Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Αυγούστου 2012

Επενδύοντας στην εκκόλαψη νέων ιδεών για το κράτος


Συζήτηση για τη μετάβαση από τον μαρασμό του κράτους στα πλεονεκτήματα της κοινωνίας
  • Του Θαναση Bασιλειου, Η Καθημερινή, 5/8/2012

Μετά το μεταπολεμικό οικονομικό μοντέλο της Ενδοξης Τριακονταετίας και με τη μετάβαση από την κεϋνσιανή στη συντηρητική επανάσταση, η Ευρώπη χρειάζεται να εφεύρει εκ νέου τον δικό της βηματισμό. Στα συμφραζόμενα ενός κόσμου που δεν θα μοιάζει σε τίποτα με τον προηγούμενο, και στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης το τέλος της οποίας δεν είναι άμεσα ορατό, αναπτύσσεται ο δημόσιος διάλογος για τα όρια του κράτους και της αγοράς, δίχως να υπάρχει ένα αποκρυσταλλωμένο καλύτερο παράδειγμα προς μίμηση ή ένα χειρότερο παράδειγμα προς αποφυγή. Η θεωρητική σύλληψη ενός κράτους δικαίου που θα ενισχύει τη συλλογική ευημερία, δίχως να εγκαταλείπει τους πλέον ευάλωτους είναι το ζητούμενο. Το ερώτημα εδώ είναι: τι κράτος θέλουμε; «Αντί να κάνουμε τους διαιτητές ανάμεσα στο “περισσότερο κράτος” και το “λιγότερο κράτος” θα πρέπει να στοχαστούμε το “διαφορετικό κράτος”» υποστηρίζουν οι Φιλίπ Αγκιόν και Αλεξαντρά Ρουλέ, στο βιβλίο τους «Ο νέος ρόλος του κράτους. Για μια ανανεωτική σοσιαλδημοκρατία» (εκδ. Πόλις). Η επένδυση στην εκκόλαψη και υλοποίηση ιδεών, η προστασία των πολιτών από καινοφανείς κινδύνους, η εγγύηση της κοινωνικής συνοχής και του συμβολαίου μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και, τέλος, η εδραίωση της δημοκρατίας συγκαταλέγονται στις προϋποθέσεις της επανεφεύρεσης του κράτους για την κοινωνία και την οικονομία.

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Τα οικονομικά της ευτυχίας

  • Επτά, Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011
  • ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ
ΣΤΟΝ 18ο ΑΙΩΝΑ, τον καιρό της γέννησης της Πολιτικής Οικονομίας, οι πρώτοι οικονομολόγοι υποστήριζαν ότι ο κύριος στόχος της οικονομικής πολιτικής έπρεπε να είναι η μεγιστοποίηση της ευτυχίας των πολιτών μιας κοινωνίας. 
Και στις αρχές του 19ου αιώνα, ο άγγλος φιλόσοφος Τζέρεμι Μπένθαμ, ο θεωρητικός πατέρας του ωφελιμισμού, έλεγε ότι καλύτερη κοινωνία είναι εκείνη στην οποία τα άτομα είναι περισσότερο ευτυχισμένα. Και επομένως καλύτερη πολιτική είναι εκείνη που ευνοεί τη μεγαλύτερη ευτυχία για τον μεγαλύτερο αριθμό προσώπων. Αυτή η θέση στηριζόταν φυσικά στην υπόθεση ότι η ευτυχία ήταν κάτι που μπορούσε να μετρηθεί και να υπολογιστεί με τρόπους που θα αντιστοιχούσαν στην αληθινή εμπειρία των υποκειμένων. Στην πορεία ωστόσο η νέα οικονομική επιστήμη ακολούθησε μιαν άλλη κατεύθυνση. 
Επικράτησε έτσι και μεταξύ των οικονομολόγων η ιδέα ότι η έννοια της ευτυχίας είναι μάλλον υπερβολικά υποκειμενική και επομένως είναι δύσκολο να υπολογιστεί και να μετρηθεί. Στο βαθμό λοιπόν που η πολιτική οικονομία θέλει να είναι μια αυστηρή επιστήμη, πρέπει να επεξεργάζεται έννοιες που μπορούν να εκφραστούν με μαθηματικές διατυπώσεις και επομένως οφείλει να χρησιμοποιεί ποσοτικά μετρήσιμα δεδομένα. Κυριάρχησε έτσι η θέση του Ανταμ Σμιθ ότι η επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος απολήγει στην εξυπηρέτηση του συλλογικού συμφέροντος. Στη δεκαετία του 1930 υιοθετήθηκε και στη συνέχεια καθιερώθηκε η έννοια του κατά κεφαλήν εισοδήματος ως ένα θεμελιώδες κριτήριο για τη μέτρηση της οικονομικής προόδου. 

