- ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΙΜΠΟΥΡΟΠΟΥΛΟΥ
- Η ΑΥΓΗ: 24/01/2010
Ποια είναι η ποσόστωση πατριωτισμού και διεθνισμού που αναλογεί σε έναν αριστερό; Δηλαδή, εντάξει, οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα. Αλλά πού τέμνεται η ταξική τους συνείδηση με την εθνική τους; Η αφορμή των ερωτημάτων είναι προφανής: η συζήτηση που φούντωσε για το βιβλίο «Τι είναι η πατρίδα μας;» των κ. Δραγώνα και Φραγκουδάκη και ο παράδοξος, οριζόντιος διαχωρισμός πολιτικών κομμάτων και ακαδημαϊκής κοινότητας σε υπερασπιστές τους και σφοδρούς επικριτές τους. Η συζήτηση και η τροπή της αναδεικνύει, μεταξύ άλλων, τη μάλλον επιδερμική (και τελικά διχοτομημένη) σχέση της αριστεράς με τις έννοιες έθνος και εθνικό.
Ακολουθώντας το μότο του Σολωμού πως «Έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό», μπορούμε να επισημάνουμε τα εξής:
1) Είναι αληθές και αυτονόητο ότι η αριστερά δεν μπορεί να επιτρέψει να προπηλακίζονται η επιστημονική έρευνα και η ακαδημαϊκή ελευθερία. Οφείλει να τις υπερασπίζεται από σκοταδιστικές επιθέσεις.
2) Είναι αληθές (σε βαθμό κοινοτοπίας) ότι η γέννηση των σύγχρονων εθνών είναι ένα φαινόμενο ιστορικό, συνδεδεμένο με το κοινωνικό πλαίσιο κάθε εποχής. Και μιλώντας ιδιαίτερα για τα ευρωπαϊκά έθνη είναι αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς τη διαμόρφωσή τους από τις εθνικές αγορές και τα εθνικά κράτη που αναδύθηκαν δια πυρός, σιδήρου και επαναστάσεων τους τρεις τελευταίους αιώνες. Εξ ου και κανείς δεν μιλά σήμερα για έθνη Ρωμαίων, Γότθων, Τευτόνων, Σαξόνων ή Φράγκων, που για μια χιλιετία κατασπάραζαν το κουφάρι της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
3) Είναι ακόμη αληθές ότι, πέρα από την εθνική αγορά και το εθνικό κράτος, τα εθνικά νομίσματα, τα εθνικά μέτρα και σταθμά, την εθνική έννομη τάξη, κάθε σύγχρονη εθνική ταυτότητα στηρίχθηκε στην κατασκευή μιας εθνικής μυθολογίας στην οποία διασταυρώνονται και συνυπάρχουν πραγματικά και φαντασιακά δεδομένα. Και είναι επίσης αληθές ότι στην κατασκευή του εθνικού μύθου, στον οποίο χωνεύονται όλες οι αντιθέσεις μιας «εθνικής» κοινωνίας, συνέβαλαν τα εθνοκεντρικά εκπαιδευτικά συστήματα, προσκολλημένα για δεκαετίες στην αλαζονεία, την καχυποψία, ακόμη και την εχθρότητα, για τους «άλλους».
4) Είναι, όμως, επίσης αληθές ότι η διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης, πριν γίνει συμπαγής εθνική ταυτότητα, είναι μια διεργασία πολύ πιο σύνθετη και μακρόχρονη και υπερβαίνει το πλαίσιο μιας από καθέδρας εκπορευόμενης ιδεολογικής κατασκευής. Ότι σε κάθε ατομική εθνική συνείδηση επιβιώνει συλλογική μνήμη αιώνων, αποτυπωμένη στη γλώσσα, τη θρησκεία, τις παραδόσεις, τη διαδοχή των πολιτισμών, έστω κι αν ο ένας οικοδομείται στα ερείπια του άλλου.
