Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κόμματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κόμματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

Eπιτρέπεται η απαγόρευση πολιτικού κόμματος;


  • Του Νικου Κ. Αλιβιζατου*Η Καθημερινή, 23/9/2012
Στις συζητήσεις που προκάλεσε η φασιστική δράση της Χρυσής Αυγής έρχεται και επανέρχεται το ερώτημα: ώς πότε η δημοκρατία μας θα ανέχεται τις βίαιες πρακτικές του νεοναζιστικού αυτού κόμματος; Γιατί δεν το θέτει εκτός νόμου; Δυστυχώς, η σχετική συζήτηση πήρε γρήγορα ηθικές και πολιτικές διαστάσεις. Υπάρχει καλή και κακή βία; Και αν ναι, ποιο είναι το κριτήριο της διάκρισης; Η ιδεολογία όσων την υποστηρίζουν; Το αν αυτή βλάπτει πολλούς ή λίγους; Το αν τους βλάπτει σοβαρά ή όχι; Ή μήπως τα κίνητρα όσων τη μετέρχονται; Υπό τις σημερινές περιστάσεις, θεωρώ ότι η συζήτηση αυτή δεν έχει νόημα. Σε ένα κράτος δικαίου, όπως ευτυχώς παραμένει ακόμη η Ελλάδα, η βία είναι καταδικαστέα, απ’ οπουδήποτε και αν προέρχεται, όποιο χρώμα και αν έχουν οι σημαίες όσων την υποστηρίζουν. Διότι η δημοκρατία μας θα αυτοκαταργούνταν αν ανεχόταν άλλα μέσα πολιτικής δράσης, εκτός από την ψήφο των πολιτών και από την άσκηση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει κάθε φιλελεύθερη και δημοκρατική έννομη τάξη. Με άλλα λόγια, με όρους ποινικού δικαίου, η «ευγένεια» των όποιων προθέσεων θα μπορούσε να ληφθεί υπ’ όψιν, όχι βέβαια για τον αποκλεισμό του αδίκου, αλλά το πολύ πολύ ως ελαφρυντική περίπτωση, για την επιμέτρηση της ποινής (άρθρο 84 Π.Κ.).

Κυριακή 29 Ιουλίου 2012

Παλαιοκομματισμός «εθνικής σωτηρίας»


  • Tου Χρηστου Γιανναρα, Η Καθημερινή, 29/7/2012
«Δηλώνουμε κατηγορηματικά ότι θα ακυρώσουμε δυναμικά στην πράξη οποιαδήποτε προσπάθεια για αξιολόγηση - κατηγοριοποίηση και τιμωρία των εκπαιδευτικών και των σχολείων. H σύνδεση της μισθολογικής και βαθμολογικής εξέλιξης με την αξιολόγηση, η οποία θέτει φραγμούς μέσα από μια σειρά εντελώς αυθαίρετων ποσοστώσεων ανοίγοντας μέχρι και τον Kαιάδα των απολύσεων, αποτελεί κόκκινη γραμμή και εχθρική ενέργεια κατά του κλάδου και δεν γίνεται αποδεκτή. Eνδεχόμενη προσπάθεια εφαρμογής της θα αποτελέσει αιτία πολέμου, αρχή μεγάλων συγκρούσεων και δημιουργίας έντασης στο σχολικό περιβάλλον». Tο τελεσίγραφο πολέμου υπογράφει η «Διδασκαλική Oμοσπονδία Eλλάδος» – «σε ανάλογο μήκος κύματος κινούνται οι θέσεις και της Oμοσπονδίας Λειτουργών Mέσης Eκπαιδεύσεως» («K» 14.7.2012). Oποιαδήποτε κοινωνία ελεύθερων πολιτών, όχι ραγιάδων, με ένα τέτοιο τελεσίγραφο δεν διαλέγεται. Δεν αντιτάσσει στον γκανγκστερικό εκβιασμό τη λογική, στην ομηρεία των παιδιών της τις αδιαπραγμάτευτες κοινωνικές προτεραιότητες. Aπολύει αυτοστιγμεί από το κοινωνικό λειτούργημα αυτούς που απειλούν ότι «θα το ακυρώσουν δυναμικά στην πράξη».

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Τι ψάχνει το κόμμα του Κανένα;


Τα ποσοστά του ανεβαίνουν διαρκώς στις δημοσκοπήσεις. Η επιλογή «κανένας» στο ποιος είναι κατάλληλος για να ηγηθεί του τόπου αποτελεί πια μια ισχυρή δύναμη. Είναι το τέλος της πολιτικής έτσι όπως τη γνωρίζαμε; Φταίει η απογοήτευση από τα υπάρχοντα κόμματα «εξουσίας» και «διαμαρτυρίας»; Μήπως οι πολίτες επιλέγουν να αντιδράσουν έτσι νιώθοντας αποκομμένοι από την πολιτική και τους θεσμούς της; Μάλιστα ορισμένοι εκτιμούν ότι κάποιες σημαντικές επιλογές αποφασίζονται όχι μόνον ερήμην τους αλλά και έξω από τη χώρα. Δύσκολες οι απαντήσεις, ειδικά όταν οι διαθέσεις των πολιτώνταλαντεύονται στο εκκρεμές αδιαφορία- ενεργή παρουσία στα πολιτικά δρώμενα.
  • ΤΟ ΒΗΜΑ | Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011
Ο Κύκλωπας της αδράνειας
  • ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ 
Βρισκόμαστε όλοι υπό το κράτος της απορίας. Πώς γίνεται η χώρα που ανακάλυψε την «πολιτική», δημιούργησε το επάγγελμα του «πολιτευτή» και εκκόλαψε το παγκοσμίως μοναδικό ρήμα «πολιτεύομαι», πώς γίνεται να αποστρέφει τα βλέμματά της από τη διαχείριση των κοινών; Πώς γίνεται να προτιμά το κόμμα του κανενός; Ποιοι είναι οι λόγοι που εξώθησαν την κατά παράδοση υπερπολιτικοποιημένη αυτή χώρα που εμφάνιζε υψηλότατα ποσοστά συμμετοχής στα πολιτικά τεκταινόμενα να οδηγείται σε μια αποστασιοποίηση που αγγίζει τα όρια της αποστροφής; Πώς εξηγείται ότι εκείνοι που για οποιονδήποτε λόγο αρνούνται, δυσφορούν ή έστω διατηρούν επιφυλάξεις να μετάσχουν στο δημοκρατικό παίγνιο εμφανίζονται περισσότεροι από εκείνους που δείχνουν να επιμένουν ως ενεργοί πολίτες να ασκούν τα δημοκρατικά τους δικαιώματα; Πράγματι, η ρήξη με όλα όσα μέχρι τώρα γνωρίζαμε είναι θεαματική. Και οι ρήξεις πάντα γεννούν νέες λέξεις. Και έτσι είδε το φως, ονομάστηκε και γεννήθηκε το «κόμμα του κανενός».

