Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τουρκία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τουρκία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΒΑΡΙΑΝΤΕΣ ΣΤΟ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΣΚΑΚΙ


Του ANDREW FINKEL*

Παρά τα οξυμένα πνεύματα στην εσωτερική πολιτική σκηνή, η Τουρκία εδραιώνεται ως χώρα μείζονος σημασίας στην ευρωπαϊκή οικονομική ζώνη. Έτσι, η αποφόρτιση της έντασης στο εσωτερικό θα μπορούσε να αποβεί σωτήρια, σηματοδοτώντας την εκ νέου προώθηση της δημοκρατικής και οικονομικής μεταρρύθμισης.


ΣΤΑΘΗΣ ΒΛΑΧΑΚΟΣ, «Στο καφενείο».
Στο φύλλο της 13ης Ιουνίου 2008, η ανεξάρτητη εφημερίδα «Taraf» της Κωνσταντινούπολης αφιέρωσε ολόκληρο άρθρο για τη μυστική συνάντηση ανάμεσα στον στρατηγό επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων και κάποιον δικαστή του Συνταγματικού Δικαστηρίου, για τον οποίο είναι γνωστό ότι τίθεται υπέρ του κοσμικού κράτους. Και μόνο το γεγονός ότι ο τύπος ενδιαφέρεται γι' αυτή την υπόθεση, είναι πρόοδος για τα δεδομένα της Τουρκίας.

Η ετυμηγορία στην οποία κατέληξαν, στις 30 Ιουλίου, οι ανώτατοι δικαστικοί -να μην απαγορευτεί το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) επειδή δήθεν έχει υπερβολικά ισλαμικό προφίλ- απογοητεύοντας πολλούς υψηλόβαθμους αξιωματούχους του στρατού, είναι επίσης ενδεικτική της αλλαγής των κανόνων του πολιτικού παιχνιδιού στο κέντρο της Αγκυρας.

Η συνάντηση του στρατηγού Ιλκέρ Μπασμπούγ, ο οποίος πρόσφατα προήχθη σε επικεφαλής του τουρκικού στρατού, με τον Οσμάν Πακσούτ, αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, δεν ήταν καθόλου τυχαία.

Παρ' ότι αρχικά διέψευσε το γεγονός, ο δικαστής Πακσούτ παραδέχθηκε, στη συνέχεια, ότι συναντήθηκε πολλάκις με τον στρατιωτικό, αλλά όχι υπό τις συνθήκες που περιέγραφε η εφημερίδα. Οι εν λόγω ισχυρισμοί δημιούργησαν σάλο, καθ' ότι οι δύο άντρες συναντήθηκαν στις 4 Μαρτίου και, κατόπιν, στα μέσα Μαΐου, ακριβώς δηλαδή την περίοδο που το Συνταγματικό Δικαστήριο ετοιμαζόταν, αφ' ενός, να ακυρώσει τη συνταγματική τροποποίηση η οποία επιτρέπει στις φοιτήτριες να φοράνε μαντίλα στο πανεπιστήμιο, και, αφ' ετέρου, να ασκήσει δίωξη εναντίον του ΑΚΡ.

Τελικά, ο δικαστής Πακσούτ (και δέκα εκ των έντεκα ομολόγων του) έκριναν το κόμμα ένοχο. Η εν λόγω απόφαση φαινόταν σύμφωνη με τη στενόμυαλη λογική ενός θεσμού ο οποίος έχει ήδη απαγορεύσει είκοσι πολιτικά κόμματα, με την κατηγορία είτε ότι υποστήριζαν υπέρ το δέον την κουρδική μειονότητα, είτε ότι ήταν υπερβολικά ριζοσπαστικά ή, ακόμη, ότι μετέρχονταν θρησκευτικά μέσα για να επιτύχουν πολιτικούς σκοπούς.

Παρ' όλα αυτά, τέσσερις δικαστές τέθηκαν υπέρ της επιβολής κυρώσεων στο κόμμα, δίχως ωστόσο να το απαγορεύσουν. Ετσι, το ΑΚΡ θα συνεχίσει να υφίσταται, ενώ 71 μέλη του, μεταξύ των οποίων ο πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και ο πρόεδρος Αμπντουλάχ Γκιουλ, δέχτηκαν προειδοποιητική επίπληξη αλλά δεν αποκλείστηκαν από τον πολιτικό βίο της χώρας. Ως αντιστάθμισμα, όμως, οι δημόσιες επιχορηγήσεις του ΑΚΡ περικόπηκαν κατά το ήμισυ.

Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, Χασίμ Κιλίτς, ο μοναδικός που τάχθηκε υπέρ της αθώωσης, θεώρησε χρέος του να προειδοποιήσει τους κυβερνώντες και να τους επισημάνει ότι η απόφαση έχει ανασταλτική ισχύ. Κατά γενική ομολογία, το κόμμα ΑΚΡ τη γλίτωσε φτηνά...

Μικρή ανακούφιση

Οι σύμμαχοι της Τουρκίας θεώρησαν ότι το χειρότερο αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή. Μεταξύ των Ευρωπαίων όλοι όσοι πιστεύουν ότι είναι αναγκαία η ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανακουφίστηκαν. Δεν θα αναγκάζονταν πλέον να εξηγούν στους σκεπτικιστές στους συναδέλφους τους πώς είναι δυνατόν ένα δικαστήριο να αποκηρύξει τις προτιμήσεις του 47% των ψηφοφόρων που ανέδειξαν το ΑΚΡ στην εξουσία, μόλις ένα χρόνο μετά τις εκλογές.

Το χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης και οι αγορές συναλλάγματος ανέκαμψαν. Κατά τους πιο αισιόδοξους, όλοι πήραν το μάθημά τους: η κυβέρνηση θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει την προσπάθεια εξισλαμισμού του δημόσιου βίου, ενώ οι «ιακωβίνικες» ελίτ της τουρκικής κοινωνίας θα σταματούσαν την πραξικοπηματική τους δράση, διά της δικαστικής οδού, εναντίον μιας κυβέρνησης δημοκρατικά εκλεγμένης από τους πολίτες.

Ενόσω, όμως, συνεχιζόταν η δίκη που θα έκρινε την τύχη της εκτελεστικής εξουσίας, το ποινικό δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης εγκαινίαζε την ανακριτική διαδικασία μιας δίκης που αναμένεται πολυτάραχη. Εξετάζεται, συγκεκριμένα, υπόθεση συνωμοσίας ακραίων εθνικιστών με το κωδικό όνομα «Εργκένεκον», η οποία θα μπορούσε να καταλήξει σε πραξικόπημα.

Αιτία της συνωμοσίας υπήρξε ο φόβος των εμπλεκομένων μήπως η τουρκική κυβέρνηση υποκύψει στις πιέσεις των Βρυξελλών και της Ουάσιγκτον, με αντάλλαγμα το δικαίωμα να εγκαθιδρύσει μια μορφή ισλαμικής νομοθεσίας στο εσωτερικό της χώρας(1).

Παρ' ότι διακριτές, οι δύο δίκες έδωσαν τροφή για κάθε είδους εικασίες αναφορικά με την ενδεχόμενη συσχέτιση των υποθέσεων.

Οι συλλήψεις που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της υπόθεσης Εργκένεκον δεν συνιστούν απάντηση στην επιδίωξη κατάλυσης της κυβέρνησης; Η συντονισμένη προσπάθεια να απαγορευτεί η τελευταία είχε πραξικοπηματικά κίνητρα; Μήπως η εν λόγω δίκη δίνει την ευκαιρία στο στρατό να κάνει εκκαθάριση στις τάξεις του;

Πόλεμος δύο κόσμων

Οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της δίκης εναντίον του ΑΚΡ, τόσο στους κόλπους της αντιπολίτευσης όσο και στον τύπο, δεν άργησαν να υποβαθμίσουν την υπόθεση Εργκένεκον. Για τους φιλοκυβερνητικούς, αντίθετα, αποδεικνύεται ότι παραστρατιωτικές και παρακρατικές ομάδες εργάζονται υπογείως για να επιτύχουν τους αθέμιτους σκοπούς τους και να ανατρέψουν την κυρίαρχη λαϊκή βούληση.