Δευτέρα 31 Μαΐου 2010

Κοινωνίες σε κρίση, πόλεις σε κρίση

  • Tης Τασουλας Kαραϊσκακη, Η Καθημερινή, 30/05/2010
 
    • Αποτελεί από τα πλέον υποκριτικά στερεότυπα. Η Αθήνα είναι άσχημη και αβίωτη (επιβεβαιώθηκε από την πρόσφατη έρευνα της εταιρείας συμβούλων Mercer που την κατέταξε στην 75η θέση), αλλά εμείς την αγαπάμε, γιατί είναι ζωντανή, αν και ετερόκλητη, δεκτική στις μικροπαρεμβάσεις, ανοιχτή στο καινούργιο, αναπάντεχη -υπάρχουν γωνιές όπου φέγγει μια σπίθα καλού γούστου, όπου πλανάται η νοσταλγία για μια εποχή με πολλά για θαυμασμό και λίγα για πούλημα. Ο αστικός ιστός είναι πράγματι ένας ζωντανός οργανισμός καμωμένος από τη φαντασία, το μεράκι ή την αδιαφορία, τα όνειρα ή τους εφιάλτες των κατοίκων της. Αλλά, οι περισσότεροι δεν την αγαπάμε. Δεν διαθέτουμε εκείνη την κουλτούρα υπεράσπισης του δημόσιου χώρου που θα την έκανε αληθινά φιλόξενη, βιώσιμη. 
    • Εφησυχασμένοι με την αρνητική διαπίστωση ότι είναι ένα τσιμεντένιο τέρας, ότι πάει τέλειωσε, είναι μια οικιστικά κορεσμένη, κατεστραμμένη ανεπιστρεπτί πόλη, την κακοποιούμε ανενδοίαστα. Και ούτε ενοχλούμαστε όταν διαπιστώνουμε ότι, και όμως ναι, έχει περιθώρια περαιτέρω... τσιμεντοποίησης - πανύψηλα κτίρια συνεχίζουν να αντικαθιστούν αλάνες, παλιά σπίτια, απαλλοτριωμένους στα χαρτιά χώρους... Το πρόσφατο κύμα αντιπαροχών τροποποίησε κι άλλο τις τυπικές αθηναϊκές γειτονιές, βάζοντας στη θέση ερειπίων πολυκατοικίες-τούρτες με καμπυλόγραμμες βεράντες και μεταμοντέρνες κιτσαρίες (από τη στιγμή που οι Ελληνες κατασκευαστές ανακάλυψαν ότι το τσιμέντο είναι ένα υλικό με το οποίο μπορείς να κάνεις ό, τι σου καπνίσει, του δίνουν και καταλαβαίνει). Η Αθήνα πυκνώνει και πάλι. Τα περιθώρια ζωτικού -για την ψυχική και σωματική υγεία- χώρου στενεύουν. Ομως λίγοι ανησυχούν. Οι περισσότεροι, ιδιοκτήτες, κατασκευαστές, τράπεζες, πολιτεία, βολεύονται. Και όπως συμβιούμε σχεδόν ανενόχλητοι με τα μικροσωματίδια, το όζον, τους αρωματικούς υδρογονάνθρακες, τα οξείδια (θέλουμε το Ι.Χ. μας και τη βολή μας), έτσι αδιαφορούμε για τον αστικό χώρο. Μήπως περπατάμε πια; Μέσα στον δημόσιο χώρο, πεζή μετακινούμαστε μόνο από την πόρτα του σπιτιού μας έως τον κάδο απορριμμάτων και το σημείο όπου έχουμε παρκάρει το Ι.Χ. Πού θα παίξουν τα παιδιά; «Μα είναι εποχές για να παίζουν έξω τα παιδιά! Τόσοι αλλοδαποί εγκληματίες κυκλοφορούν, τόσοι ανώμαλοι, τόσοι κλέφτες ανηλίκων!». 
    • Οι πόλεις είναι σε κρίση γιατί οι κοινωνίες είναι σε κρίση. Σε ένα διεφθαρμένο σύστημα, εξαχρειωμένο, διπρόσωπο, με τους πολίτες εγκλωβισμένους σε ποιμνιοστάσια νέου τύπου, δεν υπάρχει κοινό καλό, συλλογικό συμφέρον. Οταν ο καθένας δρα για τον εαυτό του, δεν μπορεί να υπάρξει αξιοπρεπής δημόσιος χώρος. Η τρέχουσα κρίση έφερε μια αμηχανία, αλλά δεν ανέτρεψε τις αδράνειες που εγκαθιστούν οι γνώριμες, μέχρι ανίας, στρεβλώσεις. Εφερε μια διάθεση επιβράδυνσης, αλλά όχι μια συστολή, μια περίσκεψη, την πολυπόθητη αίσθηση του μέτρου. Δρούμε ακόμη αδίστακτα. Από επιτάχυνση; ΄Η από άρνηση να αναγνωρίσουμε τα σημάδια του τέλους εποχής και να δεχτούμε ότι μπορεί να ξεβολευτούμε; 
    • Και η αμηχανία τυφλώνει. Ο αμήχανος πολίτης δεν μπορεί να αντικρίσει τα μελλούμενα. Να αναπτύξει και να καταθέσει αιτήματα ψυχής. Να ορίσει τη μοίρα του (κατά συνέπεια και εκείνη της πόλης του). Εθελοτυφλεί, καθυστερεί, βαυκαλίζεται, την ώρα ακριβώς που παγιδεύεται στις σιδερένιες συντεταγμένες μιας αλλότριας -ανεπιθύμητης- νέας τάξης.

