Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπεκ Ούλριχ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπεκ Ούλριχ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Ούλριχ Μπεκ: Χρειαζόμαστε έναν υπερεθνικό πατριωτισμό


  • Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Μονάχου
Ούλριχ Μπεκ: Χρειαζόμαστε έναν υπερεθνικό πατριωτισμό



 
Οι ευρωεκλογές, που θα γίνουν τον ερχόμενο Μάιο υπό την αιγίδα της ελληνικής προεδρίας, θα παίξουν καθοριστικό ρόλο για την περαιτέρω τύχη της Ευρωπαϊκής Ενωσης Από την έκβασή τους, σύμφωνα με τον διάσημο γερμανό κοινωνιολόγο Ούλριχ Μπεκ, θα εξαρτηθεί το κατά πόσο θα περιοριστεί ο ηγεμονικός ρόλος της Γερμανίας στην Ευρώπη, καθώς και η τρομακτική ζημιά που προκαλεί η πολιτική της λιτότητας σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Οι οιωνοί για στροφή προς μια κοινωνικότερη Ευρώπη, υποστηρίζει, είναι καλοί  - ιδίως μετά την πρόσφατη είσοδο των Σοσιαλδημοκρατών στη γερμανική κυβέρνηση. Κακοί, αντίθετα, όπως προκύπτει από την παρακάτω συνέντευξη, είναι οι οιωνοί για την Ελλάδα, η οποία απειλείται με τη μόνιμη ανάμειξη της τρόικας στις εσωτερικές της υποθέσεις.

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

Ευρωκρίση: Η επιστροφή των μανιφέστων


Μπαλή Κάκη
Η ΑΥΓΗ: 19/08/2012
Για τους νεότερους στην Ευρώπη η έννοια του μανιφέστου ήταν μέχρι πολύ πρόσφατα άγνωστη. Εδώ και μερικές δεκαετίες, οι διανοούμενοι της εποχής μας απέφευγαν να απευθυνθούν μαχητικά στους λαούς με δημόσιες παρεμβάσεις τύπου Ζαν Πωλ Σαρτρ ή Χάινριχ Μπελ, ενδεχομένως επειδή εξέλειπαν αυτού του βεληνεκούς οι προσωπικότητες ή διότι η συλλογή υπογραφών κάτω από μία πρόταση ή μια επιστολή διαμαρτυρίας ξέφτισε με τα χρόνια. Το τελευταίο διάστημα, όμως, με την κρίση στην Ευρώπη να βαθαίνει και την αγωνία του αδιέξοδου να κορυφώνεται, η... μόδα του μανιφέστου επιστρέφει.
Η πρόταση των Χάμπερμας - Μπόφινγκερ - Ρίμελιν είναι για τα εκλογικά δεδομένα στη Γερμανία πολύ τολμηρή, αφού τάσσεται ξεκάθαρα υπέρ της «κοινοτικοποίησης» του δημοσίου χρέους στην Ευρωζώνη, κάτι με το οποίο συμφωνεί μεν ο Γκάμπριελ κι ένα μεγάλο μέρος του SPD και των Γερμανών Πράσινων, όμως δύσκολα θα πειστούν για κάτι τέτοιο οι ψηφοφόροι.
Την αρχή έκανε ένα ασύμμετρο τρίο, ο πράσινος Ντάνιελ Κον Μπέντιτ, ο κοινωνιολόγος Ούλριχ Μπεκ και ο φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας, που κάλεσαν σε μια «Νέα ίδρυση της Ευρώπης από τα κάτω». Ήταν ένα μανιφέστο παλιού τύπου, το οποίο λίγο πολύ αποτέλεσε και την εξαίρεση στη νέα μόδα. Τα περισσότερα που ακολούθησαν δεν συντάχθηκαν από συγγραφείς, κοινωνιολόγους, γενικότερα από διανοούμενους, αλλά από οικονομολόγους. Και δεν απευθύνονταν στους λαούς, αλλά πρωτίστως στο σινάφι τους και στα μέλη της πολιτικής ελίτ που διατηρούν ακόμη τη συνήθεια να διαβάζουν.
Το πιο εντυπωσιακό το συνέταξαν ο νομπελίστας Πωλ Κρούγκμαν και ο Βρετανός οικονομολόγος Ρίτσαρντ Λάιαρντ και το ονόμασαν «το μανιφέστο της οικονομικής λογικής». Σ’ αυτό διατύπωσαν μια σειρά επιχειρημάτων ενάντια στην υστερία της λιτότητας και κάλεσαν τις κυβερνήσεις να μην κάνουν ακόμη χειρότερη την κατάσταση με τις συνεχείς περικοπές εν μέσω ύφεσης. Πάνω από δέκα χιλιάδες οικονομολόγοι υπέγραψαν το μανιφέστο, οι κυβερνήσεις δεν αντέδρασαν.
Στη Γερμανία, πάλι, η πρωτοβουλία των Κρούγκμαν κ.ά., προκάλεσε ένα... αντιμανιφέστο. Ο συντηρητικός διευθυντής του οικονομικού ινστιτούτου Ifo του Μονάχου, Χανς Βέρνερ Ζιν, μαζί με άλλους 170 κυρίως νεοφιλελεύθερους οικονομολόγους έσπευσε με ανοιχτή επιστολή του να καταγγείλει την Άνγκελα Μέρκελ ότι υποχωρεί στις απαιτήσεις των «χρεωκοπημένων χωρών», γεγονός που πρέπει να το φρενάρουν οι «συνετές χώρες».

Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

Ούλριχ Μπεκ: Η Ελλάδα πέτυχε να μπει στον επόμενο... γύρο του ευρώ

Ο διάσημος γερμανός κοινωνιολόγος επικρίνει την πολιτική της Μέρκελ και εκτιμά ότι η ήπειρος οδηγείται προς την κατεύθυνση μιας γερμανικής Ευρώπης


«Η Ευρώπη μοιάζει με τον Τιτανικό, ο οποίος έχει υποστεί ισχυρό ρήγμα στο κύτος του» υπογραμμίζει ο γερμανός κοινωνιολόγος Ούλριχ Μπεκ

[Νίκος Χειλάς, ΤΟ ΒΗΜΑ: 24/06/2012]. Η Ελλάδα δεν είναι μοναχικό διαστημόπλοιο, χαμένο στο Διάστημα. Είναι αναπόσπαστο τμήμα της ευρωζώνης. Η έξοδός της από αυτήν θα προκαλούσε αυτόματα τον ακρωτηριασμό της Νομισματικής Ενωσης, ενδεχομένως και την πλήρη διάλυσή της. Αυτό υποστηρίζει στην παρακάτω συνέντευξη ο διάσημος γερμανός κοινωνιολόγος Ούλριχ Μπεκ. Το αποτέλεσμα των εκλογών της 17ης Ιουνίου, προσθέτει, απομακρύνει τον κίνδυνο της εξόδου. Αυτό όμως δεν φτάνει. Εξίσου επιτακτική είναι και η ανατροπή της πολιτικής της λιτότητας, καθώς και η αναδιανομή της δύναμης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που στη σημερινή της μορφή ευνοεί μία και μόνο χώρα: τη Γερμανία.

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2009

Ulrich Beck is a sociologist and creative thinker...

  • William D. Coleman, McMaster University

http://www.beobachter.ch/typo3temp/pics/ulrich_beck_53ba601a0e.jpg

Ulrich Beck is a sociologist and creative thinker, who has been highly influential in reflecting upon and theorizing about globalization. Beck began his university studies in the field of law at the University of Freiburg in Germany, switching relatively quickly to study Sociology, Psychology, Philosophy, and Political Science at the University of Munich. He completed his doctorate in 1972 and then his Habilitation (a second postdoctoral dissertation normally required for a professorship in Germany) in 1979, when he took up the post of Professor at the University of Münsterin northwest Germany. In 1981, he returned to southern Germany as a Professor of Sociology in the beautiful Bavarian city of Bamberg. He remained there until 1992, when he took up the position of Professor and Director of the Institute of Sociology at the University of Munich. Since 1997, he has also held the position of British Journal of Sociology Visiting Centennial Professor at the London School of Economics and Political Science. He has been editor of the influential German sociological journal, Soziale Welt, since 1980.