Στην πραγματικότητα βέβαια το φαινόμενο δεν είναι καινοφανές. Σε όλες τις μεγάλες δημοκρατικές χώρες, η αύξουσα αναξιοπιστία του πολιτικού, η προϊούσα ιδιοτέλεια και η ιδιωτικοποίηση των ατομικών σχεδίων και προοπτικών έχουν από καιρό οδηγήσει στην ενίσχυση των αδιάφορων πολιτικών εκείνων κινημάτων που εκφράζονται με τα κόμματα των ερασιτεχνών, ψαράδων, κυνηγών ή φυσιολατρών που πρoτιμούν εκδρομές από την εκλογική «ταλαιπωρία». Στις ΗΠΑ π.χ. τα ποσοστά συμμετοχής στις προεδρικές εκλογές μετά βίας αγγίζουν το 50% των εγγεγραμμένων. Με αυτή την έννοια, το σύνδρομο της αποχής δεν πρέπει να μας εκπλήσσει.

Στις μέρες μας όμως η αποχή δεν εκφράζει πια προσωπικές και μόνον επιλογές, αλλά απηχεί βαθύτερες μεταλλαγές στην πρόσληψη του πολιτικού. Ετσι, η εισβολή του νέου αυτού «ιού» στη χώρα μας δεν είναι παρά το επιφαινόμενο των νέων προτύπων πολιτικής συμπεριφοράς που καλούνται να εναρμονιστούν με μια παγκοσμιοποιημένη πια οικουμένη. Ο εκσυγχρονισμός των «ηθών» ακολουθεί τον εκσυγχρονισμό των δημοκρατικών κοινωνιών και της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ο κόσμος όλος φαίνεται πια να οδηγείται προς νέες μορφές αυτο-αναπαραγόμενων εξουσιών. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η ουδέτερη λέξη «διακυβέρνηση» τείνει να αντικαταστήσει τις φορτισμένες λέξεις κυβέρνηση και πολιτική. Στο εξής, τα «κοινά» εμφανίζονται ως αντικείμενα μιας απλής «διαχείρισης» ενός συστήματος που οφείλει να αυτορρυθμίζεται με τις ελάχιστες δυνατές εκ των άνω πολιτικές παρεμβάσεις.

Στα πλαίσια αυτά, η δημοκρατία μοιάζει να λειτουργεί ως άλλοθι. Οι καίριες αποφάσεις λαμβάνονται σε κάποιο απροσδιόριστο «αλλού» (π.χ. στις λεγόμενες «αγορές» ή στους κόλπους αδιαφανών υπερεθνικών θεσμών που ούτε εκλέγονται ούτε λογοδοτούν). Από την άποψη αυτή λοιπόν, θα έλεγα ότι το εκλογικό παίγνιο δεν είναι παρά μια θεατρική τελετουργία που στοχεύει στη συνεχή αναβάπτιση μιας κλυδωνιζόμενης εξουσιαστικής νομιμοποίησης. Μια τελετουργία όπου η (προαιρετική) συμμετοχή οργανώνεται έτσι ώστε να παραμένει ατελέσφορη. Είναι γεγονός ότι τα κατεστημένα συμφέροντα υπηρετούνται καλύτερα όταν ο πολιτικός έλεγχος είναι θεατρικός. Τα ηχηρά δάκρυα που χύνονται στο όνομα της μειωμένης συμμετοχής είναι κροκοδείλια. Τι απομένει λοιπόν στους πολίτες; Τι μπορούν να κάνουν εκείνοι που δυσφορούν, υποφέρουν ή εξοργίζονται από το γεγονός ότι νιώθουν ολοένα και πιο απόβλητοι από το σύστημα λήψεως αποφάσεων; Είναι δυνατόν να υπάρξουν προϋποθέσεις για να επανέλθουν στη φαντασίωση της συλλογικής τους αυτοθέσπισης;

Πώς θα μπορέσουν η πολιτική και η δημοκρατία να ανακτήσουν τη χαμένη αυτονομία τους; Και στα πλαίσια αυτά πώς είναι δυνατόν να αντιμετωπισθεί το δικομματικό «δυο-πώλιο» που μέσα από την «εναλλαγή στην εξουσία» των «κομμάτων εξουσίας» διαιωνίζει την ανομολόγητη ουσιαστική εξομοίωση ή προσέγγιση όλων εκείνων που συνυπογράφουν την ανάγκη «ρεαλιστικής συμμόρφωσης» στις έξωθεν προσδιοριζόμενες συνθήκες. Το θατσερικής έμπνευσης σύνδρομο ΤΙΝΑ («Τhere is no alternative»- «δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση») συνοψίζει τη διάχυτα πια αποδεκτή «πολιτική ορθότητα» της παραδοχής ότι το πολιτικό δεν δικαιούται να υπάρχει και να δρα παρά μόνον ως ετερόνομο.

Είναι γεγονός ότι υπό τους όρους αυτούς δεν φαίνεται να υπάρχουν πολλές προοπτικές εξόδου από τα δημοκρατικά ελλείμματα και αδιέξοδα. Στο μέτρο που το δημοκρατικό πολιτικό σύστημα παραμένει συγκροτημένο ως «κλειστό», οι πολίτες δεν έχουν τη δυνατότητα ούτε να «εξέλθουν» ούτε να «αποσυρθούν», ούτε να μετασχηματίζουν τους συνταγματικά κατοχυρωμένους δημοκρατικούς κανονισμούς. Δεν τους μένει παρά η δυνατότητα της «φωνής», της έναρθρης ή και άναρθρης διαμαρτυρίας ενάντια στην καθημερινότητα ενός συστήματος εξουσιών που τους καθυποτάσσει. Οταν λοιπόν η φωνή αυτή βοά εν τη ερήμω, όταν το δικομματικό σύστημα αναπαράγεται αδιατάρακτο και όταν οι λύσεις που προβάλλονται από εκείνους που μπορούν να μετάσχουν στην εναλλαγή στην εξουσία δεν είναι πειστικές τότε η ελπίδα δίνει τη θέση της στην απόγνωση. Από τη στιγμή που η έξοδος είναι αδύνατη, και η φωνή αναποτελεσματική, είναι φυσικό ότι το «κόμμα του κανένα» εμφανίζεται ακάθεκτο στο προσκήνιο.

