Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Τα οικονομικά της ευτυχίας

  • Επτά, Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011
  • ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ
ΣΤΟΝ 18ο ΑΙΩΝΑ, τον καιρό της γέννησης της Πολιτικής Οικονομίας, οι πρώτοι οικονομολόγοι υποστήριζαν ότι ο κύριος στόχος της οικονομικής πολιτικής έπρεπε να είναι η μεγιστοποίηση της ευτυχίας των πολιτών μιας κοινωνίας. 
Και στις αρχές του 19ου αιώνα, ο άγγλος φιλόσοφος Τζέρεμι Μπένθαμ, ο θεωρητικός πατέρας του ωφελιμισμού, έλεγε ότι καλύτερη κοινωνία είναι εκείνη στην οποία τα άτομα είναι περισσότερο ευτυχισμένα. Και επομένως καλύτερη πολιτική είναι εκείνη που ευνοεί τη μεγαλύτερη ευτυχία για τον μεγαλύτερο αριθμό προσώπων. Αυτή η θέση στηριζόταν φυσικά στην υπόθεση ότι η ευτυχία ήταν κάτι που μπορούσε να μετρηθεί και να υπολογιστεί με τρόπους που θα αντιστοιχούσαν στην αληθινή εμπειρία των υποκειμένων. Στην πορεία ωστόσο η νέα οικονομική επιστήμη ακολούθησε μιαν άλλη κατεύθυνση. 
Επικράτησε έτσι και μεταξύ των οικονομολόγων η ιδέα ότι η έννοια της ευτυχίας είναι μάλλον υπερβολικά υποκειμενική και επομένως είναι δύσκολο να υπολογιστεί και να μετρηθεί. Στο βαθμό λοιπόν που η πολιτική οικονομία θέλει να είναι μια αυστηρή επιστήμη, πρέπει να επεξεργάζεται έννοιες που μπορούν να εκφραστούν με μαθηματικές διατυπώσεις και επομένως οφείλει να χρησιμοποιεί ποσοτικά μετρήσιμα δεδομένα. Κυριάρχησε έτσι η θέση του Ανταμ Σμιθ ότι η επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος απολήγει στην εξυπηρέτηση του συλλογικού συμφέροντος. Στη δεκαετία του 1930 υιοθετήθηκε και στη συνέχεια καθιερώθηκε η έννοια του κατά κεφαλήν εισοδήματος ως ένα θεμελιώδες κριτήριο για τη μέτρηση της οικονομικής προόδου. 

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Καίρια ζητήματα οικονομικής επιλογής


Επιμέλεια αφιερώματος ΤΑΣΟΣ ΓΙΑΝΝΙΤΣΗΣ


Στο αφιέρωμα που ακολουθεί, το «Βήμα Ιδεών» επεδίωξε να παρουσιάσει έναν προβληματισμό γύρω από συγκεκριμένα ζητήματα της οικονομίας όπως αυτά είναι σήμερα στο προσκήνιο. Τα ζητήματα των συνολικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει η οικονομία μας, της επαναφοράς μιας ισορροπίας στα δημοσιονομικά, του κόστους του δημόσιου δανεισμού, της σχέσης μεγέθυνσης και σταθεροποίησης, της μεταρρύθμισης του φορολογικού συστήματος, του διεθνούς φορολογικού ανταγωνισμού και της σημασίας του για το ελληνικό φορολογικό καθεστώς, της επιβάρυνσης της ακίνητης περιουσίας, της διαφοροποιημένης εικόνας ως προς την κοινωνική επιβάρυνση των έμμεσων φόρων, τα προβλήματα του τραπεζικού συστήματος και της χρηματοδότησης των ΜΜΕ αποτελούν το αντικείμενο των αναλύσεων που ακολουθούν. Το «Βήμα Ιδεών» ζήτησε από γνωστούς επιστήμονες τη συμβολή τους στον προβληματισμό για αυτά τα καυτά τρέχοντα ζητήματα οικονομικής πολιτικής, που μπορεί να συμβάλει και στις αποφάσεις οι οποίες θα ληφθούν. Τους ευχαριστούμε για την πρόθυμη ανταπόκρισή τους.

