Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σοσιαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σοσιαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Πόσο δημοκρατική είναι η Αριστερά


  • Ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν Τζεφ Ιλι εξηγεί πώς μεταξύ 1850 και 2000 σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αναρχικοί και άλλοι ριζοσπάστες απέτυχαν μεν να αντικαταστήσουν τον καπιταλισμό με τον σοσιαλισμό, αλλά καθ΄ οδόν προς τον σοσιαλισμό εμπλούτισαν τη δημοκρατία
  • ΤΟΥ ΔΗΜ. Α. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ | Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011
H άποψη του Τζεφ Ιλι ότι τον τελευταίο ενάμιση αιώνα η Αριστερά στις διάφορες εκδοχές της συνέβαλε στη διεύρυνση και στον εμπλουτισμό της δημοκρατίας δεν είναι πρωτότυπη. Και άλλοι αναλυτές, όπως ο κοινωνιολόγος Μάικλ Μαν, έχουν υποστηρίξει ότι οι κυριότερες κατακτήσεις του εργατικού κινήματος και των αριστερών κομμάτων που αντιμάχονταν τον καπιταλισμό δεν άλλαξαν τόσο αυτόν όσο τη δημοκρατία. Ωστόσο ο Ιλι εξηγεί καλύτερα από κάθε άλλον πώς, μεταξύ των ετών 1850 και 2000, σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αναρχικοί και άλλοι ριζοσπάστες απέτυχαν μεν να αντικαταστήσουν τον καπιταλισμό με τον σοσιαλισμό, αλλά καθ΄ οδόν προς τον σοσιαλισμό εμπλούτισαν τη δημοκρατία.

Ο συγγραφέας ξεκινά από την τυπική έννοια της δημοκρατίας ως πολιτεύματος όπου διεξάγονται εκλογές με καθολική, ισότιμη και μυστική ψηφοφορία από άνδρες και γυναίκες και ασκούνται ακώλυτα οι πολιτικές ελευθερίες. Το επιχείρημά του είναι ότι ούτε καν αυτή η διαδικαστική αντίληψη της δημοκρατίας δεν θα είχε πραγματοποιηθεί χωρίς τους αγώνες των αριστερών, καθώς και των φεμινιστικών, συνεταιριστικών, συνδικαλιστικών, ειρηνιστικών και οικολογικών κινημάτων. Χάρη κυρίως στις δικές τους κινητοποιήσεις, κοινωνικές ομάδες που αρχικά ήταν αποκλεισμένες ενσωματώθηκαν στο πολιτικό σύστημα, ενώ στα αστικά και στα πολιτικά δικαιώματα προστέθηκαν και τα κοινωνικά.
  • Με ευρυγώνια ματιά

Η πρωτοτυπία του Ιλι έγκειται αλλού. Πρώτον, στο πώς εξηγεί τον εκδημοκρατισμό. Εκεί που ορισμένοι πολιτικοί επιστήμονες θα γενίκευαν τα συμπεράσματά τους με βάση στατιστικές συσχετίσεις ανάμεσα σε επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης και βαθμούς εκδημοκρατισμού, ο Ιλι μιλάει για συνελεύσεις εργατών, στρατηγικές κομμάτων και συνδικάτων και εξεγέρσεις. Οπου τυχόν παραδοσιακοί αναλυτές θα εστίαζαν στις αντιλήψεις και συμπεριφορές των δημοκρατικών ελίτ κατά την παράδοση ή στην εγκατάλειψη της εξουσίας από τους επικεφαλής αυταρχικών καθεστώτων, ο βρετανός ιστορικός εστιάζει στη συμπεριφορά των μαζών.

Δεύτερον, ο Ιλι έχει ευρυγώνια ματιά. Αντλεί ιστορικά παραδείγματα από πολλές χώρες της Δυτικής, Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης. Τρίτον, ο συγγραφέας πείθει ότι η δημοκρατία στην Ευρώπη δεν εξελίχθηκε νομοτελειακά, αλλά αναπτύχθηκε μέσα από πέντε διαδοχικές υπερβάσεις των εκάστοτε θεσμικών τειχών που κατέρρεαν κάθε φορά, αφήνοντας χώρο για περισσότερη δημοκρατία. Οι πέντε κρίσιμες στιγμές περαιτέρω εκδημοκρατισμού, στον οποίο κατεξοχήν συνέβαλε η Αριστερά κάθε εποχής, ήταν οι εξής: 1776-1815 (αστικές επαναστάσεις), 1859-1871 (κοινοβουλευτικός συνταγματισμός), 1914-1923 (πτώση αυτοκρατοριών, κομμουνιστικές εξεγέρσεις), 1943-1949 (κορπορατισμός, κράτος πρόνοιας) και 1989-1992 (εκδημοκρατισμός της Ανατολικής Ευρώπης).

Η αφήγηση του Ιλι γίνεται επική όταν παραθέτει ιστορίες αγωνιστών, από πολωνούς αντιστασιακούς εγκλωβισμένους στο γκέτο της Βαρσοβίας ως βρετανίδες φεμινίστριες της εποχής μας. Κάποτε ωστόσο ο καταιγισμός πληροφοριών (ονόματα, τόποι και χρονολογίες) αφαιρεί από την αναγνωστική απόλαυση. Τα παραθέματα από βιβλία πρωταγωνιστών κάθε εποχής παρεμβάλλονται αναζωογονητικά, έστω και αν- τόσο στο πρωτότυπο όσο και στην ελληνική έκδοση- η σώρευση των υποσημειώσεων στο τέλος κάθε τόμου οδηγεί στη βασανιστική αναζήτηση των παραπομπών. Πάντως τα ευρετήρια είναι εξαιρετικά χρήσιμα, η δε ελληνική μετάφραση και επιμέλεια αξίζουν επαίνους.
  • Βιαστικές ερμηνείες

Προσπαθώντας να συγκεράσει θεωρητικές συζητήσεις δεκαετιών για το αν η κοινωνική τάξη ή η οπτική του φύλου είναι τα καταλληλότερα εργαλεία για να ερμηνεύσει κανείς το παρελθόν, ο συγγραφέας υφαίνει στην ανάλυσή του μοτίβα φεμινιστικών αγώνων,καθώς και άλλων, μη ταξικών, διεκδικήσεων. Αντίθετα μάλιστα με την ερμηνεία που δίνει ο επιμελητής της ελληνικής έκδοσης στον κατά τ΄ άλλα πολύ ενδιαφέροντα πρόλογό του, ο βρετανός ιστορικός δεν επιμένει στην ταξική ανάλυση, ιδίως στην περίοδο μετά το 1968. Ούτε ελπίζει «να παρουσιαστεί η εργατική τάξη ξανά ως συλλογικό δρων υποκείμενο» ούτε προχωρεί σε σκωπτικά σχόλια για τον Ρομάνο Πρόντι και τον Κώστα Σημίτη, όπως κάνει ο επιμελητής (σελ. 21). Ο Ιλι αποδίδει μεν στους σοσιαλδημοκράτες έλλειψη«φαντασίας ή γενναιοψυχίας» (σελ. 821) αλλά δεν φθάνει να κατηγορήσει τη μεταρρυθμιστική Αριστερά ότι«επιζητεί εύσημα καλής διαγωγής από τους πλούσιους»(σελ. 20 του ελληνικού προλόγου).



  • Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ πρόδρομος του σοσιαλισμού

  • του Γιώργου Μωραΐτη* ΠΡΙΝ, 19/12/2010
Ο Ρουσσώ καλύπτει με τη ζωή του το μεγαλύτερο μέρος του 18ου αιώνα (1712-1778). Με τη σκέψη του έθεσε τις βάσεις για μια ριζοσπαστική ανάγνωση του πολιτικού φαινομένου, μολονότι χρονικά δεν συνέπεσε με καμία από τις μεγάλες επαναστάσεις του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα. Στο παρόν άρθρο θα επιχειρήσω ευσύνοπτα να παρουσιάσω πώς ο Ρουσσώ συνδέεται με τη διατύπωση ενός πρώιμου σοσιαλιστικού αιτήματος, μολονότι ο σοσιαλισμός σαν οικονομικό και πολιτικό σύστημα είναι προϊόν του 19ου αιώνα και της βιομηχανικής επανάστασης.
Τη σχέση αυτή θα υποστηρίξω ανατρέχοντας στις θέσεις του φιλοσόφου για τον άνθρωπο σαν έλλογο ον (φιλοσοφική ανθρωπολογία) και στην αντίληψή του για την ιστορία σαν διαδικασία εξέλιξης και προόδου του ανθρώπου και του πολιτισμού του (φιλοσοφία της ιστορίας), μολονότι για κάποιους μελετητές δεν πρέπει να αναζητούμε μια πλήρως ανεπτυγμένη φιλοσοφία της ιστορίας στο έργο του στοχαστή.[1] Βεβαίως, τα δύο αυτά ζητήματα είναι τόσο στενά συνδεδεμένα στην περίπτωση του Ρουσσώ, που είναι σχεδόν αδύνατο να αναφερθείς ή να αναλύσεις το ένα, χωρίς ταυτόχρονα να αναφερθείς και στο άλλο.

