Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013
H προσδοκώμενη έκρηξη
Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013
Eνα ενδεχόμενο στοίχημα
- Tου Χρηστου Γιανναρα, Η Καθημερινή, 5/1/2013
Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012
Για λαό ιστορικό ψυχορραγούντα
- Tου Χρηστου Γιανναρα, Η Καθημερινή, 21/10/2012
Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012
Aλλο συμφορά και άλλο κακούργημα
|
Σε μιαν αναπάντεχη συμφορά (σεισμό, φωτιά, πλημμύρα, λοιμό, ξενική εισβολή και κατοχή) οι άνθρωποι σφίγγουμε τα δόντια και υπομένουμε. Ξυπνάνε απρόσμενες δυνάμεις αντοχής, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης αποδείχνεται πολυμήχανο. Oχι ανώδυνα ούτε χωρίς θύματα – η συμφορά έχει κόστος ανθρώπινες ζωές, είναι πάντοτε απειλή θανάτου. Aλλά έχει τη «λογική» ότι ξεπερνάει τις δυνατότητές μας να την αποτρέψουμε, γι’ αυτό και χαλυβδώνει το πείσμα μας, η ψυχή αντιστέκεται. H ανεργία δεν είναι συμφορά. Oταν ξεπερνάει τα όρια της παροδικής συγκυρίας και αδρανοποιεί το ένα τέταρτο του παραγωγικού δυναμικού της χώρας, είναι πολιτικό κακούργημα, κακουργεί την κοινωνία. Tο κακούργημα έχει αυτουργούς, φυσικούς και ηθικούς. Eίναι οι διαχειριστές της εξουσίας που κατάστρεψαν την οικονομία από στυγνή ιδιοτέλεια ή εγκληματική ανικανότητα. Yπερχρέωσαν εξωφρενικά τη χώρα, σπατάλησαν τα εισοδήματά της, τον όποιο πλούτο της. Mόνο για να συντηρήσουν το πελατειακό κράτος, το απολυταρχικό καθεστώς της κομματοκρατίας.
|
Κυριακή 29 Ιουλίου 2012
Παλαιοκομματισμός «εθνικής σωτηρίας»
- Tου Χρηστου Γιανναρα, Η Καθημερινή, 29/7/2012
Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012
Aλλαγή ή επαναδιαπραγμάτευση της παρακμής;
- Tου Χρηστου Γιανναρα, Η Καθημερινή, 24/6/2012
Κυριακή 17 Ιουνίου 2012
Ποια τα σημάδια του καινούργιου
Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011
H «δημοκρατία» μας περίγελως της υφηλίου
- Tου Χρηστου Γιανναρα, Η καθημερινή, 2/7/2011
Tριάντα τόσες μέρες άρκεσαν για να μεταμορφώσουν την ειρηνική, πατριωτική διαμαρτυρία των «αγανακτισμένων» πολιτών σε ξεφτίδια συρφετού που σεργιανούν στο Σύνταγμα από περιέργεια ή για τον χαβαλέ. Oι μικροπωλητές, ίσως πια περισσότεροι από τους διαμαρτυρόμενους, δίνουν την αίσθηση ότι η έκρηξη προσφέρθηκε ανεμπόδιστα σε εμπορική εκμετάλλεση - ακόμα και πλανόδιοι ακροβάτες, μαζί με τους σουβλατζήδες, τους κουλουρτζήδες και όσους προμήθευαν τα «υλικά» της διαμαρτυρίας (σφυρίχτρες, φακούς λέιζερ, σημαιούλες) έσπευσαν να σκυλεύσουν την «αγανάκτηση». Nτεκόρ, τα άθλια τσαντίρια όσων εκφράζανε και με επιτόπιο ύπνο την οργή τους για το «σύστημα», ώστε η πλατεία να γίνεται πιστή εικόνα γυφτοπάζαρου - γυφταριό, τσιγγαναριό.
Tις πρώτες μέρες το μέγα πλήθος ανέμιζε μόνο σημαίες ελληνικές, φερμένες από τα σπίτια, σύμβολα του πατριωτικού χαρακτήρα της εξέγερσης ενάντια στην τυραννία της κομματοκρατίας. Tις τελευταίες μέρες η πλατεία ήταν κατάφορτη από κουρελαρία, «πανώ» παντοδαπής έμπνευσης - παιδαριώδεις, το περισσότερο, κακόζηλες αναγραφές επιδείξεων «εξυπνάδας». O εκπασοκισμένος (συνειδητά ή ανεπίγνωστα) Eλλαδίτης τα ξέρει όλα, αποφαίνεται για τα πάντα, έχει «λύσεις» για κάθε πρόβλημα. Tελικά η φτωχολογιά του Kαΐρου αποδείχτηκε όχι μόνο πιο ανθεκτική, γι' αυτό και πιο τελεσφόρα, αλλά κυρίως με υπέρτερη αρχοντιά στον ξεσηκωμό της από τους επήλυδες (με συνοπτικές διαδικασίες αστούς) του αττικού λεκανοπέδιου.
Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010
Ηγέτης: η σημασία και ενδείξεις
- Tου Χρηστου Γιανναρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 10 Iανoυαρίου 2010
Ενας ηγέτης (κάθε ηγέτης) κρίνεται χωρίς προθεσμίες – από την πρώτη στιγμή που αναλαμβάνει ηγετικές ευθύνες. Το αίτημα «να του δώσουμε χρόνο» (να μην βιαστούμε στις κρίσεις μας), όταν εμφανίζεται, είναι προγνωστικό σημάδι εγγυημένης ηγετικής ανικανότητας.
Το ηγετικό χάρισμα δεν γεννιέται με την εκλογή στο ηγετικό υπούργημα ούτε το αποκτά κανείς με τον καιρό, «μαθαίνοντας» να ασκεί ηγεσία. Ο ηγέτης είναι ηγέτης προτού τον εκλέξουν για ηγέτη. Είναι έτοιμος να ηγηθεί επειδή έχει στόχους, πιστεύει στους στόχους του με μαχητική αποφασιστικότητα. Τόσο οι στόχοι του (το διαγνωστικό του χάρισμα σφυρηλατημένο στο αμόνι επίπονης σπουδής) όσο και το πείσμα για την επίτευξή τους, είναι δεδομένα αμέσως ευδιάκριτα στον λόγο του ηγέτη: Δεν υπάρχει λέξη περιττή ή συμβατική όταν μιλάει, ούτε παραμικρή έκφραση που να αποβλέπει στον εντυπωσιασμό και όχι στην ουσία.
Αυτά από την πρώτη στιγμή, όταν ακόμα ευχαριστεί τους εκλέκτορες για την εκλογή του. Η λιτότητα λόγων, χειρονομιών, συναισθηματικών διαχύσεων εγγυάται το ηγετικό χάρισμα. Οπως και η ικανότητα αξιολόγησης της ανθρώπινης ποιότητας: Ποιοι είναι οι άμεσοι συνεργάτες του ηγέτη, οι επιτελείς του, ποιοι τον πλαισιώνουν στις δημόσιες εμφανίσεις του – αν απαιτεί από τους επιτελείς του να τον κρίνουν αδυσώπητα, να ελέγχουν απροκατάληπτα και να μεταφέρουν με συνέπεια στην πράξη τη στρατηγική του.
Ο συμβιβασμός με τη μετριότητα, με ασήμαντα αναστήματα ανθρώπων που (προφανώς υστερόβουλα) συνέργησαν στην εκλογή του ηγέτη, είναι τεκμήριο απουσίας ηγετικού χαρίσματος. Το ίδιο και ο συμβιβασμός με σκοπιμότητες για την εξασφάλιση «ισορροπιών» στο εσωτερικό της όποιας κουζίνας ή καμαρίλας: κομματικής, κυβερνητικής, αρχιεπισκοπικής – οποιασδήποτε. Οσα προσόντα κι αν θρυλείται ότι διαθέτει ένας καινούργιος ηγέτης, ακυρώνονται κυριολεκτικά όταν διανείμει θώκους ή ανεχθεί να παραμείνουν σε θώκους ασημαντότητες, μόνο για να ξεπληρώσει υποχρεώσεις, να εξοφλήσει εκδουλεύσεις υποστηρικτών του, να χρυσώσει το χάπι σε αποτυχημένους ανταγωνιστές του. Η ανοχή της μετριότητας προεξοφλεί με αδήριτη νομοτέλεια το Βατερλώ του ηγέτη.
Ο ηγέτης δεν σταματάει ποτέ στο σύμπτωμα, δεν περισπάται στην περιπτωσιολογία. Αφορμάται από το σύμπτωμα για να καταδείξει τα πραγματικά αίτια που πρέπει να αντιμετωπιστούν για να εκλείψει το αρνητικό σύμπτωμα ή να εδραιωθεί το θετικό. Δεν έχει πρωτεύουσα σημασία το άλφα ή το βήτα πρόσωπο με ανόητους ή μηδενιστικούς δογματισμούς, που του ανατίθενται καίριες ευθύνες στο υπουργείο Παιδείας. Σημασία έχει πώς θα εξασφαλιστεί η τήρηση του Συντάγματος που καθορίζει τους σκοπούς της Παιδείας, ώστε να μην μπορεί ο κάθε άσχετος, τυχάρπαστος ή εξαρτημένος από «ξένα κέντρα αποφάσεων», υπουργός να διορίζει τον οποιοδήποτε συμπλεγματικό «αποδομιστή» υπεύθυνο των εκπαιδευτικών προγραμμάτων.
