Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκλογές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκλογές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

Εκλογές και εκλογίκευση


Του Δημητρη Pαυτοπουλου *Η Καθημερινή, 17/6/2012

«Nα ένας που ζει με θαλασσοδάνεια
και θαρρεί πως είναι πλούσιος,
ενώ πάει τρέχοντας για τον γκρεμό»

Eρασμος
«Mωρίας Eγκώμιον», 100


Δεν γνωρίζω ούτε έναν από τους παλιούς αριστερούς, της γενιάς μου (εκτός από τον Mανώλη Γλέζο, που τιμώ), ούτε της αμέσως επόμενης, που να συντάσσεται με τον απίστευτο λαϊκισμό του ΣYPIZA. Ποιοι είναι οι ψηφοφόροι του στην κάλπη ή στις δημοσκοπήσεις;
Bρίσκονται, ασφαλώς, μέσα στη μεγάλη μάζα των δυσαρεστημένων, απελπισμένων, «εκδικητών», θυμάτων αλλά και θιγέντων της εσωτερικής υποτίμησης, μια μάζα διαταξική, περιστασιακή, χαμηλού πολιτικού προφίλ. Mε κάποια λύπη, θυμήθηκα τη διάγνωση της Xάνα Aρεντ για τις μοντέρνες μάζες που στήριξαν τον ολοκληρωτισμό: «...πλειοψηφία από τα στρώματα ανθρώπων ουδέτερων και πολιτικώς αδιάφορων (σε φυσιολογικές συνθήκες, εννοείται), που ψηφίζουν σπανίως και δεν ανήκουν οργανικά σε κανένα κόμμα». Προέρχονται, εξηγεί, από την κατάρρευση ταξικών δομών και από τη διατάραξη των συνθηκών ζωής που προκαλούν η ανεργία και ο πληθωρισμός («Tο ολοκληρωτικό σύστημα»).
Παρ' όλο που οι ιστορικές αναλογίες είναι γενικώς καταχρηστικές, άλλη μια τέτοια έρχεται σχεδόν αυτόματα. Oι πρόσφατες αναταράξεις στον κοινωνικό χάρτη της Eλλάδας και της Nότιας Eυρώπης λες κι έχουν βαλθεί να επικαιροποιήσουν την πιο λανθασμένη υπόθεση του μαρξισμού, που βρίσκεται στη βάση της ιστορικής αποτυχίας του· εκείνη που αναγγέλλεται στο Kομμουνιστικό Mανιφέστο του 1848: «Tο προλεταριάτο αποτελεί και θα αποτελεί όλο και περισσότερο την τεράστια πλειοψηφία του πληθυσμού. [...] Oι καπιταλιστές θα αυξάνουν τον αριθμό των προλεταρίων και τη μιζέρια τους».

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2009

Οι ευθύνες των πολιτών

Tου Πασχου Μανδραβελη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 14/6/2009

Nα ξεκινήσουμε από τα πραγματικά στοιχεία: η πολιτική συμμετοχή έχει βάσανα, η πολιτική αποχή είναι εύκολη. Η πρώτη απαιτεί να θυσιάσεις τουλάχιστον ένα πρωινό ανά δύο ή τρία χρόνια, να στηθείς στην ουρά και να ψηφίσεις. Αφήστε, δε, που χρειάζεται κι ένα σχετικό διάβασμα (έστω των «κακών» εφημερίδων) να δεις και να συγκρίνεις προτάσεις. Η δεύτερη είναι πολύ πιο απλή: αράζεις στην παραλία, πετάς κι έναν αφορισμό του στυλ «εμένα δεν με εκφράζει κανένας» και νομίζεις ότι ξεμπέρδεψες. Εκ των πραγμάτων λοιπόν η ροπή κάθε ανθρώπου πρέπει να είναι προς την αποχή. Η συμμετοχή έχει άμεσο κόστος και πολύ μακροπρόθεσμο όφελος, ενώ η αποχή έχει άμεσο όφελος και πολύ μακροπρόθεσμο κόστος.

Δεύτερον: είναι μεγάλη φιλελεύθερη κατάκτηση η ντε φάκτο αποποινικοποίηση της αποχής. Φυσικά πρέπει να αλλάξει και ο νόμος για να εκκαθαρίζεται το νομικό μας πλαίσιο από νεκρές διατάξεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να απενοχοποιηθεί πολιτικά η αποχή. Πρέπει να την ερμηνεύσουμε, αλλά όχι και να την δικαιολογήσουμε, να κατανοήσουμε τα κίνητρα, αλλά όχι και να τα δοξάζουμε.

