Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Ιουλίου 2012

Παλαιοκομματισμός «εθνικής σωτηρίας»


  • Tου Χρηστου Γιανναρα, Η Καθημερινή, 29/7/2012
«Δηλώνουμε κατηγορηματικά ότι θα ακυρώσουμε δυναμικά στην πράξη οποιαδήποτε προσπάθεια για αξιολόγηση - κατηγοριοποίηση και τιμωρία των εκπαιδευτικών και των σχολείων. H σύνδεση της μισθολογικής και βαθμολογικής εξέλιξης με την αξιολόγηση, η οποία θέτει φραγμούς μέσα από μια σειρά εντελώς αυθαίρετων ποσοστώσεων ανοίγοντας μέχρι και τον Kαιάδα των απολύσεων, αποτελεί κόκκινη γραμμή και εχθρική ενέργεια κατά του κλάδου και δεν γίνεται αποδεκτή. Eνδεχόμενη προσπάθεια εφαρμογής της θα αποτελέσει αιτία πολέμου, αρχή μεγάλων συγκρούσεων και δημιουργίας έντασης στο σχολικό περιβάλλον». Tο τελεσίγραφο πολέμου υπογράφει η «Διδασκαλική Oμοσπονδία Eλλάδος» – «σε ανάλογο μήκος κύματος κινούνται οι θέσεις και της Oμοσπονδίας Λειτουργών Mέσης Eκπαιδεύσεως» («K» 14.7.2012). Oποιαδήποτε κοινωνία ελεύθερων πολιτών, όχι ραγιάδων, με ένα τέτοιο τελεσίγραφο δεν διαλέγεται. Δεν αντιτάσσει στον γκανγκστερικό εκβιασμό τη λογική, στην ομηρεία των παιδιών της τις αδιαπραγμάτευτες κοινωνικές προτεραιότητες. Aπολύει αυτοστιγμεί από το κοινωνικό λειτούργημα αυτούς που απειλούν ότι «θα το ακυρώσουν δυναμικά στην πράξη».

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

Το λεξικό της εκλογικής ψευδολογίας

ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ
  • Tου Παντελη Mπουκαλα, Η Καθημερινή, 24/6/2012 
Το Λεξικό των Εκλογών, έτσι όπως το έχει συντάξει η μια γενιά πολιτικής (αλλά και πολιτικαντισμού) μετά την άλλη, εμπλουτίζεται βεβαίως με κάθε αναμέτρηση, διαθέτει ωστόσο τα σταθερά, τα πάγια λήμματά του. Αλλα από αυτά είναι φωτεινά, άλλα μαύρα κι άλλα γκρίζα (το πού θα κατατάξει κανείς τα λήμματα της κολακείας, τα σταθερότερα εξ όλων, εξαρτάται από τη φιλολογική σχολή στην οποία ανήκει). Στα φωτεινά λήμματα, τόσο φωτεινά όσο και τα εκβιασμένα χαμόγελα των ηγετών στις θηρευτικές προεκλογικές αφίσες, πρωτεύουσα θέση κατέχει φυσικά το «όραμα». Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η χρήση του δείχνει να υποχωρεί στην πραγματιστική, αν όχι κυνική εποχή μας, όπου σαν επίθετο της πάσης αγιοσύνης και πάσης αξιοσύνης πλασάρεται το «παραγωγικός»· όχι το «δημιουργικός», όχι, ακόμα και αυτό φαντάζει πια κατάλοιπο από τον καιρό του ρομαντισμού. «Οραμα», λοιπόν, και «ελπίδα», και «μέλλον», και «αύριο», και «εμείς» (ενίοτε εδώ γίνονται και οι συνήθεις παραπομπές στον Μακρυγιάννη, δίκην ιστοριοφιλολογικής τεκμηρίωσης), και «ο λαός», και «το δίκιο του λαού», και «η νεολαία μας» (το σύνθημα για τα «περήφανα γηρατειά» πάνε χρόνια που συνταξιοδοτήθηκε).

Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

Οι αιτίες της παρακμής της πολιτικής

Ο ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ θεωρητικο-πολιτικός διάλογος μεταξύ της Ουρμπινάτι και της Μουφ δημοσιεύτηκε στο ιταλικό περιοδικό «Il Mulino».
* Αγαπητή Σαντάλ,
στα πρόσφατα γραπτά σου έχεις εκφράσει την ανησυχία σου για την παρακμή της πολιτικής στις δημοκρατικές κοινωνίες. Εχεις εύστοχα φωτίσει το πώς η μεταμοντέρνα κατάσταση, και εξαιτίας της παγκόσμιας επέκτασης του φιλελεύθερου οικονομικού και θεσμικού μοντέλου, χαρακτηρίζεται από τη διάβρωση της αγωνιστικότητας, χωρίς την οποία δεν υπάρχει πολιτική. Είναι πράγματι αναμφισβήτητο ότι η υποβάθμιση των συγκρούσεων σε έριδες μεταξύ οικονομικών συμφερόντων και σε δικαστικές διαφορές μεταξύ δικαιωμάτων παρήγαγε αξιοσημείωτους ιδεολογικούς και θεσμικούς μετασχηματισμούς. Αρκεί να σκεφτούμε την αύξηση της ισχύος μη πολιτικών θεσμών, όπως οι τράπεζες και τα δικαστήρια (η ευρωπαϊκή περίπτωση είναι από αυτήν την άποψη εμβληματική, επειδή οι πρώτοι και ακόμα και σήμερα οι πιο καθοριστικοί θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι εκείνοι που εκφράζουν καλύτερα τη φιλελεύθερη ηγεμονία: η αγορά με το ενιαίο νόμισμα και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων). Εσύ υπέδειξες την επίπτωση που αυτός ο φιλελεύθερος μετασχηματισμός είχε στη δημοκρατική πολιτική, πάνω απ' όλα επειδή εκτόπισε ή προσπάθησε να εκτοπίσει την ανταγωνιστική διάσταση από τις κοινωνικές σχέσεις. Αλλά, όπως εσύ λες, μια δημοκρατική θεωρία, που θέλει να φανεί ικανή να ανταποκριθεί στις σύγχρονες παγκόσμιες και τοπικές προκλήσεις, θα έπρεπε να είναι σε θέση να αναγνωρίζει ρεαλιστικά τη σύγκρουση, δηλαδή να αποδέχεται «τον αμφίσημο χαρακτήρα της ανθρώπινης κοινωνικότητας και το γεγονός ότι η αμοιβαιότητα και η εχθρότητα δεν μπορούν να διαχωριστούν» («Επί του πολιτικού»).

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Τι ψάχνει το κόμμα του Κανένα;


Τα ποσοστά του ανεβαίνουν διαρκώς στις δημοσκοπήσεις. Η επιλογή «κανένας» στο ποιος είναι κατάλληλος για να ηγηθεί του τόπου αποτελεί πια μια ισχυρή δύναμη. Είναι το τέλος της πολιτικής έτσι όπως τη γνωρίζαμε; Φταίει η απογοήτευση από τα υπάρχοντα κόμματα «εξουσίας» και «διαμαρτυρίας»; Μήπως οι πολίτες επιλέγουν να αντιδράσουν έτσι νιώθοντας αποκομμένοι από την πολιτική και τους θεσμούς της; Μάλιστα ορισμένοι εκτιμούν ότι κάποιες σημαντικές επιλογές αποφασίζονται όχι μόνον ερήμην τους αλλά και έξω από τη χώρα. Δύσκολες οι απαντήσεις, ειδικά όταν οι διαθέσεις των πολιτώνταλαντεύονται στο εκκρεμές αδιαφορία- ενεργή παρουσία στα πολιτικά δρώμενα.
  • ΤΟ ΒΗΜΑ | Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011
Ο Κύκλωπας της αδράνειας
  • ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ 
Βρισκόμαστε όλοι υπό το κράτος της απορίας. Πώς γίνεται η χώρα που ανακάλυψε την «πολιτική», δημιούργησε το επάγγελμα του «πολιτευτή» και εκκόλαψε το παγκοσμίως μοναδικό ρήμα «πολιτεύομαι», πώς γίνεται να αποστρέφει τα βλέμματά της από τη διαχείριση των κοινών; Πώς γίνεται να προτιμά το κόμμα του κανενός; Ποιοι είναι οι λόγοι που εξώθησαν την κατά παράδοση υπερπολιτικοποιημένη αυτή χώρα που εμφάνιζε υψηλότατα ποσοστά συμμετοχής στα πολιτικά τεκταινόμενα να οδηγείται σε μια αποστασιοποίηση που αγγίζει τα όρια της αποστροφής; Πώς εξηγείται ότι εκείνοι που για οποιονδήποτε λόγο αρνούνται, δυσφορούν ή έστω διατηρούν επιφυλάξεις να μετάσχουν στο δημοκρατικό παίγνιο εμφανίζονται περισσότεροι από εκείνους που δείχνουν να επιμένουν ως ενεργοί πολίτες να ασκούν τα δημοκρατικά τους δικαιώματα; Πράγματι, η ρήξη με όλα όσα μέχρι τώρα γνωρίζαμε είναι θεαματική. Και οι ρήξεις πάντα γεννούν νέες λέξεις. Και έτσι είδε το φως, ονομάστηκε και γεννήθηκε το «κόμμα του κανενός».

Στην πραγματικότητα βέβαια το φαινόμενο δεν είναι καινοφανές. Σε όλες τις μεγάλες δημοκρατικές χώρες, η αύξουσα αναξιοπιστία του πολιτικού, η προϊούσα ιδιοτέλεια και η ιδιωτικοποίηση των ατομικών σχεδίων και προοπτικών έχουν από καιρό οδηγήσει στην ενίσχυση των αδιάφορων πολιτικών εκείνων κινημάτων που εκφράζονται με τα κόμματα των ερασιτεχνών, ψαράδων, κυνηγών ή φυσιολατρών που πρoτιμούν εκδρομές από την εκλογική «ταλαιπωρία». Στις ΗΠΑ π.χ. τα ποσοστά συμμετοχής στις προεδρικές εκλογές μετά βίας αγγίζουν το 50% των εγγεγραμμένων. Με αυτή την έννοια, το σύνδρομο της αποχής δεν πρέπει να μας εκπλήσσει.