Το «κόμμα» αυτό όμως δρα εκτός των αντιπροσωπευτικών δημοκρατικών θεσμών και των διαδικασιών όπου λαμβάνονται έγκυρες αποφάσεις. Και για αυτόν ακριβώς τον λόγο μπορεί να υπόκειται σε συνεχείς πρωτεϊκές μεταμορφώσεις. Εξελισσόμενο με μόνο γνώμονα τη δική του ανεξέλεγκτη εσωτερική δυναμική, παραμένει ατιθάσευτο. Ο «κανένας» δεν υπακούει σε κανόνες. Ο πολλαπλασιασμός των αδιάφορων ψαράδων, κυνηγών ή αναχωρητών είναι βέβαια πιθανός. Εξίσου πιθανό όμως και το ενδεχόμενο πολλαπλασιασμού κρουσμάτων ανυπακοής, εκρηκτικής βίας και διάχυτης ανομίας. Και εδώ ακριβώς ίσως να εντοπίζονται τα ιστορικά όρια των εξουσιών που έχουν πια συνηθίσει να επαναπαύονται στη χειραγώγηση των πειθήνιων ή αδιάφορων υπηκόων. Τα εξουθενωμένα και αδρανή «πολιτικά σώματα» μπορεί να βρουν τον δικό τους τρόπο να ξαναγίνουν ενεργά. Ετσι, εις πείσμα ίσως των φαινομένων, η σταθερότητα των συναινετικών δομών εμφανίζεται περισσότερο έωλη από οποτεδήποτε στο παρελθόν. Ισως λοιπόν τα «κόμματα του κανένα» να εμφανίζονται ως οι κατ΄ εξοχήν φορείς της πάντα ελλοχεύουσας πανουργίας της ιστορίας. Το ξέρουμε άλλωστε από την αρχαιότητα. Για να αντιμετωπίσει τον Πολύφημο, ο πολυμήχανος Οδυσσέας εμφανίστηκε ως «Ούτις», δηλαδή ως κανένας.

Ο κ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας.
Πολιτική αδιαφορία: Τυχαίο; Δεν νομίζω
  • AΝΤΩΝΗΣ ΛΙΑΚΟΣ 
Δεν θα έπρεπε να είναι πηγή ανησυχίας το δημοσκοπικό εύρημα ότι οι πολίτες στην πλειονοψηφία τους αδιαφορούν ποιος θα τους κυβερνήσει. Αυτή η αδιαφορία θα μπορούσε να διαβαστεί ως ένδειξη εμπιστοσύνης: ανεξαρτήτως προσώπων, οι υπηρεσίες θα συνεχίσουν να λειτουργούν απρόσκοπτα, οι υποθέσεις και οι δουλειές τους θα πηγαίνουν καλά χωρίς την ανάγκη πολιτικών παρεμβάσεων. Οι πολιτικές αποφάσεις έχουν πλέον αντικατασταθεί από κανόνες και κριτήρια που εφαρμόζονται αυτόματα, τα μικρά ζητήματα διαχείρισης που μένουν είναι στα χέρια τεχνοκρατών που προσλαμβάνονται με πάγιες αξιοκρατικές διαδικασίες. Τι άλλο έχει να κάνει η πολιτική, και γιατί να μπουν σε κόπο να επιλέξουν ιδεολογία και πρόσωπα που θα τους κυβερνήσουν;

Αυτή δεν είναι μια αυθαίρετη ερμηνεία. Σύμφωνα με τη θεωρία για το Τέλος της Ιστορίας του Φράνσις Φουκουγιάμα, οι άνθρωποι ζώντας σε μια κοινωνία στην οποία θα ικανοποιούσαν τις ανάγκες τους, και κυρίως το αίσθημα της αναγνώρισης, θα εγκατέλειπαν σιγά σιγά τις πολιτικές αντιπαραθέσεις και συζητήσεις και θα ζούσαν όπως στα ειδυλλιακά αμερικανικά μεσοαστικά προάστια. Θα πήγαιναν το πρωί στη δουλειά τους, το απόγευμα θα κούρευαν το γκαζόν, το Σαββατοκύριακο για ψώνια, φιλικές συναντήσεις και σπορ. Τέλος της Ιστορίας σημαίνει τέλος της πολιτικής, και αντίστροφα: Χωρίς αντιπαραθέσεις, δηλαδή χωρίς πολιτική, τελειώνει και η Ιστορία. Γίνεται κάτι απίστευτα βαρετό, κάτι χωρίς ειδήσεις, περίπου σαν την εφημεριδούλα που εκδίδει το Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Η άλλη, η διαφορετική ανάγνωση, εκδηλώνει ανησυχία. Πρόκειται για απόρριψη της πολιτικής σε συνθήκες που κάθε άλλο παρά θυμίζουν ειδυλλιακές κοινωνίες στο λυκόφως της Ιστορίας. Αλλά και πάλι, γιατί θα πρέπει να ανησυχούμε; Τόσο κόπο δεν κάναμε για να περάσουμε από την έννοια της πολιτικής στην έννοια της διαχείρισης; Τόση συζήτηση δεν έγινε ώστε ολόκληροι τομείς, όπως η εξωτερική πολιτική, η Αμυνα και οι εξοπλιστικές δαπάνες, η Παιδεία, η οικονομία εν τέλει, να γίνουν αντικείμενα διακομματικής συναίνεσης, να εξαιρεθούν επομένως από την πολιτική και τις αντιπαραθέσεις που εγγενώς τη χαρακτηρίζουν; Αν επιτευχθεί η συναίνεση που ευαγγελίζονται όλοι, τι νόημα έχει ποιος ή ποια θα είναι πρωθυπουργός; Στο κάτω-κάτω πόσες από τις υποθέσεις που μας αφορούν δεν είναι αποτέλεσμα κανονισμών και ρυθμίσεων που μας έρχονται από την Ευρωπαϊκή Ενωση; Σε πόσες από αυτές βαραίνουν οι συζητήσεις και οι αποφάσεις του Ευρωκοινοβουλίου; Η πολιτική δεν είναι πλέον αυτό που ήταν.

