Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουζέλης Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουζέλης Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Γερμανικός προτεσταντισμός και ελληνικός εθνολαϊκισμός


 
Οπως έχει ήδη ειπωθεί, το μέλλον της Ευρώπης εξαρτάται σε ένα μεγάλο βαθμό από την ευρωπαϊκή πολιτική της Γερμανίας. Και λόγω του ότι είναι η κύρια οικονομική δύναμη στον ευρωπαϊκό χώρο και λόγω του ότι οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου δεν φαίνεται να είναι ικανές να δημιουργήσουν μια ισχυρή συμμαχία με σκοπό την άμβλυνση της γερμανικής πολιτικοοικονομικής κυριαρχίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ένας συνδυασμός λαϊκισμού και νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας οδηγεί σήμερα τις κύριες γερμανικές ελίτ σε μια πολιτική που, αν δεν αλλάξει, θα οδηγήσει στη διάλυση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

Εξηγούμαι: στην ευρωζώνη, καλώς ή κακώς, έχουμε οικονομίες που βρίσκονται για μακροϊστορικούς λόγους σε διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης. Εχουμε τις πιο αναπτυγμένες και ανταγωνιστικές οικονομίες του Βορρά και τις λιγότερο ανταγωνιστικές οικονομίες του Νότου. Με το κοινό νόμισμα, που δεν επιτρέπει στις χώρες του Νότου να έχουν τη δική τους νομισματική πολιτική, παρατηρούμε μια συνεχιζόμενη ανισορροπία μεταξύ του πιο ανταγωνιστικού κέντρου και της λιγότερο ανταγωνιστικής περιφέρειας.

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Η επιρροή της Χρυσής Αυγής


Υπάρχει ένας συνδυασμός οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών παραγόντων που εξηγεί την εκπληκτική άνοδο της ΧΑ και την ακόμα πιο εκπληκτική διατήρηση της επιρροής της σε έναν μεγάλο αριθμό πολιτών - ακόμα και μετά την ανακάλυψη στοιχείων σχετικά με τον εγκληματικό χαρακτήρα της οργάνωσης.

Η κοινωνικο-οικονομική διάσταση
Το ότι η οικονομική κρίση, η φτωχοποίηση και η μαζική ανεργία χτύπησαν κυρίως τα λαϊκά στρώματα και τη μικρομεσαία τάξη είναι ένας προφανής παράγοντας που εξηγεί την οργή αυτού του κόσμου εναντίον του κατεστημένου και όλων αυτών που πρόφτασαν να στείλουν τις καταθέσεις τους στο εξωτερικό. Ο συνδυασμός της οικονομικής κρίσης με το μεταναστευτικό πρόβλημα που το διαλυμένο κράτος στάθηκε ανίκανο να χειριστεί αποτελεσματικά είναι ένας άλλος προφανής λόγος για τη στροφή ενός μέρους των λαϊκών στρωμάτων προς την άκρα Δεξιά. Η Ελλάδα έχει, αναλογικά με τον πληθυσμό της, το υψηλότερο ποσοστό μεταναστών στην Ευρώπη.

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

Γκέτο, περιχαράκωση ή συνύπαρξη;

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η παγκόσμια κρίση εντείνει την αντιπαράθεση μεταξύ γηγενών και μεταναστευτικών ομάδων σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ο μετανάστης, κυρίως στο φαντασιακό των λαϊκών στρωμάτων αλλά όχι μόνο, γίνεται αποδιοπομπαίος τράγος. Ευθύνεται για την υψηλή ανεργία, για την επιδείνωση των υπηρεσιών του κοινωνικού κράτους, για την άνοδο της εγκληματικότητας κτλ. Με αυτόν τον τρόπο τα θετικά αποτελέσματα της μετανάστευσης αγνοούνται και ο ιδεολογικός λόγος της άκρας Δεξιάς μεταφέρει το βάρος της ευθύνης για τη σημερινή δυσπραγία από τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό στην πολυπολιτισμικότητα, στην εξάλειψη της ομογενοποιημένης εθνικής κουλτούρας. Παρ΄ όλα αυτά, όμως, η πολυπολιτισμικότητα όχι μόνο δεν θα εξαφανιστεί αλλά σίγουρα θα ενταθεί στα χρόνια που έρχονται. Δύο είναι οι βασικοί λόγοι για αυτό.
  • Παγκοσμιοποίηση
Σε έναν κόσμο όπου η αλληλεξάρτηση όλων των χωρών του πλανήτη αυξάνεται γεωμετρικά και όπου πάνω από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι υποσιτίζονται είναι αδύνατον ο Βορράς να αναχαιτίσει το ρεύμα των πολιτικά κατατρεγμένων και πεινασμένων του Νότου- ανθρώπων που προσπαθούν να αποφύγουν την απόλυτη εξαθλίωση, διεισδύοντας στο Club των πλουσίων. Ακόμη και η πιο αυστηρή περιφρούρηση των συνόρων δεν μπορεί να σταματήσει τις μεταναστευτικές ροές από τον τρίτο στον πρώτο κόσμο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι πλούσιες χώρες αντιμετωπίζουν το εξής δίλημμα: είτε να καταλύσουν τις δημοκρατικές ελευθερίες και να επιβάλουν ημιαστυνομικά καθεστώτα είτε να δεχθούν την, μέσα σε λογικά όρια, εντεινόμενη πολυπολιτισμικότητα ως μια αναπόφευκτη κατάσταση που από τη μια μεριά δημιουργεί σοβαρά προβλήματα, αλλά από την άλλη, όταν αντιμετωπίζεται με έναν δημοκρατικό και κοινωνικά δίκαιο τρόπο, συμβάλλει σημαντικά στην οικονομία, στην κοινωνία και στον πολιτισμό μιας χώρας.

Ενας δεύτερος λόγος για τον οποίον η πολυπολιτισμικότητα δεν μπορεί να εξαλειφθεί ή να περιθωριοποιηθεί είναι πως έχει γερές ρίζες (και λόγω της αποικιοκρατίας και λόγω της ανάγκης των κατεστραμμένων από τον πόλεμο δυτικοευρωπαϊκών οικονομιών από φθηνή εργασία- κυρίως στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο). Στον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ού η άνοδος του σοβινιστικού εθνικισμού και η ιδέα πως το έθνος-κράτος πρέπει να έχει μία γλώσσα, μία θρησκεία και μία κουλτούρα οδήγησε στη βίαιη «ομογενοποίηση» του πληθυσμού. Οδήγησε σε πρακτικές που κυμαίνονταν από τη συστηματική εξαφάνιση της κουλτούρας των μειονοτήτων ως τη μαζική εξόντωση πληθυσμών (π.χ. η γενοκτονία των Αρμενίων στην Τουρκία). Αυτού του είδους η βάρβαρη ομογενοποίηση δεν είναι δυνατή σήμερα στον ανεπτυγμένο δυτικό κόσμο. Τα ανθρώπινα δικαιώματα μπορεί να μη γίνονται σεβαστά παντού (π.χ. Ιράκ), αλλά τα προγράμματα των ρατσιστών και των εθνοκαπήλων για «εθνική κάθαρση» αποτελούν φαντασιώσεις. Με βάση τα παραπάνω το βασικό πρόβλημα δεν είναι αν η πολυπολιτισμικότητα θα εξαφανιστεί ή περιθωριοποιηθεί. Το βασικό πρόβλημα είναι τι μορφές θα πάρει στο μέλλον.

