Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διεθνής Οικονομική Κρίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διεθνής Οικονομική Κρίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Μαρτίου 2009

Επικίνδυνες παγίδες στην Α. Ευρώπη. Μύθοι και φόβοι πίσω απ' τον προστατευτισμό


Ο κίτρινος πυρετός πίσω από την κρίση


Του JACQUES SAPIR*

  • Μαζικές ενισχύσεις στις αυτοκινητοβιομηχανίες και αύξηση των τελωνειακών δασμών. Εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, το ζήτημα του προστατευτισμού επανέρχεται στο προσκήνιο, αν και οι υπέρμαχοι της ελεύθερης αγοράς δεν παραδίδουν τα όπλα. Οι επικριτές της αντιτείνουν ότι η θέσπιση ποσοστώσεων και η αύξηση των τελωνειακών δασμών στα προϊόντα που προέρχονται από τις αναδυόμενες χώρες (κυρίως την Κίνα και τα γειτονικά της κράτη) αποτελούν το πλέον ενδεδειγμένο μέσο για την προστασία της εγχώριας ευρωπαϊκής αγοράς, αλλά και για τις αυξήσεις στους μισθούς. Η έκταση και το βάθος της κρίσης αναθέρμαναν τον δημόσιο διάλογο περί προστατευτισμού. Αν κρίνουμε από τη σφοδρότητα των αντιδράσεων που εκδήλωσαν οι υποστηρικτές της ελευθερίας των συναλλαγών, αυτό το ευαίσθητο ζήτημα έχει αναχθεί σε φετίχ.
  • Δεδομένου ότι -λόγω άγνοιας ή σκοπίμως- ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται τα τεκταινόμενα παραμορφώνει την αλήθεια, ο προστατευτισμός εμφανίζεται ως πραγματικό ταμπού. Η άρνηση του γεγονότος ότι η ελεύθερη αγορά είναι η αιτία των σημερινών προβλημάτων αποδεικνύει ότι οι οπαδοί της έχουν εγκαταλείψει τον κόσμο της λογικής και έχουν περάσει στη σφαίρα της φαντασίας. Η ελεύθερη αγορά παίζει διπλό ρόλο στην ύφεση, άμεσο όσον αφορά τους μισθούς και έμμεσο όσον αφορά τον φορολογικό ανταγωνισμό, τον οποίο καθιστά εφικτό. Πράγματι, για να διατηρηθεί η απασχόληση, οι κυβερνήσεις των χωρών των οποίων οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν άμεσο ανταγωνισμό από χώρες με χαμηλό επίπεδο εργατικού κόστους και κοινωνικής προστασίας προσπαθούν να διατηρήσουν το ύψος της κερδοφορίας στην επικράτειά τους, αναγκαία προϋπόθεση για την αποφυγή της μεταφοράς της παραγωγής σε φτηνότερες χώρες και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με τη μεταφορά των κοινωνικών δαπανών των επιχειρήσεων στις πλάτες των εργαζομένων.
  • Ετσι, στην πίεση που ασκείται στους μισθούς έρχεται να προστεθεί μια πιο σκληρή φορολογία και ο περιορισμός των κοινωνικών παροχών (ο έμμεσος μισθός). Εύλογα, λοιπόν, το εισόδημα των μέσων νοικοκυριών συρρικνώνεται και ως μοναδική διέξοδος επιβίωσης προβάλλει η προσφυγή στον δανεισμό, ακριβώς τη στιγμή που οι οικονομικοί πόροι απειλούνται. Συνεπώς, αν κάτι βρίσκεται στην καρδιά της κρίσης, δεν είναι οι τράπεζες, των οποίων οι ατασθαλίες αποτελούν απλώς ένα σύμπτωμα: η πραγματική αιτία είναι η λειτουργία της ελεύθερης αγοράς, της οποίας οι επιπτώσεις συνδυάστηκαν με εκείνες που προκάλεσε ο απελευθερωμένος από κάθε έλεγχο χρηματοοικονομικός τομέας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το μερίδιο της αμοιβής της εργασίας στο εθνικό εισόδημα μειώθηκε στο 51,6% το 2006 -ιστορικά το χαμηλότερο επίπεδό του από το 1929- έναντι 54,9% το 2000 (1). Την οκταετία 2000-2007 η αύξηση του μέσου (2) πραγματικού μισθού ήταν μονάχα 0,1%, τη στιγμή που το μέσο εισόδημα ανά νοικοκυριό μειωνόταν κατά 0,3% σε πραγματικούς όρους.
Από τις ΗΠΑ στην Ε.Ε.
  • Η μείωση υπήρξε μεγαλύτερη για τους φτωχότερους. Κατά την ίδια περίοδο, το εισόδημα του 20% των φτωχότερων Αμερικανών μειωνόταν με ρυθμό 0,7% ετησίως (3). Επίσης από το 2000, η αύξηση του ωρομίσθιου δεν ακολουθεί πλέον την αύξηση της παραγωγικότητας. Επιπροσθέτως, η ελεύθερη αγορά ωθεί τις κυβερνήσεις να χρηματοδοτούν τις κοινωνικές παροχές των επιχειρήσεων εις βάρος των εργαζομένων. Μεταξύ 2000 και 2007 στις Ηνωμένες Πολιτείες το κόστος της ασφάλισης για την παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης αυξήθηκε σημαντικά (+68%), όπως εξάλλου κι εκείνο των σπουδών (+46%) (4). Την ίδια περίοδο, το ποσοστό των πολιτών που δεν διέθεταν πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη πέρασε από το 13,9% στο 15,6% (5).

  • Ακόμα κι ο Αμερικανός νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν, ο οποίος για μεγάλο διάστημα υποστήριζε ότι «η παγκοσμιοποίηση δεν είναι ο υπαίτιος», αναγκάστηκε να αναγνωρίσει ότι ο αποπληθωρισμός των μισθών που εισάγεται μέσω της ελεύθερης αγοράς έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία (6). Κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η υπερχρέωση των αμερικανικών νοικοκυριών έλαβε εκρηκτικές διαστάσεις. Ενώ το 1998 αντιστοιχούσε στο 63% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος των Ηνωμένων Πολιτειών, το 2007 έφτασε στο 100%. Το φαινόμενο παρατηρείται και στην Ευρώπη, όπου συνδυάζεται, στη ζώνη του ευρώ, με την πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η οποία ενισχύει ακόμα περισσότερο τις εισαγόμενες πιέσεις για υποτίμηση των μισθών.
  • Ορισμένες χώρες όπως η Ισπανία, η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο ακολούθησαν το αμερικανικό μοντέλο, στο οποίο παρατηρείται μια σχετική -και μερικές φορές απόλυτη- εκπτώχευση του πληθυσμού (7). Ο εισαγόμενος αποπληθωρισμός των μισθών προκάλεσε την έκρηξη της υπερχρέωσης των νοικοκυριών, ένα φαινόμενο αφερεγγυότητας παρόμοιο με εκείνο που καταγράφηκε στις ΗΠΑ. Ακόμα και σε χώρες που δεν υιοθέτησαν το αμερικανικό μοντέλο, ο αποπληθωρισμός των μισθών είναι προφανής. Η Γερμανία εφάρμοσε μαζική πολιτική ανάθεσης υπεργολαβιών σε χώρες με χαμηλό εργατικό κόστος. Ετσι, χάρη στο άνοιγμα της Ευρωπαϊκής Ενωσης στην κεντρική και στην ανατολική Ευρώπη, περάσαμε από τη λογική του Made in Germany σε εκείνη του Made by Germany. Ταυτόχρονα, η γερμανική κυβέρνηση μετέφερε (μέσω του ΦΠΑ) στις πλάτες των νοικοκυριών ένα μέρος από τα βάρη που έπρεπε να επωμισθούν οι επιχειρήσεις.
Δομικός εκβιασμός
  • Η πολιτική αυτή της επέτρεψε να εξασφαλίσει υψηλό εμπορικό πλεόνασμα εις βάρος των εταίρων της στη ζώνη του ευρώ, στην οποία η Γερμανία επανεξάγει τον αποπληθωρισμό των μισθών. Ωστόσο, το τίμημα όλων αυτών είναι οι ασθενείς ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης εξαιτίας της πτώσης της εσωτερικής ζήτησης, παρά την ανησυχητική αύξηση του χρέους των νοικοκυριών (68% του ΑΕΠ). Οσον αφορά τη Γαλλία, οι κυβερνήσεις της τελευταίας δεκαετίας επιχείρησαν να αντιδράσουν στην παγκοσμιοποίηση υιοθετώντας πολιτικές τις οποίες αποκάλεσαν «δομικές μεταρρυθμίσεις». Καθώς οι μεταρρυθμίσεις αυτές επιμήκυναν τη συνολική διάρκεια του χρόνου εργασίας και αμφισβητούσαν τις κοινωνικές παροχές, το μοναδικό τους αποτέλεσμα ήταν να ενισχυθούν ακόμα περισσότερο οι συνέπειες του εισαγόμενου αποπληθωρισμού των μισθών.
  • Οπως παρατηρεί το Κέντρο Ερευνας για τη Μελέτη και την Παρατήρηση των Συνθηκών Ζωής (Credoc), «η κατάσταση της "μεσαίας τάξης" μοιάζει περισσότερο με εκείνη των χαμηλών εισοδημάτων και λιγότερο με των υψηλών (8)». Η θεαματικότερη μορφή αυτής της πολιτικής συνίσταται στη μεταφορά της παραγωγικής διαδικασίας σε χώρες με χαμηλό εργατικό κόστος και αδύναμο κοινωνικό και περιβαλλοντικό νομοθετικό ρυθμιστικό πλαίσιο. Η σημαντικότερη επίπτωσή της όμως συνίσταται στον εκβιασμό που ασκείται στους εργαζόμενους και στα συνδικάτα τους να παραιτηθούν από τα κεκτημένα κοινωνικά τους δικαιώματα και από τις μισθολογικές αυξήσεις.
Κοινωνικό έλλειμμα
  • Οι διευθύνσεις των επιχειρήσεων χρησιμοποιούν την απειλή της μεταφοράς της παραγωγής για να αμφισβητήσουν τόσο τα συμφωνηθέντα όσο και το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο για τα κοινωνικά ζητήματα. Επηρεάζεται μάλιστα και η υγεία των μισθωτών, όπως προκύπτει από την αύξηση των παθολογιών που οφείλονται στο στρες στον χώρο εργασίας (9). Δεδομένου ότι σύμφωνα με σφαιρικές επιδημιολογικές μελέτες (10) οι παθολογίες συνεπάγονται ιατρικό κόστος που αντιστοιχεί στο 3% του ΑΕΠ, αποδεικνύεται η σχέση ανάμεσα στον αποπληθωρισμό των μισθών και στην επιδείνωση των ελλειμμάτων των φορέων της κοινωνικής ασφάλισης, τόσο στη Γαλλία όσο και στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές χώρες.

  • Ομως, είναι ακριβώς η επιδείνωση των ελλειμμάτων της κοινωνικής ασφάλισης που χρησίμευσε ως πρόσχημα στις κυβερνήσεις για να αμφισβητήσουν έναν αρκετά μεγάλο αριθμό δικαιωμάτων, μεταφέροντας κατ' αυτόν τον τρόπο το κόστος στην πλάτη των μισθωτών. Συνεπώς, οι «δομικές μεταρρυθμίσεις» συμβάλλουν, άμεσα ή έμμεσα, στη δημιουργία συνθηκών που προκαλούν την αφερεγγυότητα της πλειονότητας των νοικοκυριών, αφερεγγυότητα η οποία βρίσκεται στο κέντρο της κρίσης των ενυπόθηκων δανείων που έχει ξεσπάσει στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ισπανία. Σε άλλες χώρες, η κατάσταση καθιστά περισσότερο ευάλωτη την οικονομική θέση των νοικοκυριών και αναδεικνύει κυρίαρχο ζήτημα την «αγοραστική δύναμη».
  • Ακόμα και στη Γαλλία, στην οποία οι τράπεζες αποδείχθηκαν πολύ πιο συνετές, ο δανεισμός των νοικοκυριών, ο οποίος ήταν σταθερός μέχρι το 2000, αυξήθηκε εντυπωσιακά και απότομα: από το 34% του ΑΕΠ, το 2007 έφτασε στο 47,6%. Τα τελευταία δέκα χρόνια, η εμφάνιση του φαινομένου των «φτωχών εργαζομένων (11)» και στις δύο όχθες του Ρήνου συνδέεται άμεσα με αυτές τις πολιτικές. Ο αποπληθωρισμός των μισθών οφείλεται στις εξαιρετικά επιθετικές πολιτικές που έχουν υιοθετήσει στα ζητήματα του διεθνούς εμπορίου οι χώρες της Απω Ανατολής μετά την τριετία 1998-2000, επωφελούμενες από τη γενικευμένη ελευθερία των συναλλαγών που προώθησε τότε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ). Ωστόσο, οι πολιτικές αυτού του τύπου οφείλονται κατά κύριο λόγο στις αντιδράσεις των χωρών αυτών απέναντι στο σοκ που τους προκάλεσε η χρηματοπιστωτική κρίση της περιόδου 1997-1999.
  • Κάτι τέτοιο συνέβη στην περίπτωση της Κίνας, η οποία αναγκάστηκε να απορροφήσει -εξαιτίας της ανικανότητας και της αδράνειας του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ)- ένα μεγάλο μέρος της ασιατικής κρίσης, αφήνοντας τις γειτονικές της χώρες να ανασυγκροτήσουν εις βάρος της εμπορικά και χρηματοοικονομικά πλεονάσματα. Τότε, η Κίνα και οι γείτονές της θεώρησαν ότι η πιθανότητα επανάληψης παρόμοιας κρίσης τους επέβαλε να δημιουργήσουν σημαντικά συναλλαγματικά αποθέματα. Ωθήθηκαν να εφαρμόσουν επιθετικές πολιτικές στο διεθνές εμπόριο, πολιτικές που υλοποιήθηκαν με την εντονότατη υποτίμηση των νομισμάτων τους, τον ανταγωνιστικό αποπληθωρισμό και τον περιορισμό της εσωτερικής κατανάλωσης.
  • Αυτά ακριβώς τα μέτρα οδήγησαν, στις ανεπτυγμένες χώρες, σε μείωση του μεριδίου των μισθών στον παραγόμενο πλούτο. Μάλιστα, εάν κρίνουμε από την τεράστια συσσώρευση συναλλαγματικών αποθεμάτων που πέτυχαν οι αναδυόμενες χώρες της Απω Ανατολής -1,884 τρισεκατομμύρια δολάρια για την Κίνα (12)- οι μειώσεις των αποδοχών αποδείχθηκαν όπως φαίνεται εξαιρετικά αποτελεσματικές.
Κινέζικο μοντέλο