Ούτε σταματάει ο ηγέτης στη δυσφορία ή στην αμηχανία που βιώνει η ελλαδική κοινωνία από τη σχεδόν ανεξέλεγκτη εισβολή τεράστιου (για τα πληθυσμιακά δεδομένα της χώρας) αριθμού οικονομικών μεταναστών. Το πρόβλημα για τον ηγέτη είναι η τρομακτική υποβάθμιση τής κατά κεφαλήν καλλιέργειας των Ελλήνων, επομένως η ανικανότητά τους να αφομοιώσουν τέτοιο πλήθος αλλοδαπών. Η πείρα της Ιστορίας βεβαιώνει ότι, στην περίπτωση μείξης λαών, φυλών, εθνοτήτων, ο πολιτιστικά υπέτερος (με υψηλότερη κατά κεφαλήν καλλιέργεια) αφομοιώνει τον πολιτιστικά υποδεέστερο – χάρη σε αυτή την αρχή ο Ελληνισμός, από την υποταγή του στους Ρωμαίους (146 π.Χ.) ώς το 1821, κατόρθωσε να εξελληνίσει και αφομοιώσει δεκαεφτά (17) διαφορετικές πληθυσμικές ομάδες που κατά περιόδους εισέβαλαν και εγκαταστάθηκαν στις κυρίως ελληνικές περιοχές.
Για τους σημερινούς Μετα-έλληνες, πολιτιστική υπεροχή είναι η μεγιστοποίηση της καταναλωτικής ευχέρειας – έχουμε ίδια εκδοχή και αξιολόγηση του «πολιτισμού» με τους τριτοκοσμικούς μετανάστες. Μοιάζουμε και πιο λιμασμένοι από αυτούς στην απληστία μας, διολισθαίνουμε όλο και περισσότερο στον πρωτογονισμό της ιδιοτέλειας, της εγωκεντρικής βουλιμίας. Βαρβαρωδέστατα άγλωσσοι, με μανιώδη «προοδευτική» υστερία να «απομηθεύσουμε» την Ιστορία μας, να αποποιηθούμε κάθε πολιτιστικό κληροδότημα: σε ποια ελληνική ταυτότητα να προσλάβουμε άξεστους τριτοκοσσμικούς μετανάστες; Ενας μπροστάρης με ηγετικό χάρισμα ξέρει ότι το κοινωνικό πρόβλημα που δημιουργούν οι δύσμοιροι αλλοδαποί δεν αντιμετωπίζεται με ελέγχους αστυνομικούς ή με παροχές δικαιωμάτων ψήφου. Το πρόβλημα απαιτεί άλλη πολιτική στελέχωση του υπουργείου Παιδείας, άλλη οργάνωση των σχολείων, ριζική αλλαγή των πανεπιστημιακών τμημάτων που ετοιμάζουν εκπαιδευτικούς. Χρειάζονται μέτρα αναβάθμισης της συλλογικής αυτοσυνειδησίας και αξιοπρέπειας, για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της εισβολής των μεταναστών.
Πίσω από την απειλή, ο ηγέτης θα διαβλέψει την ευκαιρία: Ο Ελληνισμός φθίνει πληθυσμικά με ρυθμούς που εγγυώνται εγγύτατη την ιστορική του εξαφάνιση. Η απειλή κατάλυσης της κοινωνικής συνοχής από την ανεξέλεγκτη εισροή αλλοδαπών στη χώρα μπορεί, πολιτικά, να μετατραπεί σε ευκαιρία με την αφομοίωση των επήλυδων. Γι’ αυτό και η εκπαιδευτική πολιτική, όπως και ο κοινωνικός έλεγχος των ΜΜΕ (το Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο), μαζί με οικονομική ενίσχυση (όχι δημεύσεις) του κοινωνικού έργου των εκκλησιαστικών ενοριών, είναι τα πρωτεύοντα μέτρα για να νιώσουν οι μετανάστες την Ελλάδα καινούργια πατρίδα τους, επιθυμητή και σεβαστή.
Με σπιθαμιαίους ηγέτες, δεκαετίες τώρα, το υπουργείο Παιδείας και τα ασυνείδητης κερδοσκοπίας ΜΜΕ απεργάζονται μεθοδικά τον αφελληνισμό των Ελλήνων, όχι τον εξελληνισμό των επήλυδων. Τυχάρπαστες μετριότητες, σε ρόλους πρακτορίσκων ξένων συμφερόντων και υπηρεσιών, προωθούνται σε καίριες για την Παιδεία και την Ενημέρωση θέσεις. Και αν καταγγελθεί η αυθαιρεσία, εξεγείρεται αστραπιαία η συντονισμένη με απίστευτη ομοτροπία (σαν από ντουντούκα) ομάδα των «προοδευτικών» εθνομηδενιστών, από τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά ώς την «ανανεωτική» τάχα Αριστερά, για να παραμείνουν αμετακίνητοι οι τριτοκλασάτοι πρακτορίσκοι στα πόστα τους.
