Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιαλκέτσης Θανάσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιαλκέτσης Θανάσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Νόαμ Τσόμσκι: Τι επικρίνω, τι προτείνω

  • Επτά, Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011
  • ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

Η ΑΚΟΛΟΥΘΗ συνέντευξη του αμερικανού γλωσσολόγου και μαχητικού διανοούμενου Νόαμ Τσόμσκι δόθηκε στον ιταλό ιστορικό Ρομπέρτο Αντονίνι και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Micromega».
-Νόαμ Τσόμσκι, ο άνθρωπος κόντρα στο ρεύμα, η κριτική συνείδηση της υπερδύναμης... Θα μπορούσε ωστόσο να αντιτείνει κανείς ότι εσείς υιοθετείτε μια θέση κατά βάθος εύκολη. Στην πραγματικότητα εσείς, που συχνά ορίζεστε ως αναρχικός ή αντιμπολσεβίκος μαρξιστής ή καρτεσιανός της πολιτικής, ασκείτε κριτική στον καπιταλισμό, αλλά δεν λέτε τίποτα για την κοινωνία στην οποία προσβλέπετε. Ποιο είναι, με άλλα λόγια, το μοντέλο αναφοράς σας; Γιατί δεν το λέτε ποτέ;
«Το λέω σε κάθε άρθρο που γράφω και σε κάθε διάλεξη που δίνω. Οι άνθρωποι που τα λένε αυτά απλώς δεν συμφωνούν με τις απαντήσεις μου και προτιμούν να λένε ότι δεν απαντώ».
-Δοκιμάστε τότε να απαντήσετε σε μας.
«Σύμφωνοι. Για να αρχίσουμε, υπάρχουν βραχυπρόθεσμα ζητήματα, όπως το ζήτημα της υγείας. Υπάρχει μια θαυμάσια λύση, δηλαδή να υιοθετήσουμε ένα δίκαιο σύστημα δημόσιας υγείας. Ας πάρουμε τις στρατιωτικές δαπάνες, που αποτελούν περίπου το μισό του εθνικού ελλείμματος. Οι δαπάνες για την άμυνα των Ηνωμένων Πολιτειών αντιστοιχούν κατά προσέγγιση στο άθροισμα των δαπανών όλων των άλλων χωρών μαζί. Ο σκοπός είναι προφανώς οι ΗΠΑ να κυβερνούν τον κόσμο. Οχτακόσιες στρατιωτικές βάσεις είναι σπαρμένες σε όλο τον πλανήτη. Ε, λοιπόν, υπάρχουν πολύ απλές λύσεις: να περικοπούν ριζικά αυτές οι δαπάνες. Δεν χρειάζεται να κυβερνάμε τον κόσμο. Το πιο μεγάλο και σοβαρότατο πρόβλημα είναι η περιβαλλοντική κρίση που μας απειλεί. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν κάνουν τίποτα. Υπάρχουν περισσότερες αμερικανικές επενδύσεις στην ηλιακή ενέργεια στην Κίνα από όσες στις ΗΠΑ. Ο Ομπάμα δεν έκανε τίποτα σε αυτό το πεδίο. Είναι βέβαιο ότι πρέπει να αντιμετωπίσουμε το συντομότερο αυτό το ζήτημα και υπάρχουν πολύ συγκεκριμένα πράγματα που μπορούν να γίνουν, από την υπεράσπιση του περιβάλλοντος ώς τις επενδύσεις για την ηλιακή ενέργεια».
- Και σχετικά με το μακροπρόθεσμο πλαίσιο αναφοράς;
«Πιστεύω ότι θα έπρεπε να ζούμε όλοι σε μια κοινωνία αληθινά δημοκρατική και ως δημοκρατική κοινωνία εννοώ μια κοινωνία στην οποία όλοι οι θεσμοί υποβάλλονται στον λαϊκό έλεγχο των εργαζομένων και των κοινοτήτων. Σε ό,τι αφορά τους βιομηχανικούς θεσμούς, αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι χρειάζεται να εξαλείψουμε τις συγκεντρώσεις ισχύος».
- Θα παραδεχθείτε, ωστόσο, ότι μια τέτοια κοινωνία δεν υπάρχει πουθενά...