  • Η κινεζική οικονομία συνεχίζει εδώ και τριάντα χρόνια την προσπάθειά της να καλύψει την τεχνολογική της υστέρηση. Ταυτόχρονα, το -άμεσο και έμμεσο- μισθολογικό κόστος της δεν αυξάνεται. Μακροπρόθεσμα, η βελτίωση της ποιότητας των εξαγωγών της απειλεί το σύνολο των θέσεων εργασίας στη βιομηχανία. Ο «δείκτης ομοιότητας», ο οποίος συγκρίνει τις εξαγωγές μιας χώρας με εκείνες των χωρών του ΟΟΣΑ, αυξάνεται διαρκώς, τόσο στην περίπτωση της Κίνας όσο και των υπόλοιπων αναδυόμενων χωρών (13). Ετσι, καταρρέει ο μύθος της διεθνούς εξειδίκευσης σύμφωνα με τον οποίο υποτίθεται ότι αυτές οι χώρες θα επικεντρώνονταν στην παραγωγή απλών προϊόντων, ενώ οι ανεπτυγμένες χώρες θα διατηρούσαν τον έλεγχο των πιο εξελιγμένων προϊόντων. Εξάλλου, ο εισαγόμενος αποπληθωρισμός των μισθών έκανε την εμφάνισή του στην Ευρωπαϊκή Ενωση και εξαιτίας της διεύρυνσης και των στρατηγικών που υιοθέτησαν τα νεοεισελθόντα μέλη.
  • Χώρες όπως η Δημοκρατία της Τσεχίας, η Σλοβακία, η Ρουμανία, αλλά και, σε μικρότερο βαθμό, η Ουγγαρία ή η Πολωνία, έπαιξαν μελετημένα το χαρτί του φορολογικού ντάμπινγκ, των πλεονεκτικών γι' αυτές συναλλαγματικών ισοτιμιών, των χαμηλών εισφορών στην κοινωνική ασφάλιση και των εξαιρέσεων από τους κανόνες της παγκόσμιας περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Με αυτό τον τρόπο κατόρθωσαν να προσελκύσουν επενδύσεις από επιχειρήσεις που επιθυμούσαν να μεταφέρουν την παραγωγική τους δραστηριότητα σε χώρα με χαμηλό κόστος παραγωγής. Δεδομένου του μεγέθους αυτών των χωρών, είναι προφανές ότι οι επενδυτές δεν εγκαθίστανται εκεί αποβλέποντας στην εσωτερική τους αγορά, αλλά για να τις χρησιμοποιήσουν προσωρινά ως πλατφόρμες επανεξαγωγής των προϊόντων προς τις χώρες που αποτελούν τον ιστορικό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ενωσης (14).
  • Οσο για την ιδέα ότι ο αποπληθωρισμός των μισθών είναι το τίμημα που πρέπει να καταβάλλουμε έτσι ώστε να αναπτυχθούν και άλλες χώρες... αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ψεύδη. Οι επιπτώσεις της ελευθερίας των συναλλαγών που προώθησε ο ΠΟΕ υπήρξαν ολέθριες για τις φτωχότερες χώρες. Παρ' όλο που τα πρώτα αποτελέσματα που δόθηκαν στη δημοσιότητα το 2003 προκάλεσαν πανηγυρισμούς για τα κέρδη των 800 δισ. δολαρίων που είχαν επιτευχθεί, οι μεταγενέστερες αναθεωρήσεις τους οδήγησαν στην κατάρρευση τέτοιων εκτιμήσεων (15). Ομως, τα μοντέλα που χρησιμοποιήθηκαν για την εξαγωγή των συμπερασμάτων, ήταν -ηθελημένα ή μη- σχεδιασμένα κατά τρόπον ώστε να μεγιστοποιούν τα οφέλη που συνεπάγεται η απελευθέρωση των συναλλαγών.
  • Για παράδειγμα, δεν λάμβαναν υπόψη την απώλεια εσόδων από την κατάργηση των τελωνειακών δασμών (16), οι οποίοι κάθε άλλο παρά αμελητέοι είναι. Επιπλέον, η Παγκόσμια Τράπεζα και ο ΠΟΕ εντάσσουν την Κίνα στην κατηγορία των φτωχών χωρών, πράγμα εξαιρετικά συζητήσιμο. Εάν αφαιρέσουμε την Κίνα από το δείγμα της έρευνας που χρησίμευσε ως βάση, το αποτέλεσμα είναι αρνητικό, όποια μεθοδολογία κι αν χρησιμοποιηθεί (17). Το εισόδημα που χάνουν οι εργαζόμενοι των ανεπτυγμένων χωρών δεν καταλήγει στους συναδέλφους τους των αναδυόμενων χωρών: με αυτό πλουτίζει ακόμα περισσότερο μια πολύ μικρή ελίτ, της οποίας η περιουσία γνώρισε εκρηκτικούς ρυθμούς αύξησης κατά τη διάρκεια της περασμένης δεκαετίας.
  • Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το 0,1% των πλουσιότερων Αμερικανών συγκέντρωνε το 7,5% του εθνικού εισοδήματος το 2005, έναντι 5% το 1995 και 2,9% το 1985. Το επίπεδο του 2005 αντιστοιχούσε σε εκείνο του 1929 (7,6%). Οι ίδιες αιτίες παράγουν τα ίδια αποτελέσματα. Παρ' όλο που σε πρώτη φάση επιταχύνεται η ανάπτυξη των χωρών που υποδέχονται τις επενδύσεις των επιχειρήσεων που αποβλέπουν στο χαμηλό κόστος παραγωγής, οι ίδιες χώρες σκάβουν τον λάκκο τους, με τη βοήθεια των μεγάλων αμερικανικών και ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Αποτέλεσμα, η σημερινή κρίση προκλήθηκε από τη σχετική -ακόμα και την απόλυτη- πτώχευση των εργαζομένων των ανεπτυγμένων χωρών, εξαιτίας της απότομης συμπίεσης της κατανάλωσης, η οποία με τη σειρά της δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στις εξαγωγικές χώρες.
Το μήνυμα του '29

  • Στο παιχνίδι της ελεύθερης αγοράς, της μεταφοράς της παραγωγής σε χώρες με χαμηλότερο κόστος και του αποπληθωρισμού των μισθών, κανένας δεν βγαίνει κερδισμένος, με μοναδική εξαίρεση εκείνους που έχουν τσεπώσει τα κέρδη και τα έχουν τοποθετήσει σε σίγουρο μέρος. Υπάρχει ωστόσο κι ένας δεύτερος μύθος, ο οποίος χρησιμοποιείται για να βυθιστεί στην ανυποληψία ο προστατευτισμός: υποστηρίζεται ότι τα προστατευτικά μέτρα που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της κρίσης του 1929 την επιδείνωσαν, προκαλώντας την κατάρρευση του διεθνούς εμπορίου (18). Στην πράξη, οι καθοριστικοί παράγοντες της κρίσης υπήρξαν η νομισματική αστάθεια, η αύξηση του κόστους των μεταφορών και η συρρίκνωση της διεθνούς ρευστότητας. Οι οπαδοί της ελεύθερης αγοράς ξεχνούν συνεχώς τη μεταστροφή του Τζον Μέιναρντ Κέινς, ο οποίος στις αρχές της δεκαετίας του 1920 ήταν ένθερμος οπαδός της ελεύθερης αγοράς, ενώ, μετά το 1933, στράφηκε στον προστατευτισμό (19). Μέχρι τον θάνατό του, το 1946, δεν εγκατέλειψε τις απόψεις του. Επιπλέον, στα σχέδιά του για την αναδιοργάνωση του διεθνούς εμπορικού και νομισματικού συστήματος, ο προστατευτισμός κατείχε σημαντική θέση, παρ' όλο που καταδίκαζε την επιδίωξη της αυτάρκειας. Συνεπώς, αυτό που επιβάλλεται είναι η λήψη προστατευτικών μέτρων που θα μας επιτρέψουν να ρυθμίσουμε τις συναλλαγές μας με το εξωτερικό και όχι η επιδίωξη της αυτάρκειας. Μάλιστα, πρόκειται για τη σημαντικότερη προϋπόθεση στην οποία θα στηριχθεί κάθε πολιτική για την αναβάθμιση των μισθών, αναβάθμιση που θα επιτρέψει να καταστούν τα νοικοκυριά φερέγγυα και να αυξηθεί η ζήτηση.
  • Η αύξηση των μισθών, αν δεν συνοδεύεται από περιορισμό της ελευθερίας συναλλαγών, αποτελεί είτε υποκρισία, είτε ηλιθιότητα. Εξάλλου, μονάχα ο προστατευτισμός μπορεί να σταματήσει τον κύκλο της φορολογικής και της κοινωνικής μειοδοσίας που έχει δρομολογηθεί σήμερα στις χώρες της Ευρώπης. Μπορεί κανείς να αντιτάξει ότι η εγκαθίδρυση του προστατευτισμού δεν θα οδηγήσει αυτόματα στην τροποποίηση της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων. Είναι επίσης πιθανόν ότι, όταν η εργοδοσία θα διαπιστώσει ότι προστατεύεται καλύτερα από τον ξένο ανταγωνισμό, θα επιχειρήσει να διατηρήσει την πλεονεκτική θέση της. Ωστόσο, θα έχει χάσει το κυριότερο από τα προσχήματα που προβάλλει σε περίοδο κρίσης.
  • Είναι αλήθεια ότι σήμερα -τόσο στη Γαλλία όσο και στις σημαντικότερες από τις ανεπτυγμένες χώρες- η πίεση των εισαγωγών από χώρες με χαμηλό κόστος παραγωγής δεν αφήνει άλλη επιλογή από τον άμεσο και έμμεσο αποπληθωρισμό των μισθών ή τη μεταφορά της παραγωγής σε χώρες με χαμηλό κόστος. Αφαιρώντας από τους εργοδότες το συγκεκριμένο επιχείρημα, ξαναδίνουμε στους εργαζόμενους τη δυνατότητα να επιβάλλουν, μέσα από τους αγώνες τους, μια καλύτερη κατανομή του παραγόμενου πλούτου. Ο προστατευτισμός δεν αποτελεί πανάκεια -εξάλλου, στην οικονομία δεν μπορεί να υπάρξει πανάκεια- αλλά μια αναγκαία προϋπόθεση. Οι στόχοι του πρέπει να προσδιοριστούν με μεγάλη σαφήνεια.

Η άλλη φορολογία

  • Το ζητούμενο δεν είναι η ακόμα μεγαλύτερη αύξηση των κερδών, αλλά η διαφύλαξη -και στη συνέχεια η επέκταση- των κοινωνικών και των περιβαλλοντικών κεκτημένων. Συνεπώς, δεν πρέπει να επιβαρυνθούν οι εισαγωγές όλων των χωρών στις οποίες οι μισθοί είναι χαμηλοί, αλλά εκείνων στις οποίες η παραγωγικότητα προσεγγίζει το δικό μας επίπεδο, χωρίς ωστόσο να εφαρμόζουν κοινωνικές και περιβαλλοντικές πολιτικές αντίστοιχες με τις δικές μας. Με λίγα λόγια, πρέπει να εμποδίσουμε το παγκόσμιο εμπόριο να οδηγήσει στην ισοπέδωση τον κόσμο. Το πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι ατελές για μια επιστροφή τέτοιου τύπου. Αν και επιβάλλεται η επαναφορά ενός υψηλού κοινοτικού δασμού, είναι προφανές ότι ο σημερινός ευρωπαϊκός οικονομικός χώρος είναι τόσο ετερογενής που επιτρέπει τη διαιώνιση των πολιτικών που προωθούν το φορολογικό, κοινωνικό και οικολογικό ντάμπινγκ.
  • Συνεπώς, εκτός των κοινοτικών δασμών, πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο της επιστροφής στα αντισταθμιστικά νομισματικά ποσά (20) που ίσχυαν τη δεκαετία του 1960. Οι δασμοί προσωρινού χαρακτήρα θα αποσκοπούν στην αντιστάθμιση των αποκλίσεων των συναλλαγματικών ισοτιμιών, αλλά και των κοινωνικών και οικολογικών προδιαγραφών ανάμεσα στις χώρες της ζώνης του ευρώ και στα υπόλοιπα μέλη της Ενωσης. Παρόμοια αλλαγή θα πυροδοτήσει σίγουρα σύγκρουση στο εσωτερικό της. Αν και, μακροπρόθεσμα, η καλύτερη λύση συνίσταται στην υιοθέτηση μέτρων που θα ληφθούν μέσα από τον συντονισμό των χωρών, μονάχα η απειλή λήψης μονόπλευρων μέτρων από τη Γαλλία μπορεί να επιβάλει την έναρξη του διαλόγου γι' αυτό το ζήτημα.
  • Ο διάλογος θα οδηγήσει στη δημιουργία ομόκεντρων κύκλων στο εσωτερικό της Ενωσης, οι οποίοι θα επιτρέψουν τον σεβασμό των δομικών διαφορών που υπάρχουν ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Τα ποσά που θα προκύψουν από τον κοινοτικό δασμό θα μπορούσαν να διατεθούν αφ' ενός για τη χρηματοδότηση ενός ευρωπαϊκού κοινωνικού ταμείου και, αφ' ετέρου, για τη χορήγηση στοχευμένης βοήθειας προς τρίτες χώρες οι οποίες θα δεσμευθούν -μέσα από συμφωνίες μεσοπρόθεσμου χαρακτήρα- να βελτιώσουν το επίπεδο της κοινωνικής και της περιβαλλοντικής τους προστασίας. Οσο για τα έσοδα από τα αντισταθμιστικά ποσά, πρέπει να διατεθούν για τη χρηματοδότηση ενός ταμείου κοινωνικής και οικολογικής σύγκλισης (21). Η εναλλακτική λύση στον προστατευτισμό και στα αντισταθμιστικά ποσά είναι απλή: είτε θα αφήσουμε τους άλλους να μας επιβάλλουν τις επιλογές τους στα κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα, είτε θα επιβάλλουμε τις δικές μας. Η ελεύθερη αγορά, λοιπόν, επιφέρει τον θάνατο της ελευθερίας των επιλογών μέσα στα κοινωνικά και στα οικονομικά συστήματα.
Βιώσιμη έξοδος
  • Αυτό αποδεικνύεται από την αποτυχία όλων των προσπαθειών για την οικοδόμηση της «κοινωνικής Ευρώπης», τη μεγάλη αυταπάτη των σοσιαλιστών και των οικολόγων, αλλά και την -πολύ απλούστερη- φορολογική εναρμόνιση. Χωρίς τη λήψη μέτρων που θα επιβάλλουν ποινές στις στρατηγικές του φορολογικού, του κοινωνικού και του οικολογικού ντάμπινγκ, θα υπερισχύσει ο νόμος της μειοδοσίας σε αυτούς τους τομείς. Για τους επιχειρηματίες, ο συνδυασμός της ελεύθερης αγοράς και της νομισματικής ακαμψίας του ευρώ καθιστά αναγκαία την παράνομη μετανάστευση. Οι μετανάστες χωρίς χαρτιά δεν καλύπτονται από το υπάρχον κοινωνικό δίκαιο. Ετσι, απέναντι στις πιέσεις που ασκεί ο εισαγόμενος ανταγωνισμός, η μετανάστευση μετατρέπεται σε μια ντε φάκτο υποτίμηση και κατάργηση των κοινωνικών κεκτημένων.
  • Ο,τι και να λένε οι κυβερνήσεις, η επιστροφή στον προστατευτισμό καθίσταται αναπόφευκτη (22). Θα μπορούσε δε να επιτρέψει την ανασυγκρότηση της εσωτερικής αγοράς σε στέρεες βάσεις, καθώς και τη βελτίωση της φερεγγυότητας, τόσο των νοικοκυριών όσο και των επιχειρήσεων. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο θα αποτελέσει σημαντικό στοιχείο για μια βιώσιμη έξοδο από τη σημερινή κρίση και πρέπει να βρίσκεται στην καρδιά ενός δημόσιου διάλογου χωρίς τοτέμ και δίχως ταμπού.

1. Αριθμοί του αμερικανικού υπουργείου Εμπορίου. Βλέπε επίσης Aviva Aron-Dine και Isaac Shapiro, «Share of national income going to wages and salaries at record low in 2006», Center on Budget and Policy Priorities, Ουάσιγκτον, 29 Μαρτίου 2007.

2. Ο μισθός ο οποίος βρίσκεται σε τέτοιο ύψος ώστε το ήμισυ των εργαζομένων να κερδίζει μισθό υψηλότερο από αυτόν, και οι υπόλοιποι χαμηλότερο. U.S. Congress, Joint Economic Committee, Ουάσιγκτον, 26 Αυγούστου 2008.

3. Census Bureau, αμερικανικό υπουργείο Εμπορίου.

4. U.S. Congress, «Joint Economic Committee Memo», Ουάσιγκτον, Ιούνιος 2008.

5. U.S. Congress, Joint Economic Committee, Ουάσιγκτον, 26 Αυγούστου 2008.

6. Paul Krugman, «Trade and inequality, revisited», «Vox», 15 Ιουνίου 2007, www.voxeu.org

7. Mike Brewer, Alissa Goodman, Jonathan Shaw και Luke Sibieta, «Poverty and inequality in Britain 2006», Institute for Fiscal Studies, Λονδίνο, 2005.

8. Regis Bigot, «Hauts revenus, bas revenus, et "classes moyennes". Une approche de l' evolution des conditions de vie en France depuis vingt-cinq ans», συνέδριο του Κέντρου Στρατηγικής Ανάλυσης, Παρίσι, 10 Δεκεμβρίου 2007.

9. Διεύθυνση έρευνας, μελετών και στατιστικών (Dares), «Efforts, risques, et charge mentale au travail. Resultat des enquetes conditions de travail, 1984, 1991 et 1998», Les Dossiers de la Dares, n° 99, la Documentation francaise, Παρίσι, 2000. Patrick Legeron, «Le Stress au travail», Odile Jacob, Παρίσι, 2001.

10. Αριθμοί που αφορούν τη Σουηδία και την Ελβετία. Βλέπε Isabelle Niedhammer και Marcel Goldberg (υπό τη διεύθυνση των) «Psychosocial factors and subsequent depressive symptoms in the Gazel cohort», «Scandinavian Journal of Work, Environment & Health», τ. 24, n°3, Ελσίνκι, 1998. Για τη Γαλλία, βλέπε Sophie Bejean, Helene Sultan-Taieb και Christian Trontin, «Conditions de travail et cout du stress: une evaluation economique», «Revue francaise des affaires sociales», n°2, Παρίσι, 2004.