Γκίκας Χαρδούβελης καθηγητης στο πανεπιστημιο Πειραια


Η διεθνής κρίση σταδιακά ξεπερνιέται. Τα δημοσιονομικά πακέτα, η μείωση των επιτοκίων παρέμβασης, η παροχή άφθονης ρευστότητας και η στήριξη πολλών αναδυόμενων οικονομιών μέσω του αναβαθμισμένου Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου σταμάτησαν την κατρακύλα των οικονομιών, του διεθνούς εμπορίου και της χρηματαγοράς. Ετσι διασώθηκε η διεθνής οικονομία από τον κίνδυνο κατάρρευσης στον οποίο περιήλθε στο πρώτο τρίμηνο του 2009 και απεφεύχθη μια επανάληψη της δραματικής εμπειρίας της Μεγάλης Διεθνούς Υφεσης 1929-1933.


Γιάννης Στουρνάρας καθηγητής οικονομικών στο πανεπιστημίο Αθηνών και επιστημονικος διευθυντής του ΙΟΒΕ


Η φράση «συγκρατημένη αισιοδοξία» χαρακτηρίζει τη σημερινή διεθνή οικονομική κατάσταση. Υστερα από ένα «καταστροφικό» α΄ τρίμηνο του τρέχοντος έτους, το β΄ τρίμηνο υπήρξε σταθεροποίηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) στις μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης, ενώ οι προοπτικές για το γ΄ και δ΄ τρίμηνο είναι θετικές. Στις τελευταίες, πολύ πρόσφατες, προβλέψεις του το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) είναι πιο αισιόδοξο από πριν, τόσο για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας όσο και για τις συνολικές εκτιμώμενες ζημιές του χρηματοπιστωτικού συστήματος.


Σταύρος Β. Θωμαδάκης καθηγητής στο πανεπιστήμιο Αθηνών, πρώην πρόεδρος της επιτροπής κεφαλαιαγοράς


Το δημοσιονομικό πρόβλημα είναι κρίσιμο. Στην Ελλάδα έχει λάβει διαστάσεις που δεν οφείλονται αποκλειστικά στην κρίση. Πρέπει όμως να επιλυθεί σε συνθήκες κρίσης, δηλαδή με τρόπο ο οποίος δεν θα επιβαρύνει τη διέξοδο από αυτήν. Πολλοί συγκρίνουν τη σημερινή με τη Μεγάλη Υφεση του 1929. Από δημοσιονομική σκοπιά η σύγκριση είναι άχρηστη. Πρόσφορη αναφορά είναι η ενεργειακή κρίση και τα επακόλουθά της στο δημοσιονομικό πεδίο. Αυτή εκπορεύθηκε από βίαιη άνοδο στις τιμές του πετρελαίου.


Βασίλης Θ. Ράπανος καθηγητής στο τμήμα οικονομικών επιστημών πανεπιστήμιο Αθηνών


Μια από τις πιο σημαντικές αλλαγές στην οικονομική πολιτική στις δεκαετίες του 1980 και του 1990 ήταν η απελευθέρωση των συναλλαγών σε ξένο συνάλλαγμα και στην κίνηση κεφαλαίων διεθνώς. Η πολιτική αυτή ήταν ιδιαίτερα έντονη στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΕΕ), με τη δημιουργία της ενιαίας αγοράς. Η απελευθέρωση όμως στην κίνηση κεφαλαίων δημιούργησε και ένα κλίμα ανταγωνισμού για την προσέλκυση κεφαλαίων. Αυτό έχει προβληματίσει πολιτικούς και αναλυτές γύρω από τη δυνατότητα ...


Χριστόφορος Σαρδελής γενικός διευθυντής της βanca ΙΜΙ


Με το έλλειμμα στο 12,5% του ΑΕΠ, το χρέος στο 115% και την απαξιωτική φράση του κυρίου Juncker «the game is over», το 2009 θα καταχωρηθεί ως το έτος όπου η χώρα γύρισε δημοσιονομικά δύο δεκαετίες πίσω. Αυτή η οπισθοχώρηση επισφραγίστηκε τελικά με την υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιοπιστίας στην οριακή για χώρα ΟΝΕ βαθμίδα (Α-) από τη Fitch, με αρνητική μάλιστα προοπτική και με περαιτέρω υποβαθμίσεις από άλλους οίκους αξιολόγησης σε αναμονή. Συνοψίζοντας τα πεπραγμένα ως τα τέλη Οκτωβρίου, το ελληνικό Δημόσιο έχει δανειστεί περίπου 65 δισ.