Το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα αποκλείει να εμφανιστεί ηγέτης με στόφα ηγέτη. Τα κόμματα έχουν αποδειχθεί επαγγελματικές συντεχνίες, μαφίες διαπλεκόμενων συμφερόντων, όπου «σταδιοδρομεί» κανείς ξεκινώντας από τον συνδικαλισμό ή τις κομματικές νεολαίες, δηλαδή μόνο πειθήνια υποταγμένος στους όρους του συστήματος. Οσες προθεσμίες κι αν δώσουμε στους κατά συνθήκη ηγέτες, τόλμη ριζικών θεσμικών μεταρρυθμίσεων για κοινωνική ανάταξη δεν μπορεί να υπάρξει. Ο δημόσιος λόγος που ζητάει, δεκαετίες τώρα, πολιτική αλλαγή, θα παραμείνει εξωπραγματικό ευχολόγιο.
Ο Ελληνισμός δεν είναι φυλετική ιδιότητα, είναι πολιτισμός. Αν η οικονομική μας κρίση επιταθεί και αρχίσουν οι επιθέσεις και λεηλασίες στα σούπερ μάρκετ, θα είναι ανύπαρκτη η διαφορά των αφελληνισμένων Ελλήνων από τους μη εξελληνισμένους αλλοδαπούς.
Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009
Το ξεχασμένο «άθλημα αληθείας»
- Tου Χρηστου Γιανναρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 25/12/2009
Ετι κι έτι το ερώτημα: Πώς γεννιέται, πώς προκύπτει μια Γιορτή; Το καταγωγικό γεγονός πρέπει να είναι έκρηξη συλλογικής χαράς και η χαρά να αναβιώνει, πάντοτε εκρηκτική, σε κάθε επέτειο της πρώτης έκπληξης. Σήμερα στην Ελλάδα θα στήναμε Γιορτή, αν κάπου στο υπέδαφος της γης μας εντοπιζόταν κοίτασμα πετρελαίου ή φλέβα χρυσού. Το χρήμα μάς δίνει χαρά, το χρήμα θα γιορτάζαμε.
Κάποτε ο ελληνικός ή εξελληνισμένος κόσμος, γύρω από τη Μεσόγειο, κυνηγούσε άλλες χαρές: Πάλευε να βεβαιωθεί αν και κατά πόσο ενδέχεται «αθανατίζειν το θνητόν», «μετασχείν αθανασίας το ανθρώπινον γένος», «της αθανασίας μεταλαμβάνειν». Και «αθανασία» δεν σήμαινε απεριόριστη παράταση του βίου ή κάποιαν άσαρκη συνέχιση της ύπαρξης στον εφιάλτη ενός γραμμικά ατέλειωτου χρόνου. Αθανασία σήμαινε ελευθερία της ύπαρξης από τις αναγκαιότητες που επιβάλλει η προκαθορισμένη «φύση» ή «ουσία» του κάθε υπαρκτού, ελευθερία από τον χρόνο, τον χώρο, τη φθορά, τον θάνατο.
Σε αυτό τον κόσμο κατέφθασε άγγελμα χαράς, ευ-αγγέλιο, πρόξενος Γιορτής: Τα πάντα ξεκινάνε να υπάρχουν όχι από ανερμήνευτη αναγκαιότητα, αλλά από την ελευθερία μιας αυτοσυνείδητης έλλογης θέλησης. Σε φάτνη αλόγων, στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας, η Αιτιώδης Αρχή των υπαρκτών, ο Θεός, φανερώνει την ελευθερία του από τη θεότητά του: Είναι Θεός, όχι επειδή υποχρεώνεται «εκ προηγουμένου λόγου» της θείας φύσης ή ουσίας του να είναι αυτό που είναι. Είναι Θεός επειδή είναι αγάπη, κορύφωμα ελευθερίας – η αγάπη - ελευθερία καθορίζει αυτό που είναι ο Θεός, όχι η θεότητά του. Γι’ αυτό και γίνεται άνθρωπος, χωρίς να πάψει να είναι ελευθερία αγάπης, δηλαδή υπαρκτικά απεριόριστος. Ανθρωπος, Χριστός Ιησούς, ελεύθερος από τις αναγκαιότητες και της ανθρώπινης φύσης ή ουσίας: ανασταίνεται από τους νεκρούς.
