚΗ ΚΡΙΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ’80»


Ο κοινωνιολόγος Νίκος Μουζέλης, στο νέο του βιβλίο, ασκεί κριτική στην πολιτική και στις σχέσεις εξουσίας που έζησε από κοντά

Συνέντευξη στον Βασιλη Μαγκλαρα, Η Καθημερινή, 06/07/2008

Από το LSE στην ελληνική πραγματικότητα και από τον Μαρξ και Βέμπερ στον Πάρσονς, ο διαπρεπής Ελληνας κοινωνιολόγος έχει πολλά να διηγηθεί όταν πρόκειται για τη θεωρία και την πολιτική. Με το πολιτικό κυρίως έργο του βρέθηκε στο στόχαστρο και της δεξιάς και της αριστεράς, χωρίς όμως να συμβιβάζεται ως προς τις ιδέες του. Παρότι είχε πολλές ευκαιρίες να εισέλθει στην πολιτική σκηνή, αρνήθηκε πεισματικά αυτό που άλλοι ονειρεύονται. Είναι ενάντια στην κομματοκρατία, παρότι έχει φίλους κομματικούς, και όταν συναναστρέφεσαι μαζί του μαθαίνεις ότι δεν μασάει τα λόγια του αν πρόκειται να ασκήσει κριτική ακόμα και σε αυτούς με τους οποίους, θεωρητικά τουλάχιστον, ταυτίζεται πολιτικά.

Το σακίδιό του και το φτηνό στιλό με το οποίο γράφει, όπως και η γεμάτη με υποχρεώσεις ατζέντα του, καταδεικνύουν ότι ο Μουζέλης δεν σκηνοθέτησε ποτέ τον εαυτό του. Οταν μιλάς, απλός φοιτητής, κρατάει σημειώσεις. Αν δεν τον γνωρίζεις πιστεύεις ότι το κάνει για να σε «αποδομήσει», γρήγορα όμως διαπιστώνεις ότι θέλει απλώς να ανταλλάξει απόψεις μαζί σου. Αγχώνεται για απλά πράγματα, θέλει η συζήτηση να γίνεται πάντα σε ήρεμο κλίμα και είναι πολύ εύκολο να τον πείσεις, αρκεί να μη φωνάζεις. Ο Μουζέλης σέβεται όλες τις απόψεις, και αυτό είναι ίσως που τον κάνει πραγματικό αριστερό. Ομότιμος ήδη καθηγητής του LSE, εκδίδει πολύ σύντομα στο Cambridge University Press αυτό που ο ίδιος θεωρεί το καλύτερο του έργο, το Modern and Postmodern Theorizing: Bridging the divine.

Πιστεύει ότι η θεωρία πρέπει να αποχωρήσει από τους μεγάλους χωρισμούς και να αναζητήσει την κοινή γραμμή, τη δυνατότητα του υποκειμένου να «αναπνεύσει» και της κοινωνίας να λειτουργήσει ως ολότητα. Στρέφεται ενάντια σε αυτούς που αποκαλεί «παλαιομαρξιστές», αλλά και στην αγριότητα του σύγχρονου καπιταλισμού που χρησιμοποιεί τους ανθρώπους ως αναλώσιμες μηχανές παραγωγής υλικών αγαθών. Ο Μουζέλης αναζητεί εν τέλει μέσα από τη θεωρία του αυτό που μεγιστοποιεί την κοινωνική ευημερία και την ατομική ελευθερία. Επειτα από πενήντα χρόνια στη θεωρία, ψάχνει ακόμα την απάντηση στο σωκρατικό ερώτημα: «Πώς πρέπει να ζούμε;».

  • Νεαρός μαρξιστής τη δεκαετία του ’60, οπαδός του τρίτου δρόμου και του εκσυγχρονισμού τη δεκαετία του ’90. Πού οφείλεται αυτή η πολιτική σας αλλαγή;

— Δεν ήμουν ποτέ μαρξιστής με τη στενή έννοια του όρου. Απλά, στη δεκαετία του ’60, όπως και σήμερα, θεωρώ πως πρέπει να προσεγγίζει κανείς το έργο του Μάρξ όπως και τα άλλα κλασικά έργα της κοινωνιολογίας, για παράδειγμα, αυτά του Βέμπερ και του Ντιρκέιμ. Και οι τρεις αυτοί στοχαστές μάς προσφέρουν εννοιολογικά εργαλεία που μας βοηθούν να κατανοήσουμε πώς οι νεωτερικές κοινωνίες συγκροτούνται, αναπαράγονται και μετασχηματίζονται.