Στις μέρες μας όμως η αποχή δεν εκφράζει πια προσωπικές και μόνον επιλογές, αλλά απηχεί βαθύτερες μεταλλαγές στην πρόσληψη του πολιτικού. Ετσι, η εισβολή του νέου αυτού «ιού» στη χώρα μας δεν είναι παρά το επιφαινόμενο των νέων προτύπων πολιτικής συμπεριφοράς που καλούνται να εναρμονιστούν με μια παγκοσμιοποιημένη πια οικουμένη. Ο εκσυγχρονισμός των «ηθών» ακολουθεί τον εκσυγχρονισμό των δημοκρατικών κοινωνιών και της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ο κόσμος όλος φαίνεται πια να οδηγείται προς νέες μορφές αυτο-αναπαραγόμενων εξουσιών. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η ουδέτερη λέξη «διακυβέρνηση» τείνει να αντικαταστήσει τις φορτισμένες λέξεις κυβέρνηση και πολιτική. Στο εξής, τα «κοινά» εμφανίζονται ως αντικείμενα μιας απλής «διαχείρισης» ενός συστήματος που οφείλει να αυτορρυθμίζεται με τις ελάχιστες δυνατές εκ των άνω πολιτικές παρεμβάσεις.

Στα πλαίσια αυτά, η δημοκρατία μοιάζει να λειτουργεί ως άλλοθι. Οι καίριες αποφάσεις λαμβάνονται σε κάποιο απροσδιόριστο «αλλού» (π.χ. στις λεγόμενες «αγορές» ή στους κόλπους αδιαφανών υπερεθνικών θεσμών που ούτε εκλέγονται ούτε λογοδοτούν). Από την άποψη αυτή λοιπόν, θα έλεγα ότι το εκλογικό παίγνιο δεν είναι παρά μια θεατρική τελετουργία που στοχεύει στη συνεχή αναβάπτιση μιας κλυδωνιζόμενης εξουσιαστικής νομιμοποίησης. Μια τελετουργία όπου η (προαιρετική) συμμετοχή οργανώνεται έτσι ώστε να παραμένει ατελέσφορη. Είναι γεγονός ότι τα κατεστημένα συμφέροντα υπηρετούνται καλύτερα όταν ο πολιτικός έλεγχος είναι θεατρικός. Τα ηχηρά δάκρυα που χύνονται στο όνομα της μειωμένης συμμετοχής είναι κροκοδείλια. Τι απομένει λοιπόν στους πολίτες; Τι μπορούν να κάνουν εκείνοι που δυσφορούν, υποφέρουν ή εξοργίζονται από το γεγονός ότι νιώθουν ολοένα και πιο απόβλητοι από το σύστημα λήψεως αποφάσεων; Είναι δυνατόν να υπάρξουν προϋποθέσεις για να επανέλθουν στη φαντασίωση της συλλογικής τους αυτοθέσπισης;

Πώς θα μπορέσουν η πολιτική και η δημοκρατία να ανακτήσουν τη χαμένη αυτονομία τους; Και στα πλαίσια αυτά πώς είναι δυνατόν να αντιμετωπισθεί το δικομματικό «δυο-πώλιο» που μέσα από την «εναλλαγή στην εξουσία» των «κομμάτων εξουσίας» διαιωνίζει την ανομολόγητη ουσιαστική εξομοίωση ή προσέγγιση όλων εκείνων που συνυπογράφουν την ανάγκη «ρεαλιστικής συμμόρφωσης» στις έξωθεν προσδιοριζόμενες συνθήκες. Το θατσερικής έμπνευσης σύνδρομο ΤΙΝΑ («Τhere is no alternative»- «δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση») συνοψίζει τη διάχυτα πια αποδεκτή «πολιτική ορθότητα» της παραδοχής ότι το πολιτικό δεν δικαιούται να υπάρχει και να δρα παρά μόνον ως ετερόνομο.

Είναι γεγονός ότι υπό τους όρους αυτούς δεν φαίνεται να υπάρχουν πολλές προοπτικές εξόδου από τα δημοκρατικά ελλείμματα και αδιέξοδα. Στο μέτρο που το δημοκρατικό πολιτικό σύστημα παραμένει συγκροτημένο ως «κλειστό», οι πολίτες δεν έχουν τη δυνατότητα ούτε να «εξέλθουν» ούτε να «αποσυρθούν», ούτε να μετασχηματίζουν τους συνταγματικά κατοχυρωμένους δημοκρατικούς κανονισμούς. Δεν τους μένει παρά η δυνατότητα της «φωνής», της έναρθρης ή και άναρθρης διαμαρτυρίας ενάντια στην καθημερινότητα ενός συστήματος εξουσιών που τους καθυποτάσσει. Οταν λοιπόν η φωνή αυτή βοά εν τη ερήμω, όταν το δικομματικό σύστημα αναπαράγεται αδιατάρακτο και όταν οι λύσεις που προβάλλονται από εκείνους που μπορούν να μετάσχουν στην εναλλαγή στην εξουσία δεν είναι πειστικές τότε η ελπίδα δίνει τη θέση της στην απόγνωση. Από τη στιγμή που η έξοδος είναι αδύνατη, και η φωνή αναποτελεσματική, είναι φυσικό ότι το «κόμμα του κανένα» εμφανίζεται ακάθεκτο στο προσκήνιο.

Το «κόμμα» αυτό όμως δρα εκτός των αντιπροσωπευτικών δημοκρατικών θεσμών και των διαδικασιών όπου λαμβάνονται έγκυρες αποφάσεις. Και για αυτόν ακριβώς τον λόγο μπορεί να υπόκειται σε συνεχείς πρωτεϊκές μεταμορφώσεις. Εξελισσόμενο με μόνο γνώμονα τη δική του ανεξέλεγκτη εσωτερική δυναμική, παραμένει ατιθάσευτο. Ο «κανένας» δεν υπακούει σε κανόνες. Ο πολλαπλασιασμός των αδιάφορων ψαράδων, κυνηγών ή αναχωρητών είναι βέβαια πιθανός. Εξίσου πιθανό όμως και το ενδεχόμενο πολλαπλασιασμού κρουσμάτων ανυπακοής, εκρηκτικής βίας και διάχυτης ανομίας. Και εδώ ακριβώς ίσως να εντοπίζονται τα ιστορικά όρια των εξουσιών που έχουν πια συνηθίσει να επαναπαύονται στη χειραγώγηση των πειθήνιων ή αδιάφορων υπηκόων. Τα εξουθενωμένα και αδρανή «πολιτικά σώματα» μπορεί να βρουν τον δικό τους τρόπο να ξαναγίνουν ενεργά. Ετσι, εις πείσμα ίσως των φαινομένων, η σταθερότητα των συναινετικών δομών εμφανίζεται περισσότερο έωλη από οποτεδήποτε στο παρελθόν. Ισως λοιπόν τα «κόμματα του κανένα» να εμφανίζονται ως οι κατ΄ εξοχήν φορείς της πάντα ελλοχεύουσας πανουργίας της ιστορίας. Το ξέρουμε άλλωστε από την αρχαιότητα. Για να αντιμετωπίσει τον Πολύφημο, ο πολυμήχανος Οδυσσέας εμφανίστηκε ως «Ούτις», δηλαδή ως κανένας.

Ο κ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας.
Πολιτική αδιαφορία: Τυχαίο; Δεν νομίζω
  • AΝΤΩΝΗΣ ΛΙΑΚΟΣ 
Δεν θα έπρεπε να είναι πηγή ανησυχίας το δημοσκοπικό εύρημα ότι οι πολίτες στην πλειονοψηφία τους αδιαφορούν ποιος θα τους κυβερνήσει. Αυτή η αδιαφορία θα μπορούσε να διαβαστεί ως ένδειξη εμπιστοσύνης: ανεξαρτήτως προσώπων, οι υπηρεσίες θα συνεχίσουν να λειτουργούν απρόσκοπτα, οι υποθέσεις και οι δουλειές τους θα πηγαίνουν καλά χωρίς την ανάγκη πολιτικών παρεμβάσεων. Οι πολιτικές αποφάσεις έχουν πλέον αντικατασταθεί από κανόνες και κριτήρια που εφαρμόζονται αυτόματα, τα μικρά ζητήματα διαχείρισης που μένουν είναι στα χέρια τεχνοκρατών που προσλαμβάνονται με πάγιες αξιοκρατικές διαδικασίες. Τι άλλο έχει να κάνει η πολιτική, και γιατί να μπουν σε κόπο να επιλέξουν ιδεολογία και πρόσωπα που θα τους κυβερνήσουν;

Αυτή δεν είναι μια αυθαίρετη ερμηνεία. Σύμφωνα με τη θεωρία για το Τέλος της Ιστορίας του Φράνσις Φουκουγιάμα, οι άνθρωποι ζώντας σε μια κοινωνία στην οποία θα ικανοποιούσαν τις ανάγκες τους, και κυρίως το αίσθημα της αναγνώρισης, θα εγκατέλειπαν σιγά σιγά τις πολιτικές αντιπαραθέσεις και συζητήσεις και θα ζούσαν όπως στα ειδυλλιακά αμερικανικά μεσοαστικά προάστια. Θα πήγαιναν το πρωί στη δουλειά τους, το απόγευμα θα κούρευαν το γκαζόν, το Σαββατοκύριακο για ψώνια, φιλικές συναντήσεις και σπορ. Τέλος της Ιστορίας σημαίνει τέλος της πολιτικής, και αντίστροφα: Χωρίς αντιπαραθέσεις, δηλαδή χωρίς πολιτική, τελειώνει και η Ιστορία. Γίνεται κάτι απίστευτα βαρετό, κάτι χωρίς ειδήσεις, περίπου σαν την εφημεριδούλα που εκδίδει το Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Η άλλη, η διαφορετική ανάγνωση, εκδηλώνει ανησυχία. Πρόκειται για απόρριψη της πολιτικής σε συνθήκες που κάθε άλλο παρά θυμίζουν ειδυλλιακές κοινωνίες στο λυκόφως της Ιστορίας. Αλλά και πάλι, γιατί θα πρέπει να ανησυχούμε; Τόσο κόπο δεν κάναμε για να περάσουμε από την έννοια της πολιτικής στην έννοια της διαχείρισης; Τόση συζήτηση δεν έγινε ώστε ολόκληροι τομείς, όπως η εξωτερική πολιτική, η Αμυνα και οι εξοπλιστικές δαπάνες, η Παιδεία, η οικονομία εν τέλει, να γίνουν αντικείμενα διακομματικής συναίνεσης, να εξαιρεθούν επομένως από την πολιτική και τις αντιπαραθέσεις που εγγενώς τη χαρακτηρίζουν; Αν επιτευχθεί η συναίνεση που ευαγγελίζονται όλοι, τι νόημα έχει ποιος ή ποια θα είναι πρωθυπουργός; Στο κάτω-κάτω πόσες από τις υποθέσεις που μας αφορούν δεν είναι αποτέλεσμα κανονισμών και ρυθμίσεων που μας έρχονται από την Ευρωπαϊκή Ενωση; Σε πόσες από αυτές βαραίνουν οι συζητήσεις και οι αποφάσεις του Ευρωκοινοβουλίου; Η πολιτική δεν είναι πλέον αυτό που ήταν.

