Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεοφιλελευθερισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεοφιλελευθερισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2009

Από τον μπλερισμό στον εθνοκεντρικό κεϊνσιανισμό

  • Νίκος Μουζέλης | Το Βήμα | Κυριακή 21 Ιουνίου 2009
Το παράδοξο των πρόσφατων ευρωεκλογών είναι ότι η απαξίωση του νεοφιλελευθερισμού βοήθησε περισσότερο την Κεντροδεξιά και λιγότερο την Κεντροαριστερά. Νομίζω ότι, για να εξηγήσουμε το φαινόμενο, πρέπει να εξετάσουμε την εκλογική διαδικασία ιστορικά και διαλεκτικά: σαν ένα παιχνίδι όπου, στον ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο, ο ένας παίκτης συχνά παίρνει στοιχεία από την ιδεολογία του αντιπάλου του - ενσωματώνοντάς τα στη δική του στρατηγική και κοσμοθεωρία. Από αυτή τη σκοπιά πρέπει να πάμε πίσω στη δεκαετία του 1990 όπου ο μπλερισμός κυριάρχησε στη Βρετανία και όπου στις περισσότερες χώρες της ΕΕ είχαμε σοσιαλδημοκρατικές/σοσιαλιστικές κυβερνήσεις.
Ο μπλερισμός
Ο Τόνι Μπλερ θεωρήθηκε από την Αριστερά «Θάτσερ με παντελόνια». Αυτό είναι λάθος. Η στρατηγική που ακολούθησε το Νέο Εργατικό Κόμμα στην μπλερική περίοδο ήταν σχηματικά: Θάτσερ συν Μπέβεριτζ (ο κύριος αρχιτέκτονας του βρετανικού κοινωνικού κράτους). Εξηγούμαι: Ο λεγόμενος τρίτος δρόμος- του οποίου κύριος θεωρητικός ήταν ο Αντονι Γκίντενς και κύριος πολιτικός εκφραστής του ο Τόνι Μπλερ- προσπάθησε να συνδυάσει στοιχεία του θατσερικού προγράμματος με μια κοινωνική πολιτική υπέρ των οικονομικά αδυνάτων. Πιο συγκεκριμένα, τουλάχιστον στα αρχικά στάδια της εφαρμογής του, το πρόγραμμα των Εργατικών πήρε από τον θατσερισμό την έμφαση στην αγορά, στον οικονομικό ανταγωνισμό και στη δημοσιονομική πειθαρχία. Συγχρόνως όμως η λογική της αγοράς συνδυάστηκε με τη λογική της αλληλεγγύης. Ετσι στα μέσα της δεκαετίας του 1990 βλέπουμε μια σειρά από μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων (αποδοχή της Ευρωπαϊκής Κοινωνική Χάρτας) και για τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων. Για παράδειγμα, παρατηρούμε μια προσπάθεια συντονισμού της φορολογικής και κοινωνικής πολιτικής: φόροι και κοινωνικές παροχές συντονίζονται μέσω ενός συστήματος φορολογικών πιστώσεων (tax credits) κατά τέτοιον τρόπο ώστε αυτοί που βρίσκονταν στη λεγόμενη «παγίδα της φτώχειας» να μπορέσουν να βγουν από αυτό το αδιέξοδο. Οπως πολύ χαρακτηριστικά ανέφερε το κύριο άρθρο του «Οbserver» (22.3.1998) «ο Γκόρντον Μπράουν (ο τότε υπουργός Οικονομικών) χωρίς να αθετήσει την υπόσχεσή του για δημοσιονομική αυστηρότητα, άλλαξε το φορολογικό και ασφαλιστικό σύστημα κατά τέτοιον τρόπο που 10 δισ. στερλίνες ανακατανεμήθηκαν προς όφελος του 30% του πληθυσμού που βρίσκεται στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας- και κανένας δεν διαμαρτυρήθηκε». Βέβαια, με την πάροδο του χρόνου οι ανισότητες άρχισαν πάλι να εντείνονται και η φόρμουλα Θάτσερ συν Μπέβεριτζ μετατράπηκε σε Θάτσερ συν Μπέβεριτζ «λάιτ». Αυτό όμως δεν εμπόδισε το Εργατικό Κόμμα να κυριαρχήσει στη βρετανική πολιτική αρένα για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η κρίση του νεοφιλελευθερισμού
Περνώντας τώρα από την άνοδο του μπλερισμού στη σημερινή οικονομική κρίση και στην απαξίωση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου διαχείρισης της οικονομίας- εδώ βλέπουμε έναν διαφορετικό συνδυασμό που οδήγησε στην εκλογική νίκη της Κεντροδεξιάς/Δεξιάς αυτή τη φορά. Σε αυτή την περίπτωση, σχηματικά πάλι, η νέα συνταγή είναι Κέινς συν Λεπέν «λάιτ». Αν ο Μπλερ δανείστηκε από τη Θάτσερ τη λογική της αγοράς και της ανταγωνιστικότητας, σήμερα οι συντηρητικές δυνάμεις στην ΕΕ δανείζονται από τη σοσιαλδημοκρατία τη λογική της ρυθμιζόμενης οικονομίας (βλ. την απαίτηση της Μέρκελ και του Σαρκοζί στη συνάντηση του G20 στο Λονδίνο), καθώς και την ανάγκη μιας μερικής έστω αναδιανομής υπέρ των λαϊκών τάξεων. Αυτό συνδυάστηκε με μια εθνοκεντρική, ευρωσκεπτικιστική πολιτική στο θέμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, με έναν αμυντικό λαϊκισμό εναντίον της μετανάστευσης και με μια νέα έμφαση στα θέματα «τάξης και ασφάλειας».