Τάσος Γιαννίτσης καθηγητης στο πανεπιστημιο Αθηνων, πρ. υπουργος


Η συσσώρευση πλούτου αποτελεί εξ ορισμού κριτήριο οικονομικού και κοινωνικού διαχωρισμού των ατόμων μιας κοινωνίας. Ο πλούτος από μόνος του είτε με τη μορφή της ακίνητης περιουσίας είτε και της κατοχής άλλων περιουσιακών στοιχείων εδώ και πολλές δεκαετίες αποτέλεσε κριτήριο φοροδοτικής ικανότητας και οδήγησε στην επιβολή φορολογίας στις οικονομικά προηγμένες κοινωνίες. Επιπλέον, τόσο η δικαιολογητική βάση της φορολογίας αυτής όσο και οι πρακτικές πλευρές της δεν σχετίστηκαν καν με φιλελεύθερους ή σοσιαλιστικούς-προοδευτικούς διαχωρισμούς.


Γεωργία Καπλάνογλου επίκουρη καθηγήτρια στο τμήμα οικονομικών επιστημών του πανεπιστήμιου Αθηνών


Η εκτίναξη του δημοσιονομικού ελλείμματος το τρέχον έτος έχει φέρει στην επιφάνεια σενάρια περαιτέρω αυξήσεων στους συντελεστές έμμεσης φορολογίας. Από πλευράς πολιτικού κόστους η αύξηση των έμμεσων φόρων παρουσιάζει ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με την αύξηση της άμεσης φορολογίας. Επειδή οι έμμεσοι φόροι ενσωματώνονται στις τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών, δεν είναι τόσο ορατοί στον πολίτη όσο οι άμεσοι φόροι στο εισόδημα και στην περιουσία, τους οποίους συνήθως πρέπει αυτός να καταβάλει απευθείας στην Εφορία.


Σταύρος Ζωγραφάκης επ. καθηγητής στο γεωπονικό πανεπιστήμιο Αθηνών


Είμαι ένας από τους 71.000 εργαζομένους που είχαν την ατυχία να χάσουν την εργασία τους στο πρώτο εξάμηνο του 2009, κυρίως εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. Ολοι οι οικονομικοί δείκτες την τελευταία περίοδο πιστοποιούν την αιτία της ατυχίας μου. Το ΑΕΠ στο-1,5% το 2009, η βιομηχανική παραγωγή στο 8μηνο μειώνεται κατά 9,7%, το λιανικό εμπόριο και η οικοδομική δραστηριότητα στο-13% και στο-28,7% αντιστοίχως στο 7μηνο. Εμείς οι «νέοι» άνεργοι της οικονομικής κρίσης ανεβάσαμε τον πήχη της ανεργίας από το 7,7% στο 9,1% στο πρώτο εξάμηνο του 2009.


Σπύρος Παντελιάς γενικός διευθυντής χρηματοοικονομικής και επενδυτικής διαχείρισης στην τράπεζα Κύπρου


Η προοπτική εκτόνωσης των πιέσεων στον χρηματοοικονομικό κλάδο διεθνώς και της σταδιακής ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας δημιουργεί ανάλογες προσδοκίες για την πορεία και της ελληνικής οικονομίας από το δεύτερο εξάμηνο του 2010 και αργότερα. Υπό το πρίσμα αυτό τίθενται ξανά τα ζητήματα για την πορεία του ελληνικού τραπεζικού τομέα, ειδικότερα δε αυτά της διατήρησης και επέκτασης των δραστηριοτήτων σε νέες αγορές, της θέσης των ελληνικών τραπεζών στο νέο ρυθμιστικό πλαίσιο και κυρίως της διαμόρφωσης ικανοποιητικού ρυθμού πιστωτικής επέκτασης προς τις εγχώριες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.


Αλέξανδρος Παπαρσένος δρ οικονομολόγος


Η χώρα μας βιώνει σήμερα μία από τις πιο σοβαρές ανισορροπίες της σύγχρονης Ιστορίας της τόσο σε μακροοικονομικό επίπεδο όσο και στα δημόσια οικονομικά. Συνεπώς επιβάλλονται τόσο η υλοποίηση ενός νέου μείγματος οικονομικών, αναπτυξιακών, περιφερειακών, χρηματοδοτικών και κοινωνικών προγραμμάτων όσο και η εφαρμογή ενός μεσοπρόθεσμου προγράμματος δημοσιονομικής εξυγίανσης, που θα αποσκοπεί στη δραστική μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος. Το νέο μοντέλο οικονομικής και ...