Η μόδα στις κοινωνικές επιστήμες τη δεκαετία του ’60 ήταν ο μαρξισμός. Σήμερα είναι ο αντιμαρξισμός, από τη μια, μεριά και ο αποδομητικός λόγος τύπου Ντεριντά, από την άλλη. Αντίθετα με τις φυσικές επιστήμες, οι κοινωνικές τείνουν να ακολουθούν τη μόδα. Οσο μπορούσα προσπάθησα στο έργο μου να αντισταθώ στη μόδα. Οσο για τον τρίτο δρόμο, πιστεύω πως στη σημερινή συγκυρία η κεντροαριστερά πρέπει να χαράξει μια νέα στρατηγική μεταξύ της συμβατικής σοσιαλδημοκρατίας και του laissez-faire καπιταλισμού που κυριαρχεί σήμερα. Στην πρώτη περίπτωση οι κεϊνσιανές πολιτικές που ήταν οικονομικά αποτελεσματικές και κοινωνικά δίκαιες δεν λειτουργούν σήμερα. Στη δεύτερη περίπτωση ο τωρινός φονταμεταλισμός της αγοράς οδηγεί σε μια βάρβαρη κατάσταση που εντείνει τις ανισότητες, την ανασφάλεια και την περιθωριοποίηση ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Ο τρίτος δρόμος είχε ταυτιστεί με τον Μπλερ. Πιστεύω όμως πως δεν υπάρχει ένας, αλλά πολλοί τρίτοι δρόμοι. Για να απαντήσω πιο άμεσα στην ερώτησή σας, από τη δεκαετία του ’60 μέχρι σήμερα πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω ότι η σοσιαλδημοκρατία στη «χρυσή εποχή» της (1945 - 1970) οδήγησε στη Δύση σε κοινωνίες που για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας κατόρθωσαν να συνδυάσουν την οικονομική ανάπτυξη, την κοινοβουλευτική δημοκρατία και τη σχετική κοινωνική δικαιοσύνη. Τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα, ο μόνος ρεαλιστικός στόχος μιας προοδευτικής διακυβέρνησης δεν είναι η υπέρβαση αλλά ο εξανθρωπισμός του καπιταλισμού σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο.

Γέφυρες προσέγγισης

  • Πολύ σύντομα δημοσιεύεται από το Cambridge University Press το νέο σας βιβλίο. Τι επιχειρείτε να καταδείξετε μέσα από τις θεωρητικές σας αναλύσεις;

— Το τελευταίο μου βιβλίο προσπαθεί να χτίσει γέφυρες μεταξύ δύο αντιμαχόμενων σχολών. Πολύ σχηματικά, η προσέγγιση της πρώτης, η «μοντέρνα», χαρακτηρίζεται από μια πίστη στην αντικειμενικότητα της επιστημονικής ανάλυσης, στη δυνατότητά της να υπερβεί διάφορους δογματισμούς και να μας δώσει λίγο - πολύ μια έγκυρη εικόνα της πραγματικότητας. Από την άλλη μεριά, η μεταμοντέρνα προσέγγιση αμφισβητεί την έννοια της αντικειμενικότητας, καθώς και την ικανότητα των κοινωνικών επιστημών να παράξουν γνώση που να είναι πιο έγκυρη από αυτή του απλού, μη ειδικού υποκειμένου. Ο σκοπός του βιβλίου μου δεν είναι απλά να δείξω πως και οι δυο προσεγγίσεις έχουν δυνατά και αδύνατα σημεία. Είναι περισσότερο μια προσπάθεια δημιουργίας νέων εννοιολογικών εργαλείων με τη βοήθεια των οποίων θα μπορεί ο ερευνητής να μεταφράζει τα επιχειρήματα του ενός θεωρητικού παραδείγματος στη γλώσσα του άλλου.

Ακρίβεια και ανισότητα

  • Κάποιοι μιλούν, λόγω της παγκόσμιας επισιτιστικής κρίσης που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, το κύμα ακρίβειας και τις μεγάλες οικονομικές ανισότητες, για το τέλος του υπαρκτού καπιταλισμού. Ωστόσο, στην Ευρώπη βλέπουμε να επεκτείνεται η κυριαρχία της κεντροδεξιάς. Πού πιστεύετε ότι οφείλεται αυτό το πολιτικό παράδοξο;

— Αυτό οφείλεται στο ότι στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης υπάρχει μια ανισορροπία ισχύος μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Η πρωτοφανής κινητικότητα του κεφαλαίου τού δίνει τη δυνατότητα, όταν μια κεντροαριστερή κυβέρνηση επιβάλλει σοβαρούς περιορισμούς στην εργοδοσία, π.χ. υψηλή φορολογία, να καταφύγει σε χώρες όπου η εργασία είναι φθηνή και οι έλεγχοι στους χώρους εργασίας χαλαροί ή ανύπαρκτοι. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι συμβατικές κεϊνσιανές πολιτικές παύουν να είναι αποτελεσματικές. Προφανώς αυτή η κατάσταση ευνοεί περισσότερο την κεντροδεξιά παρά την κεντροαριστερά και αυτό γιατί οι πολιτικές της πρώτης είναι πλήρως εναρμονισμένες με το ευρύτερο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο.

Πρόεδρος της ΜΚΟ «Παρέμβαση»

Ο Νίκος Μουζέλης είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας του LSE. Δίδαξε για περισσότερα από τριάντα χρόνια στο LSE και ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Κρήτης το 2005. Είναι πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής της Ακαδημίας Εργασίας της ΓΣΕΕ. Επιπλέον, είναι πρόεδρος της ΜΚΟ «Ενωση Πολιτών για την Παρέμβαση», μια οργάνωση που έχει σαν στόχο την ενίσχυση της Κοινωνίας των Πολιτών και τον αγώνα κατά της κομματικοκρατίας. Ο Νίκος Μουζέλης έχει δημοσιεύσει δεκάδες επιστημονικά άρθρα και βιβλία στα αγγλικά, μέρος των οποίων έχει δημοσιευτεί και στα ελληνικά.