Αφορά ένα περιθώριο πραγμάτων, το οποίο γίνεται σημαντικό όταν αναδεικνύεται ως έλλειψη ή μειονέκτημα: Αν λ.χ. έχεις έναν ανέντιμο, ή τεμπέλη, ή ιδεολογικά φανατισμένο πρωθυπουργό, ή αν δεν αποφεύγει την ακραία γελοιοποίηση όπως ο ιταλός πρωθυπουργός. Αλλά πού βρίσκονται οι μεγάλες και βασικές επιλογές; Η νέα δημόσια διαχείριση ασκείται εκτός πολιτικής στο τεχνολογικό σύμπαν της διακυβέρνησης, στον αστερισμό των συμπράξεων ιδιωτικού- δημοσίου, στους αυτοματισμούς που περιγράφουν τα εγχειρίδια νεοκλασικής οικονομίας. Αν λοιπόν οι πολιτικοί παραμερίζουν την πολιτική για χάρη της διακυβέρνησης, τότε γιατί να παραπονιούνται για την αποχή από την πολιτική, για το αν οι πολίτες εκδηλώνουν την ουδετερότητά τους απέναντι στα κόμματα εξουσίας;

Παρ΄ όλα αυτά η πολιτική δεν εξέλιπε. Υπάρχει ένα αίσθημα πνιγμού στην κοινωνία γιατί βρίσκεται κάτω από ένα πυκνό δίχτυ που πληροφορεί και διαμορφώνει την κοινή γνώμη και δεν επιτρέπει παρά επιλεκτικά και μεμονωμένα να ακουστούν κάποιες φωνές εδώ και ΄κεί. Εκτεταμένα στρώματα πληθυσμού όμως δεν μπορούν να εκφραστούν, γιατί δεν υπάρχει καμιά ελπίδα να ακουστεί η φωνή τους. Τα κόμματα αποτελούν ένα είδος επιχειρήσεων όπου οι εσωτερικοί κανόνες του παιχνιδιού είναι ισχυρότεροι από τις σχέσεις τους με την κοινωνία, και αποτελούν τη μοναδική αναφορικότητα της γλώσσας που χρησιμοποιούν. Ωστόσο μικρές ομάδες πολιτών κινητοποιούνται εδώ και εκεί, δημιουργούν ομάδες αλληλεγγύης και συμπαράστασης, καμιά φορά μάλιστα καταφέρνουν οριακά καλά αποτελέσματα, όπως στις δημοτικές εκλογές σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, άλλες φορές όμως υποκύπτουν κάτω από το βάρος μιας αρνητικής εικόνας που δημιουργούν τα πλέγματα εξουσίας και ενημέρωσης, χρησιμοποιώντας ενδεχομένως και δικές τους αδεξιότητες. Ολα αυτά χαρακτηρίζονται από πολυμορφία, αλλά απουσιάζει ένα πολιτικό κίνημα με ιδέες, προγράμματα και μαζικότητα που θα ήταν σε θέση να ασκήσει όχι πολιτικές αλλά πολιτική, που να θέτει κεντρικά διακυβεύματα και να αφορά τη διακυβέρνηση. Ενώ η πολιτική των κομμάτων εξουσίας έχει γίνει σκληρό παιχνίδι εξουσίας απαλλαγμένο από τα ιδεολογικά του χαρακτηριστικά, οι εκδηλώσεις αναζήτησης εναλλακτικής πολιτικής εξαερώνονται σε ένα είδος ψυχοθεραπείας. Καθησυχάζουμε τη συνείδησή μας, μας ενδιαφέρει η επιτυχία τους, αλλά σπανίως η αποτελεσματικότητά τους.

Αυτό το σύστημα όμως, που βγάζει στην αδιαφορία, χρειάζεται μια εξωτερική νομιμοποίηση. Οι πολίτες πρέπει να παίζουν τον ρόλο τους επιλέγοντας πρόσωπα και κόμματα που θα τους κυβερνήσουν. Για αυτόν τον λόγο υπάρχει και μια σκηνή αντιπαράθεσης, όπως οι «εξεταστικές», και φυσικά οι τόνοι θα ανεβούν πριν από τις εκλογές, ώστε ένας νέος γύρος σκληρών αντιπαραθέσεων να παιχτεί στις οθόνες. Τότε τα ποσοστά αδιαφορίας θα μειωθούν. Εκτός και αν καμιά τίγρη πηδήξει έξω από το κλουβί της. Αλλά και πού να πάει;

Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Η οπτασία του ύπουλου Μεσσία
  • ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΚΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ
  • «Τα πλήθη δεν είναι ηρωικά, ακολουθούν τη φωνή του συμφέροντος» Κ. Παπαρρηγόπουλος
Oι στατιστικές διαθέτουν την τεχνογνωσία να παίρνουν ακριβές δείγμα από την ανθρώπινη μάζα. Ερωτάται το πλήθος: «Προτιμάς, ψηφοφόρε, να σε κυβερνήσει Εκείνος ή ο Αλλος, ή Κανένας;» Το πλήθος επιλέγει με τη φωνή του συμφέροντος. Εχει κυρίως ως κριτήριό του το καλάθι της νοικοκυράς. Ομως όταν ή Εκείνος ή ο Αλλος δεν του δημιουργήσουν πειστική αυταπάτη ότι μπορούν να του προσφέρουν την επιθυμητή ποσότητα αγαθών και υπηρεσιών τότε τη θέση παίρνει ο Κανένας. Ο Κανένας όμως δεν είναι κάτι αφηρημένο, κάτι ανύπαρκτο, είναι μια οντότητα, μια γοητευτική ανθρωπόμορφη οπτασία ικανή να επιδράσει με τρόπο υπερφυσικό στη διακυβέρνηση της κοινωνίας και της χώρας, να συντελέσει στην παραγωγή και δίκαιη κατανομή των αγαθών ώστε κάθε νοικοκυρά να γεμίζει το καλάθι ως εκεί όπου το γεμίζει η γειτόνισσά της και να βρίσκει όπως παλαιότερα φτηνές χειμωνιάτικες ντομάτες.