Αυτός ο νέος συνδυασμός κενσιανισμού και φοβικού εθνικισμού είτε παίρνει τη μορφή ενσωμάτωσης ακροδεξιών κομμάτων στον χώρο της Κεντροδεξιάς (περίπτωση Μπερλουσκόνι) είτε τα συντηρητικά κόμματα προσπαθούν να προσελκύσουν ακροδεξιούς ψηφοφόρους μέσω αυστηρών μέτρων στον χώρο «της τάξης και ασφάλειας» γενικά και σε αυτόν της μετανάστευσης πιο ειδικά (περίπτωση Σαρκοζί). Και στις δύο περιπτώσεις τα σοσιαλδημοκρατικά/ σοσιαλιστικά κόμματα βρίσκονται σε αμυντική θέση. Από τη μια μεριά το «κεϊνσιανό» τους προφίλ δεν διαφοροποιείται σημαντικά από αυτό των λαϊκών, κεντροδεξιών κομμάτων, ενώ από την άλλη η πιο ήπια μεταναστευτική πολιτική τους είναι, τουλάχιστον στη σημερινή συγκυρία, λιγότερο δημοφιλής.
Η περίπτωση της Ελλάδας
Θέλω να τονίσω εδώ πως η παραπάνω ανάλυση δεν βασίζεται σε «σιδηρούς νόμους» αλλά σε ιδεοτυπικές καταστάσεις, σε γενικές δηλαδή τάσεις που εξηγούν την εκλογική επιτυχία, όχι σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά στον ευρωπαϊκό χώρο συνολικά. Σε κάθε συγκεκριμένη χώρα συγκυριακά γεγονότα ή αντίθετες πολιτικές εξελίξεις μπορούν να εξουδετερώσουν την επιρροή του λαϊκο-κεϊνσιανισμού.

Σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, αν η παραπάνω ανάλυση είναι σωστή, η νίκη του ΠαΣοΚ στις επόμενες βουλευτικές εκλογές μπορεί να μην είναι τόσο εύκολη ή τόσο καθοριστική όσο διαφαίνεται από τα πρόσφατα αποτελέσματα των ευρωεκλογών. Η απότομη αναβάθμιση από την κυβέρνηση του μεταναστευτικού προβλήματος σε κύριο πρόβλημα της εσωτερικής πολιτικής και τα δραστικά μέτρα εναντίον των μεταναστών που προγραμματίζει, μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντική διεύρυνση της εκλογικής της βάσης. Είτε αυτή η διεύρυνση πάρει τη μορφή της λύσης Σαρκοζί (το πιο πιθανό) είτε τη μορφή της λύσης Μπερλουσκόνι, η αυτοδυναμία στην οποία στοχεύει το ΠαΣοΚ θα καταστεί δύσκολη. Αυτή η δυσκολία, βέβαια, δεν είναι ανυπέρβλητη. Το ΠαΣοΚ μπορεί να καταπολεμήσει τη συντηρητική στρατηγική με μια μεταναστευτική πολιτική που να συνδυάζει την ανθρωπιά (αποτελεσματική κοινωνική ένταξη) με ένα πολύ πιο αυστηρό έλεγχο των πιο πρόσφατων μεταναστευτικών ροών. Επιπλέον το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα χρειαστεί να συνεργαστεί και με τον ΣΥΡΙΖΑ (τώρα που το φιάσκο της «ακτιβιστικής» αντιευρωπαϊκής τους πτέρυγας θα κάνει τη συνεργασία πιο εφικτή) και με τους Οικολόγους.

Τέλος, το ΠαΣοΚ έχει το πλεονέκτημα να έχει ως κύριο αντίπαλο μια κυβέρνηση της οποίας η πενταετής θητεία χαρακτηρίζεται- πέρα από τα σκάνδαλα- από χαλαρότητα, αβουλία και ερασιτεχνισμό.

Ο κ. Νίκος Μουζέλης είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας, LSΕ.

Κυριακή 31 Μαΐου 2009

Ανατομία του νεοφιλελευθερισμού

  • Δύο γάλλοι στοχαστές, ο φιλόσοφος Πιέρ Νταρντό και ο κοινωνιολόγος Κριστιάν Λαβάλ, με το βιβλίο τους «La nouvelle raison du monde. Essai sur la societe neoliberale» (La Decouverte, 2009), προτείνουν μια ερμηνεία του νεοφιλελευθερισμού που εμπνέεται από το έργο του Φουκό.

ΕΡΓΟ ΤΟΥ STEPHAN BALKENHOL

ΕΡΓΟ ΤΟΥ STEPHAN BALKENHOL

Ο νεοφιλελευθερισμός, υποστηρίζουν, εκτός από ιδεολογία ή οικονομική πολιτική είναι πρώτα απ' όλα και κυρίως ένας τύπος ορθολογικότητας.

Ο Φουκό όριζε την κυβερνητική ορθολογικότητα ως μια κανονιστική λογική που διέπει τη δραστηριότητα της διακυβέρνησης, με την έννοια όχι μόνο της άμεσης αλλά και της έμμεσης καθοδήγησης των ανθρώπων, έτσι ώστε αυτοί να οδηγούνται και να συμπεριφέρονται με έναν ορισμένο τρόπο.

Η ορθολογικότητα δεν είναι η άσκηση ενός καταναγκασμού, μιας καταπίεσης. Από αυτή την άποψη, ο νεοφιλελευθερισμός δεν θα 'πρεπε να περιορίζεται μόνο στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής (οι ιδιωτικοποιήσεις, η απορύθμιση) ούτε σε ένα ορισμένο σύνολο θεωρητικών ιδεών (Φρίντμαν, Χάγεκ) ούτε στους ηγέτες που μεταστράφηκαν σε αυτόν στα τέλη της δεκαετίας του 1970 (Ρέιγκαν, Θάτσερ).

Η νεοφιλελεύθερη ορθολογικότητα έχει μιαν ευρύτερη εμβέλεια και μπορεί να προωθείται ακόμα και από κυβερνήσεις που αναφέρονται στην αριστερά. Αυτό που ορίζει τη νεοφιλελεύθερη ορθολογικότητα είναι το ότι οδηγεί τα υποκείμενα να δρουν με βάση το υπόδειγμα του ανταγωνισμού. Ο νεοφιλελευθερισμός οδηγεί τα άτομα να προσπαθούν να μεγιστοποιήσουν την ικανοποίηση των συμφερόντων τους, παραμερίζοντας κάθε ηθική αναστολή.