Αυτό το άγγελμα το προσλαμβάνει ο Ελληνας όχι σαν μια ακόμη επινόηση ερμηνευτική του οντολογικού αινίγματος, σπουδαιότερη επινόηση από την πλωτινική τριάδα (Εν-Νους-Ψυχή), τις πλατωνικές «Ιδέες», το αριστοτελικό «Πρώτον Κινούν – ταυτότητα νου και νοητού». Προσλαμβάνει το χριστιανικό ευ-αγγέλιο ο Ελληνας και γιορτάζει, σημαδεύει τη διαδοχή των αιώνων η συλλογική έκρηξη της χαράς – δεν συστήνεται ποτέ Γιορτή για φιλοσοφικές επινοήσεις. Το ευ-αγγέλιο είναι μαρτυρία μιας ανοιχτής σε επαλήθευση ιστορικής εμπειρίας: Επώνυμα πρόσωπα, με συγκεκριμένο σε τόπο και χρόνο εντοπισμό, «επόπται γεννηθέντες» των γεγονότων για τα οποία μαρτυρούν, αναλαμβάνουν να καταγράψουν τα όσα είδαν με τα μάτια τους και άκουσαν με τα αφτιά τους και ψηλάφησαν τα χέρια τους.
Δεν καταπίνεις εύκολα οποιοδήποτε θρησκευτικό ιδεολόγημα όταν έχεις πίσω σου (ή μάλλον μέσα σου, στην παιδεία σου) Πλάτωνα και Αριστοτέλη και Πλωτίνο. Ούτε γιορτάζεις χαζοχαρούμενα, αν δεν ανοίγεται μπροστά σου η δυναμική της εμπειρικής επαλήθευσης των όσων προσλαμβάνεις. Η Γέννηση του Χριστού, ενανθρώπιση του απροσπέλαστου Θεού, γίνεται για τον Ελληνα, επί αιώνες, γιορτινή έκρηξη χαράς, επειδή η πιστοποίηση του γεγονότος είναι ανοιχτή, προσφέρεται μέσα από το άθλημα της σχέσης. Το άθλημα το γνωρίζει ο Ελληνας, ξέρει ότι ψηλαφούμε την αλήθεια όχι μέσα από πληροφορίες (αυτό ισχύει μόνο για τα ιδεολογήματα), αλλά μόνο «κατά μετοχήν», όταν μετέχουμε στον τρόπο του αληθούς, στην πραγματοποίηση του αληθεύειν. Ο εκχριστιανισμός των Ελλήνων δεν αντιπροσωπεύει αλλαγή θρησκευτικών «πεποιθήσεων», αλλά αλλαγή υπαρκτικού στόχου: Από το «άθλημα αληθείας» που ήταν η μετοχή στην Εκκλησία του Δήμου, πέρασαν στο «άθλημα αληθείας» που ήταν η Εκκλησία του ευχαριστιακού σώματος.
Κάποτε η συνέχεια της Γιορτής έσπασε. Το πώς και γιατί, είναι ερώτημα που συνοψίζει την τραγωδία του όψιμου, αφελληνισμένου Ελληνισμού και που οι Ελληνόφωνοι το απωθούμε ή το ξορκίζουμε με αφελείς δογματισμούς. Πάντως, δεν γιορτάζουμε πια Χριστούγεννα, ρεαλισμό επενδύσεων στην ελευθερία από τη θνητότητα – η θεσμοποιημένη επετειακή επανάληψη της Γιορτής δεν είναι έκρηξη χαράς. Γαντζωνόμαστε σε υποκατάστατα, μικροαπολαύσεις λησμοσύνης του θανάτου: Κάτι να χαρίσουμε, κάτι να μας χαρίσουν, να ευχηθούμε, να μας ευχηθούν, να ζωντανέψει η αλήθεια της ζωής ως σχέσης στην ανεμελιά των παιδιών, στην όση ζεστασιά της οικογένειας ή της φιλίας, σε όποιο ξέφτι κοινωνίας απομένει στην εγωκεντρική βιοτή μας.
Ο Ελληνισμός τέλειωσε ιστορικά από τη στιγμή που απεμπόλησε την ταυτότητά του: την προτεραιότητα των «κοινών», την ταύτιση του κοινωνείν με το αληθεύειν, τη χαρά των σχέσεων κοινωνίας ως πρώτο ζητούμενο. Με αυτή την ταυτότητα έδωσε ο Ελληνισμός γλώσσα στο χριστιανικό ευ-αγγέλιο, το έκανε Εικόνα, ποίηση, μέλος, δραματουργία, φιλόσοφο λόγο, θεσμό επισκοπής, ενορίας, συνόδου. Μια ατομοκεντρική συλλογικότητα μόνο ψευδωνύμως μπορεί να λέγεται ελληνική και μια ατομοκεντρική θρησκευτικότητα δεν έχει την παραμικρή σχέση με το εκκλησιαστικό γεγονός.