Στην παραπάνω διαμάχη αντικατοπτρίζεται η έντονη πόλωση της τουρκικής κοινωνίας: Από τη μία υπάρχουν αυτοί που θεωρούν ότι το ΑΚΡ είναι επικεφαλής ενός κινήματος το οποίο στοχεύει στην αλλαγή του θεσμικού χαρακτήρα του κράτους. Από την άλλη, τίθενται εκείνοι που έχουν την άποψη ότι οι υπέρμαχοι του κοσμικού κράτους είναι εναντίον στην απειλή των ισλαμιστών για να διασφαλίσουν καλύτερα τα προνόμιά τους.

Αμέσως μετά την ανακοίνωση ότι δεν επίκειται απαγόρευση του κόμματός του ο Ερντογάν απηύθυνε έκκληση να παύσουν οι έριδες. Όμως, η εκτόνωση δεν θα είναι εύκολη, καθ' ότι το ρήγμα είναι εγγενές στην ιστορία της Τουρκίας:

Σε βίντεο το οποίο κυκλοφόρησε την επαύριο της 11ης Σεπτεμβρίου ο ηγέτης της Αλ Κάιντα Οσάμα Μπιν Λάντεν υπέδειξε τη χώρα ως μοναδικό παράδειγμα στο μουσουλμανικό κόσμο και ανακοίνωσε ότι ήθελε να πάρει εκδίκηση για «οχτώ δεκαετίες δεινών, εξευτελισμών και αίσχους».

Οι πολίτες της Τουρκίας κατάλαβαν αμέσως ότι αναφερόταν στη γέννηση της δημοκρατίας τους, το 1923, και στην απόφαση του ιδρυτή της, Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, να καταλύσει το θεοκρατικό καθεστώς. Υπό αυτό το πρίσμα, η κατάργηση του χαλιφάτου, το 1924, συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων, καθώς αποδυνάμωσε την εξουσία του κλήρου και κατέστησε κυρίαρχη τη λαϊκή βούληση στην επικράτεια.

Το μαχητικό πνεύμα των πρωτεργατών του κινήματος κατά του κλήρου άρχισε να αμβλύνεται μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Τουρκία ήταν τότε το μοναδικό έθνος με πλειονότητα μουσουλμάνων, αλλά και μία από τις ελάχιστες αναπτυσσόμενες χώρες που επένδυσαν σοβαρά στην εδραίωση της πολυκομματικής δημοκρατίας(2). Κατά τη δεκαετία του 1950 παρατηρείται μεγαλύτερη ανεκτικότητα έναντι του ισλαμισμού και τα θρησκευτικά σχολεία ξανανοίγουν τις πύλες τους.

Κατά την περίοδο ισχύος του στρατιωτικού νόμου (1980-1983) οι στρατιωτικοί, οι οποίοι θεωρούσαν τη θρησκεία θεμελιώδη συνεκτικό ιστό της κοινωνίας, έκαναν υποχρεωτικό το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία.

Ενταση με Οτσαλάν

Πρόσχημα για το πραξικόπημα του 1980 υπήρξαν οι αναταραχές οι οποίες ξέσπασαν ανάμεσα σε νεαρούς αριστεριστές και εθνικιστές, και όχι ο θρησκευτικός ριζοσπαστισμός, που θεωρούνταν τότε περιθωριακός και παλιομοδίτικος.

Σε ό,τι αφορά τον κουρδικό εθνικισμό, είχε εκδηλωθεί κατά τη δεκαετία του 1920 με τη μορφή θρησκευτικών εξεγέρσεων. Από τη δεκαετία του 1980 κι έπειτα διαμορφώθηκε κυρίως από το Κόμμα των Εργατών του Κουρδιστάν (ΡΚΚ), με ηγέτη τον Αμπντουλάχ Οτσαλάν, ο οποίος στρεφόταν εναντίον του κλήρου, ενώ είχε σε μεγάλη εκτίμηση τον Στάλιν. Την ίδια εποχή επινοήθηκε και ο όρος της «τουρκο-ισλαμικής σύνθεσης», δόγμα το οποίο σύστησαν οι στρατιωτικοί που ευελπιστούσαν ότι κατ' αυτόν τον τρόπο θα θέσουν το σουνιτικό Ισλάμ υπό τη σκέπη του εθνικισμού.