11. (Στμ): Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα, έως πρόσφατα, χάρη στους υψηλότερους μισθούς και στις υψηλές κοινωνικές παροχές, ακόμα και οι πλέον χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι με πλήρη απασχόληση δεν περιλαμβάνονταν στην ομάδα των φτωχών: σε αυτήν συγκαταλέγονται κυρίως οι άνεργοι και οι άποροι.

12. Συναλλαγματικά αποθέματα, την 31η Αυγούστου 2008, σύμφωνα με το ΔΝΤ: Ιαπωνία 1,2 τρισ. δολάρια, ζώνη του ευρώ 555 δισ. ευρώ.

13. Ο δείκτης ομοιότητας των εξαγωγών με εκείνες του ΟΟΣΑ για την Κίνα, πέρασε από το 0,05 το 1972 στο 0,21 το 2005. Για την Κορέα, από το 0,011 στο 0,33. Για το Μεξικό, από το 0,18 στο 0,33. Για τη Βραζιλία, από το 0,15 στο 0,20. Βλέπε Peter Κ. Schott, «The relative sophistication of Chinese exports», «Economic Policy», n° 53, Λονδίνο, 20 Δεκεμβρίου 2007.

14. Στη Ρωσία, οι επενδύσεις αποβλέπουν κυρίως στην εγχώρια αγορά, καθώς η χώρα προστατεύεται από διόλου αμελητέους δασμούς.

15. Frank Ackerman, «The shrinking gains from trade : Α critical assessment of Doha round projections», Global Development and Environment Institute, Working Paper, n°05-01, Tufts University, Μασαχουσέτη, Οκτώβριος 2005.

16. Drusilla Κ. Brown, Alan V. Deardoff και Robert Μ. Stern, «Computational analysis of multilateral trade liberalization in the Uruguay round and Doha development round», RSIE Discussion Paper, n° 489, University of Michigan, Ann Arbor, 2002.

17. «Libre-echange, croissance et developpement. Quelques mythes de l'economie vulgaire», «Revue du Mauss», n° 30, β' εξάμηνο 2007, La Decouverte, Παρίσι.

18. Charles Ρ. Kindleberger, «Commercial Policy between the wars», στο Peter Mathias και Sidney Pollard (υπό τη διεύθυνση των) The Cambridge Economic History of Europe, τ. 8, Cambridge University Press, 1989.

19. John Maynard Keynes, «National self-sufficiency», «The Yale Review», τ. 22, n°4, Νιου Χέιβεν (Κονέκτικατ), 1933.

20. Κατά τη δεκαετία του 1960 θεσπίστηκαν δασμοί και επιδοτήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο για να επιτευχθεί η σύγκλιση των εθνικών τιμών.

21. Βλέπε Bernard Cassen, «Inventer ensemble un "protectionnisme altruiste"», «Le Monde diplomatique», Φεβρουάριος 2000.

22. Βλέπε Frederic Lordon, «La "menace protectionniste", ce concept vide de sens» («La pompe a phynance», ιστοσελίδα της «Monde diplomatique»).

* Διευθυντής σπουδών στη Σχολή Ανώτατων Σπουδών Κοινωνικών Επιστημών (EHESS), διευθυντής του Κέντρου Μελετών των Τρόπων Εκβιομηχάνισης (CEMI), συγγραφέας του «Le Nouveau XXIe siecle. Du siecle "americain" au retour des nations», «Seuil», Παρίσι, 2008.



LE-MONDE - 22/03/2009

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2009

Συζητήσεις με τον Νόαμ Τσόμσκι: Αμερικανική οικονομία και διεθνής κρίση

  • Οι συζητήσεις με τον Νόαμ Τσόμσκι, που ακολουθούν, ολοκληρώθηκαν την πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου και θα δημοσιευθούν σε τρία μέρη. Το α' μέρος περιστρέφεται γύρω από εξελίξεις στη σύγχρονη αμερικανική κοινωνία και πολιτική, το β' μέρος είναι αφιερωμένο στην οικονομική κρίση και το γ' μέρος στις διεθνείς σχέσεις και την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Ο Νόαμ Τσόμσκι είναι ομότιμος καθηγητής Ινστιτούτου στο ΜΙΤ και κατά γενική ομολογία «ο μεγαλύτερος διανοούμενος εν ζωή στον κόσμο» («New York Times»). Εχει δημοσιεύσει περίπου 40 βιβλία στον τομέα της γλωσσολογίας και πάνω από 70 βιβλία και άνω από 2.000 άρθρα σε θέματα πολιτικής και κοινωνικής φύσεως, με το όνομά του να συγκαταλέγεται στα πρώτα δέκα ονόματα με τις περισσότερες παραπομπές: Μαρξ, Λένιν, Σέξπιρ, Αριστοτέλης, Βίβλος, Πλάτωνας, Φρόιντ, Τσόμσκι, Χέγκελ και Κικέρων.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που απασχολεί σήμερα τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου είναι η οικονομική κρίση. Πώς αξιολογείς την οικονομική κατάσταση και ποια θεωρείς ότι είναι τα αίτια της κρίσης; Νομίζεις ότι βαδίζουμε προς άλλη μια Μεγάλη Υφεση;

«Οτι η κρίση είναι βαθιά δεν αμφισβητείται. Κανείς όμως δεν γνωρίζει πόσο βαθιά. Να ένα σημερινό παράδειγμα του βάθους της κρίσης: Για πρώτη φορά από το 1938, η General Electric μείωσε το μέρισμά της. Αλλο ένα πρόσφατο παράδειγμα είναι η ανακοίνωση της Ιαπωνίας ότι η βιομηχανική της παραγωγή έχει υποστεί την πιο απότομη πτώση από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ισως τα οικονομικά πακέτα ενίσχυσης, μαζί με τη διάσωση των τραπεζών και τις επιμέρους εθνικοποιήσεις, να επιβραδύνουν την πτώση και να αντιστρέψουν σύντομα την πορεία της οικονομίας, όπως ακριβώς προέβλεψε εν μέρει ο επικεφαλής της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ. Αλλά κανείς δεν μπορεί να πει τίποτα με βεβαιότητα.

Το άμεσο αίτιο της κρίσης είναι η φούσκα των στεγαστικών, που βασιζόταν ουσιαστικά σε πολύ επικίνδυνα ενυπόθηκα δάνεια μαζί με εξωτικά χρηματοοικονομικά εργαλεία που επινοήθηκαν για να μοιράσουν το ρίσκο, οδηγώντας σε τέτοια πολυπλοκότητα που λίγοι καταλαβαίνουν ποιος χρωστάει τι και σε ποιον. Οι πιο θεμελιώδεις λόγοι για την κρίση έχουν να κάνουν με τις βασικές ανεπάρκειες της αγοράς. Εάν εσύ και εγώ συμφωνήσουμε σχετικά με κάποια συναλλαγή (ας πούμε ότι μου πουλάς ένα αυτοκίνητο), μπορούμε να κάνουμε μια καλή συμφωνία για τους δυο μας, αλλά δεν λαμβάνουμε υπόψη την επίδραση που έχει αυτή η συναλλαγή σε άλλους (ρύπανση, κυκλοφοριακή συμφόρηση, αύξηση στην τιμή της βενζίνης κ.λπ.). Αυτές οι "εξωτερικότητες", όπως αποκαλούνται, μπορούν να είναι πολύ μεγάλες. Στην περίπτωση των χρηματοοικονομικών οργανισμών, η επίπτωση είναι να κοστολογηθεί υπερβολικά χαμηλά το ρίσκο με το να αγνοηθεί ο "συστημικός κίνδυνος". Κατά συνέπεια, εάν η Goldman Sachs δανείσει χρήματα, θα λάβει υπόψη εάν είναι καλή η διοίκησή της και το πιθανό ρίσκο που μπορεί να έχει για την εταιρεία αν ο δανειολήπτης δεν μπορεί να ξεπληρώσει το δάνειό του, αλλά δεν αξιολογεί το ρίσκο του χρηματοπιστωτικού συστήματος στο σύνολό του. Το αποτέλεσμα είναι να υποβαθμίζεται υπερβολικά ο κίνδυνος. Υπάρχει πάρα πολύ μεγάλος κίνδυνος για μια υγιή οικονομία. Αυτός μπορεί σε γενικές γραμμές να ελεγχθεί με υγιείς ρυθμίσεις, αλλά η χρηματοκεφαλαιοποίηση της οικονομίας έχει συνοδευτεί από τη μανία της άρσης των ελέγχων που βασίζονται στις θεολογικές έννοιες των "αποδοτικών αγορών" και της "ορθολογικής επιλογής". Οπως έχουν πολλοί παρατηρήσει, αρκετοί από τους ανθρώπους που φέρουν αρχική ευθύνη γι' αυτές τις καταστρεπτικές πολιτικές έχουν επιλεχτεί τώρα ως κορυφαίοι σύμβουλοι της οικονομικής πολιτικής του Obama (Larry Summers, Tim Geithner και άλλοι). Ο Alan Greenspan, ο μεγάλος ήρωας των χρηματαγορών πριν από μερικά χρόνια, έχει διακριτικά παραδεχθεί τώρα ότι δεν κατανοούσε πώς λειτουργούσαν οι αγορές - -κάτι που είναι αρκετά εντυπωσιακό.

Υπάρχουν επίσης άλλα εργαλεία που οδηγούν στην υποτιμημένη κοστολόγηση του ρίσκου. Οι κρατικοί κανόνες για την εταιρική διακυβέρνηση παρέχουν διεστραμμένα κίνητρα: οι διευθυντές των μεγάλων εταιρειών ανταμείβονται με φοβερά υψηλά ποσά για τη λήψη βραχυπρόθεσμων ρίσκων και μπορούν να αφήσουν τα ερείπια σε κάποιον άλλον, πετώντας μακριά με τα "χρυσά τους αλεξίπτωτα" όταν έρθει η κατάρρευση.

Το αν τα καταπραϋντικά μέτρα που προτείνονται τώρα μπορούν να προσφέρουν μια βραχυπρόθεσμη θεραπεία είναι ασαφές. Αλλά τα πιο μακροπρόθεσμα προβλήματα δεν έχουν ακόμα εξεταστεί».

«Ο... υπαρκτός καπιταλισμός»

Γίνεται πολύς λόγος για επιστροφή στον κεϊνσιανισμό. Ξέρω ότι διαφωνείς με αυτή την άποψη και θα ήθελα να τη σχολιάσεις, καθώς και το αν αυτή η κρίση έχει αποκαλύψει, για άλλη μία φορά, ότι ο καπιταλισμός είναι ένα παρασιτικό σύστημα.

«Ο κόσμος μιλάει για επιστροφή στον κεϊνσιανισμό, αλλά αυτό είναι εξαιτίας μιας συστηματικής άρνησης να δώσει σημασία στον τρόπο με τον οποίον λειτουργεί η αναπτυγμένη καπιταλιστική οικονομία. Ακούγονται ουρλιαχτά από πολλούς ιδιαίτερα συντηρητικούς για την "κοινωνικοποίηση" της οικονομίας με τη διάσωση των χρηματοπιστωτικών οργανισμών. Ναι, εν μέρει γίνεται αυτό, αλλά είναι το κερασάκι στην τούρτα.

Ο "υπαρκτός καπιταλισμός" απέχει πολύ από τον αγνό καπιταλισμό της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας και της καταναλωτικής επιλογής -τουλάχιστον στις πλούσιες και ισχυρές χώρες. Στις ΗΠΑ, η προηγμένη οικονομία στηρίζεται ζωτικά από έναν δυναμικό κρατικό τομέα για την κοινωνικοποίηση του κόστους και του ρίσκου, ενώ ιδιωτικοποιεί το επακόλουθο κέρδος -και το "επακόλουθο" μπορεί να είναι χρονικά πολύ μακριά. Στην περίπτωση του πυρήνα της σύγχρονης οικονομίας υψηλής τεχνολογίας, δηλαδή των υπολογιστών και του Διαδικτύου, το επακόλουθο κέρδος ήταν δεκαετίες μακριά. Υπάρχει μια μεγάλη μυθολογία που πρέπει να αποδομηθεί αν είναι να αντιμετωπίσουμε στα σοβαρά τα θέματα της οικονομίας.

Οι υπαρκτές κρατικές καπιταλιστικές οικονομίες είναι πράγματι "παρασιτικές" για το κοινό, με τον τρόπο που μόλις υπογραμμίστηκε, αλλά και με άλλους τρόπους, όπως διασώσεις (που είναι πολύ κοινά φαινόμενα στο βιομηχανικό σύστημα), υψηλά προστατευτικά μέτρα που εγγυώνται δικαιώματα μονοπωλιακής τιμολόγησης στις κρατικά επιδοτούμενες εταιρείες και άλλα πολλά εργαλεία».

Το αμερικανικό χρέος είναι ήδη εκτός ελέγχου και το οικονομικό σχέδιο ενίσχυσης του Ομπάμα θα βουλιάξει τις ΗΠΑ ακόμα βαθύτερα στο χρέος. Ποιος μπορεί να είναι ο αντίκτυπος του υπέρογκου χρέους στην αμερικανική οικονομία, στο δολάριο και στην εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών;

«Κανένας δεν ξέρει πραγματικά. Το χρέος ήταν πολύ υψηλότερο στο παρελθόν, ιδιαίτερα μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αλλά αυτό ξεπεράστηκε χάρη στην ξεχωριστή οικονομική ανάπτυξη που έλαβε χώρα κάτω από μια ημι-κεντρικά ελεγχόμενη οικονομία. Εάν τα σημερινά κρατικά πακέτα οικονομικής ενίσχυσης οδηγήσουν σε σταθερή οικονομική ανάπτυξη, το χρέος θα μπορούσε να ελεγχθεί. Και υπάρχουν και άλλα εργαλεία, όπως ο πληθωρισμός. Αλλά όλα τα υπόλοιπα μπορεί να είναι μόνον εικασίες. Οι κύριοι χρηματοδότες -πρωτίστως η Κίνα, η Ιαπωνία και οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες- μπορεί να αποφασίσουν να στρέψουν τα κεφάλαιά τους αλλού για υψηλότερα κέρδη. Υπάρχουν όμως λίγα σημάδια τέτοιων εξελίξεων και δεν είναι πολύ πιθανόν να συμβούν. Οι χρηματοδότες έχουν όφελος με το να στηρίξουν την καταναλωτική οικονομία των ΗΠΑ για τις δικές τους εξαγωγές. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να γίνουν ασφαλείς προβλέψεις, αλλά φαίνεται ξεκάθαρα ότι ολόκληρη η διεθνής οικονομία βρίσκεται σε μια επικίνδυνη κατάσταση».
  • Τα πλεονεκτήματα των ΗΠΑ
Πιστεύεις, σε αντίθεση με πολλούς άλλους, ότι οι ΗΠΑ θα παραμείνουν μια παγκόσμια οικονομική, πολιτική και φυσικά στρατιωτική υπερδύναμη ακόμα και μετά την τρέχουσα κρίση. Συμφωνώ μαζί σου, δεδομένου ότι οι οικονομίες του υπόλοιπου κόσμου όχι μόνο δεν είναι σε οποιαδήποτε θέση να αμφισβητήσουν την ηγεμονία της Αμερικής, αλλά βλέπουν τις ΗΠΑ ως τη μοναδική χώρα που μπορεί να σώσει την παγκόσμια οικονομία. Ποια θεωρείς ότι είναι τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα του αμερικανικού καπιταλισμού έναντι της οικονομίας της Ε.Ε. και των οικονομιών των πρόσφατα αναπτυσσόμενων χωρών στην Ασία;

«Η τρέχουσα κρίση, σε μεγάλο βαθμό, δημιουργήθηκε στις ΗΠΑ, αλλά οι σημαντικοί ανταγωνιστές τους -η Ευρώπη και η Ιαπωνία- έχουν πληγεί βαθύτερα και οι ΗΠΑ παραμένουν η πρώτη επιλογή για τους επενδυτές, που ψάχνουν για ασφάλεια σε μια εποχή κρίσης. Τα πλεονεκτήματα των ΗΠΑ είναι σημαντικά. Εχουν εκτενείς εσωτερικούς πόρους. Εχουν μια ενοποιημένη οικονομία, κι αυτό είναι ένα σημαντικό γεγονός. Μέχρι τον εμφύλιο πόλεμο (1861), η φράση "Ηνωμένες Πολιτείες" ήταν στον πληθυντικό (όπως είναι ακόμα στις ευρωπαϊκές γλώσσες). Αλλά από τότε η φράση είναι στον ενικό, στα τυπικά αγγλικά. Οι πολιτικές που σχεδιάζονται στην Ουάσιγκτον από τις κρατικές αρχές και το μεγάλο κεφάλαιο ισχύουν για ολόκληρη τη χώρα. Αυτό είναι κάτι πολύ πιο δύσκολο να γίνει στην Ευρώπη. Η εφημερίδα "Financial Times" έγραφε (26 Φεβρουαρίου) ότι η ομάδα εργασίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μόλις παρουσίασε μια έκθεση λέγοντας ότι "η Ευρώπη χρειάζεται νέους οργανισμούς για να ελέγχει το συστημικό ρίσκο και να συντονίζει την εποπτεία των χρηματοοικονομικών οργανισμών σε όλο το γεωγραφικό εύρος όπου ασκεί εποπτεία", αν και η ομάδα εργασίας, υπό την προεδρία ενός Γάλλου, πρώην κεντρικού τραπεζίτη, "απείχε πολύ από το να εισηγηθεί έναν ενιαίο ευρωπαϊκό φύλακα" -κάτι που οι ΗΠΑ μπορούν να έχουν όποια στιγμή θέλουν. Για την Ευρώπη, δήλωσε ο επικεφαλής της ομάδας εργασίας, αυτό θα ήταν "μια σχεδόν ακατόρθωτη αποστολή". Οι "Financial Times" περιγράφουν έναν τέτοιο στόχο ως "πολιτικά ανέφικτο", "ένα βήμα πάρα πολύ μακριά για πολλά κράτη-μέλη απρόθυμα να παραχωρήσουν εξουσία σε αυτόν τον τομέα". Υπάρχουν πολλά άλλα πλεονεκτήματα στην ενότητα που διαθέτουν οι ΗΠΑ. Μερικές από τις πιο επιβλαβείς επιπτώσεις της ευρωπαϊκής ανικανότητας για συντονισμό αντιδράσεων στην τρέχουσα κρίση εξετάζονται από τον Daniel Gros στην επιθεώρηση Current History (Μάρτης 2009).