Ο Φουκό έδιξε ότι οι πρώτοι φιλελεύθεροι στοχαστές, ιδίως ο Ανταμ Σμιθ και ο Φέργκιουσον, στα τέλη του 18ου αιώνα, σκέφτονταν την αγορά με βάση μια λογική ισοδυναμίας. Ανταλλάσσει κάποιος ένα αγαθό με ένα άλλο αγαθό και όλοι βγαίνουν ωφελημένοι. Ο νεοφιλελευθερισμός σκέφτεται την αγορά με βάση τη λογική του ανταγωνισμού, επομένως της ανισότητας.

Αυτή η στροφή χρονολογείται ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ο άγγλος φιλόσοφος Χέρμπερτ Σπένσερ προτείνει μιαν ερμηνεία του Δαρβίνου που επεκτείνει την έννοια της «φυσικής επιλογής» και σε άλλα πεδία και ιδιαίτερα στο κοινωνικό πεδίο. Οι νεοφιλελεύθεροι δεν θέλουν να γίνεται αναφορά στον Σπένσερ εξαιτίας του βιολογισμού του. Σε αυτόν, όμως, βρήκαν την ιδέα ότι η αγορά είναι ο ανταγωνισμός.

Οταν ο φιλελευθερισμός μπαίνει σε κρίση, στα τέλη του 19ου αιώνα, εμφανίζονται δύο ρεύματα: ένας φιλελευθερισμός που δικαιολογεί την παρέμβαση του κράτους σε μιαν οπτική σταθεροποίησης και αναδιανομής, κορυφαίος εκπρόσωπος του οποίου είναι ο Κέινς· και ο «νεοφιλελευθερισμός», ο οποίος από τη δεκαετία του 1930 θα προτείνει να αναγορευτεί η αγορά σε υπέρτατη αρχή της οικονομικής και κοινωνικής ζωής.

Ο κεϊνσιανισμός επικράτησε θριαμβευτικά μετά τον πόλεμο. Αλλά ο νεοφιλελευθερισμός δεν αφοπλίστηκε. Οι Γερμανοί «φιλελεύθεροι» (Ordoliberalismus) άσκησαν καθοριστική επιρροή στην ευρωπαϊκή οικοδόμηση, ξεκινώντας από τη Συνθήκη της Ρώμης η οποία ορίζει την αρχή του «ελεύθερου ανταγωνισμού».

Ο νεοφιλελευθερισμός επωφελήθηκε από την κρίση του κεϊνσιανισμού, όπως και ο κεϊνσιανισμός είχε επωφεληθεί από την κρίση του καπιταλισμού στις δεκαετίες του 1920 και 1930. Τίποτα όμως δεν προμήνυε ότι η αρχή του ανταγωνισμού θα αναγορευόταν σε νέο παγκόσμιο κανόνα. Η κωδικοποίησή της χρονολογείται άλλωστε από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, με αυτό που αποκαλείται η «συναίνεση της Ουάσιγκτον» και που προσδιορίζει τους δημοσιονομικούς και νομισματικούς κανόνες οι οποίοι επιβάλλονται στις χώρες που ζητούν οικονομική βοήθεια από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Ο όρος που έχει κομβική σημασία είναι η «πειθαρχία». Ηδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 οι «ειδικοί» κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. «Η κατάσταση -λένε- δεν μπορεί να κυβερνηθεί, επειδή δεν υπάρχει κοινωνική πειθαρχία».

Την ίδια περίοδο όμως διαπλάθεται το «νεοφιλελεύθερο υποκείμενο», με την παρόξυνση του ανταγωνισμού μεταξύ των ατόμων, με τις τεχνικές αξιολόγησης, με την ενθάρρυνση του ιδιωτικού δανεισμού, με την παρακίνηση να μετατραπούν τα υποκείμενα σε «ανθρώπινο κεφάλαιο».