«Η κομματικοκρατία, πηγή της κακοδαιμονίας»

  • Εχοντας θητεύσει όλη την πανεπιστημιακή σας ζωή σε πανεπιστήμια του εξωτερικού και ειδικά στο LSE, ως εξωτερικός παρατηρητής, ποιοι νομίζετε ότι είναι οι «δαίμονες» που έχουν καθηλώσει το ελληνικό πανεπιστήμιο;

— Νομίζω ότι στον πανεπιστημιακό χώρο, όπως και σε πολλούς άλλους θεσμικούς χώρους της ελληνικής κοινωνίας, η κύρια πηγή της κακοδαιμονίας είναι η κομματικοκρατία. Οι άκρως κομματικοκρατούμενες φοιτητικές οργανώσεις προωθούν περισσότερο τα συμφέροντα των κομμάτων και λιγότερο αυτά της πλειοψηφίας των φοιτητών. Πιο συγκεκριμένα, η κομματική λογική από τη μια μεριά και ο γραφειοκρατικός συγκεντρωτισμός του υπουργείου Παιδείας από την άλλη, υποσκάπτουν την αυτόνομη λογική και τις αξίες του πανεπιστημίου.

Η Κοινωνία των Πολιτών

  • Η Κοινωνία των Πολιτών έχει δεχθεί σημαντική κριτική και από δεξιά και από αριστερά. Ποιο είναι σήμερα το πολιτικό περιεχόμενο της ΚτΠ και πώς μπορεί –εάν μπορεί– να συμβάλει δημιουργικά στην πρόοδο των σύγχρονων ευρωπαϊκών δημοκρατιών;

— Η έννοια της Κοινωνίας των Πολιτών έχει όντως δεχθεί σημαντική κριτική. Την κατηγορούν, για παράδειγμα, πως δεν έχει δημοκρατική νομιμότητα, αφού οι ΜΚΟ και τα νέα κινήματα δεν ψηφίζονται από το λαό όπως τα κόμματα. Αλλά οι επικριτές της δεν λαμβάνουν υπόψη τους πως, στις ώριμες δημοκρατικές κοινωνίες, η συμμετοχή των πολιτών στις δημοκρατικές διαδικασίες δεν γίνεται μόνο μέσω των κομμάτων, αλλά και μέσω άλλων οργανώσεων. Είναι μόνο σε κορπορατιστικά καθεστώτα τύπου Φράνκο και Σαλαγάρ που οι αυτόνομες από το κράτος εθελοντικές οργανώσεις καταστέλλονται. Η ΚτΠ αμφισβητείται επίσης επειδή εμπεριέχει οργανώσεις με αυταρχικά αντικοινωνικά χαρακτηριστικά, π.χ. ρατσιστικές οργανώσεις. Αυτό είναι σωστό μεν αλλά δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να οδηγήσει στη γενικευμένη απαξίωση της ΚτΠ. Πρέπει μάλλον να οδηγήσει σε μια προσπάθεια από τους ενεργούς πολίτες ενδυνάμωσης των ΜΚΟ με ανθρωπιστικές αξίες και αποδυνάμωσης της σκοτεινής πλευράς της ΚτΠ.

Πιο γενικά, αν ορίσουμε την ΚτΠ σαν έναν τρίτο χώρο μεταξύ κράτους και αγοράς, τότε μια ισχυρή ΚτΠ μπορεί να λειτουργήσει σαν αντίβαρο και στις αυταρχικές τάσεις του κομματικοκρατικού συστήματος και στις μονοπωλιακές τάσεις της αγοράς.

  • Στην «Παρέμβαση», τη ΜΚΟ της οποίας είστε πρόεδρος, έχετε χρεωθεί το πολιτικό επίτευγμα της προώθησης των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών και ειδικά του Συνηγόρου του Πολίτη. Με πάνω από μια δεκαετία λειτουργίας αυτών των αρχών, πιστεύετε ότι έχουν αποδώσει το αναμενόμενο ή προσδοκώμενο έργο;

— Μόνον ο Συνήγορος του Πολίτη, του οποίου ο πρώτος πρόεδρος ήταν ενεργό μέλος της Παρέμβασης κατόρθωσε να λειτουργήσει κατά σχετικά αυτόνομο και αποτελεσματικό τρόπο. Οι υπόλοιπες αρχές δεν έχουν ούτε τους ανθρώπινους και υλικούς πόρους ούτε την αυτονομία που χρειάζεται για την αποτελεσματική λειτουργία τους. Και αυτό γιατί οι εκάστοτε κυβερνήσεις δεν θέλουν πραγματικά ανεξάρτητες αρχές που να κάνουν ουσιαστική κριτική στο κυβερνητικό έργο. Ετσι, αργά ή γρήγορα, μετατρέπονται σε διοικητικές επεκτάσεις του κρατικού μηχανισμού.

Η ενοποίηση της Ε.Ε.

  • Πώς βλέπετε το μέλλον της Ευρώπης και ποιοι πρέπει να είναι οι στόχοι της;

— Για εμένα, η Ευρώπη δεν πρέπει να παραμείνει μια μεγάλη αγορά. Αν όχι για κανέναν άλλο λόγο, γιατί ακόμη και η αγορά για να λειτουργεί σωστά χρειάζεται πολιτική ρύθμιση. Αρα, ο κύριος μελλοντικός στόχος της Ευρώπης πρέπει να είναι η πολιτική ενοποίηση. Αυτός ο στόχος είναι σήμερα εξαιρετικά δύσκολος. Και αυτό γιατί οι ηγεσίες της Ευρώπης των «15» ακολούθησαν μια λανθασμένη στρατηγική. Ακολούθησαν το δρόμο της διεύρυνσης πριν από την πολιτική ενοποίηση. Παρ’ όλα αυτά, η τελευταία δεν είναι σήμερα ένας ουτοπικός στόχος. Μπορεί και πρέπει να επιτευχθεί αν η Ε.Ε. θέλει να καταστεί ένας σοβαρός παίκτης στην παγκόσμια αρένα.