    Σάββατο 1 Μαΐου 2010

    Μηδενισμός, η κατάρα των σημερινών κοινωνιών


    The Guardian

    Ο Πίτερ Χίτσενς είναι συντηρητικός αρθρογράφος στη βρετανική εφημερίδα Mail on Sunday. Ο Τέρι Ιγκλετον είναι καθηγητής Αγγλικής Λογοτεχνίας και ακραιφνής αριστερός. Τα τελευταία βιβλία και των δυο τους, όμως, καταφέρονται εναντίον ενός κοινού εχθρού: του μηδενισμού. Πρόκειται για το The Rage Against God (Η οργή εναντίον του Θεού) του Χίτσενς και το On Evil (Περί κακού) του Ιγκλετον.

    Ο Χίτσενς βάλλει κυρίως εναντίον του αδερφού του, Κρίστοφερ, ο οποίος είναι ένας από τους πλέον στρατευμένους άθεους της εποχής μας. Μεγάλο μέρος του βιβλίου του όμως εξετάζει και τα αίτια της παρακμής της χριστιανικής πίστης στη σύγχρονη Βρετανία. Αποδίδει το φαινόμενο σε πολλούς παράγοντες: τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους, την πτώση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, την εθνικοποίηση της Εκκλησίας και την κρίση της βρετανικής ταυτότητας.

    Επίσης, ο Χίτσενς κατηγορεί και τον άκρατο φιλελευθερισμό της εποχής του. Θυμάται τα νεανικά του χρόνια, τη δεκαετία του 1960, όταν αυτός και οι συνομήλικοι επαναστάτησαν εναντίον του κομφορμισμού των γονιών τους και του ονείρου της ειδυλλιακής ζωής στα προάστια. Η επανάσταση τούς οδήγησε στο να ζήσουν ένα βίο γεμάτο απολαύσεις και φιλοδοξίες, απορρίπτοντας κάθε ηθική αξία και αυθεντία. Αναπόφευκτη συνέπεια της στάσης τους και η παρακμή της θρησκευτικής πίστης.

    Σε ό, τι αφορά την οργή του αδερφού του εναντίον του Θεού, κάνει μια σειρά από παρατηρήσεις. Στο ερώτημα αν υπάρχει «καλό και κακό ελλείψει Θεού», απαντά ότι οι επιταγές της ηθικής οφείλουν να είναι απόλυτες. Ακόμη και αν δεν μπορούμε να τις ακολουθούμε πάντοτε, δεν είναι δυνατόν να τις αγνοήσουμε, όπως κάνουν σήμερα, τόσο οι πολίτες όσο και οι πολιτικοί: οι συμπεριφορές και οι πολιτικές αποφάσεις της εποχής μας, από την αγένεια του κόσμου μέχρι την αναστολή του δικαιώματος του Habeas Corpus, αποδεικνύουν ότι, αν δεν υπάρχουν νόμοι με τους οποίους ακόμη και οι άρχοντες νιώθουν ότι πρέπει να συμμορφώνονται, τότε κανένας μας δεν είναι ασφαλής.

