Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κράτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κράτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013

Το κράτος δικαίου σε αμφισβήτηση


  • ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΣΗΜΙΤΗ στο ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (27/1/2013)
H συζήτηση για τη λίστα Λαγκάρντ, το CD που χάθηκε, τα στικάκια, ένα ή περισσότερα που κυκλοφορούσαν χωρίς να ασχολείται κανείς με το ουσιαστικό πρόβλημα, η απογοητευτική συνεδρίαση της Βουλής για το θέμα έφεραν πάλι στο προσκήνιο το ερώτημα για την υποχώρηση του κράτους δικαίου, την επαναλαμβανόμενη αδυναμία να λειτουργήσουν οι θεσμοί μας.

Γιατί αποτυγχάνουμε εκεί που άλλες κοινωνίες λύνουν τα προβλήματά τους χωρίς διαμάχες, πολιτικές αναμετρήσεις, δημόσιες καταγγελίες και σκανδαλολογία; Γιατί χαρακτηρίζει τη λειτουργία της πολιτείας μας η αντιπαλότητα και η σύγχυση;
Το φαινόμενο που ζήσαμε τις προηγούμενες μέρες δεν εμφανίστηκε για πρώτη φορά. Είναι χρόνιο και επαναλαμβανόμενο. Διάφορες εξεταστικές επιτροπές της Βουλής επί των κυβερνήσεων Καραμανλή και Παπανδρέου, παρ' όλο που ξεκίνησαν με τυμπανοκρουσίες ως απαρχή της πολυπόθητης κάθαρσης, δεν κατέληξαν σε ουσιαστικά αποτελέσματα.

Κυριακή 5 Αυγούστου 2012

Επενδύοντας στην εκκόλαψη νέων ιδεών για το κράτος


Συζήτηση για τη μετάβαση από τον μαρασμό του κράτους στα πλεονεκτήματα της κοινωνίας
  • Του Θαναση Bασιλειου, Η Καθημερινή, 5/8/2012

Μετά το μεταπολεμικό οικονομικό μοντέλο της Ενδοξης Τριακονταετίας και με τη μετάβαση από την κεϋνσιανή στη συντηρητική επανάσταση, η Ευρώπη χρειάζεται να εφεύρει εκ νέου τον δικό της βηματισμό. Στα συμφραζόμενα ενός κόσμου που δεν θα μοιάζει σε τίποτα με τον προηγούμενο, και στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης το τέλος της οποίας δεν είναι άμεσα ορατό, αναπτύσσεται ο δημόσιος διάλογος για τα όρια του κράτους και της αγοράς, δίχως να υπάρχει ένα αποκρυσταλλωμένο καλύτερο παράδειγμα προς μίμηση ή ένα χειρότερο παράδειγμα προς αποφυγή. Η θεωρητική σύλληψη ενός κράτους δικαίου που θα ενισχύει τη συλλογική ευημερία, δίχως να εγκαταλείπει τους πλέον ευάλωτους είναι το ζητούμενο. Το ερώτημα εδώ είναι: τι κράτος θέλουμε; «Αντί να κάνουμε τους διαιτητές ανάμεσα στο “περισσότερο κράτος” και το “λιγότερο κράτος” θα πρέπει να στοχαστούμε το “διαφορετικό κράτος”» υποστηρίζουν οι Φιλίπ Αγκιόν και Αλεξαντρά Ρουλέ, στο βιβλίο τους «Ο νέος ρόλος του κράτους. Για μια ανανεωτική σοσιαλδημοκρατία» (εκδ. Πόλις). Η επένδυση στην εκκόλαψη και υλοποίηση ιδεών, η προστασία των πολιτών από καινοφανείς κινδύνους, η εγγύηση της κοινωνικής συνοχής και του συμβολαίου μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και, τέλος, η εδραίωση της δημοκρατίας συγκαταλέγονται στις προϋποθέσεις της επανεφεύρεσης του κράτους για την κοινωνία και την οικονομία.

Κυριακή 29 Ιουλίου 2012

Το σύγχρονο κράτος είναι... μεσαιωνικό



Του Πασχου Mανδραβελη, Η Καθημερινή, 29/7/2012
Σήμερα το εθνικό κράτος είναι μια παγκόσμια πραγματικότητα. Σε κάθε γωνιά της οικουμένης οι λαοί υιοθέτησαν έναν συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης των κοινών τους υποθέσεων. «Μας είναι αδύνατον να φανταστούμε τη ζωή χωρίς αυτό», έγραψε στο βιβλίο «Γιατί γεννήθηκε το κράτος» ο καθηγητής του Πρίνστον Τζόζεφ Ρ. Στρέγερ. «Δεν ήταν όμως πάντοτε έτσι. Υπήρχαν περίοδοι -όχι πολύ μακρινές με τα μέτρα των ιστορικών- κατά τις οποίες το κράτος δεν υπήρχε, δίχως κανείς να νοιάζεται για τούτη την απουσία. Σε εκείνες τις εποχές, αυτός που δεν είχε ασφάλεια κι ευκαιρίες ήταν ο άνθρωπος δίχως οικογένεια ή χωροδεσπότη, εκείνος που δεν ήταν ενταγμένος σε μια τοπική κοινότητα ή σε μια ισχυρή θρησκευτική ομάδα. Ο άνθρωπος αυτός μπορούσε να επιβιώσει μόνο αν γινόταν υποτελής ή δούλος».