Εφόσον ο άνθρωπος δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις βιοποριστικές και φυσικές ανάγκες του με ανέξοδες μεθόδους, όπως π.χ. ο κυνικός Διογένης που αυνανιζόταν προκλητικά στην αγορά της Κορίνθου αν κάποια ωραία περνούσε από μπροστά του και όταν οι Κορίνθιοι τον σκυλόβριζαν για τη χυδαία πράξη του εκείνος σαρκάζοντας απαντούσε: «Μακάρι έτσι όπως ικανοποιώ την ερωτική επιθυμία να υπήρχε τρόπος τρίβοντας την κοιλιά μου να ικανοποιώ την πείνα». Αφού όμως αυτό είναι αφύσικο για μας και αντιχριστιανικό, ο πολίτης υποχρεούται να επιλέξει τον κυβερνήτη του, δηλαδή να επιλέξει ή Εκείνον ή τον Αλλον. Αν όμως ούτε Εκείνος ούτε ο Αλλος μας πείθουν, τότε αναγκαστικά επιλέγουμε τον Κανένα για να μας κυβερνήσει αντί να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας και να αυτοκυβερνηθούμε. Αντιδρούμε λοιπόν και απέχουμε από τα κοινά διευκολύνοντας έτσι τον Κανένα να κατέβει εξ ουρανού ως μεσσίας, κλεινόμαστε άβουλοι στο καβούκι του εγωισμού, πεισμωμένοι και μοχθηροί αναμένοντας να έρθει ο Κανένας να μας σώσει, να μας κανακέψει: «Βγάλτε επιτέλους, σαλιγκαράκια, τα κεφάλια σας από το καβούκι και άντε να βοσκήσετε, πήραμε νέο δάνειο κι όλα έχουν φτηνύνει όπως επί δραχμής». Και όταν βγάλουμε το κεφάλι από το καβούκι, να σου μας μπήγει το παλούκι στο μάτι! Σκούζουμε γοερά σαν τον τυφλωμένο Κύκλωπα που τον τύφλωσε ο Κανένας. Οταν οι φίλοι μας Ευρωπαίοι μας ρωτούν ανήσυχοι «Ελληνες, τι πάθατε και σκούζετε;» εμείς τους απαντάμε όπως απάντησε ο Πολύφημος Κύκλωπας στους γείτονές του: «Μας τύφλωσε ο Κανένας!». Εκείνοι τότε σηκώνουν τους ώμους, ορθώς δεν μας πιστεύουν, μας θεωρούν τρελούς. Συλλογίζονται λογικά: «Μα μπορεί ο κανένας να τους κάνει κακό;». Και όμως μπορεί. Εμείς είμαστε Ελληνες, εκλεκτός λαός, ανάδελφος, είμαστε άξιοι να πάθουμε εξαιρετικά παθήματα, τέτοια που να μας ζηλέψουν οι άλλοι λαοί. Υπάρχει λύση στο χάλι μας; Μόνο μία. Να εξαφανίσουμε διά παντός Εκείνον και τον Αλλον και τον Παράλλον, να μη μείνει κανένας. Προπαντός να μη μείνει ο Κανένας.

Ο κ. Βασίλης Γκουρογιάννης είναι συγγραφέας.

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2009

Η «νέα δυσαρέσκεια» και οι αιτίες της

  • Γράφει ο Aντωνης Καρκαγιαννης< Η Καθημερινή, 25/10/2009

Δεν χρειάσθηκαν παρά μόνο τρεις εβδομάδες «νέας κυβέρνησης», και μάλιστα με τον αέρα του θριάμβου, αλλά και τη βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει για την ώρα τίποτε άλλο χειρότερο ή καλύτερο, για να εμφανισθούν τα πρώτα φαινόμενα δυσαρέσκειας ή γκρίνιας. Ηταν πρώτα η απεργία στο λιμάνι του Πειραιά, έπειτα η επέλαση των εργαζομένων στα Ναυπηγεία του Σκαραμαγκά, έπειτα η επανεμφάνιση «κομάντος» κουκουλοφόρων στους εμπορικούς δρόμους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, οι πρώτες καταλήψεις σχολείων και πανεπιστημίων με τις επακόλουθες καταστροφές, αλλά και οι πρώτοι μαζικοί διορισμοί δασκάλων και καθηγητών, για την κάλυψη «κενών» θέσεων επισήμως, αλλά για να καθήσουν φρόνιμα οι αντίστοιχοι συνδικαλιστές.

Δεν μιλάω για την γκρίνια και τις αντιδράσεις της μείζονος, της ελάσσονος και της κινηματικής «Αριστεράς». Αν κάνετε τον κόπο και διαβάσετε τα προγράμματα και τα άλλα κείμενα της τελευταίας τριακονταπενταετίας, άνετα θα διαπιστώσετε ότι η καλλιέργεια της δυσαρέσκειας και της γκρίνιας και η εξώθησή τους ώς την πολυπόθητη «ρήξη» είναι το κεντρικό στοιχείο της «φιλοσοφίας» της. Ωστε με ψύλλου πήδημα η ίδια να αισθάνεται ότι βρισκόμαστε «στις μέρες του Οκτώβρη του 1917» μπροστά στα «Χειμερινά Ανάκτορα» και δεν μένει παρά η τελική έφοδος και η κατάληψη της «επαναστατικής» και απροκάλυπτα αυταρχικής εξουσίας. Παρ’ όλο ότι αυτή η «επαναστατική» τακτική και η με κάθε τρόπο επιδίωξη της «ρήξης» κρατούν στάσιμη και αναιμική την «Αριστερά» επί μισόν αιώνα, καταφέρνουν για την ώρα να διατηρούν στην ενεργό πολιτική ζωή τις πλέον καθυστερημένες και αναχρονιστικές μορφές ζωής και σκέψης.

Επιτρέψτε μου να αναφερθώ σε μερικές από αυτές τις μορφές. Είναι πρώτα η αντίληψη ότι το κράτος έχει το χρέος, τους πόρους και την ικανότητα να προσφέρει εργασία και μισθό σε όλους τους πολίτες, να λύσει όλα τα προβλήματά τους, προσφέροντας αφειδώς ποικίλες υπηρεσίες, αλλοτριώνοντας τελικά ολόκληρη την κοινωνία, αφού θα της έχουν αφαιρέσει κάθε ίχνος δημιουργικότητας, πρωτοβουλίας και ελευθερίας. Είναι το σοβιετικό μοντέλο του κρατικοποιημένου «σοσιαλισμού» που μας προτείνουν, παρά τις οδυνηρές εμπειρίες που άφησε στο πέρασμά του, οι οποίες επιβιώνουν σε άκρως αντικοινωνικά επακόλουθα, όπως είναι η εγκληματικότητα, η πορνεία, ο ληστρικός πλουτισμός εις βάρος του εθνικού πλούτου των χωρών τους, η απαξίωση μέχρις εκμηδενισμού της εργασίας, η φρενήρης μετανάστευση και τόσα άλλα. Οταν ακούει κανείς τέτοια φαινόμενα να εκπορεύονται από τις χώρες του πρώην κρατικοποιημένου «σοσιαλισμού», αναρωτιέται: Μα δεν άφησαν πίσω τους παρά καταστροφή, ερείπια και αποθάρρυνση;