Αφορά ένα περιθώριο πραγμάτων, το οποίο γίνεται σημαντικό όταν αναδεικνύεται ως έλλειψη ή μειονέκτημα: Αν λ.χ. έχεις έναν ανέντιμο, ή τεμπέλη, ή ιδεολογικά φανατισμένο πρωθυπουργό, ή αν δεν αποφεύγει την ακραία γελοιοποίηση όπως ο ιταλός πρωθυπουργός. Αλλά πού βρίσκονται οι μεγάλες και βασικές επιλογές; Η νέα δημόσια διαχείριση ασκείται εκτός πολιτικής στο τεχνολογικό σύμπαν της διακυβέρνησης, στον αστερισμό των συμπράξεων ιδιωτικού- δημοσίου, στους αυτοματισμούς που περιγράφουν τα εγχειρίδια νεοκλασικής οικονομίας. Αν λοιπόν οι πολιτικοί παραμερίζουν την πολιτική για χάρη της διακυβέρνησης, τότε γιατί να παραπονιούνται για την αποχή από την πολιτική, για το αν οι πολίτες εκδηλώνουν την ουδετερότητά τους απέναντι στα κόμματα εξουσίας;

Παρ΄ όλα αυτά η πολιτική δεν εξέλιπε. Υπάρχει ένα αίσθημα πνιγμού στην κοινωνία γιατί βρίσκεται κάτω από ένα πυκνό δίχτυ που πληροφορεί και διαμορφώνει την κοινή γνώμη και δεν επιτρέπει παρά επιλεκτικά και μεμονωμένα να ακουστούν κάποιες φωνές εδώ και ΄κεί. Εκτεταμένα στρώματα πληθυσμού όμως δεν μπορούν να εκφραστούν, γιατί δεν υπάρχει καμιά ελπίδα να ακουστεί η φωνή τους. Τα κόμματα αποτελούν ένα είδος επιχειρήσεων όπου οι εσωτερικοί κανόνες του παιχνιδιού είναι ισχυρότεροι από τις σχέσεις τους με την κοινωνία, και αποτελούν τη μοναδική αναφορικότητα της γλώσσας που χρησιμοποιούν. Ωστόσο μικρές ομάδες πολιτών κινητοποιούνται εδώ και εκεί, δημιουργούν ομάδες αλληλεγγύης και συμπαράστασης, καμιά φορά μάλιστα καταφέρνουν οριακά καλά αποτελέσματα, όπως στις δημοτικές εκλογές σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, άλλες φορές όμως υποκύπτουν κάτω από το βάρος μιας αρνητικής εικόνας που δημιουργούν τα πλέγματα εξουσίας και ενημέρωσης, χρησιμοποιώντας ενδεχομένως και δικές τους αδεξιότητες. Ολα αυτά χαρακτηρίζονται από πολυμορφία, αλλά απουσιάζει ένα πολιτικό κίνημα με ιδέες, προγράμματα και μαζικότητα που θα ήταν σε θέση να ασκήσει όχι πολιτικές αλλά πολιτική, που να θέτει κεντρικά διακυβεύματα και να αφορά τη διακυβέρνηση. Ενώ η πολιτική των κομμάτων εξουσίας έχει γίνει σκληρό παιχνίδι εξουσίας απαλλαγμένο από τα ιδεολογικά του χαρακτηριστικά, οι εκδηλώσεις αναζήτησης εναλλακτικής πολιτικής εξαερώνονται σε ένα είδος ψυχοθεραπείας. Καθησυχάζουμε τη συνείδησή μας, μας ενδιαφέρει η επιτυχία τους, αλλά σπανίως η αποτελεσματικότητά τους.

Αυτό το σύστημα όμως, που βγάζει στην αδιαφορία, χρειάζεται μια εξωτερική νομιμοποίηση. Οι πολίτες πρέπει να παίζουν τον ρόλο τους επιλέγοντας πρόσωπα και κόμματα που θα τους κυβερνήσουν. Για αυτόν τον λόγο υπάρχει και μια σκηνή αντιπαράθεσης, όπως οι «εξεταστικές», και φυσικά οι τόνοι θα ανεβούν πριν από τις εκλογές, ώστε ένας νέος γύρος σκληρών αντιπαραθέσεων να παιχτεί στις οθόνες. Τότε τα ποσοστά αδιαφορίας θα μειωθούν. Εκτός και αν καμιά τίγρη πηδήξει έξω από το κλουβί της. Αλλά και πού να πάει;

Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Η οπτασία του ύπουλου Μεσσία
  • ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΚΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ
  • «Τα πλήθη δεν είναι ηρωικά, ακολουθούν τη φωνή του συμφέροντος» Κ. Παπαρρηγόπουλος
Oι στατιστικές διαθέτουν την τεχνογνωσία να παίρνουν ακριβές δείγμα από την ανθρώπινη μάζα. Ερωτάται το πλήθος: «Προτιμάς, ψηφοφόρε, να σε κυβερνήσει Εκείνος ή ο Αλλος, ή Κανένας;» Το πλήθος επιλέγει με τη φωνή του συμφέροντος. Εχει κυρίως ως κριτήριό του το καλάθι της νοικοκυράς. Ομως όταν ή Εκείνος ή ο Αλλος δεν του δημιουργήσουν πειστική αυταπάτη ότι μπορούν να του προσφέρουν την επιθυμητή ποσότητα αγαθών και υπηρεσιών τότε τη θέση παίρνει ο Κανένας. Ο Κανένας όμως δεν είναι κάτι αφηρημένο, κάτι ανύπαρκτο, είναι μια οντότητα, μια γοητευτική ανθρωπόμορφη οπτασία ικανή να επιδράσει με τρόπο υπερφυσικό στη διακυβέρνηση της κοινωνίας και της χώρας, να συντελέσει στην παραγωγή και δίκαιη κατανομή των αγαθών ώστε κάθε νοικοκυρά να γεμίζει το καλάθι ως εκεί όπου το γεμίζει η γειτόνισσά της και να βρίσκει όπως παλαιότερα φτηνές χειμωνιάτικες ντομάτες.

Εφόσον ο άνθρωπος δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις βιοποριστικές και φυσικές ανάγκες του με ανέξοδες μεθόδους, όπως π.χ. ο κυνικός Διογένης που αυνανιζόταν προκλητικά στην αγορά της Κορίνθου αν κάποια ωραία περνούσε από μπροστά του και όταν οι Κορίνθιοι τον σκυλόβριζαν για τη χυδαία πράξη του εκείνος σαρκάζοντας απαντούσε: «Μακάρι έτσι όπως ικανοποιώ την ερωτική επιθυμία να υπήρχε τρόπος τρίβοντας την κοιλιά μου να ικανοποιώ την πείνα». Αφού όμως αυτό είναι αφύσικο για μας και αντιχριστιανικό, ο πολίτης υποχρεούται να επιλέξει τον κυβερνήτη του, δηλαδή να επιλέξει ή Εκείνον ή τον Αλλον. Αν όμως ούτε Εκείνος ούτε ο Αλλος μας πείθουν, τότε αναγκαστικά επιλέγουμε τον Κανένα για να μας κυβερνήσει αντί να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας και να αυτοκυβερνηθούμε. Αντιδρούμε λοιπόν και απέχουμε από τα κοινά διευκολύνοντας έτσι τον Κανένα να κατέβει εξ ουρανού ως μεσσίας, κλεινόμαστε άβουλοι στο καβούκι του εγωισμού, πεισμωμένοι και μοχθηροί αναμένοντας να έρθει ο Κανένας να μας σώσει, να μας κανακέψει: «Βγάλτε επιτέλους, σαλιγκαράκια, τα κεφάλια σας από το καβούκι και άντε να βοσκήσετε, πήραμε νέο δάνειο κι όλα έχουν φτηνύνει όπως επί δραχμής». Και όταν βγάλουμε το κεφάλι από το καβούκι, να σου μας μπήγει το παλούκι στο μάτι! Σκούζουμε γοερά σαν τον τυφλωμένο Κύκλωπα που τον τύφλωσε ο Κανένας. Οταν οι φίλοι μας Ευρωπαίοι μας ρωτούν ανήσυχοι «Ελληνες, τι πάθατε και σκούζετε;» εμείς τους απαντάμε όπως απάντησε ο Πολύφημος Κύκλωπας στους γείτονές του: «Μας τύφλωσε ο Κανένας!». Εκείνοι τότε σηκώνουν τους ώμους, ορθώς δεν μας πιστεύουν, μας θεωρούν τρελούς. Συλλογίζονται λογικά: «Μα μπορεί ο κανένας να τους κάνει κακό;». Και όμως μπορεί. Εμείς είμαστε Ελληνες, εκλεκτός λαός, ανάδελφος, είμαστε άξιοι να πάθουμε εξαιρετικά παθήματα, τέτοια που να μας ζηλέψουν οι άλλοι λαοί. Υπάρχει λύση στο χάλι μας; Μόνο μία. Να εξαφανίσουμε διά παντός Εκείνον και τον Αλλον και τον Παράλλον, να μη μείνει κανένας. Προπαντός να μη μείνει ο Κανένας.

Ο κ. Βασίλης Γκουρογιάννης είναι συγγραφέας.

Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

Η πολιτική υπό κατηγορία

  • Ο ακόλουθος διάλογος μεταξύ του ιταλού φιλοσόφου Μάσιμο Κατσιάρι και του πολιτικού επιστήμονα Ιλβο Ντιαμάντι αποτελεί μέρος των εργασιών ενός σεμιναρίου με θέμα την «Αντιπολιτική», που έγινε στο Πανεπιστήμιο του Ουρμπίνο.
ΝΤΙΑΜΑΝΤΙ: Δεν είναι εύκολο να ορίσουμε ένα φαινόμενο ρευστό και φευγαλέο, όπως η αντιπολιτική. Η αντιπολιτική είναι μια λέξη που χρησιμοποιείται σε πολλές περιστάσεις, σε πολλές εκδοχές, με διαφορετικά νοήματα. Αυτό όμως αντανακλά τη δυσκολία να ορίσουμε σήμερα την πολιτική. Με άλλα λόγια, σήμερα γίνεται πολύς λόγος για αντιπολιτική, επειδή είναι υπό αμφισβήτηση το νόημα της πολιτικής και το νόημα της δημοκρατίας. Η πολιτική για την οποία μιλάμε αναφέρεται συνήθως στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Το «αντιπολιτικό» κλίμα στην κοινή γνώμη εμπλέκει συνεπώς τους τόπους, τους πρωταγωνιστές, τους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Και πρώτα απ' όλα τα κόμματα. Σε ένα δεύτερο επίπεδο και ταυτόχρονα, τους ηγέτες και την πολιτική τάξη· την ηγετική τάξη γενικότερα. Επομένως τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς με την ευρύτερη έννοια. Κατ' επέκταση, η αντιπολιτική επαναφέρει την αντιπαράθεση «εμείς» και «εκείνοι». «Εμείς» είμαστε εκείνοι που βρίσκονται έξω από τους κύκλους της εξουσίας και της αντιπροσώπευσης. «Εκείνοι» είναι η κάστα. Επειτα, η λέξη αντιπολιτική χρησιμοποιείται και για να υποδείξει μια σειρά παραγόντων που δρουν στο κοινωνικό πλαίσιο. Τα πρόσωπα και οι εκφραστές της «αντιπολιτικής αντιπροσώπευσης» είναι διαφορετικά: κινήματα διαμαρτυρίας, επιτροπές, ομάδες πολιτικών.
ΚΑΤΣΙΑΡΙ: Εγώ θα υιοθετούσα την ιδέα της αντιπολιτικής με τρόπο ριζικό, ως μια φυσιολογική όψη της δημοκρατίας. Η δημοκρατία εμπεριέχει μια κριτική σχέση με την πολιτική. Δεν υπάρχει ισοδυναμία ανάμεσα σε δημοκρατία και πολιτική. Ας ξεκινήσουμε από την κομβική ιδέα της δημοκρατίας, την ιδέα ότι μέσα από τον λόγο μπορεί να επιλύεται η πολιτική σύγκρουση. Η πολιτική όμως είναι ουσιαστικά σύγκρουση. Η αξίωση του δημοκρατικού καθεστώτος έγκειται ακριβώς στο να περιοριστεί η σύγκρουση στη μορφή του συμβολαίου. Είναι όμως «πολιτική» όλα αυτά; Μπορούμε να καταχωρίσουμε σε νομικό συμβόλαιο την πολιτική σχέση; Ιδού γιατί χρειάζεται να πάρουμε στα σοβαρά την αντιπολιτική και να μην τη θεωρούμε μια τυχαία παθολογία. Αυτή μας επιτρέπει να δούμε ένα ουσιώδες όριο του δημοκρατικού λόγου.
ΝΤΙΑΜΑΝΤΙ: Εξάλλου, η αντιπολιτική χρησιμοποιείται με τη σειρά της ως «πολιτικός» λόγος, για να ακολουθεί τις διαθέσεις της κοινωνίας. Ας σκεφτούμε τη Λέγκα του Βορρά ή τον Μπερλουσκόνι, που έχουν υποστηρίξει στο παρελθόν και σήμερα συνεχίζουν να υποστηρίζουν ότι δεν είναι «πολιτικοί», αλλά ότι είναι κάτι άλλο. Επιχειρηματίες, άνθρωποι της κοινωνίας, του Βορρά, που θέλουν να αποδώσουν την εξουσία στους πολίτες. Εχουν ωστόσο γίνει «κόμματα», έχουν μπει στο κοινοβούλιο και στην κυβέρνηση. Εχουν ενσωματωθεί στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Η ρητορική της αντιπολιτικής έχει μπει στην πολιτική αλλά και στην κοινή γλώσσα, συνδεόμενη συχνά με μιαν άλλη έννοια: τον «λαϊκισμό», ο οποίος προτείνει την υπέρβαση των παραδοσιακών μηχανισμών της μεσολάβησης και της αντιπροσώπευσης, παρακάμπτοντας κόμματα και οργανώσεις, για να εγκαθιδρύσει μιαν άμεση σχέση ανάμεσα στον ηγέτη και τον λαό. Οχι μόνον η αντιπολιτική αλλά και ο λαϊκισμός αποτελεί μέρος της δημοκρατίας.
ΚΑΤΣΙΑΡΙ: Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ιδέα που έχουμε για τη δημοκρατία είναι ουσιαστικά εκείνη της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Αλλά, αν το εξετάσουμε προσεκτικά, στην ίδια την έννοια της «δημοκρατικής αντιπροσώπευσης» εμπεριέχεται το αντιπολιτικό στοιχείο. Ας προσπαθήσουμε να στοχαστούμε. Η ιδέα της αντιπροσώπευσης κρύβει ένα παράδοξο: η «τέλεια» αντιπροσώπευση θα ήταν εκείνη που αίρει την ίδια την αντιπροσώπευση. Πράγματι, ποια φαίνεται να είναι η «τέλεια» δημοκρατική μορφή; Εκείνη στην οποία εγώ ταυτίζομαι με αυτόν που με αντιπροσωπεύει. Εκείνη στην οποία ο αντιπρόσωπος αντανακλά τέλεια τις ιδέες αυτού που αντιπροσωπεύει. Σε αυτή την περίπτωση όμως χάνεται η αντιπροσώπευση.
Επειδή η αντιπροσώπευση προϋποθέτει μια διαφορά και μιαν απόσταση ανάμεσα σε αντιπρόσωπο και αντιπροσωπευόμενο. Η ρυθμιστική ιδέα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας προϋποθέτει υποχρεωτικά μιαν ενδογενή κριτική της ίδιας της ιδέας της αντιπροσώπευσης. Με άλλα λόγια, ο homo democraticus ζει με αυτό το παράδοξο: είναι υποχρεωμένος να «αναθέτει» και ταυτόχρονα εκφράζει το αναπαλλοτρίωτο αίτημα για «αυτονομία». Ζει δηλαδή τη διαλεκτική της αντιπροσώπευσης με ένα αίσθημα στέρησης, αλλοτρίωσης. Υπάρχει μια «ευγενής» όψη σε όλα αυτά: εκείνη ακριβώς της ασυγκράτητης επιθυμίας για «αυτονομία». Είναι φανερό ωστόσο το πώς αυτή η επιθυμία σχετίζεται με την αντιπολιτική, νοούμενη με τη ριζοσπαστική της έννοια.
ΝΤΙΑΜΑΝΤΙ: Από την άλλη μεριά είναι δύσκολο να μη βλέπουμε τα ελαττώματα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας του καιρού μας. Ας σκεφτούμε την επιλογή της ηγετικής τάξης, εκείνων δηλαδή που αποφασίζουν στη θέση μας. Μια καλή δημοκρατία εγγυάται σχέση με την κοινωνία και εναλλαγή της πολιτικής τάξης. Δεν νομίζω ότι αυτό συμβαίνει. Αντίθετα, ζούμε μιαν εποχή στην οποία η δημοκρατία φαίνεται να αναπαράγει νεοφεουδαλικά και νεοδυναστικά μοντέλα. Μιαν εποχή στην οποία η πολιτική τάξη υιοθετεί πολλά γνωρίσματα της ολιγαρχίας. Το να διαθέτει κανείς πόρους (η οικογένεια, τα λεφτά, οι σχέσεις με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα λόμπι) είναι καθοριστικό για την εκλογή του. Από τη «δημοκρατία των κομμάτων» περάσαμε σε μια «προσωπική δημοκρατία». Κάποτε οι ηγέτες ήταν έκφραση ενός κόμματος και ψήφιζες έναν ηγέτη επειδή ήταν επικεφαλής αυτού του κόμματος. Σήμερα, αντίθετα, πριν από τα κόμματα ψηφίζονται οι ηγέτες (...).*

Τετάρτη 21 Απριλίου 2010

Ο Θ. Τάσιος για το ήθος και την πολιτική


Ανιχνεύοντας την κοινωνία των ανθρώπων μέσα από τη φιλοσοφία, το Megaron Plus φιλοξενεί έναν σημαντικό Έλληνα ακαδημαϊκό, τον Θεοδόση Τάσιο, στο πλαίσιο του κύκλου διαλέξεων «Φιλοσοφία και Κοινωνία».

Ο Θεοδόσης Τάσιος, προσωπικότητα με πλούσια επιστημονική δραστηριότητα τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς, θα καταθέσει στις 22 Απριλίου, τις πολύτιμες γνώσεις του πάνω στο ιδιαίτερα ενδιαφέρον θέμα του ήθους και της πολιτικής.

Η δεύτερη αυτή διάλεξή του με θέμα «Ανατομία Ήθους και Πολιτικής» θα γίνει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και το κοινό θα έχει την ευκαιρία να ακούσει τις απόψεις του Θεοδόση Τάσιου και να συνομιλήσει μαζί του.

Ο καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου θα διερευνήσει τη ρίζα του ηθικού ενεργήματος κατά τη δόμηση του Εγώ, καθώς και ως πηγής ηδονής στο πλαίσιο της Αυτοσυντήρησης και της Αυτοεπιβεβαίωσης του Είναι.

Όπως τονίζει ο ομιλητής, «το αντικείμενο αυτής της διάλεξης είναι βασικής σημασίας για τη διερεύνηση των επιμέρους θεμάτων των ανθρωπίνων κοινωνιών, αφού το ηθικό ενέργημα γεννάται πάνω στις σχέσεις του Εγώ με τον Άλλον, προκειμένου να απαρτίσουν Κοινωνίαν.

Η ανάλυση θα ξεκινήσει από μια απόπειρα ερμηνείας του ηθικού ενεργήματος ήδη από τη βρεφική ηλικία, όπου το Εγώ συνοικοδομείται από τον Άλλον (τη «Μητέρα»).

Περνώντας από τα Άτομα στις Ομάδες, ο ομιλητής θα αναφερθεί στην επικράτηση της Ηθικής στις ανθρώπινες Ομάδες, μέσα στην Προϊστορία ενώ στη συνέχεια θα εξετάσει μια σειρά σύγχρονα κοινωνικά φαινόμενα, όπως ο εθελοντισμός, η αντιμετώπιση των ατόμων με ειδικές ανάγκες, καθώς και οι μηχανισμοί που διέπουν τις δράσεις Επιχειρησιακής Υπευθυνότητας.

Έτσι, η ανάλυσή του θα φτάσει στη μελέτη του φαινομένου της Πολιτικής, ξεκινώντας απ’ την απαρίθμηση και τον σχολιασμό των δυσχερειών πραγμάτωσης της πολιτικής πράξης.

Λίγα λόγια για τον Θεοδόση Τάσιο

Ο Θεοδόσης Π. Τάσιος είναι καθηγητής του ΕΜΠ, μέλος της Ακαδημίας Επιστημών του Τουρίνο και επίτιμος Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Λιέγης, του Πανεπιστημίου του Νανκίν και του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου.