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Νέες ιδέες για το κράτος


Προτάσεις για την επανεφεύρεση του θεσμού που έχει πέσει σε μαρασμό
  • Του Θαναση Bασιλειου, Η Καθημερινή, 8/7/2012

PHILIPPE AGHION - ALEXANDRA ROULET: Ο νέος ρόλος του κράτους. Για μια ανανεωτική σοσιαλδημοκρατία, μετ: Ανθή Ξενάκη, εκδ. Πόλις - σελ. 146

Μετά το μεταπολεμικό οικονομικό μοντέλο της Ενδοξης Τριακονταετίας και με τη μετάβαση από την κεϊνσιανή στη συντηρητική επανάσταση, η Ευρώπη χρειάζεται να εφεύρει εκ νέου τον δικό της βηματισμό. Στα συμφραζόμενα ενός κόσμου που δεν θα μοιάζει σε τίποτα με τον προηγούμενο και στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης το τέλος της οποίας δεν είναι άμεσα ορατό, αναπτύσσεται ο δημόσιος διάλογος για τα όρια του κράτους και της αγοράς, δίχως να υπάρχει ένα αποκρυσταλλωμένο καλύτερο παράδειγμα προς μίμηση ή ένα χειρότερο παράδειγμα προς αποφυγή. Η θεωρητική σύλληψη ενός κράτους δικαίου που θα ενισχύει τη συλλογική ευημερία, δίχως να εγκαταλείπει τους πλέον ευάλωτους, είναι το ζητούμενο. Το ερώτημα εδώ είναι: τι κράτος θέλουμε; «Αντί να κάνουμε τους διαιτητές ανάμεσα στο “περισσότερο κράτος” και το “λιγότερο κράτος”, θα πρέπει να στοχαστούμε το “διαφορετικό κράτος”», υποστηρίζουν οι Φιλίπ Αγκιόν και Αλεξαντρά Ρουλέ. Η επένδυση στην εκκόλαψη και υλοποίηση ιδεών, η προστασία των πολιτών από καινοφανείς κινδύνους, η εγγύηση της κοινωνικής συνοχής και του συμβολαίου μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και, τέλος, η εδραίωση της δημοκρατίας συγκαταλέγονται στις προϋποθέσεις της επανεφεύρεσης του κράτους για την κοινωνία και την οικονομία.

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2008

ΔΙΑΛΟΓΟΙ για τις σχέσεις κράτους και αγοράς


Η παγκόσμια οικονομική κρίση σαρώνει όλα τα δόγματα του νεοφιλελεύθερου φονταμενταλισμού με πρώτο ανάμεσά τους το δόγμα της αυτορύθμισης της ελεύθερης αγοράς. Σηματοδοτεί ταυτόχρονα μιαν επιστροφή του κράτους στο πεδίο της οικονομίας. Βλέπουμε, έτσι, τις περισσότερες κυβερνήσεις να υιοθετούν διάφορες μορφές κρατικής παρέμβασης, αναθέτοντας στο κράτος την ευθύνη για την αποκατάσταση μιας πιο αποτελεσματικής λειτουργίας του οικονομικού συστήματος. Καθώς, μάλιστα, η σημερινή κρίση συγκρίνεται εύλογα με εκείνη του 1929, όλοι υποχρεώνονται να θυμηθούν το μάθημα της ιστορίας: ο κόσμος βγήκε από την ταραχή της δεκαετίας του '30 με κεϊνσιανές στρατηγικές που προσανατόλιζαν την κρατική παρέμβαση όχι μόνο στον περιορισμένο ρόλο της θέσπισης «κανόνων», αλλά και σε θετικά προγράμματα δημόσιας δράσης, δημόσιων επενδύσεων στα συλλογικά αγαθά, οικοδόμησης του κράτους πρόνοιας, τόνωσης της ενεργού ζήτησης κ.ά.

Στις σχέσεις κράτους και αγοράς αναφέρονται με τις αναλύσεις τους τρεις γνωστοί μελετητές:

Πολ Σάμουελσον είναι ένας από τους κορυφαίους αμερικανούς οικονομολόγους. Εχει διδάξει στο Massachusetts Institute of Technology και σε άλλα πανεπιστήμια και έχει τιμηθεί με το Νόμπελ Οικονομίας το 1970.

Μαρτσέλο Ντε Τσέκο είναι καθηγητής της Οικονομικής Ιστορίας στην Scuola Normale Superiore της Πίζας.

Τζόρτζιο Ρούφολο, ιστορικό στέλεχος της ιταλικής αριστεράς, είναι οικονομολόγος και ιδρυτής του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ερευνών.


ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 14/12/2008

Η ιστορία μιας δύσκολης σχέσης


Του ΜΑΡΤΣΕΛΟ ΝΤΕ ΤΣΕΚΟ


Κυρίαρχα κράτη και αγορές συμβιώνουν εδώ και μερικές χιλιετίες. Τα εθνικά κράτη υπάρχουν, όμως, μόνον εδώ και μερικές εκατοντάδες χρόνια, αν και έχουμε συνηθίσει να τα βλέπουμε σαν μέρος του φυσικού τοπίου. Και τις αγορές, που έχουν τουλάχιστον την ίδια ηλικία με τα κυρίαρχα κράτη, έχουμε ακόμα τη συνήθεια να τις σκεφτόμαστε έγκλειστες μέσα στα σύνορα των εθνικών κρατών, όταν, αντίθετα, ορισμένες από αυτές τείνουν σχεδόν από τη φύση τους να τα υπερβαίνουν, να έχουν διαστάσεις που μερικές φορές συμπίπτουν με ολόκληρο τον κόσμο.