  • Τρεις μορφές
Μια πρώτη μορφή είναι αυτή της πολιτισμικής γκετοποίησης. Σε αυτήν την περίπτωση η μειονότητα περιχαρακώνεται, κλείνεται στον εαυτό της, είτε λόγω εξωτερικών πιέσεων (π.χ. εχθρι κή στάση του γηγενούς πληθυσμού, περιθωριοποίηση μέσω των μηχανισμών της αγοράς ή του κράτους) είτε λόγω επιλογής (π.χ. εθνοθρησκευτικές μειονότητες που θέλουν να αποφύγουν τα «ελευθέρια», κοσμικά, δυτικά ήθη).

Ενας δεύτερος τύπος πολυπολιτισμικότητας χαρακτηρίζεται από την καταπιεστική στρατηγική μιας κυβέρνησης που προσπαθεί να εμποδίσει την αναπαραγωγή της μειονοτικής κουλτούρας (π.χ. η κατάσταση των Κούρδων, κυρίως πριν από τη διακυβέρνηση Ερντογάν). Μια ηπιότερη μορφή πολιτισμικής καταπίεσης μπορεί να αποσκοπεί όχι στην εξάλειψη της μειονοτικής κουλτούρας αλλά στην κατάργηση συγκεκριμένων πολιτιστικών δικαιωμάτων (π.χ. το δικαίωμα του εθνοτικού αυτοπροσδιορισμού της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη ή το δικαίωμα της χρήσης της ισλαμικής μαντίλας στη Γαλλία).

Μια τρίτη μορφή πολυπολιτισμικότητας θα μπορούσε κανείς να την αποκαλέσει πολυλογική ή, για να χρησιμοποιήσω την ορολογία του Χάμπερμας, «επικοινωνιακή». Η πολυπολιτισμικότητα που έχει μια επικοινωνιακή/πολυλογική βάση σέβεται την αυτονομία και την εσωτερική λογική των επί μέρους πολιτισμικών παραδόσεων, επιμένοντας παράλληλα να χτίζει αμφίδρομες γέφυρες μεταξύ τους, δηλαδή να διαμορφώνει μια lingua franca, με τη βοήθεια της οποίας κάθε πολιτισμική λογική θα μπορεί να «μεταφράζεται» και να επικοινωνεί με τις υπόλοιπες.

  • Οι περιορισμοί

Μια τέτοια lingua franca θα πρέπει να βασίζεται όχι μόνο στην αρχή του αμοιβαίου σεβασμού μεταξύ διαφορετικών πολιτισμικών παραδόσεων αλλά και στην επίγνωση ότι η ειρηνική και δημιουργική συνύπαρξη διαφορετικών παραδόσεων συνεπάγεται και ορισμένους περιορισμούς στην πολιτισμική αυτονομία. Σε μια δημοκρατικά διοικούμενη πολυπολιτισμική κοινωνία, η πολιτισμική αυτονομία περιορίζεται από δύο παράγοντες. Πρώτον, από τις δημοκρατικές εκείνες αξίες που κάνουν κατ΄ αρχήν εφικτό τον πολιτισμικό πλουραλισμό και, δεύτερον, από τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία αν και θεσμοθετήθηκαν σε μαζική κλίμακα, πρώτη φορά στη Δύση, έχουν αποκτήσει σήμερα διαπολιτισμικό, οικουμενικό χαρακτήρα. Αυτό που θέλω να πω με το παραπάνω είναι ότι ο σεβασμός για την αυτονομία μειονοτικών πολιτισμικών παραδόσεων δεν μπορεί να εκτείνεται ως την ανοχή, για παράδειγμα, της απόλυτης ανδροκρατίας μέσα στην οικογένεια, την κλειτοριδεκτομή, τη θρησκευτική παρότρυνση σε τρομοκρατικές πράξεις κτλ.

Οι τρεις αυτέςμορφές πολυπολιτισμικότητας αποτελούν «ιδεώδεις τύπους», με την έννοια ότι δεν υφίστανται στην απόλυτα καθαρή εκδοχή τους. Οι υπαρκτές καταστάσεις αποτελούν μείγματα στοιχείων που προέρχονται και από την γκετοποιημένη, και την καταπιεστική και την επικοινωνιακή πολυπολιτισμικότητα- μείγματα μέσα στα οποία, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ένα από τα στοιχεία είναι κυρίαρχο. Με βάση αυτή τη διαπίστωση νομίζω ότι η κυριαρχία της επικοινωνιακής πολυπολιτισμικότητας που συνάδει με τη λογική των δημοκρατικών δικαιωμάτων είναι, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, πολύ δύσκολο να επιτευχθεί κάτω από τις σημερινές συνθήκες. Η νεοφιλελεύθερη παγκόσμια τάξη πραγμάτων σαφώς ευνοεί την παραπέρα ανάπτυξη ενός μείγματος γκετοποιημένης και καταπιεστικής πολυπολιτισμικότητας.

Ο κ. Νίκος Μουζέλης είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας LSΕ.
 Νέες Εποχές
Απέτυχε η πολυπολιτισμικότητα;

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

Η άλλη όψη της Δεξιάς

  • Του Ν. ΜΟΥΖΕΛΗ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009
Πολλοί θεωρούν τη διάκριση Αριστερά- Δεξιά ξεπερασμένη. Ισχυρίζονται ότι στη σημερινή συγκυρία η χρήση της, και στο επίπεδο της θεωρίας και σε αυτό της πολιτικής πρακτικής, αποτελεί εμπόδιο στη διερεύνηση του πολιτικού γίγνεσθαι. Κατ΄ άλλους η διάκριση εξακολουθεί να είναι ένα χρήσιμο εργαλείο στην ανάλυση των πολιτικών φαινομένων. Συμφωνώ με τη δεύτερη άποψη, με την προϋπόθεση πως όταν χρησιμοποιούμε τον διαχωρισμό λαμβάνουμε υπόψη ότι το τι είναι Αριστερά και τι Δεξιά αλλάζει ανάλογα με τη χρονική περίοδο, καθώς και με τον θεσμικό χώρο (οικονομικό, κοινωνικό, πολιτισμικό) μέσα στον οποίο η διάκριση αυτή χρησιμοποιείται.