Όταν μιλάμε για φιλοσοφία της ιστορίας, εννοούμε τα κριτήρια που κάποιος στοχαστής θέτει και βάσει των οποίων εξετάζει το ζήτημα της προόδου με τη μορφή της βελτίωσης της κατάστασης των ανθρώπων, υλικά και διανοητικά. Βεβαίως, η συζήτηση αυτή ήταν ευρέως διαδεδομένη την περίοδο του Διαφωτισμού, ο Ρουσσώ όμως την πάει ένα βήμα παραπέρα. Η ισχυρή του διάνοια και το κριτικό του πνεύμα δεν αντιτίθενται απλά στις ασυνέπειες του Διαφωτισμού, αλλά συγκλονιστικά αποκαλύπτουν τον έντονα ταξικό και μάλιστα αστικό τους χαρακτήρα και περιεχόμενο.
Με άλλα λόγια, ο Ρουσσώ διαφωνεί με την τάση των ανερχόμενων αστών και των ιδεολογικών τους εκπροσώπων να αποκλείουν βάναυσα το ευρύτερο λαϊκό και μαζικό στοιχείο από τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις. Εδώ ακριβώς στηριζόμενος ο Marc Plattner υποστήριξε ότι ο Ρουσσώ ήταν ο πρώτος φιλόσοφος που άσκησε δριμεία κριτική στο Διαφωτισμό από τα Αριστερά.[2]

Η θεωρία της ιστορίας στον Ρουσσώ, σε απόλυτο σχεδόν βαθμό, ενσωματώνει την εξέλιξη και τη γιγάντωση της ανισότητας μεταξύ των ανθρώπων. Είναι η ιστορία της ανισότητας, της εκμετάλλευσης και της αδικίας. Για το φιλόσοφο, η ανισότητα και η εκμετάλλευση δεν είναι ουδέτερα φορτισμένες, αλλά έντονα ταξικά και μάλιστα αστικά. Με κανένα τρόπο δεν ανάγονται στην πρωταρχική φυσική κατάσταση του ανθρώπου, εφόσον οι φυσικές διαφορές δεν είναι ικανές να δικαιολογήσουν τη σύγκρουση και την αδικία, όπως τις αντιλαμβανόμαστε γύρω μας, μέσα στις πολιτικές κοινωνίες. Αλλού πρέπει να αναζητήσουμε τα αίτια και τα θεμέλια της ανισότητας.

Τη συζήτηση αυτή ο Ρουσσώ την αναπτύσσει στις σελίδες του Λόγου περί Ανισότητας, όπου και συνδέει την ανισότητα με την εξάρτηση που δημιουργείται μεταξύ των ανθρώπων κατά τη διαδικασία παραγωγής των αγαθών. Με άλλα λόγια, ο φιλόσοφος στηλιτεύει την εξαρτημένη εργασία. Η εξαρτημένη εργασία είναι που δημιουργεί εκμετάλλευση και τελικά ανισότητα. Η διατύπωση είναι διαφωτιστική:

«… όσο καιρό (ο άνθρωπος) καταγινόταν με εργασίες που μπορούσε να κάνει μόνος του, … έζησαν (όλοι οι άνθρωποι) ελεύθεροι, γεροί και ευτυχισμένοι… από τη στιγμή όμως που ένας είχε την ανάγκη βοήθειας κάποιου άλλου, από τη στιγμή που αντιλήφθηκαν πως ήταν χρήσιμο στον ένα να διαθέτει προμήθειες για δύο, η ισότητα χάθηκε, η ιδιοκτησία εισχώρησε, η εργασία έγινε απαραίτητη… γρήγορα φάνηκε να βλασταίνει και να μεγαλώνει, μαζί με τη σοδειά, η σκλαβιά και η δυστυχία».[3]

Στο απόσπασμα αυτό ήδη φάνηκε ότι πέρα από την εξαρτημένη εργασία, η πορεία της εξέλιξης του ανθρώπου επηρεάστηκε αρνητικά και από ένα άλλο στοιχείο, από την εισαγωγή της ατομικής ιδιοκτησίας. Ο Ρουσσώ, αν και δεν αμφιβάλει ότι η ανθρώπινη ιστορία έπρεπε να περάσει από αυτό το στάδιο εξέλιξης, εντούτοις είναι πεπεισμένος ότι η ανθρώπινη εκμετάλλευση και ανισότητα θεμελιώνεται ακριβώς στην ιδιοποίηση αλλοτριώσιμων φυσικών πόρων, που μάλιστα από ένα σημείο και ύστερα έγινε ασύδοτη και ανεξέλεγκτη.
Η ασυδοσία αυτή οδήγησε στη συστηματοποίηση της οικονομικής παραγωγής με την εισαγωγή της μεταλλουργίας και της γεωργίας, που με τη σειρά τους οδήγησαν στην πρακτική του καταμερισμού της εργασίας.[4] Ύστερα από όλα τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι η εξέλιξη στο πλαίσιο της ιστορικής προόδου ταυτίζεται με την ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, που θεμελιώνεται στο δικαίωμα για ιδιοκτησία και στην εξαρτημένη εργασία.

Ταυτόχρονα με την αρνητική, αλλά αναγκαία και αναπόφευκτη, αυτή εξέλιξη των ανθρώπινων υποθέσεων, συντελείται και μία ακόμη, εξίσου σημαντική και επιβλαβής. Είναι η παρακμή του ανθρώπινου ήθους, που ταυτίζεται με το αγρίεμα των παθών και τη δυνατότητα που αποκτούν οι άνθρωποι να αντιλαμβάνονται και να προσπαθούν να κάνουν κακό στους άλλους, στοιχεία δηλαδή που απουσιάζουν πλήρως από το ρεπερτόριο των αντιδράσεων και συμπεριφοράς των φυσικών ανθρώπων.

Στο σημείο αυτό, και αναφορικά με το φυσικό άνθρωπο και τη φυσική κατάσταση στη σκέψη του Ρουσσώ, δημιουργείται συνήθως μια παρανόηση. Συγκεκριμένα, ο φιλόσοφος πουθενά δεν υποστηρίζει ότι η φυσική κατάσταση, και η ταυτόχρονη απουσία πολιτισμού και κοινωνίας, υπήρξε η ιδανική και ευτυχέστερη στιγμή του ανθρώπινου είδους. Κάθε άλλο.[5] Αν κάτι θετικό υπήρξε σε εκείνο το χρονικά απροσδιόριστο παρελθόν είναι ο χαρακτήρας και τα ανόθευτα φυσικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου που του έδιναν τη δυνατότητα να δημιουργήσει κοινωνίες.
Το πρώτο στοιχείο είναι η «γαλήνη των παθών» και το άλλο η άγνοια του κακού, που πρακτικά μεταφράζεται σε κάτι πολύ ανώτερο, δηλαδή σε συμπόνια ή αλληλεγγύη, σε ένα εγγενές αίσθημα συμπάθειας και κατανόησης για τα άτομα του ίδιου είδους, όταν μάλιστα αυτά υποφέρουν.