Το άτομο πρέπει να φροντίζει να συσσωρεύει, να επιδιώκει την επιτυχία, ενώ ταυτόχρονα είναι υπεύθυνο (και επομένως ένοχο) για την ενδεχόμενη αποτυχία του. Το νεοφιλελεύθερο υποκείμενο συγχέει την ελευθερία και την αυτονομία με τον ανταγωνισμό.

Επιχειρώντας να μεγιστοποιήσει με κάθε τίμημα την απόδοση του ατόμου σε όλα τα πεδία, ο νεοφιλελευθερισμός καταλήγει να αναγορεύει σε κανόνα την έλλειψη κάθε περιορισμού. Αυτή η έλλειψη περιορισμού συγκαλύπτει όμως το γεγονός ότι, στην πραγματικότητα, υπάρχει ένα όριο στην επιθυμία και αυτό το όριο το καθορίζουν το κεφάλαιο και η επιχείρηση.

Οι συντηρητικοί και οι θιασώτες του «εκσυγχρονισμού» διαπράττουν το κοινό λάθος να βλέπουν στο νεοφιλελεύθερο υποκείμενο ένα ον απελευθερωμένο από όλες τις αλυσίδες του. Αλλά η έλλειψη κάθε περιορισμού, που υπόσχεται ο νεοφιλελευθερισμός, δεν έχει καμιά σχέση με την αυτονομία. Οι Νταρντό και Λαβάλ δείχνουν αντίθετα ότι ο μηχανισμός της «απόδοσης - απόλαυσης», που καθιερώνει ο νεοφιλελευθερισμός, είναι ένα σύστημα που λειτουργεί μεν από το εσωτερικό του υποκειμένου, αλλά παραμένει στην ουσία ένας τρόπος κοινωνικής πειθάρχησης. Κατά τη γνώμη τους, η αριστερά πρέπει να ξεκινήσει από την αρχή ότι το κοινό αγαθό είναι κοινή υπόθεση και να αντιτάξει τη συνεργασία στον ανταγωνισμό.

Στο πεδίο της γνώσης ή σε εκείνο του περιβάλλοντος, η λογική της κοινοκτημοσύνης είναι πολύ ισχυρή και εμπνέει ορισμένες κοινωνικές πρακτικές. Σύμφωνα με τους Νταρντό και Λαβάλ, χρειάζεται να επανεξετάσουμε την ιδέα του κομμουνισμού, ξεκινώντας όχι από τον στόχο μιας ιδεώδους κοινωνίας, αλλά από τις ήδη υπάρχουσες κοινές πρακτικές. Εξάλλου, στον 18ο αιώνα «κομμουνιστής» σήμαινε οπαδός του κοινού αγαθού.*