Οι ιστορικές ρίζες αυτών των διαφορών μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ είναι γνωστές. Αιώνες άγριας σύγκρουσης επέβαλαν ένα σύστημα εθνών-κρατών στην Ευρώπη, και η εμπειρία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου έπεισε τους Ευρωπαίους ότι πρέπει να εγκαταλείψουν το παραδοσιακό τους άθλημα, να σφάζει ο ένας τον άλλον, αφού η επόμενη δοκιμή θα ήταν η τελευταία. Ετσι έχουμε αυτό που οι πολιτικοί επιστήμονες αρέσκονται να αποκαλούν "μια δημοκρατική ειρήνη", αν και κάθε άλλο παρά ξεκάθαρο είναι το ποια σχέση έχει η δημοκρατία με όλο αυτό. Αντίθετα, οι ΗΠΑ είναι ένα αποικιακό κράτος αποίκων, που εξολόθρευσαν τον γηγενή πληθυσμό και μετέφεραν όσους απέμειναν σε δημόσιες εκτάσεις παραχωρημένες αποκλειστικά για αυτούς, κατέκτησε το μισό Μεξικό και ύστερα επεκτάθηκε πολύ πιο πέρα. Πολύ περισσότερο απ' ό,τι στην Ευρώπη, η πλούσια εσωτερική ποικιλομορφία καταστράφηκε. Ο εμφύλιος πόλεμος παγίωσε την κεντρική εξουσία και την ομοιομορφία και σε άλλους τομείς: εθνική γλώσσα, πολιτιστικά σχέδια, τεράστια κρατικά-εταιρικά προγράμματα κοινωνικής μηχανικής όπως την προαστικοποίηση της κοινωνίας, ογκώδεις κεντρικές επιχορηγήσεις της προηγμένης βιομηχανίας στην έρευνα και την ανάπτυξη κ.ο.κ.

Οι νέες αναπτυσσόμενες οικονομίες στην Ασία έχουν απίστευτα εσωτερικά προβλήματα, τα περισσότερα από τα οποία είναι άγνωστα στη Δύση. Ξέρουμε περισσότερα για την Ινδία απ' ό,τι για την Κίνα, επειδή η Ινδία είναι πιο ανοικτή κοινωνία. Υπάρχουν λόγοι για τους οποίους η Ινδία ταξινομείται στην 128η θέση στον Ανθρώπινο Δείκτη Ανάπτυξης (περίπου εκεί όπου ήταν πριν από τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις). Η Κίνα είναι στην 88η θέση και θα μπορούσε να ήταν πολύ χαμηλότερα, αν περισσότερα πράγματα ήταν γνωστά για αυτήν. Ολα αυτά απλά ξύνουν την επιφάνεια. Στο 18ο αιώνα, η Κίνα και η Ινδία ήταν τα εμπορικά και βιομηχανικά κέντρα του κόσμου, με περίπλοκα συστήματα αγοράς, προηγμένα επίπεδα υγείας κ.ο.κ. Αλλά η ιμπεριαλιστική κατάκτηση και οι οικονομικές πολιτικές (κρατική παρέμβαση για τους πλούσιους, ελεύθερες αγορές χωμένες με το ζόρι στο λαρύγγι των φτωχών), τις άφησαν σε άθλιες συνθήκες. Είναι χαρακτηριστικό ότι η μοναδική χώρα του Νότου που αναπτύχθηκε ήταν η Ιαπωνία, μια χώρα που δεν αποικίστηκε. Ο συσχετισμός δεν είναι τυχαίος».
  • Εναλλακτική ανάπτυξη
Θα μπορούσε η σημερινή κρίση να προσφέρει ευκαιρίες για εναλλακτικές αναπτυξιακές πολιτικές ανά τον κόσμο;

«Αυτό ήδη συμβαίνει. Μια από τις πιο συναρπαστικές περιοχές του κόσμου είναι η Νότια Αμερική. Για τα τελευταία δέκα χρόνια έχουν υπάρξει αρκετά ενδιαφέρουσες και σημαντικές κινήσεις με στόχο την ανεξαρτησία από την Ουάσιγκτον. Πρώτη φορά βλέπουμε τέτοιες εξελίξεις από την εποχή των ισπανικών και πορτογαλικών κατακτήσεων. Αυτές οι εξελίξεις περιλαμβάνουν βήματα προς μια οικονομική ενοποίηση της Νότιας Αμερικής, η οποία είναι ιστορικά και πολιτικά πολύ σημαντική και έχει ήδη ξεκινήσει να εξετάζει τα τεράστια εσωτερικά προβλήματα της περιοχής. Υπάρχει μια νέα Τράπεζα του Νότου, που εδρεύει στο Καράκας, η οποία δεν έχει ακόμα πραγματικά απογειωθεί, αλλά έχει προοπτικές και υποστηρίζεται επίσης από άλλες χώρες. Το MERCOSUR είναι μια ζώνη εμπορικών συναλλαγών του Νότου. Πριν από μερικούς μήνες, ένας νέος οργανισμός αναπτύχθηκε, η Ενωση των Νότιων Αμερικανικών Δημοκρατιών, ο οποίος έχει ήδη αρχίσει να αποφέρει αποτελέσματα. Είναι τόσο αποτελεσματικός, που ούτε καν αναφέρεται στις ΗΠΑ, προφανώς επειδή είναι πολύ επικίνδυνος.

Υπάρχουν και άλλες σημαντικές εξελίξεις, στις σχέσεις μεταξύ Νότου-Νότου, όπως αυτές που αναπτύσσονται μεταξύ Βραζιλίας και Νότιας Αφρικής. Αυτή η εξέλιξη σπάει επίσης το ιμπεριαλιστικό μονοπώλιο, το αμερικανικό και δυτικό μονοπώλιο κυριαρχίας. Υπάρχει επίσης ο παράγοντας Κίνα. Το εμπόριο και οι επενδύσεις αυξάνονται κι αυτό προσφέρει νέες εναλλακτικές επιλογές και ευκαιρίες στη Νότια Αμερική.

Η τρέχουσα οικονομική κρίση προσφέρει ευκαιρίες για να διευρυνθούν οι εναλλακτικές προτάσεις ανάπτυξης, αλλά το ρεύμα θα μπορούσε να κινηθεί και προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η κρίση έχει φοβερές επιπτώσεις, πλήττει τους φτωχούς κι αυτό μπορεί να περιορίσει τις εναλλακτικές επιλογές τους. Αυτά είναι ζητήματα τα οποία πραγματικά θα εξαρτηθούν, για να δανειστώ τη φράση του Evo Morales, από το αν τα λαϊκά κινήματα πάρουν στα χέρια τους τον έλεγχο της μοίρας τους. Αν το κάνουν, ναι, υπάρχουν ευκαιρίες». *

ΑΥΡΙΟ ΤΟ Γ' ΜΕΡΟΣ
  • Του ΧΡΟΝΗ ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 13/03/2009

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2008

Ο κόσμος μετά την κρίση

ΝΕΕΣ ΕΠΟΧΕΣ
Ν. ΜΟΥΖΕΛΗΣ

Μετά τη σημερινή κρίση, τι είδους κόσμος (κοινωνικοοικονομικός, πολιτικός και πολιτισμικός) θα αναδυθεί τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα; Οι προβλέψεις είναι προβληματικές, αλλά οι προσπάθειες προσδιορισμού πιθανών εναλλακτικών σεναρίων είναι πάντα χρήσιμες.

Ας αρχίσουμε από τη φύση της κρίσης. Στα ΜΜΕ η κρίση του 2008 συχνά συγκρίνεται με αυτή της περιόδου 1929-1932. Υπάρχουν, όμως, σημαντικές διαφορές. Νομίζω ότι η σημερινή χρηματιστική και οικονομική κατολίσθηση δεν θα είναι τόσο βαθιά και τόσο καταστρεπτική όσο εκείνη του Μεσοπολέμου. Και αυτό για τρεις βασικούς λόγους. Πρώτον, το κράτος σήμερα σε σχέση με το προπολεμικό είναι γιγαντιαίο. Οι πόροι που αποσπά από την κοινωνία είναι τεράστιοι. Επιπλέον, οι γνώσεις για τον τρόπο χειρισμού της κρίσης είναι μεγαλύτερες, ενώ λόγω της ψηφιακής επανάστασης η επικοινωνία μεταξύ των κυβερνήσεων είναι αστραπιαία. Για όλους τους παραπάνω λόγους η κρίση είναι πιο ελεγχόμενη και άρα το πιο πιθανόν είναι ότι οι καταστάσεις που θα προκύψουν μετά την κρίση θα έχουν λιγότερο ριζοσπαστικό χαρακτήρα. Διότι αν η κρίση του 1929 οδήγησε στο New Deal του Ρούζβελτ και μετά στο κράτος πρόνοιας και στη «χρυσή εποχή» της Σοσιαλδημοκρατίας (1945-1970), δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα έχουμε μεσοπρόθεσμα μια δεύτερη «χρυσή εποχή» όπου θα υπάρξει ξανά μια ισορροπία μεταξύ της οικονομικής ανάπτυξης, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η νέα εποχή θα είναι λιγότερο χρυσή και περισσότερο αργυρή ή και χάλκινη. Και αυτό διότι στη βάση του πρώτου σοσιαλδημοκρατικού μετασχηματισμού υπήρχαν μαζικά συνδικάτα και εργατικά κόμματα που σήμερα για διάφορους λόγους έχουν αποδυναμωθεί.

Κράτος ή αγορά;


Ζευγάρι Ισπανών εξετάζει σε σουπερμάρκετ της Μαδρίτης τις τιμές τροφίμων προτού προχωρήσει στην αγορά τους

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η οικονομική κρίση βάζει τέλος στη θεοποίηση της αγοράς, την οποία εδώ και 30 χρόνια οι θιασώτες του άναρχου καπιταλισμού επέβαλαν σε παγκόσμια κλίμακα. Αν όχι ο Μαρξ, ο «ξεπερασμένος» Κέινς έρχεται πάλι στο προσκήνιο. Η παραπάνω εξέλιξη, όμως, δεν θα οδηγήσει σε έναν νέο κρατισμό - υπό τη μορφή εθνικοποιήσεων των κυριότερων μέσων παραγωγής. Αν η τωρινή κρίση απαξίωσε τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, η κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης έκανε το ίδιο για το οικονομικό μοντέλο του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Το πιο πιθανόν είναι ότι η απαξίωση και του κρατισμού και του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού θα οδηγήσει σε μια πιο πραγματιστική αντιμετώπιση του διλήμματος «κράτος ή αγορά». Η ιδέα ότι μια αμιγώς κρατικοκεντρική ή αμιγώς αγοροκρατική πολιτική μπορεί να εφαρμοστεί κατά καθολικό τρόπο - δηλαδή ανεξαρτήτως πλαισίου ή συγκυρίας - είναι άκρως δογματική. Διότι μπορεί το κράτος σε μερικές περιπτώσεις (π.χ., στην προαγωγή δημόσιων αγαθών) να είναι η καλύτερη λύση για την πλειονότητα των πολιτών, ενώ σε άλλες μια αυστηρά ρυθμιζόμενη αγορά να αποτελεί την πιο συμφέρουσα λύση.

Κράτος-έθνος και παγκοσμιοποίηση

Μια άλλη εσφαλμένη αντίληψη είναι ότι η κρίση θα οδηγήσει σε ένα πλαίσιο όπου οι διαδικασίες που οδηγούν στην παγκοσμιοποίηση θα αμβλυνθούν, ενώ το κράτος θα αποκτήσει ξανά μεγαλύτερη αυτονομία. Αυτή η ιδέα βασίζεται σε ένα μοντέλο που βλέπει ως αντιθετική τη σχέση κράτος - παγκόσμιο σύστημα: δηλαδή όσο η παγκοσμιοποίηση προχωρεί τόσο το κράτος-έθνος συρρικνώνεται. Αυτού του είδους η σχέση δεν ίσχυε ούτε πριν από την κρίση ούτε ισχύει σήμερα. Διότι αν το κράτος με την παγκοσμιοποίηση χάνει λειτουργίες στο εσωτερικό μιας επικράτειας, αποκτά νέες λειτουργίες στον εξωτερικό χώρο. Και είναι ακριβώς για αυτόν τον λόγο που η παγκοσμιοποίηση δεν συρρικνώνει αλλά αντίθετα αυξάνει θεαματικά τους κρατικούς πόρους. Είναι εξίσου προφανές ότι η σημερινή κρίση δεν αμβλύνει αλλά εντείνει την παγκοσμιοποίηση. Το ότι οι ηγέτες όλου του κόσμου (περιλαμβανομένων των κκ. Μπους, Μπράουν και Σαρκοζί) αποφάσισαν ότι η αντιμετώπιση της κρίσης απαιτεί συντονισμό σε παγκόσμια κλίμακα δείχνει ότι η αλληλεξάρτηση μεταξύ κράτων-εθνών εντείνεται ραγδαία.

Βέβαια μετά την κρίση ο χαρακτήρας της παγκοσμιοποίησης θα αλλάξει. Ο άναρχος τρόπος της παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης θα δώσει τη θέση του σε ένα πιο πολιτικά ρυθμιζόμενο σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι, ενώ πριν από την κρίση η Κεντροαριστερά έπαιζε στο γήπεδο της Δεξιάς, μετά την κρίση μάλλον το αντίθετο θα συμβεί. Πάντως πρέπει να τονιστεί ότι η εντονότερη παγκόσμια ρύθμιση μπορεί να οδηγήσει σε έναν πιο δίκαιο κόσμο, αλλά αυτό δεν είναι καθόλου σίγουρο. Η ρύθμιση μπορεί να έχει έναν κοινωνικά προοδευτικό χαρακτήρα (όπως στη χρυσή εποχή της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας) αλλά μπορεί να συμβεί και το αντίθετο. Μπορεί δηλαδή να οδηγήσει σε πολιτικές οι οποίες θα εντείνουν τις ανισότητες, ιδίως στην παγκόσμια αρένα. Για παράδειγμα, η εντονότερη ρύθμιση είναι συμβατή με την πολιτική της ΕΕ η οποία προστατεύει τα αγροτικά της προϊόντα από αυτά φτωχών χωρών, διαιωνίζοντας έτσι την εξαθλίωση των αγροτικών πληθυσμών στον Τρίτο Κόσμο. Με άλλα λόγια, το σενάριο μιας προοδευτικής ρύθμισης που θα στοχεύει στην αναδιανομή του παγκόσμιου πλούτου και στην εξάλειψη της απόλυτης φτώχειας είναι τόσο πιθανό όσο και αυτό της διαιώνισης της σημερινής απαράδεκτης κατάστασης. Το αν η προοδευτική ή η συντηρητική ρύθμιση θα κυριαρχήσει εξαρτάται από μια σειρά αστάθμητων παραγόντων, όπως η μελλοντική εξέλιξη των νέων κινημάτων, η ικανότητα των συνδικάτων να ξεπεράσουν τον εθνοκεντρικό χαρακτήρα τους, οι σχέσεις του αναπτυγμένου κόσμου με τις ραγδαία εξελισσόμενες οικονομίες της Κίνας, της Ινδίας, της Βραζιλίας κ.ά. Αυτό μας οδηγεί στον ρόλο που οι ΗΠΑ θα παίξουν στον αναδυόμενο κόσμο.