Είναι επίτιμος Πρόεδρος της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρίας, καθώς και Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρίας Μελέτης της Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας.

Μία από τις μεγάλες αγάπες του Έλληνα ακαδημαϊκού είναι η γλώσσα και η ποιοτική χρήση της. Πρόκειται για ένα φιλόσοφο-διανοητή, που έχει δημοσιεύσει μέχρι σήμερα 370 επιστημονικές εργασίες και 40 βιβλία σε διάφορες γλώσσες.

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2009

Η «νέα δυσαρέσκεια» και οι αιτίες της

  • Γράφει ο Aντωνης Καρκαγιαννης< Η Καθημερινή, 25/10/2009

Δεν χρειάσθηκαν παρά μόνο τρεις εβδομάδες «νέας κυβέρνησης», και μάλιστα με τον αέρα του θριάμβου, αλλά και τη βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει για την ώρα τίποτε άλλο χειρότερο ή καλύτερο, για να εμφανισθούν τα πρώτα φαινόμενα δυσαρέσκειας ή γκρίνιας. Ηταν πρώτα η απεργία στο λιμάνι του Πειραιά, έπειτα η επέλαση των εργαζομένων στα Ναυπηγεία του Σκαραμαγκά, έπειτα η επανεμφάνιση «κομάντος» κουκουλοφόρων στους εμπορικούς δρόμους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, οι πρώτες καταλήψεις σχολείων και πανεπιστημίων με τις επακόλουθες καταστροφές, αλλά και οι πρώτοι μαζικοί διορισμοί δασκάλων και καθηγητών, για την κάλυψη «κενών» θέσεων επισήμως, αλλά για να καθήσουν φρόνιμα οι αντίστοιχοι συνδικαλιστές.

Δεν μιλάω για την γκρίνια και τις αντιδράσεις της μείζονος, της ελάσσονος και της κινηματικής «Αριστεράς». Αν κάνετε τον κόπο και διαβάσετε τα προγράμματα και τα άλλα κείμενα της τελευταίας τριακονταπενταετίας, άνετα θα διαπιστώσετε ότι η καλλιέργεια της δυσαρέσκειας και της γκρίνιας και η εξώθησή τους ώς την πολυπόθητη «ρήξη» είναι το κεντρικό στοιχείο της «φιλοσοφίας» της. Ωστε με ψύλλου πήδημα η ίδια να αισθάνεται ότι βρισκόμαστε «στις μέρες του Οκτώβρη του 1917» μπροστά στα «Χειμερινά Ανάκτορα» και δεν μένει παρά η τελική έφοδος και η κατάληψη της «επαναστατικής» και απροκάλυπτα αυταρχικής εξουσίας. Παρ’ όλο ότι αυτή η «επαναστατική» τακτική και η με κάθε τρόπο επιδίωξη της «ρήξης» κρατούν στάσιμη και αναιμική την «Αριστερά» επί μισόν αιώνα, καταφέρνουν για την ώρα να διατηρούν στην ενεργό πολιτική ζωή τις πλέον καθυστερημένες και αναχρονιστικές μορφές ζωής και σκέψης.

Επιτρέψτε μου να αναφερθώ σε μερικές από αυτές τις μορφές. Είναι πρώτα η αντίληψη ότι το κράτος έχει το χρέος, τους πόρους και την ικανότητα να προσφέρει εργασία και μισθό σε όλους τους πολίτες, να λύσει όλα τα προβλήματά τους, προσφέροντας αφειδώς ποικίλες υπηρεσίες, αλλοτριώνοντας τελικά ολόκληρη την κοινωνία, αφού θα της έχουν αφαιρέσει κάθε ίχνος δημιουργικότητας, πρωτοβουλίας και ελευθερίας. Είναι το σοβιετικό μοντέλο του κρατικοποιημένου «σοσιαλισμού» που μας προτείνουν, παρά τις οδυνηρές εμπειρίες που άφησε στο πέρασμά του, οι οποίες επιβιώνουν σε άκρως αντικοινωνικά επακόλουθα, όπως είναι η εγκληματικότητα, η πορνεία, ο ληστρικός πλουτισμός εις βάρος του εθνικού πλούτου των χωρών τους, η απαξίωση μέχρις εκμηδενισμού της εργασίας, η φρενήρης μετανάστευση και τόσα άλλα. Οταν ακούει κανείς τέτοια φαινόμενα να εκπορεύονται από τις χώρες του πρώην κρατικοποιημένου «σοσιαλισμού», αναρωτιέται: Μα δεν άφησαν πίσω τους παρά καταστροφή, ερείπια και αποθάρρυνση;

Ενα τέτοιο πρότυπο κοινωνίας και κράτους μάς προτείνουν η μείζων, η ελάσσων και η ελάχιστη «Αριστερά». Μέσα σ’ αυτό το γενικότερο ιδεολόγημα προσπαθούν να διαμορφώσουν και την αντίληψή τους για το πώς συγκροτείται ο κόσμος και προς τα πού βαδίζει. Ο κόσμος διέπεται οριστικά και αμετάκλητα από την αντίθεση μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, μεταξύ καπιταλιστών και καπιταλιστικών μονοπωλίων και χαρακτηρίζεται από αδιάκοπες συνωμοσίες των δευτέρων για την εξόντωση των πρώτων. Ετσι η «παγκοσμιοποίηση» είναι μια γιγάντια συνωμοσία των πλουσίων εναντίον των φτωχών, το ίδιο και η Ευρωπαϊκή Ενωση. Ποτέ δεν αντελήφθησαν τα φαινόμενα αυτά σαν μια γιγαντιαία σε πλανητική κλίμακα ανακατανομή της εργασίας, του κεφαλαίου και του πλούτου, με βάση τον ανταγωνισμό. Κηρύσσουν αδιάκοπα άσπονδο εχθρό της «εργατικής τάξης» τον ανταγωνισμό και μας προτείνουν μια κοινωνία και ένα κράτος σε απομόνωση, έξω από τα μεγάλα ρεύματα της εποχής μας.

Οι αντιλήψεις αυτές όσο ενοχλητικές και αν είναι όμως προσπαθούν να τροφοδοτήσουν και να διαταράξουν την καθημερινότητά μας με, συχνά αστείες, πράξεις ανυπακοής και «επαναστατικής βίας». Είναι ακόμη συντριπτική η πλειοψηφία των πολιτών που πιστεύει και προτάσσει το δημοκρατικό (και όχι το ταξικό) αίτημα για το κράτος και την κοινωνία. Που σημαίνει δίκαιο και λειτουργικό κράτος, με ισονομία και διαφάνεια προς τους πολίτες και ανοιχτή και ελεύθερη στη διαφορετικότητα και στην αντιφατικότητα κοινωνία, με πραγματική παραγωγή πλούτου και ανταγωνιστικά δίκαιη κατανομή του.

Φοβάμαι ότι η αρκετά πρόωρη ανησυχία, δυσαρέσκεια και γκρίνια έχει άλλες σοβαρότερες πηγές. Είναι πρώτα τα πολύ δύσκολα προβλήματα που αντιμετωπίζει η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Δεν λέω που κληρονόμησε από την προηγούμενη κυβέρνηση, γιατί το ίδιο το ΠΑΣΟΚ παλαιότερα συνέβαλε τα μέγιστα για να σχηματισθεί αυτή η κληρονομιά των προβλημάτων.

Ακουγα προχθές τον νέο υπουργό Οικονομικών, τον Γιώργο Παπακωνσταντίνου. Ομολογώ ότι θαύμασα την αρτιότητα και τη λογική συνέπεια της σκέψης του, την οποία μάλιστα κατόρθωσε να κρατήσει αλώβητη από τις διαλυτικές παρεμβάσεις γνωστών τηλεδημοσιογράφων. Δεν έπαψα, όμως, να αναρωτιέμαι: μα είναι δυνατόν να λύσει όλα αυτά τα προβλήματα μέσα σε μια τετραετία; Οι αμφιβολίες είναι μεγάλες και ο κίνδυνος να χαθεί ο στόχος, ο χρόνος και η αξιοπιστία, μεγάλος.

Αυτή είναι η πρώτη ανησυχία που πηγάζει από το ίδιο το «αντικείμενο». Υπάρχει όμως και η δεύτερη που πηγάζει από το «υποκείμενο», δηλαδή την πολιτική δύναμη που καλείται να αντιμετωπίσει τα προβλήματα, το ΠΑΣΟΚ. Εδώ οι αμφιβολίες είναι μεγαλύτερες και ενισχύονται από ολόκληρη την ιστορική διαδρομή αυτού του κόμματος. Το ΠΑΣΟΚ έχει μέσα του πολλά και αντιφατικά στοιχεία, σε ανθρώπους, σε ιδέες και σε δομές. Υπάρχει κίνδυνος να αναλωθεί σε πληθώρα διαφορετικών κατευθύνσεων.

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2009

Οι ευθύνες των πολιτών

Tου Πασχου Μανδραβελη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 14/6/2009

Nα ξεκινήσουμε από τα πραγματικά στοιχεία: η πολιτική συμμετοχή έχει βάσανα, η πολιτική αποχή είναι εύκολη. Η πρώτη απαιτεί να θυσιάσεις τουλάχιστον ένα πρωινό ανά δύο ή τρία χρόνια, να στηθείς στην ουρά και να ψηφίσεις. Αφήστε, δε, που χρειάζεται κι ένα σχετικό διάβασμα (έστω των «κακών» εφημερίδων) να δεις και να συγκρίνεις προτάσεις. Η δεύτερη είναι πολύ πιο απλή: αράζεις στην παραλία, πετάς κι έναν αφορισμό του στυλ «εμένα δεν με εκφράζει κανένας» και νομίζεις ότι ξεμπέρδεψες. Εκ των πραγμάτων λοιπόν η ροπή κάθε ανθρώπου πρέπει να είναι προς την αποχή. Η συμμετοχή έχει άμεσο κόστος και πολύ μακροπρόθεσμο όφελος, ενώ η αποχή έχει άμεσο όφελος και πολύ μακροπρόθεσμο κόστος.

Δεύτερον: είναι μεγάλη φιλελεύθερη κατάκτηση η ντε φάκτο αποποινικοποίηση της αποχής. Φυσικά πρέπει να αλλάξει και ο νόμος για να εκκαθαρίζεται το νομικό μας πλαίσιο από νεκρές διατάξεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να απενοχοποιηθεί πολιτικά η αποχή. Πρέπει να την ερμηνεύσουμε, αλλά όχι και να την δικαιολογήσουμε, να κατανοήσουμε τα κίνητρα, αλλά όχι και να τα δοξάζουμε.