Από τη Γιορτή των Χριστουγέννων μας χωρίζει «χάσμα μέγα», αγεφύρωτο, διαφοράς τρόπου της ύπαρξης. Την εκκλησιαστική Εικόνα την αντικαταστήσαμε με θρησκευτικές ζωγραφιές, τη δραματουργία με εθιμοτυπικά στερεότυπα, το εκκλησιαστικό μέλος με συναισθηματικές καντάδες ή μουσειακά ιδιότυπα ακούσματα, την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική με τσιμεντένιες τούρτες τερατώδους ακαλαισθησίας. Ολα πια στοχεύουν στο άτομο: να το εντυπωσιάσουν, να το συγκινήσουν, να το διδάξουν, να το υποβάλουν. Το κήρυγμα, η κατήχηση, αποκομμένα από το εκκλησιαστικό γεγονός, υπηρετούν αποκλειστικά την ατομοκεντρική, ενστικτώδη θρησκευτικότητα. Ποια χαρά Γιορτής να προκύψει, όταν η ζωή είναι εγκλωβισμένη στο εγώ, στη μονοτροπία της φθοράς, της θνητότητας, στην αλογία μεταφυσικών εκζητήσεων ατομικής σωτηρίας, ατομικών αξιομισθιών;
Κάθε φορά που ενθρονίζεται νέος αρχιεπίσκοπος αναθαρρεύουν οι ελπίδες: Δεν μπορεί, αυτός κάτι θα έχει διδαχθεί από τη νέκρα ή την παρδαλή εντυπωσιοθηρία των προκατόχων του. Κάτι θα καταλαβαίνει από τη ζωτική, κατεπείγουσα ανάγκη να αποκαταστήσει εκκλησιαστική λατρεία αντί για θρησκευτικο-μαγικές ιερουργίες, εκκλησιαστικό κήρυγμα αντί για θρησκευτικά, ηθικολογικά φληναφήματα, κατήχηση, μύηση στην ποίηση, στην Εικόνα, στην εκκλησιαστική άσκηση, όχι «διδακτικές» παιδαριωδίες. Να ξαναγίνει η ενορία λαϊκό σώμα, να πάψει να είναι το ανάλογο παραρτημάτων του ΙΚΑ. Να γνοιαστεί για τη μοναξιά και την εγκατάλειψη που βιώνουν οι κληρικοί του, να είναι συλλειτουργός, όχι διοικητής.
Και κάθε φορά οι ελπίδες καταρρέουν. Ισως για να «τελειούται η δύναμις» της ελπίδας «εν ασθενεία». Ισως γιατί «χάσμα μέγα» μας χωρίζει από το ευαγγέλιο και η οδύνη της ορφάνιας είναι γέφυρα επανασύνδεσης.
Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2009
Εγγυητές οριστικού τέλους
- Tου Χρηστου Γιανναρα, Η Καθημερινή, 25/10/2009
Δήλωσαν από μόνοι τους υποψήφιοι για την αρχηγία. Του κόμματος που με θυμό συνέτριψε η λαϊκή ψήφος. Και γελοιοποίησαν το εξουθενωμένο κόμμα συζητώντας, με συντελεσμένη την κατάρρευση, ένα και μοναδικό πρόβλημα: Τη μέγιστη δυνατή διεύρυνση του αριθμού των εκλεκτόρων τους!
Προφανή τα κίνητρα: Οσο πιο μειονεκτική είναι μια υποψηφιότητα (σε φυσικά προσόντα και σε πολιτική σοβαρότητα) τόσο πιο πεισματική η απαίτηση πολλαπλασιασμού των εκλεκτόρων. Ξέρουν οι αυθυποψήφιοι ότι η ποδοσφαιρόμυαλη μάζα ψηφίζει τους ωραίους, τις χαμογελαστές, τους μπουφόνικους κενολόγους. Σε τέτοιες εκτιμήσεις ελπίζουν.
Η δήλωση που συνόδευε κάθε υποβολή υποψηφιότητας ήταν και μια ωμή περιφρόνηση της νοημοσύνης των πολιτών: Ούτε λέξη για τα αίτια της εκλογικής συντριβής, ούτε ίχνος προβληματισμού για δικές τους ευθύνες. Κι όμως, δεν ήταν οπαδοί στις κερκίδες, ήταν κεντρικοί παίκτες στην αρένα, υπουργοί της κυβέρνησης, φιγουράτα κομματικά στελέχη. Δεν έβλεπαν, λοιπόν, τα μοιραία λάθη, τα αναίσχυντα σκάνδαλα, την εξόφθαλμη ανικανότητα του ηγήτορα;
Ποια ήταν η δική τους κριτική αντίδραση, η τίμια και υπεύθυνη παρέμβασή τους; Αν έχουν ανάστημα που το φαντάζονται ηγετικό, γιατί δεν το ύψωσαν;
Ως την τελευταία στιγμή θριαμβολογούσαν, λιβάνιζαν γλοιωδώς τον αρχηγό, δεν τολμούσαν να ψελλίσουν αντίρρηση, κριτική παρατήρηση, δημιουργική υπόδειξη. Και τώρα διεκδικούν την αρχηγία. Απέκτησαν ξαφνικά, από το τίποτα, ραχοκοκαλιά πολιτικής ευτολμίας; Ασπόνδυλοι χειροκροτητές, ώς μόλις χθες, και θα αντιπολιτευθούν τώρα, με πολιτική φερεγγυότητα και σθένος, τη θριαμβεύουσα σοσιαλεπώνυμη παντοδυναμία; Μα, που να πάρει η ευχή, ακόμα και η πιο αρρωστημένη φιλοδοξία πρέπει να προφασίζεται κάποιον ρεαλισμό.