Η αμερικανική ηγεμονία


Αποκαμωμένοι αντικριστές της Wall Street μετά από μια δύσκολη συνεδρίαση

Οπως έχουν δείξει διάφορες πολιτικές αναλύσεις (βλ., π.χ., Μ. Hardt και Α. Negri), το αμερικανικό imperium ακόμη και πριν από την κρίση είχε πάρει την κατιούσα. Ο πόλεμος στο Ιράκ και η παγκόσμια οικονομική κρίση έχουν επιταχύνει σημαντικά αυτή την καθοδική πορεία. Μεσοπρόθεσμα δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στο πέρασμα από το σημερινό μονοπολικό σύστημα παγκόσμιας διακυβέρνησης σε ένα πολυπολικό σύστημα μέσα στο οποίο οι ΗΠΑ θα είναι απλώς ένας από τους σημαντικούς παίκτες στη γεωπολιτική αρένα. Σε αυτή τη διαδικασία η συντριπτική ήττα των νεοσυντηρητικών «γερακιών» και η ανάδειξη του Μπαράκ Ομπάμα σε πρόεδρο των ΗΠΑ μπορεί να βοηθήσει στο να επιτευχθεί το άνοιγμα του παγκόσμιου πολιτικοοικονομικού συστήματος κατά ομαλό, φιλειρηνικό τρόπο. Σε αυτό μπορεί να βοηθήσει επίσης η ΕΕ - αν βέβαια προχωρήσει στην πολιτική της ενοποίηση. Η ενοποίηση είναι πιο πιθανή, αφού είναι πλέον προφανές ότι ακόμη και στο επίπεδο της ενιαίας αγοράς δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσει η ΕΕ αποτελεσματικά χωρίς τον συνδυασμό νομισματικών και πολιτικοοικονομικών μέτρων διακυβέρνησης.

Σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της ΕΕ με τον υπόλοιπο κόσμο, είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς ποια θα είναι η ισορροπία ισχύος μεταξύ των ισχυρών της Γης. Πάντως η χρεοκοπία της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, η εκλογή του Ομπάμα, η σταδιακή έκλειψη της αμερικανικής ηγεμονίας και η πιθανή πολιτική ενοποίηση της ΕΕ θα δημιουργήσουν τις αναγκαίες αλλά όχι και τις ικανές συνθήκες για μια παγκόσμια διακυβέρνηση ευαίσθητη στα κοινωνικά και οικολογικά προβλήματα του πλανήτη.

Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι το πέρασμα από τη βάρβαρη νεοφιλελεύθερη σε μια πιο ανθρώπινη νεοσοσιαλδημοκρατική παγκοσμιοποίηση δεν προϋποθέτει τη δημιουργία ενός παγκόσμιου κράτους. Προϋποθέτει μάλλον την αναδιάρθρωση των ήδη υπαρχόντων οργανισμών (π.χ., Παγκόσμια Τράπεζα, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) και την αναβάθμιση του ΟΗΕ από μέσον της αμερικανικής ηγεμονίας σε ένα σύστημα το οποίο θα αντιπροσωπεύει όχι μόνο τα δυτικά συμφέροντα, αλλά και αυτά του περιθωριοποιημένου κόσμου. Προϋποθέτει επίσης νέους παγκόσμιους οργανισμούς που θα κάνουν για την κοινωνία και την οικολογία ό,τι κάνουν οι ήδη υπάρχοντες οργανισμοί για την οικονομία. Για παράδειγμα, στον βαθμό που το εμπόριο δημιουργεί κερδισμένους και χαμένους, γιατί να μην υπάρχει δίπλα στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και ένας παγκόσμιος οργανισμός κοινωνικής αλληλεγγύης ο οποίος να στοχεύει στην ενίσχυση των «χαμένων»; Και γιατί να μην υπάρχουν τρόποι φορολογίας της κίνησης κερδοσκοπικών κεφαλαίων που να δημιουργούν πόρους για την κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη υποβαθμισμένων περιοχών του πλανήτη; Βέβαια η περίφημη πρόταση Tobin για έναν τέτοιο φόρο κρίθηκε από νεοκλασικούς οικονομολόγους (και μεταγενέστερα από τον ίδιο τον Tobin) ανεφάρμοστη. Αυτό όμως πριν από την κρίση. Μπορεί μέσα στη νέα, πιο ρυθμιζόμενη παγκόσμια οικονομία ένας παρόμοιος (με την πρόταση Tobin) φόρος να είναι πολύ πιο εφικτός. Διότι το πρόβλημα της φορολογίας του παγκόσμιου κερδοσκοπικού κεφαλαίου, καθώς και η κατάργηση των «φορολογικών παραδείσων» είναι λιγότερο τεχνικά και περισσότερο πολιτικά θέματα.

Συμπέρασμα

Η οικονομική κρίση - τα αποτελέσματα της οποίας (σε σύγκριση με την κρίση του 1929-32) θα είναι λιγότερο καταστρεπτικά - θα οδηγήσει στην αποδυνάμωση της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας και στην πιο αυστηρή ρύθμιση μιας ραγδαία εντεινόμενης παγκοσμιοποίησης. Η ρύθμιση, χωρίς να είναι σίγουρο, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μια νεοσοσιαλδημοκρατική διακυβέρνηση σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και στο επίπεδο του κράτους-έθνους. Μια διακυβέρνηση η οποία θα στοχεύει σε έναν λιγότερο βάρβαρο, πιο ανθρώπινο καπιταλισμό. Το αν θα συμβεί κάτι τέτοιο εξαρτάται κυρίως από τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που θα αναδυθούν μέσα στο πλαίσιο ενός πολυπολικού παγκόσμιου συστήματος, ενός συστήματος όπου οι ΗΠΑ δεν θα παίζουν πια τον κυρίαρχο ρόλο. Τέλος, πολιτισμικά, ο άκρατος νεοφιλελεύθερος καταναλωτισμός μπορεί να αμβλυνθεί. Μπορεί να δούμε, κυρίως στον χώρο της νέας γενιάς, ένα πέρασμα από τη σημερινή εγωκεντρική - υλιστική σε μια πιο αλτρουιστική - πνευματική νοηματοδότηση του σύγχρονου βίου.

Πολιτιστικά πρότυπα

Στον πολιτισμικό χώρο, είναι σχεδόν βέβαιο ότι το πρότυπο του νεαρού γιάπη ο οποίος άπληστα συσσωρεύει πλούτο και βρίσκει το νόημα της ζωής σε μια άνευ ορίων κατανάλωση θα πάψει να παίζει τον πιο κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση ταυτοτήτων. Ηδη πριν από την κρίση παρατηρούμε μια στροφή ενός σημαντικού μέρους της νεολαίας από το χρηματιστήριο και την ανεγκέφαλη κατανάλωση σε έναν λιγότερο υλιστικό, πιο ποιοτικό, ακόμη και πνευματικό τρόπο ζωής (βλ. R. Inglehart). Δεν είναι τυχαίο ότι στη Δύση παρατηρούμε την αναβίωση της θρησκευτικότητας εντός, αλλά και εκτός των μεγάλων θρησκευτικών παραδόσεων (βλ. π.χ. Ρ. Heelas και W.C. Roof). Ετσι αν μία από τις αντιδράσεις στον άναρχο καπιταλισμό και στον δυτικό καταναλωτισμό είναι ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός, μια εκ διαμέτρου αντίθετη αντίδραση είναι η ανάπτυξη μιας νέας, αντιδογματικής θρησκευτικότητας ή/και μιας κοσμικής πνευματικότητας στον δυτικό κόσμο (βλ. το άρθρο μου στο «Βήμα της Κυριακής», 27.4.08). Τέλος, μια τρίτη αντίδραση είναι ένας νέος πολιτικός ακτιβισμός (εντός των συμβατικών κομμάτων, αλλά και στον χώρο των νέων κινημάτων) ο οποίος επικεντρώνεται στα προβλήματα της παγκόσμιας φτώχειας, της οικολογικής καταστροφής του πλανήτη κτλ. Και βέβαια η εκλογή Ομπάμα στις ΗΠΑ μπορεί να μην οδηγήσει σε ριζικές αλλαγές στον χώρο των κοινωνικοοικονομικών δομών, σίγουρα όμως θα αλλάξει τις συμβολικές δομές της αμερικανικής κουλτούρας.

  • Ο κ. Νίκος Μουζέλης είναι ομότιμος καθηγητής της Κοινωνιολογίας στην LSE.

Το ΒΗΜΑ, 16/11/2008

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2008

Η αρχή του τέλους των αυτοκρατοριών

Του IGNACIO RAMONET, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 02/11/2008

Η Αποκάλυψη που χτύπησε το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν έληξε. Μεταμορφώνεται σε παγκόσμια ύφεση. Οσο θεαματικά κι αν είναι τα σχέδια σωτηρίας Ευρώπης και ΗΠΑ, δεν καταφέρνουν να σταματήσουν την κατρακύλα προς την άβυσσο.

Ο ίδιος ο Χένρι Πόλσον, αμερικανός υπουργός Οικονομικών, παραδέχτηκε ότι «παρά τη σημαντική παρέμβασή μας, θα υπάρξουν κι άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που θα πτωχεύσουν».

* Σε μία πρόσφατη έρευνα για τις κρίσεις των τελευταίων 30 ετών, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επιβεβαιώνει ότι εκείνες που γεννιούνται από τον κτηματομεσιτικό και τραπεζικό τομέα είναι ιδιαίτερα «έντονες, μακρόχρονες, βαθιές και καταστροφικές για την πραγματική οικονομία» και τα αποτελέσματα ήδη απλώνονται σε πέντε ηπείρους: το χρηματιστήριο του Ρέικιαβικ έχασε 94% της αξίας του, της Μόσχας και του Βουκουρεστίου 72%, της Σαγκάης 69%, της Αθήνας 50%. Από την αρχή του έτους η κεφαλαιοποίηση των μεγάλων χρηματιστηρίων (Τόκιο, Φραγκφούρτη, Παρίσι, Λονδίνο, Νέα Υόρκη) έπεσε στο μισό. Περίπου 25 τρισ. δολάρια εξαφανίστηκαν!

* Η παρούσα κρίση θέτει τέλος στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού που θεμελιώθηκε στις μονεταριστικές θέσεις του Μίλτον Φρίντμαν, οι οποίες κυριάρχησαν επί τριάντα χρόνια και που επίσης γοήτευσαν τη σοσιαλδημοκρατία σε διεθνές επίπεδο. Ο Αλαν Γκρίνσπαν, πρώην πρόεδρος της αμερικανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας, παραδέχτηκε ότι η κρίση θέτει υπό αμφισβήτηση την ανωτερότητα του συστήματος της «ελεύθερης αγοράς», στο οποίο είχε πιστέψει.

* Η ξαφνική κατάρρευση του νεοφιλελεύθερου δόγματος αποπροσανατολίζει, επίσης, τους περισσότερους πολιτικούς ηγέτες. Το θλιβερό θέαμα των ηγετών, οι οποίοι από τη μία άκρη του πλανήτη ώς την άλλη συναντιούνται ασταμάτητα, εναλλάσσοντας σχέδια εξόδου από την κρίση, δίνει μια ιδέα της απελπισίας τους.

* Οι αμερικανοί πολιτικοί φέρουν τη μεγαλύτερη ευθύνη. Γιατί στο όνομα της ιδεολογίας επέτρεψαν στις τράπεζες να λειτουργήσουν σε καθεστώς απόλυτης ελευθερίας. Το δόγμα του αλάθητου της αγοράς αυτοκαταστράφηκε.

Αντίθετα, το μοντέλο των χωρών που διατήρησαν κάποιο είδος ελέγχου των συναλλαγών -Κίνα, Βενεζουέλα- είναι σήμερα περιζήτητο. Και παρ' όλο που ο αντίκτυποτός σε ολόκληρο τον πλανήτη, οι οικονομίες που δεν είχαν ενστερνιστεί την απορύθμιση του άκρατου νεοφιλελευθερισμού θα τα βγάλουν πέρα.

Πρέπει να σημειώσουμε, για τη Λατινική Αμερική, το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν η «Βολιβαριανή Εναλλακτική», η «Τράπεζα του Νότου» ή ακόμη η ιδέα μιας τράπεζας των χωρών εξαγωγών πετρελαίου (ΟΡΕΡ) που πρότεινε ο πρόεδρος της Βενεζουέλας, Ούγκο Τσάβες.

* Ζούμε ιστορικές στιγμές. Μπροστά στα μάτια μας καταρρέει όχι μόνο ένα οικονομικό μοντέλο αλλά και ένας τύπος διακυβέρνησης. Γεγονός που αλλάζει το «leadership» των ΗΠΑ στον κόσμο. Ιδιαίτερα στην οικονομική τους ηγεμονία. Το χρηματοπιστωτικό τους σύστημα εξαρτάται από την είσοδο ξένου κεφαλαίου. Και οι χώρες απ' όπου προέρχεται -η Κίνα, η Ρωσία, οι πετρελαιομοναρχίες του Κόλπου- θα μπορούσαν πλέον να έχουν βαρύνοντα λόγο στο μέλλον τους.

Το 2006, η Κίνα και η Μέση Ανατολή χρηματοδότησαν από κοινού το 86% του ελλείμματος των μεγάλων βιομηχανικών χωρών. Και υπολογίζεται ότι το 2013 το κινεζικό συναλλαγματικό πλεόνασμα θα είναι μεγαλύτερο από το σύνολο των ελλειμμάτων των δυτικών χωρών. Κάτι που χαρίζει στο Πεκίνο αποφασιστικό ρόλο στη διατήρηση της σταθερότητας του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τι θα ζητήσει για αντάλλαγμα η Κίνα; Μήπως υποχωρήσεις σε θέματα όπως η Ταϊβάν και το Θιβέτ;

* Η Ιστορία μάς διδάσκει ότι η οικονομική ύφεση ανακοινώνει πάντα την αρχή του τέλους των αυτοκρατοριών! Αποδυναμωμένη, η οικονομία των ΗΠΑ θα μπορέσει, άραγε, να συνεχίσει να επιβαρύνεται με το αστρονομικό κόστος του πολέμου του Ιράκ; Θυμόμαστε ότι η σύγκρουση στο Βιετνάμ έδωσε τέλος στην ισοτιμία δολαρίου-χρυσού, πυροδότησε μια μακριά περίοδο υψηλού πληθωρισμού και έκανε να τρίξουν τα θεμέλια του συστήματος Μπρέτον Γουντς.

* Ο πόλεμος του Ιράκ, εξαιτίας του κόστους του, έχει ήδη προκαλέσει μεταφορά πλούτου από τις ΗΠΑ. Η επιρροή της Κίνας ενισχύθηκε, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους του κόσμου προς την Ασία.

Κάτι που έχει τρομακτικές συνέπειες εν είδει χιονοστιβάδας, όπως σημειώνει ο βρετανός δοκιμιογράφος Τζον Γρέι:

«Εάν οι ΗΠΑ αποσυρθούν από το Ιράκ, το Ιράν θα φανεί ως ο περιφερειακός νικητής. Πώς θ' αντιδράσει τότε η Σαουδική Αραβία; Θα υπάρχουν, τότε, περισσότερες ή λιγότερες πιθανότητες στρατιωτικής δράσης ώστε το Ιράν να μην αποκτήσει πυρηνικά όπλα;»

Ο πόλεμος στη Γεωργία, τον Αύγουστο, έδειξε ότι η Ρωσία μπορεί να επανασχεδιάσει το χάρτη του νότιου Καυκάσου, χωρίς η Ουάσιγκτον να έχει τη δυνατότητα ν' αντιδράσει.