Ulrich Beck

(Photo: Free Use Image, Wikipedia)

Beck has always been willing to push critically on accepted theoretical understandings of modernity in Sociology. This willingness is evident first of all in his highly provocative and controversial book, Risikogesellschaft: Auf dem Weg in eine andere Moderne, published in 1986 and translated into English in 1992 under the title, Risk Society: Towards a New Modernity. This book is an early exploration of globalization. It argues that a fundamental break has taken place in modernity, one described as a shift from industrial society to a risk society. In his later works, he theorized this break as a Zweite Moderne, or "second modernity." By this term, Beck is suggesting that social and economic life in wealthier countries has changed in fundamental ways. Although important institutions like the school system, universities, scientific research, and government bureaucracies are still important, they are also more fragile. This fragility comes from the presence of new sorts of risks that cross territorial boundaries and reach to global dimensions. These risks cannot be contained by individual countries and their governments. Nor are they easily reduced by bringing in new technologies or scientific studies. Beck illustrates such risks using the example of radioactive fallout from a failure of a nuclear power plant, such as the accident at Chernobyl in the Ukraine in 1986. The risks from climate change are another example.

He began to make the linkages between "risk society" and globalization more explicitly in a series of works published in the 1990s: Reflexive Modernisierung - Eine Debatte (1996), together with Anthony Giddens and Scott Lash and published as Reflexive Modernization in English; Was ist Globalisierung? (1997), published in English as What is Globalization? (2000); World Risk Society (1999); and Macht und Gegenmacht im globalen Zeitalter: Neue weltpolitische Ökonomie (2002). In 1999, he received a highly prestigious grant from the German Research Council to set up a Special Research Area on Reflexive Modernization at the University of Munich.

Οι κοινωνιολόγοι θέλουν και να κυβερνούν

  • Ο Ούλριχ Μπεκ, Γερμανός κοινωνιολόγος, μιλάει για την παγκοσμιοποίηση, τον κοσμοπολιτισμό και την «Κοινωνία της Διακινδύνευσης»

http://www.mmg.mpg.de/bildobjekte/portrait_beck.jpg

  • Συνέντευξη στον Βασιλη Μαγκλαρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22/11/2009

Ο Ούλριχ Μπεκ αποτελεί την πλέον χαρακτηριστική μορφή της σύγχρονης «παγκοσμιοποιημένης» κοινωνιολογίας, αλλά και του τρόπου και της ταχύτητας που οι ιδέες εμφανίζονται στο χώρο των κοινωνικών επιστημών, δοκιμάζονται και αφήνουν τη θέση τους σε νέες. Ο Μπεκ κατατάσσεται με σαφήνεια, βάσει των ιδεών του, στο προοδευτικό στρατόπεδο, παρακολουθώντας όμως παράλληλα και ενσωματώνοντας ιδέες και αντιλήψεις από όλα τα θεωρητικά στρατόπεδα. Αλλωστε, η σύγχρονη «Κοινωνία της Διακινδύνευσης» απαιτεί και τη διακινδύνευση των ιδεών στην αντιπαράθεση ή την εκλεπτυσμένη συνεργασία τους με το αντίθετό τους. Η αλήθεια όμως είναι ότι ο σύγχρονος κόσμος είναι ιδιαίτερα δυσνόητος στην πολλαπλότητα των μορφών που λαμβάνει και στις σχέσεις που αναπτύσσονται εντός του. Χαρακτηριστικό αυτής της σύγχρονης αντιθετικότητας είναι η ταχεία μετατροπή μιας αξίας στο αντίθετό της. Αυτό λοιπόν που είναι «καλό» για την κοινωνία σήμερα, αλλάζει ταχύτατα μετατρεπόμενο σε απαξία ή διακινδύνευση.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η κοινωνιολογική θεωρία έχει αποχωρήσει οριστικά, έτσι τουλάχιστον φαίνεται, από τις «μεγάλες θεωρίες», τις μεγάλες κοινωνιολογικές διηγήσεις. Ο Μπεκ, αναγνωρίζοντας αυτά τα σύγχρονα ιδιότυπα κοινωνιολογικά όρια, ακολουθεί αυτό το παγκόσμιο θεωρητικό ρεύμα, αναζητώντας μέσα από τις έννοιες του τη συγκρότηση μιας ενιαίας αντίληψης των κοινωνικών σχέσεων και όχι μιας ενιαίας θεωρίας. Επιστρέφει ωστόσο στους κλασικούς, παραχωρώντας σημαίνουσα θέση στη θεωρία του στο στοιχείο του πολιτισμού, εισάγοντας έτσι έστω και άρρητα την κλασική κοινωνιολογική διάκριση μεταξύ ατόμου και κοινωνίας.