Είναι γεγονός ότι, σήμερα, στην Τουρκία η κυβέρνηση επιχορηγεί αδρά τη θρησκευτική μόρφωση, με στόχο την ανάδειξη ηγετικών φυσιογνωμιών, ικανών να εμπνεύσουν πατριωτικά συναισθήματα.

Παράλληλα, όμως, από τη δεκαετία του 1990 οι στρατιωτικοί περιόρισαν τον πολλαπλασιασμό των σχολείων όπου διδασκόταν το Κοράνι (τα λεγόμενα «ιμάμ χατίπ»), στα οποία φοιτούσαν μελλοντικοί θρησκευτικοί παράγοντες και ιμάμηδες. Αιτία στάθηκε ο φόβος μήπως προκύψει ένα παράλληλο εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο θα διαμόρφωνε μελλοντικές γενιές εχθρικές προς τις αξίες που πρέσβευε το επίσημο κράτος.

Θα φαινόταν ίσως παράλογος ο ισχυρισμός ότι ο κοσμικός χαρακτήρας του τουρκικού κράτους είναι κατ' επίφασιν, και ότι η χώρα η οποία διαπραγματεύεται επί της παρούσης την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να προσκολληθεί εκ νέου στο Ισλάμ.

Ωστόσο, οι Τούρκοι αναφέρονται σχετικά στην «υπόθεση της 28ης Φεβρουαρίου» του 1997. Τότε, το Εθνικό Συμβούλιο Ασφάλειας, υπό την ηγεσία των στρατιωτικών, ανάγκασε το κυβερνών Κόμμα της Ευημερίας -από το οποίο προήλθε το ΑΚΡ- να προσυπογράψει την καταδίκη του, δεσμευόμενο να εκκαθαρίσει τον δημόσιο βίο από τις «irtica» [θρησκευτικές αντιδράσεις(3)].

Οι τουρκικές πολιτικές και στρατιωτικές ελίτ βλέπουν με ανησυχία το περαιτέρω άνοιγμα του δημόσιου βίου προς το Ισλάμ, κατά τρόπο που οι ίδιες δεν θα ήταν σε θέση να ελέγξουν. Επικρίνουν ως υπεροπτικές τις δυτικές κυβερνήσεις οι οποίες αναφέρονται στην Τουρκία ως «μετριοπαθές ισλαμικό έθνος», θεωρώντας τη πρότυπο για την ευρύτερη περιοχή.

Ο αποκλεισμός των γυναικών οι οποίες επέμεναν να φοράνε μαντίλα, από τα σχολεία, τα πανεπιστήμια και τις δημόσιες υπηρεσίες, υπήρξε αναμφίβολα το πιο χαρακτηριστικό επεισόδιο της διαμάχης ανάμεσα στο επίσημο κράτος και σε μια μερίδα της κοινωνίας.

Τέτοιου είδους ενέργειες προβλημάτισαν τους φιλελεύθερους. Παρά το ότι είναι γεγονός ότι οι τελευταίοι δεν δείχνουν κάποια ιδιαίτερη συμπάθεια έναντι του πολιτικού μηνύματος του Ισλάμ, συνέκλιναν στο ότι η αντίδραση του κράτους υποδαύλιζε τις αντιπαλότητες.

Φόβος για το Σύνταγμα

Η ανησυχία τους μεγάλωσε κατά τη δεύτερη θητεία του ΑΚΡ, όταν η κυβέρνηση φάνηκε διατεθειμένη να αναβάλει τα σχέδια για συνταγματική μεταρρύθμιση και να ανταμείψει τον σκληρό πυρήνα των ψηφοφόρων της με παραχωρήσεις στο ζήτημα της μαντίλας.

Δημιουργήθηκε, λοιπόν, ο φόβος ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα θα γίνονταν προνόμιο εκείνων που ανέδειξαν τους νικητές της εκλογικής αναμέτρησης. Το Σύνταγμα του 1982 προσέδωσε σημαντικές εξουσίες στην κυβέρνηση και στον πρόεδρο, ενώ οι πιο σκληροπυρηνικοί μεταξύ των υπέρμαχων του κοσμικού κράτους έβλεπαν με δυσφορία τη σύζυγο του ισχυρότερου άντρα της χώρας να φοράει μαντίλα.