«Και τι θέλετε να πείτε με αυτό; Στον 18ο αιώνα δεν υπήρχαν κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Αυτό σημαίνει μήπως ότι θα έπρεπε να είμαστε αντίθετοι στην κοινοβουλευτική δημοκρατία; Αν ακολουθήσουμε αυτόν τον τρόπο σκέψης, τότε ο τύπος κοινωνίας στον οποίο προσβλέπουμε δεν θα υπάρξει ποτέ. Το ζητούμενο δεν είναι να πούμε: "Θέλω να είμαι όπως εκείνη ή η άλλη κοινωνία που υπάρχει". Χρειάζεται αντίθετα να πούμε: "Θέλω να αλλάξω αυτήν την κοινωνία προς μιαν ορισμένη κατεύθυνση". Η ιδεώδης κοινωνία στην οποία προσβλέπουμε δεν υπάρχει, αλλά αυτό ήταν αληθινό και όταν οι άνθρωποι ήταν εναντίον της δουλείας ή υπέρ των δικαιωμάτων των γυναικών ή υπέρ της εξάλειψης του ρατσισμού. Πάντοτε ήταν έτσι».

Διαφωνείς; Στο περιθώριο!

- Εσείς έχετε κατηγορηθεί και ότι είσαστε ένα διανοούμενος χωρίς ισορροπία στη διαφωνία του. Επικεντρώνετε τις σκληρές και ανελέητες κριτικές σας στις Ηνωμένες Πολιτείες ή στο Ισραήλ και «λησμονάτε» λίγο τις χώρες που στο θέμα της δημοκρατίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων έχουν ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα.