Το τρίτο στοιχείο πάλι που ο φιλόσοφος αναγνωρίζει σαν ίδιον του ανθρώπου είναι η επιθυμία για εξέλιξη και βελτίωση της θέσης του και της κατάστασής του. Εύκολα, συνδυάζοντας όλα τα παραπάνω στοιχεία, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι στο κέντρο της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας του Ρουσσώ τοποθετείται το αίτημα για εξέλιξη που όμως διαθέτει ένα σαφέστατο ηθικό όριο. Το όριο αυτό είναι η αποφυγή πρόκλησης ζημίας στους άλλους ή διαφορετικά η ικανοποίηση του αιτήματος της εξέλιξης για όλους από κοινού τους ανθρώπους, ως είδος, και όχι ως  εξατομικευμένες μονάδες.
Απορρίπτεται κατηγορηματικά δηλαδή η βελτίωση των ατόμων που θεμελιώνεται στην εκμετάλλευση και τη δυστυχία όλων των υπολοίπων. Η απόρριψη του θεσμού της ιδιοκτησίας στηρίζεται ακριβώς εδώ, στο ότι δηλαδή η ατομική ιδιοκτησία είναι το κατεξοχήν προϊόν εκμετάλλευσης και εξαπάτησης, κάτι που ο Ρουσσώ περιγράφει γλαφυρότατα στην αρχή του δεύτερου μέρους του Λόγου περί Ανισότητας, όπου και διαβάζουμε για εγκλήματα, πολέμους, φόνους, αθλιότητες, αίσχη και αγύρτες.[6]

Η αναφορά μας στην πολιτική φιλοσοφία του Ρουσσώ στο τέλος αυτού του άρθρου, δεν γίνεται επειδή ο Ρουσσώ απλά θεωρείται ένας μεγάλος πολιτικός στοχαστής, αλλά επειδή αφενός στη σκέψη του η πολιτική και η ιστορία ταυτίζονται και αφετέρου επειδή η γιατρειά όλων των ανθρώπινων προβλημάτων βρίσκεται ακριβώς στις πολιτικές αρετές των ανθρώπων. Με άλλα λόγια, επειδή η φιλοσοφία της ιστορίας και η φιλοσοφική ανθρωπολογία σε ένα μεγάλο μέρος τους είναι πολιτική θεωρία και κοινωνική κριτική.
Οι πολιτικές κοινωνίες λοιπόν, στην αρχή της εμφάνισής τους, υπήρξαν, όπως και η ατομική ιδιοκτησία, προϊόν εξαπάτησης των πολλών από λίγους πονηρούς. Υπήρξαν η θεωρητική νομιμοποίηση και ηθική δικαιολόγηση της ανισότητας κατά τέτοιο τρόπο, που όπως παρατηρεί ο Ρουσσώ: «πρόσθεσαν νέες δυσκολίες στον αδύναμο και νέες δυνάμεις στον πλούσιο»[7], εφόσον «είναι λογικό να πιστεύει κανείς πως ένα πράγμα μάλλον εφευρέθηκε από εκείνους που ωφελεί, παρά από αυτούς που βλάπτει».[8]

Από την άλλη πλευρά όμως, οι πολιτικές κοινωνίες φέρουν τα στοιχεία εκείνα που μπορούν ουσιαστικά να εξελίξουν την ανθρώπινη κατάσταση, με τρόπο που να ικανοποιεί την επιθυμία για αποφυγή πρόκλησης ζημιάς στους άλλους. Μπορεί, κατά το φιλόσοφο, ο άνθρωπος να γίνει το ηθικό ον που οφείλει να είναι, βάσει της φύσης του, πριν αυτή αλλοιωθεί από τις βλαβερές συνέπειες του θεσμού της ατομικής ιδιοκτησίας και την ανάπτυξη του αισθήματος της φιλαυτίας. Αν άλλωστε ο Ρουσσώ δεν πίστευε κάτι τέτοιο, δεν θα είχε κανένα λόγο να γράψει φιλοσοφία. Όλες οι απόψεις του για το πώς θεμελιώνεται μια υγιής πολιτική κοινωνία, εκτίθενται στο περίφημο Κοινωνικό Συμβόλαιο.

Ο Ρουσσώ, όπως παρατηρεί ο Αύγουστος Μπαγιόνας, αναγνωρίζει το ρόλο του κακού και των αναπόφευκτων αντιφάσεων που δημιουργεί στην ιστορία.[9] Το ανθρώπινο είδος άλλοτε εξελίσσεται ανοδικά και άλλοτε διάγει περιόδους παρακμής και πτώσης, σε μια ατέρμονη πορεία. Σε αυτή ακριβώς την παρατήρηση, ο Engels θεμελιώσε τη θέση ότι ο Ρουσσώ είναι διαλεκτικός φιλόσοφος, εφόσον αντιλαμβάνεται πλήρως τη διαλεκτική φύση της ιστορίας. Το έσχατο σημείο εξέλιξης των πολιτικών κοινωνιών είναι που δημιουργεί τις προϋποθέσεις και θέτει τις βάσεις για να προχωρήσουν εκ νέου τα άτομα σε επαναπροσδιορισμό των όρων οργάνωσης των κοινωνιών τους. Όπως το θέτει εύλογα ο Engels στο Anti-Duhring: «η ανισότητα αλλάζει εκ νέου σε ισότητα… στην ανώτερη ισότητα του κοινωνικού συμβολαίου. Οι καταπιεστές υφίστανται την καταπίεση. Είναι η άρνηση της άρνησης».[10]

*O Γιώργος Μωραΐτης είναι υποψ. διδάκτωρ φιλοσοφίας στο Α.Π.Θ.

[1] Μπαγιόνα, Αύγουστου. Η Θεωρία της Ιστορίας από τον Θουκυδίδη στον Sartre: Πανεπιστημιακές Παραδόσεις, Υπηρεσία Δημοσιευμάτων Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 1980, σ.144.

[2] Plattner, Marc F. Rousseau's State of Nature: An Interpretation of the Discourse on Inequality, Northern Illinois Press, DeKalb 1979, σ. 5.

[3] Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ. Πραγματεία περί της Καταγωγής και των Θεμελίων της Ανισότητας ανάμεσα στους Ανθρώπους, μτφρ. Μέλπω Αλεξίου-Καναγκίνη, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2006, σ. 121.

[4] Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ. οπ.π., σ. 122.

[5] Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ. οπ.π., σ. 121.

[6] Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ. οπ.π., σ. 113.

[7] Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ. οπ.π., σ. 130.

[8] Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ. οπ.π., σ. 132.

[9] Μπαγιόνα, Αύγουστου. οπ.π., σ. 144.

[10] Engels, Friedrich. “Anti-Duhring”, CW, vol. 25, σ. 129. 

Κυριακή 2 Μαΐου 2010

Τι σημαίνει σήμερα σοσιαλισμός;

Το σοσιαλιστικό ιδεώδες παραμένει ζωντανό ή δεν αντιστοιχεί πλέον στις ανάγκες του παρόντος; Συζητούν οι γάλλοι σοσιαλιστές Μανουέλ Βαλς και Ακουιλινό Μορέλ. Το σοσιαλιστικό ιδεώδες παραμένει και σήμερα ζωντανό ή αποτελεί μέρος μιας ιστορικής κληρονομιάς που δεν αντιστοιχεί στις ανάγκες του παρόντος; Δύο στελέχη του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, οι Μανουέλ Βαλς και Ακουιλίνο Μορέλ, προσκλήθηκαν από την εφημερίδα «Liberation» να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα και προέκυψε ο ακόλουθος διάλογος.

ΜΑΝΟΥΕΛ ΒΑΛΣ: Δεν υποτιμώ ούτε τη δύναμη των λέξεων ούτε την πρόσδεση στα σύμβολα και σε μιαν ιστορία κοινωνικών αγώνων. Γενιές ολόκληρες συνέδεσαν τις ελπίδες τους με τη λέξη «σοσιαλισμός». Αυτή η πρόσδεση δικαιολογεί όμως τη διατήρηση μιας λέξης, όταν η αριστερά παντού απέτυχε να την κάνει πράξη;

Αρχικά, ο Πιερ Λερού επινόησε αυτή τη λέξη για να αντισταθεί στον ατομικισμό. Υπάρχει εδώ μια συλλογική διάσταση που θα μπορούσε να είναι ακόμα ωφέλιμη. Αλλά σοσιαλισμός σήμαινε κυρίως, και για πολύ καιρό, κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, πράγμα που είναι σήμερα εντελώς ανέφικτο. Το να δημιουργήσουμε μιαν ελπίδα για τον 21ο αιώνα χρησιμοποιώντας μιαν αμφίσημη έννοια του 19ου αιώνα ενέχει τον κίνδυνο να θολώσει την ταυτότητά μας. Χρειάζεται να προτάξουμε τη σαφήνεια του προγράμματός μας σε σχέση με τον φετιχισμό των λέξεων. Μια αλλαγή ονόματος θα ήταν μια ισχυρή ένδειξη της ανανέωσής μας.

ΑΚΟΥΙΛΙΝΟ ΜΟΡΕΛ: Πιστεύω ότι το σοσιαλιστικό ιδεώδες παραμένει ζωντανό. Οι αξίες των οποίων είναι φορέας -ισότητα, πρόοδος, έλεγχος της συλλογικής μας μοίρας- είναι ισχυρές και διαχρονικές. Και η ιστορική του αποστολή δεν έχει ολοκληρωθεί: να καταπολεμήσουμε και να ελέγξουμε έναν καπιταλισμό, ο οποίος γίνεται άγριος όταν εγκαταλείπεται στον εαυτό του. Και να προτείνουμε ένα μοντέλο διαφορετικής ανάπτυξης. Η επικαιρότητα του σοσιαλισμού έγκειται στο να συνεχίζουμε να ελέγχουμε τον καπιταλισμό, εξερευνώντας ταυτόχρονα τα εδάφη μιας νέας ουτοπίας. Μιας ουτοπίας που θα υπερβαίνει τον «οικονομισμό», δηλαδή την προτεραιότητα που αποδίδεται στην οικονομία. Οσον αφορά την αντίρρησηη για την παλαιότητα του όρου «σοσιαλισμός», υπενθυμίζω ότι ο φιλελευθερισμός γεννήθηκε στον 18ο αιώνα και ότι ο καπιταλισμός απλώνει τις ρίζες του στον 15ο αιώνα. Δεν υπάρχει φετιχισμός στη δική μου πρόσδεση σε αυτή τη λέξη, αλλά η πεποίθηση ότι μπορεί κανείς να είναι μοντέρνος αν παραμένει πιστός στην ιστορία του.