*Οταν στην Ευρώπη επικράτησαν τα εθνικά κράτη, οι μονάρχες προσπάθησαν με κάθε τρόπο να θέσουν τις αγορές στην υπηρεσία της πολιτικής της ισχύος που είχε γίνει η κυριότερη εμμονή τους. Αυτή η δραστηριότητα πήρε το όνομά της από τον Κολμπέρ, τον υπουργό του Λουδοβίκου ΙΔ', που την εφάρμοσε πιο ολοκληρωμένα, με αποτελέσματα που άλλοι θεωρούν εξαιρετικά και άλλοι κατακριτέα ή και μηδαμινά.

*Μια αμυντική και μυπωπική παρέκκλιση του κολμπερτισμού είναι το κλειστό εμπορικό κράτος του γερμανού φιλοσόφου Γιόχαν Φίχτε, που περιορίζει τις αγορές αυστηρά στην εθνική διάσταση, σε έναν στατικό και αιώνιο προστατευτισμό.

*Μοιάζει λίγο με αυτό που θα είχε θελήσει ο Πλάτων, ένας από τους πιο οξυδερκείς αναλυτές των αγορών που ήταν και ανελέητος εχθρός τους. Θαυμαστής της Περσικής αυτοκρατορίας και της σπαρτιατικής πολιτείας, όπου το κράτος ήταν το παν, ο Πλάτων μισούσε το αθεράπευτα εμπορικό πνεύμα των αθηναίων συμπολιτών του και προσπάθησε να το περιορίσει και να το καταστήσει μειονοτικό στην ιδεώδη πολιτεία του, που τη σκέφτηκε να λειτουργεί ως ένα είδος «αντι-Αθήνας».

Αυτή η πολιτεία έπρεπε να απομακρύνει τους εμπόρους σε κατοικίες γύρω από το λιμάνι να τους διαχωρίσει από την πόλη, να τους διατηρεί ξένους, για να αποτρέψει τον κίνδυνο η ηθική τους να διαφθείρει τους υπόλοιπους πολίτες της επικράτειας.

Εφτασε, μάλιστα, ο Πλάτων ώς το σημείο να ρυθμίσει αυτήν που σήμερα αποκαλούμε μικροδομή των αγορών: Επιτηρούμενοι από αυστηρούς κρατικούς λειτουργούς, οι έμποροι όφειλαν να διαπραγματεύονται μεταξύ τους και με τους πελάτες τους με τον λιγότερο θορυβώδη τρόπο, αναγγέλλοντας την τιμή του εμπορεύματος και αφήνοντας τον αγοραστή να την αποδεχθεί ή να την απορρίψει, αλλά χωρίς να επαναπροτείνουν ούτε έκπτωση ούτε αύξηση στην τιμή.

*Διαφορετική ήταν η στάση του σύγχρονού του Ξενοφώντα: Εμποροι και αγορές πρέπει να προσελκύονται μέσα στην πόλη, επειδή είναι αναγκαίοι για την ανάπτυξή της. Το κράτος πρέπει να κατασκευάζει με δικές του δαπάνες καράβια, αποθήκες και καταστήματα και να τα μισθώνει. Χρειάζεται να εκπαιδεύει τους εμπόρους να είναι καλοί πολίτες και να τους υποχρεώνει να υπηρετούν με δικά τους έξοδα στο ιππικό. Ετσι, παρακινεί τη δική τους θέληση για συμμετοχή στα κοινά και μειώνονται οι κρατικές δαπάνες για την άμυνα.

*Σε έναν καιρό από πολλές απόψεις παρόμοιο με τον δικό μας, όπως ο Μεσαίωνας, έμποροι και αγορές συμβιώνουν δύσκολα με το φεουδαλικά κράτη. Σε τόπους όπως η Ιταλία και η Γερμανία εμφανίζονται εμπορικές πόλεις, κυριαρχούμενες από συντεχνίες οι οποίες διεκδικούν μια δική τους κυριαρχία και μιαν αυξανόμενη εξωτερικότητα ως προς τη φεουδαλική δομή.

Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτές οι πολιτείες διεκδικούν και ένα πεδίο δράσης χωρίς σύνορα για τις δικές τους εξαγωγές μεταποιημένων προϊόντων και προσπαθώντας να περιορίσουν τις εισαγωγές ανεπεξέργαστων πρώτων υλών. Οι έμποροι φτάνουν, μάλιστα, να αυτοοργανωθούν σε ένα είδος διεθνούς πολιτείας, προικισμένης με έναν νόμο που δημιούργησαν οι ίδιοι, τη lex mercatoria, μητέρα του εμπορικού δικαίου, που διόλου τυχαία είναι εξαιρετικά προσφιλής στους νεοφιλελεύθερους.

Είναι σκόπιμο να σημειώσουμε επίσης ότι οι εμπορικές συντεχνίες περιορίζουν δραστικά την πρόβαση στα επαγγέλματά τους, ευνοώντας το οικογενειακό κανάλι και υπερασπιζόμενοι τα μονοπώλια της παραγωγικής και εμπορικής δραστηριότητάς τους.

