Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρξ Καρλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρξ Καρλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011

«Επίκαιρος ο Μαρξ και τον 21ο αιώνα»


Το νέο βιβλίο του Ερικ Χόμπσμπομ «Πώς θα αλλάξουμε τον κόσμο» μόλις κυκλοφόρησε και ο ιστορικός εξηγεί την κρίση του καπιταλισμού
The Observer
Την τελευταία φορά που πήρα συνέντευξη από τον Ερικ Χόμπσμπομ, το 2002, η έξοχη αυτοβιογραφία του «Συναρπαστικοί καιροί» είχε μόλις κυκλοφορήσει προκαλώντας ενθουσιώδεις επιδοκιμασίες. Η έκδοση είχε συμπέσει, επίσης, με μια από τις επικριτικές επιθέσεις που εμφανίζονται κατά καιρούς εναντίον του στον τύπο, αναφορικά με τη συμμετοχή του στο Κομμουνιστικό Κόμμα (την αφορμή είχε δώσει η κυκλοφορία του αντισταλινικού βιβλίου του Μάρτιν Εϊμις «Koba the Dread»). Ο «μαρξιστής καθηγητής» δεν επιζητούσε, όπως το έθεσε, «συμφωνία, επιδοκιμασία ή συμπάθεια», αλλά, μάλλον, την ιστορική κατανόηση μιας ζωής του 20ού αιώνα που σφραγίστηκε από την πάλη κατά του φασισμού.
Τα πράγματα έκτοτε έχουν αλλάξει. Η κρίση του καπιταλισμού, η οποία σκόρπισε το χάος στην παγκόσμια οικονομία από το 2007, έχει μεταβάλει τους όρους της συζήτησης. Και αναβιώνει, ξαφνικά, η κριτική του Μαρξ για την αστάθεια του καπιταλισμού. «Ξαναγύρισε!», κραύγασαν οι «Τάιμς του Λονδίνου» το φθινόπωρο του 2008, καθώς οι χρηματοπιστωτικές αγορές κατέρρεαν, οι τράπεζες εθνικοποιούνταν με συνοπτικές διαδικασίες και ο Γάλλος πρόεδρος Σαρκοζί έβγαζε φωτογραφίες φυλλομετρώντας το «Κεφάλαιο». Ακόμα και ο Πάπας Βενέδικτος έσπευσε να επαινέσει την «μεγάλη αναλυτική ικανότητα» του Μαρξ. Οπως φαίνεται, λοιπόν, η στιγμή ήταν η πιο κατάλληλη για να συγκεντρώσει ο Ερικ τα πιο φημισμένα του κείμενα πάνω στον Μαρξ σε έναν τόμο, μαζί με καινούργιο υλικό για τον μαρξισμό υπό το φως της σημερινής κρίσης.
Ωστόσο, και ο ίδιος ο Ερικ έχει αλλάξει. Είναι δύσκολο πλέον να δραπετεύσει από τους σωματικούς περιορισμούς που του επιβάλλουν τα 93 χρόνια του. Ομως το χιούμορ και η φιλόξενη διάθεση του ίδιου και της γυναίκας του, της Μαρλίν, καθώς και η διανοητική του διαύγεια, η διεισδυτικότητα και το εύρος της πολιτικής του σκέψης, παραμένουν ακέραια. Η οικουμενική ευαισθησία του και η έλλειψη τοπικισμού, που πάντα έδιναν εκπληκτική δύναμη στο έργο του, εξακολουθούν να καθορίζουν την πολιτική του ματιά.
Επειτα από μιας ώρας συζήτηση για τον Μαρξ και τον συνεχιζόμενο αγώνα για ανθρώπινη αξιοπρέπεια απέναντι στη λαίλαπα της ελεύθερης αγοράς, αφήνεις το σπίτι των Χόμπσμπομ στο Χάμστεντ –κοντά στα δρομάκια όπου έκαναν τον περίπατό τους ο Μαρξ και ο Ενγκελς– με την αίσθηση ότι είχες μια υπέροχη συνάντηση–μάθημα με ένα από τα σημαντικότερα μυαλά του 20ού αιώνα. Και με έναν άνθρωπο αποφασισμένο να διατηρήσει την κριτική ματιά του στον 21ο.
  • Ο πρώτος που μίλησε για παγκοσμιοποίηση
– Στον πυρήνα του νέου σας βιβλίου υπάρχει μια αίσθηση δικαίωσης; Οτι, δηλαδή, ακόμα κι αν οι λύσεις που πρότεινε κάποτε ο Μαρξ μπορεί να μην είναι πλέον εφαρμόσιμες, ωστόσο έθεσε τα σωστά ερωτήματα για τη φύση του καπιταλισμού; Οτι ο καπιταλισμός που κυριαρχεί τα τελευταία 20 χρόνια μοιάζει πολύ με τον καπιταλισμό που σκεφτόταν ο Μαρξ στα 1840;
– Ναι, υπάρχει σίγουρα αυτό. Το γεγονός ότι ανακαλύπτουμε εκ νέου τον Μαρξ σε τούτη την περίοδο καπιταλιστικής κρίσης οφείλεται στο ότι προέβλεψε πολύ περισσότερα για τον σύγχρονο κόσμο από οποιονδήποτε άλλον το 1848. Αυτό είναι, νομίζω, που τράβηξε την προσοχή σύγχρονων μελετητών στο έργο του - και πρώτα-πρώτα, παραδόξως, επιχειρηματιών και επιχειρηματικών αναλυτών παρά αριστερών. Θυμάμαι που το παρατήρησα αυτό τη χρονιά της 150ής επετείου της έκδοσης του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου», όταν στον χώρο της Αριστεράς δεν είχε προγραμματιστεί τίποτα σημαντικό για τον εορτασμό της. Εμεινα έκπληκτος όταν οι αρχισυντάκτες του περιοδικού της αμερικανικής αεροπορικής εταιρείας United Airlines είπαν ότι ήθελαν να δημοσιεύσουν ένα αφιέρωμα για το Μανιφέστο. Και λίγο αργότερα, ενώ έτρωγα με τον Τζορτζ Σόρος, με τον οποίο σε ελάχιστα συμφωνούμε, μου είπε: «Σίγουρα υπάρχει κάτι ενδιαφέρον σ’ αυτόν τον άνθρωπο».
– Εχετε την αίσθηση ότι αυτό που προσελκύει ανθρώπους σαν τον Σόρος στον Μαρξ είναι ο τρόπος που περιγράφει τόσο εκπληκτικά τον δυναμισμό και την ικανότητα για καινοτομία του καπιταλισμού; Μήπως ήταν αυτό που άρεσε στα επιχειρηματικά στελέχη που ταξιδεύουν με την United Airlines;
– Πιστεύω πως είναι η παγκοσμιοποίηση. Τους εντυπωσιάζει το γεγονός ότι προέβλεψε την παγκοσμιοποίηση. Νομίζω, όμως, ότι οι ευφυέστεροι είδαν επίσης στον Μαρξ μια θεωρία για την ακανόνιστη ανάδυση των κρίσεων. Διότι η επίσημη θεωρία της περιόδου εκείνης, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, απέρριπτε θεωρητικά την πιθανότητα της κρίσης.
  • Παθολογική διαστρέβλωση
Αυτό που συνέβη από τη δεκαετία του ’70 και μετά, πρώτα στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου και, αργότερα, από το 1980, με τη Θάτσερ και τον Ρέιγκαν, ήταν μια παθολογική διαστρέβλωση της αρχής της ελεύθερης αγοράς στον καπιταλισμό: η «καθαρή» ελεύθερη αγορά και η απόρριψη του κράτους και της δημόσιας δράσης, που καμιά οικονομία δεν είχε παλαιότερα εφαρμόσει, ούτε καν οι ΗΠΑ. Και αυτό ήλθε σε σύγκρουση με τον τρόπο που λειτούργησε ο καπιταλισμός στην πιο επιτυχημένη του περίοδο, ανάμεσα στο 1945 και τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Οταν και κέρδη αποκόμιζε και είχε εξασφαλίσει ένα είδος πολιτικής σταθερότητας και έναν σχετικά ικανοποιημένο πληθυσμό. Δεν ήταν ιδεώδης κατάσταση, ήταν όμως, ας πούμε, καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο.
