The Economist
Για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, είναι απολύτως φυσιολογικό να είναι κάποιος ξένος στα περισσότερα μέρη του κόσμου. Κανείς δεν θα δώσει ιδιαίτερη σημασία αν είσαι Γάλλος στο Βερολίνο, Κογκολέζος στο Λονδίνο, Ρώσος στο Παρίσι, ή Κινέζος στη Νέα Υόρκη. Για τους περισσότερους φιλοσόφους, η επιθυμία τόσο πολλών ανθρώπων να ζήσουν μακριά από την πατρίδα τους είναι ακατάληπτη. Πιστεύουν ότι ο άνθρωπος, ως κοινωνικό ζώο, πρέπει να ανήκει κάπου. Ο Πρώσος φιλόσοφος Χέρντερ έθεσε τα θεμέλια του εθνικισμού βασισμένος στην παραπάνω αρχή. «Κάθε έθνος εμπεριέχει τη βάση της ευδαιμονίας του στον ίδιο του τον εαυτό», είχε γράψει. Ακόμη και ο εμβληματικός φιλελεύθερος φιλόσοφος Ιζάια Μπερλίν είχε ενστερνιστεί την ελκυστική αυτή θέση: «Ο καθένας μας έχει το δικαίωμα να ζει σε μια κοινωνία όπου δεν χρειάζεται να ανησυχεί για την εμφάνισή του στους άλλους, ούτε να υπόκειται στην κακοπιστία τους», έγραψε προς το τέλος της ζωής του, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να δικαιολογήσει την υποστήριξή του στον Σιωνισμό. Πάντως, αν και οι φιλόσοφοι αναφέρονται συχνά στο αγαθό της κοινότητας, αυτό δεν τους εμποδίζει να ταξιδεύουν και να μεταναστεύουν μακριά από τις πατρίδες τους. Ο Καντ έζησε όλη του τη ζωή στο εξωτερικό, ενώ ο Καρτέσιος μετοίκησε στη Σουηδία, όπου και πέθανε από το κρύο.
Πράγματι όμως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν πιο άνετα στην πατρίδα τους. Τι γίνεται όμως με εκείνους που θεωρούν την πατρίδα τους καταπιεστική και την ξενιτιά απελευθερωτική; Η επιλογή της μετανάστευσης για αυτούς είναι από μια άποψη πιο εύκολη στην εποχή μας και ταυτόχρονα πιο δύσκολη. Πιο εύκολη γιατί η παγκοσμιοποίηση της εκπαίδευσης και των αγορών διαλύει σιγά σιγά τα σύνορα των κρατών. Πιο δύσκολη γιατί στο παγκόσμιο χωριό του 21ου αιώνα έχουν μείνει ελάχιστα μέρη, όπου μπορεί να καταφύγει κανείς και να νιώθει πραγματικά ξένος.
Λέγεται εδώ και πολλά χρόνια ότι στην Αμερική κανείς δεν είναι ξένος, αφού υπό μία έννοια όλοι είναι ξένοι. Η ίδια παράδοξη κατάσταση επικρατεί και στις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ιδιαίτερα στις Βρυξέλλες, όπου έχει συγκεντρωθεί όλη η γραφειοκρατία της Ε. Ε. Στην ίδια πόλη όμως, η εχθρότητα μεταξύ Βαλλόνων και Φλαμανδών τους καθιστά ξένους μεταξύ τους στην ίδια τους την πατρίδα.
Για να νιώσουμε επομένως πραγματικά ξένοι, θα πρέπει να πάμε στην Αφρική, τη Μέση Ανατολή, ή σε ορισμένες χώρες της Ασίας. Σε δημοσκόπηση που διεξήχθη πέρυσι στη Νότιο Κορέα, το 42% των ερωτηθέντων απάντησε ότι δεν είχε μιλήσει ποτέ με ξένο. Καλύτερα να ετοιμάζονται, καθώς οι μετανάστες στη χώρα διπλασιάστηκαν την τελευταία δεκαετία και ξεπερνούν πλέον το ένα εκατομμύριο (περίπου το 2% του πληθυσμού). Στον ανεπτυγμένο κόσμο γενικά, το 8% του πληθυσμού έχει γεννηθεί στο εξωτερικό.
Στην αυγή του Δυτικού Πολιτισμού, ο Πλάτωνας διαχώρισε μεταξύ δύο κατηγοριών τους ξένους: τους μόνιμους, στους οποίους θα επιτρέπονταν η διαμονή στην ιδανική Πολιτεία του για 20 χρόνια, ώστε να κάνουν τις εργασίες, που οι ντόπιοι θα περιφρονούσαν και στους επισκέπτες, στους οποίους συμπεριλάμβανε τους πρεσβευτές, τους τουρίστες, τους εμπόρους και τους φιλοσόφους. Αν προσθέσετε στη δεύτερη κατηγορία και τους καθηγητές πανεπιστημίου, τότε θα δείτε ότι η ταξινόμηση του Πλάτωνα ισχύει και σήμερα.
Η μετανάστευση έγινε πολύ πιο συστηματική με την έλευση της βιομηχανικής εποχής, όταν τα όρια των κρατών έγιναν σαφή. Στην αρχή, οι μόνοι που είχαν τη δυνατότητα να μεταναστεύσουν ήταν οι αστοί. Προοδευτικά όμως, με την εισαγωγή του σιδηρόδρομου και την ανακάλυψη του ατμόπλοιου, τα ταξίδια έγιναν προσιτά και στις λαϊκές μάζες. Η ξενιτιά έγινε μέσο απελευθέρωσης - φυσικής, ηθικής και ψυχολογικής. Στην ξένη χώρα ήσουν «ανεύθυνος» για όσα είχες πράξει στην προηγούμενη ζωή σου. Για τους ηθικούς φιλοσόφους, η κατάσταση της ανευθυνότητας δεν είναι επιθυμητή. Για τους κουρασμένους ταξιδιώτες ήταν όμως ανακουφιστική.