* Πολλές κυβερνήσεις πετάνε από το παράθυρο τις ιδεολογικές τους πεποιθήσεις και είναι έτοιμες να υιοθετήσουν μέτρα που θα χαρακτήριζαν αιρετικά πριν από λίγο. Κάποιοι απαιτούν την κατάργηση των φορολογικών παραδείσων.

Οι περισσότεροι ανακαλύπτουν ξανά τον Κέινς και ανακοινώνουν σημαντικές αυξήσεις των κρατικών επιχορηγήσεων. Αρνούμενο το δόγμα του, το ίδιο το ΔΝΤ ζητά μαζικές κρατικές παρεμβάσεις.

* Το μοντέλο του καπιταλισμού όπως ορίστηκε από τα ανεπτυγμένα κράτη προς μεγαλύτερο όφελός τους πέθανε. Και θα ήταν ανήθικο, τα ίδια αυτά κράτη να «επανιδρύσουν» νέο οικονομικό σύστημα για να διατηρήσουν ακόμη μία φορά τα συμφέροντά τους.

Πράγματι, στην Ουάσιγκτον, στη συνάντηση της 15ης Νοεμβρίου θα συμμετάσχουν και κράτη του Νότου όπως η Κίνα, η Ινδία, η Νότιος Αφρική, η Βραζιλία, η Αργεντινή, το Μεξικό. Είναι θετικό, αλλά όχι αρκετό. Εάν θέλουμε πραγματικά να οπλίσουμε τον κόσμο ενάντια σε άλλες χρηματοπιστωτικές καταστροφές, πρέπει να είναι παρόντες και -τα κύρια θύματα της κρίσης- οι πολίτες.

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2008

ΤΖΟΖΕΦ ΣΤΙΓΚΛΙΤΣ: «Μέτρα για όλους ή χάος»



Ζητεί έλεγχο στις τράπεζες και προβλέπει έκρηξη ανεργίας

Υφεση διαρκείας διαπιστώνει ο Τζόζεφ Στίγκλιτς, που θεωρεί ως μόνο σωσίβιο στο ναυάγιο του καπιταλισμού μία διαφορετική, αλλά ενιαία παγκόσμια πολιτική.

Ρεπορτάζ για όλες τις συνέπειες στην Ελλάδα. Στην ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ




ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στην ΚΑΤΙΑ ΜΑΚΡΗ

Τι σηματοδοτεί για τον φιλελευθερισμό η κατάρρευση των τραπεζών; «Ο,τι και η πτώση του Βερολίνου για τον κομμουνισμό», απαντά αβίαστα ο νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς. Ο διάσημος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κολούμπια, ο οποίος επί χρόνια έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου για την επερχόμενη κρίση, κατηγορεί για το χάος τα golden boys της Γουόλ Στριτ αλλά και όσους υπηρέτησαν το δόγμα «εμπιστευόμαστε τις αγορές».

*Καταγγέλλει τον Τζ. Μπους για το ναυάγιο της οικονομικής του πολιτικής και μιλάει για «παρατεταμένη και βαθιά κρίση που θα ακολουθήσει». Ο Τζ. Στίγκλιτς προβλέπει έκρηξη της ανεργίας στην Αμερική αλλά και σε όλο τον κόσμο ανάλογη των μεγεθών του «κραχ» του 1929. Και επιμένει πως ήρθε η ώρα να ενισχυθεί ο κρατικός ρόλος στις αγορές, αναρωτούμενος: «Γιατί να περιμένει κανείς ότι οι τράπεζες, οι οποίες συμπεριφέρθηκαν τόσο άσχημα στο παρελθόν, θα συμπεριφερθούν καλύτερα στο μέλλον αν δεν αλλάξουμε τους κανόνες του παιχνιδιού;».
ΤΖ. ΣΤΙΓΚΛΙΤΣ
  • * Πολλοί εκτιμούν ότι η παρέμβαση των ευρωπαίων ηγετών υπήρξε πιο πειστική και αποτελεσματική από αυτή των Αμερικανών. Ποια είναι η άποψή σας για τα μέτρα που έχει πάρει κάθε πλευρά;
- Ο Λευκός Οίκος απέτυχε να περάσει το πρώτο «σχέδιο σωτηρίας» και ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Χανκ Πόλσον επανήλθε με ένα νέο. Το αρχικό σχέδιο, που προέβλεπε αγορά χιλιάδων «προβληματικών αξιογράφων» (δηλαδή επισφαλή δάνεια και σύνθετα προϊόντα βασισμένα σε αυτά που είχε δημιουργήσει η Γουόλ Στριτ), ήταν κακά σχεδιασμένο και γεμάτο προβλήματα. Πώς θα αποτιμώνταν αυτές οι αξίες; Θα αφήναμε να το κάνουν και πάλι οι ίδιοι ειδικοί της Γουόλ Στριτ που εκτίμησαν εσφαλμένα το ρίσκο και προκάλεσαν το χάος; Επρόκειτο για μια κατάσταση όπου το κεφάλι κερδίζει και η ουρά χάνει. Το βρετανικό σχέδιο χωρίς αμφιβολία είναι πολύ καλύτερα οικοδομημένο. Ενα από τα σημαντικότερα προβλήματα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι η τρύπα που δημιουργείται στους ισολογισμούς των τραπεζών από τις ζημιές τους. Είναι ο φόβος ότι αυτές οι ζημιές είναι τόσο μεγάλες, ώστε θα προκαλέσουν ενδεχομένως την πτώχευση των τραπεζών κι αυτό οδηγεί σ' ένα κύμα ρευστότητας. Οι τράπεζες χρειάζονται ανακεφαλαιοποίηση και η βρετανική προσέγγιση ήταν ακριβώς αυτή. Αν και πρέπει ακόμη να προσδιοριστούν πολλές λεπτομέρειες, φαίνεται ότι το δομικό πρόβλημα αντιμετωπίζεται σωστά υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει υποχρεωτική κεφαλαιοποίηση χρεών. Σε διαφορετική περίπτωση, οι κεφαλαιούχοι θα πάρουν ένα αδικαιολόγητο δώρο όταν τα ομόλογα ανακάμψουν από τη σημερινή πτώση τους με χρήματα τα οποία έπρεπε να δαπανηθούν για να βοηθήσουν την οικονομία.
  • * Στην Ευρώπη η αντίδραση των κυβερνήσεων θα φέρει αποτελέσματα;
- Αρκεί η λύση να είναι κοινή σε όλες τις χώρες. Αν δοθεί μια εγγύηση καταθέσεων σε μία χώρα κι όχι σε μία άλλη, τότε θα προκληθεί μεγάλο πρόβλημα στον ανταγωνισμό των τραπεζών. Αυτό σημαίνει ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει να επανεξετάσουν πολλά, όπως το Σύμφωνο Σταθερότητας αλλά και τον προσανατολισμό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που σήμερα νοιάζεται πιο πολύ για τον πληθωρισμό και ελάχιστα για την ανάπτυξη.
  • * Εχετε πει πως «είναι παράδοξο ότι οι άνθρωποι πρέπει να δουλεύουν για να υποστηρίξουν έναν καταναλωτισμό ο οποίος βασίζεται σε δάνεια και κάρτες». Αρα η σημερινή κρίση ήταν τόσο προβλέψιμη;
- Η τρέχουσα κρίση δεν ήταν απλώς αναμενόμενη -είχε, πράγματι, προβλεφθεί. Ζούσαμε πάνω σε δανεισμένο χρήμα και δανεισμένο χρόνο και οι καταναλωτικές συνήθειες στις ΗΠΑ ήταν αδύνατο να διατηρηθούν. Ο Μπους αν και κληρονόμησε ένα πλεόνασμα ύψους 128 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τον Μπιλ Κλίντον, φέτος η Αμερική ανακοίνωσε το δεύτερο μεγαλύτερο δημοσιονομικό έλλειμμα στην ιστορία της. Στη διάρκεια των οκτώ ετών της κυβέρνησης Μπους, το δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά 65% και έφτασε σχεδόν στα 10 τρισεκατομμύρια δολάρια. Σ' αυτά πρέπει τώρα να προστεθούν τα χρέη των τραπεζών Φρέντι Μακ και Φάνι Μέι (σ.σ.: πρόκειται για τις δύο ημικρατικές στεγαστικές τράπεζες που χρεοκόπησαν). Κι ακόμη, να φορτωθούμε το «σαμάρι» δύο πολέμων: Το συνολικό κόστος για το Ιράκ και μόνο θα ξεπεράσει τα τρία τρισεκατομμύρια, τα οποία έχουμε δανειστεί εξ ολοκλήρου από το εξωτερικό.
  • * Αυτό που συνέβη στην Αμερική είναι, όπως λέγεται, το τέλος του φιλελευθερισμού;
- Η χρηματοοικονομική κατάρρευση έχει κατακλυσμιαίες επιπτώσεις όχι μόνο στην οικονομία αλλά και στις ιδέες για τα οικονομικά. Κατά κάποιον τρόπο, τα γεγονότα αυτού του Σεπτεμβρίου θα είναι για τον φονταμενταλισμό των αγορών ό,τι υπήρξε και η πτώση του Τείχους του Βερολίνου για τον κομμουνισμό. Αυτή ήταν η αποφασιστική στιγμή κατά την οποία διαπιστώσαμε πως ο κομμουνισμός δεν μπορούσε να λειτουργήσει. Γνωρίζαμε, βεβαίως, και από πριν ότι το κομμουνιστικό σύστημα ήταν βαθιά ελαττωματικό όπως συνέβαινε και με το φονταμενταλισμό των αγορών.

  • * Κατά την εκτίμησή σας, ποιος θα είναι ο αντίκτυπος στην πραγματική οικονομία;
- Τεχνικά οι ΗΠΑ δεν βρίσκονται σε ύφεση, η οποία ορίζεται σαν δύο συνεχή τρίμηνα με αρνητική ανάπτυξη. Ομως το αν βρισκόμαστε σε ύφεση είναι λιγότερο σημαντικό από το γεγονός ότι η οικονομία θα λειτουργεί κάτω από τις δυνατότητές της και ότι η ανεργία θα αυξηθεί. Η παγκόσμια οικονομία κατευθύνεται προς σημαντική επιβράδυνση. Οταν παίρνει την κάτω βόλτα, συχνά ακούτε τους ειδικούς να συζητούν αν αυτή η επιβράδυνση θα είναι στο πρότυπο του γράμματος «V», δηλαδή σύντομη αλλά αιχμηρή, ή θα είναι στο πρότυπο του γράμματος «U», δηλαδή μεγαλύτερης διάρκειας αλλά πιο ήπια. Σήμερα, ωστόσο, η οικονομία μπορεί να μπαίνει σε μια φάση επιβράδυνσης, η οποία περιγράφεται καλύτερα με το πρότυπο του γράμματος «L». Πρόκειται για μία πολύ αδύναμη κατάσταση και είναι πιθανόν να παραμείνει σ' αυτή τη φάση για αρκετό χρονικό διάστημα. Αυτή η επιβράδυνση ειδικά στην Αμερική ενδεχομένως να είναι ιδιαίτερα σκληρή για τους φτωχότερους ανθρώπους. Ο διεθνής ανταγωνισμός, τα συνδικάτα που φυλλορροούν, η διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου και μία αδύναμη αγορά εργασίας συνωμοτούν εναντίον του μέσου εργαζόμενου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα υπάρξει και σημαντική αύξηση της ανεργίας. Ασθενείς αγορές εργασίας σημαίνει, επίσης, ότι οι πραγματικοί μισθοί θα παραμείνουν στάσιμοι. Στις ΗΠΑ η ανεργία έχει φθάσει ήδη στο 6,1% αλλά αυτό δεν περιλαμβάνει και τους «μεταμφιεσμένους» ανέργους, δηλαδή αυτούς που απασχολούνται ακούσια σε καθεστώς μερικής απασχόλησης. Αν αυτοί συμπεριληφθούν στο ποσοστό, τότε η συνολική ανεργία θα ξεπεράσει το 11%. Και είναι πιθανόν να αυξηθεί σε επίπεδα που δεν έχουμε δει από τη μεγάλη ύφεση του 1929.
  • * Ηρθε, λοιπόν, η ώρα για ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης;
- Η ανάπτυξη δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως ένα ζήτημα αύξησης του ΑΕΠ. Πρέπει να είναι βιώσιμη. Η ανάπτυξη που βασίζεται στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος, στην έξαρση της κατανάλωσης με δανεικά ή στην εκμετάλλευση σπανίων φυσικών πόρων χωρίς να επανεπενδύουμε το προϊόν δεν είναι βιώσιμη. Δεν χρειάζεται να αυξήσει κανείς την ανισότητα για να έχει ανάπτυξη. Οι κυβερνήσεις μπορούν να την αυξήσουν, διαχέοντας τον πλούτο καθώς ο πολυτιμότερος πόρος κάθε χώρας είναι οι άνθρωποι.
  • * Τελικά, η πολιτική πρέπει να παρεμβαίνει στα οικονομικά δρώμενα;
- Καμία σύγχρονη οικονομία δεν μπορεί να λειτουργήσει καλά αν η κυβέρνηση δεν παίζει ένα σημαντικό ρόλο. Αν η κυβέρνηση τώρα πρέπει να σώσει τις αγορές που έχουν αποτύχει, τότε πρέπει να διασφαλίσει και ότι οι πιθανότητες να χρειαστεί να επαναλάβει κάτι τέτοιο στο μέλλον πρέπει να μειωθούν. Οι τράπεζες δεν κατάφεραν να διαχειριστούν επιτυχώς το ρίσκο. Δεν έδωσαν καλά δάνεια και διασπάθισαν τα χρήματα, τα οποία τους είχαν εμπιστευτεί. Οι ελεγκτές υποτίθεται ότι έπρεπε να τις σταματήσουν. Απέτυχαν. Ενας από τους λόγους γι' αυτό είναι πως από την εποχή Ρέιγκαν, οι έλεγχοι αποδυναμώθηκαν και ορίστηκαν ως ελεγκτές άνθρωποι που δεν πίστευαν στη ρύθμιση, αλλά στην ελεύθερη αγορά. Το σύνθημα «εμπιστευόμαστε τον Θεό» («in God we Trust») αντικαταστάθηκε με το «εμπιστευόμαστε την αγορά». Τώρα λοιπόν ο στόχος είναι να επιδιορθώσουμε τη ζημιά και όχι να αφήσουμε για το μέλλον τις μεταρρυθμίσεις των ελεγκτικών μηχανισμών, καθώς υπάρχει κρίση εμπιστοσύνης. Γιατί, δηλαδή, πρέπει κανείς να περιμένει ότι οι τράπεζες, οι οποίες συμπεριφέρθηκαν τόσο άσχημα στο παρελθόν, θα συμπεριφερθούν καλύτερα στο μέλλον αν δεν αλλάξουμε από τώρα τους κανόνες του παιχνιδιού; Δεν θα αποκαταστήσουμε την εμπιστοσύνη, αν δεν αρχίσουμε να διαμορφώνουμε καλύτερες ρυθμιστικές και ελεγκτικές δομές. Κι αυτόν ακριβώς τον τρόπο αναζητούμε τώρα.

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 26/10/2008

Η κρίση ανοικοδομεί την Ευρώπ

JEAN-MARIE COLOMBANI

Οσο διαρκεί η κρίση οικοδομείται, ή ακόμη καλύτερα ανοικοδομείται η Ευρώπη. Ετσι τουλάχιστον θα θέλαμε να εξελιχθούν, σε κάθε περίπτωση, τα πράγματα. Αυτό θα ήθελε και ο Νικολά Σαρκοζί να συμβεί σε ό,τι αφορά τη Γαλλία. Η ιδέα ήταν αρχικά απλή. Απέναντι σε μια πρωτοφανή και πολύ σοβαρή κατάσταση η οποία απειλεί την ευημερία των ευρωπαϊκών χωρών αυτό που έπρεπε να κάνουμε ήταν όχι μόνο να αντιδράσουμε άμεσα και αποτελεσματικά, αλλά ακόμη περισσότερο να εργαστούμε για την αναγέννηση της Ευρώπης. Για μια Ευρώπη ικανή να αποτελέσει το εργαλείο εξόδου από την παρούσα κρίση, αλλά και το ανάχωμα σε μια ακόμη πιο ισχυρή - μελλοντική - κρίση. Ας μην παραλείψουμε να αναφέρουμε τη συνεισφορά του δραστήριου γάλλου προέδρου. Αυτό που αποκομίσαμε ήταν διαδοχικά μία αποτυχία και μία επιτυχία. Αποτυχία κατά την πρώτη συγκέντρωση της ομάδας των τεσσάρων ευρωπαϊκών κρατών (G4) που συμμετέχουν στην G8, η οποία πραγματοποιήθηκε στο προεδρικό Μέγαρο των Ηλυσίων. Επιτυχία, όμως, κατά τη Σύνοδο των αρχηγών των χωρών της ευρωζώνης που πραγματοποιήθηκε στις 12 Οκτωβρίου, όπου τέθηκαν οι βασικές αρχές του σχεδίου εξόδου από την κρίση και συμφωνήθηκε ο τρόπος εφαρμογής τους σε εθνικό επίπεδο (ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και κυρίως εγγύηση των καταθέσεων). Το συνολικό σχέδιο κατέστη εφικτό χάρη στην ενεργό συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αλλά και της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία υιοθέτησε και αυτή την ίδια πολιτική. Τα αποτελέσματα ήταν άμεσα για τις αγορές. Σε τέτοιο βαθμό που πιστέψαμε προς στιγμήν ότι τα πιο δύσκολα πέρασαν.