Ετσι, ολόκληρος ο μηχανισμός συντεχνίες-lex mecratoria μπορεί να ιδωθεί και ως μια αμυντική δομή, σκοπός της οποίας είναι η διατήρηση των προνομίων όσων ανήκουν σε αυτόν. Ετσι τον έκρινε ο Ανταμ Σμιθ, ο πατέρας της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας.

*Η έλευση της Βιομηχανικής Επανάστασης, με την κατίσχυση του εργοστασιακού συστήματος, με τη χρήση του ατμού και έπειτα της ηλεκτρικής ενέργειας και των κινητήρων που τροφοδούνται από παράγωγα του πετρελαίου, δίνει μια νέα διάσταση στις σχέσεις μεταξύ κρατών και αγορών.

Τα εργοστάσια είναι μεγάλες συγκεντρώσεις εργατών και μηχανών και πρέπει να λειτουργούν με ηρεμία και συνέχεια. Το εθνικό κράτος υπάρχει ήδη εδώ και τρεις αιώνες. Αυτό όχι μόνον εξασφαλίζει την ομαλή διεξαγωγή των οικονομικών δραστηριοτήτων, διατηρώντας τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, αλλά συχνά υποκινεί άμεσα την εκβιομηχάνιση.

Και αυτό, άλλωστε, αποτελεί μέρος της πολιτικής της ισχύος. Οι σχέσεις ανάμεσα σε κράτη και αγορές γίνονται συμπληρωματικές και περισσότερο από πριν τίθεται το δίλημμα για την ιεραρχία μεταξύ αυτών των θεσμών. Ορισμένοι διανοούμενοι σκέφτονται ότι μπορούν να απαλλαγούν ή από τον ένα ή από τον άλλον: απόλυτος οικονομικός φιλελευθερισμός ή σχεδιασμένη οικονομία.

*Οταν η εκβιομηχάνιση επεκτείνεται σε ολόκληρο τον κόσμο και η παραγωγή, εξαιτίας της πτώσης του κόστους των επικοινωνιών και των μεταφορών, μπορεί να τεμαχιστεί και να παγκοσμιοποιηθεί, ακόμα και μερικοί συνταγματολόγοι αρχίζουν να αντιλαμβάνονται την επίπτωση που έχουν όλα αυτά πάνω στην παραδοσιακή έννοια της κρατικής κυριαρχίας. Υποστηρίζεται ότι η παγκοσμιοποίηση επιβάλλει το εμπορικό κράτος, έκφραση στην οποία το επίθετο κυριαρχεί πάνω στο ουσιαστικό.

Σε υποστήριξη αυτής της θέσης αναφέρονται μεταρρυθμίσεις που μετασχηματίζουν θεσμούς όπως τα δικαιώματα του πολίτη, το κράτος πρόνοιας, το φορολογικό σύστημα, προσαρμόζοντάς τους στη νέα πραγματικότητα της παγκόσμιας παραγωγής.

*Η τωρινή κρίση ξανανακάτεψε τα χαρτιά της τράπουλας, ανέτρεψε τις νέες βεβαιότητες και κατέδειξε πόσο άχρηστες είναι οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν τόσο επώδυνα προκειμένου να δημιουργηθεί το εμπορικό κράτος. Οι νεοφιλελεύθεροι, που μέχρι χθες ήταν μέγα πλήθος, τώρα μετριούνται σε λίγες εκατοντάδες. Οι περισσότεροι έστριψαν, ακολουθώντας τη φορά του ανέμου.

Οι επιχειρηματίες, που ήταν πιο ριζοσπάστες και από τους ίδιους τους οικονομολόγους στον παγκοσμιοποιητικό νεοφιλελευθερισμό τους, τώρα ζητούν κρατικές παρεμβάσεις που θα τους προστατέψουν από τις επιπτώσεις της κρίσης.

Το κράτος, όμως, είναι σαν τη μητέρα: Υπάρχει μόνο μία μητέρα και, όταν την σκοτώνουμε ή όταν επιζεί γερασμένη από τα πολλά πλήγματα που δέχθηκε από τα απάνθρωπα παιδιά της, δεν μπορούμε να καταφεύγουμε πλέον στην αγκαλιά της.


ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 14/12/2008

Τα δύο πρόσωπα της Αμερικής


Του ΠΟΛ ΣΑΜΟΥΕΛΣΟΝ


ΟΦράνκλιν Ντελάνο Ρούζβελτ, με τη βοήθεια μιας επίλεκτης ομάδας συμβούλων αποτελούμενης από σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο επικεφαλής του Ανώτατου Δικαστηρίου Λούις Μπράνταϊς, γνωστός για τις μάχες του εναντίον των μονοπωλίων, ή ο πρόεδρος της National Recovery Administration Χιου Τζόνσον, κατόρθωσε να δημιουργήσει εκείνο που στο τέλος της δεκαετίας του '30 παρουσιαζόταν ως μεικτό σύστημα οικονομίας.


*Το κράτος δεν βρίσκεται έξω από την οικονομία και δεν πρέπει να ελπίζουμε ότι η ελεύθερη αγορά θα λύσει από μόνη της τα δύσκολα προβλήματα.