– Πιστεύετε ότι στο ανανεωμένο ενδιαφέρον για τον Μαρξ βοήθησε και το τέλος των μαρξιστικών-λενινιστικών κρατών; Η λενινιστική σκιά έφυγε και μπορέσατε να επιστρέψετε στην αυθεντική φύση των μαρξιανών κειμένων;
– Με την πτώση της Σοβιετικής Ενωσης, οι καπιταλιστές έπαψαν να φοβούνται, και από την άποψη αυτή τόσο εκείνοι όσο κι εμείς μπορέσαμε να δούμε το πρόβλημα με πιο ισορροπημένο τρόπο, λιγότερο διαστρεβλωμένο από το πάθος. Αλλά πιστεύω ότι το πιο σημαντικό ήταν η αστάθεια της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, που έγινε πιο έκδηλη στο τέλος του αιώνα. Βλέπετε, την παγκοσμιοποιημένη οικονομία την διαχειρίστηκε κατά κύριο λόγο ο «βορειοδυτικός» πόλος, η Δυτική Ευρώπη και η Βόρεια Αμερική, οι οποίες προώθησαν τον ακραίο φονταμενταλισμό της αγοράς. Αρχικά, φάνηκε να λειτουργεί καλά, έστω κι αν από την αρχή μπορούσες να δεις ότι στην περιφέρεια της παγκόσμιας οικονομίας προκαλούσε σεισμούς, μεγάλους σεισμούς. Στη Λατινική Αμερική, προκλήθηκε τεράστια χρηματοπιστωτική κρίση στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, στη Ρωσία, συντελέστηκε μια οικονομική καταστροφή. Κι έπειτα, προς τα τέλη του αιώνα, υπήρξε αυτή η τεράστια, σχεδόν παγκόσμια, κατάρρευση που επεκτάθηκε από τη Ρωσία μέχρι τη Νότια Κορέα, την Ινδονησία και την Αργεντινή. Αυτό έκανε πολλούς να σκεφτούν ότι υπήρχε μια βασική αστάθεια στο σύστημα την οποία προηγουμένως είχαν παραβλέψει.
  • Ποικιλία δυνατοτήτων
– Υπήρξε η άποψη ότι η κρίση που είδαμε από το 2008 όσον αφορά την Αμερική, την Ευρώπη και τη Βρετανία δεν είναι τόσο μια κρίση του ίδιου του καπιταλισμού, αλλά του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού της σύγχρονης δύσης. Στο μεταξύ, η Βραζιλία, η Ρωσία, η Ινδία και η Κίνα -οι χώρες Bric- αναπτύσσουν όλο και περισσότερο τις οικονομίες τους με βάση το καπιταλιστικό μοντέλο. Ή μήπως ήρθε η σειρά μας να υποστούμε τις κρίσεις που πέρασαν εκείνοι πριν από δέκα χρόνια;
– Ο καπιταλισμός είναι, αν θέλετε, μια οικογένεια, με ποικιλία δυνατοτήτων, από τον κρατικά διευθυνόμενο καπιταλισμό της Γαλλίας μέχρι την ελεύθερη αγορά της Αμερικής. Είναι επομένως λάθος να πιστεύουμε ότι η άνοδος των χωρών Bric είναι απλώς μια γενίκευση του δυτικού καπιταλισμού. Η μόνη φορά που προσπάθησαν να εισαγάγουν ατόφιο τον φονταμενταλισμό της ελεύθερης αγοράς ήταν στη Ρωσία, και εκεί ήταν μια απόλυτα τραγική αποτυχία.
– Δεν σας εκπλήσσει η αδυναμία είτε της μαρξιστικής είτε της σοσιαλδημοκρατικής Αριστεράς να εκμεταλλευτούν πολιτικά την κρίση τα τελευταία χρόνια; Σας στενοχωρεί η σημερινή κατάσταση της Αριστεράς στην Ευρώπη και αλλού;
– Ναι, βέβαια. Στην πραγματικότητα, ένα από τα πράγματα που προσπαθώ να δείξω στο βιβλίο είναι ότι η κρίση του μαρξισμού δεν αφορά μόνο τον επαναστατικό κλάδο του αλλά και τον σοσιαλδημοκρατικό. Η νέα κατάσταση στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία σκότωσε και τον δημοκρατικό ρεφορμισμό - που ουσιαστικά ήταν η πίεση της εργατικής τάξης στα έθνη-κράτη. Με την παγκοσμιοποίηση, όμως, η ικανότητα των κρατών να ανταποκριθούν σε αυτή την πίεση μειώθηκε σημαντικά. Ετσι η Αριστερά υποχώρησε λέγοντας «Εφόσον οι καπιταλιστές τα πάνε καλά, δεν χρειάζεται εμείς παρά να τους αφήσουμε να βγάζουν όσο περισσότερα κέρδη μπορούν και να φροντίσουμε ώστε να πάρουμε το μερίδιό μας». Αυτό λειτούργησε όταν μέρος αυτού του μεριδίου πήρε τη μορφή της δημιουργίας κράτους πρόνοιας. Τώρα βαδίζουμε αντίστροφα στις δυτικές χώρες, όπου η οικονομική ανάπτυξη είναι σχετικά στατική, ακόμα και αρνητική.
– Βλέπετε ως μέρος του προβλήματος, από τη σκοπιά της Αριστεράς, το τέλος της συνειδητής, μαζικής εργατικής τάξης, η οποία ήταν ουσιαστικής σημασίας για τη σοσιαλδημοκρατική πολιτική;
– Ιστορικά, αυτό ισχύει. Οι σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις και οι μεταρρυθμίσεις τους αποκρυσταλλώθηκαν γύρω από εργατικά κόμματα, που όμως ποτέ δεν ήταν εντελώς εργατικά. Πάντα ήταν, σε κάποιο βαθμό, συμμαχίες: με φιλελεύθερους και αριστερούς διανοούμενους, με θρησκευτικές και πολιτισμικές μειονότητες, με τα φτωχά στρώματα γενικά. Πιστεύω ότι η ταχύτητα της αποβιομηχάνισης στη Βρετανία επηρέασε πολύ αρνητικά όχι μόνο το μέγεθος της εργατικής τάξης αλλά και τη συνειδητότητά της. Και δεν υπάρχει καμιά χώρα σήμερα όπου η καθαρά βιομηχανική εργατική τάξη να είναι από μόνη της αρκετά ισχυρή.
  • Η εργατική τάξη
Το εφικτό ακόμα και σήμερα είναι να σχηματίσει η εργατική τάξη τον σκελετό, ας πούμε, ευρύτερων κινημάτων κοινωνικής αλλαγής. Ενα καλό παράδειγμα είναι η Βραζιλία, όπου έχουμε μια κλασική περίπτωση εργατικού κόμματος βασισμένου σε μια συμμαχία ανάμεσα στα συνδικάτα, τους εργαζόμενους, τους φτωχούς γενικότερα, τους διανοούμενους, τους αριστερούς διάφορων τάσεων, η οποία δημιούργησε έναν ισχυρό και ανθεκτικό κυβερνητικό συνασπισμό. Σήμερα, ιδεολογικά, αισθάνομαι πιο πολύ στο σπίτι μου στη Λατινική Αμερική γιατί παραμένει το μόνο μέρος του κόσμου όπου οι άνθρωποι εξακολουθούν να εκφράζονται πολιτικά στην παλιά γλώσσα, του 19ου και του 20ού αιώνα, τη γλώσσα του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού και του μαρξισμού.