Στη συνέχεια ακολούθησαν οι προβλέψεις της ύφεσης. Η ύφεση, ή πιο απλά η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, δεν ταυτίζεται με την οικονομική κάμψη. Δεν υπάρχει επομένως κανένα κοινό, σε αυτό το στάδιο, με την κατάρρευση του 1930. Είναι όμως τόσο μακρινή η ανάμνηση της ύφεσης που η πρόβλεψή της είναι από μόνη της αρκετή για να βυθιστούν οι αγορές. Δεν ήταν λοιπόν παράλογο από την πλευρά της γαλλικής προεδρίας της Ενωσης να θελήσει να εφαρμόσει μια πολιτική η οποία φάνηκε σε πρώτη φάση επιτυχημένη ως προς τον τραπεζικό και τον χρηματοοικονομικό τομέα. Απέναντι λοιπόν στον φόβο της ύφεσης η Ευρώπη θα μπορούσε να αντιτάξει ένα σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης. Κάτι το οποίο θα επέτρεπε επίσης τη συντονισμένη δράση Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών. Μετά το σχέδιο Πόλσον για τη διάσωση των τραπεζών, ο επικεφαλής της ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ (Fed) Μπεν Μπερνάνκι επιδοκίμασε και αυτός τη νομοθετική ρύθμιση για την αναθέρμανση της οικονομίας, την οποία είχαν προηγουμένως υπερψηφίσει οι Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο, προσβλέποντας βέβαια στη νίκη του Ομπάμα στις προσεχείς εκλογές. Μια αντίστοιχη πρόταση έκανε και ο Νικολά Σαρκοζί, προσθέτοντας την ιδέα για τη θέσπιση ενός «κοινού ευρωπαϊκού ταμείου» έτσι ώστε να αποτρέψουμε να περάσουν οι μεγάλες ευρωπαϊκές βιομηχανίες - των οποίων οι μετοχές υποχωρούν και μάλιστα δραματικά εξαιτίας της κρίσης των αγορών - στα χέρια ξένων «επενδυτικών κεφαλαίων». Μια διάταξη συγκροτημένη και λογικά τεκμηριωμένη η οποία δυστυχώς, συνάντησε την απόλυτη αντίθεση της Γερμανίας.

Ας συγκρατήσουμε λοιπόν στη μνήμη μας ότι η κρίση αυτή ανέδειξε στο ευρωπαϊκό προσκήνιο μια ευχάριστη έκπληξη, τη Μεγάλη Βρετανία, και έναν μεγάλο απόντα, τη Γερμανία. Είναι πρόδηλο ότι, αν και ανήκουν στην ίδια πολιτική οικογένεια, η Ανγκελα Μέρκελ δεν είναι Χέλμουτ Κολ. Βρίσκεται πολύ κοντά στα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης Σρέντερ: αντιτάσσει διαρκώς στις γαλλικές προτάσεις για μια ευρωπαϊκή προοπτική ένα στενά εθνικό όραμα, το οποίο μοιάζει να υπαγορεύεται από εκτιμήσεις που σχετίζονται με την εσωτερική πολιτική. Φαίνεται ότι η ίδια έχει αποφασίσει να περιορίσει τους ορίζοντές της. Ετσι, αρνήθηκε στην αρχή να εγκρίνει την ίδρυση ενός κοινού ευρωπαϊκού ταμείου, στη συνέχεια το σχέδιο για αναθέρμανση της ευρωπαϊκής οικονομίας και τέλος τα επενδυτικά ευρωπαϊκά κεφάλαια. Σύμφωνα με τη δική της οπτική, τα χρήματα του γερμανού φορολογούμενου πρέπει να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την ενίσχυση του γερμανικής οικονομίας. Κατά τον ίδιο τρόπο αρνείται, δίνοντας το «καλό παράδειγμα», να δώσει χρήματα για τα άλλα κράτη. Τέτοιου είδους αντιλήψεις είχαμε αντιμετωπίσει και πριν από χρόνια. Μια λογική, δηλαδή, η οποία διαχωρίζει τα κράτη του Βορρά με τις «σοβαρές οικονομίες» από τις χώρες του Νότου, το λεγόμενο «Club Mediterranée».

Αυτή, όμως, η αντίληψη της γερμανίδας καγκελαρίου είναι λανθασμένη. Στην παρούσα κρίση όλοι έχουν την ανάγκη όλων. Αλλωστε η ιδέα ότι οι μεγάλοι πληρώνουν για τους μικρούς, οι παλαιότεροι για τους νεότερους και οι πλούσιοι για τους φτωχούς αποτελεί βασικό θεμέλιο του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Το να γυρίζεις την πλάτη σε αυτή τη λογική μπορεί να προκαλέσει μακροπρόθεσμα πολλές συνέπειες. Αυτά τα πολύ σοβαρά πισωγυρίσματα δεν μπορούν προς το παρόν να αντισταθμιστούν από το νέο ευρωπαϊκό πνεύμα του Γκόρντον Μπράουν. Και αυτό διότι εξαιτίας του Τόνι Μπλερ οι Βρετανοί δεν συμμετέχουν στη ζώνη του ευρώ. Για να συνεχίσει λοιπόν να βρίσκεται στην ευρωπαϊκή πρωτοπορία, ο Νικολά Σαρκοζί σκέφθηκε να θέσει εαυτόν στην εμπροσθοφυλακή: αυτό που οραματίζεται, αφού παραδώσει την ευρωπαϊκή προεδρία στους πιστούς ευρωσκεπτικιστές Τσέχους, είναι να διοργανώσει τη δομή του Eurogroup, της ομάδας δηλαδή των χωρών της ευρωζώνης, να ενισχύσει το ενιαίο νόμισμα μέσω της πιο στενής σύγκλισης της οικονομικής πολιτικής στην Ευρώπη και μέσω μιας ενιαίας διαχείρισης της κρίσης. Ολα αυτά, θέτοντας ο ίδιος υποψηφιότητα για την ηγεσία της ζώνης του ευρώ. Κάτι το οποίο δεν θα αρέσει βεβαίως στην κυρία Μέρκελ. Το μόνο που μπορούμε να πούμε: ας πρόσεχε!

  • Ο κ. Ζαν-Μαρί Κολομπανί είναι ένας από τους εγκυρότερους ευρωπαίους δημοσιογράφους, πρώην διευθυντής της εφημερίδας «Le Monde». Το τακτικό, ανά Κυριακή, άρθρο του είναι γραμμένο αποκλειστικά για «Το Βήμα».

Το ΒΗΜΑ, 26/10/2008

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2008

Το «τέλος της Δύσης» σε νέα έκδοση

Του Πετρου Παπακωνσταντινου, Η Καθημερινή, Kυριακή, 26 Oκτωβρίου 2008

Η ρήξη ανάμεσα στην Αμερική του Μπους και την «παλιά Ευρώπη» των Σιράκ και Σρέντερ τις παραμονές του πολέμου εναντίον του Ιράκ γέννησε μια ολόκληρη φιλολογία περί «Τέλους της Δύσης». Στο μικρό, αλλά πολύκροτο βιβλίο του «Παράδεισος και Εξουσία», ο νεοσυντηρητικός Ρόμπερτ Κέιγκαν υποστήριξε ότι Ευρώπη και Αμερική κινούνται σε ασύμβατες τροχιές γιατί ζουν σε διαφορετικούς πλανήτες - η μεν Ευρώπη στην Αφροδίτη, θεά της ομορφιάς και της αρμονίας, η δε Αμερική στον Αρη, θεό του πολέμου και της σύγκρουσης.

Περισσότερο απαισιόδοξος, ο πρώην σύμβουλος του Κλίντον, Τσαρλς Κάπτσαν, προέβλεψε ότι η επόμενη, ιστορική σύγκρουση δεν θα είναι μεταξύ της Δύσης και του Ισλάμ (ή της Ρωσίας, ή της Κίνας), αλλά μεταξύ Αμερικής και Ευρώπης. Ο Κάπτσαν συνέκρινε τη Δύση της εποχής μας με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μετά την απόφαση του Διοκλητιανού να τη χωρίσει σε Δυτική και Ανατολική. Η κοινή πολιτιστική κληρονομιά και η κοινή θρησκεία Ρώμης και Βυζαντίου, υποστήριζε ο Κάπτσαν, δεν τις εμπόδισε να αναπτύξουν ανταγωνιστικές σχέσεις. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει σήμερα, κατά τον Αμερικανό αναλυτή, σε ολοένα και μεγαλύτερη κλίμακα, στις σχέσεις μεταξύ των δύο ακτών του Ατλαντικού.

  • Πρόωρες εκτιμήσεις

Με τους Μέρκελ και Σαρκοζί να έχουν αντικαταστήσει από καιρό τους Σρέντερ και Σιράκ, με τον Μπους να ετοιμάζεται να εγκαταλείψει τον Λευκό Οίκο και με τον Ομπάμα να μιλάει ενώπιον 200.000 ανθρώπων στο Βερολίνο, οι εκτιμήσεις αυτές, που γεννήθηκαν τον θυελλώδη χειμώνα του 2003, φαίνονται τουλάχιστον πρόωρες. Ωστόσο, η διεθνής οικονομική κρίση που ξεκίνησε από τη Γουόλ Στριτ επανέφερε με άλλον τρόπο τη φιλολογία περί «τέλους» ή έστω «παρακμής» της Δύσης.

Ο αρθρογράφος της ισπανικής El Pais, Μ. Α. Μπαστενιέρ, σημείωνε πρόσφατα ότι τα παθήματα της Αμερικής και της Δύσης εν γένει ξεσήκωσαν κύμα χαιρέκακης ικανοποίησης σε μεγάλα τμήματα του πλανήτη, σε στυλ «Καλά να πάθουν»! Κι αυτό όχι μόνο στον αραβομουσουλμανικό κόσμο, αλλά και στη Λατινική Αμερική και την Απω Ανατολή - πολύ περισσότερο απ' ό,τι είχε συμβεί μετά την κατάρρευση των Δίδυμων Πύργων.

  • Αλλη μια απώλεια

Σε πρόσφατο άρθρο του, ο αναλυτής της Washington Post Αντονι Φαϊόλα, εκτιμούσε ότι «η χειρότερη χρηματοπιστωτική κρίση μετά τη Μεγάλη Υφεση (1929 - 33) προκάλεσε άλλη μια απώλεια: τον αμερικανικού τύπου καπιταλισμό». Και εξηγούσε:

«Τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν Σταυροφορία για να πείσουν τον υπόλοιπο κόσμο, ιδιαίτερα τις αναπτυσσόμενες χώρες, να καταργήσουν τη βαριά, κρατική παρέμβαση στις τράπεζες και τη βιομηχανία. Αλλά το υπερφιλελεύθερο μοντέλο του αμερικανικού καπιταλισμού ενοχοποιείται σήμερα για την υπερχρέωση της εύκολης πίστωσης, την άρρωστη αγορά ακινήτων και τα τοξικά απόβλητα της Γουόλ Στριτ που μόλυναν το παγκόσμιο, χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η μετέπειτα στροφή στον βαρύ κρατικό παρεμβατισμό (για τη διάσωση των τραπεζών που απειλούνταν με χρεωκοπία) αφαιρεί από την Ουάσιγκτον το ηθικό κύρος που της επέτρεπε να κηρύσσει στην οικουμένη το Ευαγγέλιο του φιλελευθερισμού».

Πολλοί εκτιμούν ότι δεν πρόκειται μόνο για διάβρωση της ιδεολογικής ηγεμονίας, αλλά και για απώλεια πραγματικής ισχύος στον διεθνή στίβο - για το τέλος της «στιγμής» της αμερικανικής μονοκρατορίας, που προέκυψε από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης. Από τις στήλες της WashingtoPost, ο Αμερικανός συγγραφέας Κέβιν Φίλιπς θεωρεί την υπερδιόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα στην αμερικανική οικονομία ως σύμπτωμα ιστορικής παρακμής, που συνόδεψε στην πτώση τους άλλες μεγάλες δυνάμεις, όπως η Ισπανία, η Ολλανδία και η Βρετανία.

Αυτή είναι η θεώρηση και του Ιταλού οικονομολόγου και ιστορικού Τζιοβάνι Αρίγκι. Ο συγγραφέας του σημαντικού βιβλίου «Ο μακρύς εικοστός αιώνας» περιγράφει την ιστορία του καπιταλισμού ως διαδοχή μακρών κυμάτων, καθένα από τα οποία χαρακτηρίζεται από την ηγεμονία μιας μεγάλης διεθνούς δύναμης: Βενετία, Γένοβα, Ισπανία, Ολλανδία, Βρετανία, Αμερική. Στην ανοδική φάση κάθε κύματος κυριαρχεί το παραγωγικό κεφάλαιο και στην καθοδική το χρηματιστικό - αυτό είναι το «χρυσό φθινόπωρο», η αναγγελία της επερχόμενης παρακμής.

  • Τέλος εποχής

Στο περιγραφικό σχήμα του Αρίγκι, το κέντρο βάρους της παγκόσμιας ισχύος στους Νεώτερους Χρόνους κινείται από Ανατολάς προς Δυσμάς: Μεσόγειος - Μάγχη - Ατλαντικός. Αρκετοί αναλυτές προεκτείνουν αυτή τη θεώρηση, εκτιμώντας ότι η τρέχουσα κρίση του αγγλοσαξονικού καπιταλισμού θα μετατοπίσει την παγκόσμια ισχύ ακόμη δυτικότερα, από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό Ωκεανό και, κυρίως, στην Κίνα. «Η γεωπολιτική δύναμη, η οποία μέχρι σήμερα ήταν συγκεντρωμένη στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, αρχίζει να μετατοπίζεται προς την Ασία. Η χρηματοπιστωτική κρίση και η συνακόλουθη ύφεση που πλήττουν τη Δύση θα επιταχύνουν, πιθανότατα, αυτή την τάση», έγραφε πρόσφατα ο Ιάπωνας αναλυτής Γιοΐτσι Φουναμπάσι.

Το ενδεχόμενο αυτό θεωρεί τουλάχιστον πιθανό ο καθηγητής του πανεπιστημίου του Γέιλ και θεμελιωτής της θεωρίας του «παγκόσμιου συστήματος», Ιμάνουελ Βαλερστάιν. Σ' αυτή την περίπτωση, όμως, δεν θα πρόκειται απλώς για αλλαγή σκυτάλης από μια δυτική δύναμη σε μιαν άλλη, αλλά για το τέλος μιας ολόκληρης εποχής, που άρχισε με τις Μεγάλες Ανακαλύψεις: Το τέλος 500 χρόνων παγκόσμιας κυριαρχίας του λευκού ανθρώπου. Μια πραγματικά ιστορική ανατροπή, που είναι δύσκολο κανείς να δεχθεί ότι μπορεί να συμβεί χωρίς μεγάλης κλίμακας συγκρούσεις, ίσως πέρα από τις δυνατότητες σύλληψης της φαντασίας μας.