Πολλοί οικτίρουν το πολιτικό σύστημα για τα μεγάλα ποσοστά αποχής. Εχουν εν μέρει δίκιο. Το πολιτικό σύστημα και δη το ελληνικό δεν είναι στα καλύτερά του. Μόνο που διά της αποχής των πολιτών, χειροτερεύει. Αντί διά της ψήφου να εκκαθαρίζονται τα χειρότερα στοιχεία του συστήματος και το πολιτικό δυναμικό να βελτιώνεται ένα βήμα κάθε φορά, διά της αποχής μένει περισσότερος χώρος ώστε οι μηχανισμοί (κομματικοί, συνδικαλιστικοί, επιχειρηματικοί) να διαμορφώνουν τα αποτελέσματα, όχι προς όφελος πάντα των πολιτών.

Από την άλλη, αυτή η συζήτηση περί του «κακού» συστήματος θυμίζει την αέναη κουβέντα που κάνουν τα πρωινάδικα για την αγορά. Στην Ελλάδα, φάγαμε χρόνια συζητώντας για την ακρίβεια. Τη φορτώσαμε στις πολυεθνικές (που μας πίνουν το αίμα με το μπουρί της σόμπας), σε μεσάζοντες (που ποτέ δεν βρήκαμε ποιοι είναι) και φυσικά στο κράτος που δεν μας προστάτευε την ώρα που απλώναμε το χέρι στο ράφι. Τα περισσότερα δάκρυα χύθηκαν για την τιμή του γάλακτος. Και όμως: μόλις βγήκε στην αγορά ένα ακριβότερο από τα ήδη ακριβά γάλατα πήρε σε ένα χρόνο το 17% της αγοράς. Κλαίγοντας το αγοράζαμε. Το μόνο που δεν σκεφτήκαμε είναι οι δικές μας επιλογές, το γεγονός ότι δεν ψάξαμε λίγο καλύτερα τα ράφια για να βρούμε τα φθηνότερα, με αποτέλεσμα να επιβραβεύουμε τους χειρότερους επιχειρηματίες, εκείνους που πουλούν φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Δυστυχώς η αγορά, όπως και η πολιτική, χρειάζεται και ανθρώπινη σκέψη και κυρίως ανθρώπινη δράση. Και όταν οι καταναλωτές αποφάσισαν να στραφούν στα φθηνά, και τα ακριβά έγιναν φθηνά.

Υπάρχει μια αντίληψη που ξεκινάει από τη γενιά της αμφισβήτησης και θεοποιεί το μαζικό, όποια μορφή και αν πάρει. Για τα άσχημα δεν φταίνε ποτέ τα άτομα, αλλά πάντα κάποιο σύστημα που δεν θέλγει. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ κανένα σύστημα που απαιτεί (έστω ελάχιστο) κόπο δεν θα μπορούσε να είναι θελκτικό. Για παράδειγμα, δεν μπορεί να υπάρξει εκπαιδευτικό σύστημα που θα κάνει πιο θελκτική τη σχολική αίθουσα από την παραλία. Ας μην αναφερθούμε στην Ελλάδα. Ας μιλήσουμε για τη Γαλλία, όπου οι σχολικές αίθουσες είναι καλύτερες και οι παραλίες χειρότερες. Και εκεί η γενιά της αμφισβήτησης μονίμως σε κάποιο σύστημα ρίχνει τα βάρη για την αποχή των μαθητών από τις εκπαιδευτικές διαδικασίες.

Ομως, ο Γάλλος φιλόσοφος Λικ Φερί πιστεύει ότι η γενιά της αμφισβήτησης έκανε δύο λάθη στην εκπαίδευση: «Το πρώτο λάθος είναι πως πιστέψαμε ότι για να εργασθούν τα παιδιά, θα έπρεπε πρώτα να τους κινήσουμε το ενδιαφέρον. Προσπαθήσαμε να γοητεύσουμε τα παιδιά, να τα “αγκιστρώσουμε” μέσω ενός είδους “παιδαγωγικής της σαγήνευσης”: επιχειρήσαμε να προσελκύσουμε πρώτα τα παιδιά και μετά να τα βάλουμε να δουλέψουν. Η θέση μου είναι πως τα πράγματα συμβαίνουν ανάποδα: Πρώτα δουλεύουμε, μετά ενδιαφερόμαστε για το αντικείμενο της εργασίας μας. Επιπλέον, δυστυχώς, δεν γίνεται να υπάρξει γνώση χωρίς κόπο. Το δεύτερο λάθος είναι φυσικά η λατρεία της νεανικότητας, ο “νεανισμός”: Δεν παύουμε να λέμε στα παιδιά πόσο υπέροχο είναι να είναι κανείς νέος, πόσο καταστροφικό είναι να γερνάει κάποιος. Καθώς όμως αυτό που χωρίζει τη νεότητα από την ενηλικίωση είναι το σχολείο, τότε γεμίζουμε τα παιδιά απελπισία» (Le Nouvel Observateur, 31.1.2008).

  • Η αμάθεια φέρνει θράσος

«...εμείς είμαστε σε θέση να φροντίζουμε ταυτόχρονα για τις ιδιωτικές μας υποθέσεις και για τις υποθέσεις της πόλης μας, και ενώ ασχολούμαστε με διαφορετικά επαγγέλματα κατέχουμε καλά τα πολιτικά ζητήματα. Γιατί είμαστε ο μόνος λαός που αυτόν που δεν μετέχει στα κοινά δεν τον θεωρούμε φιλήσυχο αλλά άχρηστο, και οι μόνοι που ή κρίνουμε ή διαμορφώνουμε σωστές γνώμες για τα πράγματα, γιατί δεν θεωρούμε τους λόγους εμπόδιο των έργων, αλλά μάλλον θεωρούμε εμπόδιο να μην έχουμε κατατοπισθεί προφορικά σε όσα έχουμε να κάνουμε, πριν καταπιαστούμε με αυτά. Γιατί υπερέχουμε από τους άλλους και ως προς αυτό, ότι δηλαδή εμείς οι ίδιοι τολμούμε να υπολογίσουμε για όσα πρόκειται να επιχειρήσουμε. Σχετικά μ’ αυτό στους άλλους η αμάθεια φέρνει θράσος, ενώ η σκέψη τους κάνει να διστάζουν. Πιο γενναιόψυχοι όμως πρέπει να θεωρούνται όσοι γνωρίζουν με σαφήνεια τις συμφορές και τα ευχάριστα, και όμως η γνώση αυτή δεν τους κάνει να αποφεύγουν τους κινδύνους.»

Περικλέους Επιτάφιος Λόγος, Θουκυδιδου, Ιστοριων Β΄, §40

Ιnfo

- Ε. Μ. Φόστερ, «Δύο ζητωκραυγές για τη δημοκρατία», εκδ. Ερμείας

- Ρεζίς Ντεμπρέ, «Εξηγώντας τη δημοκρατία στην κόρη μου», εκδ. Καστανιώτης

- Κορνήλιος Καστοριάδης, «Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα», εκδ. Υψιλον

Σάββατο 16 Μαΐου 2009

Η πολιτική αλογία πηγάζει από το σχολείο

Tου Χρηστου Γιανναρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 17/5/2009