«Αυτή είναι μια θέση πολύ συμβατική, την οποία υιοθετούν στα ολοκληρωτικά καθεστώτα οι υπερασπιστές των εγκλημάτων και των ωμοτήτων. Αν επιστρέψουμε στους καιρούς της παλιάς Σοβιετικής Ενωσης, οι διαφωνούντες υποβάλλονταν διαρκώς σε κριτική επειδή επικεντρώνονταν στη Σοβιετική Ενωση και δεν μιλούσαν για τα αμερικανικά εγκλήματα ή, ας πούμε, τα αφρικανικά. Μια στοιχειώδης ηθική αρχή είναι ότι καθένας από μας είναι υπεύθυνος για τις δικές του δράσεις και τις σχετικές συνέπειες. Αν ήθελα να είμαι διάσημος στους κόλπους της ελίτ ή στην ομάδα των κριτικών για τους οποίους μιλάτε, θα μπορούσα να δίνω διαλέξεις για να καταγγέλλω τις φρικαλεότητες που διαπράττουν στο Ιράν και στην Κούβα. Διαφωνούντες, όπως ο Σολζενίτσιν ή ο Γκριγκορένκο, αν είχαν θελήσει να γίνουν ακόμα πιο δημοφιλείς στη χώρα τους, θα μπορούσαν να περιοριστούν στο να ασκούν κριτική στους εχθρούς αποφεύγοντας την κριτική στη Σοβιετική Ενωση».
- Και σε ό,τι αφορά το Ισραήλ;
«Ο λόγος για τον οποίο μιλώ για το Ισραήλ είναι πολύ απλός: τα ισραηλινά εγκλήματα είναι στην πραγματικότητα αμερικανικά εγκλήματα. Μπορούμε να αντιδρούμε πολύ για τα εγκλήματα στα οποία συμμετέχουμε. Κάθε έντιμη και αξιοπρεπής ανθρώπινη επικεντρώνεται στις περιοχές όπου οι ενέργειές της μπορούν να έχουν μιαν επίπτωση. Δεν ασχολούμαι, βέβαια, με το να ασκώ κριτική στις ενέργειες του Τζένγκις Χαν».
- Αυτό όμως δεν αναιρεί το ότι κάθε τόσο θα μπορούσατε να ασκείτε κριτική στις παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων σε χώρες απέναντι στις οποίες υιοθετείτε μια κριτική στάση, όπως για παράδειγμα στην Κούβα.
«Το κάνω πάντοτε, αλλά όχι με τον τρόπο με τον οποίο θα ήθελαν οι κριτικοί σας. Εκείνο που θα ήθελαν εκείνοι που με κακολογούν είναι από το ύψος μιας εξέδρας να άρχιζα να βρίζω την Κούβα. Αυτό θα ήταν μεγάλη υποστήριξη στα αμερικανικά εγκλήματα που διαπράχθηκαν στην Κούβα και ενεργώντας έτσι ίσως να κέρδιζα και βραβεία. Αντίθετα, αυτό που κάνω εγώ είανι να πηγαίνω στην Κούβα και να μιλώ για την παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων στην κουβανική τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, στις δημόσιες συναντήσεις στο κέντρο της Αβάνας, που οργανώνονται από τον Ρικάρντο Αλαρκόν, τον πρόεδρο του κουβανικού Κοινοβουλίου.
»Αυτοί είναι οι τόποι όπου χρειάζεται να μιλώ για την παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων στην Κούβα, αλλά φυσικά δεν πήρα καμιάν ανταμοιβή γι' αυτό».
- Μπορούμε να σας θεωρήσουμε, χωρίς να κινδυνεύουμε να διαψευστούμε, ως τον πιο γνωστό και με τη μεγαλύτερη επιρροή διανοούμενο στον κόσμο. Κι ωστόσο, δεν είστε πολύ παρών στα αμερικανικά μέσα μαζικής ενημέρωσης. Γιατί, κατά τη γνώμη σας;
«Αν μου επιτρεπόταν να εκφράζομαι στον παραδοσιακό αμερικανικό τύπο, θα συμπέραινα ότι έχω διαπράξει κάποιο λάθος. Για ποιο λόγο θα έπρεπε να θέλουν να ακούσουν τις κριτικές στις ιδεολογίες τους, στο ρόλο τους και στην εξουσία τους; Ολοι οι διαφωνούντες, σε οποιαδήποτε κοινωνία, περιθωριοποιούνται. Παντού και πάντοτε οι περισσότεροι διανοούμενοι υπηρετούσαν την εξουσία. Αλλά παντού υπάρχει και μια μικρή ομάδα διαφωνούντων η οποία πρέπει να περιθωριοποιηθεί. Ποιος υποχρεώθηκε να πιει το κώνειο στην αρχαία Ελλάδα; Αυτός που διέφθειρε τους νέους μαθαίνοντάς τους να σκέφτονται κριτικά. Υπάρχουν διαφωνούντες διανοούμενοι ακόμα και στη Βίβλο: οι προφήτες. Και τι πάθανε αυτοί; Φυλακίστηκαν, υποχρεώθηκαν να πάνε στην έρημο κ.ο.κ.
»Από τότε μέχρι τις μέρες μας δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα, είναι λίγο ώς πολύ η ίδια ιστορία, ανάλογα φυσικά με τον τύπο κοινωνίας στην οποία ζει κανείς. Στην Τσεχοσλοβακία, ο Βάτσλαβ Χάβελ φυλακίστηκε. Τους "διαφωνούντες" στο Ελ Σαλβαδόρ η αμερικανική ελίτ των αποφοίτων της στρατιωτικής σχολής τούς έκανε να τινάζουν τα μυαλά τους στον αέρα. Ο Χάβελ είναι πολύ γνωστός στις Ηνωμένες Πολιτείες, επειδή ήταν ένας διαφωνών σε ένα εχθρικό κράτος. Τους ιησουίτες του Ελ Σαλβαδόρ δεν έχουμε ακούσει να τους κατονομάζει σχεδόν κανείς, επειδή δολοφονήθηκαν απάνθρωπα από τους ηγέτες του ελεύθερου κόσμου και γι' αυτό δεν μάθαμε τίποτα. Αυτά είναι σχήματα που αναπαράγονται σε κάθε κοινωνία. Η δική μας είναι μια ουσιαστικά ελεύθερη κοινωνία και γι' αυτό δεν τινάζουν τα μυαλά των διαφωνούντων της στον αέρα, δεν τους βάζουν στη φυλακή, αλλά τους περιθωριοποιούν».

Ταχθείτε σε ιδέες, όχι σε άτομα


- Σε ένα πράγμα εσείς είστε σίγουρα πολύ Αμερικανός: στη μέχρις εσχάτων υπεράσπιση της αρχής της ελευθερίας της έκφρασης και του λόγου. Σε τέτοιο σημείο ώστε να υπερασπιστείτε, με μια τοποθέτηση που σας δημιούργησε πολλούς εχθρούς στην ευρωπαϊκή και εβραϊκή διανόηση, το δικαίωμα του ιστορικού Ρομπέρ Φορισόν να εκφράζεται δημόσια αρνούμενος την ύπαρξη των θαλάμων αερίων.