    Επίσης, καταφέρεται εναντίον της απόφασης των Ρώσων κομμουνιστών να καταργήσουν τα θρησκευτικά στα σχολεία, μετά την επανάσταση του 1917. Πρόκειται για αιχμή εναντίον του αδελφού του, ο οποίος, νοσταλγώντας τον Τρότσκι, χαρακτήρισε το μάθημα των θρησκευτικών «παιδική κακοποίηση». Για τον Χίτσενς, τέτοιες θέσεις ισοδυναμούν με δογματική τυραννία.

    Δυστυχώς, ο Χίτσενς δεν καταφέρνει να ελέγξει τους τόνους της ρητορικής του, ιδιαίτερα όταν καταφέρεται εναντίον των γκέι, τους οποίους αποκαλεί απαξιωτικά «ομοφυλόφιλους». Για τον Χίτσενς, οι γκέι δεν είναι άνθρωποι που αγαπούν, αλλά απλώς φιλήδονοι. Πρόκειται για ένα σοβαρό ατόπημα, που υπονομεύει όλο το εγχείρημα του βιβλίου του. Την ώρα που κατηγορεί τους άθεους ως υπονομευτές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αρνείται να αναγνωρίσει την ανθρωπιά στους γκέι.

    Ο ευτελισμός της ανθρώπινης υπόστασης είναι βασικό στοιχείο αυτού που ο Ιγκλετον ονομάζει «κακό» – έννοια που ξεπερνά τα όρια της απλής πονηρίας. Οπως οι μάγισσες στον Μάκβεθ, οι πραγματικοί κακοί αρνούνται ότι η ύπαρξη των άλλων έχει νόημα. Μάλιστα, το κακό αρνείται να αναγνωρίσει την ίδια την αξία της ύπαρξης, ως έννοιας. Γι’ αυτό και το Ολοκαύτωμα θεωρείται πραγματική έκφανση του κακού, όπως άλλωστε και τα τραγούδια των Sex Pistols που υμνούν την ανούσια καταστροφή: «Δεν ξέρω τι θέλω, αλλά ξέρω πώς να το πάρω». Με άλλα λόγια, η αδιαφορία είναι ο παράγοντας που διαχωρίζει το κακό από την πονηριά.

    Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Σατανά, ο οποίος είναι ταυτόχρονα άγγελος και δαίμονας. Η αγγελική του πλευρά αναζητά το άπειρο και η δαιμονική του την ανυπαρξία. Αν προσθέσουμε τις δύο αντίρροπες τάσεις, το αποτέλεσμα είναι η άρνηση κάθε απόλυτης αξίας. Με άλλα λόγια, έχουμε να κάνουμε με τον μηδενισμό. Οσα έχουν σημασία δηλαδή, στερούνται αξίας. Γι’ αυτό και το κακό συνήθως παρομοιάζεται με τον πολτό. Ο πολτός είναι μια υλικά άμορφη μάζα. Και το κακό είναι μια ηθικά άμορφη έννοια.

    Εν ολίγοις, τόσο ο Χίτσενς, όσο και ο Ιγκλετον, πιστεύουν ότι η κατάρα των σημερινών κοινωνιών είναι ο μηδενισμός. Ο Χίτσενς τον βλέπει στον σχετικισμό των ηθικών μας αξιών. Ο Ιγκλετον στην επιμονή των σύγχρονων ανθρώπων να θεωρούν ότι το «κακό» είναι απλώς μια δεισιδαιμονία. Τίποτα πια δεν απαγορεύεται. Τίποτα δεν προκαλεί σοκ, τα πάντα είναι παιχνίδι. Η πλαδαρή αρχή του φιλελευθερισμού –μη βλάπτεις τους άλλους– μπορεί να είναι επαρκής για την εφαρμογή κοινωνικών πολιτικών, αλλά είναι επικίνδυνα κενή όταν μετατρέπεται σε φιλοσοφία ζωής, καθώς αρνείται να θέσει το ερώτημα «προς τι η ανθρώπινη ελευθερία». Ετσι, η εξίσωση μέσων και σκοπών αδειάζει τον κόσμο μας από νόημα.