Δεν πρέπει βέβαια να λησμονούμε ότι η ξενιτιά πήρε και μία άλλη μορφή. Πολλοί ξένοι σήμερα είναι απένταροι φοιτητές, κατάκοποι μάνατζερ, σύζυγοι που ακολουθούν εκόντες-άκοντες τους/τις συντρόφους τους. Η ξενιτιά πολλές φορές επιβάλλεται από τη φτώχεια, τον πόλεμο, ή τις πολιτικές διώξεις και τότε δεν μπορεί να είναι ευχάριστη.
Παρ’ όλα αυτά, αν δεν συντρέχουν έκτακτοι ή θλιβεροί λόγοι, η ξενιτιά είναι πάντοτε ενδιαφέρουσα. Ακονίζει το μυαλό, χωρίς να το κουράζει και απαλλάσσει τον ξένο από τη βαρετή ρουτίνα της ζωής στην πατρίδα του.
Το περίεργο όμως είναι ότι ακόμη και αν κάποιος ξενιτευτεί επειδή πραγματικά το θέλει, στο τέλος καταλήγει να μετατραπεί σε πραγματικό εξόριστο, κάτι που βεβαίως δεν είναι καθόλου ευχάριστο. Η πατρίδα που αφήνουμε πίσω μας αλλάζει και όταν επιστρέφουμε δεν είναι πια η ίδια. Οι παλιοί φίλοι αλλάζουν κι αυτοί, πεθαίνουν ή ξεχνιούνται. Ακόμη και όταν επιστρέφει ο ξενιτεμένος, δεν βρίσκει την πατρίδα που είχε στις αναμνήσεις του. Νιώθει ότι έχασε κάτι, κάτι που δεν θα ξαναβρεί ποτέ.
Δεν μπορούμε όμως να τα έχουμε όλα. Η ζωή είναι γεμάτη επιλογές, που η μία αποκλείει την άλλη. Στο δίλημμα της ξενιτιάς έχουμε να διαλέξουμε μεταξύ της ελευθερίας και της θαλπωρής του συνανήκειν. Αυτός που μένει στην πατρίδα του, επιλέγει το δεύτερο. Ο ξενιτεμένος επιλέγει την ελευθερία και τον πόνο που αυτή συνεπάγεται. [Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 10 Iανoυαρίου 2010]
Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010
Εμείς (και) οι Ξένοι
Παρασκευή 17 Ιουλίου 2009
Μάσιμο Ντ'Αλέμα: «Η Ευρώπη σήμερα είναι η ήπειρος του φόβου»
- ΜΑΣΙΜΟ ΝΤ' ΑΛΕΜΑ Ο ΙΤΑΛΟΣ ΠΡΩΗΝ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΤΤΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΑΡΙΣΤΕΡΑΣ, ΤΗΝ ΕΠΕΛΑΣΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗΣ ΔΕΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΑ «ΟΜΠΑΜΑ», Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
- Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης επίσκεψής του στην Ελλάδα, όπου συμμετείχε σε συνέδριο για το μέλλον της σοσιαλδημοκρατίας, είχε προβλέψει τη μεγάλη ήττα των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στις ευρωεκλογές. Είχε προβλέψει επίσης ότι το ΠΑΣΟΚ θα αποτελούσε εξαίρεση σε αυτήν την τάση.
Οι Ευρωπαίοι σοσιαλιστές διχάστηκαν απέναντι στην πρόκληση της παγκοσμιοποίησης. Ορισμένοι ηγέτες ανανέωσαν ακόμη και το λεξιλόγιό τους. Επαψαν να μιλούν για «απασχόληση» προτιμώντας την έκφραση «απασχολησιμότητα» αντικατέστησαν τη λέξη «προστασία» με τη λέξη «ευκαιρία», άφησαν στην άκρη τη λέξη «πρόνοια» και μίλησαν για «εκπαίδευση» (φωτ. ΑΠΕ)
Ο λόγος για τον Ιταλό πρώην πρωθυπουργό και πρώην ηγέτη του ιταλικού Δημοκρατικού κόμματος της Αριστεράς, Μάσιμο Ντ'Αλέμα, που σε μια από τις αρκετά σπάνιες συνεντεύξεις του (ο ίδιος δημοσιογράφος και πρώην διευθυντής της ιταλικής εφημερίδας Unita δεν φημίζεται για τις πολύ καλές του σχέσεις με τον Τύπο) μίλησε στην «Ε» για τα λάθη τα οποία οδήγησαν τα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην κρίση. «Δεν μπόρεσε η Κεντροαριστερά να απαντήσει στην πρόκληση της παγκοσμιοποίησης», είπε χαρακτηριστικά ο Μάσιμο Ντ'Αλέμα, κάνοντας αυστηρή αυτοκριτική. Με θερμά λόγια αναφέρθηκε στον Γιώργο Παπανδρέου και τον χαρακτήρισε «ηγέτη αλά Ομπάμα». Γνήσιο τέκνο της πολιτικής και ιδεολογικής κρίσης, που αντιμετωπίζει σήμερα η Ιταλία, αποκαλεί τον Σ. Μπερλουσκόνι, προσθέτοντας ότι ανήκει στην εθνικιστική και λαϊκή Δεξιά.