Κοινωνικο-οικονομική και πολιτισμική Δεξιά

Περνώντας τώρα στη συζήτηση στις «Νέες Εποχές» του «Βήματος της Κυριακής» («Δεξιά ή Κεντροδεξιά;», 29.11.2009), νομίζω πως όταν αναφερόμαστε στη Δεξιά σήμερα πρέπει κυρίως (αλλά όχι μόνο) να διακρίνουμε μεταξύ της νεοφιλελεύθερης κοινωνικο-οικονομικής Δεξιάς και της παραδοσιακά προσανατολισμένης, λαϊκής, πολιτισμικής Δεξιάς. Η διάκριση είναι απολύτως απαραίτητη γιατί οι δύο αυτές διαστάσεις της Δεξιάς δεν κινούνται πάντα προς την ίδια κατεύθυνση. Ετσι, μπορεί κάποιος να είναι δεξιός στον πολιτισμικό χώρο και μη δεξιός ή ήπια δεξιός (δηλ. κεντροδεξιός) στον κοινωνικο-οικονομικό χώρο. Για παράδειγμα, ο λεγόμενος εθνικοσοσιαλισμός στον Μεσοπόλεμο βασιζόταν σε έναν παραδοσιακό σοβινιστικό εθνικισμό από τη μια μεριά και έναν φιλολαϊκό κρατισμό από την άλλη. Το ίδιο μπορεί να πει κανείς για τα ευρωπαϊκά ακροδεξιά κόμματα σήμερα.

Πιο συγκεκριμένα, στον κοινωνικο-οικονομικό χώρο η Δεξιά, ακολουθώντας τις θεωρίες της λεγόμενης Σχολής του Σικάγου, πιστεύει ότι οι μηχανισμοί της αγοράς, όταν το κράτος δεν παρεμβαίνει, λύνουν όχι μόνο το οικονομικό αλλά και το κοινωνικό πρόβλημα μιας χώρας. Δεν δημιουργούν μόνο περισσότερο πλούτο αλλά και τον διανέμουν- αν όχι βραχυπρόθεσμα, σίγουρα μακροπρόθεσμα- κατά κοινωνικά δίκαιο τρόπο. Και αυτό γιατί ο παραγόμενος πλούτος αργά ή γρήγορα διαχέεται από την κορυφή στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας (το περίφημο trickle down effect). Με βάση αυτή την αρχή, μια δεξιά κοινωνικο-οικονομική πολιτική δίνει έμφαση στην αποδυνάμωση του κρατισμού και στην επέκταση της λογικής της αγοράς όχι μόνο στον χώρο της οικονομίας (π.χ. ιδιωτικοποιήσεις), αλλά και στον χώρο της παιδείας (π.χ. άμεση διασύνδεση μεταξύ πανεπιστημίου και επιχειρήσεων), στον κοινωνικό χώρο (π.χ. αποδυνάμωση του κοινωνικού κράτους) κτλ.

Οσο για την πολιτισμική διάσταση της Δεξιάς, αυτή δίνει βάρος στις παραδοσιακές αξίες που συχνά ο οικονομικός εκσυγχρονισμός διαβρώνει. Το τρίπτυχο οικογένειαθρησκεία- πατρίδα γίνεται σημαία της. Στην πιο ακραία μορφή της η έμφαση της πολιτισμικής Δεξιάς στην πατρίδα οδηγεί στον αμυντικό εθνικισμό, στον εθνοκεντρισμό, στην ξενοφοβία και στον υπεροπτικό ρατσισμό. Η έμφαση στη θρησκεία οδηγεί στον φανατισμό και στην καταπάτηση των δικαιωμάτων θρησκευτικών μειονοτήτων, ενώ η έμφαση στην οικογένεια συχνά συνδέεται με έναν πατριαρχικό αυταρχισμό.

Η αντίθεση των δύο λογικών

Αυτό που είναι σημαντικό να τονίσει κανείς είναι ότι η λογική της κοινωνικο-οικονομικής Δεξιάς, κυρίως σε ένα πρακτικό επίπεδο, τείνει να είναι αντίθετη με τη λογική της πολιτισμικής Δεξιάς. Η έμφαση στον σκληρό ανταγωνισμό και στη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας οδηγεί στην αποδόμηση του κοινωνικού ιστού, στην αποδυνάμωση των οικογενειακών θεσμών και στην ένταση της εγκληματικότητας/παραβατικότητας. Οδηγεί επίσης στην κυνική, μηδενιστική νοοτροπία όλων αυτών που η αγορά θέτει στο περιθώριο- ενώ από την άλλη άκρη ενθαρρύνει την υλιστική, άκρως καταναλωτική, εγωκεντρική νοοτροπία μιας κοσμοπολίτικης, νεοπλουτίστικης ελίτ που κάθε άλλο παρά κόπτεται για την ενδυνάμωση των οικογενειακών, θρησκευτικών και πατριωτικών αξιών. Χαρακτηριστικό είναι εδώ το παράδειγμα της θατσερικής διακυβέρνησης στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στον κοινωνικο-οικονομικό χώρο η κυρία Θάτσερ ακολούθησε μια καθαρά νεοφιλελεύθερη, δεξιά πολιτική: απελευθέρωση των αγορών, ιδιωτικοποιήσεις, καταπολέμηση των συνδικάτων, μονεταρισμός, δημοσιονομική πειθαρχία. Συγχρόνως, όμως, η βρετανίδα πρωθυπουργός ήταν βαθιά συντηρητική στον εξωοικονομικό, πολιτισμικό χώρο. Βέβαια όλοι θυμούνται τη ρήση της ότι δεν υπάρχει κοινωνία, μόνο άτομα. Εννοούσε όμως άτομα στον χώρο της οικονομίας όπου τα συλλογικά υποκείμενα, τα συνδικάτα, εμπόδιζαν την εφαρμογή της πολιτικής της. Στον εξωοικονομικό χώρο πίστευε βαθιά στον κεντρικό ρόλο της οικογένειας, της Εκκλησίας και του επιθετικού πατριωτισμού. Ας μην ξεχνάμε τον ημιαποικιακό πόλεμο εναντίον της Αργεντινής και τον ευρωσκεπτικισμό της. Αν στο επίπεδο της ρητορείας η αντίθεση μεταξύ της νεοφιλελεύθερης οικονομικής και της «νεοπαραδοσιακής» πολιτισμικής λογικής δεν ήταν τόσο εμφανής, στο πρακτικό επίπεδο της καθημερινότητας η αντίθεση ήταν ολοφάνερη. Το όλο και πιο περιθωριοποιημένο κομμάτι του πληθυσμού βίωσε την πλήρη αλλοτρίωση, ενώ η έμφαση στον γρήγορο πλουτισμό, στον επιχειρηματία-ήρωα και στον άκρατο καταναλωτισμό οδήγησε στη δημιουργία των γιάπις και των golden boys- η εγωκεντρική, αρπακτική, υλιστική κουλτούρα των οποίων κάθε άλλο παρά συμβατή είναι με παραδοσιακές αξίες.