Ο διαπρεπής κοινωνιολόγος δεν έχασε την ευκαιρία να σχολιάσει «κοινωνιολογικά» τη σύγχρονη τάση των πανεπιστημιακών συναδέλφων του να αλληθωρίζουν διαρκώς προς την εξουσία. Αρκούντως ειρωνικός, υποστήριξε ότι είναι δύσκολο για κάποιον να φτιάχνει σχέδια για την κοινωνία και να μη θέλει να τα εφαρμόσει.

H νέα παγκόσμια αλληλεπίδραση

– Εχετε σπουδάσει πολλά διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα. Είστε κοινωνιολόγος, φιλόσοφος, ψυχολόγος, πολιτικός επιστήμονας. Ολες αυτές οι σπουδές σάς έχουν βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση ενός κοινωνικού φαινομένου;

– Νομίζω πως ναι. Ομως έχω ξεκινήσει από ένα μη ακαδημαϊκό περιβάλλον. Ο πατέρας μου ήταν αξιωματικός του Ναυτικού και η μητέρα μου δεν είχε κάποιο ακαδημαϊκό υπόβαθρο. Ημουν πολύ πεινασμένος να κατανοήσω όλα αυτά τα πράγματα που συνέβαιναν στο κόσμο και σ’ αυτήν μου την πορεία έκανα το ένα λάθος μετά το άλλο. Ξεκίνησα από τη φιλοσοφία, αλλά μετά αντιλήφθηκα ότι δεν πρόκειται για πραγματική φιλοσοφία αλλά για ιστορία της φιλοσοφίας, κάτι που δεν με ενδιέφερε στην πραγματικότητα. Ετσι ξεκίνησε και το ταξίδι μου στα διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα. Αυτό νομίζω φαίνεται και στη δουλειά μου σήμερα. Ομως το πανεπιστήμιο ήταν πολύ μακριά τότε και έπρεπε να το συνηθίσω. Πάντως, δεν επέλεξα την κοινωνιολογία τυχαία.

– Πιστεύετε ότι πρέπει να υπάρχουν στεγανά μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικών επιστημών ή, προκειμένου να κατανοήσουμε τα κοινωνικά φαινόμενα, πρέπει να έχουμε μια διεπιστημονική προσέγγιση;

– Νομίζω ότι πρέπει να έχουμε μια διεπιστημονική προσέγγιση και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο θέμα σήμερα. Διότι οι σύγχρονοι κοινωνιολόγοι μένουν προσκολλημένοι στην κοινωνιολογία και οι ανθρωπολόγοι στην ανθρωπολογία κ.τ.λ. Και ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια της κοινωνιολογίας σήμερα είναι ότι ξεκίνησε από τον 19ο αιώνα και είναι επικεντρωμένη στο έθνος – κράτος, στις εθνικές κοινωνίες. Πρέπει να ξεφύγει από αυτό το πλαίσιο, διότι είναι ένα σημαντικό εμπόδιο για τις κοινωνικές επιστήμες. Αν αυτές θέλουν να κατανοήσουν τα σύγχρονα παγκόσμια φαινόμενα, θα πρέπει να μην περιορίζουν την οπτική τους στο εθνικό επίπεδο, αδυνατώντας έτσι να κατανοήσουν τη νέα παγκόσμια αλληλεπίδραση.