ΒΑΛΣ: Το μείζον γεγονός είναι η κατάρρευση του σοβιετικού συνασπισμού. Εκτοτε, ο σοσιαλισμός είναι αυτό το «μεγάλο κατάκοιτο πτώμα», για το οποίο μιλάει ο Μπερνάρ Ανρί-Λεβί. Και «η ίδια η ιδέα μιας άλλης κοινωνίας έχει γίνει αδιανόητη», για να επαναλάβουμε τα λόγια του Φρανσουά Φιρέ. Αυτό το τέλος της ουτοπίας οι γάλλοι σοσιαλιστές αρνήθηκαν να το αναλύσουν θεωρητικά το 1983, τη στιγμή που άλλαξαν οικονομική πορεία. Χρειάζεται να επινοήσουμε ξανά την αριστερά θέτοντας ερωτήματα γαι τις νέες μορφές του κοινωνικού ζητήματος και εκκινώντας από τη δική μας αφετηρία θεμελιώδους διαίρεσης με τη δεξιά. Αν η δεξιά θεωρεί τις ανισότητες ως το αναπόφευκτο προϊόν της ζωής, η αριστερά τις θεωρεί ως το μη αναγκαίο αποτέλεσμα της κοινωνικής οργάνωσης. Από αυτή τη θεμελιώδη διαφορά θα προκύψουν οι συγκεκριμένες προτάσεις μας.

ΜΟΡΕΛ: Τάσσομαι υπέρ της επανεξέτασης του περιεχομένου του σοσιαλισμού, αλλά σε αυτή την αξίωση να τον «επινοήσουμε ξανά» ενυπάρχει ένας τρόπος εξάλειψης μιας ολόκληρης κληρονομιάς που με σοκάρει. Ο Μανουέλ Βαλς επικαλέστηκε τον Πιέρ Λερού. Αυτός επινόησε τον όρο «σοσιαλισμός» το 1830, αντιδρώντας όχι στον καπιταλισμό, αλλά ήδη από τότε στον ατοκιμισμό. Ωστόσο, ο ατομικισμός παραμένει μια από τις πληγές των κοινωνιών μας. Ο σοσιαλισμός είναι η χειραφέτηση του ατόμου από την κυριαρχία του ατομικισμού. Ο σοσιαλισμός ισοδυναμεί επίσης με το να δίνουμε στην κοινωνία μια μακρόπνοη προοπτική. Και εδώ δεν υπάρχει τίποτα που χρειάζεται να το επινοήσουμε ξανά.

ΒΑΛΣ: Η αριστερά μπορεί να σκέφτεται συγκεκριμένες ουτοπίες (την υπεράσπιση του περιβάλλοντος, για παράδειγμα), αλλά οφείλει να απορρίπτει τις μεγαλεπήβολες ουτοπίες (όπως είναι η αταξική κοινωνία). Εξάλλου, δεν συμμερίζομαι την κριτική του ατομικισμού που διατύπωσε ο Ακουιλινό Μορέλ. Ο ίδιος ο Ζορές όριζε τον σοσιαλισμό ως «ολικό και πλήρη ατομικισμό». Σήμερα η αριστερά οφείλει να εξασφαλίσει με όλα τα μέσα μια καλύτερη κατανομή των ευκαιριών, για να εγγυηθεί σε κάθε πολίτη τα μέσα της δικής του αυτονομίας. Ο τελικός σκοπός της είναι να βοηθήσει κάθε πολίτη «να χαράξει το δρόμο του», όπως λέει ο Αντονι Γκίντενς.

ΜΟΡΕΛ: Η παρούσα κρίση γεννάει ένα κλίμα ανασφάλειας και ένα αίτημα τάξης που ευνοούν τη δεξιά. Επιπλέον, η δεξιά, με τον κυνισμό που την χαρακτηρίζει, «έκλεψε» τα θέματα της αριστεράς. Οι ίδιοι οι οποίοι χθες ήταν οι υμνητές του οικονομικού φιλελευθερισμού παρουσιάζονται σήμερα ως κήρυκες του κεϊνσιανισμού. Και έπειτα η σοσιαλδημοκρατία υπήρξε θύμα της επιτυχίας της. Οι αξίες της διαδόθηκαν με αποτέλεσμα να χάνεται η ταυτότητά της. Τέλος, αυτή τιμωρήθηκε και επειδή δεν κατήγγειλε τον καπιταλισμό, τις υπερβολές του και τις εκτροπές του, πριν από την κρίση. Θύμα του νεοφιλελεύθερου εκφοβισμού, η σοσιαλδημοκρατία έμεινε παθητική μπροστά στην έκρηξη των ανισοτήτων. Αυτή αναδιπλώθηκε και οι ευρωπαίοι πολίτες τής γύρισαν την πλάτη. Προβλήματα γεννάει επίσης η δυσκολία του Σοσιαλιστικού Κόμματος να εκπληρώσει τα καθήκοντα που έχει κάθε κόμμα: να επεξεργαστεί ένα πρόγραμμα, να επιλέξει τους υποψηφίους του, να εκπαιδεύσει τον πληθυσμό και να κατακτήσει την εξουσία (...). *

Κυριακή 31 Μαΐου 2009

Η κρίση βλάπτει τον... «σοσιαλισμό»!

  • Οι συντηρητικοί κερδίζουν έδαφος επενδύοντας στην ξενοφοβία και την ανασφάλεια, ενώ η Κεντροαριστερά αντιμετωπίζει κρίση ταυτότητας
  • Του Πετρου Παπακωνσταντινου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 31/5/2009
  • Οχι, το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) δεν υιοθέτησε ακόμη το σύνθημα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Δεν απέχει, όμως, και πάρα πολύ. Προεκλογική αφίσα του προειδοποιεί ότι η ψήφος στους Χριστιανοδημοκράτες (CDU) της Αγκελα Μέρκελ θα σημάνει βάναυσο ακρωτηριασμό των μισθών. Μια άλλη απεικονίζει καρχαρία με γραβάτα και σαρκαστικό χαμόγελο, παρομοιάζοντας τους Ελεύθερους Δημοκράτες με σαρκοβόρους χρηματιστές. Οσο για τον υποψήφιο καγκελάριο του SPD, Φρανκ - Βάλτερ Στάινμαγερ, ήταν φωτιά και λαύρα, την περασμένη Κυριακή, όταν διακωμωδούσε την απάντηση της Δεξιάς στη διεθνή οικονομική κρίση: «Ακόμη και μια σειρά αποκεφαλισμένων κοτόπουλων μοιάζει με οργανωμένη ομάδα μπροστά τους»!
  • Καλή και άγια η αναβάπτιση στην κολυμβήθρα των προλεταριακών καταβολών και του αντικαπιταλιστικού μέλλοντος, μόνο που… το SPD συγκυβερνά με την επάρατη Δεξιά, την οποία καταγγέλλει, από το 2005! Και ο Στάινμαγερ, ο οποίος θα αντιμετωπίσει τη Μέρκελ στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, είναι σήμερα το δεξί της χέρι, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών. Και υπουργός Οικονομικών αυτής της κυβέρνησης, αρχιτέκτονας της λιτότητας, δεν είναι άλλος από τον επίσης σοσιαλδημοκράτη Πέερ Στάινμπρουκ!
  • Η δοκιμασμένη συνταγή της σοσιαλδημοκρατίας λέει ότι οι εκλογές κερδίζονται από τα αριστερά και η εξουσία ασκείται από τα δεξιά. Αυτή τη φορά, όμως, η συνταγή δεν φαίνεται να δουλεύει εν όψει των ευρωεκλογών της ερχόμενης εβδομάδας. Οι δημοσκοπήσεις εμφανίζουν το SPD να υπολείπεται κατά δέκα μονάδες του CDU.
  • Σε πανευρωπαϊκή κλίμακα εμφανίζεται το εξής παράδοξο: Η πρωτοφανής στα μεταπολεμικά χρονικά κρίση του καπιταλισμού φαίνεται να βλάπτει σοβαρά τους… σοσιαλιστές! Παρά την ύπαρξη κεντροδεξιών κυβερνήσεων στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, αυτός που κυρίως αιμορραγεί πολιτικά, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, είναι η Κεντροαριστερά. Βεβαίως, η κατακραυγή εναντίον του συνόλου του πολιτικού κατεστημένου, με τη μορφή της ψήφου στα μικρότερα κόμματα ή της αποχής - ρεκόρ, θα πλήξει αμφότερες τις πολιτικές οικογένειες. Ολα δείχνουν όμως ότι οι Σαρκοζί, Μπερλουσκόνι, Μέρκελ θα τα πάνε πολύ καλύτερα από τους αντιπάλους τους.