Ενα τέτοιο πρότυπο κοινωνίας και κράτους μάς προτείνουν η μείζων, η ελάσσων και η ελάχιστη «Αριστερά». Μέσα σ’ αυτό το γενικότερο ιδεολόγημα προσπαθούν να διαμορφώσουν και την αντίληψή τους για το πώς συγκροτείται ο κόσμος και προς τα πού βαδίζει. Ο κόσμος διέπεται οριστικά και αμετάκλητα από την αντίθεση μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, μεταξύ καπιταλιστών και καπιταλιστικών μονοπωλίων και χαρακτηρίζεται από αδιάκοπες συνωμοσίες των δευτέρων για την εξόντωση των πρώτων. Ετσι η «παγκοσμιοποίηση» είναι μια γιγάντια συνωμοσία των πλουσίων εναντίον των φτωχών, το ίδιο και η Ευρωπαϊκή Ενωση. Ποτέ δεν αντελήφθησαν τα φαινόμενα αυτά σαν μια γιγαντιαία σε πλανητική κλίμακα ανακατανομή της εργασίας, του κεφαλαίου και του πλούτου, με βάση τον ανταγωνισμό. Κηρύσσουν αδιάκοπα άσπονδο εχθρό της «εργατικής τάξης» τον ανταγωνισμό και μας προτείνουν μια κοινωνία και ένα κράτος σε απομόνωση, έξω από τα μεγάλα ρεύματα της εποχής μας.

Οι αντιλήψεις αυτές όσο ενοχλητικές και αν είναι όμως προσπαθούν να τροφοδοτήσουν και να διαταράξουν την καθημερινότητά μας με, συχνά αστείες, πράξεις ανυπακοής και «επαναστατικής βίας». Είναι ακόμη συντριπτική η πλειοψηφία των πολιτών που πιστεύει και προτάσσει το δημοκρατικό (και όχι το ταξικό) αίτημα για το κράτος και την κοινωνία. Που σημαίνει δίκαιο και λειτουργικό κράτος, με ισονομία και διαφάνεια προς τους πολίτες και ανοιχτή και ελεύθερη στη διαφορετικότητα και στην αντιφατικότητα κοινωνία, με πραγματική παραγωγή πλούτου και ανταγωνιστικά δίκαιη κατανομή του.

Φοβάμαι ότι η αρκετά πρόωρη ανησυχία, δυσαρέσκεια και γκρίνια έχει άλλες σοβαρότερες πηγές. Είναι πρώτα τα πολύ δύσκολα προβλήματα που αντιμετωπίζει η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Δεν λέω που κληρονόμησε από την προηγούμενη κυβέρνηση, γιατί το ίδιο το ΠΑΣΟΚ παλαιότερα συνέβαλε τα μέγιστα για να σχηματισθεί αυτή η κληρονομιά των προβλημάτων.

Ακουγα προχθές τον νέο υπουργό Οικονομικών, τον Γιώργο Παπακωνσταντίνου. Ομολογώ ότι θαύμασα την αρτιότητα και τη λογική συνέπεια της σκέψης του, την οποία μάλιστα κατόρθωσε να κρατήσει αλώβητη από τις διαλυτικές παρεμβάσεις γνωστών τηλεδημοσιογράφων. Δεν έπαψα, όμως, να αναρωτιέμαι: μα είναι δυνατόν να λύσει όλα αυτά τα προβλήματα μέσα σε μια τετραετία; Οι αμφιβολίες είναι μεγάλες και ο κίνδυνος να χαθεί ο στόχος, ο χρόνος και η αξιοπιστία, μεγάλος.

Αυτή είναι η πρώτη ανησυχία που πηγάζει από το ίδιο το «αντικείμενο». Υπάρχει όμως και η δεύτερη που πηγάζει από το «υποκείμενο», δηλαδή την πολιτική δύναμη που καλείται να αντιμετωπίσει τα προβλήματα, το ΠΑΣΟΚ. Εδώ οι αμφιβολίες είναι μεγαλύτερες και ενισχύονται από ολόκληρη την ιστορική διαδρομή αυτού του κόμματος. Το ΠΑΣΟΚ έχει μέσα του πολλά και αντιφατικά στοιχεία, σε ανθρώπους, σε ιδέες και σε δομές. Υπάρχει κίνδυνος να αναλωθεί σε πληθώρα διαφορετικών κατευθύνσεων.

Όσο κρατάνε οι χοροί και οι κοπετοί

  • Γράφει ο Γιάννης Βούλγαρης, Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

  • ΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΕΠΕΒΑΛΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ. Ο ΛΑΟΣ ΚΑΤΑΨΗΦΙΣΕ ΜΕ ΘΥΜΟ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΚΑΙ ΑΝΗΣΥΧΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ. ΕΔΩΣΕ «ΨΗΦΟ ΚΥΒΕΡΝΗΣΙΜΟΤΗΤΑΣ» ΧΩΡΙΣ ΠΟΛΛΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ. Η ΜΕΓΑΛΗ ΟΜΩΣ ΠΟΣΟΣΤΙΑΙΑ ΔΙΑΦΟΡΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΑΦ΄ ΕΑΥΤΗΣ ΔΥΝΑΜΙΚΗ. ΕΚΑΝΕ ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΗΣΥΧΙΑ ΕΛΠΙΔΑ. Η ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ ΒΙΩΝΕΤΑΙ ΩΣ ΝΕΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΠΟΥ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΝΕΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΕΡΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
Έτσι η κοινή γνώμη αφήνεται με ευχαρίστηση να ξαφνιαστεί από το «birbili effect» όσο και αν έχει πλήρη συνείδηση ότι τα δύσκολα έπονται. Γι΄ αυτά όμως έχουμε χρόνο. Στη σημερινή φευγαλέα στιγμή του χορού των νικητών και του κοπετού των ηττημένων, αξίζει νομίζω να απομονώσουμε δύο μακροσκοπικά ερωτήματα προς τους δύο πρωταγωνιστές: την απερχόμενη Ν.Δ. και το επερχόμενο «νέο ΠΑΣΟΚ».
  • Η μεταπολιτευτική Δεξιά
Πώς εξηγείται η μετά το 1981 επαναλαμβανόμενη αποτυχία της Ν.Δ. να κυβερνήσει σταθερά και καλά; Πώς εξηγείται η αδυναμία της να παραγάγει μαζικά ικανό πολιτικό προσωπικό; Μιλάμε για δύο κόμματα εξουσίας, αλλά μάλλον έχουμε ενάμισι. Από την επικράτηση της κυβερνητικής εναλλαγής, δηλαδή από το 1981, το ΠΑΣΟΚ έχει κυβερνήσει δεκαεννιά χρόνια και η Ν.Δ. οκτώ.