  • Ποια είναι η πρώτη (υπ’ αριθμόν ένα) αιτία κακοδαιμονίας της χώρας σήμερα; Ανεπιφύλακτα θα ψήφιζα: η αλογία, η έκλειψη της λογικής, ο παραλογισμός. Σαν σε κυνήγι μαγισσών κυνηγάμε σκάνδαλα πολιτικών. Σκάνδαλα σε ατέρμονη αλληλουχία. Δεν μας ενδιαφέρει η ολοφάνερη κοινή αιτία όλων των σκανδάλων, δεν προσπαθούμε να εξαλείψουμε την αιτία ώστε να λείψουν τα σκάνδαλα. Το κυνήγι των σκανδάλων έχει αυτονομηθεί καθεαυτό, είναι αυτοσκοπός – χρειαζόμαστε το κυνήγι, όχι την εξάλειψη των σκανδάλων.
  • Κι αυτό, επειδή η παρανοϊκή φενάκη, που τη λογαριάζουμε σαν πολιτικό βίο, λειτουργεί στη βάση της πρόκλησης και της διαχείρισης εντυπώσεων – δεν έχει σχέση ούτε με πραγματικά προβλήματα ούτε με πραγματική προσπάθεια λύσης προβλημάτων. Καίρια πτυχή αυτού του παιχνιδιού των εντυπώσεων είναι το κυνήγι των σκανδάλων. Αυτό ρίχνει κυβερνήσεις, το κυνήγι - παιχνίδι των εντυπώσεων, όχι η πραγματικότητα του διεφθαρμένου κομματικού παρακράτους, των ανίκανων κυβερνήσεων, των κωμικά ολίγιστων αρχηγών.
  • Το 1989, το 1993, το 2004 ο λαός καταψήφισε σκάνδαλα, δεν υπερψήφισε καινοτόμες πολιτικές προτάσεις. Ψήφισε ποντάροντας στην ελπίδα λιγότερων ή ευφυέστερα συγκαλυμμένων σκανδάλων, όχι σε μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα ρεαλιστικής εξάλειψης των προϋποθέσεων που γεννάνε τα σκάνδαλα. Οπως στις δημοσκοπήσεις θεωρεί ο λαός, πάντοτε, καταλληλότερο για πρωθυπουργό τον υπάρχοντα πρωθυπουργό, έστω και αν αποδοκιμάζει συντριπτικά την πολιτική του και το κόμμα του, έτσι και με την ψήφο του στην κάλπη θεωρεί ο λαός άγγελο - εξολοθρευτή των σκανδάλων τον πιο πρόσφατο καταγγέλτη σκανδάλων, έστω και αν ήταν ο ίδιος ο καταγγέλτης πριν από λίγα χρόνια δεινά καταγγελλόμενος. Ιλιγγος παραλογισμού.
  • Ναι, συναινούν οι ψηφοφόροι στο κυνήγι των μαγισσών, στο στημένο παιχνίδι των εντυπώσεων. Γι’ αυτό και παραμένει ανατριχιαστικά ανήθικη η αδιαφορία των πολιτικών για τα πραγματικά προβλήματα, τον πόνο, την αδικία, τον βασανισμό του πολίτη. Ο πολίτης με την ψήφο του τους επιτρέπει να παίζουν αδιάντροπα μαζί του, αυτός, δίχως αντιστάσεις λογικής, γίνεται έρμαιο των «επικοινωνιακών» τεχνασμάτων της κομματοκρατίας, τεχνασμάτων πρόκλησης και διαχείρισης εντυπώσεων. Να γιατί λέμε ότι ο παραλογισμός, η αλογία, είναι το πρώτο (υπ’ αριθμόν ένα) αίτιο κακοδαιμονίας της χώρας.
  • Βλέπει και ξέρει ο πολίτης ότι αυτοί που καταγγέλλουν σήμερα τα σκάνδαλα στην ακτοπλοΐα, είναι οι ίδιοι που χθες μοιράζονταν με τα δικά τους λαμόγια την καταλήστευση των άγονων γραμμών, οι ίδιοι που τους βαραίνει καίρια ενοχή για τον φρικώδη πνιγμό των ογδόντα τεσσάρων ψυχών στο «Σαμίνα». Και αυτοί που κόπτονται για τα σκάνδαλα της Ζήμενς ή του Βατοπεδίου είναι οι ίδιοι που πρώτοι εντόπισαν την κότα με τα χρυσά αυγά, αλλά τους πρόλαβαν οι ατζαμήδες, οι ανίκανοι να κρύψουν τις πομπές τους. Τα ξέρει αυτά ο πολίτης και μύρια ανάλογα, αλλά δεν συνδέει τις επικαιρικές εντυπώσεις με την ιστορική του μνήμη. Την ψήφο του την κατευθύνει ο πιο πρόσφατος συνεπαρμός, όχι η λογική πραγματιστική σύνδεσή της με τα ρεαλιστικά δεδομένα της εμπειρίας του.
  • Η ψήφος μεγάλης, κρίσιμης για το εκλογικό αποτέλεσμα μερίδας πολιτών είναι φανερό ότι υπακούει σε εξωλογικές παρορμήσεις: σε απηχήσεις μυστικιστικών οραματισμών εγκεντρισμένων στον παιδικό ψυχισμό από την ατμόσφαιρα του πατρικού σπιτιού, σε φαντασιώσεις οφειλόμενης «μάχης» για την «Αριστερά» ή για τη «Δεξιά», όπως μας φάνταξαν στα νεανικά μας διαβάσματα από βιβλία και μπροσούρες εισαγόμενων ιδεολογημάτων. Και πρέπει να είναι ασήμαντος ο αριθμός των ψηφοφόρων που κάθεται να λογαριάσει, λογικά και ψύχραιμα, τι θετικό και ποιες συμφορές επισώρευσε κάθε κόμμα και κάθε αρχηγός στη χώρα – πόσα από τα επιφανή στελέχη των μεταδικτατορικών «κομμάτων εξουσίας» θα εξέτιαν σήμερα βαρύτατες ποινές κάθειρξης, αν λειτουργούσε δημοκρατική, ορθολογική νομοθεσία περί ευθύνης (και συνυπευθυνότητας) υπουργών.
  • Αν η ψήφος των σημερινών Ελλήνων ήταν κατά πλειονότητα καρπός ορθολογικής στάθμισης και υπεύθυνης κρίσης, τα υπάρχοντα σήμερα στη Βουλή κόμματα θα είχαν προ πολλού αφανιστεί από προσώπου γης. Ποια λογική θα επέτρεπε στον πολίτη να αναθέτει τη διαχείριση της ζωής του και του μέλλοντος των παιδιών του σε φτηνούς επαγγελματίες του εντυπωσιασμού, ανθρώπους ψυχοπαθολογικά παγιδευμένους στην ιδιοτέλεια και στην εξουσιολαγνεία, διασυρμένους για την κωμικοτραγική ανικανότητά τους και τα εγκληματικής ασυνειδησίας λάθη τους;
  • Η αλογία, η έκλειψη της λογικής, ο παραλογισμός δεν είναι συμπτώματα που προέκυψαν αναίτια και τυχαία στην ελλαδική κοινωνία. Είναι οργανικές συνέπειες της εκπαίδευσής μας των Ελλήνων, του εκπαιδευτικού στην Ελλάδα συστήματος, εδώ και μισό περίπου αιώνα. Από την πρώτη «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» που επιχείρησε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στη δεκαετία του 1950, ο στόχος ήταν επιπόλαια χρησιμοθηρικός: Να πλουτιστεί η διδακτέα στην εκπαίδευση ύλη με πληροφοριακό υλικό για τα καινούργια θησαυρίσματα γνώσης που προσπορίζει η ραγδαία εξέλιξη των επιστημών. Και να συνδεθεί αυτή η «εκσυγχρονισμένη» πληροφόρηση με τις ανάγκες και σκοπιμότητες της παραγωγικής διαδικασίας, της οικονομικής ανάπτυξης.
  • Πενήντα χρόνια τώρα η εκπαίδευση στην Ελλάδα είναι παγιδευμένη σε αυτή τη χρησιμοθηρική προτεραιότητα «ενημερωτικής» επάρκειας της διδακτέας ύλης. Πρωτεύον εκπαιδευτικό ζητούμενο (δηλαδή πρώτιστος κοινωνικός στόχος της εκπαίδευσης) δεν είναι η άσκηση του μαθητή στην κριτική σκέψη, στη δημιουργική φαντασία και αυτενέργεια, στο πού και πώς θα βρει την πληροφορία, πώς θα ελέγξει την εγκυρότητά της. Γι’ αυτό και προτεραιότητα στην εκπαίδευση δεν έχει η γλώσσα ως λογική ούτε τα μαθηματικά ως γλώσσα. Στόχος είναι η κονσερβοποιημένη πληροφοριακή «ενημερότητα», δηλαδή η απομνημόνευση. Αποκλειστικός τρόπος διδασκαλίας είναι οι από έδρας «παραδόσεις» και κυρίαρχο εξεταστικό σύστημα... η αντιγραφή!
  • Με αυτά τα δεδομένα, θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει, σε οποιαδήποτε τάξη του σχολείου, μάθημα, λ. χ., Κριτικής Ανάγνωσης του Τύπου ή μάθημα Συγκριτικής των Πολιτευμάτων; Το ελλαδικό εκπαιδευτικό σύστημα, θελημένα ή συμπτωματικά, αντανακλά την όλη αποχαυνωτική παραζάλη του καταναλωτικού ευδαιμονισμού που συνέχει την ελλαδική κοινωνία. Ετοιμάζει κομματικούς οπαδούς, όχι πολίτες, αφιονισμένους συνδικαλιστές (από το δημοτικό κιόλας σχολείο) που μαθαίνουν να εκβιάζουν, όχι να σκέπτονται – ετοιμάζει παθητικούς καταναλωτές, όχι ανθρώπους που μπορούν να ξεχωρίσουν ποιότητες.
  • Αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα συντηρεί και διαιωνίζει τη συλλογική ντροπή που είναι τα κόμματα του ελλαδικού κοινοβουλίου σήμερα. Γι’ αυτό και το μόνο που έχουν να πουν για την παιδεία τα κόμματα (τα ίδια ή οι εκάστοτε «σοφοί» παρατρεχάμενοί τους) είναι ότι θα αυξήσουν τα κονδύλια ή θα ξεκινήσουν εξ υπαρχής «διάλογο» ή θα βελτιώσουν το «σύστημα» μετάβασης από τα εξαχρειωμένα σχολειά στα διαλυμένα πανεπιστήμια.

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2008

Υπάρχει πολιτική χωρίς ευθύνη;

Η πρόσφατη ανάληψη από τον πρωθυπουργό κ. Κ.Καραμανλή της πολιτικής ευθύνης για το σκάνδαλο του Βατοπαιδίου επανέφερε στο προσκήνιο κρίσιμα ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα, ενώ δεν θα έπρεπε, στην Ελλάδα. Υπάρχει πολιτική χωρίς ευθύνη; Και αν ναι, ποιες είναι οι κυρώσεις όταν αυτή η ευθύνη στοιχειοθετείται;

ΝΕΕΣ ΕΠΟΧΕΣ, ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2008




Κυριακή 13 Ιουλίου 2008

ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΠΛΟΚΗΣ


ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΣΙΑΦΑΚΑΣ, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 13/07/2008

Το σύμπλεγμα διαπλοκής και διαφθοράς που αποκαλύφθηκε τώρα και στην περίπτωση της Siemens, όπως όλα δείχνουν, είναι μία από τις δομικές παθογένειες της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.
Αυτή τη φορά απειλεί το σύνολο του συστήματος πολιτικής εξουσίας που οικοδομήθηκε τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Κυρίως με τους κραδασμούς που προκαλεί στον βασικό πυλώνα αυτού του συστήματος: τον δικομματισμό.
*«Η διαχρονικότητα και η έξαρση του προβλήματος αποκαλύπτουν πολιτική αδυναμία, κομματική υστεροβουλία, κοινωνικό εθισμό και θεσμική ανεπάρκεια», παρατηρεί ο Νίκος Κωνσταντόπουλος [Ο κυνισμός της μεταδημοκρατίας].
Γιώργος Σωτηρέλης [Υπάρχουν πολιτικές απαντήσεις;] υποστηρίζει ότι η «τεχνική Siemens» στην πραγματικότητα αποτελεί τη συνήθη πρακτική όλων των μεγάλων ολιγοπωλιακών επιχειρήσεων. Εκείνο που αμφισβητούν ευθέως είναι η κυριαρχία των κρατών, υπονομεύουν δημοκρατικές και κοινωνικές κατακτήσεις και εξοβελίζουν το δημόσιο συμφέρον.
Παναγής Παναγιωτόπουλος [Σκάνδαλα και ψευτοσκανδαλισμός] διαπιστώνει ότι οι αποκαλύψεις για τις εξαρτήσεις των πολιτικών κομμάτων από τις δυνάμεις της αγοράς δεν φθείρουν περαιτέρω την εμπιστοσύνη των πολιτών στο πολιτικό σύστημα. Ενδεχομένως γιατί ο βαθμός απονομιμοποίησης του πολιτικού σκηνικού είναι πολύ προχωρημένος, είτε γιατί έχει ήδη επικρατήσει ένας ηθικολογικός εθισμός στην ανομία.

Κυριακή 6 Ιουλίου 2008

ΔΗΜΟΣΙΑ Η ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΣΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ;

Νέες Εποχές
«Ενα δισεκατομμύριο σε όλα τα κόμματα» έγραφε «Το Βήμα της Κυριακής» τον Σεπτέμβριο του 1983, ενώ την πρώτη σελίδα κοσμούσε η φωτογραφία του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου καθώς την εποχή εκείνη είχε ανακοινωθεί η υποψηφιότητά του για το Νομπέλ Ειρήνης. Είκοσι πέντε χρόνια μετά, και μέσα στην μπόχα που αναδίδεται από το σκάνδαλο της Siemens, καθίσταται καίριο το ερώτημα «δημόσια ή ιδιωτική χρηματοδότηση των κομμάτων;». Στις ημέρες μας αποκαλύφθηκε ότι αυτό που ήθελε να αποτρέψει ο ...