«Σύμφωνα με τη σταλινική και με τη ναζιστική θεωρία, είναι το κράτος, το "ιερό" κράτος, αυτό που έχει την εξουσία να καθορίζει την ιστορική αλήθεια και να τιμωρεί όλους εκείνους που παρεκκλίνουν. Δεν συμφωνώ. Θεωρώ ότι ο Φορισόν θα έπρεπε απλώς να αντιμετωπιστεί όπως θα τον αντιμετώπιζαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εδώ υπάρχουν πρόσωπα πολύ πιο σημαντικά από τον Φορισόν, καθηγητές στα πιο μεγάλα πανεπιστήμια της χώρας, που δημοσίευσαν βιβλία υποστηρίζοντας ότι το Ολοκαύτωμα δεν υπήρξε ποτέ. Κανείς δεν άκουσε να γίνεται λόγος γι' αυτούς, επειδή κανείς δεν τους παίρνει στα σοβαρά. Αν είχαμε εδώ στην Αμερική διανοούμενους σαν τους Γάλλους, θα γέμιζαν σελίδες ολόκληρες σε όλες τις μεγάλες εφημερίδες, όπως οι "New York Times", για να τους καταγγέλλουν. Θα μιλούσαν γι' αυτούς στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο κάνοντάς τους διάσημους. Ισως και να κατόρθωναν να περάσουν ένα νόμο για να δώσουν στο κράτος το δικαίωμα να λέει ποια είναι η αλήθεια. Οχι, εγώ αντιτίθεμαι σε αυτό (...)».

-Εσείς υπήρξατε και είστε ένας από τους κορυφαίους γλωσσολόγους. Πατέρας της γενετικής γραμματικής, που αποτελεί σημείο αναφοράς όλων των γλωσσολογικών αναλύσεων. Εσείς είστε, όπως υπενθυμίσαμε, ίσως ο πιο γνωστός διανοούμενος και με τη μεγαλύτερη επιρροή στο πεδίο της κοινωνικής κριτικής. Στο επίπεδο της μεθοδολογίας, του τρόπου εργασίας, υπάρχουν ομοιότητες ανάμεσα στα δύο πεδία, τη γλωσσολογική ανάλυση και την πολιτική ανάλυση;

«Είναι όμοιες μόνον στο μέτρο που και οι δύο θα πρέπει να είναι ορθολογικές, και οι δύο θα πρέπει να βασίζονται στα γεγονότα, και οι δύο θα πρέπει να αντλούν λογικά συμπεράσματα με αφετηρία ορισμένες προκείμενες, και οι δύο θα πρέπει να είναι έντιμες, και οι δύο δεν θα πρέπει να υποκρίνονται. Υπάρχει ένα είδος μακρινού δεσμού, αλλά πολύ μακρινού. Η καρτεσιανή θεωρία απλώνει τις ρίζες της στην έννοια της ανθρώπινης ελευθερίας, η οποία αναπτύχθηκε αργότερα, στη διάρκεια του Διαφωτισμού, από τον Ρουσό, τον Χούμπολντ και άλλους, ελευθερία που είναι αναπόσπαστο μέρος της φύσης της γλώσσας. Σύμφωνα με τον Καρτέσιο, το κεντρικό στοιχείο της γλώσσας είναι η ικανότητά της να δημιουργεί ελεύθερα νέες εκφράσεις, ικανές να μεταδίδουν νέες ιδέες χωρίς όρια, να είναι ελεύθερη από εξωτερικούς ελέγχους. Είναι σίγουρα δημιουργικές όψεις της ανθρώπινης σκέψης και της γλώσσας. Ισως η κύρια ιδιαιτερότητά τους. Ο Διαφωτισμός προσπάθησε να δημιουργήσει ένα δεσμό μεταξύ της γλώσσας και του ενστίκτου ελευθερίας και άντλησε από αυτόν το δεσμό το συμπέρασμα ότι μια κοινωνική και πολιτική δομή που καταπιέζει αυτό το ένστικτο δεν μπορεί να είναι νόμιμη. Αυτή η έννοια επανεμφανίζεται στον κλασικό φιλελευθερισμό, στον Ανταμ Σμιθ, για παράδειγμα, ή στον Βίλχελμ φον Χούμπολντ, αλλά είναι ένας αδύναμος δεσμός και δεν θα επέμενα πάρα πολύ σε αυτό».
-Στη φιλοσοφική σας τοποθέτηση αναφέρεστε συχνά στον Χούμπολντ, στον Καρτέσιο, σε ορισμένους αναρχικούς, ακόμα και στον Ανταμ Σμιθ. Ποια είναι η σχέση σας με τον Καρλ Μαρξ;