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2008

2009: Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΥΦΕΣΗΣ, αλλά η κρίση είναι βαθιά!!!

Εικοσιεπτά ειδικοί αναπτύσσουν τις απόψεις τους για το μέλλον της οικονομίας τη χρονιά που έρχεται. ΓΡΑΦΟΥΝ Χ. Αλμούνια, Γ. Αλογοσκούφης, Ι. Αλαβάνος, Ν. Αγγελόπουλος, Κ. Αντωνόπουλος, Τ. Αράπογλου, Δ. Ασημακόπουλος, Θ. Βάρδας, Γ. Γράτσος, Γ. Ζάββος, Γ. Ζανιάς, Τρ. Κολλίντζας, Δ. Κούτρας, Ι. Κωστόπουλος, Δ. Μαντζούνης, Ν. Νανόπουλος, Μ. Παπαγεωργίου, Π. Παπασταύρου, Γ. Προβόπουλος, Γ. Ρωμανιάς, Πλ. Σακελλάρης, Μιχ. Σάλλας, Θ. Σκυλακάκης, Αρ. Σπηλιωτόπουλος, Ι. Στουρνάρας, Ι. Τζαβάρας, Χρ. Φώλιας [ΤΟ ΒΗΜΑ, 28/12/2008]

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008

ΤΟΥΡΚΟΙ ΜΕ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΠΡΟΦΟΡΑ


Του MICHEL VERRIER*

Οι Τούρκοι αποτελούν τα τελευταία χρόνια την πολυπληθέστερη μειονότητα της Γερμανίας. Η παρουσία τους προβληματίζει το Βερολίνο ως προς το μοντέλο ενσωμάτωσής τους και τις οικονομικές επιλογές του. Όμως, οι ρίζες των γερμανο-τουρκικών δεσμών είναι βαθιές και ανάγονται -τουλάχιστον- στα 1888 και τη συμφωνία ανάμεσα στον αυτοκράτορα Γουλιέλμο Β' και τον σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ Β'.

Κόκκινες σημαίες με την ημισέληνο και το αστέρι σε χρώμα λευκό, αφίσες και πανό στην τουρκική γλώσσα για την υποδοχή του τούρκου πρωθυπουργού. Την Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2008, η ατμόσφαιρα στο κλειστό στάδιο Κελναρένα της Κολονίας, στις όχθες του Ρήνου, θύμιζε προεκλογική συγκέντρωση στα βάθη της Τουρκίας. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν απευθύνθηκε με επιθετικό τόνο στους είκοσι χιλιάδες συμπατριώτες του, που εκπροσωπούν την τουρκική κοινότητα της Γερμανίας, ο πληθυσμός της οποίας ανέρχεται σε δύο εκατομμύρια εξακόσιες χιλιάδες άτομα. Επισήμανε την ένδοξη καταγωγή τους και τους παρότρυνε να αξιοποιήσουν πλήρως τη θέση τους στη Γερμανία και στην Ευρώπη.

«Οσφραίνομαι τα αρώματα και την ευαισθησία της Ανατολίας, που φέρατε μαζί σας φτάνοντας εδώ. Οπου κι αν πηγαίνουμε, φέρνουμε την αγάπη και τη φιλία. Ουδεμία σχέση έχουμε με το μίσος και τη βία», τους είπε. Δύο μέρες νωρίτερα, ο επικεφαλής της κυβέρνησης της Αγκυρας μετέβη στο Λουντβιγκσάφεν για να εξομαλύνει τις εντάσεις οι οποίες είχαν ξεσπάσει ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Εκεί, στις 6 Φεβρουαρίου, εννέα Τούρκοι, μεταξύ των οποίων γυναίκες, άντρες και παιδιά, έχασαν τη ζωή τους κατά τον εμπρησμό της κατοικίας όπου διέμεναν. Τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν τότε ότι επρόκειτο για ρατσιστική ενέργεια - εσφαλμένα, όπως απέδειξε η έρευνα που επακολούθησε.