- Στην τελευταία σας επίσκεψη στην Ελλάδα, τον περασμένο Μάιο, συμμετείχατε σ' ένα συνέδριο για το μέλλον της σοσιαλδημοκρατίας. Είναι ένα επίκαιρο θέμα ειδικά μετά την ήττα της πλειονότητας των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στις ευρωπαϊκές εκλογές.
«Οντως, σε εκείνο το συνέδριο στην Αθήνα είχαμε προβλέψει την ήττα της πλειονότητας των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στις ευρωπαϊκές εκλογές. Είχαμε προβλέψει, επίσης, ότι η Ελλάδα θα αποτελούσε την εξαίρεση σε αυτή τη γενικευμένη τάση. Δεν υπάρχουν αμφιβολίες για το γεγονός ότι η ήττα των ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων υπογραμμίζει τη βαθιά κρίση που αντιμετωπίζει σήμερα η Κεντροαριστερά. Οπως είχα πει και τότε στην Αθήνα, για να μιλήσει κάποιος για αυτήν την κρίση οφείλει να αναφερθεί σε εκείνο που παρουσιάζεται για τη σοσιαλδημοκρατία ως παράδοξο...
Η περίοδος παγκόσμιας κρίσης που διανύουμε σηματοδοτεί μια αλλαγή εποχής.
Ο Μάσιμο ντ' Αλέμα θεωρεί ότι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ φέρνει φρέσκο άνεμο και είναι «ένας ηγέτης αλά Ομπάμα» (φωτ. ΑΠΕ)
Δεν αντιμετωπίζουμε μόνο μια οικονομική κρίση, αλλά προπάντων μια πολιτική και πολιτιστική κρίση. Είναι ηλίου φαεινότερον ότι κλείνει ένας κύκλος που τον χαρακτήριζαν μια παγκοσμιοποίηση χωρίς κανόνες και η κυριαρχία μιας υπερ-φιλελεύθερης ιδεολογίας. Δύει επίσης η δογματική αυταπάτη του αλάνθαστου της αγοράς. Ετσι, στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης επιστρέφουν τώρα ιδέες που ανήκουν στη σοσιαλιστική παράδοση. Και πρώτα απ' όλα η ανάγκη, η πολιτική και οι δημοκρατικοί θεσμοί να κατευθύνουν και να ρυθμίσουν την οικονομική εξέλιξη, διότι μόνο υπό αυτούς τους όρους η καπιταλιστική ανάπτυξη μπορεί να συμβαδίσει με τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης και της προστασίας των ατομικών ελευθεριών.
Σε πολιτικό επίπεδο δε πραγματοποιείται στις ημέρες μας μια μεγάλη αλλαγή που αντανακλά τη στροφή των ΗΠΑ, όπου έλαβε τέλος η νεοσυντηρητική εποχή, αυτή των ισομερών αποφάσεων και των επιθετικών πολιτικών. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το παράδοξο, στο οποίο αναφέρθηκα προηγουμένως. Απέναντι από αυτήν τη μεγάλη στροφή που θα μπορούσε να αποτελέσει μια ευκαιρία για να δώσουμε τις απαντήσεις μας και να προτείνουμε ξανά μια νέα ρεφορμιστική εποχή, τις μεγαλύτερες δυσκολίες μοιάζει ακριβώς να αντιμετωπίζει ο σοσιαλισμός στην Ευρώπη. Ετσι, ενώ σε μεγάλο μέρος των ηπείρων κυβερνούν οι προοδευτικοί (ΗΠΑ, Βραζιλία, Ινδία, Νότια Αφρική), μεγάλο μέρος της Ευρώπης κυβερνάται σήμερα από μια συντηρητική ηγεσία, από μια εθνικιστική, λαϊκή Δεξιά, που μερικές φορές δηλώνει ανοιχτά αντιδραστική και ρατσιστική.
Μοιάζει να επαναλαμβάνεται, με λίγα λόγια, ο διαχωρισμός της δεκαετίας του τριάντα τον προηγούμενο αιώνα, όταν ως αντίδραση στη μεγάλη κρίση στην Αμερική επικράτησε το New deal, ενώ στην καρδιά της Ευρώπης υπερίσχυσαν ο εθνικισμός, ο φασισμός και ο αντισημιτισμός».
«Πολιορκημένο φρούριο»
- Πώς εξηγείτε αυτή τη νέα στροφή προς τη Δεξιά;
«Βλέπετε, η Ευρώπη είναι η ήπειρος του φόβου. Φοβάται τον επιθετικό ανταγωνισμό των ασιατικών οικονομιών, τους μετανάστες που ανατρέπουν την κοινωνική μας οργάνωση και που προπάντων σήμερα, με την κρίση και την ανεργία, εμφανίζονται στους πιο φτωχούς ως εχθρό και απειλή, επίσης στην Ευρώπη ο φόβος της τρομοκρατίας και του Ισλάμ καλλιεργεί την εντύπωση ότι ζούμε σε ένα πολιορκημένο φρούριο και δημιουργεί την ανάγκη να επανασυνδεθούμε με μια εθνική και θρησκευτική ταυτότητα, δυνατή και καλά ριζωμένη. Η ευρωπαϊκή Δεξιά, λαϊκή και εθνικιστική, λοιπόν εκμεταλλεύτηκε αυτούς τους φόβους και σε πολλές χώρες παρουσιάστηκε, ιδιαίτερα στις πιο ασθενείς κοινωνικές τάξεις, σαν η κατάλληλη δύναμη για να προστατέψει τους ανθρώπους και να εγγυηθεί για τα συμφέροντα και τις αξίες τους. Η Δεξιά πρότεινε απλές και οπισθοδρομικές λύσεις, όπως την επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες, την πολιτική χρήση της θρησκείας και κατά αυτόν τον τρόπο απάντησε στη δυσφορία των εργαζομένων και της παραγωγικής τάξης, τροφοδοτώντας αυταπάτες προστατευτισμού και εχθρότητα ενάντια στους μετανάστες.