    Ενας αριστερός και ένας δεξιός διανοούμενος μάς απευθύνουν την ίδια προειδοποίηση: όταν η πολιτική εκπίπτει σε μια τεχνοκρατική διαδικασία με αποκλειστικό σκοπό να κρατήσει τους ανθρώπους «χαρούμενους», τότε ο κίνδυνος να γεννηθούν δαίμονες πολλαπλασιάζεται. Προσοχή, όπως θα έλεγε και ο Πέτρος, «νήψατε, γρηγορήσατε, ο αντίδικος υμών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών καταπιείν»...

    «Στα ελληνικά κυκλοφορούν, μεταξύ άλλων, τα βιβλία του Τέρι Ιγκλετον «Μαρξ» (Ενάλιος), «Ο Μαρξισμός και η Λογοτεχνική Κριτική» (Υψιλον) και «Εισαγωγή στη Θεωρία της Λογοτεχνίας» (Οδυσσέας). Το βιβλίο του Κρίστοφερ Χίτσενς, εναντίον του οποίου κυρίως καταφέρεται ο αδερφός του, κυκλοφορεί στα ελληνικά υπό τον τίτλο «Ο Θεός δεν είναι μεγάλος» (Scripta). [Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 02-05-१०]

    Δευτέρα 15 Ιουνίου 2009

    Δεξιά-αριστερά: τα παράδοξα των ευρωεκλογών

    Tου Γιωργου Παγουλατου*, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 14/6/2009

    Oι ευρωεκλογές στην Ευρώπη ανέδειξαν νικήτρια την κεντροδεξιά μειώνοντας την εκπροσώπηση της κεντροαριστεράς. Αύξησαν τις έδρες ακροδεξιών και πρασίνων, εις βάρος της κόκκινης αριστεράς. Συνολικά, μπορεί να πει κανείς, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μετακινήθηκε προς τα δεξιά.

    Παράδοξο πρώτο: Οι Ευρωπαίοι ζητούν σοσιαλδημοκρατική πολιτική αλλά ψηφίζουν κεντροδεξιά.

    Δυο κεντρικά ζητήματα επηρέασαν καθοριστικά τη στροφή αυτή προς τα δεξιά: η οικονομική κρίση και η κοινωνική ανασφάλεια μεταξύ άλλων απέναντι στη λαθρομετανάστευση. Το πρώτο ζήτημα λειτούργησε κυρίως υπέρ της κεντροδεξιάς, το δεύτερο υπέρ της ακροδεξιάς.

    Οπου οι πολίτες θεώρησαν ότι η εθνική τους κυβέρνηση αντιμετώπισε επαρκώς την οικονομική κρίση, προτίμησαν το κυβερνών κόμμα (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Πολωνία, κλπ). Στην Ισπανία καταψήφισαν την κυβέρνηση Θαπατέρο, αλλά με ένα οριακό 2%, εντυπωσιακό με μια ανεργία 20%! Σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις, για διαφορετικούς λόγους, η καταψήφιση της κυβέρνησης έλαβε χαρακτήρα γενικευμένης αποδοκιμασίας: στη Βρετανία και στην Ελλάδα. Γενικά όμως, η οικονομική κρίση ενίσχυσε τις (ως επί των πλείστον κεντροδεξιές) κυβερνήσεις αρκεί να αντέδρασαν με στοιχειώδη αποτελεσματικότητα. Δεν αλλάζεις καπετάνιο στη μέση της καταιγίδας.

    Και εδώ έρχεται το παράδοξο. Οι κυβερνητικές πολιτικές τις οποίες ενέκριναν οι ψηφοφόροι ήταν πολιτικές με σαφή σοσιαλδημοκρατική και κεϊνσιανή απόχρωση: ενίσχυση των επιδομάτων ανεργίας και δαπανών κοινωνικής προστασίας, ανοχή σε υψηλότερα δημοσιονομικά ελλείμματα, παρέμβαση στο χρηματοπιστωτικό τομέα και ρύθμιση των φορολογικών παραδείσων, κρατική στήριξη μεγάλων βιομηχανιών. Πολιτικές πραγματισμού, άλλωστε, σε συγκυρία ύφεσης. Τέτοιες πολιτικές εφάρμοσαν οι κεντροδεξιές κυβερνήσεις που ενισχύθηκαν στις ευρωεκλογές. Η ψήφος προς την κεντροδεξιά (σε Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, κλπ) ήταν ψήφος εμπιστοσύνης στο «ευρωπαϊκό» «ηπειρωτικό» μοντέλο της ρυθμιζόμενης, κοινωνικής οικονομίας της αγοράς και του κοινωνικού κράτους. Βοήθησαν και οι εσωτερικές διαμάχες στη σοσιαλιστική αντιπολίτευση. Η κρίση κατέληξε να ενισχύσει την κεντροδεξιά, αφού την επανέφερε (έστω για την ώρα) στη μεταπολεμική παράδοση της «σοσιαλδημοκρατικής» κεϊνσιανής συναίνεσης.