Δύο από τους αυθυποψήφιους είχαν φτιάξει κάποτε δικά τους κόμματα. Και απέτυχαν μετά πατάγου. Εχουν, λοιπόν, δώσει τις εξετάσεις τους, δοκιμάστηκαν στην πράξη, φάνηκε καθαρά ποιες είναι οι ηγετικές τους ικανότητες. Πώς τολμάνε σήμερα, με τέτοιο βεβαρημένο παρελθόν, να διεκδικούν ασύγκριτα υπέρτερες ηγετικές ευθύνες; Είναι σαν να λένε στους πολίτες: «Είχαμε περίπτερο, το χαντακώσαμε, εμπιστευθείτε μας τώρα να διαχειριστούμε υπεραγορά»!
Οχι λιγότερο προκλητική και η υποψηφιότητα, που τα ηγετικά της προσόντα δοκιμάστηκαν (γυμνώθηκαν ανηλεώς) στον θώκο της δημαρχίας Αθηνών και στην πολιτική ηγεσία της ελλαδικής διπλωματίας. Η περίπτωση τρομάζει περισσότερο από κάθε άλλη, γιατί διαθέτει τους πιο μεθοδικούς, χρόνια τώρα, απίστευτα δικτυωμένους μηχανισμούς ψιμυθίωσης της ασημαντότητας. Η οικογένεια που προωθεί τη συγκεκριμένη υποψηφιότητα, δεν κρύβει τις διασυνδέσεις της με τον αμερικανικό παράγοντα, τις ισχυρές προσβάσεις της στα ΜΜΕ, τις συμμαχίες της με πανίσχυρα κέντρα οικονομικής εξουσίας. Υποψηφιότητα εκκωφαντικής μετριότητας, χωρίς την παραμικρή ποτέ πρωτοτυπία στη σκέψη, καινοτόμο πρωτοβουλία, ευφάνταστο δημιουργικό ενέργημα, κάποιον κάποτε λόγο που να σπιθίζει, να παραπέμπει σε όραμα, σε καίριο πολιτικό στόχο. Και έφτασε να θεωρείται αυτονόητη η υποψηφιότητα αυτής της ένσαρκης πολιτικής ανυπαρξίας, μόνο για το χαμόγελο παντός καιρού που περιφέρει επιτηδευμένα – να προβάλλεται καταιγιστικά σαν «φυσική» (πατρογωνικώ δικαιώματι) ηγέτις κόμματος εξουσίας.
Ισως η υποστήριξη και ο προπαγανδισμός της αλήστου Πλεκτάνης Ανάν να αποδειχθεί τελικά προϋπόθεση ηγετικής σταδιοδρομίας: ανόδου στον θώκο αρχικά του υπουργείου Εξωτερικών, έπειτα στην ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης και τελικά στην πρωθυπουργία. Τον δρόμο άνοιξε ο σημερινός πρωθυπουργός. Και στα ίχνη του, η επικρατέστερη για την αρχηγία της Ν.Δ. υποψηφιότητας. Η μεθοδικά αποχαυνωμένη ελλαδική κοινωνία μοιάζει να μην αντιλαμβάνεται ούτε καν τον βιασμό της.
Είκοσι οχτώ χρόνια τώρα, η Ν.Δ. προσπαθεί να γίνει ΠΑΣΟΚ και δεν τα καταφέρνει, ο ανεκπλήρωτος εκπασοκισμός της καθηλώνει τον πολιτικό και κοινωνικό βίο σε ανυπόφορη πια υπανάπτυξη. Μετά την πανωλεθρία Μητσοτάκη, στην τριετία 1990-1993 και την αυτεξόντωση Κωνσταντίνου Καραμανλή του βραχέος, στην πενταετία 2004-2009, σε αυτό το κόμμα απομένει ένα και μόνο ενδεχόμενο επιβίωσης: Να αποκτήσει δική του πολιτική ταυτότητα, δικούς του κοινωνικούς στόχους. Και ταυτότητα δεν μπορεί να αποκτηθεί με ρητορικές γελοιότητες περί «μεσαίου χώρου», δήθεν προβληματισμούς για «περισσότερο» ή «λιγότερο κράτος», μεγαλύτερη ή μικρότερη εύνοια για την «ιδιωτική πρωτοβουλία».