– Πιστεύετε ότι επιστρέφουμε πίσω στις κλασικές αντιλήψεις της θεωρίας του A. Smith, δηλαδή στην ιδέα της πολιτικής οικονομίας, και όχι της πολιτικής και της οικονομίας χωριστά;

– Ναι, πιστεύω πως ο A. Smith είναι ένα καλό παράδειγμα, διότι είχε φανταστικές ιδέες γι’ αυτό το θέμα. Δεν πίστευε ότι η αγορά έχει εθνικό και κοινωνικό υπόβαθρο και θεωρούσε ότι οι δυο διαφορετικές οπτικές των οικονομικών και της κοινωνιολογίας έπρεπε να συνδυαστούν. Και αυτό είναι που χρειαζόμαστε σήμερα περισσότερο στο πεδίο της αγοράς, να θυμηθούμε ξανά ότι η αγορά δεν υφίσταται μόνη της, αλλά υπάρχει ένα υπόβαθρο νόμων και αξιών.

– Ενα ευρύτερο σύστημα δηλαδή;

– Ναι, ένα ευρύτερο σύστημα και θα έλεγα πως σ’ αυτό υπάρχει και μια κανονιστική προτεραιότητα. Οι αγορές δεν μπορούν να δουλέψουν από μόνες τους, αλλά μόνον εφόσον υπάρχουν θεσμοί και ευρύτερες ρυθμίσεις, οι οποίες όλες βέβαια εδράζονται σε αυτό που ονομάζουμε κοινωνία.

Πρέπει να αναζητήσουμε νέες έννοιες

– Στην ομιλία σας αναφερθήκατε στην κοινωνία της διακινδύνευσης. Δεν αναφερθήκατε όμως πουθενά στις ευκαιρίες για συνεργασία. Αυτό μου μοιάζει λίγο ad hoc, λίγο αφηρημένο.

– Οχι, είναι πολύ συγκεκριμένο. Ολες οι δικλίδες ασφαλείας που διαθέτουμε έχουν αναπτυχθεί τον 19ο αιώνα. Αυτοί οι θεσμοί δεν αποδίδουν πλέον σήμερα, διότι η μοντέρνα κοινωνία παράγει δυνατότητες και κινδύνους, οι οποίοι δεν μπορούν να απαντηθούν από αυτούς τους θεσμούς και πιστεύω πως αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι ότι δεν μπορούμε να χειριστούμε και να ελέγξουμε τις συνέπειες των θεσμών που έχουμε εγκαθιδρύσει. Σ’ αυτή τη νέα πραγματικότητα κανένα έθνος δεν έχει από μόνο του την απάντηση. Πρέπει να υπάρξει συνεργασία, διότι μόνο τότε υπάρχει η πιθανότητα να βρεθούν απαντήσεις σ’ όλους τους κινδύνους που αντιμετωπίζει σήμερα ο άνθρωπος. Αυτό είναι ένα σημαντικό πρόβλημα, διότι ο σύγχρονος άνθρωπος ανακάλυψε ότι το πλαίσιο του έθνους κράτους δεν επαρκεί για να του λύσει τα προβλήματα, αλλά πρέπει να συνεργαστεί με όλο τον υπόλοιπο κόσμο για να βρει αυτές τις λύσεις.

– Αλλά στη θεωρία σας δεν αναφέρεστε καθόλου στην πολιτική οικονομία των κινδύνων. Δηλαδή, ποιος φτιάχνει αυτούς τους κινδύνους και ποιος τους πληρώνει;

– Στην πραγματικότητα, στο μεγαλύτερο μέρος των κειμένων μου μιλάω γι’ αυτό. Η διακινδύνευση είναι θέμα εξουσίας - δύναμης. Υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων και θεσμών που έχουν την εξουσία να αποφασίζουν. Και μετά από την άλλη είναι μια άλλη ομάδα ανθρώπων που δεν έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων και υφίστανται τις συνέπειες. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα στο πεδίο της κλιματικής αλλαγής, στο πεδίο των χρηματοπιστωτικών κινδύνων και στη δυνατότητα αυτών των μηχανισμών να εξωτερικοποιούν τις επιπτώσεις των πράξεών τους. Η διακινδύνευση είναι ένας μηχανισμός της εξουσίας.