«Τα πρώτα χειρόγραφα του Καρλ Μαρξ προέρχονται άμεσα από αυτήν την παράδοση, από τον ρομαντικό Διαφωτισμό, στην πραγματικότητα σχεδόν κατά γράμμα. Από εκεί προέρχεται και η έννοια της αλλοτρίωσης. Στα μεταγενέστερα γραπτά, ο Μαρξ έκανε μια πολύ οξυδερκή κριτική ανάλυση των θεμελιωδών συστατικών στοιχείων του καπιταλιστικού συστήματος και των ιστορικών αλλαγών. Υπάρχουν πολλά που μπορούμε να μάθουμε από αυτόν. Το αν μπορούμε να εφαρμόσουμε το μαρξισμό στη σύγχρονη κοινωνία είναι συζητήσιμο, αλλά σίγουρα η διανοητική συνεισφορά του Μαρξ έχει μεγάλη σημασία. Δεν θα όριζα τον εαυτό μου μαρξιστή ούτε καρτεσιανό ούτε κάτι άλλο. Δεν πρέπει να λατρεύουμε τα άτομα, αλλά να ενδιαφερόμαστε για τις ιδέες».

Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Να καεί η Βουλή;

  • Αυτή τη φορά το σύνθημα το φώναζαν χιλιάδες διαδηλωτές και όχι μόνον κάποιες περιθωριακές ομάδες: «Να καεί, να καεί, το μπουρδέλο η Βουλή!» Η οικονομική χρεοκοπία συμπαρασύρει στην πτώση το κύρος και τη νομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος. 
  • Είναι αλήθεια ότι, στους καιρούς μας και σε όλη την αναπτυγμένη Δύση, η φιλελεύθερη δημοκρατία προσλαμβάνει όλο και πιο έντονα ολιγαρχικά χαρακτηριστικά. Μπροστά σε αυτή τη σοβαρή κρίση των αντιπροσωπευτικών θεσμών, ορισμένοι σχολιαστές μεταφράζουν το αίτημα για περισσότερη δημοκρατία σε ριζική κριτική της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και σε διεκδίκηση πολιτικής ανατροπής και αντικατάστασής της από την άμεση δημοκρατία. 
  • Το αξίωμα πάνω στο οποίο στηρίζεται συνήθως η κριτική της αντιπροσώπευσης είναι ο παλιός ρουσοϊκός ισχυρισμός ότι μόνον η άμεση δημοκρατία είναι αληθινή δημοκρατία, ενώ η αντιπροσώπευση προδίδει το δημοκρατικό ιδεώδες ή, στην καλύτερη περίπτωση, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα σύστημα διαμόρφωσης και εναλλαγής των ελίτ με εκλογικές διαδικασίες. Ενα σύστημα δηλαδή που δεν μπορεί να θεωρηθεί δημοκρατικό, επειδή οι πολίτες απαρνούνται την κυριαρχία τους, επιλέγοντας μόνον τους αντιπροσώπους που θα δρουν και θα αποφασίζουν για λογαριασμό τους. Ενα σύστημα το οποίο, ακόμα και αν έχει ένα δημοκρατικό θεμέλιο (η ψήφος είναι δικαίωμα που αποδίδεται σε ίσο βαθμό σε όλους τους πολίτες), καταλήγει να έχει ολιγαρχικά αποτελέσματα, αφού συγκεντρώνει την εξουσία σε ένα ολιγάριθμό σώμα αντιπροσώπων. 
  • Την ιδέα ότι η αντιπροσώπευση είναι μεν μια αναγκαία επινόηση, αλλά δεν είναι ένας γνήσια δημοκρατικός θεσμός, την συμμερίζονταν όχι μόνον οι θιασώτες της άμεσης δημοκρατίας, αλλά και οι θεωρητικοί των ελίτ, από τον Μόσκα και τον Παρέτο ώς τον Μίχελς και τον Σουμπέτερ. 
  • Αν υιοθετήσουμε αυτή την αρνητική και μειωτική θεώρηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, τότε είναι προφανές ότι ελάχιστα περιθώρια μεταρρύθμισης και βελτίωσης των αντιπροσωπευτικών θεσμών υπάρχουν. Η ιστορική εμπειρία επιβεβαιώνει όμως ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν είναι μόνον καταμέτρηση των ψήφων για την ανάδειξη μιας πλειοψηφίας. Επιβεβαιώνει επίσης ότι η πολιτική δράση του πολίτη μπορεί να είναι πολύ πιο σύνθετη και πλούσια από τη συμμετοχή του σε μια ψηφοφορία κάθε τέσσερα χρόνια.
  • Η δημοκρατική αντιπροσώπευση δεν καθιστά υποχρεωτικά «παθητικό» τον πολίτη, αλλά μπορεί υπό προϋποθέσεις να υποκινεί διάφορες μορφές ενεργητικής συμμετοχής στην πολιτική. 