Τριπλή μετάλλαξη

  • Την περίοδο 1997 - 2000, οι οικονομικοί δείκτες ευημερούσαν, τα χρηματιστήρια ξεφάντωναν, αλλά η Κεντροαριστερά άλωνε, από χώρα σε χώρα, τα κυριότερα οχυρά των συντηρητικών. Τώρα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Λες και η σοσιαλδημοκρατία έχει συνδέσει τις τύχες της με τον καπιταλισμό σαν παρασιτικός οργανισμός, που ευημερεί και δυστυχεί, ζει και πεθαίνει μαζί με τον ξενιστή του.
  • Αυτή η αφύσικη εξέλιξη είναι αποτέλεσμα μιας τριπλής μετάλλαξης. Πρώτα απ’ όλα πολιτικής, καθώς οι κεντροαριστερές κυβερνήσεις διέψευσαν πολύ γρήγορα τις προσδοκίες για τερματισμό του θατσερικού χειμώνα: Ακόμη και οι σοσιαλιστές του Λιονέλ Ζοσπέν στη Γαλλία, πιο αριστεροί, στο επίπεδο της ρητορείας, από τους Νέους Εργατικούς του Μπλερ ή τους Σοσιαλδημοκράτες του Σρέντερ, υποσχέθηκαν προεκλογικά το 35ωρο, στην πράξη, όμως, έκαναν περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις από όσες πραγματοποίησαν αθροιστικά όλες οι δεξιές κυβερνήσεις μετά το 1986.
  • Μετάλλαξης, ύστερα, ιδεολογικής, κάτω από τη σημαία του «Τρίτου Δρόμου - Νέου Κέντρου». Στο ιστορικό συνέδριο του Επινέ, το 1971, όταν ο Φρανσουά Μιτεράν χάραζε τη στρατηγική του Κοινού Προγράμματος με τους κομμουνιστές διακηρύσσοντας: «Η επανάσταση είναι πάνω απ’ όλα ρήξη. Οποιος δεν αποδέχεται αυτή τη ρήξη με την κατεστημένη τάξη, με την καπιταλιστική κοινωνία, δεν μπορεί να είναι μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος». Από τότε έχει κυλήσει τόσο νερό κάτω από τις γέφυρες του Σηκουάνα, που δύο πρωτοκλασάτα στελέχη των Γάλλων Σοσιαλιστών, οι Ντομινίκ Στρος - Καν και Πασκάλ Λαμί να ηγούνται σήμερα των Δίδυμων Πύργων της παγκοσμιοποίησης, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου αντίστοιχα.
  • Μετάλλαξης, τέλος, κοινωνικής. Οπως αναγνώριζε προ μηνών στη γαλλική Le Monde ο Βρετανός βουλευτής των Εργατικών, Ντένις Μακ Σέιν, «τα κόμματα της Αριστεράς έγιναν κόμματα της ελίτ. Από τον κόσμο της μισθωτής εργασίας δεν έχουν επαφή παρά με τους αποφοίτους πανεπιστημίων, τους δημοσίους υπαλλήλους και τους επαγγελματίες συνδικαλιστές». Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Αυστρίας, όπου η συγκυβέρνηση από τον Μεγάλο Συνασπισμό Χριστιανοδημοκρατών - Σοσιαλδημοκρατών, κατά το πρότυπο της Γερμανίας, συνέβαλε στο να αναδειχθεί το ακροδεξιό Κόμμα της Ελευθερίας στην πιο… εργατική πολιτική δύναμη της χώρας, ως προς την εκλογική του απήχηση!

Η στρατηγική της Δεξιάς

  • Σε αντίθεση με τη σοσιαλδημοκρατία, η Κεντροδεξιά κατάφερε να διεισδύσει στα λαϊκά στρώματα, εκμεταλλευόμενη τους φόβους που γεννά η οικονομική κρίση, χάρη στα παραδοσιακά χαρτιά της ξενοφοβίας, της τάξης και της ασφάλειας. Την εβδομάδα που πέρασε, ο υπουργός Εργασίας της Γαλλίας Μπρις Ορτεφέ, δήλωσε στη Le Monde: «Τα θεμελιώδη προβλήματα της πολιτικής αντιπαράθεσης είναι τα πεδία της εθνικής κυριαρχίας: ζητήματα δικαιοσύνης, ασφάλειας, μετανάστευσης. Είναι πάνω σ’ αυτά που παίρνουν θέση οι ψηφοφόροι. Τα υπόλοιπα, η οικονομία, έχουν φύγει πλέον στο πεδίο της παγκοσμιοποίησης».
  • Ο Ορτεφέ περιέγραψε με εξαιρετική ενάργεια τη στρατηγική της Δεξιάς: Το βασικό είναι να εξοστρακισθεί το πρόβλημα των προβλημάτων, η οικονομία και οι κοινωνικές ανισότητες, εκτός πολιτικής αντιπαράθεσης. Από κει και πέρα, η αντιπαράθεση περιορίζεται στα ζητήματα της ασφάλειας, της μετανάστευσης, των «αξιών», όπου οι συντηρητικές δυνάμεις «του νόμου και της τάξης» αισθάνονται, δικαιολογημένα, ότι παίζουν στο δικό τους γήπεδο.
  • Από τη στιγμή που η σοσιαλδημοκρατία δέχεται ότι η οικονομική πολιτική είναι μονόδρομος σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, μοιραία αιχμαλωτίζεται στην παγίδα που έχει στήσει ο αντίπαλός της: Αυτό έπαθε η Σεγκολέν Ρουαγιάλ, αντιμετωπίζοντας τον Σαρκοζί στο έδαφος του εθνικισμού και της ισλαμοφοβίας, τραγουδώντας τη Μασσαλιώτιδα και προτείνοντας ειδικά στρατόπεδα για τους παραβατικούς νέους. Αλλά όποιος δέχεται εξ αρχής να καταθέσει τα δικά του όπλα και να δώσει όλες τις μάχες με τα όπλα του αντιπάλου του, είναι άξιος της μοίρας του…

Περί βαρβάρων...

  • Η επιλογή του προέδρου του ΠΑΣΟΚ και της Σοσιαλιστικής Διεθνούς να επαναφέρει το σύνθημα της Ρόζας Λούξεμπουργκ «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» ήταν παράτολμη, για τρεις, τουλάχιστον, λόγους. Πρώτον, διότι όπως άριστα γνωρίζουν οι γερμανομαθείς συνεργάτες του κ. Παπανδρέου, η Λούξεμπουργκ δολονήθηκε επί κυβέρνησης του σοσιαλδημοκράτη Εμπερτ, ο οποίος έπνιξε στο αίμα την επανάσταση του 1918. Δεύτερον, διότι ο σύγχρονος «σοσιαλισμός» δεν είναι πάντα εντελώς ασύμβατος με τη βαρβαρότητα – αίφνης, αρχιτέκτονας της πρόσφατης σφαγής στη Γάζα υπήρξε ο υπουργός Αμυνας του Ισραήλ και αντιπρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, Εχούντ Μπάρακ. Και τρίτον διότι, όπως και να το κάνουμε, είναι άλλο πράγμα να ρίχνει κανείς αυτό το σύνθημα όταν η Ευρώπη βιώνει τη βαρβαρότητα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, των χαρακωμάτων και των χημικών αερίων και άλλο να υπονοεί ότι κρίνονται ζητήματα ζωής ή θανάτου από την επιλογή μεταξύ κεντροδεξιάς, κεντροαριστεράς και... παραλίας στις ευρωεκλογές. Αν ζούσε ο Μαρξ, θα μπορούσε να προσφύγει στον γνωστό του αφορισμό ότι τα ιστορικά γεγονότα επαναλαμβάνονται, την πρώτη φορά ως τραγωδία και τη δεύτερη ως φάρσα.
  • Παρεμπιπτόντως, ένα χρόνο νωρίτερα από τον Γιώργο Παπανδρέου είχε την έμπνευση να επικαλεσθεί το ίδιο ιστορικό σύνθημα ο Οσκαρ Λαφοντέν, πρώην ηγέτης του SPD, από το οποίο αποσπάσθηκε για να ιδρύσει το νέο κόμμα Linke (Αριστερά). Ο Λαφοντέν δέχθηκε σκληρή επίθεση γι’ αυτό του το τόλμημα από τον συντηρητικό Τύπο, αλλά η επιλογή του είχε, τουλάχιστον, συνέπεια: Το Linke σχηματίστηκε με συμμετοχή σοσιαλιστών και κομμουνιστών, θεωρεί το «Μανιφέστο» των Μαρξ - Ενγκελς ιδρυτικό του κείμενο και πρεσβεύει έναν αυτοδιαχειριζόμενο σοσιαλισμό – άλλο ζήτημα αν, τελευταία, έχει βάλει κι αυτό πολύ νερό στο κρασί του.