Ομως, η ανάμνηση των ξενοφοβικών εγκλημάτων του Σόλινγκεν έχει αφήσει τη σφραγίδα της στη συλλογική μνήμη της Γερμανίας: στη μικρή πόλη της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, στις 29 Μαΐου 1993, τρεις νεαροί νεοναζί πυρπόλησαν το σπίτι μιας οικογένειας Τούρκων. Ο τραγικός απολογισμός αυτής της πράξης ήταν πέντε νεκροί.

«Κατανοώ ότι νιώθετε άβολα όταν σας μιλούν για αφομοίωση - κανείς δεν έχει δικαίωμα να σας την επιβάλει», τόνισε στο πλήθος ο Ερντογάν. «Δεν είστε περαστικοί εδώ», είπε προσκαλώντας, στη συνέχεια, τους «πολυαγαπημένους αδελφούς και αδελφές» του να μάθουν τη γερμανική γλώσσα και να τη διδάξουν στα παιδιά τους, κατά τρόπο ισότιμο με τη μητρική τους γλώσσα. Και κατέληξε ότι οι τούρκοι γονείς πρέπει να στέλνουν στα καλύτερα σχολεία τα παιδιά τους, ώστε να ενσωματωθούν στην ελίτ της γερμανικής κοινωνίας.

Παράλληλα, κάλεσε τους συμπατριώτες του να ενισχύσουν τον ρόλο τους και την επιρροή τους στην πολιτική ζωή: «Τα πέντε εκατομμύρια Τούρκοι που ζουν στην Ευρώπη δεν είναι φιλοξενούμενοι αλλά συνιστούν αναπόσπαστο κομμάτι της ευρωπαϊκής κοινωνίας», κατέληξε ο τούρκος πρωθυπουργός, απορρίπτοντας εκ νέου την «προνομιακή συνεργασία» που προτείνει στην Τουρκία η Χριστιανοδημοκρατική Ενωση της Ανγκελα Μέρκελ. Κατά τον Ερντογάν, η προοπτική ένταξης της χώρας του στην Ευρωπαϊκή Ενωση αποτελεί μονόδρομο.

Το έντονο ύφος της ομιλίας προκάλεσε αντιδράσεις από τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης όπως και από πολλούς πολιτικούς, ενώ δημιούργησε εκνευρισμό και στην καγκελάριο.

Την επομένη, η Ανγκελα Μέρκελ επέκρινε τον τούρκο ομόλογό της επειδή μεταφέρει στους συμπατριώτες του μια παραμορφωμένη εικόνα της ενσωμάτωσης. Κατά τη γνώμη της, η ενσωμάτωση προϋποθέτει την εξοικείωση με τα ήθη της κοινωνίας στην οποία ζουν οι μετανάστες. Η Μέρκελ επέμεινε, μάλιστα, ότι: «Όποιος διαθέτει τη γερμανική υπηκοότητα, φέρει αδιαμφισβήτητα την ιδιότητα του πολίτη, ο οποίος οφείλει πίστη στο γερμανικό κράτος. Πιστεύω ότι πρέπει να συζητήσουμε εκ νέου με τον τούρκο πρωθυπουργό».

Μια συνεργασία με παρελθόν

Ο υπουργός Εσωτερικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, αντέδρασε, αντιθέτως, πιο ήπια: «Ο Ερντογάν δεν καταφέρεται εναντίον της δικής μας πολιτικής. Εκτιμά ότι δεν πρέπει να αναγκάζουμε τους μετανάστες να αποκηρύσσουν την κουλτούρα και την εθνική τους ταυτότητα, και έχει απόλυτο δίκιο. Και μεις, από την πλευρά μας, είμαστε υπέρ της προστασίας των μειονοτήτων σε πολιτισμικό επίπεδο».

Είναι γεγονός ότι, επί του συγκεκριμένου ζητήματος, η θέση του Σόιμπλε διαφοροποιείται από εκείνη της Μέρκελ. Με δική του πρωτοβουλία έλαβε χώρα η Διάσκεψη για το Ισλάμ, από κοινού με μουσουλμανικές οργανώσεις, τουρκικές στην πλειονότητά τους, οι οποίες εκπροσωπούν επισήμως την εν λόγω κοινότητα στη Γερμανία. Στόχος της είναι η θεσμοθέτηση της επίσημης εκπροσώπησής της στη Γερμανία.