  • Ο ρόλος της Αριστεράς για τους νέους
– Κάτι που προβάλλεται ιδιαίτερα μέσα στο έργο σας είναι ο ρόλος των διανοούμενων. Σήμερα, βλέπουμε στη Βρετανία μεγάλη αναστάτωση στα πανεπιστήμια, όπως το δικό σας, στο Μπέρκμπεκ, με συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις. Και αν δούμε την ανταπόκριση στα βιβλία της Ναόμι Κλάιν ή του Ντέιβιντ Χάρβεϊ, ή τις ομιλίες του Σλαβόι Ζίζεκ, υπάρχει πραγματικός ενθουσιασμός. Πώς σας φαίνονται αυτοί οι αριστεροί διανοούμενοι που εκφράζονται σήμερα στο προσκήνιο;
– Αναμφίβολα, με τα μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση, θα έχουμε ριζοσπαστικοποίηση των φοιτητών. Αυτό είναι το θετικό. Στην αρνητική πλευρά... αν δείτε την τελευταία περίπτωση μαζικής ριοζοσπαστικοποίησης των φοιτητών το 1968, δεν οδήγησε σε τίποτα σπουδαίο. Ωστόσο, είναι καλύτερο να αισθάνονται οι νέοι ότι ανήκουν στην Αριστερά παρά να αισθάνονται ότι το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να βρουν μια δουλειά στο χρηματιστήριο.
– Και πιστεύεται ότι άνθρωποι σαν τον Ζίζεκ παίζουν θετικό ρόλο σ’ αυτό;
– Υποθέτω ότι ο Ζίζεκ σωστά περιγράφεται σαν «περφόρμερ». Εχει αυτό το στοιχείο της πρόκλησης που κινεί το ενδιαφέρον, δεν είμαι σίγουρος όμως ότι εκείνοι που διαβάζουν Ζίζεκ φτάνουν πολύ πιο κοντά στο να ξανασκεφτούν τα προβλήματα της Αριστεράς.
– Ο τίτλος του νέου βιβλίου σας είναι «Πώς να αλλάξουμε τον κόσμο». Γράφετε, στην τελευταία παράγραφο, «το ξεπέρασμα του καπιταλισμού μού φαίνεται ακόμα εφικτό». Διατηρείτε ακόμη άσβεστη αυτή την ελπίδα, και είναι εκείνη που σας δίνει τη δύναμη να εργάζεστε, να γράφετε και να σκέπτεσθε σήμερα;
– Ασβεστη ελπίδα δεν υπάρχει στις μέρες μας. Το «Πώς να αλλάξουμε τον κόσμο» είναι ένας απολογισμός για όσα έκανε ο μαρξισμός τον 20ό αιώνα, εν μέρει μέσα από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, που δεν προέκυψαν άμεσα από τον Μαρξ, και τα άλλα εργατικά κόμματα – τα οποία παραμένουν ως κυβερνήσεις και δυνητικές κυβερνήσεις παντού.
Το κληροδότημα του Καρλ Μαρξ, ενός άοπλου προφήτη, που ενέπνευσε μεγάλες αλλαγές, είναι αδιαμφισβήτητης αξίας. Σαφώς δεν λέω ότι υπάρχουν σήμερα αντίστοιχες δυνατότητες. Εκείνο που λέω είναι ότι τα βασικά προβλήματα του 21ου αιώνα απαιτούν λύσεις που ούτε η «καθαρή» αγορά ούτε η «καθαρή» φιλελεύθερη δημοκρατία μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά. Θα χρειαστεί, λοιπόν, να επεξεργαστούμε έναν διαφορετικό συνδυασμό, ένα διαφορετικό κράμα δημόσιου και ιδιωτικού, κρατικού ελέγχου και ελευθερίας. Πώς θα το αποκαλέσετε αυτό, δεν ξέρω. Αλλά ενδέχεται να μην είναι πλέον καπιταλισμός, τουλάχιστον με τη μορφή που τον έχουμε γνωρίσει σε τούτη τη χώρα και στις ΗΠΑ.
  • Είναι πολύ πιο δεξιοί
– Θα ήθελα να μου μιλήσετε λίγο για τη Βρετανία και τις εντυπώσεις σας όσον αφορά την κυβέρνηση συνασπισμού. Μου φαίνεται να υπάρχει μια ατμόσφαιρα δεκαετίας του ’30: δημοσιονομική ορθοδοξία, περικοπές δαπανών, αύξηση των εισοδηματικών ανισοτήτων. Πώς τα ερμηνεύετε αυτά;
– Πίσω από τις διάφορες περικοπές που προτείνονται τώρα, και που τις αποδίδουν στην ανάγκη περιορισμού του ελλείμματος, φαίνεται ξεκάθαρα ότι υπάρχει μια συστηματική, ιδεολογική απαίτηση απορρύθμισης, αποδιάρθρωσης των παλιών διευθετήσεων – είτε πρόκειται για το συνταξιοδοτικό, την πρόνοια, την εκπαίδευση, ακόμα και το σύστημα υγείας. Η κυβέρνηση αυτή είναι πολύ πιο δεξιά απ’ όσο φαινόταν με την πρώτη ματιά.
  • Ποιοι είναι οι δύο συνομιλητές
Ο Ερικ Χόμπσμπομ, ένας από τους κορυφαίους σύγχρονους ιστορικούς, γεννήθηκε το 1917 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Μαζί με την οικογένειά του μετεγκαταστάθηκε αργότερα στο Βερολίνο και, από το 1933, στο Λονδίνο. Το 1936 έγινε μέλος του βρετανικού Κομμουνιστικού Κόμματος και, μετά τις σπουδές του στο Κέμπριτζ, υπηρέτησε στις βρετανικές ένοπλες δυνάμεις κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ακαδημαϊκή σταδιοδρομία του περιλαμβάνει ευρύ διδακτικό έργο σε πανεπιστήμια της Βρετανίας και των ΗΠΑ, πολυάριθμες τιμητικές διακρίσεις και τη συγγραφή βιβλίων, τα οποία έχουν ως σταθερή βάση την μαρξιστική ανάλυση και προσελκύουν πάντα το ενδιαφέρον τόσο των ιστορικών όσο και του ευρύτερου αναγνωστικού κοινού.
Ανάμεσα στα σημαντικότερα έργα του είναι: «Η εποχή της Επανάστασης: Ευρώπη 1789-1848» (1962), «Η εποχή του κεφαλαίου: 1848-1875» (1975), «Η εποχή της Αυτοκρατορίας»: 1875-1914» (1987), «Η εποχή των άκρων: 1914-1991» (1994), «Η επινόηση της παράδοσης» (1983), «Συναρπαστικοί καιροί» (2002), «Παγκοσμιοποίηση, Δημοκρατία και Τρομοκρατία» (2007).
Ο Τρίστραμ Χαντ γεννήθηκε το 1974 στο Κέμπριτζ και ολοκλήρωσε τις ιστορικές σπουδές του στο ομώνυμο πανεπιστήμιο. Ασχολήθηκε με την παραγωγή ιστορικών ντοκιμαντέρ στο BBC και τη συγγραφή δοκιμίων, ενώ στις εκλογές του 2010 εξελέγη βουλευτής του Εργατικού Κόμματος. Εχει γράψει, μεταξύ άλλων, τα βιβλία: «Ο Αγγλικός Εμφύλιος Πόλεμος από πρώτο χέρι» (2002), «Κτίζοντας την Ιερουσαλήμ: Η άνοδος και η πτώση της βικτωριανής πόλης» (2005), «Ο κομμουνιστής με το φράκο: Η επαναστατική ζωή του Φρίντριχ Ενγκελς» (2009).