– Ολο αυτό μου ακούγεται σαν ταξική πάλη;

– Οχι, νομίζω ότι έχει κάποια στοιχεία ταξικής αναλογίας, αλλά πάει πολύ πιο πέρα από την απλή ταξική ανάλυση. Δεν χρησιμοποιώ την έννοια της τάξης, διότι πιστεύω ότι είναι πολύ παλιά, πολύ κρύα για να περιγράψει αυτό που πραγματικά συμβαίνει. Η τάξη εξακολουθεί να παραμένει μια θεματική περιοχή ανάλυσης, εξακολουθεί να υπάρχει μια δομή εξουσίας. Αλλά στη σημερινή κλίμακα η διαφορά στο πεδίο της εξουσίας είναι ότι τα θύματα των αποφάσεων των ισχυρών δεν έχουν καμία δυνατότητα να οργανώσουν τους εαυτούς τους. Ετσι, η θέση μου είναι ότι σήμερα βρισκόμαστε σε μια πιο ριζοσπαστική κατάσταση κοινωνικής ανισότητας. Οταν λέω λοιπόν ότι δεν μας είναι χρήσιμη η ταξική ανάλυση συχνά παρεξηγούμαι, διότι κάποιοι θεωρούν ότι πιστεύω ότι δεν υπάρχουν τάξεις. Εδώ και πολλά χρόνια λέω ακριβώς το αντίθετο.

– Η Ευρωπαϊκή Ενωση πώς ταιριάζει στην ανάλυσή σας, διότι αναφέρεστε συχνά στο ευρωπαϊκό εγχείρημα. Αντιμετωπίζουμε λιγότερους κινδύνους στα πλαίσια μιας ευρύτερης κοινότητας;

– Οχι, δεν νομίζω. Μέχρι σήμερα έχουμε συνδέσει λίγο πολύ τις ιδέες μας με το εθνικό κράτος. Και νομίζω ότι το εθνικό κράτος δεν είναι η απάντηση στα προβλήματα της δεύτερης μοντερνικότητας που ζούμε. Ετσι, πιστεύω πως παρότι δεν έχουμε μια παγκόσμια κυβέρνηση και μια παγκόσμια κοινωνία, έχουμε την Ευρώπη ως ένα πείραμα, μια μορφή μεταξύ του εθνικού κράτους και της παγκόσμιας κοινωνίας. Και νομίζω πως η Ευρώπη είναι μια νέα κοινωνική οντότητα που είναι πολύ παρεξηγημένη. Και αυτό διότι πιστεύουμε πως πρέπει να είναι ένα ομοσπονδιακό κράτος ή ένα εθνικό κράτος όπως το αντιλαμβανόμαστε σήμερα. Αυτό είναι και το λάθος, καθώς εν τέλει οι άνθρωποι φοβούνται ότι θα χάσουν την ταυτότητά τους σε ένα τέτοιο κράτος. Η Ευρώπη είναι μια πολιτική και κοινωνική οντότητα, που σημαίνει πως πρέπει να κατανοήσουμε ότι είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι που ζούμε με διαφορετικές εθνικές ταυτότητες, σε διαφορετικές περιοχές, αλλά είμαστε ίσοι. Και πιστεύω πως αυτή είναι και η σπουδαία ιδέα με τον σύγχρονο κοσμοπολιτισμό και με την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Οτι τελικά τα εθνικά κράτη δεν θα χάσουν από την εθνική τους κυριαρχία, αλλά θα κερδίσουν εθνική κυριαρχία. Δεν υπάρχουν εξωτερικές πολιτικές πλέον. Τα πάντα είναι μια παγκόσμια εσωτερική πολιτική. Αυτή είναι η νέα πραγματικότητα που την κάνει τόσο ενδιαφέρουσα για τις πολιτικές και τις κοινωνικές επιστήμες. Οπως στην περίπτωση της Opel. Υπάρχουν τόσες πολλές χώρες και τόσο διαφορετικοί θεσμοί που μετέχουν στη διαπραγμάτευση της πορείας της εταιρείας και κανείς δεν ξέρει τη λύση στο πρόβλημα. Κανείς δεν ξέρει ποιος είναι υπεύθυνος, οι πολιτικοί; Οι εργαζόμενοι; Οι μέτοχοι; Αυτό που ζούμε είναι λοιπόν ένα άλλο είδος κοσμοπολιτισμού.