  • Η σημερινή κρίση και η ολιγαρχική εκτροπή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας δεν είναι άσχετες με την κρίση ή την εξαφάνιση των μαζικών ιδεολογικών κομμάτων, τα οποία στο παρελθόν είχαν παίξει κομβικό ρόλο στη σύνδεση των πολιτικών με τους θεσμούς, οργανώνοντας την πολιτική σύγκρουση ή συναίνεση και ελέγχοντας τους εκλεγμένους αντιπροσώπους. Χάρη σε αυτά τα κόμματα, ο «κυρίαρχος λαός» μπορούσε να διατηρεί ενεργή την έμμεση επιρροή του στους θεσμούς. Οταν χάνονται τα μαζικά ιδεολογικά κόμματα ή όταν μετατρέπονται σε εκλογικές μηχανές, που δεν βασίζονται πάνω σε ιδέες και προγράμματα, αλλά κινητοποιούνταν γύρω από έναν ηγέτη ή, ακόμα χειρότερα, μπαίνουν στην υπηρεσία οργανωμένων οικονομικών συμφερόντων, η δημοκρατία παύει να είναι αντιπροσωπευτική. 
  • Χρειάζεται επομένως να κατανοήσουμε ότι η ψυχή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αυτό που ζωογονεί τους θεσμούς της, είναι η κοινωνική, πολιτική και ιδεολογική σύγκρουση, οι μαζικές πολιτικές οργανώσεις, η ζύμωση των ιδεών και ο πολιτικός ανταγωνισμός που αυτές τροφοδοτούν. Η ψήφος δεν είναι η μοναδική στιγμή της δημοκρατικής απόφασης. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν χαρακτηρίζεται μόνον από την εκλογική διαδικασία, αλλά και από τη διαρκή επεξεργασία ιδεών, προτάσεων, ιδεολογιών, προγραμμάτων, που προετοιμάζουν, προσανατολίζουν και δικαιολογούν τις συλλογικές αποφάσεις ή ακόμα και την επιλογή της ψήφου. Η κινητοποίηση κοινωνικών κινημάτων διαμαρτυρίας και διεκδίκησης, η διαμόρφωση ομάδων πίεσης, οι διαδηλώσεις, οι απεργιακοί αγώνες των εργαζομένων, οι ποικίλες δράσεις που αναπτύσσουν οι οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών είναι εκδηλώσεις που ενισχύουν και εμπλουτίζουν τη δημοκρατική ζωή της πολιτείας. Διευρύνεται έτσι το νόημα και το περιεχόμενο της δημοκρατικής νομιμοποίησης, προκειμένου να συμπεριλάβει τις τυπικές ή άτυπες δραστηριότητες μέσα από τις οποίες οι πολίτες συμμετέχουν στην πολιτική πριν και μετά τις εκλογές. Η «φωνή του λαού» δεν ακούγεται μόνον από τις δημοσκοπήσεις ούτε μόνον όταν οι ψηφοφόροι φτάνουν μπροστά στις κάλπες. Με αφετηρία τον 18ο αιώνα, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία επινόησε και προώθησε πολλές δυνατότητες ενεργητικής συμμετοχής στην πολιτική, που δεν υπήρχαν προηγούμενα. Αυτές οι νέες δυνατότητες γεννήθηκαν όχι απλώς επειδή η σύγχρονη κοινωνία στηρίζεται στον καταμερισμό της εργασίας και στον διαχωρισμό ανάμεσα σε κοινωνικό και πολιτικό, αλλά και επειδή το πολιτικό σύστημα έγινε αντιπροσωπευτικό. Η ιστορική εμπειρία διαψεύδει επομένως την ιδέα ότι η αντιπροσώπευση δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί και να βελτιωθεί, επειδή από τη φύση της δεν είναι δημοκρατική. Είδαμε ότι η δημοκρατική πολιτική δεν είναι μόνον ανάθεση ή δεσμευτική εντολή, δεν είναι μόνον εκλογή ορισμένων αντιπροσώπων. Εξάλλου, ακόμα και οι εκλογικές αναμετρήσεις δεν είναι μόνον μια τεχνική για την επίλυση της σύγκρουσης για την εξουσία. Οι εκλογές έχουν τη δύναμη να εκτονώνουν τα πάθη, την οργή, τις εχθρότητες, και έτσι επιτρέπουν στην κοινωνία να αλλάζει την πολιτική ηγεσία χωρίς να προσφεύγει στη βία. 
  • Χρειάζεται επομένως να βλέπουμε στην αντιπροσώπευση έναν δημοκρατικό θεσμό και όχι μια «προδοσία» ή μιαν αναδίπλωση σε σχέση με ένα ανώτερο πρότυπο, που υποτίθεται ότι είναι η άμεση δημοκρατία. Αν δεν έχουμε συνείδηση του πόσο «πλούσια» μπορεί να είναι ή να γίνει η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, δεν μπορούμε να βρούμε λύσεις για να διορθώσουμε τη σημερινή ολιγαρχική της εκτροπή. *