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010

Γιατί επιστρέφει ο Μαρξ

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε ο ιταλός μελετητής του έργου του Μαρξ Μαρτσέλο Μούστο, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Γιορκ του Τορόντο, στον Ντονατέλο Σανταρόνε, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο 3 της Ρώμης.

-Το πρώτο ερώτημα που θα ήθελα να σας θέσω αναφέρεται στο λόγο της επιβλητικής αναζωογόνησης του ενδιαφέροντος για το έργο του Μαρξ.

«Ο Μαρξ ταυτίστηκε για πολύ καιρό με τις γκρίζες κρατικές εμπειρίες του υπαρκτού σοσιαλισμού και μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου διακηρύχθηκε ακόμα και η εξαφάνισή του. Με εξαίρεση λίγες κριτικές φωνές, πράγματι, θεωρήθηκε ομόψυχα σαν ένα από εκείνα τα παλιά και σκουριασμένα εργαλεία, τα οποία η Ιστορία δεν ξέρει πλέον τι να τα κάνει.

Από τότε και για 15 περίπου χρόνια, οι μελέτες για τον Μαρξ περιορίστηκαν πάρα πολύ σε σχέση με το παρελθόν, σε ορισμένες χώρες έπαψαν εντελώς, και αυτό, παρά το γεγονός ότι ο καπιταλισμός απείχε πολύ από το να έχει πετύχει εκείνη την κοινωνική ευημερία και εκείνη την οικονομική και πολιτική σταθερότητα, που οι ιδεολόγοι του και οι πληρωμένοι απολογητές του προσπαθούσαν να αποδείξουν ή ανακοίνωναν ως επικείμενες.

Ωστόσο, αντίθετα με τις προβλέψεις που τον είχαν ρίξει οριστικά στη λήθη τα τελευταία χρόνια, ο Μαρξ επέστρεψε, και στα ράφια των βιβλιοπωλείων ξαναβλέπουμε όλο και περισσότερο τα κείμενά του σε ανατυπώσεις και επανεκδόσεις. Επιπλέον, μετά την κατάρρευση της Wall Street, ο Μαρξ επανεμφανίστηκε στις πρώτες σελίδες πολλών περιοδικών όλου του κόσμου και οι πιο σημαντικές εφημερίδες τού αφιέρωσαν πολλά άρθρα, συχνά πρωτοσέλιδα, στα οποία οι θεωρίες του ξανάρχισαν να χαρακτηρίζονται πάρα πολύ σημαντικές και προφητικές».

-Πώς εξηγείται αυτό το νέο ενδιαφέρον;

«Αναμφίβολα αυτό πρέπει να αποδοθεί στο γεγονός ότι ο Μαρξ ξαναρχίζει να αντιμετωπίζεται άλλη μια φορά ως ο πιο έγκυρος στοχαστής για να κατανοήσουμε τον καπιταλισμό και να του ασκήσουμε κριτική. Και αυτό όχι μόνον εξαιτίας της οξυδέρκειας των στοχασμών του -που του επέτρεψε να προβλέψει την παγκόσμια επέκταση του καπιταλισμού και συνεπώς την επέκταση των παραγωγικών δυνάμεων και τη γενίκευση του καθεστώτος της μισθωτής εργασίας- αλλά και επειδή ορισμένα φαινόμενα, που αυτός ανέλυσε, εκδηλώνονται σήμερα (σε έναν καπιταλισμό ο οποίος γνώρισε μιαν εξαιρετική σε ένταση και διάδοση ανάπτυξη) ακόμα πιο καθαρά σε σχέση με τον καιρό του Μαρξ. Αρκεί να σκεφτούμε τη σημασία της συσσώρευσης που πραγματοποιείται μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος, την οποία αυτός ανέλυσε στον τρίτο τόμο του "Κεφαλαίου", ή τις κρίσεις ενός καπιταλισμού ο οποίος, καθώς έχει διευρύνει πολύ τη γεωγραφική του επέκταση, θα γίνεται όλο και περισσότερο θύμα των αντιφάσεών του.

Φυσικά με αυτό δεν θέλω βέβαια να πω ότι στις σελίδες του "Κεφαλαίου" μπορούμε να βρούμε απάντηση σε όλα τα φαινόμενα του σύγχρονου καπιταλισμού. Αυτό το κείμενο είναι, ωστόσο, ακόμα πολύ ωφέλιμο για να κατανοήσουμε το χαρακτήρα και τις εξελίξεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Και μετά την έκρηξη της οικονομικής κρίσης είναι πάρα πολλοί εκείνοι που ξαναρχίζουν να τιμούν τον ίδιο στοχαστή τον οποίο είχαν θεωρήσει ξοφλημένο λίγα χρόνια πριν».

- Μπορείτε να μας εξηγήσετε ποιο νόημα έχει και ποιες ενδεχόμενες νέες ερμηνευτικές προοπτικές μπορεί να ανοίξει στην ανάγνωση των μαρξικών κειμένων η νέα έκδοση των απάντων του Μαρξ και του Ενγκελς;

«Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται γενικά, το έργο του Μαρξ είναι ανολοκλήρωτο και αποσπασματικό. Η αυτοκριτική του αυστηρότητα και το εξαιρετικό του πάθος για γνώση, που τον ωθούσε πάντοτε προς νέες μελέτες, δεν του επέτρεψαν να ολοκληρώσει πολλές από τις εργασίες που άρχισε στη διάρκεια της ύπαρξής του. Ετσι, πολλά από τα πιο γνωστά γραπτά του Μαρξ (για παράδειγμα, τα "Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα" του 1844, η "Γερμανική ιδεολογία" και ο δεύτερος και ο τρίτος τόμος του "Κεφαλαίου") δεν είναι διόλου ολοκληρωμένα έργα, αλλά είναι χειρόγραφα, στα οποία σίγουρα δεν μπορούμε να νομίζουμε ότι βρίσκουμε -όπως όμως νόμιζαν- την οριστική αντίληψη του Μαρξ για τα θέματα που πραγματεύεται. Αναφέρω ορισμένα παραδείγματα:

1) Οι κυριότερες ερμηνείες των "Οικονομικών και φιλοσοφικών χειρογράφων" του 1844, τόσο εκείνες που θεωρούσαν ότι σε αυτό το γραπτό ο Μαρξ είχε ήδη εκθέσει τη σκέψη του ολοκληρωμένα (για παράδειγμα, οι γάλλοι υπαρξιστές) όσο και εκείνες που, αντίθετα, θεωρούσαν αυτό το κείμενο ως μιαν αντίληψη πολύ διαφορετική από εκείνη της ωριμότητας (Αλτουσέρ), βασίζονταν στην ιδέα ότι τα "Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα" του 1844 ήταν ένα αληθινό έργο, στο οποίο είχαν καταγραφεί συγκεκριμένες επεξεργασίες. Αυτή η πεποίθηση αμφισβητήθηκε εντελώς από τις φιλολογικές σπουδές, που κατέδειξαν ότι αυτά ήταν μόνον ένα μέρος, και, επιπλέον, διατυπωμένο σε χοντρές γραμμές, της φιλολογικής παραγωγής εκείνης της περιόδου, η οποία βασιζόταν ουσιαστικά σε αποσπάσματα από κείμενα πολιτικής οικονομίας.

2) Ο αποσπασματικός χαρακτήρας με τον οποίο αποκαταστάθηκε η "Γερμαναική ιδεολογία", στην τελευταία της έκδοση του 2004, καθιστά πρόδηλη την ερμηνευτική παραχάραξη από μέρους του "μαρξισμού-λενινισμού", ο οποίος είχε παρουσιάσει αυτά τα χειρόγραφα ως εξαντλητική έκθεση του "ιστορικού υλισμού" (έκφραση την οποία, άλλωστε, ποτέ δεν χρησιμοποίησε ο Μαρξ).

Με τη νέα έκδοση των έργων του, ο Μαρξ παίρνει νέα μορφή. Αυτό που έχουμε στη δάθεσή μας σήμερα δεν είναι πλέον η μονολιθική σκέψη που παρουσίαζε ο "μαρξισμός-λενινισμός", αλλά ένα έργο ανοιχτό, πάντοτε κριτικό και ορισμένες φορές αντιφατικό (...)». *

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2008

Το «τέλος της Δύσης» σε νέα έκδοση

Του Πετρου Παπακωνσταντινου, Η Καθημερινή, Kυριακή, 26 Oκτωβρίου 2008

Η ρήξη ανάμεσα στην Αμερική του Μπους και την «παλιά Ευρώπη» των Σιράκ και Σρέντερ τις παραμονές του πολέμου εναντίον του Ιράκ γέννησε μια ολόκληρη φιλολογία περί «Τέλους της Δύσης». Στο μικρό, αλλά πολύκροτο βιβλίο του «Παράδεισος και Εξουσία», ο νεοσυντηρητικός Ρόμπερτ Κέιγκαν υποστήριξε ότι Ευρώπη και Αμερική κινούνται σε ασύμβατες τροχιές γιατί ζουν σε διαφορετικούς πλανήτες - η μεν Ευρώπη στην Αφροδίτη, θεά της ομορφιάς και της αρμονίας, η δε Αμερική στον Αρη, θεό του πολέμου και της σύγκρουσης.

Περισσότερο απαισιόδοξος, ο πρώην σύμβουλος του Κλίντον, Τσαρλς Κάπτσαν, προέβλεψε ότι η επόμενη, ιστορική σύγκρουση δεν θα είναι μεταξύ της Δύσης και του Ισλάμ (ή της Ρωσίας, ή της Κίνας), αλλά μεταξύ Αμερικής και Ευρώπης. Ο Κάπτσαν συνέκρινε τη Δύση της εποχής μας με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μετά την απόφαση του Διοκλητιανού να τη χωρίσει σε Δυτική και Ανατολική. Η κοινή πολιτιστική κληρονομιά και η κοινή θρησκεία Ρώμης και Βυζαντίου, υποστήριζε ο Κάπτσαν, δεν τις εμπόδισε να αναπτύξουν ανταγωνιστικές σχέσεις. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει σήμερα, κατά τον Αμερικανό αναλυτή, σε ολοένα και μεγαλύτερη κλίμακα, στις σχέσεις μεταξύ των δύο ακτών του Ατλαντικού.

  • Πρόωρες εκτιμήσεις

Με τους Μέρκελ και Σαρκοζί να έχουν αντικαταστήσει από καιρό τους Σρέντερ και Σιράκ, με τον Μπους να ετοιμάζεται να εγκαταλείψει τον Λευκό Οίκο και με τον Ομπάμα να μιλάει ενώπιον 200.000 ανθρώπων στο Βερολίνο, οι εκτιμήσεις αυτές, που γεννήθηκαν τον θυελλώδη χειμώνα του 2003, φαίνονται τουλάχιστον πρόωρες. Ωστόσο, η διεθνής οικονομική κρίση που ξεκίνησε από τη Γουόλ Στριτ επανέφερε με άλλον τρόπο τη φιλολογία περί «τέλους» ή έστω «παρακμής» της Δύσης.

Ο αρθρογράφος της ισπανικής El Pais, Μ. Α. Μπαστενιέρ, σημείωνε πρόσφατα ότι τα παθήματα της Αμερικής και της Δύσης εν γένει ξεσήκωσαν κύμα χαιρέκακης ικανοποίησης σε μεγάλα τμήματα του πλανήτη, σε στυλ «Καλά να πάθουν»! Κι αυτό όχι μόνο στον αραβομουσουλμανικό κόσμο, αλλά και στη Λατινική Αμερική και την Απω Ανατολή - πολύ περισσότερο απ' ό,τι είχε συμβεί μετά την κατάρρευση των Δίδυμων Πύργων.

  • Αλλη μια απώλεια

Σε πρόσφατο άρθρο του, ο αναλυτής της Washington Post Αντονι Φαϊόλα, εκτιμούσε ότι «η χειρότερη χρηματοπιστωτική κρίση μετά τη Μεγάλη Υφεση (1929 - 33) προκάλεσε άλλη μια απώλεια: τον αμερικανικού τύπου καπιταλισμό». Και εξηγούσε:

«Τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν Σταυροφορία για να πείσουν τον υπόλοιπο κόσμο, ιδιαίτερα τις αναπτυσσόμενες χώρες, να καταργήσουν τη βαριά, κρατική παρέμβαση στις τράπεζες και τη βιομηχανία. Αλλά το υπερφιλελεύθερο μοντέλο του αμερικανικού καπιταλισμού ενοχοποιείται σήμερα για την υπερχρέωση της εύκολης πίστωσης, την άρρωστη αγορά ακινήτων και τα τοξικά απόβλητα της Γουόλ Στριτ που μόλυναν το παγκόσμιο, χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η μετέπειτα στροφή στον βαρύ κρατικό παρεμβατισμό (για τη διάσωση των τραπεζών που απειλούνταν με χρεωκοπία) αφαιρεί από την Ουάσιγκτον το ηθικό κύρος που της επέτρεπε να κηρύσσει στην οικουμένη το Ευαγγέλιο του φιλελευθερισμού».

Πολλοί εκτιμούν ότι δεν πρόκειται μόνο για διάβρωση της ιδεολογικής ηγεμονίας, αλλά και για απώλεια πραγματικής ισχύος στον διεθνή στίβο - για το τέλος της «στιγμής» της αμερικανικής μονοκρατορίας, που προέκυψε από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης. Από τις στήλες της WashingtoPost, ο Αμερικανός συγγραφέας Κέβιν Φίλιπς θεωρεί την υπερδιόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα στην αμερικανική οικονομία ως σύμπτωμα ιστορικής παρακμής, που συνόδεψε στην πτώση τους άλλες μεγάλες δυνάμεις, όπως η Ισπανία, η Ολλανδία και η Βρετανία.

Αυτή είναι η θεώρηση και του Ιταλού οικονομολόγου και ιστορικού Τζιοβάνι Αρίγκι. Ο συγγραφέας του σημαντικού βιβλίου «Ο μακρύς εικοστός αιώνας» περιγράφει την ιστορία του καπιταλισμού ως διαδοχή μακρών κυμάτων, καθένα από τα οποία χαρακτηρίζεται από την ηγεμονία μιας μεγάλης διεθνούς δύναμης: Βενετία, Γένοβα, Ισπανία, Ολλανδία, Βρετανία, Αμερική. Στην ανοδική φάση κάθε κύματος κυριαρχεί το παραγωγικό κεφάλαιο και στην καθοδική το χρηματιστικό - αυτό είναι το «χρυσό φθινόπωρο», η αναγγελία της επερχόμενης παρακμής.

  • Τέλος εποχής

Στο περιγραφικό σχήμα του Αρίγκι, το κέντρο βάρους της παγκόσμιας ισχύος στους Νεώτερους Χρόνους κινείται από Ανατολάς προς Δυσμάς: Μεσόγειος - Μάγχη - Ατλαντικός. Αρκετοί αναλυτές προεκτείνουν αυτή τη θεώρηση, εκτιμώντας ότι η τρέχουσα κρίση του αγγλοσαξονικού καπιταλισμού θα μετατοπίσει την παγκόσμια ισχύ ακόμη δυτικότερα, από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό Ωκεανό και, κυρίως, στην Κίνα. «Η γεωπολιτική δύναμη, η οποία μέχρι σήμερα ήταν συγκεντρωμένη στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, αρχίζει να μετατοπίζεται προς την Ασία. Η χρηματοπιστωτική κρίση και η συνακόλουθη ύφεση που πλήττουν τη Δύση θα επιταχύνουν, πιθανότατα, αυτή την τάση», έγραφε πρόσφατα ο Ιάπωνας αναλυτής Γιοΐτσι Φουναμπάσι.

Το ενδεχόμενο αυτό θεωρεί τουλάχιστον πιθανό ο καθηγητής του πανεπιστημίου του Γέιλ και θεμελιωτής της θεωρίας του «παγκόσμιου συστήματος», Ιμάνουελ Βαλερστάιν. Σ' αυτή την περίπτωση, όμως, δεν θα πρόκειται απλώς για αλλαγή σκυτάλης από μια δυτική δύναμη σε μιαν άλλη, αλλά για το τέλος μιας ολόκληρης εποχής, που άρχισε με τις Μεγάλες Ανακαλύψεις: Το τέλος 500 χρόνων παγκόσμιας κυριαρχίας του λευκού ανθρώπου. Μια πραγματικά ιστορική ανατροπή, που είναι δύσκολο κανείς να δεχθεί ότι μπορεί να συμβεί χωρίς μεγάλης κλίμακας συγκρούσεις, ίσως πέρα από τις δυνατότητες σύλληψης της φαντασίας μας.

Από τον μονοπολικό στον… τριπολικό κόσμο;

Δεν είναι η πρώτη φορά που η εικασία περί μετατόπισης της παγκόσμιας ισχύος από τον Ατλαντικό στην Απω Ανατολή χαλάει τον ύπνο των δυτικών ελίτ. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, η «κίτρινη απειλή» (και όχι η κόκκινη) ήταν ο υπ’ αριθμόν ένα εφιάλτης μιας Αμερικής που κατακλυζόταν από γιαπωνέζικα βίντεο, τηλεοράσεις και αυτοκίνητα, ενώ εμβληματικά κτίρια του Μανχάταν αγοράζονταν από Γιαπωνέζους επενδυτές. Τέκνο αυτής της πνευματικής ατμόσφαιρας ήταν το σημαντικό έργο του Πολ Κένεντι «Η Ανοδος και η Πτώση των Μεγάλων Δυνάμεων», το οποίο προέβλεπε ότι ΗΠΑ και ΕΣΣΔ θα μπουν σε φάση σταδιακής παρακμής, με την Ιαπωνία να διεκδικεί την παγκόσμια ηγεμονία και την Κίνα να την ακολουθεί, αν και από μεγάλη απόσταση.

Δύο δεκαετίες αργότερα, η νέα εκδοχή της εικασίας περί μεταβίβασης της ηγεμονίας από τη λευκή φυλή στην κίτρινη, αυτή τη φορά με την Κίνα στη θέση της Ιαπωνίας, δεν φαίνεται λιγότερο προβληματική. Παρ’ όλα τους τα προβλήματα, ΗΠΑ και Ε.Ε. αντιστοιχούν στο μισό της παγκόσμιας οικονομίας, ενώ η Κίνα, παρά την ταχεία άνοδό της, αντιστοιχεί περίπου στο 1/16, για να μη μιλήσουμε για την απόσταση στα πεδία του κατά κεφαλήν εισοδήματος, της τεχνολογίας και της στρατιωτικής ισχύος.

Είναι πολύ πιθανό ότι η Αμερική θα βγει από την τρέχουσα οικονομική κρίση συγκριτικά αποδυναμωμένη έναντι των κυριοτέρων ανταγωνιστών της. Ωστόσο, η οικονομική υποχώρηση δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε γεωπολιτική συρρίκνωση. Η μακρά ύφεση του 1873 - ’96 σηματοδότησε τη διάβρωση της οικονομικής ηγεμονίας της κατ’ εξοχήν φιλελεύθερης Βρετανίας και την ορμητική άνοδο του «νέου» καπιταλισμού των μεγάλων τραστ στη Γερμανία και τις ΗΠΑ. Στα τέλη του 19ου αιώνα ο κόσμος, από οικονομική άποψη, ήταν ήδη τριπολικός. Αλλά η Βρετανική Αυτοκρατορία των πέντε ηπείρων, όπου ο ήλιος δεν έδυε ποτέ, δεν έχασε οριστικά την πολιτικοστρατιωτική της κυριαρχία παρά ύστερα από μισό αιώνα και δύο παγκόσμιους πολέμους – στους οποίους, μάλιστα, «νίκησε».

Στο πρόσφατο βιβλίο του «Ο Δεύτερος Κόσμος», ο Αμερικανοϊνδός αναλυτής Πάραγκ Χάνα συμμερίζεται την εκτίμηση ότι η εξαιρετική «στιγμή» της αμερικανικής μονοκρατορίας βαίνει προς το τέλος της και εκτιμά ότι ο 21ος αιώνας θα σφραγιστεί από τον ιστορικό ανταγωνισμό μεταξύ τριών υπερδυνάμεων – Αμερικής, Ευρωπαϊκής Ενωσης και Κίνας. Τα τρία αυτά κέντρα συμπεριφέρονται, κατά τον συγγραφέα, ως «frenemies», άλλοτε συνεταίροι και άλλοτε αντίπαλοι, με το μέλλον των σχέσεών τους αβέβαιο. Ρωσία, Ινδία, Ιαπωνία, Βραζιλία και άλλες μεγάλες χώρες μπορεί να παίξουν σημαντικό ρόλο, καθορίζοντας πού θα γείρει η πλάστιγγα, αλλά δεν θα είναι, κατά τον Χάνα, οι πρωταγωνιστές του αγώνα για την παγκόσμια ηγεμονία.

Η ανάλυση του συγγραφέα θυμίζει το ζοφερό έργο του Τζορτζ Οργουελ «1984», το οποίο εξελίσσεται στο φόντο μιας πλανητικής, τριγωνικής σύγκρουσης Ωκεανίας - Ευρασίας - Εστασίας. Οι ενστάσεις που θα μπορούσαν βάσιμα να εγερθούν είναι προφανείς: Υπερτίμηση της κινεζικής δυναμικής, υποτίμηση της Ρωσίας, του μόνου κράτους που διαθέτει πυρηνική ισοτιμία με την Αμερική κ.ά. Αλλά η βασική του ιδέα, ότι δηλαδή η οικονομική αποσταθεροποίηση του πλανήτη και το τέλος της αμερικανικής μονοκρατορίας προοιωνίζονται την επιστροφή των μεγάλων, γεωπολιτικών ανταγωνισμών, δεν μπορεί εύκολα να αντικρουσθεί.

Ο καπιταλισμός (και ο... Μαρξ) επιστρέφει

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές ενδείξεις ιδεολογικού θριάμβου του καπιταλισμού μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ ήταν η… εξαφάνισή του από το λεξιλόγιο της δημόσιας αντιπαράθεσης. Τα κόμματα εξουσίας, συντηρητικά ή κεντροαριστερά, θα μιλούσαν στο εξής για «οικονομία της αγοράς» – κατά προτίμηση ελεύθερης αγοράς ή αγοράς που πρέπει επειγόντως να ελευθερωθεί από τα δεσμά του κρατισμού. Ακόμη και ριζοσπαστικά, αριστερά κινήματα επέλεγαν ως νέους εχθρούς τον «νεοφιλελευθερισμό» ή την «παγκοσμιοποίηση» για να μην κατηγορηθούν για ξύλινη, παλαιοκομμουνιστική γλώσσα.

Αντιστρόφως, η επιστροφή του όρου «καπιταλισμός» στα καθημερινά δελτία ειδήσεων και στις δηλώσεις των πολιτικών ηγετών, από τον Μακέιν μέχρι τη Μέρκελ, αποτελεί ένδειξη ιδεολογικής κρίσης του συστήματος. Δεν είναι τυχαίο που ο –πληθωρικός όπως πάντα– Νικολά Σαρκοζί πρότεινε, μετά τη συνάντησή του με τον Τζορτζ Μπους, την… επανίδρυση του καπιταλισμού, παραπέμποντας συνειρμικά στους αριστερούς που αναζητούσαν κάποιου είδους «Κομμουνιστική Επανίδρυση» (όπως ονομάστηκε η εξ αριστερών διάσπαση του ΚΚ Ιταλίας) πάνω από τα ερείπια του Τείχους του Βερολίνου.

Και να ήταν μόνο αυτό… Ο γκωλικός πρόεδρος της Γαλλίας δεν δίστασε να φωτογραφηθεί ξεφυλλίζοντας το «Κεφάλαιο» του Μαρξ (για να είμαστε δίκαιοι, με διαφορά φάσης έναντι του Κ. Καραμανλή, ο οποίος είχε πιστοποιήσει σε ανύποπτο χρόνο την εξοικείωσή του περί τα μαρξιστικά με συνέντευξή του στο περιοδικό «Διαβάζω» και τον Γιάννη Μπασκόζο). Στο μεταξύ, η εφημερίδα TIMES προειδοποιούσε τους αναγνώστες της με το σύνθημα «Ξανάρχεται!» κάτω από πορτρέτο του Μαρξ, οι πωλήσεις βιβλίων του οποίου σημειώνουν κατακόρυφη άνοδο στη Γερμανία.

Ηταν γνωστό, βέβαια, ότι από κάθε κρίση του καπιταλισμού υπάρχουν κάποιοι μεγαλοκαπιταλιστές που βγαίνουν ιδιατέρως ωφελημένοι. Η ειρωνεία της Ιστορίας είναι ότι, μεταξύ των κερδισμένων αυτής της κρίσης, φαίνεται να είναι και ο… μαρξισμός! Αλλη μια ειρωνεία: τη στιγμή που ανεβαίνουν οι μετοχές του Μαρξ στο χρηματιστήριο των ιδεών, δεν έχουν απομείνει και πολλοί μαρξιστές για να διεκδικήσουν μέρισμα…

Ιnfo

- Parag Khana, «The Second World: Empires and Influence in the New Global Order», Random House, 2008.

- Michael Hudson & Jeffrey Sommers, «The End of the Washington Consensus», Counter Punch, V. 15, No 17, October 1- 15, 2008.

- Immanuel Wallerstein, «Le capitalisme touche a sa fin», Le Monde, 11 octobre 2008.

- Yoichi Funabashi, «Un monde en mal de leadership», Courrier International, No 936, 9-15 octobre 2008.

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2008

Εξακολουθούν να πουλάνε τα βιβλία του Μαρξ

Είτε πρόκειται για μόδα, είτε οφείλεται σε μια εύλογη αναζήτηση λόγω της παγκοσμιοποίησης και της οικονομικής κρίσης, τα βιβλία του Καρλ Μαρξ πωλούνται σήμερα περισσότερο από ποτέ, δηλώνει ο γερμανός εκδότης Γέρν Σίτρουμφ, που είναι ειδικευμένος στην κομμουνιστική λογοτεχνία.

«Από το 2005, ο τζίρος μου δεν σταματά να αυξάνεται», δήλωσε ο διευθυντής των βερολινέζικων εκδόσεων Karl Dietz Verlag από το περίπτερό του στην Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης, η οποία θα διαρκέσει ως την Κυριακή.

«Το 2005 πούλησα 500 αντίτυπα, έπειτα 800 το 2006 και 1.300 το 2007. Στους εννέα πρώτους μήνες του 2008, έχω ήδη πουλήσει 1.500. Σε απόλυτες τιμές οι αριθμοί αυτοί δεν είναι εντυπωσιακοί, αλλά η αύξησή τους είναι», σημείωσε δείχνοντας το «μπεστσέλερ» του: μια πολύ προσεγμένη έκδοση με μπλε σκούρο εξώφυλλο του «Κεφαλαίου» του Καρλ Μαρξ.

«Βεβαίως οφείλεται και λίγο στη μόδα, πολλοί νέοι αγοράζουν το βιβλίο, αλλά δεν θα το διαβάσουν ποτέ πραγματικά, επειδή είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο και απαιτητικό ανάγνωσμα», σημείωσε. «Όμως διακρίνω επίσης μια πραγματική επιστροφή στα έργα του Μαρξ», συνέχισε.

Την ώρα που ο κόσμος βρίσκεται στα πρόθυρα της οικονομικής ύφεσης, ο Σίτρουμφ εκτιμά πως «μια κοινωνία που αισθάνεται και πάλι την ανάγκη να διαβάσει Καρλ Μαρξ, είναι μία κοινωνία που αισθάνεται άσχημα».