Η τουρκική κοινότητα έχει προκαλέσει κινητικότητα στους κόλπους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, η οποία, μάλιστα, το 2005, αναγνώρισε επισήμως ότι συνιστά χώρα «υποδοχής μεταναστών».

Οι ρίζες των γερμανο-τουρκικών σχέσεων ανάγονται στη μακρινή ιστορία, στην εποχή του επεκτατισμού του Οτο φον Μπίσμαρκ και της παρακμής της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Σε αυτό το διττό πλαίσιο, ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β' επισφράγισε τη συμμαχία του με τον σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ Β'. Ο πρώσος στρατηγός Κόλμαν Φράιχερ φον ντερ Γκολτζ -με το προσωνύμιο Γκολτζ Πασά- ανέλαβε να αναδιοργανώσει τον οθωμανικό στρατό. Παράλληλα, τα μελλοντικά στελέχη της επανάστασης των Νεοτούρκων ολοκλήρωναν την εκπαίδευσή τους στη Γερμανία.

Οσο για τη συμφωνία με στόχο «την παρότρυνση τούρκων εργατών να μεταναστεύσουν στη Γερμανία», χρονολογείται πριν από περίπου μισό αιώνα. Υπογράφτηκε τον Οκτώβριο του 1961 ώστε να αντιμετωπιστεί η ζήτηση ανθρώπινου δυναμικού. Εκείνη την περίοδο, μονάχα ογδόντα χιλιάδες Γερμανοί ήταν εγγεγραμμένοι στο ταμείο ανεργίας, ενώ πάνω από πεντακόσιες χιλιάδες θέσεις εργασίας παρέμεναν κενές. Οι «προσκεκλημένοι εργάτες» (Gastarbeiter) της Ανατολίας ξεπερνούσαν ήδη τις εννιακόσιες χιλιάδες το 1973, οπότε η Γερμανία ανέκοψε το ρεύμα. Εξαιτίας της συνένωσης των οικογενειών των μεταναστών με τα μέλη που είχαν απομείνει στα πάτρια εδάφη, η Γερμανία υποδεχόταν περίπου διακόσιες χιλιάδες νέους μετανάστες ετησίως.

Κατά τη δεκαετία του 1980, ο πληθυσμός των Τούρκων υπολογιζόταν στο ενάμισι εκατομμύριο. Το 2005, αυξήθηκε σε δύο εκατομμύρια εξακόσιες χιλιάδες. Σήμερα, ένας στους τρεις έχει αποκτήσει τη γερμανική υπηκοότητα. Η μαζική πολιτογράφηση έφτασε στο απόγειό της το 2000, αλλά από τότε συνεχίζεται με πιο αργούς ρυθμούς. Αναμφίβολα, λόγω της απαγόρευσης της διπλής υπηκοότητας, την οποία θέσπισε το Βερολίνο το 1997, αρκετοί τούρκοι μετανάστες φοβήθηκαν ότι, απαρνούμενοι το τουρκικό διαβατήριο, θα χάσουν τα δικαιώματά τους στη χώρα προέλευσής τους.

Από τη δεκαετία του 1950, οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες ενδυναμώθηκαν και στο επίπεδο της οικονομίας. Η Γερμανία είναι η χώρα με τις περισσότερες εξαγωγές προς την Τουρκία: υπολογίζονται στα 14,5 δισ. ευρώ. Περίπου διακόσιες χιλιάδες εφτακόσιες γερμανικές επιχειρήσεις, ανάμεσα τους το «βαρύ πυροβολικό», όπως οι BASF, Mercedes και ΜΑΝ, έχουν εγκατασταθεί στην Τουρκία. Ετσι, το ένα τρίτο των λεωφορείων Mercedes τα οποία κυκλοφορούν εκτός Γερμανίας κατασκευάστηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Αντίστοιχα, η Γερμανία αποτελεί τον μεγαλύτερο εισαγωγέα τουρκικών προϊόντων (9,1 δισ. ευρώ το 2006).