Δεν είναι οι απόψεις για τη διαχείριση της οικονομίας που θα προσδώσουν πολιτική ραχοκοκαλιά στη Ν.Δ. Είναι η δυνατότητα να πείσει ότι μπορεί να οικοδομήσει μια κοινωνία διαφορετική από αυτήν που διαμόρφωσε το ΠΑΣΟΚ των Α. Παπανδρέου, Κ. Μητσοτάκη, Κ. Σημίτη, Κ. Καραμανλή του βραχέος:
Μια κοινωνία που τις λειτουργικές της ανάγκες και τους στόχους της θα υπηρετεί κρατικός μηχανισμός με θεσμικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας από την εκάστοτε κομματική κυβέρνηση, συγκροτημένος με αυστηρά αξιοκρατική ιεράρχηση των λειτουργών του, συνεχή έλεγχο της ποιότητας και των ικανοτήτων τους. Να πάψει η δημοσιοϋπαλληλία να είναι το «φιλάνθρωπο» βόλεμα ανθρώπων παραιτημένων από το πείσμα και το όραμα της δημιουργίας, καταφύγιο του κοινωνικού παρασιτισμού, θεσμοποιημένη αμνήστευση των χαραμοφάηδων, των συμπλεγματικών τυραννίσκων, των χρηματιζόμενων εκβιαστών. Να εξαρτηθεί η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων από τη συνεχή και αδιάβλητη αξιολόγησή τους.
Να πείσει η Ν.Δ. ότι έχει τον ρεαλισμό μεθόδου και στρατηγικής να ελευθερώσει την ελληνική κοινωνία από τον ζυγό της δουλείας στον γκανγκστερικό συνδικαλισμό, να αποτινάξει την τυραννία των συντεχνιακών συμφερόντων, των «απεργιών κοινωνικού κόστους». Να εξαλείψει τον εφιάλτη της αυθαιρεσίας των χρυσοκάνθαρων «εργατοπατέρων», της φασιστικής βίας των καπήλων της Αριστεράς.
Να παρουσιάσει η Ν.Δ. δική της πρόταση για την παιδεία απαλλαγμένη από τη συμπλεγματική υποταγή στον εθνομηδενισμό της «προοδευτικής» ξιπασιάς. Να ξαναστήσει εξ υπαρχής προγράμματα διδακτέας ύλης με προτεραιότητα όχι στο μπούκωμα με «εκσυγχρονισμένη πληροφορία», αλλά στη γλώσσα ως λογική και στα μαθηματικά ως γλώσσα. Να προσφέρει στο παιδί μιαν «επανανακάλυψη» της ελληνικότητας με μίτο τα χνάρια που άφησε στη γλώσσα, στην Τέχνη, στον στοχασμό η Γενιά του ’30.
Να καταστήσει έμπρακτα πρωτεύον πολιτικό πρόβλημα το δημογραφικό. Κατεπείγοντα τον σχεδιασμό κινήτρων για την εξισορρόπηση κατανομής του πληθυσμού στη χώρα – είναι νομοτελειακά καταδικασμένο σε διάλυση ένα κράτος που ο μισός πληθυσμός του βρίσκεται στην πρωτεύουσα. Ρεαλιστική πρόκληση για μια πολιτική ιδιοφυΐα είναι να κάνει την ύπαιθρο ζηλευτή στη νεολαία, δυνατότητα και ευκαιρία για υψηλή ποιότητα ζωής, για ικανοποίηση δημιουργίας.
Η Ν.Δ. δεν θα αποκτήσει ποτέ δική της πολιτική ραχοκοκαλιά και ρεαλιστική ταυτότητα, αν δεν ξεκαθαρίσει η ίδια στον εαυτό της, τι πιστεύει για τον «εμφύλιο»: Ηταν ενοχή και ανεξίτηλη πολιτική μειονεξία ή καύχηση και τίτλος τιμής η αντίσταση στο ζαχαριαδικό πραξικόπημα, στον ένοπλο εξαναγκασμό να προσαρτηθεί και η Ελλάδα στον ολοκληρωτικό σταλινικό «παράδεισο»; Δεν θα ορθοποδήσει ποτέ η Ν.Δ. αν συνεχίσει να μειονεκτεί απροβλημάτιστη απέναντι στον «προοδευτικό» φασισμό καπηλείας των οραμάτων της Αριστεράς.
Και οι τέσσερις αυθυποψήφιοι ηγέτες εγγυώνται την πολιτική και κοινωνική εκπόμπευση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ολοφάνερα.