Θεωρητική και εμπειρική ανάλυση

  • Ο Πλάτωνας πέρασε από το νεανικό του έργο, την «Πολιτεία», στο ώριμο έργο του, τους «Νόμους», εγκαταλείποντας σχεδόν όλο το επαναστατικό του πρόταγμα για την κοινωνία. Εσείς περάσατε από τη μελέτη της νέο-ελληνικής κοινωνίας στο ώριμο «Modern and Postmodern Theorizing: Bridging the divine». Τελικά η πορεία της θεωρίας είναι η ωρίμαση και ο μετριασμός των παθών ή η παραίτηση από τον στόχο της αλλαγής του κόσμου;

— Είναι αλήθεια πως στη σταδιοδρομία μου πέρασα από την κοινωνιολογία των οργανώσεων και της ανάπτυξης στην ιστορική κοινωνιολογία και τέλος στη μελέτη της μεταμοντέρνας πνευματικότητας, καθώς και της κοινωνικής θεωρίας. Βέβαια, στον τελευταίο χώρο η έμφαση είναι λιγότερο στο εμπειρικό και περισσότερο στο θεωρητικό. Αλλά νομίζω είτε μας ενδιαφέρει να καταλάβουμε πώς λειτουργεί ο κόσμος είτε πώς μπορούμε να τον αλλάξουμε, χρειάζεται ένας συνδυασμός θεωρητικής και εμπειρικής ανάλυσης. Η θεωρία χωρίς εμπειρική βάση είναι έωλη. Η εμπειρική έρευνα χωρίς θεωρία είναι τυφλή.

  • ΒΛΕΠΕ ΚΑΙ: ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΖΕΛΗΣ. Ο εισηγητής του εκσυγχρονισμού. Ο διαπρεπής κοινωνιολόγος έχει επιτύχει μια θαυμαστή ισορροπία ανάμεσα στη διεθνή ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία και στις οξυδερκείς παρεμβάσεις του στα ελληνικά πράγματα [Δ. Μητρόπουλος, Το Βήμα, 25/08/1996]

Δευτέρα 26 Μαΐου 2008

ΑΝΤΟΝΙ ΓΚΙΝΤΕΝΣ Η παντοκρατορία της Δεξιάς και οι ευθύνες των σοσιαλιστών

Του ΤΑΚΗ ΜΙΧΑ (www.tmichas.wordpress.com), Ελευθεροτυπία, 26/5/2008

Η κρίση στην ευρωπαϊκή Αριστερά συνεχώς εντείνεται. Μόνο τρία κράτη στην Ευρώπη έχουν σήμερα κεντροαριστερές κυβερνήσεις και αυτά τα τρία απειλούνται από την ανερχόμενη Δεξιά.

Η Κεντροαριστερά δεν κατάφερε να κινητοποιήσει τις μάζες όταν ασκούσε την εξουσία τη δεκαετία του '90, με αποτέλεσμα να μην καταφέρει να περάσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, κάτι που ωφελεί σήμερα τη Δεξιά. Αυτά υποστηρίζει ο γνωστός Αγγλος κοινωνιολόγος Αντονι Γκίντενς, σε συνέντευξή του στη δανέζικη ημερήσια «Ινφορμάσιον». Ο Γκίντενς θεωρείται ο κυριότερος συντελεστής της ιδεολογίας του «Τρίτου Δρόμου», που ενέπνευσε την πολιτική του Τόνι Μπλερ και την ανανέωση του Εργατικού Κόμματος στη Βρετανία.

Η Δεξιά έχει απλώσει το πέπλο της σε όλη την Ευρώπη. Ο Μπερλουσκόνι επανήλθε στην εξουσία στην Ιταλία. Στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ολλανδία οι Σοσιαλδημοκράτες έχασαν την εξουσία τα τελευταία έτη. Στην Ελλάδα, το ΠΑΣΟΚ, όχι απλώς έχασε τις δύο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, δεν διαφαίνεται ότι θα επανακτήσει την εξουσία στο ορατό μέλλον. Τον Απρίλιο οι Ιταλοί εξέλεξαν ως δήμαρχο της πόλης τον νεοφασίστα Τζιάνι Αλεμάνο και οι Λονδρέζοι τον συντηρητικό Μπόρις Τζόνσον. Σήμερα μόνον οι 7 από τους 38 αρχηγούς κρατών στην Ευρώπη ανήκουν στην Κεντροαριστερά.

«Υπάρχει άραγε κάτι το απροσδιόριστο και θεμελιακά λάθος με την ευρωπαϊκή Αριστερά;», διερωτάται ο Γκίντενς. «Υπάρχει κάτι το σημαντικό που παραβλέπεται στα προγράμματα των κομμάτων αυτών»:

Πόσο διαφορετική ήταν η εικόνα πριν από δέκα έτη! Τότε ο Τόνι Μπλερ, με το γνωστό του χαμόγελο, συναντιόταν με τον Λιονέλ Ζοσπέν της Γαλλίας, τον Γκέρχαρντ Σρέντερ της Γερμανίας και τον Κώστα Σημίτη, για να χαρτογραφήσουν το σοσιαλιστικό μέλλον της Ευρώπης. Κάτι ανάλογο συνέβαινε και στις σκανδιναβικές χώρες, όπου κυριαρχούσαν οι σοσιαλδημοκράτες Πολ Νιρόπ (Δανία), Γκρο Μπρούτλαντ (Νορβηγία) και Ινγκβαρ Κάρλσον (Σουηδία).