Ο χρόνος όμως είναι το λιγότερο. Την πρώτη κυβέρνηση της Ν.Δ. (1990-1993) την έριξαν από τα μέσα τα μεγαλοστελέχη της με τη συνδρομή μεγάλων οικονομικών συμφερόντων. Η δεύτερη (2004- 2009) έπεσε μόνη της, σαν φθαρμένο κέλυφος που δεν είχε τίποτα από μέσα να το στηρίξει.

Πώς εξηγείται το φαινόμενο; Κατ΄ αρχάς καμία από τις αποτυχίες δεν μπορεί να αποδοθεί σε γενικότερες διεθνείς τάσεις. Οι κυβερνητικές επιδόσεις της Ν.Δ. δεν μπόρεσαν να επωφεληθούν ούτε από την ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού στο γύρισμα της δεκαετίας του ΄80 ούτε από το κλίμα του νεοσυντηρητισμού της παρούσας δεκαετίας. Ακόμα και σήμερα, ο ευρωπαϊκός κύκλος μάλλον ευνοεί παρά δυσκολεύει την Κεντροδεξιά. Αυτό ίσως υποδεικνύει μια πρώτη απάντηση: στην περίπτωσή μας δεν αποτυγχάνει η Κεντροδεξιά, αλλά η μεταπολιτευτική Δεξιά.

Θέλω να πω ότι ένας από τους παράγοντες που εξηγούν την αποτυχία είναι μακροϊστορικός. Έχει να κάνει με την αφετηριακή αμηχανία της Δεξιάς ως προς το κλίμα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας και την αδυναμία της Ν.Δ. να αντιμετωπίσει κατάματα το ζήτημα στα χρόνια που ακολούθησαν. Οι γενιές που ως πρόσφατα μονοπωλούσαν σχεδόν τον δημόσιο βίο, διαμορφώθηκαν στις έκτακτες συνθήκες της μαζικής πολιτικής κινητοποίησης και της συλλογικής ευφορίας, την οποία έζησε η κοινωνία από τα τέλη της δικτατορίας ώς τις αρχές της δεκαετίας του ΄80. Σε τέτοιες στιγμές, η ένταση των βιωμάτων και η πυκνότητα των συλλογικών εμπειριών παράγουν αυθόρμητα στρατιές στελεχών μεγάλων, μεσαίων και μικρών, οι οποίες με τη σειρά τους μεταβιβάζουν (προς το καλό και το κακό) την εμπειρία τους στις επόμενες γενιές στελεχών μέχρι να επέλθει μια νέα μεγάλη ιστορική- κοινωνική ασυνέχεια που θα μετατρέψει τα παλαιά βιώματα σε βαρίδια.

Σε τέτοιες εξάλλου στιγμές, οι παρατάξεις, τα κόμματα και οι κινητοποιημένες μάζες ωθούνται να συνυφάνουν τις δικές τους επιμέρους επιδιώξεις με μια γενικότερη αντίληψη για το έθνος και την κοινωνία. Ωθούνται να επεξεργαστούν και να βιώσουν μια υψηλότερη εκδοχή της πολιτικής, βαθύτερη, στρατηγικότερη, σφαιρικότερη. Κάτι που χάνεται βαθμιαία, μέχρι ευτελισμού, στις «κανονικές» περιόδους της κομματικής διαχειριστικής διαμάχης.

Η μεταπολιτευτική Δεξιά, εννοώ η μαζική της βάση, έζησε εκείνη την περίοδο της εντατικής εθνικής πολιτικοποίησης αποξενωμένα και αμήχανα. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και η περί αυτόν ηγεσία συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση των φιλελεύθερων δημοκρατικών θεσμών της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, έχοντας ως οδηγό μια ώριμη αυτοκριτική αποτίμηση της δραματικής μετεμφυ- λιακής περιόδου. Βρίσκονταν όμως «αριστερότερα» του κοινού αισθήματος της παράταξής τους. Η ιστορική συμβολή τους δεν συνοδεύτηκε ούτε μεταφράστηκε σε μια νέα μαζική πολιτική συνείδηση της παράταξης. Η Ν.Δ. δεν παρήγαγε τη δική της «αφήγηση» για τη δραματική ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα ούτε μπόρεσε να τοποθετήσει θετικά τον εαυτό της στο «νέο αφήγημα» που μαζικά διαμορφωνόταν υπό το κράτος της δραματικής εμπειρίας της δικτατορίας (έχω υποστηρίξει αναλυτικότερα αυτή την άποψη στο βιβλίο μου Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης 1974- 1990, Θεμέλιο, 2001).