Ολα αυτά ο Ρούζβελτ τα πραγματοποίησε με μια σειρά μέτρων που θα τα χαρακτηρίζαμε «ανορθόδοξα», ορισμένα από τα οποία ήταν προσωρινά και άλλα μόνιμα. Τα μέτρα αυτά δημιούργησαν όχι μια καθαρά μονεταριστική οικονομία, όπως την είχε προφητέψει ο Χέρμπερτ Χούβερ στην προηγούμενη δεκαετία, με αποτέλεσμα να ρίξει την Αμερική στη Μεγάλη Υφεση, αλλά ένα ισορροπημένο «μείγμα» ελεύθερης αγοράς, αυστηρών κανόνων για τη ρύθμισή της και μιας σειράς κρατικών μέτρων υποστήριξης της οικονομίας.

*Για να αναφέρουμε ορισμένα παραδείγματα, εκείνα τα χρόνια γεννήθηκε η Federal Deposit Insurance Corporation για να εγγυηθεί τις τραπεζικές καταθέσεις, βελτιώθηκε το σύστημα ελέγχων της Ομοσπονδιακής Τράπεζας και καθιερώθηκε ο διαχωρισμός ανάμεσα σε επενδυτικές τράπεζες και εμπορικές τράπεζες για να περιοριστούν οι συγκρούσεις συμφερόντων. Χορηγήθηκαν, επίσης, επιδόματα στους ανέργους και κίνητρα στους νέους. Καθιερώθηκε τέλος, ο εγγυημένος μισθός που δεν ήταν μικρότερος από τα 20 σεντς την ώρα και η εργάσιμη εβδομάδα που δεν ξεπερνούσε τις 45 ώρες.

*Αναθεωρήθηκε και άλλαξε με τρόπο πιο προοδευτικό και δίκαιο το φορολογικό σύστημα. Τέθηκαν μια σειρά φραγμοί για να εμποδίσουν τη δημιουργία μονοπωλίων από τομέα σε τομέα. Και δημιουργήθηκε προσωρινά η Public Works Administration, ένα πρόγραμμα δημόσιων έργων το οποίο μεταξύ των ετών 1933 και 1935 επένδυσε 3,3 δισ. δολάρια για να πραγματοποιήσει 35.000 σχέδια. Με εξαίρεση αυτό το τελευταίο πρόγραμμα, όλα τα άλλα στοιχεία που συγκροτούσαν ένα μεικτό σύστημα παρέμειναν ζωντανά μέχρι τις αρχές του 1980.

*Οποιος νομίζει ότι η αμερικανική οικονομία για όλα τα χρόνια από το 1933 ώς το 1979 ήταν μια οικονομία απόλυτης και ελεύθερης αγοράς λαθεύει εντελώς. Η δύναμη της Αμερικής βρισκόταν ακριβώς σε αυτό το μεικτό σύστημα. Μια δύναμη που της επέτρεψε να βγει από τη Μεγάλη Υφεση και μετά από λίγα χρόνια να μπει σε έναν καταστροφικό πόλεμο, να νικήσει, να βοηθήσει τον κόσμο να απελευθερωθεί από τις δικτατορίες και μάλιστα να χρηματοδοτήσει τα προγράμματα ανασυγκρότησης στις χώρες που είχαν γνωρίσει πείνα και καταστροφές.

Ολα αυτά χωρίς ποτέ να υποστηρίξει την ανωτερότητα της αγοράς ή αντίθετα τον κρατικό παρεμβατισμό, αλλά δημιουργώντας -το επαναλαμβάνω- ένα μεικτό σύστημα, όχι καθαρά καπιταλιστικό, στο οποίο το κράτος είναι κοντά στους πολίτες και η Αμερική είναι κοντά στον υπόλοιπο κόσμο.

*Το 1979, όμως, αρχίζει η εποχή του Ρόναλντ Ρέιγκαν και των οικονομικών συμβούλων του, που ήταν φονταμενταλιστές της ελεύθερης αγοράς. Και αρχίζει μια σειρά φιλελευθεροποιήσεων σε κάθε μέτωπο, αλλάζει το φορολογικό σύστημα για να δοθούν περισσότερα χρήματα στους πλούσιους με την αυταπάτη ότι αυτοί θα χρηματοδοτούσαν την ανάπτυξη και κατεδαφίζεται όλο το σύστημα των εγγυήσεων που είχε θεμελιωθεί προηγούμενα.

Ο πατέρας Μπους επαναλαμβάνει το έργο της κατεδάφισης του «κοινωνικού κράτους» και της παράλληλης φιλελευθεροποίησης της οικονομίας.

*Σε αυτόν οφείλεται, για παράδειγμα, η κατάρριψη των φραγμών μεταξύ των επενδυτικών τραπεζών και των εμπορικών τραπεζών. Μετά την παρένθεση του Μπιλ Κλίντον, η οποία ωστόσο δεν έμεινε αμόλυντη από αυτό το σύνδρομο της απορύθμισης, ο υιός Μπους, ο χειρότερος πρόεδρος των δύο τελευταίων αιώνων, ξαναρχίζει και ολοκληρώνει αυτή την καταστροφή. Με τα αποτελέσματα που όλοι βλέπουμε σήμερα.

Γεγονός είναι ότι ένα αποκλειστικά καπιταλιστικό σύστημα έχει, βέβαια, κάποιο πλεονέκτημα, κυρίως ως κίνητρο για τις επιχειρήσεις, αλλά έχει και μια σειρά βαρύτατα «κατά» που καταδεικνύουν τελικά την αναγκαιότητα να έχουμε ένα σύνολο καθορισμένων και σταθερών κανόνων λειτουργίας.