Το ΑΚΡ δεν είναι τόσο μια πολιτική δύναμη όσο ένα κίνημα το οποίο κατόρθωσε να αναλάβει τα ηνία του κρατικού μηχανισμού. Εδώ, δίχως άλλο, έγκειται ο πραγματικός φόβος των ελίτ. Πηγές από τον κυβερνητικό περίγυρο δίνουν τη δική τους εξήγηση για την αμφιλεγόμενη στάση που τήρησε τελικά το Συνταγματικό Δικαστήριο: ο Ερντογάν προειδοποίησε τη στρατιωτική ηγεσία ότι σε περίπτωση καταδίκης δεν θα παρίστατο στο ανώτατο στρατιωτικό συμβούλιο του Αυγούστου. Όμως, η υπογραφή του πρωθυπουργού συνιστά προϋπόθεση για την επικύρωση οποιασδήποτε αλλαγής στους κόλπους της στρατιωτικής διοίκησης.

Αν η κυβέρνηση είχε καταρρεύσει και ο Ταγίπ Ερντογάν είχε τεθεί εκτός Κοινοβουλίου, κανείς δεν θα είχε τη δικαιοδοσία να διατηρήσει τους υψηλόβαθμους αξιωματούχους στα πόστα τους. Οι τελευταίοι θα αναγκάζονταν, να οδηγηθούν στη συνταξιοδότηση.

Στο εσωτερικό της Τουρκίας πολλοί καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο μοναδικός τρόπος να αποφευχθεί οριστικά η πόλωση είναι να ξαναγραφτούν οι κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού.

Η λύση που συνήθως προτείνεται είναι η αναθεώρηση του Συντάγματος του 1982, ούτως ώστε να μειωθεί η εξουσία των θεσμών οι οποίοι δεν προκύπτουν από δημοκρατικές διαδικασίες, καθώς και να αναδιατυπωθούν τα άρθρα που αφορούν τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Με δεδομένο, βεβαίως, ότι η προοπτική της ένταξης, είτε ευοδωθεί είτε όχι, θα έχει επιπτώσεις στην εξέλιξη της Τουρκίας.

(1) Κατηγορούμενοι είναι ήδη 86 ύποπτοι, μεταξύ των οποίων πολλοί πρώην στρατηγοί, δημοσιογράφοι και μέλη του οργανωμένου εγκλήματος.

(2) Οι πρώτες πολυκομματικές εκλογές έλαβαν χώρα το 1946, ενώ οι πρώτες εκλογές οι οποίες οδήγησαν σε αλλαγή κυβέρνησης πραγματοποιήθηκαν το 1950.

(3) Η κατάλυση και, κατόπιν, η απαγόρευση του Κόμματος της Ευημερίας επήλθαν, κατά την άποψη ορισμένων, εξαιτίας λανθασμένης στρατηγικής. Η τότε κυβέρνηση προτίμησε να επικυρώσει το διάταγμα του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας εναντίον των θρησκευτικών αντιδράσεων στο δημόσιο βίο αντί να προκηρύξει εκλογές και να αξιοποιήσει τη συγκεκριμένη διαμάχη κατά την προεκλογική της εκστρατεία. Επρόκειτο για μοιραίο λάθος, καθ' ότι, στη συνέχεια, οι στρατιωτικοί άσκησαν πιέσεις στο νέο συνοδοιπόρο τους για να εγκαταλείψει τον συνασπισμό. Δέκα χρόνια αργότερα, όταν οι στρατιωτικοί προσπάθησαν -μέσω των δικαστών- να καθαιρέσουν τον πρόεδρο που υπέδειξε το κυβερνών κόμμα, αποδείχθηκε ότι το ΑΚΡ γνώριζε πλέον πώς να χειριστεί την κατάσταση.

  • *Ο ANDREW FINKEL είναι δημοσιογράφος με έδρα την Κωνσταντινούπολη.