Σύμφωνα με τον Γκίντενς, η παντοκρατορία της Δεξιάς σήμερα οφείλεται στην αδυναμία των Σοσιαλιστών να εφαρμόσουν ορισμένες βασικές μεταρρυθμίσεις όταν ήταν στην εξουσία... [συνέχεια ΕΔΩ]

Κυριακή 25 Μαΐου 2008

ΤΟ ΚΑΖΟ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ

  • Ενδιαφέρουσες οι απόψεις του Γιώργου Γιαννουλόπουλου κι ας μας στεναχωρούν λίγο. Ωστόσο, πρέπει να βλέπουμε κατάματα την πραγματικότητα και όχι να κρύβουμε το κεφάλι μας σαν τη στρουθοκάμηλο, διότι τότε οι τύποι σαν τον Μπερλουσκόνι και τον εγχώριο ομόλογό του, δηλαδή τον Καραμανλή, θα επιβιώνουν και θα θριαμβεύουν σε βάρος των λαϊκών κατακτήσεων. Δεν είναι δυνατό μετά από τόσα χρόνια αγώνων και στην Ιταλία και στην Ελλάδα, να βρισκόμαστε ξανά στην αρχή! Κάναμε έναν τεράστιο κύκλο για να βρεθούμε πάλι εκεί από όπου αρχίσαμε.
Μια μικρή ιστορία εν είδει παραβολής: φανατικός χορτοφάγος και τακτικός θαμώνας εστιατορίου για ανθρώπους με τις ίδιες διατροφικές επιλογές, ανακαλύπτει ότι στο μενού εμφανίστηκαν κάποια πιάτα που το έχουν το κρεατάκι τους. Οργισμένος αποχωρεί, πηγαίνει στη διπλανή ταβέρνα και χτυπάει ένα κιλό παϊδάκια.
Θα έλεγα ότι η αντίδρασή του ήταν επιεικώς παράλογη. Και όμως, εδώ και κάμποσα χρόνια, έχει γίνει το ερμηνευτικό μοντέλο για τη μετακίνηση ψηφοφόρων από τα αριστερά προς τα δεξιά, όπως συνέβη στην Ιταλία. Εδώ και κάμποσα χρόνια όμως εκκρεμεί και η απάντηση στο εξής προφανές ερώτημα: γιατί δεν πήγαινε σε κάποιο άλλο εστιατόριο, όπου οι αυστηροί κανόνες της χορτοφαγίας τηρούνται ακόμα; Οσον αφορά δε το συγκεκριμένο γεγονός, γιατί οι Ιταλοί εγκατέλειψαν την Κεντροαριστερά του Βελτρόνι για να πάνε στη Δεξιά του Μπερλουσκόνι και όχι στην πιο Αριστερά του Μπερτινότι; Και ας υποθέσουμε ότι κι αυτός τη λέρωσε τη φωλιά του με τα μπες-βγες στις «αστικές» κυβερνήσεις. Τότε γιατί εδώ στην Ελλάδα το τιμημένο ΚΚΕ παραμένει κολλημένο στο 7%, αν και δεν έβαλε ούτε σταγόνα νερό στο κατακόκκινο κρασί του;
Αυτό το ερώτημα έθεσε ο Γ. Πρετεντέρης τις προάλλες, για να εισπράξει την απάντηση ότι «ο προπαγανδιστικός βομβαρδισμός... η χειραγώγηση, η τρομοκρατία και ο εκφοβισμός, οι λογής λογής εκβιασμοί επιδρούν στη συνείδηση και στην ψήφο». Ετσι, για άλλη μια φορά και με την οξυδέρκεια εκείνων που νομίζουν ότι φεύγει το λιμάνι και όχι το πλοίο, ο «Ριζοσπάστης» μας πληροφορεί ότι ζούμε ακόμα στη δεκαετία του '50. Συμπεραίνω ότι κάτω από συνθήκες απόλυτης ελευθερίας, σαν αυτές που ίσχυαν στις «σοσιαλιστικές» χώρες, το ΚΚΕ θα έπιανε τα φυσιολογικά του ποσοστά, γύρω στο 99%.
Για να σοβαρευτούμε όμως, υπάρχει και άλλη εξήγηση: η διολίσθηση της σοσιαλδημοκρατικής παράταξης προς τα δεξιά έχει υπονομεύσει τα παλιά σχήματα και συνεπώς στις μέρες μας η διάκριση Αριστεράς - Δεξιάς έπαψε να ισχύει, με αποτέλεσμα οι ψηφοφόροι να μετακινούνται με υπερβολική ευκολία ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα -όχι μόνο στην Ιταλία, αλλά παντού- εφόσον το ποιο θα επιλέξουν στερείται σημασίας.
Θα χαρακτήριζα την εξήγηση αυτή ακριβή αλλά όχι πλήρη. Ακριβή, διότι έτσι έχουν τα πράγματα. Π.χ. είναι γελοίο το ΠΑΣΟΚ να παίρνει «αριστερές στροφές» που θα ξεχάσει τη νύχτα των εκλογών, αν ποτέ τις κερδίσει. Και όχι πλήρη, επειδή βγάζει τεχνηέντως από τη συζήτηση ένα πελώριο γεγονός: το αδιέξοδο και την αποτυχία του σοσιαλισμού. Φυσικά, ουδείς το αρνείται. Ούτε και ο Α. Τσίπρας ως εκπρόσωπος της γενιάς που το 1989 ήταν στους παιδικούς σταθμούς. Ομως στις εμβριθείς αναλύσεις για το σημερινό πολιτικό τοπίο δεν μνημονεύεται καν ως παράγοντας που το διαμορφώνει. Δηλαδή, συνέβη μεν αλλά δεν είχε επιπτώσεις, άρα μιλάμε ωσάν να μη συνέβη. Φτάνουμε έτσι στο ακόμα γελοιότερο, να λοιδορούμε τους σοσιαλδημοκράτες επειδή η ιδεολογία τους φθίνει μέχρι σημείου εξαφανίσεως, και παράλειψη αδόξως και παταγωδώς, αφού πρώτα δημιούργησε καθεστώτα ζόφου που μόνο ο Κάφκα θα μπορούσε να φανταστεί.
Η Αριστερά, στην Ελλάδα τουλάχιστον, έχει ακόμα τη δυνατότητα να αλιεύει δυσαρεστημένους από τα εστιατόρια της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά όχι τα κότσια να ανοίξει το δικό της, όπου θα σερβίρεται ο σοσιαλισμός με μια νέα συνταγή για να μην πάθουμε ξανά τα ίδια.