Πολλοί οικτίρουν το πολιτικό σύστημα για τα μεγάλα ποσοστά αποχής. Εχουν εν μέρει δίκιο. Το πολιτικό σύστημα και δη το ελληνικό δεν είναι στα καλύτερά του. Μόνο που διά της αποχής των πολιτών, χειροτερεύει. Αντί διά της ψήφου να εκκαθαρίζονται τα χειρότερα στοιχεία του συστήματος και το πολιτικό δυναμικό να βελτιώνεται ένα βήμα κάθε φορά, διά της αποχής μένει περισσότερος χώρος ώστε οι μηχανισμοί (κομματικοί, συνδικαλιστικοί, επιχειρηματικοί) να διαμορφώνουν τα αποτελέσματα, όχι προς όφελος πάντα των πολιτών.

Από την άλλη, αυτή η συζήτηση περί του «κακού» συστήματος θυμίζει την αέναη κουβέντα που κάνουν τα πρωινάδικα για την αγορά. Στην Ελλάδα, φάγαμε χρόνια συζητώντας για την ακρίβεια. Τη φορτώσαμε στις πολυεθνικές (που μας πίνουν το αίμα με το μπουρί της σόμπας), σε μεσάζοντες (που ποτέ δεν βρήκαμε ποιοι είναι) και φυσικά στο κράτος που δεν μας προστάτευε την ώρα που απλώναμε το χέρι στο ράφι. Τα περισσότερα δάκρυα χύθηκαν για την τιμή του γάλακτος. Και όμως: μόλις βγήκε στην αγορά ένα ακριβότερο από τα ήδη ακριβά γάλατα πήρε σε ένα χρόνο το 17% της αγοράς. Κλαίγοντας το αγοράζαμε. Το μόνο που δεν σκεφτήκαμε είναι οι δικές μας επιλογές, το γεγονός ότι δεν ψάξαμε λίγο καλύτερα τα ράφια για να βρούμε τα φθηνότερα, με αποτέλεσμα να επιβραβεύουμε τους χειρότερους επιχειρηματίες, εκείνους που πουλούν φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Δυστυχώς η αγορά, όπως και η πολιτική, χρειάζεται και ανθρώπινη σκέψη και κυρίως ανθρώπινη δράση. Και όταν οι καταναλωτές αποφάσισαν να στραφούν στα φθηνά, και τα ακριβά έγιναν φθηνά.

Υπάρχει μια αντίληψη που ξεκινάει από τη γενιά της αμφισβήτησης και θεοποιεί το μαζικό, όποια μορφή και αν πάρει. Για τα άσχημα δεν φταίνε ποτέ τα άτομα, αλλά πάντα κάποιο σύστημα που δεν θέλγει. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ κανένα σύστημα που απαιτεί (έστω ελάχιστο) κόπο δεν θα μπορούσε να είναι θελκτικό. Για παράδειγμα, δεν μπορεί να υπάρξει εκπαιδευτικό σύστημα που θα κάνει πιο θελκτική τη σχολική αίθουσα από την παραλία. Ας μην αναφερθούμε στην Ελλάδα. Ας μιλήσουμε για τη Γαλλία, όπου οι σχολικές αίθουσες είναι καλύτερες και οι παραλίες χειρότερες. Και εκεί η γενιά της αμφισβήτησης μονίμως σε κάποιο σύστημα ρίχνει τα βάρη για την αποχή των μαθητών από τις εκπαιδευτικές διαδικασίες.

Ομως, ο Γάλλος φιλόσοφος Λικ Φερί πιστεύει ότι η γενιά της αμφισβήτησης έκανε δύο λάθη στην εκπαίδευση: «Το πρώτο λάθος είναι πως πιστέψαμε ότι για να εργασθούν τα παιδιά, θα έπρεπε πρώτα να τους κινήσουμε το ενδιαφέρον. Προσπαθήσαμε να γοητεύσουμε τα παιδιά, να τα “αγκιστρώσουμε” μέσω ενός είδους “παιδαγωγικής της σαγήνευσης”: επιχειρήσαμε να προσελκύσουμε πρώτα τα παιδιά και μετά να τα βάλουμε να δουλέψουν. Η θέση μου είναι πως τα πράγματα συμβαίνουν ανάποδα: Πρώτα δουλεύουμε, μετά ενδιαφερόμαστε για το αντικείμενο της εργασίας μας. Επιπλέον, δυστυχώς, δεν γίνεται να υπάρξει γνώση χωρίς κόπο. Το δεύτερο λάθος είναι φυσικά η λατρεία της νεανικότητας, ο “νεανισμός”: Δεν παύουμε να λέμε στα παιδιά πόσο υπέροχο είναι να είναι κανείς νέος, πόσο καταστροφικό είναι να γερνάει κάποιος. Καθώς όμως αυτό που χωρίζει τη νεότητα από την ενηλικίωση είναι το σχολείο, τότε γεμίζουμε τα παιδιά απελπισία» (Le Nouvel Observateur, 31.1.2008).