    Παράδοξο δεύτερο: Οι ψηφοφόροι αναζητούν την εναλλακτική πολιτική αλλά ανταμείβουν τη διαχειριστική αξιοπιστία. Ελκονται από το διαφορετικό αλλά εμπιστεύονται το δοκιμασμένο.

    Η οικονομική κρίση δημιούργησε μια διάχυτη αίσθηση ότι ο διεθνής και ευρωπαϊκός καπιταλισμός χρειάζεται ουσιώδεις διορθώσεις και μεταρρυθμίσεις. Οι μετρήσεις αποτυπώνουν μεγάλη δυσαρέσκεια των Ευρωπαίων πολιτών για τις συνθήκες που οδήγησαν στην κρίση. Στρώματα που επλήγησαν από την κρίση αναζητούν διαφορετική πολιτική.

    Σε αυτό το δίπολο παγιδεύτηκε η κεντροαριστερά. Η κρίση πλήττει δυσανάλογα τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα, που τείνουν να εντοπίζονται στην αριστερά. Οπου όμως η κεντροαριστερά επιχείρησε να διατυπώσει μεταρρυθμιστικές εναλλακτικές που προχωρούσαν πέρα από τη στήριξη του κοινωνικού κράτους, τις ρυθμιστικές παρεμβάσεις, την «πράσινη οικονομία» και την κεϊνσιανή αναθέρμανση, δεν έπεισε. Δεν ικανοποίησε τα ριζοσπαστικοποιημένα στρώματα, που επιθυμούσαν ρήξη με τον καπιταλισμό. Αλλά κυρίως κλόνισε την εμπιστοσύνη των πολύ μαζικότερων μεσαίων αστικών στρωμάτων, που δίνουν μεγάλη σημασία στην οικονομική σταθερότητα και διαχειριστική αξιοπιστία. Αλλωστε η σταδιακή υιοθέτηση ενός αξιόπιστου οικονομικού πραγματισμού από τη σοσιαλδημοκρατία στις δεκαετίες ’80-’90 ήταν αυτό που την κατέστησε κυβερνητικά ελκυστική. Και την διατήρησε στην εξουσία για πολλά χρόνια.

    Οσοι καλούν την κεντροαριστερά να πάει αριστερότερα παραγνωρίζουν το δομικό δεδομένο ότι οι δυτικές κοινωνίες παραμένουν (παρά την κρίση) κοινωνίες πλειοψηφικών μεσαίων στρωμάτων που εργάζονται, λειτουργούν, καταναλώνουν και ευημερούν στον καπιταλισμό. Θέλουν ίσως μια άλλη ισορροπία κράτους και αγοράς, όχι όμως κι ένα διαφορετικό σύστημα.

    Το πρόβλημα δεν είναι αντίστοιχο για την κεντροδεξιά. Ο κύριος κορμός ψηφοφόρων της στα περισσότερα κράτη-μέλη δεν υπέστησαν έντονα τις επιπτώσεις της κρίσης. Ανησυχούν περισσότερο για την επικείμενη αύξηση των φόρων που περιμένουν να επακολουθήσει.

    Τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, η ευρωπαϊκή κεντροδεξιά υιοθέτησε τους θεσμούς του κοινωνικού κράτους και τον κεϊνσιανισμό. Σήμερα, απέναντι στην κρίση, εφαρμόζει πάλι την ίδια συνταγή: απαντά με κρατική παρέμβαση και ενίσχυση των κοινωνικών δαπανών. Εξουδετερώνει το συγκριτικό πλεονέκτημα της κεντροαριστεράς στην κοινωνική προστασία και την ανταγωνίζεται προνομιακά στο πεδίο της οικονομικής αποτελεσματικότητας και αξιοπιστίας. Και παίζει επιπλέον σε ένα ευνοϊκό έδαφος στο πεδίο της «τάξης και ασφάλειας». Ιδίως αν είναι διατεθειμένη να ενδώσει σε αυταρχισμό τύπου Σαρκοζί ή ξενοφοβικό λαϊκισμό τύπου Μπερλουσκόνι.

    * Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.