[Εν-στάσεις, Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΛΟΠΟΥΛΟΥ, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 25/5/2008]

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2007

Κήνσορες… πληρωμένοι!

Left Handed,Leaving,Sign,Street,Road,Danger,Warning Sign,Warning Symbol,Direction,Instructions,Advice,Arrow,Aiming,Acute Angle,Pointing,Topics,far,Freedom,right,Election,Protest

Φυλάξου... αριστερά!

Πληρωμένοι πανεπιστημιακοί κονδυλοφόροι γράφουν στο «Βήμα» για τις εξελίξεις στο ΠΑΣΟΚ και το διαγράφουν από τα δελτάρια της πολιτικής ιστορίας. Ως «απόψεις πανεπιστημιακών» αναφέρονται στο εισαγωγικό του αφιερώματος «Η ιδεολογική ταυτότητα του ΠΑΣΟΚ και η στροφή προς τα αριστερά». Πρόκειται για πανεπιστημιακούς που είναι τακτικοί επ’ αμοιβή συνεργάτες του «Βήματος» - γι’ αυτό και τους λέμε «πληρωμένους». Εάν δεν πληρώνονται, να το δηλώσουν και τότε θα δω με άλλη ματιά τις απόψεις τους που υποτίθεται ότι πηγάζουν από το εργαστήριο των πολυκύμαντων σκέψεών τους.

Με μεγαλειώδεις απλές προτάσεις ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης αποφαίνεται πομπωδώς («Η ατελεύτητη εκδρομή του ΠαΣοΚ», «Το Βήμα», 18/11/2007): «Το ΠαΣοΚ δεν υπήρξε ποτέ αριστερό κόμμα ούτε θα μπορούσε να είναι…»! Εγώ για την ώρα, το μόνο που θα μπορούσα να σημειώσω πάνω σε αυτό το απόφθεγμα, είναι ότι υπάρχει μια γκρίζα ζώνη ανάμεσα στην επιστήμη της κλασικής φιλολογίας την οποία υπηρετεί ο καθηγητής Γιατρομανωλάκης και στις πολιτικές θέσεις του ενός ή του άλλου κόμματος. Από τη στιγμή που ο καθηγητής λειτουργεί ως συνήγορος της γραμμής ενός εκδοτικού συγκροτήματος, αρχίζω να αμφιβάλλω για την ανιδιοτέλεια των σκέψεων και τη δυναμική των επιχειρημάτων του. Η λεγόμενη «στρατευμένη συνηγορία» αναιρεί την ιδιότητα του «ανεξάρτητου επιστήμονα».

Εγώ δεν βγαίνω ως αυτόκλητος υπερασπιστής του ΠΑΣΟΚ, αλλά ως αριστερός που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συμμετέχω στην πολιτική, κοντά στον «κεντροαριστερό» Ανδρέα Παπανδρέου της προδικτατορικής περιόδου (τότε ήμουν μαθητής του Λυκείου και στις γραμμές της ΕΔΗΝ Πατησίων) και στο Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα από την ημέρα της ίδρυσής του. Συνεπώς υπερασπίζομαι καταρχήν τη δική μου πολιτική και ιδεολογική τοποθέτηση και, φυσικά, την τοποθέτηση του πολιτικού χώρου που αποτέλεσε το «όχημα» για να αλλάξουμε (όσο την αλλάξανε και νομίζω προς το καλύτερο) την ελληνική κοινωνία.