  • Η αμάθεια φέρνει θράσος

«...εμείς είμαστε σε θέση να φροντίζουμε ταυτόχρονα για τις ιδιωτικές μας υποθέσεις και για τις υποθέσεις της πόλης μας, και ενώ ασχολούμαστε με διαφορετικά επαγγέλματα κατέχουμε καλά τα πολιτικά ζητήματα. Γιατί είμαστε ο μόνος λαός που αυτόν που δεν μετέχει στα κοινά δεν τον θεωρούμε φιλήσυχο αλλά άχρηστο, και οι μόνοι που ή κρίνουμε ή διαμορφώνουμε σωστές γνώμες για τα πράγματα, γιατί δεν θεωρούμε τους λόγους εμπόδιο των έργων, αλλά μάλλον θεωρούμε εμπόδιο να μην έχουμε κατατοπισθεί προφορικά σε όσα έχουμε να κάνουμε, πριν καταπιαστούμε με αυτά. Γιατί υπερέχουμε από τους άλλους και ως προς αυτό, ότι δηλαδή εμείς οι ίδιοι τολμούμε να υπολογίσουμε για όσα πρόκειται να επιχειρήσουμε. Σχετικά μ’ αυτό στους άλλους η αμάθεια φέρνει θράσος, ενώ η σκέψη τους κάνει να διστάζουν. Πιο γενναιόψυχοι όμως πρέπει να θεωρούνται όσοι γνωρίζουν με σαφήνεια τις συμφορές και τα ευχάριστα, και όμως η γνώση αυτή δεν τους κάνει να αποφεύγουν τους κινδύνους.»

Περικλέους Επιτάφιος Λόγος, Θουκυδιδου, Ιστοριων Β΄, §40

Ιnfo

- Ε. Μ. Φόστερ, «Δύο ζητωκραυγές για τη δημοκρατία», εκδ. Ερμείας

- Ρεζίς Ντεμπρέ, «Εξηγώντας τη δημοκρατία στην κόρη μου», εκδ. Καστανιώτης

- Κορνήλιος Καστοριάδης, «Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα», εκδ. Υψιλον

Τετάρτη 7 Μαΐου 2008

ΟΙ ΕΚΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ΄60

Οι εκλογές του '60 στο επίκεντρο συνεδρίου του Ιδρύματος Κ. Μητσοτάκη

Οι εκλογικές αναμετρήσεις στη δεκαετία του ΄60, στις αρχές της οποίας - το ΄61 - ξεκίνησε τον πολιτικό της βίο η Ένωση Κέντρου, ήταν το θέμα που παρουσίασε ο Ηλίας Νικολακόπουλος στο συνέδριο του «Ιδρύματος Κων. Μητσοτάκης» για την προδικτατορική περίοδο.

«Η δημιουργία της Ένωσης Κέντρου ως ενός εναλλακτικού εθνικού κέντρου, με τη μορφή μιας χαλαρής συνομοσπονδίας, χαρακτηρίστηκε από αντιφάσεις» σημείωσε ο ομιλητής και προσέθεσε πως, παρά ταύτα, το γεγονός ότι δεν υπήρχαν προσδιορισμένα τα όρια της εθνικοφροσύνης ευνόησε την Ένωση Κέντρου, που ανέτρεψε τους σχεδιασμούς του συστήματος εξουσίας την παραμονή των εκλογών. Τα διαβλητά αποτελέσματα των εκλογών του ΄61, η καταγγελία ακόμη και από τον Σ. Βενιζέλο ("δεν είμαστε συνάδελφοι στην εθνικοφροσύνη» τόνισε στη Βουλή) και ο ανένδοτος αγώνας - που «δεν διαμόρφωσε κυρίαρχο ρεύμα, αλλά είχε μαζική ανταπόκριση και προκάλεσε εμφανή ρήγματα στο πλέγμα εξουσίας» - ανέτρεψαν τα προγνωστικά και η Ένωση Κέντρου ανέτρεψε τον συσχετισμό δυνάμεων που υπήρχε από το ΄52 φτάνοντας σταδιακά στον πρωτοφανή εκλογικό θρίαμβο του ΄64, που «σηματοδότησε τη μαζικότερη μεταστροφή χωρίς μετατόπιση πολιτευτών».

Όμως, παρατήρησε ο ομιλητής, η Ε.Κ. έδειξε αδυναμία τόσο στη διαχείριση των αντιφάσεών της όσο και του πολιτικού προσωπικού της και στην κρίση του ΄65 αποχώρησε μεγάλο μέρος των παλαιών βουλευτών της και μικρή μερίδα νεοεκλεγέντων. Η μη υιοθέτηση της απλής αναλογικής και η άνοδος της κυβέρνησης Κανελλόπουλου - για την οποία η «Ελευθερία» είχε γράψει ότι αποκλείει την ομαλή δημοκρατική εξέλιξη - ήταν οι παράγοντες που διευκόλυναν τους υπαλλήλους (που η κυβέρνηση Στεφανόπουλου είχε επαναφέρει σε κρίσιμες θέσεις του στρατεύματος) να οδηγήσουν στη δικτατορία.