Ωστόσο, αληθεύει επίσης ότι στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του '90, η πλειονότητα των ευρωπαίων στράφηκε σε εμάς, στην Κεντροαριστερά, αναζητώντας μια απάντηση και μια άμυνα απέναντι στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης. Εμείς όμως δεν υπήρξαμε, συνολικά, σε θέση να δώσουμε μια θετική απάντηση στο αίτημα μεγάλης μερίδας της κοινής γνώμης».
- Είναι γεγονός ότι τα κόμματα της Κεντροαριστεράς έχουν πάψει να πείθουν τους Ευρωπαίους, είναι επίσης αλήθεια ότι οι κρίσεις οδηγούν στην αυτοκριτική. Εσάς, π.χ. σας κατηγόρησαν ότι υιοθετήσατε τον τρίτο δρόμο, αυτόν των Αγγλων εργατικών...
«Οι Ευρωπαίοι σοσιαλιστές ουσιαστικά διχάστηκαν απέναντι στην πρόκληση της παγκοσμιοποίησης. Σε ορισμένες χώρες επικράτησε η αυταπάτη ότι οι συνέπειες της παγκοσμιοποίησης θα μπορούσαν να περιοριστούν και ότι θα ήταν δυνατόν να υπερασπιστούμε την τάξη του welfare state (κράτος πρόνοιας) διαμέσου μιας παραδοσιακής και, μερικές φορές ακόμη και, αντιευρωπαϊκής προσέγγισης, όπως π.χ. συνέβη στη Γαλλία. Από την άλλη πλευρά, υπήρξαν κόμματα και ηγέτες που αγκάλιασαν με ενθουσιασμό τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό στο όνομα της τρίτης οδού, μερικές φορές δε και με στάσεις υποταγμένες σε μια υπερφιλελεύθερη ιδεολογία.. Αυτοί ανανέωσαν ακόμη και το λεξιλόγιό μας. Επαψαν να μιλούν για emloyment (απασχόληση), προτιμώντας την έκφραση employability (απασχολησιμότητα). Αντικατέστησαν τη λέξη "προστασία" με τη λέξη "ευκαιρία", άφησαν στην άκρη τη λέξη welfare (πρόνοια) και μίλησαν για education (εκπαίδευση). Ολοι εμείς, κάποιοι λιγότερο, κάποιοι περισσότερο, νιώσαμε την επιρροή αυτής της ανανέωσης που πήγαζε από το New labor (Εργατικοί). Σίγουρα αυτό μας βοήθησε να εξασφαλίσουμε στους σοσιαλιστές μια ακόμη ευκαιρία για να κυβερνήσουν. Δεν μπορέσαμε όμως να βρούμε μια λύση στις αυξανόμενες κοινωνικές ανισότητες που πήγαζαν από τη χωρίς κανόνες εξέλιξη του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και εμφανιστήκαμε να ακολουθούμε μια υπερ-φιλελεύθερη κουλτούρα και να ανήκουμε και εμείς στις δυνάμεις που ευθύνονται για τη σημερινή κρίση. Το πρόβλημα είναι ότι ο ευρωπαϊκός σοσιαλισμός, είτε στις πιο παραδοσιακές του εκφράσεις είτε στις ανανεωτικές συνιστώσες του, δεν κατόρθωσε μπροστά στην παγκοσμιοποίηση να υπερβεί τον ορίζοντα των εθνικών μεταρρυθμίσεων. Και πιο συγκεκριμένα, εγώ πιστεύω ότι εκμεταλλεύτηκε μόνο σε περιορισμένο βαθμό τη μεγάλη ευκαιρία της πολιτικής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Μετά την άφιξη του ενιαίου νομίσματος, οι καιροί ήταν ώριμοι για ένα ποιοτικό άλμα. Ηταν ανάγκη να εναρμονιστούν οι αναπτυξιακές και φορολογικές πολιτικές, οι πολιτικές επίσης για την έρευνα και τον εκσυγχρονισμό. Ηταν επιτακτική ανάγκη να χτιστεί μια αληθινή κοινωνική Ευρώπη. Αυτά όμως δεν έγιναν...»
«Ποινικοποιήθηκε η εργασία»
- Εσείς αναφέρεστε συχνά και σ' ένα έλλειμμα κοινωνικής δικαιοσύνης που δημιουργήθηκε τα τελευταία χρόνια...
«Ναι, είναι αλήθεια. Πιστεύω ότι ποτέ άλλοτε, όπως αυτή τη στιγμή, δεν έγινε πιο σαφές πως η εργασία, και όχι μόνο εκείνη του εργάτη, αλλά και του τεχνίτη και του μικροεπιχειρηματία, ποινικοποιήθηκε από τη διαστρεβλωμένη ανάπτυξη των τελευταίων 15 χρόνων, η οποία ενίσχυσε το κεφάλαιο και την κερδοσκοπία.