Η ελληνική Δεξιά και Κεντροδεξιά

Τέλος, δύο λόγια για την ελληνική Δεξιά/Κεντροδεξιά. Η νίκη του Αντώνη Σαμαρά στις 29 Νοεμβρίου σαφώς δείχνει μια κίνηση από την Κεντροδεξιά στη Δεξιά. Και αυτό γιατί η Ντόρα Μπακογιάννη, η ηττημένη στις πρόσφατες εσωκομματικές εκλογές, σαφώς τοποθετείται σε έναν «ήπιο» δεξιό (δηλ. κεντροδεξιό) χώρο. Απορρίπτει τον οικονομικό νεοφιλελευθερισμό, ενώ συγχρόνως είναι υπέρ του ανοίγματος της χώρας στον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο χώρο. Ο νέος αρχηγός της ΝΔ, από την άλλη μεριά, με τον ανένδοτο αγώνα του εναντίον της διπλής ονομασίας και με τον λαϊκιστικό εθνικισμό του έχει έναν σαφή δεξιό παρά κεντροδεξιό προσανατολισμό σε ό,τι αφορά την πολιτισμική διάσταση. Ενώ στον κοινωνικο-οικονομικό χώρο ο προσανατολισμός του είναι κεντροδεξιός - αφού ασπάζεται τον λεγόμενο κοινωνικό φιλελευθερισμό.

Αυτό σημαίνει ότι οι ιδεολογικές διαφορές με το ΠαΣοΚ, στις οποίες ο κ. Σαμαράς αναφέρεται χωρίς να τις προσδιορίζει, εστιάζονται λιγότερο στην οικονομία και περισσότερο στον χώρο της εξωτερικής και της μεταναστευτικής πολιτικής, καθώς και στις σχέσεις Εκκλησίας- Κράτους. Είναι κρίμα που στις πρόσφατες εκλογές για την ανάδειξη αρχηγού της ΝΔ η κύρια αντιπαράθεση είχε να κάνει περισσότερο με γενικόλογες αναφορές στους «μηχανισμούς» και στη σχέση του κόμματος με τον λαό και λιγότερο με τις διαφορές των δύο αντιπάλων σε συγκεκριμένα θέματα στον κοινωνικοοικονομικό και πολιτισμικό χώρο. Συμπερασματικά:

* Η έννοια της Δεξιάς (όπως και της Αριστεράς) είναι χρήσιμη όταν ο μελετητής λαμβάνει σοβαρά υπόψη του τις διάφορες διαστάσεις του όρου, διαστάσεις που δεν αλλάζουν πάντα προς την ίδια κατεύθυνση.

* Οι δύο πιο σημαντικές διαστάσεις είναι η κοινωνικο-οικονομική και η πολιτισμική διάσταση που αναφέρεται στις παραδοσιακές αξίες της οικογένειας- θρησκείας- πατρίδας.

* Σε ένα ρητορικό επίπεδο η κοινωνικο-οικονομική λογική συνάδει με την πολιτισμική. Στο επίπεδο της καθημερινότητας όμως η νεοφιλελεύθερη, δεξιά κοινωνικο-οικονομική στρατηγική οδηγεί σε αποτελέσματα που υποσκάπτουν τον δεξιό στόχο της ενδυνάμωσης των οικογενειακών, θρησκευτικών και πατριωτικών αξιών.

* Στη σημερινή ελληνική συντηρητική παράταξη η συζήτηση για τού τι είδους πολιτικές ο νέος αρχηγός της ΝΔ θα ακολουθήσει δεν έχει ακόμη αρχίσει.

  • Ο κ. Ν. Μουζέλης είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στη London School of Εconomics.

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009

Η κατάρρευση του κράτους σοβιετικού τύπου

  • Νίκος Μουζέλης | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009

Σαν αύριο (9/11) πριν από 20 χρόνια έπεσε το τείχος του Βερολίνου. Στο ειδικό ένθετο του «Κυριακάτικου Βήματος» («Η πτώση του Τείχους», 1.11.2009) εξετάστηκαν διάφορες πτυχές του φαινομένου της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού. Σε αυτό το άρθρο θα προσπαθήσω να δώσω μια εξήγηση αυτής της κατάρρευσης που δεν αναιρεί αλλά κατά κάποιον τρόπο συμπληρώνει τις αναλύσεις του ενθέτου της περασμένης Κυριακής.

Η θέση που θα αναπτύξω είναι πως για να εξηγήσουμε την πτώση του σοβιετικού μπλοκ θα πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας στη σχέση που είχε το κράτος των σοβιετικών κοινωνιών με το συνεχώς εξελισσόμενο παγκόσμιο διακρατικό σύστημα. Αυτό γίνεται αντιληπτό αν προσεγγίσουμε το θέμα μας από μια ιστορικο-συγκριτική σκοπιά.

Για να ξεκινήσουμε με το προνεωτερικό κράτος της απόλυτης μοναρχίας (όπως διαμορφώθηκε από τον Λουδοβίκο ΙΔ Δ στη Γαλλία), αυτό επεκτάθηκε γρήγορα στην υπόλοιπη ηπειρωτική Ευρώπη, με όλα τα ισχυρότερα κράτη να υιοθετούν περισσότερο συγκεντρωτικές μορφές συλλογής φόρων, στρατιωτικής οργάνωσης, εποπτείας του πληθυσμού κτλ. Με δεδομένο αυτό το σύστημα των διακρατικών σχέσεων, όποιο κράτος αποτύγχανε να λειτουργήσει συγκεντρωτικά (π.χ. η Πολωνία) ήταν καταδικασμένο σε περιφερειοποίηση, διαμελισμό ή εξαφάνιση.

Κάτι παρόμοιο συνέβη όταν το διακρατικό σύστημα του ευρωπαϊκού απολυταρχισμού υποχώρησε προς όφελος του συστήματος των ευρωπαϊκών κρατών-εθνών. Εάν ο ευρωπαϊκός απολυταρχισμός προϋπέθετε τη μεταφεουδαρχική συγκέντρωση των μέσων κυριαρχίας στην κορυφή, το κράτος-έθνος προχώρησε ακόμα πιο πολύ προς την ίδια κατεύθυνση. Ετσι οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί του κράτους-έθνους κατάργησαν την αυτονομία της παραδοσιακής κοινότητας κινητοποιώντας και εντάσσοντας όλον τον πληθυσμό στο εθνικό κέντρο. Από τη στιγμή που το πρότυπο του κράτουςέθνους εξαπλώνεται, από τη στιγμή που το διακρατικό σύστημα των κρατών-εθνών παγιώνεται, όποιο κράτος αποτυγχάνει να «εκσυγχρονιστεί» (δηλ. να αποκτήσει την άκρως συγκεντρωτική δομή του εθνοκρατικού μοντέλου) τείνει να περιθωριοποιηθεί ή να διαλυθεί (π.χ. τα δυναστικά κράτη των Ρομανόφ, των Αψβούργων και των Οθωμανών).