Τέλος, εξήντα χιλιάδες τούρκοι εργοδότες και επιχειρηματίες απασχολούν πάνω από τριακόσιες εξήντα χιλιάδες μισθωτούς στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, εκ των οποίων το ένα τρίτο είναι Γερμανοί. Μετά την περίοδο του μονοπωλίου στην πώληση «ντονέρ κεμπάπ», το οποίο σχεδόν εκθρόνισε το περίφημο γερμανικό λουκάνικο, οι δραστηριότητες των εν λόγω εταιρειών αφορούν πλέον όλους τους κλάδους της βιομηχανίας και των υπηρεσιών.

Πλήθος στελεχών και πολιτικών της Τουρκίας, οι οποίοι συχνά ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους στη Γερμανία, τη θεωρούν πρότυπο. Κυρίως, μάλιστα, αναφορικά με το πώς διαχειρίζεται το εγχώριο μωσαϊκό των θρησκειών και την επιρροή των αντίστοιχων φορέων τους. Οι γερμανοί χριστιανοδημοκράτες [δηλαδή ο συνασπισμός της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης (CDU) και της Χριστιανοκοινωνικής Ενωσης] αποτελούν, για πολλούς, το μοντέλο από το οποίο εμπνέεται το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), των δημοκρατών και ρεφορμιστών μουσουλμάνων.

Αλλωστε, ο τούρκος πρωθυπουργός Ερντογάν δεν θεωρείται από τον υπουργό Εσωτερικών, Σόιμπλε, ισλαμιστής, αλλά «πιστός μουσουλμάνος», για τον οποίο τρέφει «σε αυτό το επίπεδο, βαθύτατη εκτίμηση».
  • * Ο MICHEL VERRIER είναι δημοσιογράφος στο Βερολίνο.

LE-MONDE, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 14/09/2008

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2008

ΜΙΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΕΣ

Tου Peter Mandelson* / The Guardian / Η Καθημερινή

Και ύστερα έγιναν δύο. Γνωρίζουμε τώρα ότι ο πρώτος πρόεδρος των ΗΠΑ στην επόμενη φάση της παγκοσμιοποίησης θα είναι είτε ο Μπαράκ Ομπάμα είτε ο Τζον Μακέιν. Ένας από τους δύο θα είναι ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος του οποίου η εξωτερική πολιτική θα κυριαρχηθεί, εξ αρχής, από «μεταβίβαση» της οικονομικής ισχύος από τη Δύση στην Ανατολή και στον Νότο. Ο «ατλαντικός κόσμος» δεν είναι πλέον το κέντρο του οικονομικού κόσμου, επειδή ο οικονομικός κόσμος δεν έχει πια κέντρο. Σημασία για μας έχει το πώς οι κ. Μακέιν και Ομπάμα ερμηνεύουν το γεγονός.

Ο προστατευτισμός και η εμφανής ρητορική κατά του εμπορίου στη διάρκεια των αμερικανικών προκριματικών εκλογών αφήνουν να εννοηθεί ότι πολλοί Αμερικανοί βλέπουν την παγκόσμια οικονομική αλλαγή ως πρόβλημα. Η Ασία αναδύεται, εμείς παρακμάζουμε. Η οικονομική ανισότητα περιορίζεται μεταξύ κρατών, αλλά διευρύνεται εντός των ίδιων των κοινωνιών μας. Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι πια κάτι που κάνουμε, αλλά κάτι που οι άλλοι κάνουν σε μας. Ένας αυξανόμενος αριθμός Ευρωπαίων νιώθει το ίδιο.

Κανείς δεν θα διαφωνήσει ότι η παγκοσμιοποίηση έχει τη σκοτεινή της πλευρά. Αλλά οι ανοιχτές αγορές και η οικονομική ενοποίηση που την ωθούν παραμένουν, με διαφορά, το καλύτερο εργαλείο που διαθέτουμε για την ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομικής ευημερίας. Και αυτό αποτελεί σημαντική συμβολή στην παγκόσμια σταθερότητα. Μόνο τα σταθερά, συνεργαζόμενα κράτη μπορούν να χειριστούν την επερχόμενη συρρίκνωση των πηγών. Επί 60 έτη, οι Ηνωμένες Πολιτείες ασφάλιζαν τον οικονομικό διεθνισμό με τη δική τους πολιτική ανοιγμάτων. Μια κρίση της αμερικανικής εμπιστοσύνης στην παγκοσμιοποίηση θα τον θέσει εκτός πορείας.