Διεργασίες στην Αριστερά

  • Μπορεί η σοβαρότερη οικονομική κρίση των τελευταίων 80 χρόνων να μη συσσωρεύει αυτόματα κέρδη για την Αριστερά, διαβρώνει ωστόσο τη συναίνεση των δύο μεγάλων παρατάξεων στο «κέντρο» και ενισχύει τις πολωτικές τάσεις, προκαλώντας αυξημένη ζήτηση για νέες, αντισυστημικές δυνάμεις και στα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος.
  • Στην Ανατολική Ευρώπη, η τάση αυτή ευνοεί κυρίως ξενόφοβες, ακροδεξιές δυνάμεις. Το Εθνικό Κόμμα Τσεχίας δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει την ανατριχιαστική, ναζιστικής έμπνευσης ορολογία περί «Τελικής Λύσης» του «προβλήματος» των τσιγγάνων, ενώ το Κόμμα της Μεγάλης Ρουμανίας ρίχνει το σύνθημα: «Χριστιανοί και πατριώτες, να διώξουμε τους κλέφτες». Από την πλευρά του, το Βρετανικό Εθνικό Κόμμα ζήτησε «βρετανικές δουλειές για Βρετανούς εργάτες».
  • Η πέραν της σοσιαλδημοκρατίας Αριστερά ευελπιστεί να εισπράξει σημαντικό μέρος της λαϊκής δυσαρέσκειας. Από τα παραδοσιακά Κ.Κ., σημαντική επιρροή διατηρούν, πέραν του ΚΚΕ, τα Κ.Κ. Πορτογαλίας (9,2% στις ευρωεκλογές του 2005) και Τσεχίας (γύρω στο 12%). Το ιστορικό Κ.Κ. Γαλλίας, το οποίο είχε συρρικνωθεί, πρόσφατα, σε απελπιστικά χαμηλά όρια, κατεβαίνει αυτή τη φορά σε συμμαχία με τους αριστερούς σοσιαλιστές του Ζαν - Λικ Μελανσόν, οι οποίοι αποσπάστηκαν από το επίσημο Σοσιαλιστικό Κόμμα της Μαρτίν Ομπρί. Οι δημοσκοπήσεις δίνουν στο «Μέτωπο της Αριστεράς», όπως ονομάζεται ο νέος πολιτικός συνασπισμός, γύρω στο 6,5%, με τάσεις ανόδου. Αντιθέτως, τα νέα δεν εμπνέουν αισιοδοξία για την περίπτωση της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης, στην Ιταλία, που πληρώνει το τίμημα της σύμπραξης με την Κεντροαριστερά του Πρόντι και των αλλεπάλληλων διασπάσεων.
  • Ενα άλλο σχήμα με πολλές ελπίδες στον χώρο της ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι το Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα (ΝΡΑ) της Γαλλίας υπό τον 35χρονο ταχυδρομικό υπάλληλο Ολιβιέ Μπεζανσενό. Προϊόν μετεξέλιξης της τροτσκιστικής LCR, με ρίζες στον Μάη του ’68, το ΝΡΑ, που διατηρεί σχέσεις στην Ελλάδα τόσο με τον ΣΥΡΙΖΑ όσο και με τον νεοπαγή συνασπισμό ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α, φέρεται να συγκεντρώνει άνω του 7% και φιλοδοξεί να αναδειχθεί σε βασικό πόλο της Αριστεράς.
  • Οσο για την «Αριστερά» του Οσκαρ Λαφοντέν, προϊόν συγχώνευσης πρώην κομμουνιστών της Ανατολικής Γερμανίας με την αποσπασθείσα, αριστερή πτέρυγα του SPD, στη Δυτική, οι δημοσκοπήσεις το φέρνουν γύρω στο 12%, αν και την τελευταία χρονιά η δυναμική του παρουσιάζει σημάδια κόπωσης.

Ιnfo

- Monique Canto – Sperber, «Le Liberalisme et la Gauche», Hachette, 2008.

- Sophie Landrin et Arnaud Leparmentier, «Immigration et securite, themes gagnant pour l’UMP», Le Monde, 23 mai 2009.

- Serge Halimi, «Simulacre europeen», Le Monde Diplomatique, juin 2009.

Κυριακή 4 Μαΐου 2008

Η ΕΥΡΩΠΗ ΧΩΡΙΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΕΣ!

Η Ευρώπη χωρίς σοσιαλιστές

Γράφει ο Γιώργος Δελαστίκ

Η αποκαρδιωτική συμμετοχή στις εκδηλώσεις για την Πρωτομαγιά στις ευρωπαϊκές χώρες, γεγονός που έχει γίνει κανόνας τις τελευταίες δεκαετίες, οδηγεί σε μελαγχολικές σκέψεις και προβληματισμό τόσο για την πολιτική απήχηση του εργατικού κινήματος όσο και κυρίως για την απήχηση και επιρροή των κομμάτων που ιστορικά διεκδικούν την εκπροσώπησή του σε πολιτικό επίπεδο - των κομμουνιστικών και των σοσιαλιστικών. Και αν τα πρώτα δεν έχουν συνέλθει από την πολιτική περιθωριοποίηση στην οποία τα έριξε η κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης και του «υπαρκτού σοσιαλισμού» (με τη χώρα μας να αποτελεί τη μοναδική εξαίρεση σε πανευρωπαϊκό επίπεδο), ένα ένα παραδίνονται ιδεολογικά και πολιτικά και τα σοσιαλιστικά κόμματα της Ευρώπης. Το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα ήταν το τελευταίο που είχε απομείνει, υπερασπιζόμενο μόνο στις διακηρύξεις, όχι στην κυβερνητική πολιτική, κάποιες αριστερές ιδέες. Την περασμένη εβδομάδα τις εγκατέλειψε κι αυτό, σηματοδοτώντας έτσι την ολοκλήρωση της ιδεολογικής και πολιτικής υποταγής του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού στον καπιταλισμό και στην αγορά.

Μόλις πέντε φορές στη διάρκεια ενός αιώνα -το 1905, το 1946, το 1969, το 1990 και φέτος- άλλαξαν οι Γάλλοι σοσιαλιστές τις θεμελιώδεις αρχές του προγράμματός τους, επανακαθορίζοντας τη φυσιογνωμία του κόμματός τους.

Εχοντας είκοσι ολόκληρα χρόνια να κερδίσουν προεδρικές εκλογές (από το 1988 που επανεξελέγη ο Φρανσουά Μιτεράν), οι Γάλλοι σοσιαλιστές αποφάσισαν να κάνουν μια ριζική στροφή προς το Κέντρο, μήπως και δουν καλύτερες μέρες στην εξουσία, εγκαταλείποντας ολοκληρωτικά τις αρχές τους.

«Το Σοσιαλιστικό Κόμμα είναι ένα κόμμα ρεφορμιστικό, μεταρρυθμιστικό», διακηρύσσουν σήμερα στη νέα «Διακήρυξη Αρχών» που δημοσιοποίησαν. «Οι σοσιαλιστές είναι οπαδοί μιας κοινωνικής και οικολογικής οικονομίας της αγοράς, μιας οικονομίας της αγοράς ρυθμιζόμενης από τη δημόσια ισχύ, καθώς και από τους κοινωνικούς εταίρους. Το σύστημα που θέλουν οι σοσιαλιστές είναι μια μεικτή οικονομία, που συνδυάζει έναν δυναμικό ιδιωτικό τομέα, ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες, έναν τρίτο τομέα κοινωνικής οικονομίας», προσδιορίζει το άρθρο 6 (από τα 21) της «Διακήρυξης Αρχών».