5) Είναι επίσης αληθές ότι στις εθνικές συνειδήσεις επιβιώνουν στοιχεία και μνήμες που ξεφεύγουν από τον έλεγχο και τα θεμελιώδη ιδεολογήματα των κυρίαρχων τάξεων. Επιβιώνει και μια ματιά στην ιστορία από τη σκοπιά των υποτελών. Τι σημαίνουν, για παράδειγμα, το «προδομένο ’21», η «προδομένη εθνική αντίσταση», η ταξικών διαστάσεων σύγκρουση για το γλωσσικό στην Ελλάδα; Και τι σημαίνει, αντίστροφα, η συλλογική σιωπή των Γερμανών για τη «μαύρη τρύπα» της ιστορίας τους; Είναι, δηλαδή, αληθές ότι η εθνική μνήμη ποτέ δεν είναι ενιαία και είναι αδύνατο να αποκρύψει κανείς ότι σε κάθε έθνος υπάρχουν δύο (τουλάχιστον) έθνη, δύο ιστορίες. Ότι σε κάθε μεγάλο «εθνικό πόλεμο» υπάρχει κι ένας μικρός ή μεγάλος εμφύλιος που η αποτίμησή του γίνεται πάντα από τη σκοπιά των νικητών.
6) Είναι αληθές ότι εκτός από τον διεθνισμό της αριστεράς, υπάρχει ο διεθνισμός της «Συντηρητικής Διεθνούς», ο κοσμοπολιτισμός του κεφαλαίου, που βρίσκει συχνά στις εθνικές ιδιαιτερότητες τα εμπόδια που άλλοτε συναντούσε στα σύνορα των αγορών. Τα σύνορα έχουν καταρρεύσει, αλλά αυτό που λείπει από την «αυτοκρατορία των αγορών» είναι ένας πολίτης χωρίς σύνορα, χωρίς ταξική, ιδεολογική, εθνική ή φυλετική ταυτότητα. Ένας καταναλωτής - παραγωγός, που, αν είναι δυνατόν, έχει μια γλώσσα, μια θρησκεία, ένα στυλ, ένα πολιτισμικό DNA συμβατό με τα brand names των προϊόντων που κατακλύζουν το σπίτι του. Εξ ου και οι οικονομικές ολοκληρώσεις της εποχής μας, με κορυφαία την ευρωπαϊκή, αναζητούν εναγωνίως να αντικαταστήσουν τις δεκάδες εθνικές ταυτότητες με μια ευρωπαϊκή. Ή μια ευρωατλαντική.
Το παράδοξο είναι ότι η προσπάθειά τους έχει μάλλον τα αντίστροφα αποτελέσματα. Η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και η γεωπολιτική του χάους που επαναχαράσσει τα σύνορα του πλανήτη όχι μόνο ενισχύει εθνισμούς και εθνικισμούς, αλλά προκαλεί και ένα νέο κύμα εθνογενέσεων στα Βαλκάνια, στην Ανατολική Ευρώπη, στην Ασία, στην Αφρική. Αυτή η αναζωπύρωση του εθνισμού δεν είναι φυσικά μονοσήμαντη. Ο ριζοσπαστισμός της μπορεί να τροφοδοτήσει σκοταδισμό, ρατσισμό, πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς, φασίζοντα καθεστώτα.
Ή, αντίστροφα, να λειτουργήσει ως απελευθερωτική δύναμη για τον κόσμο της εργασίας και τις καταπιεζόμενες τάξεις. Έχουμε αναλογιστεί, για παράδειγμα, τι είδους «εθνικά ανακλαστικά» ερεθίζει η αλητεία ανηλεών επιθέσεων στην «εθνική οικονομία» της Ελλάδας; Αλλά και πόσο βαθύ, ταξικό περιεχόμενο μπορούν ν’ αποκτήσουν αυτά τα ανακλαστικά όταν ανακαλύψουν εντός του «απειλούμενου έθνους» δεν υπάρχει καμιά ενότητα συμφερόντων; Ή όταν έλθουν σε ρήξη με κεντρικές επιλογές της οικονομικής και πολιτικής ελίτ την τελευταία τριακονταετία, όπως ο ευρωπαϊσμός και η «ορθοδοξία» της ΟΝΕ;
Επομένως, όλοι οι εθνικισμοί και οι αντι-εθνικισμοί δεν είναι ίδιοι. Ούτε το συντηρητικό περιεχόμενο των πρώτων είναι δεδομένο ούτε η προοδευτικότητα των δεύτερων αυταπόδεικτη. Και επομένως, ο διεθνισμός της αριστεράς περιέχει αναγκαστικά και μια ποσόστωση «εθνισμού» που έχει ένα ριζοσπαστικό, απελευθερωτικό περιεχόμενο, στο βαθμό που αποκαλύπτει τη βασική αντίθεση της εποχής μας: την αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, περίτεχνα καμουφλαρισμένη κάτω από δεκάδες άλλες αντιθέσεις. Το θέμα είναι ποιος έχει τα κότσια να σκίσει το καμουφλάζ.
Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010
Το εθνικόν και το αληθές
Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010
Εμείς (και) οι Ξένοι
The Economist
Για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, είναι απολύτως φυσιολογικό να είναι κάποιος ξένος στα περισσότερα μέρη του κόσμου. Κανείς δεν θα δώσει ιδιαίτερη σημασία αν είσαι Γάλλος στο Βερολίνο, Κογκολέζος στο Λονδίνο, Ρώσος στο Παρίσι, ή Κινέζος στη Νέα Υόρκη. Για τους περισσότερους φιλοσόφους, η επιθυμία τόσο πολλών ανθρώπων να ζήσουν μακριά από την πατρίδα τους είναι ακατάληπτη. Πιστεύουν ότι ο άνθρωπος, ως κοινωνικό ζώο, πρέπει να ανήκει κάπου. Ο Πρώσος φιλόσοφος Χέρντερ έθεσε τα θεμέλια του εθνικισμού βασισμένος στην παραπάνω αρχή. «Κάθε έθνος εμπεριέχει τη βάση της ευδαιμονίας του στον ίδιο του τον εαυτό», είχε γράψει. Ακόμη και ο εμβληματικός φιλελεύθερος φιλόσοφος Ιζάια Μπερλίν είχε ενστερνιστεί την ελκυστική αυτή θέση: «Ο καθένας μας έχει το δικαίωμα να ζει σε μια κοινωνία όπου δεν χρειάζεται να ανησυχεί για την εμφάνισή του στους άλλους, ούτε να υπόκειται στην κακοπιστία τους», έγραψε προς το τέλος της ζωής του, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να δικαιολογήσει την υποστήριξή του στον Σιωνισμό. Πάντως, αν και οι φιλόσοφοι αναφέρονται συχνά στο αγαθό της κοινότητας, αυτό δεν τους εμποδίζει να ταξιδεύουν και να μεταναστεύουν μακριά από τις πατρίδες τους. Ο Καντ έζησε όλη του τη ζωή στο εξωτερικό, ενώ ο Καρτέσιος μετοίκησε στη Σουηδία, όπου και πέθανε από το κρύο.
Πράγματι όμως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν πιο άνετα στην πατρίδα τους. Τι γίνεται όμως με εκείνους που θεωρούν την πατρίδα τους καταπιεστική και την ξενιτιά απελευθερωτική; Η επιλογή της μετανάστευσης για αυτούς είναι από μια άποψη πιο εύκολη στην εποχή μας και ταυτόχρονα πιο δύσκολη. Πιο εύκολη γιατί η παγκοσμιοποίηση της εκπαίδευσης και των αγορών διαλύει σιγά σιγά τα σύνορα των κρατών. Πιο δύσκολη γιατί στο παγκόσμιο χωριό του 21ου αιώνα έχουν μείνει ελάχιστα μέρη, όπου μπορεί να καταφύγει κανείς και να νιώθει πραγματικά ξένος.
Λέγεται εδώ και πολλά χρόνια ότι στην Αμερική κανείς δεν είναι ξένος, αφού υπό μία έννοια όλοι είναι ξένοι. Η ίδια παράδοξη κατάσταση επικρατεί και στις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ιδιαίτερα στις Βρυξέλλες, όπου έχει συγκεντρωθεί όλη η γραφειοκρατία της Ε. Ε. Στην ίδια πόλη όμως, η εχθρότητα μεταξύ Βαλλόνων και Φλαμανδών τους καθιστά ξένους μεταξύ τους στην ίδια τους την πατρίδα.
Για να νιώσουμε επομένως πραγματικά ξένοι, θα πρέπει να πάμε στην Αφρική, τη Μέση Ανατολή, ή σε ορισμένες χώρες της Ασίας. Σε δημοσκόπηση που διεξήχθη πέρυσι στη Νότιο Κορέα, το 42% των ερωτηθέντων απάντησε ότι δεν είχε μιλήσει ποτέ με ξένο. Καλύτερα να ετοιμάζονται, καθώς οι μετανάστες στη χώρα διπλασιάστηκαν την τελευταία δεκαετία και ξεπερνούν πλέον το ένα εκατομμύριο (περίπου το 2% του πληθυσμού). Στον ανεπτυγμένο κόσμο γενικά, το 8% του πληθυσμού έχει γεννηθεί στο εξωτερικό.