*Αυτό οι Ρεπουμπλικανοί που βρέθηκαν στην εξουσία από τον καιρό του Ρέιγκαν δεν ήταν ποτέ ικανοί να το κατανοήσουν. Δεν θέλησαν ποτέ να έχουν μια ήρεμη, νηφάλια και ορθολογική θεώρηση της οικονομικής πραγματικότητας στο σύνολό της, με όλες τις αποχρώσεις της και τις φωτοσκιάσεις της.

Πιθανόν δεν έχουν τη διανοητική προετοιμασία που είναι αναγκαία για να κατανοήσουν ένα πράγμα τόσο περίπλοκο όπως η λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών.

*Η Ρώμη δεν οικοδομήθηκε σε μια μέρα και ο Ρούζβελτ χρειάστηκε μερικά χρόνια για να οικοδομήσει πάνω στις στάχτες της Μεγάλης Υφεσης ένα λειτουργικό σύστημα σαν αυτό που περιέγραψα. Εξάλλου και οι Ρεπουμπλικανοί χρειάστηκαν κάμποσα χρόνια για να το καταστρέψουν. Είναι σημαντικό, ωστόσο, να αρχίσουμε αμέσως αυτή την ανοικοδόμηση.


ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 14/12/2008

Κεϊνσιανισμός εναντίον μονεταρισμού



Του ΤΖΟΡΤΖΙΟ ΡΟΥΦΟΛΟ


«Χρειαζόμαστε τον Θεό. Αλλά θα έπρεπε να έρθει ο ίδιος αυτοπροσώπως και όχι να στείλει τον Υιό του, δεν είναι καιρός για παιδιαρίσματα». Μπροστά στη σημερινή οικονομική κρίση, ο Κέινς θα επαναλάμβανε ίσως αυτή την ανίερη ικεσία του. Αυτές τις μέρες το όνομά του το επικαλούνται, όλο και πιο συχνά, μερικές φορές παρακλητικά («Κέινς, ξαναγύρνα, έχουν τρελαθεί», γράφει ένας γάλλος οικονομολόγος). Πώς έγινε αυτό; Επί τουλάχιστον τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του (πέθανε το 1946) η οικονομική θεωρία κυριαρχήθηκε από τη σκέψη του. Οπως όλοι γνωρίζουν, ακόμα και το 1972 ο πρόεδρος Νίξον δήλωνε: «Είμαστε όλοι κεϊνσιανοί». Λίγοι όμως γνωρίζουν ότι αυτή η ίδια φράση διατυπώθηκε έξι χρόνια πριν από τον Μίλτον Φρίντμαν, τον μεγάλο εμπνευστή της σχολής του Σικάγου και του μονεταριστικού οικονομικού φιλελευθερισμού, του κακού δαίμονα του κεϊνσιανισμού.


*Η κεϊνσιανή ηγεμονία διήρκεσε μέχρι τη δεκαετία του 1970. Σε εκείνη την ταραχώδη δεκαετία αυτό που υπήρξε σχεδόν ευαγγέλιο έγινε ανάθεμα, από τη στιγμή που την οικονομία την έπληξε ο στασιμοπληθωρισμός, η ευθύνη για τον οποίο αποδόθηκε στην κεϊνσιανή συνταγή (οφείλω να πω: όχι εντελώς αδικαιολόγητα, αν και δεν ευθύνεται ο Κέινς αλλά οι πιο ενθουσιώδεις οπαδοί του).

*Στην κεϊνσιανή σκέψη αντιτάχθηκε η μονεταριστική. Οι δύο θεωρίες ήταν συμμετρικές. Σύμφωνα με τον Κέινς, η καλή οικονομία, εκείνη της πλήρους απασχόλησης, εξαρτάται από το επίπεδο της ζήτησης.

Για μια σειρά λόγους η ζήτηση, αν αφεθεί στον εαυτό της, μπορεί να παραμένει για μεγάλες περιόδους κάτω από το επίπεδο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη της πλήρους απασχόλησης.

*Σύμφωνα με τους μονεταριστές, η πλήρης απασχόληση εξαρτάται από τις συνθήκες της προσφοράς. Αν οι τιμές των συντελεστών της παραγωγής και κυρίως του κόστους της εργασίας ήταν ελεύθερες να κυμαίνονται από τον άνεμο της αγοράς, χωρίς κυβερνητικές ή συνδικαλιστικές παρεμβάσεις, η οικονομία θα πετύχαινε αυθόρμητα την πλήρη απασχόληση. Σύμφωνα με τον Κέινς, ήταν καθήκον του κράτους να παρεμβαίνει για να καλύψει το κενό της ζήτησης με μακροοικονομικές, νομισματικές και φορολογικές πολιτικές.

*Σύμφωνα με τους μονεταριστές, το κράτος οφείλει να απέχει αυστηρά από κάθε παρέμβαση η οποία θα μεταφραζόταν υποχρεωτικά σε πληθωρισμό χωρίς να αυξάνει, παρά μόνο για πολύ μικρό διάστημα, την απασχόληση. Το κράτος επομένως έπρεπε να περιορίζεται στο να προμηθεύει μια ποσότητα νομισμάτων συμβατή με το ποσοστό του επιθυμητού πληθωρισμού.

Από δω προέρχεται ο όρος μονεταρισμός, που είναι λίγο παράδοξος, καθώς οι μονεταριστές υποστήριζαν ότι το νόμισμα δεν μπορεί να αλλάξει τις πραγματικές σχέσεις ανάμεσα σε ζήτηση και προσφορά.