Το νέο πρότυπο

Με το απότομο άνοιγμα των αγορών στη δεκαετία του ΄70 βλέπουμε ένα νέο κρατικό πρότυπο, αυτό του παγκοσμιοποιημένου κράτους-έθνους. Αντίθετα με μια κοινώς επικρατούσα άποψη, η παγκοσμιοποίηση δεν συνεπάγεται την αποδυνάμωση του κράτους-έθνους. Συνεπάγεται την αλλαγή λειτουργιών του. Το παγκοσμιοποιημένο κράτος χάνει λειτουργίες εσωτερικού ελέγχου (π.χ. της κίνησης κεφαλαίων) αλλά αποκτά νέες λειτουργίες στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Και είναι γι΄ αυτόν τον λόγο που το κράτος σήμερα, ακόμα και στις πιο νεοφιλελεύθερες οικονομίες, δεν μικραίνει αλλά συνεχώς μεγαλώνει- δηλαδή αποσπά όλο και περισσότερους πόρους από το κοινωνικό σύνολο.

Αν λάβει κανείς υπόψη του τα παραπάνω, γίνεται σαφές πως το κράτος-έθνος εξακολουθεί να αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του παγκόσμιου συστήματος. Στο σημερινό διακρατικό σύστημα, βλέπουμε ένα πέρασμα από την κυριαρχία του γεωπολιτικού σε αυτήν του αναπτυξιακού. Παρ΄ όλο βέβαια που οι γεωπολιτικές διαμάχες δεν εξαφανίζονται (π.χ. Ιράκ, Παλαιστίνη, Αφγανιστάν), όλο και περισσότερο η αναπτυξιακή πολιτική τείνει να αντικαταστήσει τη γεωπολιτική. Ετσι μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την έκλειψη της αποικιοκρατίας, ο αγώνας για την κατάκτηση αγορών σταδιακά υπερισχύει του αγώνα για την κατάκτηση εδαφών.

Τρεις κατηγορίες


Σε αυτό το νέο, αναδυόμενο διακρατικό σύστημα, κυρίως μετά το απότομο άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών στις δεκαετίες του ΄70 και του ΄80, παρατηρούμε τρεις πυλώνες, τρεις κατηγορίες κρατών.

(α) Τα δημοκρατικά κράτη-έθνη του ανεπτυγμένου καπιταλισμού. Εδώ, και το πολιτικό σύστημα είναι ανοιχτό και η οικονομία- ενώ υπάρχει μια σαφής διαφοροποίηση μεταξύ της οικονομικής και της πολιτικής σφαίρας. Η λογική της ελεύθερης αγοράς, του ανταγωνισμού και της παραγωγικότητας κυριαρχεί στην πρώτη και η λογική των δημοκρατικών ελευθεριών στη δεύτερη. Είναι αυτό ακριβώς το σύστημα του φιλελεύθερου καπιταλισμού που ο Fukuyama (και πριν από αυτόν ο Ρarsons) θεωρεί πως τελικά θα κυριαρχήσει οδηγώντας την ανθρωπότητα στο «τέλος της ιστορίας».

(β) Τα αναπτυξιακά κράτη του αυταρχικού, ασιατικού καπιταλισμού. Σε αυτή την περίπτωση βλέπουμε ένα άνοιγμα του οικονομικού συστήματος, ενώ το πολιτικό σύστημα παραμένει μεν κλειστό αλλά συγχρόνως ακολουθεί μια εξωστρεφή αναπτυξιακή πολιτική. Αυτή βασίζεται στην προσέλκυση κεφαλαίων, στην κατάκτηση ξένων αγορών και στην καταπίεση της εργατικής τάξης (η συνδικαλιστική οργάνωση είτε δεν υπάρχει είτε είναι προέκταση της κρατικής γραφειοκρατίας). Παρ΄ όλη όμως την έλλειψη δημοκρατικών ελευθεριών και τις τεράστιες κοινωνικές ανισότητες, η ραγδαία οικονομική ανάπτυξη οδήγησε στην Κίνα, για παράδειγμα, στη μείωση της απόλυτης φτώχειας. Εκατομμύρια άνθρωποι στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας έχουν για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας τα απολύτως αναγκαία προς το ζην. Επιπλέον σε περιόδους ξηρασίας οι αγρότες δεν πεθαίνουν πια από την πείνα όπως παλαιότερα. Συνήθως οι δυτικοί αναλυτές βλέπουν μόνο τα αυταρχικά χαρακτηριστικά του ασιατικού αναπτυξιακού μοντέλου (πολιτική καταπίεση), σχεδόν ποτέ τα θετικά του (μείωση της απόλυτης φτώχειας).

(γ) Τα αντιαναπτυξιακά κράτη του σοβιετικού υπαρκτού σοσιαλισμού. Εδώ και το οικονομικό και το πολιτικό σύστημα παραμένουν κλειστά. Δεν υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ των δύο θεσμικών χώρων, αφού η γραφειοκρατική λογική της κεντρικής εξουσίας κυριαρχεί και στον οικονομικό τομέα. Το κράτος, αντί για μοχλός, είναι το κύριο εμπόδιο της αναπτυξιακής διαδικασίας. Το σοβιετικό κράτος με άλλα λόγια, λόγω του αντιαναπτυξιακού χαρακτήρα του, έμοιαζε με έναν γίγαντα που είχε πήλινα πόδια. Ηταν ανίκανο να επιβιώσει σε έναν αγώνα δρόμου όπου οι κύριοι ανταγωνιστές έπρεπε να τρέξουν γρήγορα, όχι μόνο για να κερδίσουν την κούρσα, αλλά και για να μείνουν στον αγωνιστικό χώρο.

Ο αδύναμος κρίκος

Ετσι στη νεοφιλελεύθερου τύπου παγκόσμια οικονομική αρένα στις δεκαετίες του ΄70 και του ΄80, οι τρεις βασικοί πυλώνες του παγκόσμιου συστήματος ήταν οι κατηγορίες των κρατών που ανέφερα πιο πάνω. Τα κράτη του σοβιετικού υπαρκτού σοσιαλισμού αποτελούσαν τον αδύναμο κρίκο της διακρατικής αλυσίδας. Δεν είναι λοιπόν περίεργο πως ο κρίκος αυτός έσπασε.

Στις απαρχές του 21ου αιώνα κινούμαστε γρήγορα από τα συστήματα κρατών με προεξάρχοντες στρατιωτικούς/γεωπολιτικούς προσανατολισμούς σε ένα σύστημα όπου κυριαρχούν κράτη με οικονομικούς/αναπτυξιακούς προσανατολισμούς. Στο πλαίσιο αυτού του αναδυόμενου διακρατικού συστήματος κράτη με αντιαναπτυξιακό χαρακτήρα οδηγούνται είτε στην κατάρρευση είτε στην περιθωριοποίηση.