LE-MONDE, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 14/09/2008

ΤΟΥΡΚΟΙ ΜΕ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΠΡΟΦΟΡΑ


Του MICHEL VERRIER*

Οι Τούρκοι αποτελούν τα τελευταία χρόνια την πολυπληθέστερη μειονότητα της Γερμανίας. Η παρουσία τους προβληματίζει το Βερολίνο ως προς το μοντέλο ενσωμάτωσής τους και τις οικονομικές επιλογές του. Όμως, οι ρίζες των γερμανο-τουρκικών δεσμών είναι βαθιές και ανάγονται -τουλάχιστον- στα 1888 και τη συμφωνία ανάμεσα στον αυτοκράτορα Γουλιέλμο Β' και τον σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ Β'.

Κόκκινες σημαίες με την ημισέληνο και το αστέρι σε χρώμα λευκό, αφίσες και πανό στην τουρκική γλώσσα για την υποδοχή του τούρκου πρωθυπουργού. Την Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2008, η ατμόσφαιρα στο κλειστό στάδιο Κελναρένα της Κολονίας, στις όχθες του Ρήνου, θύμιζε προεκλογική συγκέντρωση στα βάθη της Τουρκίας. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν απευθύνθηκε με επιθετικό τόνο στους είκοσι χιλιάδες συμπατριώτες του, που εκπροσωπούν την τουρκική κοινότητα της Γερμανίας, ο πληθυσμός της οποίας ανέρχεται σε δύο εκατομμύρια εξακόσιες χιλιάδες άτομα. Επισήμανε την ένδοξη καταγωγή τους και τους παρότρυνε να αξιοποιήσουν πλήρως τη θέση τους στη Γερμανία και στην Ευρώπη.

«Οσφραίνομαι τα αρώματα και την ευαισθησία της Ανατολίας, που φέρατε μαζί σας φτάνοντας εδώ. Οπου κι αν πηγαίνουμε, φέρνουμε την αγάπη και τη φιλία. Ουδεμία σχέση έχουμε με το μίσος και τη βία», τους είπε. Δύο μέρες νωρίτερα, ο επικεφαλής της κυβέρνησης της Αγκυρας μετέβη στο Λουντβιγκσάφεν για να εξομαλύνει τις εντάσεις οι οποίες είχαν ξεσπάσει ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Εκεί, στις 6 Φεβρουαρίου, εννέα Τούρκοι, μεταξύ των οποίων γυναίκες, άντρες και παιδιά, έχασαν τη ζωή τους κατά τον εμπρησμό της κατοικίας όπου διέμεναν. Τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν τότε ότι επρόκειτο για ρατσιστική ενέργεια - εσφαλμένα, όπως απέδειξε η έρευνα που επακολούθησε.

Ομως, η ανάμνηση των ξενοφοβικών εγκλημάτων του Σόλινγκεν έχει αφήσει τη σφραγίδα της στη συλλογική μνήμη της Γερμανίας: στη μικρή πόλη της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, στις 29 Μαΐου 1993, τρεις νεαροί νεοναζί πυρπόλησαν το σπίτι μιας οικογένειας Τούρκων. Ο τραγικός απολογισμός αυτής της πράξης ήταν πέντε νεκροί.

«Κατανοώ ότι νιώθετε άβολα όταν σας μιλούν για αφομοίωση - κανείς δεν έχει δικαίωμα να σας την επιβάλει», τόνισε στο πλήθος ο Ερντογάν. «Δεν είστε περαστικοί εδώ», είπε προσκαλώντας, στη συνέχεια, τους «πολυαγαπημένους αδελφούς και αδελφές» του να μάθουν τη γερμανική γλώσσα και να τη διδάξουν στα παιδιά τους, κατά τρόπο ισότιμο με τη μητρική τους γλώσσα. Και κατέληξε ότι οι τούρκοι γονείς πρέπει να στέλνουν στα καλύτερα σχολεία τα παιδιά τους, ώστε να ενσωματωθούν στην ελίτ της γερμανικής κοινωνίας.

Παράλληλα, κάλεσε τους συμπατριώτες του να ενισχύσουν τον ρόλο τους και την επιρροή τους στην πολιτική ζωή: «Τα πέντε εκατομμύρια Τούρκοι που ζουν στην Ευρώπη δεν είναι φιλοξενούμενοι αλλά συνιστούν αναπόσπαστο κομμάτι της ευρωπαϊκής κοινωνίας», κατέληξε ο τούρκος πρωθυπουργός, απορρίπτοντας εκ νέου την «προνομιακή συνεργασία» που προτείνει στην Τουρκία η Χριστιανοδημοκρατική Ενωση της Ανγκελα Μέρκελ. Κατά τον Ερντογάν, η προοπτική ένταξης της χώρας του στην Ευρωπαϊκή Ενωση αποτελεί μονόδρομο.