– Πιστεύετε ότι η λύση στα πολλαπλά προβλήματα της παγκοσμιοποίησης μπορεί να προέλθει από μια επιστημονική κατανόηση των θεσμών και των κοινωνικών φαινομένων ή μήπως η διαδικασία είναι καθαρά πολιτική;

– Δεν μπορώ να δω πώς οι πολιτικοί ή οι υπουργοί, οι οποίοι δεν είναι εκπαιδευμένοι να σκέφτονται κοινωνιολογικά, με όρους πολιτικής επιστήμης, θα μπορέσουν να κατανοήσουν τη νέα κατάσταση. Αυτή είναι η υποχρέωση της νέας κοινωνιολογίας. Εμείς είμαστε αυτοί που πρέπει να φτιάξουμε τις νέες έννοιες, εμείς είμαστε αυτοί που πρέπει να σκεφτούν για τους νέους θεσμούς και να δώσουν απαντήσεις για τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται, όπως οι μηχανικοί διαμορφώνουν νέες μηχανές και νέα εργαλεία στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Αλλά δεν είμαστε δικτάτορες, δεν μπορούμε να φτιάξουμε μια καινούργια μηχανή, έναν καινούργιο θεσμό. Ετσι, υπάρχει πάντα ο χώρος στη δημοκρατία να παρέμβει.

– Αν θα έπρεπε να συνοψίσετε σε μια πρόταση τη συνεισφορά σας στην κοινωνιολογία, ποια θα ήταν αυτή;

– Αυτό είναι πολύ δύσκολο. Μάλλον θα πρέπει να το κάνετε εσείς αυτό. Πάντως, η αφήγησή μου, η αποστολή μου είναι να δω πώς μπορούμε να επαναπροσδιορίσουμε την κοινωνία, την πολιτική και την κοινωνιολογία σ’ αυτή τη νέα παγκόσμια εποχή. Η νέα αυτή πραγματικότητα δεν είναι αρνητική, είναι πολύ θετική αρκεί να μην κολλήσουμε σε παλιές καταστάσεις. Πρέπει να ανοιχτούμε στη νέα πραγματικότητα και να αναζητήσουμε νέες έννοιες και νέους θεσμούς που θα μπορούν να δώσουν απαντήσεις σ’ αυτές τις νέες προκλήσεις. Σήμερα βρισκόμαστε στο ίδιο σημείο όπως στην αρχή της μοντέρνας εποχής στις αρχές του δεκάτου ενάτου αιώνα. Στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τη νέα μοντέρνα εποχή. Αυτό είναι και το μεγάλο διακύβευμα για την πολιτική και τις κοινωνικές επιστήμες.

http://sociologiac.net/wp-content/uploads/2008/07/ulrich-beck.jpg

Κοινωνιολόγος, φιλόσοφος, ψυχολόγος και πολιτικός

Ο καθηγητής Ούλριχ Μπεκ έχει σπουδάσει κοινωνιολογία, φιλοσοφία, ψυχολογία και πολιτικές επιστήμες και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου στη Γερμανία. Καθηγητής κοινωνιολογίας από το 1979, είναι συγγραφέας περισσοτέρων από εκατόν εβδομήντα επιστημονικών άρθρων και βιβλίων, τα κυριότερα από τα οποία (Ελευθερία ή Καπιταλισμός, 2005, εκδ. Καστανιώτη, Τι είναι Παγκοσμιοποίηση, 1999, εκδ. Καστανιώτη, Η Επινόηση του Πολιτικού, 1996, Νέα Σύνορα, Α. Α. Λιβάνη) έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά. Ο Μπεκ έγινε γνωστός για την κοινωνιολογική του θεωρία για τον «κοσμοπολιτισμό» και την «κοινωνία της διακινδύνευσης».