- Η κατάρρευση επομένως του υπαρκτού σοσιαλισμού είχε να κάνει λιγότερο με το δημοκρατικό και περισσότερο με το αναπτυξιακό έλλειμμα. Ενώ στον γεωπολιτικό χώρο, με βάση τον στρατό και τον οπλισμό, το σοβιετικό μπλοκ δεν ήταν σε μειονεκτική θέση, στον οικονομικό χώρο ο οικονομικός ανταγωνισμός με την ήδη αναπτυγμένη Δύση και τη ραγδαία αναπτυσσόμενη Νοτιοανατολική Ασία ήταν σχεδόν αδύνατος.

- Βέβαια τα αίτια της σοβιετικής κατάρρευσης είναι πολλά. Θα μπορούσε να καταρτίσει κανείς μια λίστα από παράγοντες, όπως την πολιτική καταπίεση, την ανάπτυξη στον πληθυσμό μέσω της από τα ΜΜΕ σύγκρισης με τη Δύση καταναλωτικών αναγκών που το καθεστώς δεν μπορούσε να ικανοποιήσει, τη γεροντοκρατική πολιτική εξουσία, τα λάθη του Γκορμπατσόφ κτλ. Με μια τέτοια λίστα όμως δεν θα μπορούσε να δείξει κανείς πώς το ένα αίτιο συνδέεται με το άλλο. Νομίζω πως η εξήγηση που επικεντρώνεται στις διακρατικές σχέσεις οικονομικού ανταγωνισμού σε ένα ραγδαία εξελισσόμενο, νεοφιλελεύθερου τύπου παγκόσμιο σύστημα μας βοηθάει να δούμε πώς οι διάφοροι παράγοντες που οδήγησαν στην κατάρρευση συνδέονται μεταξύ τους. Μας βοηθάει επίσης να καταλάβουμε γιατί το Τείχος έπεσε σε μια συγκεκριμένη στιγμή και όχι νωρίτερα ή αργότερα.
  • Ο κ. Νίκος Μουζέλης είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στη London School of Εconomics.

Σάββατο 5 Ιουλίου 2008

«Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΕ ΔΙΑΡΚΗ ΚΡΙΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ’80»


Ο κοινωνιολόγος Νίκος Μουζέλης, στο νέο του βιβλίο, ασκεί κριτική στην πολιτική και στις σχέσεις εξουσίας που έζησε από κοντά

Συνέντευξη στον Βασιλη Μαγκλαρα, Η Καθημερινή, 06/07/2008

Από το LSE στην ελληνική πραγματικότητα και από τον Μαρξ και Βέμπερ στον Πάρσονς, ο διαπρεπής Ελληνας κοινωνιολόγος έχει πολλά να διηγηθεί όταν πρόκειται για τη θεωρία και την πολιτική. Με το πολιτικό κυρίως έργο του βρέθηκε στο στόχαστρο και της δεξιάς και της αριστεράς, χωρίς όμως να συμβιβάζεται ως προς τις ιδέες του. Παρότι είχε πολλές ευκαιρίες να εισέλθει στην πολιτική σκηνή, αρνήθηκε πεισματικά αυτό που άλλοι ονειρεύονται. Είναι ενάντια στην κομματοκρατία, παρότι έχει φίλους κομματικούς, και όταν συναναστρέφεσαι μαζί του μαθαίνεις ότι δεν μασάει τα λόγια του αν πρόκειται να ασκήσει κριτική ακόμα και σε αυτούς με τους οποίους, θεωρητικά τουλάχιστον, ταυτίζεται πολιτικά.

Το σακίδιό του και το φτηνό στιλό με το οποίο γράφει, όπως και η γεμάτη με υποχρεώσεις ατζέντα του, καταδεικνύουν ότι ο Μουζέλης δεν σκηνοθέτησε ποτέ τον εαυτό του. Οταν μιλάς, απλός φοιτητής, κρατάει σημειώσεις. Αν δεν τον γνωρίζεις πιστεύεις ότι το κάνει για να σε «αποδομήσει», γρήγορα όμως διαπιστώνεις ότι θέλει απλώς να ανταλλάξει απόψεις μαζί σου. Αγχώνεται για απλά πράγματα, θέλει η συζήτηση να γίνεται πάντα σε ήρεμο κλίμα και είναι πολύ εύκολο να τον πείσεις, αρκεί να μη φωνάζεις. Ο Μουζέλης σέβεται όλες τις απόψεις, και αυτό είναι ίσως που τον κάνει πραγματικό αριστερό. Ομότιμος ήδη καθηγητής του LSE, εκδίδει πολύ σύντομα στο Cambridge University Press αυτό που ο ίδιος θεωρεί το καλύτερο του έργο, το Modern and Postmodern Theorizing: Bridging the divine.

Πιστεύει ότι η θεωρία πρέπει να αποχωρήσει από τους μεγάλους χωρισμούς και να αναζητήσει την κοινή γραμμή, τη δυνατότητα του υποκειμένου να «αναπνεύσει» και της κοινωνίας να λειτουργήσει ως ολότητα. Στρέφεται ενάντια σε αυτούς που αποκαλεί «παλαιομαρξιστές», αλλά και στην αγριότητα του σύγχρονου καπιταλισμού που χρησιμοποιεί τους ανθρώπους ως αναλώσιμες μηχανές παραγωγής υλικών αγαθών. Ο Μουζέλης αναζητεί εν τέλει μέσα από τη θεωρία του αυτό που μεγιστοποιεί την κοινωνική ευημερία και την ατομική ελευθερία. Επειτα από πενήντα χρόνια στη θεωρία, ψάχνει ακόμα την απάντηση στο σωκρατικό ερώτημα: «Πώς πρέπει να ζούμε;».

  • Νεαρός μαρξιστής τη δεκαετία του ’60, οπαδός του τρίτου δρόμου και του εκσυγχρονισμού τη δεκαετία του ’90. Πού οφείλεται αυτή η πολιτική σας αλλαγή;

— Δεν ήμουν ποτέ μαρξιστής με τη στενή έννοια του όρου. Απλά, στη δεκαετία του ’60, όπως και σήμερα, θεωρώ πως πρέπει να προσεγγίζει κανείς το έργο του Μάρξ όπως και τα άλλα κλασικά έργα της κοινωνιολογίας, για παράδειγμα, αυτά του Βέμπερ και του Ντιρκέιμ. Και οι τρεις αυτοί στοχαστές μάς προσφέρουν εννοιολογικά εργαλεία που μας βοηθούν να κατανοήσουμε πώς οι νεωτερικές κοινωνίες συγκροτούνται, αναπαράγονται και μετασχηματίζονται.