*Είναι μόνον ένας πέπλος απλωμένος πάνω στην οικονομία. Ο Κέινς ξεκινούσε και αυτός από την ίδια θεωρητική βάση, την ποσοτική θεωρία του νομίσματος, σύμφωνα με την οποία η αξία αυτού που θα δαπανηθεί είναι ίση με την αξία αυτού που θα αποκτηθεί, ένας ισχυρισμός που φαίνεται καθησυχαστικός.

Αλλά έπειτα αυτός εισήγαγε στη θεωρία ένα στοιχείο που την διατάρασσε: τις προσδοκίες. Ενα ψυχολογικό στοιχείο που αλλοίωνε εκείνη την ισορροπία. Ο άνθρωπος, πράγματι δεν είναι ένα αυτόματο που αντιδρά μηχανικά στα ερεθίσματα. Είναι ένα σκεπτόμενο ον που μπορεί να διαταράξει τις εξισώσεις των οικονομολόγων.

*Από τις «αυθαίρετες» προσδοκίες του (παράδειγμα η επιθυμία του να έχει στην άμεση διάθεσή του το νόμισμα αντί να το επενδύει: προτίμηση της ρευστότητας) μπορούν να γεννηθούν μη ισορροπημένες καταστάσεις. Ανήκει τότε στο κράτος το καθήκον να επαναφέρει την ισορροπία, διαχειριζόμενο μέσω του επιτοκίου το νόμισμα, το οποίο επομένως γίνεται όχι ένας πέπλος αλλά ένα εργαλείο οικονομικής πολιτικής. Η σημασία των ψυχολογικών προσδοκιών είναι η πιο μεγάλη θεωρητική συμβολή του Κέινς στην οικονομία.

Αυτή είναι προφανής κυρίως στις χρηματοπιστωτικές αγορές, με τη διαμόρφωση της κερδοσκοπικής φούσκας. Η κερδοσκοπία, η οποία μέσα σε ορισμένα όρια παίζει έναν θετικό ρόλο στις επιλογές των επενδύσεων και στην κάλυψη των κινδύνων, μπορεί εύκολα να βγει εκτός ελέγχου ενεργοποιώντας διαδικασίες συσσώρευσης.

*Ηταν ακριβώς ο Κέινς εκείνος που φώτισε με μια λαμπρή παραβολή -όπως αυτός γνώριζε να το κάνει- τον ανακλαστικό μηχανισμό αυτών των διαδικασιών.

Αν θέλουμε να προβλέψουμε την έκβαση ενός διαγωνισμού ομορφιάς, δεν πρέπει να αναρωτηθούμε ποια είναι η πιο ωραία κοπέλα αλλά ποια θα κρίνει πιο ωραία η επιτροπή που θα αποφασίσει. Με δυο λόγια, η οικονομία αποτελείται από αβεβαιότητα και από στοιχήματα. Οταν όμως αρχίζουμε να στοιχηματίζουμε για όλα, «όταν -έλεγε ο Κέινς- η ανάπτυξη του κεφαλαίου μιας χώρας γίνεται υποπροϊόν των δραστηριοτήτων ενός καζίνου, είναι πιθανό να υπάρχει κάτι που δεν πάει καλά».

*Ο Κέινς υπήρξε ένας μεγάλος οικονομολόγος, ίσως ο μεγαλύτερος του καιρού μας, και, επειδή γνώριζε να τοποθετεί την οικονομία στο ευρύτερο πλαίσιο των αξιών που γι' αυτόν μετρούσαν στη ζωή: ομορφιά, αγάπη, γνώση. Ηταν ένας εκκεντρικός, αλαζόνας και αυθάδης.

«Ο βαρόνος σας -έλεγε ο αμερικανός ανταγωνιστής του Γουάιτ, απευθυνόμενος στους Αγγλους- στάζει άρωμα». Αλλά ήταν -όπως έλεγε ο Μιντ- και ένας γενναιόδωρος και βαθιά καλός άνθρωπος. Το μεγάλο εγκώμιο το είπε γι' αυτόν, όταν πέθανε, ο μεγάλος ανταγωνιστής του, ο Χάγεκ: Μετά από αυτόν, είπε, ο κόσμος θα είναι λιγότερο άξιος για να ζει κανείς σε αυτόν.


ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 14/12/2008

Κυριακή 4 Μαΐου 2008

ΤΙ (ΚΑΙ ΠΟΣΟ) ΚΡΑΤΟΣ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ

Διαρκές -ούτως ή άλλως- το «μπρα ντε φερ» ανάμεσα στο κράτος και την αγορά, εσχάτως διεξάγεται με φόντο τα άπαντα του Τζον Μέιναρντ Κέινς. Φιλελεύθεροι και κρατιστές, υποστηρικτές του κοινωνικού κράτους και θιασώτες των αυτοματισμών της αγοράς, διασταυρώνουν τα ξίφη τους πάνω από τις παρακαταθήκες του μεγαλύτερου ίσως οικονομολόγου του προηγούμενου αιώνα, αναζητώντας απαντήσεις στα διλήμματα που θέτει η πρώτη σοβαρή κρίση της παγκοσμιοποίησης. Τι σημαίνει, όμως, αυτή η παράδοξη επιστροφή του Κέινς στον πλανήτη της πολιτικής; Υποδηλώνει, άραγε, μια τάση παλινόρθωσης του κρατισμού; Υποκρύπτει την ανάγκη ενός μονεταρισμού με… ανθρώπινο πρόσωπο; Ή, μήπως, εκφράζει και τα δύο; «Κληρονόμοι», άλλωστε, του κεϊνσιανισμού δηλώνουν πλέον άπαντες…

Ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, ο οικονομολόγος με τη μεγαλύτερη επιρροή στην άσκηση οικονομικής πολιτικής στον κόσμο, έχει μείνει γνωστός στην ιστορία των αποφθεγμάτων για το «μακροπρόθεσμα, όλοι θα ’χουμε πεθάνει». (Αποστομώνοντας έτσι τους ομότεχνούς του, αλλά και τους πολιτικούς και τους κάθε είδους αναλυτές που –διαψευδόμενοι στην πράξη– σπεύδουν να προβλέψουν ότι «μακροπρόθεσμα» θα δικαιωθούν.)
Ο ίδιος όμως Κέινς έχει πει και το άλλο: «Οταν οι συνθήκες αλλάζουν, αλλάζω κι εγώ την άποψή μου. Εσείς, αγαπητέ, τι κάνετε;». Με αυτήν τη γαλήνιας αυτοπεποίθησης αποστροφή ο Κέινς ουσιαστικά άδειασε προκαταβολικά τους τόσους και τόσους «πιστούς» του, που αναζητούσαν στον κεϊνσιανισμό –όπως άλλοι στη μαρξιστική βουλγκάτα, άλλοι πάλι στο μονεταρισμό ή στο νεοφιλελευθερισμό (που διαφορετικό νόημα έχει στο χωριό του, διαφορετικό έχει προσλάβει στα δικά μας τα χώματα…)– την επανάπαυση σ’ ένα καθησυχαστικό και απόλυτο «πιστεύω».
Γιατί, κατά περίεργη ειρωνεία της ιστορίας των ιδεών, οι απόψεις του πρωτεϊκά μεταβαλλόμενου θεωρητικού του Κέμπριτζ, του μαγευτικού στην επιχειρηματολογία του διανοητή του Bloomsbury Circle, του μακροοικονομολόγου (προ της ώρας του όρου…) που τίποτε δεν χαιρόταν τόσο όσο το να μεγαλώνει στο χρηματιστήριο το endowment του King’s College «του», έφτασαν να λειτουργούν ως ευαγγέλιο μιας πεισματικής οικονομικής ορθοδοξίας.
Και αν στα μεταπολεμικά χρόνια από τον κεϊνσιανισμό προέκυψαν η γενναιοδωρία του κοινωνικού κράτους, η τροπή της οικονομικής πολιτικής στην ανάπτυξη, ο κινητήριος ρόλος της κρατικής παρέμβασης και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων (σε περιόδους ύφεσης, βαθιάς μάλιστα ύφεσης: βολικά λησμονήθηκε αυτό εν συνεχεία), σήμερα ο Κέινς επιχειρείται να «αξιοποιηθεί» για μια παλινόρθωση του κρατισμού. Που τόσο απογοήτευσε, τόσο ηττήθηκε. Μια παλινόρθωση με αφορμή τη –σημαντική, πράγματι– κρίση της χρηματοπιστωτικής φούσκας όπως χτίστηκε γύρω από τα φθηνά στεγαστικά δάνεια, την τιτλοποίηση απαιτήσεων, την ενέργεια και τα τρόφιμα.
Θα άξιζε να μας έλεγε ο Κέινς, ο οποίος επιχειρείται τώρα να στρατολογηθεί ως νέος Μωυσής που κατεβαίνει με χαραγμένες στις πέτρινες πινακίδες τις εντολές, τι πιστεύει για την άκρα κακομεταχείριση του κεϊνσιανισμού. H χειρότερη φάση της κακομεταχείρισης αυτής μάλλον τώρα αρχίζει…Ενώ όλοι σπεύδουν να επικαλεστούν τις εντολές, που είναι, λέει, γραμμένες στις πέτρινες πινακίδες, χωρίς -φυσικά!- να τις διαβάσουν. Γιατί στις εντολές που φέρνει από το Μεσοπόλεμο και τη Μεγάλη Υφεση ο Κέινς-Μωυσής πουθενά δεν λέει ότι η παρέμβαση στην οικονομία προϋποθέτει (ή οδηγεί σε) νομενκλατουρίστικο κρατισμό, ούτε ότι παρέμβαση σημαίνει να φορτώνεται το σύνολο τις ζημιές (μόνο τις ζημιές, δε…) του χρηματοπιστωτικού τομέα ούτε ότι η επιστροφή σε δημοσιονομική χαλαρότητα (μετά την προϊστορία των δεκαετιών του ’70 και του ’80) θα μπορούσε να εξυγιάνει την παγκόσμια οικονομία.
Το κυριότερο: τίποτε από τα παραπάνω δεν αρκεί, δεν επιτρέπεται να νομιμοποιήσει την επανάληψη του ακραία κακέκτυπου μοντέλου που εφαρμόστηκε στη γλυκύτατη χώρα μας εν ονόματι του καημένου του Κέινς. Οπου αντί για κρατισμό, π.χ., είχαμε παρεοκρατία και κομματική διαχείριση: σας θυμίζει κάτι; Οτι αντί για κρατική παρέμβαση είχαμε «δώσ’ τα όλα και βλέπουμε»: μήπως κι αυτό θυμίζει κάτι;

[Του ΑΝΤΩΝΗ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΙΔΗ, Ελεύθερος Τύπος, 4/5/2008]