Το έντονο ύφος της ομιλίας προκάλεσε αντιδράσεις από τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης όπως και από πολλούς πολιτικούς, ενώ δημιούργησε εκνευρισμό και στην καγκελάριο.

Την επομένη, η Ανγκελα Μέρκελ επέκρινε τον τούρκο ομόλογό της επειδή μεταφέρει στους συμπατριώτες του μια παραμορφωμένη εικόνα της ενσωμάτωσης. Κατά τη γνώμη της, η ενσωμάτωση προϋποθέτει την εξοικείωση με τα ήθη της κοινωνίας στην οποία ζουν οι μετανάστες. Η Μέρκελ επέμεινε, μάλιστα, ότι: «Όποιος διαθέτει τη γερμανική υπηκοότητα, φέρει αδιαμφισβήτητα την ιδιότητα του πολίτη, ο οποίος οφείλει πίστη στο γερμανικό κράτος. Πιστεύω ότι πρέπει να συζητήσουμε εκ νέου με τον τούρκο πρωθυπουργό».

Μια συνεργασία με παρελθόν

Ο υπουργός Εσωτερικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, αντέδρασε, αντιθέτως, πιο ήπια: «Ο Ερντογάν δεν καταφέρεται εναντίον της δικής μας πολιτικής. Εκτιμά ότι δεν πρέπει να αναγκάζουμε τους μετανάστες να αποκηρύσσουν την κουλτούρα και την εθνική τους ταυτότητα, και έχει απόλυτο δίκιο. Και μεις, από την πλευρά μας, είμαστε υπέρ της προστασίας των μειονοτήτων σε πολιτισμικό επίπεδο».

Είναι γεγονός ότι, επί του συγκεκριμένου ζητήματος, η θέση του Σόιμπλε διαφοροποιείται από εκείνη της Μέρκελ. Με δική του πρωτοβουλία έλαβε χώρα η Διάσκεψη για το Ισλάμ, από κοινού με μουσουλμανικές οργανώσεις, τουρκικές στην πλειονότητά τους, οι οποίες εκπροσωπούν επισήμως την εν λόγω κοινότητα στη Γερμανία. Στόχος της είναι η θεσμοθέτηση της επίσημης εκπροσώπησής της στη Γερμανία.

Η τουρκική κοινότητα έχει προκαλέσει κινητικότητα στους κόλπους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, η οποία, μάλιστα, το 2005, αναγνώρισε επισήμως ότι συνιστά χώρα «υποδοχής μεταναστών».

Οι ρίζες των γερμανο-τουρκικών σχέσεων ανάγονται στη μακρινή ιστορία, στην εποχή του επεκτατισμού του Οτο φον Μπίσμαρκ και της παρακμής της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Σε αυτό το διττό πλαίσιο, ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β' επισφράγισε τη συμμαχία του με τον σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ Β'. Ο πρώσος στρατηγός Κόλμαν Φράιχερ φον ντερ Γκολτζ -με το προσωνύμιο Γκολτζ Πασά- ανέλαβε να αναδιοργανώσει τον οθωμανικό στρατό. Παράλληλα, τα μελλοντικά στελέχη της επανάστασης των Νεοτούρκων ολοκλήρωναν την εκπαίδευσή τους στη Γερμανία.