Στην αυγή του Δυτικού Πολιτισμού, ο Πλάτωνας διαχώρισε μεταξύ δύο κατηγοριών τους ξένους: τους μόνιμους, στους οποίους θα επιτρέπονταν η διαμονή στην ιδανική Πολιτεία του για 20 χρόνια, ώστε να κάνουν τις εργασίες, που οι ντόπιοι θα περιφρονούσαν και στους επισκέπτες, στους οποίους συμπεριλάμβανε τους πρεσβευτές, τους τουρίστες, τους εμπόρους και τους φιλοσόφους. Αν προσθέσετε στη δεύτερη κατηγορία και τους καθηγητές πανεπιστημίου, τότε θα δείτε ότι η ταξινόμηση του Πλάτωνα ισχύει και σήμερα.
Η μετανάστευση έγινε πολύ πιο συστηματική με την έλευση της βιομηχανικής εποχής, όταν τα όρια των κρατών έγιναν σαφή. Στην αρχή, οι μόνοι που είχαν τη δυνατότητα να μεταναστεύσουν ήταν οι αστοί. Προοδευτικά όμως, με την εισαγωγή του σιδηρόδρομου και την ανακάλυψη του ατμόπλοιου, τα ταξίδια έγιναν προσιτά και στις λαϊκές μάζες. Η ξενιτιά έγινε μέσο απελευθέρωσης - φυσικής, ηθικής και ψυχολογικής. Στην ξένη χώρα ήσουν «ανεύθυνος» για όσα είχες πράξει στην προηγούμενη ζωή σου. Για τους ηθικούς φιλοσόφους, η κατάσταση της ανευθυνότητας δεν είναι επιθυμητή. Για τους κουρασμένους ταξιδιώτες ήταν όμως ανακουφιστική.
Δεν πρέπει βέβαια να λησμονούμε ότι η ξενιτιά πήρε και μία άλλη μορφή. Πολλοί ξένοι σήμερα είναι απένταροι φοιτητές, κατάκοποι μάνατζερ, σύζυγοι που ακολουθούν εκόντες-άκοντες τους/τις συντρόφους τους. Η ξενιτιά πολλές φορές επιβάλλεται από τη φτώχεια, τον πόλεμο, ή τις πολιτικές διώξεις και τότε δεν μπορεί να είναι ευχάριστη.
Παρ’ όλα αυτά, αν δεν συντρέχουν έκτακτοι ή θλιβεροί λόγοι, η ξενιτιά είναι πάντοτε ενδιαφέρουσα. Ακονίζει το μυαλό, χωρίς να το κουράζει και απαλλάσσει τον ξένο από τη βαρετή ρουτίνα της ζωής στην πατρίδα του.
Το περίεργο όμως είναι ότι ακόμη και αν κάποιος ξενιτευτεί επειδή πραγματικά το θέλει, στο τέλος καταλήγει να μετατραπεί σε πραγματικό εξόριστο, κάτι που βεβαίως δεν είναι καθόλου ευχάριστο. Η πατρίδα που αφήνουμε πίσω μας αλλάζει και όταν επιστρέφουμε δεν είναι πια η ίδια. Οι παλιοί φίλοι αλλάζουν κι αυτοί, πεθαίνουν ή ξεχνιούνται. Ακόμη και όταν επιστρέφει ο ξενιτεμένος, δεν βρίσκει την πατρίδα που είχε στις αναμνήσεις του. Νιώθει ότι έχασε κάτι, κάτι που δεν θα ξαναβρεί ποτέ.
Δεν μπορούμε όμως να τα έχουμε όλα. Η ζωή είναι γεμάτη επιλογές, που η μία αποκλείει την άλλη. Στο δίλημμα της ξενιτιάς έχουμε να διαλέξουμε μεταξύ της ελευθερίας και της θαλπωρής του συνανήκειν. Αυτός που μένει στην πατρίδα του, επιλέγει το δεύτερο. Ο ξενιτεμένος επιλέγει την ελευθερία και τον πόνο που αυτή συνεπάγεται. [Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 10 Iανoυαρίου 2010]