Το θέμα της δημοκρατίας επιστρέφει τώρα στο κέντρο της οπτικής των προοδευτικών και αποδεικνύεται βασικό για να συσταθεί εκ νέου μια δυνατή σχέση με την κοινή γνώμη των χωρών μας. Η δημοκρατία εκφράζεται ως δικαίωμα στον έλεγχο και στη διαφάνεια και αφορά όλους τους εργαζομένους, τους καταναλωτές, τους αποταμιευτές κ.λπ. Πρόκειται για μια μορφή δημοκρατίας που παράγει δυνατούς υπερεθνικούς θεσμούς, οι οποίοι είναι σε θέση να καθοδηγήσουν την ανάπτυξη, όχι μόνο προς οικονομικούς στόχους αλλά και στην κατεύθυνση της προώθησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Το δεύτερο μεγάλο θέμα που σχετίζεται με την προώθηση μια προοδευτικής ανάπτυξης είναι εκείνο της ισότητας. Τον τελευταίο καιρό συχνά προτιμούσαμε να μιλάμε για ίσες ευκαιρίες. Αυτό είναι σωστό, αλλά συγχρόνως πρέπει να αντιμετωπίσουμε ξανά με αποφασιστικότητα το θέμα μιας πιο δίκαιης διανομής του πλούτου. Τα τελευταία χρόνια, δημιουργήθηκαν ανεπίτρεπτες ανισότητες μεταξύ πλούσιων και φτωχών χωρών αλλά και στο εσωτερικό των κοινωνιών μας. Παρά τη σημαντική αύξηση του παγκόσμιου πλούτου, αυξήθηκε δραματικά και η φτώχεια και η κοινωνική ανισότητα στην πλειονότητα των ανεπτυγμένων χωρών. Ολα αυτά, πέρα από το γεγονός ότι παρήγαγαν άδικες κοινωνίες, αποτέλεσαν και αίτια της οικονομικής κρίσης. Εξάλλου είναι γνωστό ότι η άνιση κατανομή του πλούτου δεν υποστηρίζει την ανάπτυξη της κατανάλωσης και της εσωτερικής αγοράς, υποβαθμίζει επίσης την εργασία, μειώνει το επίπεδο των αποδοχών, μειώνει τις προσδοκίες των εργαζομένων, προκαλώντας τελικά μια πτώση της παραγωγικότητας».
- Μιλώντας για την Ιταλία, πολλοί αναρωτιούνται πώς ο Μπερλουσκόνι βρίσκεται ακόμη τόσο ψηλά στις προτιμήσεις τον Ιταλών, ενώ η Κεντροαριστερά δεν είναι σε θέση να ανατρέψει αυτό το δεδομένο...
«Το φαινόμενο Μπερλουσκόνι αντανακλά τη βαθιά ιδεολογική και πολιτική κρίση που η Ιταλία διανύει αυτήν την περίοδο. Ενας πολιτικός σαν τον Σ. Μπερλουσκόνι δεν θα είχε ποτέ την ευκαιρία να κυβερνήσει για τόσο μεγάλο διάστημα σε μια διαφορετική ιστορική συγκυρία. Αυτός ανήκει σε εκείνη την εθνικιστική και λαϊκή Δεξιά στην οποία αναφερόμουν προηγουμένως. Το πρόβλημα τώρα αφορά τις απαντήσεις που θα είναι σε θέση να δώσει η αντιπολίτευση και ειδικότερα το Δημοκρατικό Κόμμα που αυτές τις εβδομάδες θα έχει το συνέδριό του. Είναι ένα πολύ σημαντικό ραντεβού, από το οποίο εύχομαι το κόμμα να βγει ενισχυμένο, με μια ισχυρή και πειστική για το μέλλον της χώρας πρόταση, ώστε να αποδειχτεί ικανό να δεχτεί την πρόκληση και να αντιμετωπίσει τα μεγάλα θέματα που έχουμε απέναντί μας».
- Ποια είναι η σχέση σας με τον ηγέτη του ελληνικού σοσιαλιστικού κόμματος, Γ. Παπανδρέου;
«Με τον Γ. Παπανδρέου συνεργάστηκα επανειλημμένως στο παρελθόν. Πιστεύω ότι αντιπροσωπεύει το μοντέλο του νέου σοσιαλδημοκράτη ηγέτη. Είναι χωρίς αμφιβολία προοδευτικός, ανοιχτός στον διάλογο και στερείται προκαταλήψεων. Ενας ηγέτης αλά Ομπάμα, για να γίνω πιο κατανοητός, που όντως θα μπορούσε να φέρει έναν φρέσκο άνεμο στους σκουριασμένους πλέον μηχανισμούς της παραδοσιακής πολιτικής».