Οσο για τη συμφωνία με στόχο «την παρότρυνση τούρκων εργατών να μεταναστεύσουν στη Γερμανία», χρονολογείται πριν από περίπου μισό αιώνα. Υπογράφτηκε τον Οκτώβριο του 1961 ώστε να αντιμετωπιστεί η ζήτηση ανθρώπινου δυναμικού. Εκείνη την περίοδο, μονάχα ογδόντα χιλιάδες Γερμανοί ήταν εγγεγραμμένοι στο ταμείο ανεργίας, ενώ πάνω από πεντακόσιες χιλιάδες θέσεις εργασίας παρέμεναν κενές. Οι «προσκεκλημένοι εργάτες» (Gastarbeiter) της Ανατολίας ξεπερνούσαν ήδη τις εννιακόσιες χιλιάδες το 1973, οπότε η Γερμανία ανέκοψε το ρεύμα. Εξαιτίας της συνένωσης των οικογενειών των μεταναστών με τα μέλη που είχαν απομείνει στα πάτρια εδάφη, η Γερμανία υποδεχόταν περίπου διακόσιες χιλιάδες νέους μετανάστες ετησίως.

Κατά τη δεκαετία του 1980, ο πληθυσμός των Τούρκων υπολογιζόταν στο ενάμισι εκατομμύριο. Το 2005, αυξήθηκε σε δύο εκατομμύρια εξακόσιες χιλιάδες. Σήμερα, ένας στους τρεις έχει αποκτήσει τη γερμανική υπηκοότητα. Η μαζική πολιτογράφηση έφτασε στο απόγειό της το 2000, αλλά από τότε συνεχίζεται με πιο αργούς ρυθμούς. Αναμφίβολα, λόγω της απαγόρευσης της διπλής υπηκοότητας, την οποία θέσπισε το Βερολίνο το 1997, αρκετοί τούρκοι μετανάστες φοβήθηκαν ότι, απαρνούμενοι το τουρκικό διαβατήριο, θα χάσουν τα δικαιώματά τους στη χώρα προέλευσής τους.

Από τη δεκαετία του 1950, οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες ενδυναμώθηκαν και στο επίπεδο της οικονομίας. Η Γερμανία είναι η χώρα με τις περισσότερες εξαγωγές προς την Τουρκία: υπολογίζονται στα 14,5 δισ. ευρώ. Περίπου διακόσιες χιλιάδες εφτακόσιες γερμανικές επιχειρήσεις, ανάμεσα τους το «βαρύ πυροβολικό», όπως οι BASF, Mercedes και ΜΑΝ, έχουν εγκατασταθεί στην Τουρκία. Ετσι, το ένα τρίτο των λεωφορείων Mercedes τα οποία κυκλοφορούν εκτός Γερμανίας κατασκευάστηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Αντίστοιχα, η Γερμανία αποτελεί τον μεγαλύτερο εισαγωγέα τουρκικών προϊόντων (9,1 δισ. ευρώ το 2006).

Τέλος, εξήντα χιλιάδες τούρκοι εργοδότες και επιχειρηματίες απασχολούν πάνω από τριακόσιες εξήντα χιλιάδες μισθωτούς στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, εκ των οποίων το ένα τρίτο είναι Γερμανοί. Μετά την περίοδο του μονοπωλίου στην πώληση «ντονέρ κεμπάπ», το οποίο σχεδόν εκθρόνισε το περίφημο γερμανικό λουκάνικο, οι δραστηριότητες των εν λόγω εταιρειών αφορούν πλέον όλους τους κλάδους της βιομηχανίας και των υπηρεσιών.

Πλήθος στελεχών και πολιτικών της Τουρκίας, οι οποίοι συχνά ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους στη Γερμανία, τη θεωρούν πρότυπο. Κυρίως, μάλιστα, αναφορικά με το πώς διαχειρίζεται το εγχώριο μωσαϊκό των θρησκειών και την επιρροή των αντίστοιχων φορέων τους. Οι γερμανοί χριστιανοδημοκράτες [δηλαδή ο συνασπισμός της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης (CDU) και της Χριστιανοκοινωνικής Ενωσης] αποτελούν, για πολλούς, το μοντέλο από το οποίο εμπνέεται το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), των δημοκρατών και ρεφορμιστών μουσουλμάνων.

Αλλωστε, ο τούρκος πρωθυπουργός Ερντογάν δεν θεωρείται από τον υπουργό Εσωτερικών, Σόιμπλε, ισλαμιστής, αλλά «πιστός μουσουλμάνος», για τον οποίο τρέφει «σε αυτό το επίπεδο, βαθύτατη εκτίμηση».
  • * Ο MICHEL VERRIER είναι δημοσιογράφος στο Βερολίνο.

LE-MONDE, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 14/09/2008