Μοιραία λοιπόν, οι «αντιδεξιές» δυνάμεις επέβαλαν την ηγεμονία τους στο μαζικό επίπεδο, μονοπώλησαν σχεδόν την περίοδο της εντατικής κινητοποίησης, παρήγαγαν μαζικά το νέο πολιτικό προσωπικό τους για αρκετές διαδοχικές γενιές. Αν κοιτάξουμε τη σημερινή φωτογραφία των ηγετικών στελεχών της Ν.Δ., με εξαίρεση την κ. Μπακογιάννη και δύο - τρεις άλλους, απουσιάζουν όλες αυτές οι φουρνιές της πολιτικής κινητοποίησης. Κατ΄ αντιδιαστολή έπαιξαν/παίζουν καθοριστικό ρόλο στελέχη των ίδιων γενεών (π.χ. οι κ.κ. Αλογοσκούφης, Παυλόπουλος) που μπήκαν πολύ αργότερα και μέσω του επαγγελματικού δρόμου στην πολιτική. Τη φωτογραφία συμπληρώνουν κατά κύριο λόγο τα στελέχη της Α.Π. των αρχών του ΄80 που διαμορφώθηκαν ως «αντι-ΠΑΣΟΚ» στις μέρες της κυριαρχίας του Α. Παπανδρέου. Ίσως εδώ υπάρχει κάτι σημαδιακό. Όταν εξαντλήθηκε το απόθεμα ιστορικής αυτογνωσίας της ηγεσίας της μετεμφυλιακής συντηρητικής παράταξης, οι νέες φουρνιές στελεχών παρήχθησαν εξαρτημένες από τον «παπανδρεϊσμό». Στις εκλογές του 2004 οι κ.κ. Καραμανλής και Καρατζαφέρης επαναλάμβαναν από τα μπαλκόνια τα ιστορικά συνθήματα του Α. Παπανδρέου (Αλλαγή, η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες).
  • Η κυβέρνηση του προέδρου
Το δεύτερο ερώτημα αναφέρεται στους νικητές. Τι είδους πολιτικό μόρφωμα είναι αυτό που σχηματίζεται ως «νέο ΠΑΣΟΚ» στη βάση της μετάλλαξης του μοντέλου διακυβέρνησης σε οιονεί προεδρικό; Η μετάλλαξη σηματοδοτείται από την οργάνωση του «Μαξίμου» σε κέντρο εξουσίας τύπου προεδρικών πολιτευμάτων· από τον διορισμό μεγάλου αριθμού αγνώστων στην κοινωνία συνεργατών του προέδρου που προς το παρόν αντλούν τη νομιμοποίησή τους μόνο από αυτόν· από τα ανταγωνιστικά «δίδυμα» που εγκατέστησε ο νέος Πρωθυπουργός σε αρκετά υπουργεία υπουργών με ήδη κεκτημένη αυτόνομη πολιτική υπόσταση. Πού θα ισορροπήσει αυτό το ασταθές σύστημα; Εξαρτάται από το πού θα ισορροπήσει ο Γιώργος Παπανδρέου και από το πού θα ισορροπήσει το μείγμα των έμπειρων στελεχών με επίγνωση της τροχιάς της μεταπολιτευτικής Ελλάδας με τα νέα πρόσωπα της κυβέρνησης. Προς το παρόν το σύστημα είναι μονοκινητήριο. Ο Πρωθυπουργός είναι ο πομπός των οδηγητικών ιδεών και του προγραμματικού λόγου. Έχει επίσης απόλυτη εξουσία επί των στελεχών του. Ευνοϊκός παράγοντας για τη λειτουργία του συστήματος είναι ότι σε αντίθεση με τον κ. Καραμανλή, ο Γιώργος Παπανδρέου έχει δικές του «έμμονες ιδέες» που διαμορφώνουν κατεύθυνση: διεθνιστική ματιά, αυθεντική οικολογική και ελευθεριακή κουλτούρα, πηγαία ανθρωπιστική προσέγγιση, επιμονή στις διαβουλευτικές διαδικασίες χωρίς όμως να απεμπολεί στο ελάχιστο το δικό του «ηγετικό δικαίωμα».

Κυριακή 6 Ιουλίου 2008

ΔΗΜΟΣΙΑ Η ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΣΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ;

Νέες Εποχές
«Ενα δισεκατομμύριο σε όλα τα κόμματα» έγραφε «Το Βήμα της Κυριακής» τον Σεπτέμβριο του 1983, ενώ την πρώτη σελίδα κοσμούσε η φωτογραφία του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου καθώς την εποχή εκείνη είχε ανακοινωθεί η υποψηφιότητά του για το Νομπέλ Ειρήνης. Είκοσι πέντε χρόνια μετά, και μέσα στην μπόχα που αναδίδεται από το σκάνδαλο της Siemens, καθίσταται καίριο το ερώτημα «δημόσια ή ιδιωτική χρηματοδότηση των κομμάτων;». Στις ημέρες μας αποκαλύφθηκε ότι αυτό που ήθελε να αποτρέψει ο ...

Οταν, πριν από 20 χρόνια περίπου, ανέλυα τους λόγους για τους οποίους το «πολιτικό χρήμα» αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής πολιτικής μας ζωής («Το Βήμα», 6 Νοεμβρίου 1988) δεν μπορούσα να φαντασθώ ούτε ότι τα φαινόμενα που τότε περιέγραφα θα οξύνονταν με τόσο καταιγιστικούς ρυθμούς, ούτε ότι ο όρος θα αναδεικνυόταν σε αναγκαία συνιστώσα του τρέχοντος πολιτικού λεξιλογίου. Σήμερα, το φαινόμενο της δύσοσμης αλληλεξάρτησης της πολιτικής με την οικονομική εξουσία ...

Είναι πολλά τα λεφτά...
Δ. Α. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ
Πριν από μερικά χρόνια ο γνωστός γάλλος βουλευτής και πρώην υπουργός Πολιτισμού Τζακ Λανγκ έχασε τη βουλευτική του έδρα όταν αποδείχθηκε ότι είχε υπερβεί το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο προεκλογικών δαπανών. Η ιστορία αυτή υποσκάπτει την πεποίθηση ότι η πολιτική έχει διαβρωθεί τόσο πολύ από το χρήμα και ότι το οικονομικό αντικείμενο της πολιτικής είναι τόσο μεγάλο ώστε δεν υπάρχει λύση πέραν μιας νέας μεταπολίτευσης. Αναντίρρητα η «λογική» της ιδιωτικής οικονομίας έχει σε έναν ...

Με αυτή την έννοια, ως μαύρο, άσπρο ή φαιό, ως γαλάζιο, πράσινο ή κίτρινο, το χαμαιλεόντιο πολιτικό χρήμα ενέσκηψε, φοβούμαι, για να μείνει. Ακόμη και αν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, επιβάλλονται κυρώσεις στους «άτυχους» εκείνους παραβάτες που έγιναν κατ' εξαίρεσιν τσακωτοί, ο κίνδυνος της μετά λόγου γνώσεως δημοσιοποίησης είναι εν τέλει περιορισμένος. Αν λοιπόν δεν ανατραπεί τελείως το πολιτικό σκηνικό, τα πολιτικά συστήματα θα εξακολουθήσουν πιθανότατα να αναπαράγονται ...

Ν. ΜΟΥΖΕΛΗΣ
Οι νέες τεχνολογίες έχουν εντείνει την ανισορροπία δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας με δύο βασικούς τρόπους. Ο πρώτος έχει να κάνει με την πρωτοφανή κινητικότητα του κεφαλαίου (χρηματιστικού και μη) που του δίνει τη δυνατότητα, όταν το κράτος προσπαθήσει να εφαρμόσει φιλολαϊκές πολιτικές, να μετακινείται σε χώρες όπου η εργασία είναι φτηνή και οι συνθήκες εργασίας πρωτόγονες. Ο δεύτερος τρόπος έχει να κάνει με τον κεντρικό ρόλο που παίζει η τηλεόραση στην εκλογική ...