Αντί να ανησυχούν για τη σχετική μείωση της οικονομικής τους βαρύτητας, οι ΗΠΑ και η Ευρώπη θα έπρεπε να αναγνωρίσουν ότι σ’ έναν ανεξάρτητο κόσμο, δεν έχουν τίποτε να κερδίσουν από τη στασιμότητα της οικονομίας του αναπτυσσόμενου κόσμου. Αντίθετα, θα πρέπει να εστιάσουν την προσοχή στην ανανέωση των παγκόσμιων θεσμών που είναι απαραίτητοι προκειμένου να διατηρηθεί ενωμένο αυτό το νέο μείγμα κρατών μέσα από ένα διάλογο με θέματα την αλλαγή του κλίματος, την ενέργεια, την ασφάλεια και το εμπόριο. Πρέπει να προσαρμόσουμε αυτούς τους θεσμούς –τον ΟΗΕ, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο– προκειμένου να δώσουμε στις αναδυόμενες οικονομίες μια ευκαιρία όχι απλώς να ασκήσουν τα δικαιώματά τους, αλλά και να αναλάβουν τις ευθύνες τους.

Το πρόβλημα είναι ότι τη στιγμή που χρειαζόμαστε όσο ποτέ άλλοτε τα εργαλεία του διεθνισμού, οι ίδιοι μας οι πολιτικοί έχουν αρχίσει να πιέζουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο οικονομικός εθνικισμός είναι το σύμπτωμα ενός βαθύτερου προβλήματος. Δεν μπορούμε να διαμορφώσουμε την παγκοσμιοποίηση χωρίς να αντιμετωπίσουμε τα αίτια του προστατευτισμού. Αυτό σημαίνει να αντιμετωπίσουμε την ίδια μας την οικονομική ανασφάλεια και ανισότητα.

Η αίσθηση του «Νιου Ντιλ»

Το ότι η παγκοσμιοποίηση δεν είναι συμβατή με τα δραστήρια κοινωνικά κράτη αποτελεί έναν καλά οχυρωμένο πολιτικό μύθο. Κοιτάξτε τα στοιχεία του ΟΟΣΑ για την τελευταία 20ετία και θα δείτε καθαρά ότι στον βαθμό που ενθάρρυναν την ευελιξία της αγοράς εργασίας τα υψηλά επίπεδα εκπαίδευσης και βοήθησαν τις γυναίκες και τους ηλικιωμένους να παραμείνουν στην εργατική δύναμη, τα ισχυρά κράτη πρόνοιας έχουν εξοπλίσει τις χώρες για την παγκοσμιοποίηση πολύ καλύτερα από τα αδύναμα.

Αυτό δεν είναι πρόκληση μόνο για τις ΗΠΑ. Πολλά ευρωπαϊκά κοινωνικά μοντέλα δεν έχουν επιτύχει ακόμη καλές επιδόσεις. Οι προοδευτικοί στις ΗΠΑ και την Ευρώπη πρέπει να ανανεώσουν την αίσθηση του «Νιου Ντιλ» για τις κυβερνήσεις, οι οποίες βοηθούν τον κόσμο μάλλον να δεσμευτεί με ανοιχτές οικονομίες, παρά να τις αφήνει εκτεθειμένες.

Ο Γκόρντον Μπράουν το έχει καταλάβει. Είτε ασχολείται με την αφρικανική ανάπτυξη είτε με την κοινωνική δικαιοσύνη στη Βρετανία, ο Βρετανός πρωθυπουργός θεωρεί την παγκοσμιοποίηση μέρος της λύσης και όχι μέρος του προβλήματος. Όποιες κι αν είναι οι δυσκολίες και οι προκλήσεις, ο κ. Μπράουν δεν έσφαλε ποτέ απορρίπτοντας τα πλαστά πλεονεκτήματα του λαϊκισμού και ακολουθώντας τη θετική πολιτική της παγκοσμιοποίησης. Ο κόσμος έχει ανάγκη να ακούσει το ίδιο μήνυμα από τον πρόεδρο Ομπάμα ή τον πρόεδρο Μακέιν. Η παγκοσμιοποίηση χρειάζεται την Αμερική. Η Αμερική χρειάζεται την παγκοσμιοποίηση.

* Ο Peter Mandelson είναι ο επίτροπος Εμπορίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης