Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρούσης Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρούσης Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Οικονομικά αιτήματα και πάλη αξιών

Η πολύμορφη, γενικευμένη επίθεση ενάντια στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες και η συνεπαγόμενη ενδυνάμωση του αυταρχισμού και της καταστολής έτσι ώστε να καμφθούν οι όποιες αντιδράσεις, έχει σαν συνέπεια το ίδιο το κίνημα αντίστασης να ρίχνει το βάρος του σε διεκδικήσεις οικονομικού χαρακτήρα και δευτερευόντως σε διεκδικήσεις που έχουν να κάνουν με την υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών.
Ετσι όμως από τη μια υποβαθμίζεται μια σημαντική πτυχή της επίθεσης του κεφαλαίου, που έχει να κάνει με την παραμόρφωση των ανθρώπων η οποία συντελείται μέσω των αξιών που προωθεί το κυρίαρχο καπιταλιστικό σύστημα και από την άλλη περιορίζεται η προοπτική διεξόδου σε μια βελτίωση των υλικών όρων ζωής, αν όχι μόνο των αμοιβών, και δεν προβάλλεται ο πυρήνας της απελευθερωτικής προοπτικής, που δεν είναι άλλος από την αναγωγή σε κυρίαρχο του ελεύθερου δημιουργικού χρόνου και την ανάδειξη σε κυρίαρχη αξία της ανεμπόδιστης ανάπτυξης του ανθρώπου.
Πιο ειδικά, όσον αφορά τις αντιδράσεις ενάντια στη συρρίκνωση των απολαβών των εργαζομένων, αντιδράσεις οι οποίες είναι όχι μόνο καθ' όλα θεμιτές αλλά και εκείνες που ως οι πλέον απτές ενοχλούν πιο άμεσα το κεφάλαιο, καλό είναι να θυμίσουμε τόσο το χαρακτήρα τους όσο και τα όριά τους.
Ετσι λοιπόν δεν πρέπει να ξεχνάμε:
1. Οτι μια αύξηση των απολαβών των εργαζομένων σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει και περιορισμό της εκμετάλλευσής τους. Το αντίθετο μάλιστα, μπορεί να έχουμε αύξηση μισθού και ταυτόχρονα αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης στο βαθμό που το ποσοστό της υπεραξίας αυξάνεται.
2. Οπως γράφει ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο», μια αύξηση στους μισθούς «σημαίνει μόνο ότι το μήκος και το βάρος της χρυσής αλυσίδας, που έχει ήδη σφυρηλατήσει για λογαριασμό του ο μισθωτός εργάτης, επιτρέπεται να χαλαρώσει λιγάκι»(1).
3. Οπως πολύ γλαφυρά γράφει ο Καστοριάδης, μια αύξηση του μισθού κατά 10% κάθε άλλο παρά σημαίνει μια ανάλογη μείωση της αποξένωσης του εργαζόμενου, η οποία και μπορεί να αυξηθεί παράλληλα με την αύξηση του μισθού.
Πέρα, λοιπόν, από τις οικονομικές διεκδικήσεις πέρα από τις διεκδικήσεις που σχετίζονται με ζητήματα δημοκρατίας, πέρα από την υπεράσπιση των κεκτημένων, πέρα ακόμη από την προβολή της αναγκαιότητας μιας ριζοσπαστικής πολιτικής αλλαγής, η οποία πολύ συχνά εντάσσεται στο συνδυασμό ενός λεκτικού ριζοσπαστισμού με τον πραγματικό οπορτουνισμό, πρέπει να ανοίξει ένα νέο μέτωπο πάλης ενάντια στις κυρίαρχες αξίες και τον τρόπο ζωής του καπιταλισμού. Ενα μέτωπο πάλης το οποίο ενάντια στο μονοθεϊσμό του χρήματος, τον αδηφάγο ανταγωνισμό, θα προβάλει, όπως μας προτρέπει ο Μαρκούζε, την άρνηση της ανάγκης του κέρδους, την άρνηση του ανταγωνισμού, την άρνηση της συμμόρφωσης, την άρνηση της ανάγκης της μη παραφωνίας, της μη ελευθεριότητας, την άρνηση της ανάγκης για μια σπάταλη παραγωγικότητα, την άρνηση της ζωτικής ανάγκης της απατηλής απώθησης των ενστίκτων, την ανάγκη ηρεμίας, ομορφιάς, τη χαρά της δωρεάν ευτυχίας...(2)
Απέναντι στην κυριαρχία του φαίνεσθαι, και του έχειν, του ατομισμού και του λαβείν, θα πρέπει να αντιτάξουμε μια κοινωνία του είναι, της αλληλεγγύης και του δούναι, όπως γράφει και ο φίλος Σκαμνάκης(3). Απέναντι σε μια ζωή που χάνεται κερδίζοντάς την, να αντιτάξουμε μια ζωή με κυρίαρχη την ελεύθερη δραστηριότητα πέρα από τον οικονομικό καταναγκασμό.
Ιδεαλιστικά, διανοουμενίστικα σκιρτήματα, θα σπεύσουν να αναφωνήσουν ορισμένοι. Κατεξοχήν υλιστικά αιτήματα θα σπεύσω να αντιτάξω. Διότι όσο κυριαρχούν οι αξίες και η ιδεολογία της αστικής τάξης στις λαϊκές μάζες, αυτές οι αξίες μετατρέπονται σε υλική δύναμη ενσωμάτωσής τους, κατ' αναλογία της επαναστατικής θεωρίας, η οποία, όπως επισήμαινε ο Μαρξ, μετατρέπεται σε υλική δύναμη στο βαθμό που γίνεται κτήμα των μαζών.
  • (1) Marx, «Capital», σελ. 769.
  • (2) Χέρμπερτ Μαρκούζε, «Το τέλος της ουτοπίας», σελ. 17.
  • (3) Θανάσης Σκαμνάκης, «Τα οχυρά μας», «Πριν» Σαββάτο 14 Αυγούστου 2010, σελ. 9.

Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

Επίσημοι παλιάτσοι

  • Ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται οι κινητοποιήσεις των εργαζομένων από τα διάφορα, βασιλικότερα του βασιλέως, φερέφωνα της κυβέρνησης, είναι όλο και πιο προκλητικός.
Στην πραγματικότητα ενώ όλοι τους καμώνονται πως αναγνωρίζουν το δικαίωμα στην απεργία και την κινητοποίηση, όταν αυτά τα δικαιώματα εφαρμόζονται στην πράξη, τα καταγγέλλουν από τη μια ως αντιδημοκρατικά και από την άλλη διότι πλήττουν άλλες κατηγορίες πολιτών από εκείνες που κινητοποιούνται, ενώ η αιτία της κινητοποίησης, τα αιτήματα εκείνων που κινητοποιούνται, παραμένουν συνήθως άγνωστα.
Ετσι οι αγωνιζόμενοι παρουσιάζονται ως αντικοινωνική ομάδα που στρέφεται κατά της υπόλοιπης κοινωνίας, η οποία όμως αντιμετωπίζεται ως νομιμόφρων και μη αντικοινωνική όσο βρίσκεται σε χειμερία νάρκη. Και για να μην ξεχνιόμαστε, θυμίζω ότι οι αγρότες κατηγορούνται διότι εμποδίζουν τη διέλευση των οχημάτων και των εμπορευμάτων. Οι καταληψίες φοιτητές διότι παρεμποδίζουν όσους θέλουν να εργαστούν ή να διδαχτούν να μπουν στις αίθουσες.
Οι όποιοι διαδηλωτές διότι πλήττουν τους μαγαζάτορες και δημιουργούν κυκλοφοριακό . Οι οδοκαθαριστές διότι πλήττουν τη δημόσια υγεία και την εικόνα των πόλεων. Οι ναυτεργάτες διότι πλήττουν τον τουρισμό και τη ναυτιλία. Υποθέτω, οι δημοσιογράφοι επειδή μας στερούν τις ειδήσεις... και πάει λέγοντας. Στην πραγματικότητα εκείνο που επιδιώκεται είναι:
*Να θαφτούν οι αιτίες που γεννούν τις κινητοποιήσεις.
*Να στραφεί η υπόλοιπη κοινωνία ενάντια σε όποιον κινητοποιείται, και να υποσκαφτεί η έκφραση αλληλεγγύης στα δίκαια αιτήματα των εργαζομένων.
*Να αναχθούν σε κυρίαρχες οι παράπλευρες απώλειες της όποιας κινητοποίησης και όχι οι απώλειες που προκύπτουν από τα αντιλαϊκά μέτρα που οδηγούν στις κινητοποιήσεις, μέτρα τα οποία υποστηρίζεται ξεδιάντροπα ότι λαμβάνονται για το καλό των εργαζομένων. Ετσι για παράδειγμα συνέβη με την «απελευθέρωση» των απολύσεων η οποία, όπως δήλωνε ανερυθρίαστα ο κ. Μανώλης Καψής στο δελτίο του Mega της 19/6/2010, καταπολεμά την ανεργία.
*Και κυρίως και πάνω απ' όλα επιδιώκεται να περιοριστούν ακόμη και τα λειψά αστικά δικαιώματα σε απλές διακηρύξεις αρχών, οι οποίες από τη στιγμή που πλήττουν στην πράξη την αστική τάξη και την εξουσία της, αυτή τα καταπολεμά είτε άμεσα καταστέλλοντάς τα, είτε δικαστικά, είτε χρησιμοποιώντας τα ιδεολογικά βαποράκια της.
Με αυτόν τον τρόπο όμως αποδεικνύουν τα πραγματικά όρια των αστικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, αποδεικνύουν ότι ο σεβασμός τους όχι μόνον μπαίνει σε δεύτερη μοίρα απ' ό,τι η υπεράσπιση του αστικού καθεστώτος, αλλά ακόμη ότι η ουσιαστικοποίησή τους προϋποθέτει την υπέρβασή του.
Είναι σαφές ότι η βαθύτατα ταξική, αντιδραστική, πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνηση για να μπορέσει να εφαρμοστεί στην πράξη, θα συνοδευτεί από την ένταση του αυταρχισμού και της άμεσης βίας. Αυτό όμως όχι μόνο δεν αρκεί, αλλά είναι και επικίνδυνο για το ίδιο το σύστημα, στο βαθμό που είναι απαράβατος νόμος η βία να γεννά βία. Γι' αυτό και επιδιώκεται ταυτόχρονα να αποσπαστεί η μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση, αν όχι άμεσα υπέρ των «κακών» μεν «αναγκαίων» δε για τη «σωτηρία της πατρίδας» αντιλαϊκών μέτρων , τουλάχιστον έμμεσα κατά όσων κινητοποιούνται εναντίον τους.
Σε αυτόν το θλιβερό ρόλο έχουν ενταχθεί και όλοι εκείνοι οι κατά Νίτσε «επίσημοι παλιάτσοι», εκείνοι οι «περιττοί» και «ευκίνητοι πίθηκοι» που κάθε βράδυ εκ του ασφαλούς «χύνουνε τη χολή τους» κατά των αγωνιζόμενων εργαζομένων και των κινητοποιήσεών τους και αυτό το ονομάζουν ειδήσεις.
Μια και μοναδική απάντηση μπορεί να τους δοθεί. Να αντιδράσουμε σύσσωμοι ως «αντικοινωνικοί» γι' αυτούς πολίτες, και να τους αφήσουμε με μοναδικό σύμμαχο την τάξη που κάποτε πολλοί απ' αυτούς έφτυναν και σήμερα γλείφουν. [