- Της ΕΛΙΖΑΜΠΕΤΤΑΣ ΚΑΖΑΛΟΤΤΙ, Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 17 Ιουλίου 2009
Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009
Φρένο στην παγκοσμιοποίηση;
ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΑΤΛΑΣ ΤΟΥ 1540 |
- Είναι πολλοί οι μελετητές που υποστηρίζουον ότι η σημερινή οικονομική κρίση οδηγεί σε ένα απότομο φρενάρισμα της παγκοσμιοποίησης και ότι ο Μπαράκ Ομπάμα θα υποχρεωθεί να υιοθετήσει μια πολιτική περισσότερο προσηλωμένη στην εθνική διάσταση από όσο ήταν η πολιτική του Τζορτζ Μπους, ο οποίος ενδιαφερόταν για την επιβολή της αμερικανικής ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας στον κόσμο. Εσείς τι πιστεύετε;
«Δεν πιστεύω ότι η τωρινή κρίση συμπίπτει με το τέλος της παγκοσμιοποίησης. Νομίζω ότι ισχύει το αντίθετο. Αν δούμε τα μέτρα που πήραν για να αντιδράσουν στην οικονομική κρίση, βλέπουμε ότι υπάρχει ένας ενεργητικός συντονισμός των διάφορων εθνικών κυβερνήσεων για να την αντιμετωπίσουν. Ο διακηρυγμένος στόχος είναι, πράγματι, να διασωθεί η παγκοσμιοποίηση και όχι η επιστροφή στο παρελθόν. Τα τελευταία είκοσι-τριάντα χρόνια συντελέστηκε ένας βαθύς μετασχηματισμός της οικονομικής δραστηριότητας, των σχέσεων μεταξύ των κρατών, της πολιτικής δράσης, των κοινωνικών κινημάτων.
»Ορισμένοι λένε ότι η αλληλεξάρτηση ανάμεσα στις διάφορες εθνικές πραγματικότητες είναι το στοιχείο που χαρακτηρίζει την παγκοσμιοποίηση. Αυτό είναι βέβαιο, αλλά η παγκοσμιοποίηση είναι και άλλα πράγματα ακόμα. Οι επιχειρήσεις, για παράδειγμα, σχεδιάζουν την εργασιακή διαδικασία σε παγκόσμιο επίπεδο, τα κεφάλαια αγνοούν τα εθνικά σύνορα, οι μεταναστεύσεις παρασύρουν εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους, τροποποιώντας το πανόραμα των κοινωνιών από τις οποίες φεύγουν οι μετανάστες και των κοινωνιών που τους υποδέχονται. Υπάρχουν εξάλλου υπερεθνικοί θεσμοί, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, οι οποίοι καθορίζουν κανόνες τους οποίους κάθε εθνικό κράτος οφείλει να υιοθετεί. Αυτές είναι αμετάκλητες αλλαγές, οι οποίες όμως δεν πρέπει να τροφοδοτούν μια γραμμική ανάγνωση της παγκοσμιοποίησης.
»Η παγκοσμιοποίηση είναι πράγματι μια διαδικασία που σημαδεύεται από συνέχειες αλλά και από ισχυρές ασυνέχειες. Γι' αυτούς τους λόγους δεν πιστεύω ότι ο Μπαράκ Ομπάμα θα δώσει προτεραιότητα μόνο στα εσωτερικά θέματα, επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι αναπόσπαστο μέρος της παγκοσμιοποίσης. Ο Ομπάμα είναι ένας ευφυής πολιτικός ηγέτης και γνωρίζει πολύ καλά ότι αν εφαρμόσει μιαν "εθνικιστική" πολιτική θα αποτύχει. Υπάρχει βέβαια η βαριά κληρονομιά που του αφήνει ο Μπους. Στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας ο Ομπάμα είπε ότι θέλει να προωθήσει μια μεγάλη αλλαγή, ότι το κράτος πρέπει να παρεμβαίνει για να αμβλύνει τις κοινωνικές ανισότητες που παροξύνει η ελεύθερη αγορά. Αλλά ο Ομπάμα δεν είναι ένας ριζοσπάστης, ούτε ένας ρουζβελτιανός. Πιστεύει στην ελεύθερη αγορά, αλλά θεωρεί ότι αν η αγορά αφεθεί στον εαυτό της οδηγείται στην αποτυχία. Στη χώρα σας θα χαρακτηριζόταν "κεντρώος". Αυτό που είναι σημαντικό ωστόσο δεν είναι τόσο τα προγράμματά του όσο η μεγάλη κοινωνική κινητοποίηση για την εκλογή του. Οι αφανείς, οι χωρίς εξουσία, οι μειονότητες, οι μετανάστες πήραν τον λόγο και εμφανίστηκαν στην πολιτική σκηνή. Είναι δύσκολο να γυρίσουν στα σπίτια τους χωρίς να προσπαθήσουν να επηρεάσουν τις πολιτικές επιλογές που θα κάνει».
- Το τελευταίο βιβλίο σας είναι ένα βιβλίο για το πώς αλλάζει η έννοια της κυριαρχίας.
«Στο τωρινό στάδιο των ερευνών μου περιορίζομαι να πω ότι η κυριαρχία προέβλεπε ένα μονοπώλιο της πολιτικής απόφασης, αλλά αυτή η απόφαση έπρεπε να έχει τη συναίνεση και τη νομιμοποίηση των υπηκόων του κυρίαρχου. Στην τωρινή φάση όλα είναι πολύ πιο πολύπλοκα, επειδή οι αποφάσεις που παίρνουν ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, η Παγκόσμια Τράπεζα, το G8 και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δεν έχουν ούτε τη συναίνεση ούτε τη νομιμοποίηση των λαών που υφίστανται αυτές τις αποφάσεις.
»Το πρόβλημα που έθεσα είναι ποιο ρόλο μπορούν να παίξουν τα εθνικά κράτη σε αυτή τη διαδικασία, φτάνοντας στο συμπέρασμα ότι παρακολουθούμε μια διαδικασία αποεθνικοποίησης που έχει ως πρωταγωνιστές της τα εθνικά κράτη. Η παγκοσμιοποίηση δεν σημαίνει ωστόσο τέλος του κράτους-έθνους, αλλά μάλλον μια τροποποίηση της ισορροπίας μεταξύ εκτελεστικής, νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας. Η εκτελεστική εξουσία, για παράδειγμα, αποκτά έναν αποφασιστικό ρόλο στο να μεταφράζει τοπικά τις αποφάσεις που παίρνονται παγκόσμια. Ταυτόχρονα, η νομοθετική εξουσία οφείλει να εναρμονίζει την εθνική νομοθεσία με τους διεθνείς κανόνες.