Ας διαβάσουμε μαζί την ιδρυτική διακήρυξη βασικών αρχών και στόχων: Ποιος ήταν ο βασικός στόχος του ΠΑΣΟΚ; Να δημιουργήσει μια πολιτεία απαλλαγμένη από ξένο έλεγχο ή επεμβάσεις, απαλλαγμένη από έλεγχο ή επιρροή της οικονομικής ολιγαρχίας, πολιτεία ταγμένης στην προστασία του Έθνους και στην υπηρεσία του Λαού. Η εθνική ανεξαρτησία είναι αναπόσπαστα δεμένη με τη λαϊκή κυριαρχία, με τη δημοκρατία σε κάθε φάση της ζωής του τόπου, με την ενεργό συμμετοχή του πολίτη σε όλες τις αποφάσεις που τον αφορούν. Μα είναι ταυτόχρονα συνυφασμένη με την απαλλαγή της οικονομίας μας από τον έλεγχο του ξένου μονοπωλιακού και ντόπιου μεταπρατικού κεφαλαίου που διαμορφώνει την οικονομική, την κοινωνική, την πολιτική και την πολιτιστική μας πορεία, σύμφωνα με τα συμφέροντα όχι του λαού αλλά της οικονομικής ολιγαρχίας. […] Η κοινωνική απελευθέρωση, ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός, αποτελεί το θεμέλιο λίθο του Κινήματός μας. Για να απολαμβάνει ο αγρότης το προϊόν του ιδρώτα του και της γης του, για να απολαμβάνει ο εργάτης, ο βιοτέχνης, ο μισθωτός, ο υπάλληλος, ο απλός Έλληνας, το προϊόν του μόχθου του. Για να καταπολεμηθεί αποτελεσματικά η εντυπωσιακή εισοδηματική ανισότητα ανάμεσα σε γεωγραφικές περιφέρειες και κοινωνικά στρώματα που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη Ελλάδα. Για να πάψει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Για να συμμετέχει ενεργά ο λαός στον προγραμματισμό της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής πορείας της χώρας. Για να εξασφαλιστεί η εργασία και η κατοικία σε όλους τους Έλληνες. Για να καταργηθούν τα προνόμια των λίγων στην ιατρική, νοσοκομειακή και φαρμακευτική περίθαλψη. Για να προστατευτούν η μητέρα, το παιδί, τα γερατειά. Για να κατοχυρωθεί η κοινωνική και η οικονομική ισότητα των δύο φύλων. Για να ελευθερωθεί η σκέψη και να γίνει η παιδεία κτήμα όλων των Ελλήνων…

Όλα αυτά δεν σημαίνουν «αριστερά»; Ή... σύμφωνα με τον κ. Γιατρομανωλάκη, τι σημαίνουν; Δεν χρειάζονται οι ιερεμιάδες για το τι ακολούθησε. Είναι σαφές ότι το συντεταγμένο ΠΑΣΟΚ πάλεψε και εν τινι μέτρω κατάφερε να πετύχει πολλά. Σε τελευταία ανάλυση τι σημαίνει «αριστερά»; Μήπως είναι καμιά κονσέρβα που δεν κατάφερε το ΠΑΣΟΚ να την ανοίξει;

Και για ποιο λόγο να λέγονται «αριστερά» εκείνες οι δυνάμεις που συνεργάστηκαν με τη «δεξιά» την περίοδο του 1989 και επιχείρησαν να κλείσουν στη φυλακή τον Ανδρέα Παπανδρέου, χαρακτηρίζοντας συλλήβδην όλους τους οπαδούς και ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ ως «κλέφτες»; Τι είναι εκείνο που χαρακτηρίζει κάποιον «αριστερό» ή έναν οποιοδήποτε πολιτικό φορές ως «αριστερό».

Μήπως είναι η σφραγίδα που κρατάει το ΚΚΕ, μήπως είναι οι δηλώσεις των «αναθεωρητών» που καυχώνται από την εποχή της διάσπασης ότι δεν είναι δογματικοί, μήπως είναι οι δηλώσεις του κάθε διανοούμενου του σαλονιού ότι «αριστερός» είναι εκείνος που συνεργάζεται με τη «δεξιά» και πολεμάει το ΠΑΣΟΚ;

Οι απόψεις του κάθε πανεπιστημιακού που αποφαίνεται για την «αριστεροσύνη» του ΠΑΣΟΚ δεν πλασάρονται ως απόψεις με πολιτική βάση και προσανατολισμό αλλά ως απόψεις που πρέπει να επιβληθούν ως αλήθειες! Απλώς νιώθω ότι η επιχειρηματολογία των πανεπιστημιακών –που διαβάζω με ενδιαφέρον άλλα κείμενά τους σχετικά με την επιστήμη τους–, για να ξεθεμελιώσουν το «αριστερό» προφίλ του ΠΑΣΟΚ είναι μια επιχειρηματολογία τετριμμένη που προσπαθεί να αποδείξει μια προκαθορισμένη αλήθεια, τη δική τους αλήθεια, που περισσότερο φαίνεται θεολογική. Οι αντι-ΠΑΣΟΚικές εμμονές δεν υπάρχει περίπτωση να βοηθήσουν στην εξήγηση ενός πολιτικού φαινομένου.