Στο 2ο Διεθνές Συνέδριο της Ελληνικής Κοινωνιολογικής Εταιρείας, που έλαβε χώρα στην Αθήνα στις 5-7 Νοεμβρίου, παρευρέθη ως τιμώμενο πρόσωπο ο Μπεκ. Στην εναρκτήρια ομιλία του Συνεδρίου με τίτλο «Ο Κοσμοπολιτισμός ως Φαντασιακές Κοινότητες της Παγκόσμιας Διακινδύνευσης», ο Μπεκ αναφέρθηκε στην πρόσφατη δουλειά του, η οποία αφορά κυρίως τα εμπόδια που τίθενται στον παγκόσμιο διάλογο και τη συνεργασία μεταξύ των πολιτισμών από τα πολλαπλά εθνικά συμφέροντα.

Κυριακή 31 Μαΐου 2009

Διάλογοι για την Ευρώπη

  • Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 31 Μαΐου 2009

  • Η συζήτηση η οποία διεξάγεται στη χώρα μας για τις ευρωεκλογές της 7ης Ιουνίου αναφέρεται κυρίως στη σύνθεση των ψηφοδελτίων και στα πρόσωπα των υποψηφίων ή στις προβλέψεις για το αποτέλεσμα και τις μεταβολές στη δύναμη των κομμάτων.

Τα μεγάλα θέματα της Ευρώπης και τα κρίσιμα προβλήματα της διαδικασίας ενοποίησης απουσιάζουν από το δημόσιο διάλογο και τις αντιπαραθέσεις των πολιτικών δυνάμεων. Η υπόθεση της Ευρωπαϊκής Ενωσης μοιάζει μακρινή, περίπλοκη και αφηρημένη και σπάνια συγκεντρώνει το ενδιαφέρον των πολιτών. Παραμένει, ωστόσο, το γεγονός ότι οι περισσότερες από τις αποφάσεις που καθορίζουν την καθημερινή ζωή παίρνονται ήδη στο ευρωπαϊκό και όχι στο εθνικό επίπεδο. Τα τελευταία χρόνια, βέβαια, η νεοφιλελεύθερη αποδόμηση του κοινωνικού κράτους και της αλληλεγγύης εμφανίστηκε συχνά ως επίσημη ευρωπαϊκή πολιτική, προκαλώντας όχι μόνον σοβαρά ελλείμματα ρυθμιστικής ικανότητας αλλά και έναν ισχυρό ευρωσκεπτικισμό. Καθώς, όμως, στις σύγχρονες συνθήκες της παγκοσμιοποίησης, το εθνικό κράτος δεν μπορεί να ανακτήσει την παλιά του ισχύ, η ιδέα μιας πολιτικής ικανής να ελέγξει τις αγορές, να τιθασεύσει τον άγριο καπιταλισμό και να οδηγήσει στην έξοδο από την κρίση, βρίσκει στην Ευρώπη το προνομιακό πεδίο εφαρμογής της.

Τα μεγάλα θέματα της Ευρώπης και τις προοπτικές της ευρωπαϊκής ενοποίησης προσεγγίζουν με τις αναλύσεις τους τρεις γνωστοί ευρωπαίοι στοχαστές:

*Ο Ετιέν Μπαλιμπάρ είναι καθηγητής Πολιτικής και Ηθικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ στο Παρίσι.

*Ο Κλάους Οφε ήταν για πολλά χρόνια καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Χούμπολντ του Βερολίνου, ενώ από το 2006 διδάσκει στο Hertie School of Governance στην ίδια πόλη.

*Ο Ούλριχ Μπεκ είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Ludwig Maximilian του Μονάχου και στο London School of Economics.