Οταν, πριν από 20 χρόνια περίπου, ανέλυα τους λόγους για τους οποίους το «πολιτικό χρήμα» αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής πολιτικής μας ζωής («Το Βήμα», 6 Νοεμβρίου 1988) δεν μπορούσα να φαντασθώ ούτε ότι τα φαινόμενα που τότε περιέγραφα θα οξύνονταν με τόσο καταιγιστικούς ρυθμούς, ούτε ότι ο όρος θα αναδεικνυόταν σε αναγκαία συνιστώσα του τρέχοντος πολιτικού λεξιλογίου. Σήμερα, το φαινόμενο της δύσοσμης αλληλεξάρτησης της πολιτικής με την οικονομική εξουσία ...

Είναι πολλά τα λεφτά...
Δ. Α. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ
Πριν από μερικά χρόνια ο γνωστός γάλλος βουλευτής και πρώην υπουργός Πολιτισμού Τζακ Λανγκ έχασε τη βουλευτική του έδρα όταν αποδείχθηκε ότι είχε υπερβεί το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο προεκλογικών δαπανών. Η ιστορία αυτή υποσκάπτει την πεποίθηση ότι η πολιτική έχει διαβρωθεί τόσο πολύ από το χρήμα και ότι το οικονομικό αντικείμενο της πολιτικής είναι τόσο μεγάλο ώστε δεν υπάρχει λύση πέραν μιας νέας μεταπολίτευσης. Αναντίρρητα η «λογική» της ιδιωτικής οικονομίας έχει σε έναν ...

Με αυτή την έννοια, ως μαύρο, άσπρο ή φαιό, ως γαλάζιο, πράσινο ή κίτρινο, το χαμαιλεόντιο πολιτικό χρήμα ενέσκηψε, φοβούμαι, για να μείνει. Ακόμη και αν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, επιβάλλονται κυρώσεις στους «άτυχους» εκείνους παραβάτες που έγιναν κατ' εξαίρεσιν τσακωτοί, ο κίνδυνος της μετά λόγου γνώσεως δημοσιοποίησης είναι εν τέλει περιορισμένος. Αν λοιπόν δεν ανατραπεί τελείως το πολιτικό σκηνικό, τα πολιτικά συστήματα θα εξακολουθήσουν πιθανότατα να αναπαράγονται ...

Ν. ΜΟΥΖΕΛΗΣ
Οι νέες τεχνολογίες έχουν εντείνει την ανισορροπία δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας με δύο βασικούς τρόπους. Ο πρώτος έχει να κάνει με την πρωτοφανή κινητικότητα του κεφαλαίου (χρηματιστικού και μη) που του δίνει τη δυνατότητα, όταν το κράτος προσπαθήσει να εφαρμόσει φιλολαϊκές πολιτικές, να μετακινείται σε χώρες όπου η εργασία είναι φτηνή και οι συνθήκες εργασίας πρωτόγονες. Ο δεύτερος τρόπος έχει να κάνει με τον κεντρικό ρόλο που παίζει η τηλεόραση στην εκλογική ...

Κυριακή 22 Ιουνίου 2008

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΤΟ ΒΗΜΑ!

digital.tovima.gr

Ωρα για αλλαγή!

* To σκάνδαλο Siemens δείχνει τα όρια του πολιτικού συστήματος * Τα επόμενα ονόματα φοβούνται ΝΔ και ΠαΣοΚ * Ποιος κινεί τα νήματα των αποκαλύψεων * Το «μαύρο ταμείο» των Γερμανών και οι καταβολές στα κόμματα * Ο ρόλος των Αμερικανών

Την ώρα που οι αποκαλύψεις αλλά και οι φημολογίες για το σκάνδαλο της Siemens σκορπούν πανικό στα επιτελεία των κομμάτων, καθίσταται προφανές ότι το ισχύον πολιτικό σύστημα έχει φθάσει στα όριά του. Πολλοί εκτιμούν ότι μπορεί να επαναληφθεί το ανάλογο της Ιταλίας και να οδηγηθούμε σε γενικότερη κατάρρευση του κομματικού σκηνικού. Όλο και περισσότερα στοιχεία φαίνεται να συνδέουν το «μαύρο ταμείο» των Γερμανών με τα ταμεία των κομμάτων, ενώ ερωτήματα διατυπώνονται για τα κέντρα που τροφοδοτούν τη δημοσιότητα με τις σχετικές φήμες και πληροφορίες. Ήδη πάντως διατυπώνεται από διάφορες πλευρές το αίτημα μιας «νέας μεταπολίτευσης», η ανάγκη για μια αναγέννηση της πολιτικής. «Το Βήμα» [22/06/2008] ανοίγει ευχαρίστως τις σελίδες του στον διάλογο.

Γράφουν: Αν. Γιαννίτσης, Π. Ευθυμίου, Ν. Κωνσταντόπουλος

Σε αναζήτηση διεξόδων, Ωρα για νέα μεταπολίτευση, Η έξοδος από την κρίση


Δευτέρα 16 Ιουνίου 2008

ΠΩΣ ΟΙ ΠΛΟΥΣΙΟΙ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΥΝ ΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ


Για να πλουτίσει κάποιος πρέπει κάποιοι άλλοι να φτωχύνουν. Τι σημαίνει αυτό για τον πλανήτη; Ο Ερβέ Κεμπφ, δημοσιογράφος του Monde, στο βιβλίο του «Πώς οι πλούσιοι καταστρέφουν τον πλανήτη» θίγει το ζήτημα της οικολογικής καταστροφής από πολιτικής σκοπιάς: η παγκόσμια οικονομική ολιγαρχία, επικεφαλής της οποίας βρίσκονται οι αμερικανοί κροίσοι, σπαταλά όχι απλώς τον πλούτο τού σήμερα αλλά και μεγάλα τμήματα των εισοδημάτων του μέλλοντος. Η ανάπτυξη πήρε ξέφρενους ρυθμούς εις βάρος του περιβάλλοντος και η οικολογική καταστροφή υπήρξε το κόστος για την επίτευξή της. [ΤΟ ΒΗΜΑ, 15/6/2008, σελ. 20-21]

Η χαρά της καταστροφής

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2008

ΚΑΤΙ ΤΡΕΧΕΙ... ΚΑΤΙ ΤΡΕΧΕΙ... ΚΑΤΙ ΤΡΕΧΕΙ...


Δεν μπορεί, κάτι τρέχει! Κι αυτό το ξέρουν εκείνοι που δεν κάθονται στ' αβγά τους. Κάτι σχόλια που δεν πολυφαίνονται, αλλά βάζουν το σποράκι της αμφιβολίας για τα σημερινά κόμματα, κάποιοι τόνοι αγωνίας από μεγαλόπνευστους αναλυτές με υπαινιγμούς για κοσμογονικές αλλαγές, κι ο πολίτης αρχίζει να ψάχνεται. Το πρωτοσέλιδο αρθρίδιο του Βήματος, με τον τίτλο Η ΕΥΘΥΝΗ, σήμερα υπαινίσσεται διάφορα περίεργα, τα οποία με την πρώτη ανάγνωση σε κάνουν να νιώθεις ευγνωμοσύνη για το εξαιρετικό ενδιαφέρον του συγκροτήματος για την ενότητα του ΠΑΣΟΚ:
Eπειδή πολλά λέγονται και γράφονται αυτές τις ημέρες για εξελίξεις και μεθοδευμένη διάσπαση του ΠαΣοΚ, είναι χρήσιμο να τονισθεί ότι όλοι γνωρίζουμε τι συμβαίνει στα πολιτικά παρασκήνια και ποιοι μεθοδεύουν εσωκομματική κρίση με σκοπούς ανομολόγητους μεν αλλά διαφανείς. Το βέβαιον είναι ότι όποιος προκαλέσει με τις πράξεις ή τις παραλείψεις του τη διάσπαση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα καταλήξει στα απορρίμματα της πολιτικής Ιστορίας.
Τι εννοεί ο ποιητής; Μόνον αυτός ξέρει! Αλλά σήμερα ήρθε και μια παραίτηση που κι αυτή κάτι μπορεί να λέει. O Μάκης Κοψίδης, μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ ανακοίνωσε την αποχώρησή του από το κόμμα και τη συστράτευσή του με το «ρεύμα των ανανεωτικών δυνάμεων του δημοκρατικού χώρου» του Ευάγγελου Βενιζέλου. Ο Κοψίδης σε δήλωσή του αναφέρει πως το μεταπολιτευτικό μοντέλο «πνέει τα λοίσθια» και προσθέτει:

«Αντί να λύνει τα προβλήματα τα επιδεινώνει. Ολο και πιο ορατή γίνεται η αδυναμία των κομμάτων, η δυστοκία των ηγεσιών. Το παλιό δεν μπορεί, αναζητείται το νέο. Ολο και πιο εμφανές γίνεται το πολιτικό κενό. Η πλειοψηφία των πολιτών προσδοκά σε μια νέα πολιτική πρόταση. Πρόταση προοδευτική και ρεαλιστική. Η προοπτική βρίσκεται στην δραστηριοποίηση του «ρεύματος» των ανανεωτικών δυνάμεων του δημοκρατικού χώρου. Με τη συμβολή της μεταρρυθμιστικής Αριστεράς οι δυνάμεις αυτές μπορούν να ανοίξουν το δρόμο σε ένα νέο πολιτικό σκηνικό, στην ανασύνταξη του προοδευτικού χώρου, στη διαμόρφωση μιας νέας κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας. Σε αυτή την κατεύθυνση θα δραστηριοποιηθώ».

Το Γραφείο Τύπου του ΣΥΝ, ευρισκόμενο στην κοσμάτρα του, έκανε το εξής σχόλιο για την αποχώρηση του Μ. Κοψίδη: «Ευχαριστούμε το Μ. Κοψίδη για την προσφορά του στο κόμμα μας, στο σύντομο χρονικό διάστημα που στάθμευσε στον ΣΥΝ στο συνεχές ταξίδι του από κόμμα σε κόμμα, ως αποσπασμένου από την υπηρεσία του και του ευχόμαστε καλή και μακρόχρονη διαμονή στο «ρεύμα Βενιζέλου».