»Επομένως δεν έχουμε καμιάν εξαφάνιση του κράτους-έθνους αλλά μιαν αλλαγή στη λειτουργία του. Είναι ένα παράδοξο το κράτος-έθνος να εργάζεται για να παραχωρεί μέρος της κυριαρχίας του σε υπερεθνικούς θεσμούς, αλλά είναι μια κατάσταση που επιτρέπει στα κοινωνικά κινήματα να ενισχύουν τη δράση τους. Ας πάρουμε το παράδειγμα του Πόρτο Αλέγκρε. Ευνόησε παγκόσμιες δράσεις, στο εσωτερικό των οποίων τόσο οι υπερεθνικές οργανώσεις όσο και τα εθνικά κράτη υποχρεώθηκαν να διαπραγματευθούν με τα παγκόσμια κοινωνικά κινήματα (...)».
- ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ ΙΔΕΩΝ από τον ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία / 7 - 15/02/2009
Δευτέρα 16 Ιουνίου 2008
ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟ ΤΟ ΚΛΙΜΑ ΑΠΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑΣ
The New York Times / Η Καθημερινή
Τα τελευταία 20 χρόνια έφεραν στον κόσμο περισσότερο εμπόριο, περισσότερη παγκοσμιοποίηση και περισσότερη οικονομική ανάπτυξη απ’ ό,τι οποιαδήποτε προηγούμενη περίοδος στην ιστορία. Λίγοι σχολιαστές πίστεψαν ότι ήταν εφικτή τόσο γρήγορα μια τέτοια ανάπτυξη στο εμπόριο και το επίπεδο διαβίωσης.
ΜΙΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΕΣ
Και ύστερα έγιναν δύο. Γνωρίζουμε τώρα ότι ο πρώτος πρόεδρος των ΗΠΑ στην επόμενη φάση της παγκοσμιοποίησης θα είναι είτε ο Μπαράκ Ομπάμα είτε ο Τζον Μακέιν. Ένας από τους δύο θα είναι ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος του οποίου η εξωτερική πολιτική θα κυριαρχηθεί, εξ αρχής, από «μεταβίβαση» της οικονομικής ισχύος από τη Δύση στην Ανατολή και στον Νότο. Ο «ατλαντικός κόσμος» δεν είναι πλέον το κέντρο του οικονομικού κόσμου, επειδή ο οικονομικός κόσμος δεν έχει πια κέντρο. Σημασία για μας έχει το πώς οι κ. Μακέιν και Ομπάμα ερμηνεύουν το γεγονός.
Ο προστατευτισμός και η εμφανής ρητορική κατά του εμπορίου στη διάρκεια των αμερικανικών προκριματικών εκλογών αφήνουν να εννοηθεί ότι πολλοί Αμερικανοί βλέπουν την παγκόσμια οικονομική αλλαγή ως πρόβλημα. Η Ασία αναδύεται, εμείς παρακμάζουμε. Η οικονομική ανισότητα περιορίζεται μεταξύ κρατών, αλλά διευρύνεται εντός των ίδιων των κοινωνιών μας. Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι πια κάτι που κάνουμε, αλλά κάτι που οι άλλοι κάνουν σε μας. Ένας αυξανόμενος αριθμός Ευρωπαίων νιώθει το ίδιο.
Κανείς δεν θα διαφωνήσει ότι η παγκοσμιοποίηση έχει τη σκοτεινή της πλευρά. Αλλά οι ανοιχτές αγορές και η οικονομική ενοποίηση που την ωθούν παραμένουν, με διαφορά, το καλύτερο εργαλείο που διαθέτουμε για την ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομικής ευημερίας. Και αυτό αποτελεί σημαντική συμβολή στην παγκόσμια σταθερότητα. Μόνο τα σταθερά, συνεργαζόμενα κράτη μπορούν να χειριστούν την επερχόμενη συρρίκνωση των πηγών. Επί 60 έτη, οι Ηνωμένες Πολιτείες ασφάλιζαν τον οικονομικό διεθνισμό με τη δική τους πολιτική ανοιγμάτων. Μια κρίση της αμερικανικής εμπιστοσύνης στην παγκοσμιοποίηση θα τον θέσει εκτός πορείας.
Αντί να ανησυχούν για τη σχετική μείωση της οικονομικής τους βαρύτητας, οι ΗΠΑ και η Ευρώπη θα έπρεπε να αναγνωρίσουν ότι σ’ έναν ανεξάρτητο κόσμο, δεν έχουν τίποτε να κερδίσουν από τη στασιμότητα της οικονομίας του αναπτυσσόμενου κόσμου. Αντίθετα, θα πρέπει να εστιάσουν την προσοχή στην ανανέωση των παγκόσμιων θεσμών που είναι απαραίτητοι προκειμένου να διατηρηθεί ενωμένο αυτό το νέο μείγμα κρατών μέσα από ένα διάλογο με θέματα την αλλαγή του κλίματος, την ενέργεια, την ασφάλεια και το εμπόριο. Πρέπει να προσαρμόσουμε αυτούς τους θεσμούς –τον ΟΗΕ, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο– προκειμένου να δώσουμε στις αναδυόμενες οικονομίες μια ευκαιρία όχι απλώς να ασκήσουν τα δικαιώματά τους, αλλά και να αναλάβουν τις ευθύνες τους.