Κυριακή 31 Μαΐου 2009

Διάλογοι για την Ευρώπη

  • Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 31 Μαΐου 2009

  • Η συζήτηση η οποία διεξάγεται στη χώρα μας για τις ευρωεκλογές της 7ης Ιουνίου αναφέρεται κυρίως στη σύνθεση των ψηφοδελτίων και στα πρόσωπα των υποψηφίων ή στις προβλέψεις για το αποτέλεσμα και τις μεταβολές στη δύναμη των κομμάτων.

Τα μεγάλα θέματα της Ευρώπης και τα κρίσιμα προβλήματα της διαδικασίας ενοποίησης απουσιάζουν από το δημόσιο διάλογο και τις αντιπαραθέσεις των πολιτικών δυνάμεων. Η υπόθεση της Ευρωπαϊκής Ενωσης μοιάζει μακρινή, περίπλοκη και αφηρημένη και σπάνια συγκεντρώνει το ενδιαφέρον των πολιτών. Παραμένει, ωστόσο, το γεγονός ότι οι περισσότερες από τις αποφάσεις που καθορίζουν την καθημερινή ζωή παίρνονται ήδη στο ευρωπαϊκό και όχι στο εθνικό επίπεδο. Τα τελευταία χρόνια, βέβαια, η νεοφιλελεύθερη αποδόμηση του κοινωνικού κράτους και της αλληλεγγύης εμφανίστηκε συχνά ως επίσημη ευρωπαϊκή πολιτική, προκαλώντας όχι μόνον σοβαρά ελλείμματα ρυθμιστικής ικανότητας αλλά και έναν ισχυρό ευρωσκεπτικισμό. Καθώς, όμως, στις σύγχρονες συνθήκες της παγκοσμιοποίησης, το εθνικό κράτος δεν μπορεί να ανακτήσει την παλιά του ισχύ, η ιδέα μιας πολιτικής ικανής να ελέγξει τις αγορές, να τιθασεύσει τον άγριο καπιταλισμό και να οδηγήσει στην έξοδο από την κρίση, βρίσκει στην Ευρώπη το προνομιακό πεδίο εφαρμογής της.

Τα μεγάλα θέματα της Ευρώπης και τις προοπτικές της ευρωπαϊκής ενοποίησης προσεγγίζουν με τις αναλύσεις τους τρεις γνωστοί ευρωπαίοι στοχαστές:

*Ο Ετιέν Μπαλιμπάρ είναι καθηγητής Πολιτικής και Ηθικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ στο Παρίσι.

*Ο Κλάους Οφε ήταν για πολλά χρόνια καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Χούμπολντ του Βερολίνου, ενώ από το 2006 διδάσκει στο Hertie School of Governance στην ίδια πόλη.

*Ο Ούλριχ Μπεκ είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Ludwig Maximilian του Μονάχου και στο London School of Economics.

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2008

ΔΙΑΛΟΓΟΙ για τις σχέσεις κράτους και αγοράς


Η παγκόσμια οικονομική κρίση σαρώνει όλα τα δόγματα του νεοφιλελεύθερου φονταμενταλισμού με πρώτο ανάμεσά τους το δόγμα της αυτορύθμισης της ελεύθερης αγοράς. Σηματοδοτεί ταυτόχρονα μιαν επιστροφή του κράτους στο πεδίο της οικονομίας. Βλέπουμε, έτσι, τις περισσότερες κυβερνήσεις να υιοθετούν διάφορες μορφές κρατικής παρέμβασης, αναθέτοντας στο κράτος την ευθύνη για την αποκατάσταση μιας πιο αποτελεσματικής λειτουργίας του οικονομικού συστήματος. Καθώς, μάλιστα, η σημερινή κρίση συγκρίνεται εύλογα με εκείνη του 1929, όλοι υποχρεώνονται να θυμηθούν το μάθημα της ιστορίας: ο κόσμος βγήκε από την ταραχή της δεκαετίας του '30 με κεϊνσιανές στρατηγικές που προσανατόλιζαν την κρατική παρέμβαση όχι μόνο στον περιορισμένο ρόλο της θέσπισης «κανόνων», αλλά και σε θετικά προγράμματα δημόσιας δράσης, δημόσιων επενδύσεων στα συλλογικά αγαθά, οικοδόμησης του κράτους πρόνοιας, τόνωσης της ενεργού ζήτησης κ.ά.

Στις σχέσεις κράτους και αγοράς αναφέρονται με τις αναλύσεις τους τρεις γνωστοί μελετητές:

*Ο Πολ Σάμουελσον είναι ένας από τους κορυφαίους αμερικανούς οικονομολόγους. Εχει διδάξει στο Massachusetts Institute of Technology και σε άλλα πανεπιστήμια και έχει τιμηθεί με το Νόμπελ Οικονομίας το 1970.

*Ο Μαρτσέλο Ντε Τσέκο είναι καθηγητής της Οικονομικής Ιστορίας στην Scuola Normale Superiore της Πίζας.

*Ο Τζόρτζιο Ρούφολο, ιστορικό στέλεχος της ιταλικής αριστεράς, είναι οικονομολόγος και ιδρυτής του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ερευνών.


ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 14/12/2008

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2008

ΔΙΑΛΟΓΟΙ Για την οικονομική κρίση


ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗΣ

Η οικονομική κρίση που ξέσπασε στην Αμερική είναι ο δραματικός επίλογος ενός ιστορικού κύκλου που σημαδεύτηκε από την ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού.

Ο κόσμος γνώρισε και άλλες μεγάλες οικονομικές κρίσεις στη διάρκεια αυτής της περιόδου (μεξικανική κρίση το 1994, ασιατική το 1997, ρωσική το 1998, λατινοαμερικανική το 1999 κ.ά.). Γι' αυτή την ακραία αστάθεια της παγκόσμιας οικονομίας δεν είναι άμοιρη ευθυνών η «νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση», που προωθούν με ιεραποστολικό ζήλο οι Ηνωμένες Πολιτείες και διεθνείς θεσμοί όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα κ.ά. Ενώ όμως οι προηγούμενες κρίσεις ξεσπούσαν κυρίως στην περιφέρεια του διεθνούς οικονομικού συστήματος, η παρούσα κρίση εκδηλώθηκε στο μητροπολιτικό του κέντρο. Ολα αυτά τα χρόνια, οι βάρδοι του νεοφιλελευθερισμού υπερέβαλλαν σε εγκώμια κι επαίνους για τις επιδόσεις της αμερικανικής οικονομίας και υποστήριζαν ότι οι οικονομικές κρίσεις μπορούσαν να πλήξουν μόνον τα «εξωτικά» εκείνα μέρη όπου δεν λειτουργούσαν σωστά οι κανόνες του ανταγωνισμού και δεν υπήρχαν ανεξάρτητες αρχές ελέγχου. Η σημερινή κρίση αντίθετα αποκαλύπτει σε όλους ότι η αμερικανική οικονομία στηρίζεται σε ένα βουνό από εξωτερικά χρέη και σε ένα εσωτερικό κερδοσκοπικό όργιο, που ευνοήθηκε από τη νεοφιλελεύθερη απορύθμιση των αγορών του χρήματος και την τυφλή πίστη στην ικανότητα της αγοράς για αυτορύθμιση.

Τις αιτίες και τις συνέπειες της παρούσας οικονομικής κρίσης φωτίζουν με τις αναλύσεις τους τρεις ιταλοί μελετητές:

*Ο Φρεντερίκο Ραμπίνι είναι δημοσιογράφος, συντάκτης της εφημερίδας «La Repubblica» και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ.

*Ο Βιτόριο Τσουκόνι είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος, ανταποκριτής της εφημερίδας «La Repubblica» στη Νέα Υόρκη.

*Ο Τζόρτζιο Ρούφολο, ιστορικό στέλεχος της ιταλικής αριστεράς, είναι οικονομολόγος και ιδρυτής του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ερευνών.


ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 12/10/2008