Σάββατο 14 Μαρτίου 2009

Ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα

  • Η δεινή οικονομική ύφεση πολλαπλασιάζει τις ιδεολογικές αποστασίες από το στρατόπεδο του νεοφιλελευθερισμού
  • Το 1979 ήταν χρονιά μεγάλων γεωπολιτικών ανατροπών, ο αντίκτυπος των οποίων παραμένει αισθητός μέχρι σήμερα. Τον Φεβρουάριο, η ισλαμική επανάσταση θριάμβευσε στο Ιράν, ανατρέποντας το καθεστώς του Σάχη. Τον Μάρτιο, η Αίγυπτος συνθηκολόγησε με το Ισραήλ και εξοστρακίστηκε από τον Αραβικό Σύνδεσμο, κατηγορούμενη για προδοσία της παλαιστινιακής υπόθεσης. Τον Δεκέμβριο, η Σοβιετική Ενωση εισέβαλε στο Αφγανιστάν για να εγκλωβιστεί σε μια αδιέξοδη περιπέτεια, η οποία θα επιτάχυνε τη διάλυση της αυτοκρατορίας της.
  • Ακόμη μεγαλύτερες, πραγματικά ιστορικές, ήταν οι ανατροπές που δρομολόγησε το 1979 στο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον. Τον Ιανουάριο, ο Ντενγκ Ξιαοπίνγκ έγινε ο πρώτος κομμουνιστής, Κινέζος ηγέτης που επισκέφθηκε την Αμερική, αναδεικνύοντας το αλλόκοτο ζευγάρι ΗΠΑ - Κίνας σε βασικό κινητήρα της παγκοσμιοποίησης. Τον Μάιο, κέρδισε τις βρετανικές εκλογές η Μάργκαρετ Θάτσερ, εγκαινιάζοντας την παγκόσμια στροφή στον νεοφιλελευθερισμό, η οποία θα αποκτούσε ακατανίκητο δυναμισμό την επόμενη χρονιά με τη νίκη του Ρόναλντ Ρέιγκαν στην Αμερική. Και τον Οκτώβριο, ο διοικητής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, Πολ Βόλκερ, αύξησε δραματικά το κόστος του χρήματος, ευνοώντας τη στροφή από την παραγωγική βιομηχανία, στα κερδοσκοπικά κεφάλαια της Γουόλ Στριτ.
  • Στο σύνολό τους, αυτές οι τρεις μεγάλες ανατροπές έθεσαν τις βάσεις για μια ιστορική αλλαγή παραδείγματος στην ιστορία του καπιταλισμού: Το παράδειγμα του εθνικού κράτους πρόνοιας, που κυριάρχησε τη «Χρυσή Τριακονταετία» της υψηλής ανάπτυξης και των μειούμενων κοινωνικών ανισοτήτων (1945 - 1975), κατέρρεε, διαβρωμένο από μια παρατεταμένη περίοδο χαμηλών κερδών και στασιμοπληθωρισμού. Τη θέση του θα έπαιρνε το παράδειγμα ενός ακραία ανταγωνιστικού νεοκαπιταλισμού, δομημένου πάνω στα τρία θεμέλια που έθεσε το 1979: παγκοσμιοποίηση - νεοφιλελευθερισμός - χρηματιστική έκρηξη.

Νέος ιστορικός κύκλος

  • Τριάντα χρόνια αργότερα, φαίνεται ότι βρισκόμαστε και πάλι στο τέλος ενός ιστορικού κύκλου και στον προθάλαμο ενός νέου. Η αναστάτωση που άρχισε τον Αύγουστο του 2007 ως περιορισμένη κρίση των πιο επικίνδυνων στεγαστικών δανείων στην Αμερική εξελίχθηκε σε διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση τον Σεπτέμβριο του 2008, με καταλύτη την κατάρρευση της LehmaBrothers, για να πάρει, στη συνέχεια, διαστάσεις παγκόσμιας ύφεσης στην πραγματική οικονομία. Ηδη, η καταστροφή πλούτου στα διεθνή χρηματιστήρια αντιστοιχεί στο τρομακτικό 75% του παγκοσμίου ΑΕΠ, υπερβαίνοντας και αυτήν τη Μεγάλη Υφεση του 1929 - '32. Ο μεγαλοεπενδυτής Γουόρεν Μπάφετ έκανε λόγο για «οικονομικό Περλ Χάρμπορ».
  • Μια αναστάτωση τέτοιας έντασης, διάρκειας και ποιότητας -η πρώτη πραγματικά πλανητική κρίση στην ιστορία- δεν μπορούσε να μη συνοδευτεί από ιδεολογικό κραχ. Στο κλασικό έργο του «Η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων», ο Τόμας Κουν ανέφερε ένα αλάνθαστο σύμπτωμα, που μας επιτρέπει να διαγνώσουμε ότι το υφιστάμενο επιστημονικό παράδειγμα πνέει τα λοίσθια: Είναι η στιγμή που αποστατούν οι καλύτεροι εκλαϊκευτές του κυρίαρχου προτύπου. Κάτι ανάλογο ισχύει για την περίπτωση του παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελευθερισμού.