Το πρόβλημα είναι ότι τη στιγμή που χρειαζόμαστε όσο ποτέ άλλοτε τα εργαλεία του διεθνισμού, οι ίδιοι μας οι πολιτικοί έχουν αρχίσει να πιέζουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο οικονομικός εθνικισμός είναι το σύμπτωμα ενός βαθύτερου προβλήματος. Δεν μπορούμε να διαμορφώσουμε την παγκοσμιοποίηση χωρίς να αντιμετωπίσουμε τα αίτια του προστατευτισμού. Αυτό σημαίνει να αντιμετωπίσουμε την ίδια μας την οικονομική ανασφάλεια και ανισότητα.
Η αίσθηση του «Νιου Ντιλ»
Το ότι η παγκοσμιοποίηση δεν είναι συμβατή με τα δραστήρια κοινωνικά κράτη αποτελεί έναν καλά οχυρωμένο πολιτικό μύθο. Κοιτάξτε τα στοιχεία του ΟΟΣΑ για την τελευταία 20ετία και θα δείτε καθαρά ότι στον βαθμό που ενθάρρυναν την ευελιξία της αγοράς εργασίας τα υψηλά επίπεδα εκπαίδευσης και βοήθησαν τις γυναίκες και τους ηλικιωμένους να παραμείνουν στην εργατική δύναμη, τα ισχυρά κράτη πρόνοιας έχουν εξοπλίσει τις χώρες για την παγκοσμιοποίηση πολύ καλύτερα από τα αδύναμα.
Αυτό δεν είναι πρόκληση μόνο για τις ΗΠΑ. Πολλά ευρωπαϊκά κοινωνικά μοντέλα δεν έχουν επιτύχει ακόμη καλές επιδόσεις. Οι προοδευτικοί στις ΗΠΑ και την Ευρώπη πρέπει να ανανεώσουν την αίσθηση του «Νιου Ντιλ» για τις κυβερνήσεις, οι οποίες βοηθούν τον κόσμο μάλλον να δεσμευτεί με ανοιχτές οικονομίες, παρά να τις αφήνει εκτεθειμένες.
Ο Γκόρντον Μπράουν το έχει καταλάβει. Είτε ασχολείται με την αφρικανική ανάπτυξη είτε με την κοινωνική δικαιοσύνη στη Βρετανία, ο Βρετανός πρωθυπουργός θεωρεί την παγκοσμιοποίηση μέρος της λύσης και όχι μέρος του προβλήματος. Όποιες κι αν είναι οι δυσκολίες και οι προκλήσεις, ο κ. Μπράουν δεν έσφαλε ποτέ απορρίπτοντας τα πλαστά πλεονεκτήματα του λαϊκισμού και ακολουθώντας τη θετική πολιτική της παγκοσμιοποίησης. Ο κόσμος έχει ανάγκη να ακούσει το ίδιο μήνυμα από τον πρόεδρο Ομπάμα ή τον πρόεδρο Μακέιν. Η παγκοσμιοποίηση χρειάζεται την Αμερική. Η Αμερική χρειάζεται την παγκοσμιοποίηση.
* Ο Peter Mandelson είναι ο επίτροπος Εμπορίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ, ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑ Η ΛΥΣΗ;
Eντονος σκεπτικισμός για το κατά πόσο οι ανοιχτές αγορές παραμένουν το καλύτερο εργαλείο για την ανάπτυξη και την ευημερία
«Η γιορτή της παγκοσμιοποίησης έχει φθάσει στο τέλος της», διαπίστωνε τις προάλλες ο αναλυτής της γαλλικής εφημερίδας Le Monde, Φρεντερίκ Λεμέτρ. Είναι αλήθεια; Το ερώτημα φαίνεται ότι έχει ρίξει βαριά τη σκιά του στην Ευρώπη και την Αμερική, καθώς ολοένα και περισσότεροι διανοούμενοι της Δύσης -αλλά και πολιτικοί, όπως ο υποψήφιος πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα- επιλέγουν να αμφισβητούν τα πλεονεκτήματα του ελεύθερου εμπορίου και μιλούν για την ανάγκη αναθεώρησης των διεθνών οικονομικών συμφωνιών και θεσμών. Μετά και την αποτυχία της συνόδου της FAO στη Ρώμη για την κρίση των τροφίμων, το ερώτημα γίνεται όλο και πιο επιτακτικό.
Το καθαρό εισόδημα των Γερμανών μισθωτών μειώθηκε κατά 4,7% από το 2002 έως το 2005, κάτι που σημαίνει ότι η μεσαία τάξη της πρώτης ευρωπαϊκής οικονομίας γίνεται φτωχότερη. Αυτή η οικονομική απαισιοδοξία «εμποδίζει τη Δύση να κάνει οποιαδήποτε παραχώρηση στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Ουδεμία παραχώρηση προβλέπεται για την Κίνα, την Ινδία ή τη Βραζιλία, που έχουν γίνει επίφοβοι ανταγωνιστές. Αν όμως τα κράτη δεν μπορούν να συμφωνήσουν στους κανόνες του διεθνούς εμπορίου, δύσκολα θα επιτύχουν τη συναίνεση σε πιο σύνθετα προβλήματα, όπως η υπερθέρμανση του πλανήτη ή τα διογκούμενα κύματα της μετανάστευσης». Χρειάζεται ισχυρή ώθηση για να εξέλθει η παγκοσμιοποίηση από το τέλμα.