Πολύ μακρύς ο δρόμος που άφησαν πίσω τους! Ακόμη και στην ανάλογη διακήρυξη του 1990 τόνιζαν ότι «το Σοσιαλιστικό Κόμμα θέτει τον ρεφορμισμό στην υπηρεσία των επαναστατικών προσδοκιών» και υπογράμμιζαν ότι «η αποτυχία των γραφειοκρατικών κοινωνιών δεν κάνει τους σοσιαλιστές να ξεχνούν ότι ο καπιταλισμός προκαλεί τις ανισότητες».

Πολύ πιο καθαρή ήταν η γλώσσα στο αμέσως προηγούμενο πρόγραμμα, εκείνο του 1969: «Επειδή είναι συνεπείς δημοκράτες, οι σοσιαλιστές εκτιμούν ότι δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική δημοκρατία στην καπιταλιστική κοινωνία. Υπ αυτό το πνεύμα το Σοσιαλιστικό Κόμμα είναι επαναστατικό. Ο σοσιαλισμός θέτει ως στόχο το κοινό καλό και όχι το ιδιωτικό κέρδος... Στόχος του δεν είναι να νοικοκυρέψει ένα σύστημα, αλλά να το αντικαταστήσει με ένα άλλο».

Ακόμη ένα βήμα πιο πίσω, στη διακήρυξη του 1946: «Το Σοσιαλιστικό Κόμμα είναι ένα κόμμα ουσιωδώς επαναστατικό. Εχει στόχο να υλοποιήσει την αντικατάσταση του καθεστώτος της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας με ένα καθεστώς όπου ο φυσικός πλούτος, όπως και τα μέσα παραγωγής και ανταλλαγής θα γίνουν ιδιοκτησία της κοινότητας και ως εκ τούτου οι τάξεις θα καταργηθούν».

Τελευταίο βήμα ή μάλλον άλμα στην πρώτη διακήρυξη αρχών, εκείνη του 1905: «Το Σοσιαλιστικό Κόμμα είναι ταξικό κόμμα που έχει στόχο την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και ανταλλαγής, δηλαδή τον μετασχηματισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας σε μια κοινωνία κολεκτιβιστική ή κομμουνιστική, και έχει ως μέσο την οικονομική και πολιτική οργάνωση του προλεταριάτου». Τίποτα δεν απέμεινε όρθιο σε αυτή την πορεία μετάλλαξης...

ΡΗΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ
Εγκατέλειψαν όλοι τις αρχές τους

Οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες ήταν οι πρώτοι που εγκατέλειψαν το μαρξιστικό πρόγραμμά τους και το έκαναν το 1959. Οι Αγγλοι Εργατικοί μόλις το 1994 κατάργησαν την περίφημη «Παράγραφο ΙV» του προγράμματος του 1918, που όριζε ότι στόχος του κόμματος ήταν «να εγγυηθεί στους χειρώνακτες εργάτες ή στους διανοούμενους όλους τους καρπούς της εργασίας τους χάρη στη συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και χάρη στον έλεγχο από τον λαό όλων των τομέων της βιομηχανίας και των υπηρεσιών». Οι Γάλλοι σοσιαλιστές ήταν οι τελευταίοι που αποκήρυξαν το αριστερό παρελθόν του κόμματός τους και φραστικά, σε επίπεδο διακηρύξεων. [ΕΘΝΟΣ, 2/5/2008]


Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2007

Κήνσορες… πληρωμένοι!

Left Handed,Leaving,Sign,Street,Road,Danger,Warning Sign,Warning Symbol,Direction,Instructions,Advice,Arrow,Aiming,Acute Angle,Pointing,Topics,far,Freedom,right,Election,Protest

Φυλάξου... αριστερά!

Πληρωμένοι πανεπιστημιακοί κονδυλοφόροι γράφουν στο «Βήμα» για τις εξελίξεις στο ΠΑΣΟΚ και το διαγράφουν από τα δελτάρια της πολιτικής ιστορίας. Ως «απόψεις πανεπιστημιακών» αναφέρονται στο εισαγωγικό του αφιερώματος «Η ιδεολογική ταυτότητα του ΠΑΣΟΚ και η στροφή προς τα αριστερά». Πρόκειται για πανεπιστημιακούς που είναι τακτικοί επ’ αμοιβή συνεργάτες του «Βήματος» - γι’ αυτό και τους λέμε «πληρωμένους». Εάν δεν πληρώνονται, να το δηλώσουν και τότε θα δω με άλλη ματιά τις απόψεις τους που υποτίθεται ότι πηγάζουν από το εργαστήριο των πολυκύμαντων σκέψεών τους.

Με μεγαλειώδεις απλές προτάσεις ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης αποφαίνεται πομπωδώς («Η ατελεύτητη εκδρομή του ΠαΣοΚ», «Το Βήμα», 18/11/2007): «Το ΠαΣοΚ δεν υπήρξε ποτέ αριστερό κόμμα ούτε θα μπορούσε να είναι…»! Εγώ για την ώρα, το μόνο που θα μπορούσα να σημειώσω πάνω σε αυτό το απόφθεγμα, είναι ότι υπάρχει μια γκρίζα ζώνη ανάμεσα στην επιστήμη της κλασικής φιλολογίας την οποία υπηρετεί ο καθηγητής Γιατρομανωλάκης και στις πολιτικές θέσεις του ενός ή του άλλου κόμματος. Από τη στιγμή που ο καθηγητής λειτουργεί ως συνήγορος της γραμμής ενός εκδοτικού συγκροτήματος, αρχίζω να αμφιβάλλω για την ανιδιοτέλεια των σκέψεων και τη δυναμική των επιχειρημάτων του. Η λεγόμενη «στρατευμένη συνηγορία» αναιρεί την ιδιότητα του «ανεξάρτητου επιστήμονα».

Εγώ δεν βγαίνω ως αυτόκλητος υπερασπιστής του ΠΑΣΟΚ, αλλά ως αριστερός που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συμμετέχω στην πολιτική, κοντά στον «κεντροαριστερό» Ανδρέα Παπανδρέου της προδικτατορικής περιόδου (τότε ήμουν μαθητής του Λυκείου και στις γραμμές της ΕΔΗΝ Πατησίων) και στο Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα από την ημέρα της ίδρυσής του. Συνεπώς υπερασπίζομαι καταρχήν τη δική μου πολιτική και ιδεολογική τοποθέτηση και, φυσικά, την τοποθέτηση του πολιτικού χώρου που αποτέλεσε το «όχημα» για να αλλάξουμε (όσο την αλλάξανε και νομίζω προς το καλύτερο) την ελληνική κοινωνία.

Ας διαβάσουμε μαζί την ιδρυτική διακήρυξη βασικών αρχών και στόχων: Ποιος ήταν ο βασικός στόχος του ΠΑΣΟΚ; Να δημιουργήσει μια πολιτεία απαλλαγμένη από ξένο έλεγχο ή επεμβάσεις, απαλλαγμένη από έλεγχο ή επιρροή της οικονομικής ολιγαρχίας, πολιτεία ταγμένης στην προστασία του Έθνους και στην υπηρεσία του Λαού. Η εθνική ανεξαρτησία είναι αναπόσπαστα δεμένη με τη λαϊκή κυριαρχία, με τη δημοκρατία σε κάθε φάση της ζωής του τόπου, με την ενεργό συμμετοχή του πολίτη σε όλες τις αποφάσεις που τον αφορούν. Μα είναι ταυτόχρονα συνυφασμένη με την απαλλαγή της οικονομίας μας από τον έλεγχο του ξένου μονοπωλιακού και ντόπιου μεταπρατικού κεφαλαίου που διαμορφώνει την οικονομική, την κοινωνική, την πολιτική και την πολιτιστική μας πορεία, σύμφωνα με τα συμφέροντα όχι του λαού αλλά της οικονομικής ολιγαρχίας. […] Η κοινωνική απελευθέρωση, ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός, αποτελεί το θεμέλιο λίθο του Κινήματός μας. Για να απολαμβάνει ο αγρότης το προϊόν του ιδρώτα του και της γης του, για να απολαμβάνει ο εργάτης, ο βιοτέχνης, ο μισθωτός, ο υπάλληλος, ο απλός Έλληνας, το προϊόν του μόχθου του. Για να καταπολεμηθεί αποτελεσματικά η εντυπωσιακή εισοδηματική ανισότητα ανάμεσα σε γεωγραφικές περιφέρειες και κοινωνικά στρώματα που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη Ελλάδα. Για να πάψει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Για να συμμετέχει ενεργά ο λαός στον προγραμματισμό της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής πορείας της χώρας. Για να εξασφαλιστεί η εργασία και η κατοικία σε όλους τους Έλληνες. Για να καταργηθούν τα προνόμια των λίγων στην ιατρική, νοσοκομειακή και φαρμακευτική περίθαλψη. Για να προστατευτούν η μητέρα, το παιδί, τα γερατειά. Για να κατοχυρωθεί η κοινωνική και η οικονομική ισότητα των δύο φύλων. Για να ελευθερωθεί η σκέψη και να γίνει η παιδεία κτήμα όλων των Ελλήνων…