Ιδεολογικές ανταρσίες

  • Οι ιδεολογικές ανταρσίες ανώτατων «αξιωματικών» του συστήματος ξεκίνησαν πριν από 10 χρόνια. Η πρώτη περίπτωση που έκανε πάταγο ήταν εκείνη του Τζόζεφ Στίγκλιτς, οικονομικού συμβούλου του Κλίντον και αντιπροέδρου της Παγκόσμιας Τράπεζας τη δεκαετία του '90. Oπως θα έγραφε αργότερα ο Νομπελίστας οικονομολόγος, οι προσωπικές εμπειρίες του από τη δραματική κρίση του 1997 στη Νότια και Ανατολική Ασία άλλαξαν εκ βάθρων τις απόψεις του για την παγκοσμιοποίηση, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και την ανάπτυξη. Αφού παραιτήθηκε από την Παγκόσμια Τράπεζα, κατήγγειλε, με πολύκροτο άρθρο του στο περιοδικό New Republic, τους «φονταμενταλιστές της αγοράς», υποστηρίζοντας ότι οι θεραπείες του ΔΝΤ «είναι περισσότερο επικίνδυνες από την ασθένεια» και ότι οδηγούν λαούς ολόκληρους στην πείνα και τις εξεγέρσεις.
  • Την επόμενη χρονιά, η κατάρρευση της ρωσικής οικονομίας και του μεγάλου, αμερικανικού κερδοσκοπικού ταμείου (hedge fund) LTCM προκάλεσαν δύο εντελώς απροσδόκητες ανταρσίες: του χρηματιστή Τζορτζ Σόρος, ο οποίος είχε στο «ενεργητικό» του τη μεγαλύτερη κερδοσκοπική επιχείρηση στην ιστορία (εναντίον της βρετανικής λίρας, το 1992) και του οικονομολόγου Τζέφρι Σακς, ο οποίος είχε εισηγηθεί «θεραπείες σοκ» με ακραίο βαθμό ωμότητας σε Βολιβία, Πολωνία και Ρωσία.
  • Η ατμόσφαιρα ηλεκτρίσθηκε ακόμη περισσότερο με τη διάρρηξη της «φούσκας» των νέων τεχνολογιών, την περίοδο 2001 - 2003. Στις παραμονές του πολέμου του Ιράκ, ο μεγαλοχρηματιστής Γουόρεν Μπάφετ έγραψε ότι τα πραγματικά (οικονομικά) όπλα μαζικής καταστροφής είναι τα χρηματιστικά παράγωγα της Γουόλ Στριτ. Ενας από τους δύο πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου κατά τα τελευταία χρόνια (ο άλλος είναι ο Μπιλ Γκέιτς), ο Μπάφετ έσπευσε να υποστηρίξει τον Μπαράκ Ομπάμα στις προεδρικές εκλογές. Σήμερα υπερασπίζεται με ζήλο την έντονη κρατική παρέμβαση στην οικονομία, υποστηρίζοντας ότι «βρισκόμαστε σε καιρό οικονομικού πολέμου και χρειαζόμαστε έναν πρόεδρο - αρχηγό γενικού επιτελείου σε καιρό πολέμου».

Ακόμη και οι τελευταίοι

  • Οσο παρατείνεται η κρίση, τόσο λιγότερο σθεναροί εμφανίζονται και οι τελευταίοι στυλοβάτες της οικονομικής Ορθοδοξίας. Αίφνης ο υπουργός Οικονομικών του Κλίντον και σύμβουλος του Ομπάμα, Λάρι Σάμερς, πνευματικό τέκνο του πατριάρχη του νεοφιλελευθερισμού, Μίλτον Φρίντμαν, δηλώνει τώρα (άκουσον, άκουσον) ότι η κρίση «ήταν μοιραίο πλήγμα στην αντίληψη για αυτορρύθμιση της αγοράς». Ο πολύς Αλαν Γκρίνσπαν, πρώην διοικητής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, κάνει πέτρα την καρδιά και εισηγείται κρατικοποιήσεις. Ακόμη και ο Πολ Βόλκερ, οικονομικός σύμβουλος του Ομπάμα στα 82 του χρόνια, καταγγέλλει τώρα τους «αλχημιστές του χρήματος», τους οποίους ο ίδιος δημιούργησε πριν από 30 χρόνια. O tempora, o mores…
Του Πετρου Παπακωνσταντινου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15/03/2009