Ο Ευ. Βενιζέλος αναφέρθηκε στη συνταγματική διάσταση της κρίσης του ΄65 σημειώνοντας πως αυτή δεν οφείλεται στο σύνταγμα του ΄62 - «τα αίτια της κρίσης βρίσκονται στον ρόλο του στέμματος, στη θέση της χώρας στον διεθνή καταμερισμό καθώς και στη φυσιογνωμία της Ένωσης Κέντρου με τις αντιφατικές διαδρομές της και τις ετερόκλητες αναγωγές της» τόνισε ο ομιλητής. Στη συνέχεια ο κ. Βενιζέλος παρατήρησε ότι «η μνήμη του ΄65 συνέβαλε στην επεξεργασία του συντάγματος του ΄75, καθώς τότε καθιερώθηκε η αρχή της δεδηλωμένης, η οποία μάλιστα τριπλασιάστηκε μέσω της διαδικασίας των διερευνητικών εντολών», ενώ επίσης το σύνταγμα του ΄65 επέδρασε στην αρχηγική συγκρότηση και λειτουργία των κομμάτων, στην εσωκομματική δημοκρατία, στην ταύτιση της αυτοδυναμίας με τη μονοκομματική νοοτροπία, την αλαζονεία, την αυταρέσκεια. Ο ομιλητής τόνισε τέλος, πως είναι σαφής η προτίμηση του συνταγματικού νομοθέτη στην αυτοδυναμία - μολονότι τελευταία το εκλογικό σώμα δείχνει να αποδέχεται την ιδέα συμμαχικών κυβερνήσεων - και υπογράμμισε πως αντιστοίχως το κόμμα πρέπει να ανταποκρίνεται στα αιτήματα μιας κοινωνίας «που είναι δύσπιστη, που δεν γοητεύεται από τους μηχανισμούς, τις ίντριγκες και τα στερεότυπα. Γιατί όταν αυτό δεν επιτυγχάνεται, τότε αναπτύσσονται παράπλευροι μηχανισμοί υποκατάστασης των πολιτικών κομμάτων - και αυτό είναι ό,τι χειρότερο».

Αναφερόμενος στην Ένωση Κέντρου και την πολιτική κρίση του ΄65, ο Θαν. Διαμαντόπουλος παρατήρησε πως «όλες οι κρίσεις στην Ελλάδα έγιναν στην απουσία μονοκομματικών κυβερνήσεων» και τόνισε πως η κρίση του ΄65 εκδηλώθηκε σε μιαν εποχή όπου το μεταναστευτικό ρεύμα είχε εντοπίσει νέο προορισμό (την Ευρώπη), ενώ αναπτύσσονταν στοιχεία μιας «νέας αστικής δομής, καθώς το ΄61 ο αστικός πληθυσμός έφτανε τον αγροτικό και εκδηλωνόταν η αγοραστική δύναμη των πολιτών». Η Ένωση Κέντρου κατά τον ομιλητή ήταν ένα «κόμμα πολυαρχικό» που έπασχε από «απουσία ιδεολογικής συνοχής, κακές σχέσεις στην ηγετική ομάδα, αλληθωρισμό του Γ. Παπανδρέου προς την ΕΡΕ και που στην κορυφή της είχε έναν αναξιόπιστο πολιτικό ηγέτη. Ήταν ένα προβληματικό πολιτικό μόρφωμα» σημείωσε, παρατηρώντας πως παρά ταύτα η «υστεροφημία της αποστασίας» δεν έγινε εφικτή.

Ο Γ. Κοντογιώργης τέλος αναφέρθηκε στα αντιφατικά δείγματα εκείνης της εποχής - κατά μία σχολή σκέψης είπε ο ομιλητής, «η χαμηλή οικονομική στάθμη έφτιαχνε μιαν αδύναμη κοινωνία των πολιτών κι ένα αυταρχικό κράτος» κι έτσι εξηγούνται οι «δικτατορίες του νότου της Ευρώπης». Όμως, αν είναι η ανάπτυξη το βασικό κριτήριο θα 'πρεπε και η Ιρλανδία να παρουσιάζει τα ίδια δείγματα, που όμως δεν τα εκδήλωσε. Στη συνέχεια ο ομιλητής αναφέρθηκε στο κοινωνικό υπόβαθρο της «αποστασίας» και της «εκτροπής» που εκδηλώθηκαν στην εποχή που είχε έντονα τα σημάδια του Ψυχρού Πολέμου.

[www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ - ΜΠΕ]