Όλα αυτά δεν σημαίνουν «αριστερά»; Ή... σύμφωνα με τον κ. Γιατρομανωλάκη, τι σημαίνουν; Δεν χρειάζονται οι ιερεμιάδες για το τι ακολούθησε. Είναι σαφές ότι το συντεταγμένο ΠΑΣΟΚ πάλεψε και εν τινι μέτρω κατάφερε να πετύχει πολλά. Σε τελευταία ανάλυση τι σημαίνει «αριστερά»; Μήπως είναι καμιά κονσέρβα που δεν κατάφερε το ΠΑΣΟΚ να την ανοίξει;

Και για ποιο λόγο να λέγονται «αριστερά» εκείνες οι δυνάμεις που συνεργάστηκαν με τη «δεξιά» την περίοδο του 1989 και επιχείρησαν να κλείσουν στη φυλακή τον Ανδρέα Παπανδρέου, χαρακτηρίζοντας συλλήβδην όλους τους οπαδούς και ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ ως «κλέφτες»; Τι είναι εκείνο που χαρακτηρίζει κάποιον «αριστερό» ή έναν οποιοδήποτε πολιτικό φορές ως «αριστερό».

Μήπως είναι η σφραγίδα που κρατάει το ΚΚΕ, μήπως είναι οι δηλώσεις των «αναθεωρητών» που καυχώνται από την εποχή της διάσπασης ότι δεν είναι δογματικοί, μήπως είναι οι δηλώσεις του κάθε διανοούμενου του σαλονιού ότι «αριστερός» είναι εκείνος που συνεργάζεται με τη «δεξιά» και πολεμάει το ΠΑΣΟΚ;

Οι απόψεις του κάθε πανεπιστημιακού που αποφαίνεται για την «αριστεροσύνη» του ΠΑΣΟΚ δεν πλασάρονται ως απόψεις με πολιτική βάση και προσανατολισμό αλλά ως απόψεις που πρέπει να επιβληθούν ως αλήθειες! Απλώς νιώθω ότι η επιχειρηματολογία των πανεπιστημιακών –που διαβάζω με ενδιαφέρον άλλα κείμενά τους σχετικά με την επιστήμη τους–, για να ξεθεμελιώσουν το «αριστερό» προφίλ του ΠΑΣΟΚ είναι μια επιχειρηματολογία τετριμμένη που προσπαθεί να αποδείξει μια προκαθορισμένη αλήθεια, τη δική τους αλήθεια, που περισσότερο φαίνεται θεολογική. Οι αντι-ΠΑΣΟΚικές εμμονές δεν υπάρχει περίπτωση να βοηθήσουν στην εξήγηση ενός πολιτικού φαινομένου.

Ο προσανατολισμός της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ σε όλα τα μεγάλα εθνικά, κοινωνικά, οικονομικά, πολιτιστικά και θεσμικά προβλήματα του λαού ήταν σαφής και συγκεκριμένος. Ενεργά αδέσμευτη και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, που προώθησε την εθνική ανεξαρτησία, ανάληψη σταυροφορίας για την αποκλιμάκωση της έντασης και την εμπέδωση της ειρήνης, ενίσχυση και υποστήριξη των δημοκρατικών θεσμών με νέες μορφές λαϊκής συμμετοχής και πρωτοβουλίας, οργάνωσης και κινητοποίησης, μέσα στα πλαίσια του αποκεντρωμένου δημοκρατικού προγραμματισμού και στο σχεδιασμό και στην υλοποίησή του, για τη δημιουργία νέων παραγωγικών και κοινωνικών σχέσεων. Δεν θα κάνω εδώ απολογισμό, αλλά ακροθιγώς υπογραμμίζω ορισμένα στοιχεία μιας πολιτικής που αλλού απέδωσε και αλλού δεν απέδωσε. Άλλωστε το ΠΑΣΟΚ δεν ήταν ποτέ δογματικό.

Τον Οκτώβριο του 1975 ένα άρθρο του Ανδρέα με τίτλο «Ο Μαρξ, ο Λένιν και η δικτατορία του προλεταριάτου», που το είχα δημοσιεύσει στο περιοδικό της Νεολαίας του ΠΑΣΟΚ «Αγωνιστής» (τότε ήμουν διευθυντής του περιοδικού), μας είχε δώσει την πίστη ότι συμβάλλουμε στο ξεκαθάρισμα των σχέσεών μας με το λενινισμό, διότι πολλοί σύντροφοι είχαν μπλεχτεί τότε στα γρανάζια μιας σύγχυσης κι έπρεπε να γίνει σαφές ότι η διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη δεν συμβιβαζόταν με το λενινισμό, τόσο στη θεωρία όσο και στο πλάνο της πολιτικής πρακτικής. Ο Ανδρέας, λοιπόν, μας έδωσε υλικό. Ξεκαθάρισε αυτονόητα πράγματα με απλά λόγια:

Ο Λένιν σα θεωρητικός και πολιτικός έθεσε τα θεμέλια τόσο του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού» όσο και της «δικτατορίας της κομματικής γραφειοκρατίας». Και αποτελεί έτσι αναπόσπαστο τμήμα μιας ιστορικής εξέλιξης που κάθε άλλο παρά δικαιώνει το όραμα του Μαρξ. Για το ΠΑΣΟΚ, τόσο η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας όσο και η έννοια της κοινωνικής απελευθέρωσης έρχονται σε άμεση και αμείλικτη αντίθεση τόσο με την παντοδυναμία οποιασδήποτε φωτισμένης πρωτοπορίας, όσο και με την υποταγή του εργαζόμενου λαού σε νέους άρχοντες – όποιοι κι αν είναι αυτοί.

Το γεγονός, λοιπόν, ότι δεν ήμασταν «λενινιστές», αυτό δεν σήμαινε συγχρόνως ότι δεν ήμασταν και «αριστεροί». Διότι πού ακούστηκε να λέγεσαι "αριστερός" εφόσον ήσουν και λενινιστής!

Ωστόσο, το άρθρο αυτό του Ανδρέα, είχε τότε ενοχλήσει τους ινστρούκτορες του ΚΚΕ. Μάλιστα δε ο Ανδρουλάκης από τον «Οδηγητή» έκανε το κήρυγμά του, διαδηλώνοντας πως αυτός και οι σύντροφοί του είναι οι μοναδικοί φορείς της μαρξιστικής σκέψης και αναγνωρίζοντας για τον εαυτό τους το… αλάθητο! Έγραψε, τότε, λοιπόν, ότι «μόνο με την παρέμβαση του Κομμουνιστικού Κόμματος, του φορέα της σοσιαλιστικής ιδεολογίας, το αυθόρμητο ανυψώνεται ως το επίπεδο του συνειδητού». Ξεκινώντας μ’ αυτή την προϋπόθεση φυσικό ήταν να θεωρεί όλους τους άλλους σαν «αιρετικούς», «μικροαστούς», «τελευταία προγεφυρώματα της αντίδρασης» και άλλα ηχηρά παρόμοια. Κι εμείς, από τον «Αγωνιστή» γράφαμε ότι, μη διεκδικώντας κανένα αλάθητο, μη αναγνωρίζοντας καμιά μαρξιστική αγία έδρα, αναλύουμε με επιστημονικό τρόπο και σύμφωνα με τις αρχές του διαλεκτικού υλισμού την πνευματική παράδοση των κλασικών και τη μέχρι σήμερα ιστορική εμπειρία για να προχωρήσουμε στη σύνθεση των θέσεών μας που έχουν να λύσουν τα σύγχρονα προβλήματα του κινήματος των εργαζομένων και της μεταβατικής περιόδου. Δεν είχαμε ούτε έχουμε να μοιράσουμε τίποτα με καμιά τάση ή «σχολή» της παραδοσιακής ή της νέας αριστεράς, αλλά αντιμετωπίζουμε κριτικά τις θέσεις και τα συμπεράσματά τους.

Το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα στη συνέχεια είναι ένα άλλο ζήτημα και όχι του παρόντος σημειώματος. Κύριε Γιατρομανωλάκη, το ΠΑΣΟΚ υπήρξε αριστερό κόμμα και θα μπορούσε να είναι και τώρα...

Θα υπάρξει και συνέχεια. Πάνω στα άρθρα του Α. Πανταζόπουλου "Χωρίς ταυτότητα" και του Γ. Βώκου «Το ζήτημα είναι ότι δεν ξέρουμε κατά πού βρίσκεται η Αριστερά. Ίσως να είναι μόνο θέμα προσανατολισμού»