Η μόδα στις κοινωνικές επιστήμες τη δεκαετία του ’60 ήταν ο μαρξισμός. Σήμερα είναι ο αντιμαρξισμός, από τη μια, μεριά και ο αποδομητικός λόγος τύπου Ντεριντά, από την άλλη. Αντίθετα με τις φυσικές επιστήμες, οι κοινωνικές τείνουν να ακολουθούν τη μόδα. Οσο μπορούσα προσπάθησα στο έργο μου να αντισταθώ στη μόδα. Οσο για τον τρίτο δρόμο, πιστεύω πως στη σημερινή συγκυρία η κεντροαριστερά πρέπει να χαράξει μια νέα στρατηγική μεταξύ της συμβατικής σοσιαλδημοκρατίας και του laissez-faire καπιταλισμού που κυριαρχεί σήμερα. Στην πρώτη περίπτωση οι κεϊνσιανές πολιτικές που ήταν οικονομικά αποτελεσματικές και κοινωνικά δίκαιες δεν λειτουργούν σήμερα. Στη δεύτερη περίπτωση ο τωρινός φονταμεταλισμός της αγοράς οδηγεί σε μια βάρβαρη κατάσταση που εντείνει τις ανισότητες, την ανασφάλεια και την περιθωριοποίηση ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Ο τρίτος δρόμος είχε ταυτιστεί με τον Μπλερ. Πιστεύω όμως πως δεν υπάρχει ένας, αλλά πολλοί τρίτοι δρόμοι. Για να απαντήσω πιο άμεσα στην ερώτησή σας, από τη δεκαετία του ’60 μέχρι σήμερα πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω ότι η σοσιαλδημοκρατία στη «χρυσή εποχή» της (1945 - 1970) οδήγησε στη Δύση σε κοινωνίες που για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας κατόρθωσαν να συνδυάσουν την οικονομική ανάπτυξη, την κοινοβουλευτική δημοκρατία και τη σχετική κοινωνική δικαιοσύνη. Τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα, ο μόνος ρεαλιστικός στόχος μιας προοδευτικής διακυβέρνησης δεν είναι η υπέρβαση αλλά ο εξανθρωπισμός του καπιταλισμού σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο.

Γέφυρες προσέγγισης

  • Πολύ σύντομα δημοσιεύεται από το Cambridge University Press το νέο σας βιβλίο. Τι επιχειρείτε να καταδείξετε μέσα από τις θεωρητικές σας αναλύσεις;

— Το τελευταίο μου βιβλίο προσπαθεί να χτίσει γέφυρες μεταξύ δύο αντιμαχόμενων σχολών. Πολύ σχηματικά, η προσέγγιση της πρώτης, η «μοντέρνα», χαρακτηρίζεται από μια πίστη στην αντικειμενικότητα της επιστημονικής ανάλυσης, στη δυνατότητά της να υπερβεί διάφορους δογματισμούς και να μας δώσει λίγο - πολύ μια έγκυρη εικόνα της πραγματικότητας. Από την άλλη μεριά, η μεταμοντέρνα προσέγγιση αμφισβητεί την έννοια της αντικειμενικότητας, καθώς και την ικανότητα των κοινωνικών επιστημών να παράξουν γνώση που να είναι πιο έγκυρη από αυτή του απλού, μη ειδικού υποκειμένου. Ο σκοπός του βιβλίου μου δεν είναι απλά να δείξω πως και οι δυο προσεγγίσεις έχουν δυνατά και αδύνατα σημεία. Είναι περισσότερο μια προσπάθεια δημιουργίας νέων εννοιολογικών εργαλείων με τη βοήθεια των οποίων θα μπορεί ο ερευνητής να μεταφράζει τα επιχειρήματα του ενός θεωρητικού παραδείγματος στη γλώσσα του άλλου.

Ακρίβεια και ανισότητα

  • Κάποιοι μιλούν, λόγω της παγκόσμιας επισιτιστικής κρίσης που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, το κύμα ακρίβειας και τις μεγάλες οικονομικές ανισότητες, για το τέλος του υπαρκτού καπιταλισμού. Ωστόσο, στην Ευρώπη βλέπουμε να επεκτείνεται η κυριαρχία της κεντροδεξιάς. Πού πιστεύετε ότι οφείλεται αυτό το πολιτικό παράδοξο;

— Αυτό οφείλεται στο ότι στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης υπάρχει μια ανισορροπία ισχύος μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Η πρωτοφανής κινητικότητα του κεφαλαίου τού δίνει τη δυνατότητα, όταν μια κεντροαριστερή κυβέρνηση επιβάλλει σοβαρούς περιορισμούς στην εργοδοσία, π.χ. υψηλή φορολογία, να καταφύγει σε χώρες όπου η εργασία είναι φθηνή και οι έλεγχοι στους χώρους εργασίας χαλαροί ή ανύπαρκτοι. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι συμβατικές κεϊνσιανές πολιτικές παύουν να είναι αποτελεσματικές. Προφανώς αυτή η κατάσταση ευνοεί περισσότερο την κεντροδεξιά παρά την κεντροαριστερά και αυτό γιατί οι πολιτικές της πρώτης είναι πλήρως εναρμονισμένες με το ευρύτερο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο.

Πρόεδρος της ΜΚΟ «Παρέμβαση»

Ο Νίκος Μουζέλης είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας του LSE. Δίδαξε για περισσότερα από τριάντα χρόνια στο LSE και ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Κρήτης το 2005. Είναι πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής της Ακαδημίας Εργασίας της ΓΣΕΕ. Επιπλέον, είναι πρόεδρος της ΜΚΟ «Ενωση Πολιτών για την Παρέμβαση», μια οργάνωση που έχει σαν στόχο την ενίσχυση της Κοινωνίας των Πολιτών και τον αγώνα κατά της κομματικοκρατίας. Ο Νίκος Μουζέλης έχει δημοσιεύσει δεκάδες επιστημονικά άρθρα και βιβλία στα αγγλικά, μέρος των οποίων έχει δημοσιευτεί και στα ελληνικά.

«Η κομματικοκρατία, πηγή της κακοδαιμονίας»

  • Εχοντας θητεύσει όλη την πανεπιστημιακή σας ζωή σε πανεπιστήμια του εξωτερικού και ειδικά στο LSE, ως εξωτερικός παρατηρητής, ποιοι νομίζετε ότι είναι οι «δαίμονες» που έχουν καθηλώσει το ελληνικό πανεπιστήμιο;

— Νομίζω ότι στον πανεπιστημιακό χώρο, όπως και σε πολλούς άλλους θεσμικούς χώρους της ελληνικής κοινωνίας, η κύρια πηγή της κακοδαιμονίας είναι η κομματικοκρατία. Οι άκρως κομματικοκρατούμενες φοιτητικές οργανώσεις προωθούν περισσότερο τα συμφέροντα των κομμάτων και λιγότερο αυτά της πλειοψηφίας των φοιτητών. Πιο συγκεκριμένα, η κομματική λογική από τη μια μεριά και ο γραφειοκρατικός συγκεντρωτισμός του υπουργείου Παιδείας από την άλλη, υποσκάπτουν την αυτόνομη λογική και τις αξίες του πανεπιστημίου.

Η Κοινωνία των Πολιτών

  • Η Κοινωνία των Πολιτών έχει δεχθεί σημαντική κριτική και από δεξιά και από αριστερά. Ποιο είναι σήμερα το πολιτικό περιεχόμενο της ΚτΠ και πώς μπορεί –εάν μπορεί– να συμβάλει δημιουργικά στην πρόοδο των σύγχρονων ευρωπαϊκών δημοκρατιών;

— Η έννοια της Κοινωνίας των Πολιτών έχει όντως δεχθεί σημαντική κριτική. Την κατηγορούν, για παράδειγμα, πως δεν έχει δημοκρατική νομιμότητα, αφού οι ΜΚΟ και τα νέα κινήματα δεν ψηφίζονται από το λαό όπως τα κόμματα. Αλλά οι επικριτές της δεν λαμβάνουν υπόψη τους πως, στις ώριμες δημοκρατικές κοινωνίες, η συμμετοχή των πολιτών στις δημοκρατικές διαδικασίες δεν γίνεται μόνο μέσω των κομμάτων, αλλά και μέσω άλλων οργανώσεων. Είναι μόνο σε κορπορατιστικά καθεστώτα τύπου Φράνκο και Σαλαγάρ που οι αυτόνομες από το κράτος εθελοντικές οργανώσεις καταστέλλονται. Η ΚτΠ αμφισβητείται επίσης επειδή εμπεριέχει οργανώσεις με αυταρχικά αντικοινωνικά χαρακτηριστικά, π.χ. ρατσιστικές οργανώσεις. Αυτό είναι σωστό μεν αλλά δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να οδηγήσει στη γενικευμένη απαξίωση της ΚτΠ. Πρέπει μάλλον να οδηγήσει σε μια προσπάθεια από τους ενεργούς πολίτες ενδυνάμωσης των ΜΚΟ με ανθρωπιστικές αξίες και αποδυνάμωσης της σκοτεινής πλευράς της ΚτΠ.

Πιο γενικά, αν ορίσουμε την ΚτΠ σαν έναν τρίτο χώρο μεταξύ κράτους και αγοράς, τότε μια ισχυρή ΚτΠ μπορεί να λειτουργήσει σαν αντίβαρο και στις αυταρχικές τάσεις του κομματικοκρατικού συστήματος και στις μονοπωλιακές τάσεις της αγοράς.

  • Στην «Παρέμβαση», τη ΜΚΟ της οποίας είστε πρόεδρος, έχετε χρεωθεί το πολιτικό επίτευγμα της προώθησης των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών και ειδικά του Συνηγόρου του Πολίτη. Με πάνω από μια δεκαετία λειτουργίας αυτών των αρχών, πιστεύετε ότι έχουν αποδώσει το αναμενόμενο ή προσδοκώμενο έργο;

— Μόνον ο Συνήγορος του Πολίτη, του οποίου ο πρώτος πρόεδρος ήταν ενεργό μέλος της Παρέμβασης κατόρθωσε να λειτουργήσει κατά σχετικά αυτόνομο και αποτελεσματικό τρόπο. Οι υπόλοιπες αρχές δεν έχουν ούτε τους ανθρώπινους και υλικούς πόρους ούτε την αυτονομία που χρειάζεται για την αποτελεσματική λειτουργία τους. Και αυτό γιατί οι εκάστοτε κυβερνήσεις δεν θέλουν πραγματικά ανεξάρτητες αρχές που να κάνουν ουσιαστική κριτική στο κυβερνητικό έργο. Ετσι, αργά ή γρήγορα, μετατρέπονται σε διοικητικές επεκτάσεις του κρατικού μηχανισμού.

Η ενοποίηση της Ε.Ε.

  • Πώς βλέπετε το μέλλον της Ευρώπης και ποιοι πρέπει να είναι οι στόχοι της;

— Για εμένα, η Ευρώπη δεν πρέπει να παραμείνει μια μεγάλη αγορά. Αν όχι για κανέναν άλλο λόγο, γιατί ακόμη και η αγορά για να λειτουργεί σωστά χρειάζεται πολιτική ρύθμιση. Αρα, ο κύριος μελλοντικός στόχος της Ευρώπης πρέπει να είναι η πολιτική ενοποίηση. Αυτός ο στόχος είναι σήμερα εξαιρετικά δύσκολος. Και αυτό γιατί οι ηγεσίες της Ευρώπης των «15» ακολούθησαν μια λανθασμένη στρατηγική. Ακολούθησαν το δρόμο της διεύρυνσης πριν από την πολιτική ενοποίηση. Παρ’ όλα αυτά, η τελευταία δεν είναι σήμερα ένας ουτοπικός στόχος. Μπορεί και πρέπει να επιτευχθεί αν η Ε.Ε. θέλει να καταστεί ένας σοβαρός παίκτης στην παγκόσμια αρένα.

Θεωρητική και εμπειρική ανάλυση

  • Ο Πλάτωνας πέρασε από το νεανικό του έργο, την «Πολιτεία», στο ώριμο έργο του, τους «Νόμους», εγκαταλείποντας σχεδόν όλο το επαναστατικό του πρόταγμα για την κοινωνία. Εσείς περάσατε από τη μελέτη της νέο-ελληνικής κοινωνίας στο ώριμο «Modern and Postmodern Theorizing: Bridging the divine». Τελικά η πορεία της θεωρίας είναι η ωρίμαση και ο μετριασμός των παθών ή η παραίτηση από τον στόχο της αλλαγής του κόσμου;

— Είναι αλήθεια πως στη σταδιοδρομία μου πέρασα από την κοινωνιολογία των οργανώσεων και της ανάπτυξης στην ιστορική κοινωνιολογία και τέλος στη μελέτη της μεταμοντέρνας πνευματικότητας, καθώς και της κοινωνικής θεωρίας. Βέβαια, στον τελευταίο χώρο η έμφαση είναι λιγότερο στο εμπειρικό και περισσότερο στο θεωρητικό. Αλλά νομίζω είτε μας ενδιαφέρει να καταλάβουμε πώς λειτουργεί ο κόσμος είτε πώς μπορούμε να τον αλλάξουμε, χρειάζεται ένας συνδυασμός θεωρητικής και εμπειρικής ανάλυσης. Η θεωρία χωρίς εμπειρική βάση είναι έωλη. Η εμπειρική έρευνα χωρίς θεωρία είναι τυφλή.

  • ΒΛΕΠΕ ΚΑΙ: ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΖΕΛΗΣ. Ο εισηγητής του εκσυγχρονισμού. Ο διαπρεπής κοινωνιολόγος έχει επιτύχει μια θαυμαστή ισορροπία ανάμεσα στη διεθνή ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία και στις οξυδερκείς παρεμβάσεις του στα ελληνικά πράγματα [Δ. Μητρόπουλος, Το Βήμα, 25/08/1996]