Ο προσανατολισμός της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ σε όλα τα μεγάλα εθνικά, κοινωνικά, οικονομικά, πολιτιστικά και θεσμικά προβλήματα του λαού ήταν σαφής και συγκεκριμένος. Ενεργά αδέσμευτη και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, που προώθησε την εθνική ανεξαρτησία, ανάληψη σταυροφορίας για την αποκλιμάκωση της έντασης και την εμπέδωση της ειρήνης, ενίσχυση και υποστήριξη των δημοκρατικών θεσμών με νέες μορφές λαϊκής συμμετοχής και πρωτοβουλίας, οργάνωσης και κινητοποίησης, μέσα στα πλαίσια του αποκεντρωμένου δημοκρατικού προγραμματισμού και στο σχεδιασμό και στην υλοποίησή του, για τη δημιουργία νέων παραγωγικών και κοινωνικών σχέσεων. Δεν θα κάνω εδώ απολογισμό, αλλά ακροθιγώς υπογραμμίζω ορισμένα στοιχεία μιας πολιτικής που αλλού απέδωσε και αλλού δεν απέδωσε. Άλλωστε το ΠΑΣΟΚ δεν ήταν ποτέ δογματικό.

Τον Οκτώβριο του 1975 ένα άρθρο του Ανδρέα με τίτλο «Ο Μαρξ, ο Λένιν και η δικτατορία του προλεταριάτου», που το είχα δημοσιεύσει στο περιοδικό της Νεολαίας του ΠΑΣΟΚ «Αγωνιστής» (τότε ήμουν διευθυντής του περιοδικού), μας είχε δώσει την πίστη ότι συμβάλλουμε στο ξεκαθάρισμα των σχέσεών μας με το λενινισμό, διότι πολλοί σύντροφοι είχαν μπλεχτεί τότε στα γρανάζια μιας σύγχυσης κι έπρεπε να γίνει σαφές ότι η διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη δεν συμβιβαζόταν με το λενινισμό, τόσο στη θεωρία όσο και στο πλάνο της πολιτικής πρακτικής. Ο Ανδρέας, λοιπόν, μας έδωσε υλικό. Ξεκαθάρισε αυτονόητα πράγματα με απλά λόγια:

Ο Λένιν σα θεωρητικός και πολιτικός έθεσε τα θεμέλια τόσο του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού» όσο και της «δικτατορίας της κομματικής γραφειοκρατίας». Και αποτελεί έτσι αναπόσπαστο τμήμα μιας ιστορικής εξέλιξης που κάθε άλλο παρά δικαιώνει το όραμα του Μαρξ. Για το ΠΑΣΟΚ, τόσο η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας όσο και η έννοια της κοινωνικής απελευθέρωσης έρχονται σε άμεση και αμείλικτη αντίθεση τόσο με την παντοδυναμία οποιασδήποτε φωτισμένης πρωτοπορίας, όσο και με την υποταγή του εργαζόμενου λαού σε νέους άρχοντες – όποιοι κι αν είναι αυτοί.

Το γεγονός, λοιπόν, ότι δεν ήμασταν «λενινιστές», αυτό δεν σήμαινε συγχρόνως ότι δεν ήμασταν και «αριστεροί». Διότι πού ακούστηκε να λέγεσαι "αριστερός" εφόσον ήσουν και λενινιστής!

Ωστόσο, το άρθρο αυτό του Ανδρέα, είχε τότε ενοχλήσει τους ινστρούκτορες του ΚΚΕ. Μάλιστα δε ο Ανδρουλάκης από τον «Οδηγητή» έκανε το κήρυγμά του, διαδηλώνοντας πως αυτός και οι σύντροφοί του είναι οι μοναδικοί φορείς της μαρξιστικής σκέψης και αναγνωρίζοντας για τον εαυτό τους το… αλάθητο! Έγραψε, τότε, λοιπόν, ότι «μόνο με την παρέμβαση του Κομμουνιστικού Κόμματος, του φορέα της σοσιαλιστικής ιδεολογίας, το αυθόρμητο ανυψώνεται ως το επίπεδο του συνειδητού». Ξεκινώντας μ’ αυτή την προϋπόθεση φυσικό ήταν να θεωρεί όλους τους άλλους σαν «αιρετικούς», «μικροαστούς», «τελευταία προγεφυρώματα της αντίδρασης» και άλλα ηχηρά παρόμοια. Κι εμείς, από τον «Αγωνιστή» γράφαμε ότι, μη διεκδικώντας κανένα αλάθητο, μη αναγνωρίζοντας καμιά μαρξιστική αγία έδρα, αναλύουμε με επιστημονικό τρόπο και σύμφωνα με τις αρχές του διαλεκτικού υλισμού την πνευματική παράδοση των κλασικών και τη μέχρι σήμερα ιστορική εμπειρία για να προχωρήσουμε στη σύνθεση των θέσεών μας που έχουν να λύσουν τα σύγχρονα προβλήματα του κινήματος των εργαζομένων και της μεταβατικής περιόδου. Δεν είχαμε ούτε έχουμε να μοιράσουμε τίποτα με καμιά τάση ή «σχολή» της παραδοσιακής ή της νέας αριστεράς, αλλά αντιμετωπίζουμε κριτικά τις θέσεις και τα συμπεράσματά τους.

Το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα στη συνέχεια είναι ένα άλλο ζήτημα και όχι του παρόντος σημειώματος. Κύριε Γιατρομανωλάκη, το ΠΑΣΟΚ υπήρξε αριστερό κόμμα και θα μπορούσε να είναι και τώρα...

Θα υπάρξει και συνέχεια. Πάνω στα άρθρα του Α. Πανταζόπουλου "Χωρίς ταυτότητα" και του Γ. Βώκου «Το ζήτημα είναι ότι δεν ξέρουμε κατά πού βρίσκεται η Αριστερά. Ίσως να είναι μόνο θέμα προσανατολισμού»