Από τον μονοπολικό στον… τριπολικό κόσμο;

Δεν είναι η πρώτη φορά που η εικασία περί μετατόπισης της παγκόσμιας ισχύος από τον Ατλαντικό στην Απω Ανατολή χαλάει τον ύπνο των δυτικών ελίτ. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, η «κίτρινη απειλή» (και όχι η κόκκινη) ήταν ο υπ’ αριθμόν ένα εφιάλτης μιας Αμερικής που κατακλυζόταν από γιαπωνέζικα βίντεο, τηλεοράσεις και αυτοκίνητα, ενώ εμβληματικά κτίρια του Μανχάταν αγοράζονταν από Γιαπωνέζους επενδυτές. Τέκνο αυτής της πνευματικής ατμόσφαιρας ήταν το σημαντικό έργο του Πολ Κένεντι «Η Ανοδος και η Πτώση των Μεγάλων Δυνάμεων», το οποίο προέβλεπε ότι ΗΠΑ και ΕΣΣΔ θα μπουν σε φάση σταδιακής παρακμής, με την Ιαπωνία να διεκδικεί την παγκόσμια ηγεμονία και την Κίνα να την ακολουθεί, αν και από μεγάλη απόσταση.

Δύο δεκαετίες αργότερα, η νέα εκδοχή της εικασίας περί μεταβίβασης της ηγεμονίας από τη λευκή φυλή στην κίτρινη, αυτή τη φορά με την Κίνα στη θέση της Ιαπωνίας, δεν φαίνεται λιγότερο προβληματική. Παρ’ όλα τους τα προβλήματα, ΗΠΑ και Ε.Ε. αντιστοιχούν στο μισό της παγκόσμιας οικονομίας, ενώ η Κίνα, παρά την ταχεία άνοδό της, αντιστοιχεί περίπου στο 1/16, για να μη μιλήσουμε για την απόσταση στα πεδία του κατά κεφαλήν εισοδήματος, της τεχνολογίας και της στρατιωτικής ισχύος.

Είναι πολύ πιθανό ότι η Αμερική θα βγει από την τρέχουσα οικονομική κρίση συγκριτικά αποδυναμωμένη έναντι των κυριοτέρων ανταγωνιστών της. Ωστόσο, η οικονομική υποχώρηση δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε γεωπολιτική συρρίκνωση. Η μακρά ύφεση του 1873 - ’96 σηματοδότησε τη διάβρωση της οικονομικής ηγεμονίας της κατ’ εξοχήν φιλελεύθερης Βρετανίας και την ορμητική άνοδο του «νέου» καπιταλισμού των μεγάλων τραστ στη Γερμανία και τις ΗΠΑ. Στα τέλη του 19ου αιώνα ο κόσμος, από οικονομική άποψη, ήταν ήδη τριπολικός. Αλλά η Βρετανική Αυτοκρατορία των πέντε ηπείρων, όπου ο ήλιος δεν έδυε ποτέ, δεν έχασε οριστικά την πολιτικοστρατιωτική της κυριαρχία παρά ύστερα από μισό αιώνα και δύο παγκόσμιους πολέμους – στους οποίους, μάλιστα, «νίκησε».

Στο πρόσφατο βιβλίο του «Ο Δεύτερος Κόσμος», ο Αμερικανοϊνδός αναλυτής Πάραγκ Χάνα συμμερίζεται την εκτίμηση ότι η εξαιρετική «στιγμή» της αμερικανικής μονοκρατορίας βαίνει προς το τέλος της και εκτιμά ότι ο 21ος αιώνας θα σφραγιστεί από τον ιστορικό ανταγωνισμό μεταξύ τριών υπερδυνάμεων – Αμερικής, Ευρωπαϊκής Ενωσης και Κίνας. Τα τρία αυτά κέντρα συμπεριφέρονται, κατά τον συγγραφέα, ως «frenemies», άλλοτε συνεταίροι και άλλοτε αντίπαλοι, με το μέλλον των σχέσεών τους αβέβαιο. Ρωσία, Ινδία, Ιαπωνία, Βραζιλία και άλλες μεγάλες χώρες μπορεί να παίξουν σημαντικό ρόλο, καθορίζοντας πού θα γείρει η πλάστιγγα, αλλά δεν θα είναι, κατά τον Χάνα, οι πρωταγωνιστές του αγώνα για την παγκόσμια ηγεμονία.

Η ανάλυση του συγγραφέα θυμίζει το ζοφερό έργο του Τζορτζ Οργουελ «1984», το οποίο εξελίσσεται στο φόντο μιας πλανητικής, τριγωνικής σύγκρουσης Ωκεανίας - Ευρασίας - Εστασίας. Οι ενστάσεις που θα μπορούσαν βάσιμα να εγερθούν είναι προφανείς: Υπερτίμηση της κινεζικής δυναμικής, υποτίμηση της Ρωσίας, του μόνου κράτους που διαθέτει πυρηνική ισοτιμία με την Αμερική κ.ά. Αλλά η βασική του ιδέα, ότι δηλαδή η οικονομική αποσταθεροποίηση του πλανήτη και το τέλος της αμερικανικής μονοκρατορίας προοιωνίζονται την επιστροφή των μεγάλων, γεωπολιτικών ανταγωνισμών, δεν μπορεί εύκολα να αντικρουσθεί.

Ο καπιταλισμός (και ο... Μαρξ) επιστρέφει

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές ενδείξεις ιδεολογικού θριάμβου του καπιταλισμού μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ ήταν η… εξαφάνισή του από το λεξιλόγιο της δημόσιας αντιπαράθεσης. Τα κόμματα εξουσίας, συντηρητικά ή κεντροαριστερά, θα μιλούσαν στο εξής για «οικονομία της αγοράς» – κατά προτίμηση ελεύθερης αγοράς ή αγοράς που πρέπει επειγόντως να ελευθερωθεί από τα δεσμά του κρατισμού. Ακόμη και ριζοσπαστικά, αριστερά κινήματα επέλεγαν ως νέους εχθρούς τον «νεοφιλελευθερισμό» ή την «παγκοσμιοποίηση» για να μην κατηγορηθούν για ξύλινη, παλαιοκομμουνιστική γλώσσα.

Αντιστρόφως, η επιστροφή του όρου «καπιταλισμός» στα καθημερινά δελτία ειδήσεων και στις δηλώσεις των πολιτικών ηγετών, από τον Μακέιν μέχρι τη Μέρκελ, αποτελεί ένδειξη ιδεολογικής κρίσης του συστήματος. Δεν είναι τυχαίο που ο –πληθωρικός όπως πάντα– Νικολά Σαρκοζί πρότεινε, μετά τη συνάντησή του με τον Τζορτζ Μπους, την… επανίδρυση του καπιταλισμού, παραπέμποντας συνειρμικά στους αριστερούς που αναζητούσαν κάποιου είδους «Κομμουνιστική Επανίδρυση» (όπως ονομάστηκε η εξ αριστερών διάσπαση του ΚΚ Ιταλίας) πάνω από τα ερείπια του Τείχους του Βερολίνου.

Και να ήταν μόνο αυτό… Ο γκωλικός πρόεδρος της Γαλλίας δεν δίστασε να φωτογραφηθεί ξεφυλλίζοντας το «Κεφάλαιο» του Μαρξ (για να είμαστε δίκαιοι, με διαφορά φάσης έναντι του Κ. Καραμανλή, ο οποίος είχε πιστοποιήσει σε ανύποπτο χρόνο την εξοικείωσή του περί τα μαρξιστικά με συνέντευξή του στο περιοδικό «Διαβάζω» και τον Γιάννη Μπασκόζο). Στο μεταξύ, η εφημερίδα TIMES προειδοποιούσε τους αναγνώστες της με το σύνθημα «Ξανάρχεται!» κάτω από πορτρέτο του Μαρξ, οι πωλήσεις βιβλίων του οποίου σημειώνουν κατακόρυφη άνοδο στη Γερμανία.

Ηταν γνωστό, βέβαια, ότι από κάθε κρίση του καπιταλισμού υπάρχουν κάποιοι μεγαλοκαπιταλιστές που βγαίνουν ιδιατέρως ωφελημένοι. Η ειρωνεία της Ιστορίας είναι ότι, μεταξύ των κερδισμένων αυτής της κρίσης, φαίνεται να είναι και ο… μαρξισμός! Αλλη μια ειρωνεία: τη στιγμή που ανεβαίνουν οι μετοχές του Μαρξ στο χρηματιστήριο των ιδεών, δεν έχουν απομείνει και πολλοί μαρξιστές για να διεκδικήσουν μέρισμα…

Ιnfo

- Parag Khana, «The Second World: Empires and Influence in the New Global Order», Random House, 2008.

- Michael Hudson & Jeffrey Sommers, «The End of the Washington Consensus», Counter Punch, V. 15, No 17, October 1- 15, 2008.

- Immanuel Wallerstein, «Le capitalisme touche a sa fin», Le Monde, 11 octobre 2008.

- Yoichi Funabashi, «Un monde en mal de leadership», Courrier International, No 936, 9-15 octobre 2008.

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2008

Αντιμέτωποι με την κρίση


ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

Η δραματική οικονομική κρίση που ξέσπασε αρχικά στην Αμερική, για να συμπαρασύρει γρήγορα την Ευρώπη και να απειλεί σήμερα με αποσταθεροποίηση την παγκόσμια οικονομία, σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής, ίσως και το τέλος του αμερικανικού ή αγγλοσαξονικού μοντέλου του καπιταλισμού, όπως το γνωρίσαμε στις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Ο Αμερικανός νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς δήλωσε χαρακτηριστικά ότι η κατάρρευση της Γουόλ Στριτ τού θυμίζει την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Τότε κατέρρευσε ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» και σήμερα πεθαίνει, όχι απλώς μια ορισμένη μορφή του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αλλά και ο νεοφιλελεύθερος φονταμενταλισμός της αγοράς. Πώς αλλιώς μπορούμε, αλήθεια, να περιγράψουμε το θλιβερό και παράδοξο θέαμα των ακραίων νεοφιλελεύθερων, που κρατούν το πηδάλιο της αμερικανικής οικονομίας, οι οποίοι υποχρεώνονται μέσα σε λίγες μέρες να παρέμβουν για να εθνικοποιήσουν πρώτα δύο κολοσσούς της στεγαστικής πίστης, τη Fannie Mae και τη Freddie Mac, κι έπειτα έναν ασφαλιστικό γίγαντα, όπως η American International Group;
Πανικόβλητη η ρεπουμπλικανική κυβέρνηση σπεύδει να φορτώσει στις πλάτες των Αμερικανών φορολογουμένων ένα ανυπολόγιστο βάρος, προκειμένου να αποτρέψει το μοιραίο κραχ, την πτώση των μεγαλύτερων χρηματοπιστωτικών θεσμών και το συνακόλουθο κύμα πανικού που θα παρέλυε την οικονομική ζωή.
Ο Τζόζεφ Στίγκλιτς και πάλι, σε ένα άρθρο του που δημοσιεύτηκε στις 15-7-08, πριν ξεσπάσει ανοιχτά η μεγάλη κρίση, σημείωνε ανάμεσα στ' άλλα: «Ο κόσμος δεν υπήρξε ευνοϊκός απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό, απέναντι σε εκείνη τη μυριάδα ιδεών που βασίζονται στην αντίληψη ότι οι αγορές αυτοδιορθώνονται, κατανέμουν αποτελεσματικά τους πόρους και υπηρετούν καλά το δημόσιο συμφέρον Αυτός ο φονταμενταλισμός της αγοράς υπήρξε η προϋπόθεση του θατσερισμού, των ριγκανόμικς και της λεγόμενης "συναίνεσης της Ουάσιγκτον" υπέρ της ιδιωτικοποίησης, της φιλελευθεροποίησης και της αποφασιστικής επικέντρωσης των ανεξάρτητων κεντρικών τραπεζών στον στόχο της συγκράτησης του πληθωρισμού». Και αφού παρέθετε έναν σφαιρικό καταστροφικό απολογισμό της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, ο Στίγκλιτς κατέληγε με τη φράση: «Ο νεοφιλελεύθερος φονταμενταλισμός της αγοράς υπήρξε πάντοτε μια πολιτική θεωρία στην υπηρεσία συγκεκριμένων συμφερόντων. Δεν υποστηρίχτηκε ποτέ από μιαν οικονομική θεωρία ούτε και επιβεβαιώνεται από μιαν ιστορική εμπειρία. Το να αφομοιώσουμε μια για πάντα αυτό το μάθημα θα μπορούσε να αποκαλυφθεί ότι είναι η μικρή ακτίνα φωτός σε ένα μαύρο σύννεφο που σκιάζει ήδη την παγκόσμια οικονομία».
Με αυτή την έννοια η παρούσα κρίση, παρά τις δραματικές επιπτώσεις της και το ακριβό τίμημα που θα κληθούν να πληρώσουν δισεκατομμύρια εργαζόμενοι σε ολόκληρο τον κόσμο, αντιπροσωπεύει ίσως και μιαν ευκαιρία να τερματιστεί η τριαντάχρονη κυριαρχία εκείνης της «μετα-ιδεολογίας», που υπαγορεύει τις δεσμευτικές εντολές της σε όλες σχεδόν τις κυβερνήσεις του κόσμου. Τι μας έλεγαν, πράγματι, οι κυβερνώντες και οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ όλα αυτά τα χρόνια; Μας έλεγαν ότι «δεν έχουμε άλλη επιλογή», ότι «δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο» από το να συμμορφωθούμε στις επιταγές της παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου, όσο διαφορετικές και αν ήταν οι καταστάσεις και ο βαθμός ανάπτυξης, η συνταγή της οικονομικής πολιτικής ήταν παντού η ίδια: ανταγωνιστικότητα, προτεραιότητα στην καταπολέμηση του πληθωρισμού και στη μείωση των ελλειμμάτων, απελευθέρωση των αγορών, μείωση της φορολόγησης του κεφαλαίου, ιδιωτικοποιήσεις, ευελιξία της εργασίας, απορύθμιση. Η δυναμική που οργανώνει και ενισχύει η φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση είναι εκείνη της παρόξυνσης του ανταγωνισμού ανάμεσα στα άτομα, τις επιχειρήσεις, τα κράτη και τις εθνικές οικονομίες. Η απαίτηση για προσαρμογή στις επιταγές της παγκόσμιας αγοράς επιβάλλει την προτεραιότητα του οικονομικού στοιχείου σε σχέση με το πολιτικό, των οικονομικών ελευθεριών σε σχέση με τις πολιτικές ελευθερίες. Η πολιτική εμφανίζεται έτσι αδύναμη μπροστά σε φαινόμενα όπως η αύξηση των ανισοτήτων, η διάδοση της επισφαλούς εργασίας και της φτώχειας, όχι μόνο στις αναπτυσσόμενες χώρες, αλλά ακόμη και στο εσωτερικό των πλούσιων χωρών.
Ο νεοφιλελεύθερος μονόδρομος δικαιολογείται συνήθως με το επιχείρημα ότι, αφού κανένα έθνος δεν διαθέτει τη δύναμη να ρυθμίσει και να χαλιναγωγήσει τον παγκόσμιο οικονομικό ανταγωνισμό, η πολιτική είναι υποχρεωμένη να υπακούει στα κελεύσματα των αγορών. Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία εμφανίζει την εξέλιξη του κόσμου σαν να είναι μοιραία προκαθορισμένη από κάποιους νόμους της οικονομίας ή από την ανάπτυξη της τεχνολογίας. Αποκρύπτει έτσι ότι, κατά κανόνα, αυτή η εξέλιξη είναι το αποτέλεσμα μιας κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης, στην οποία οι πολιτικές επιλογές έχουν ουσιώδη σημασία. Η ίδια η αποχαλίνωση και παρόξυνση του γενικευμένου ανταγωνισμού είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών των κυβερνήσεων, οι οποίες ήδη από τη δεκαετία του 1970 κατάργησαν θεσμούς και δημόσιες ρυθμίσεις που καθόριζαν μέχρι τότε τους κανόνες, τον χαρακτήρα και την ένταση του διεθνούς οικονομικού παιχνιδιού.
Η ιστορία είναι λίγο ώς πολύ γνωστή. Η δεκαετία του 1970 σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής, εκείνης του εθνικού κεϊνσιανισμού που μεταφράστηκε πολιτικά με το σοσιαλδημοκρατικό κράτος πρόνοιας στην Ευρώπη και με το New Deal στην Αμερική. Ο κεϊνσιανισμός εγκαταλείφτηκε τότε επειδή οι παραδοσιακές συνταγές του δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν τον στασιμοπληθωρισμό, που προκλήθηκε από την κατάργηση των συμφωνιών του Μπρέτον Γουντς και την πετρελαϊκή κρίση που ακολούθησε. Στο πάνθεον των οικονομικών θεωριών η εικόνα του Τζον Μέιναρντ Κέινς αντικαταστάθηκε από εκείνη του Μίλτον Φρίντμαν, του πνευματικού πατέρα των Chicago boys, που διέδωσαν τον λόγο του σε ολόκληρο τον κόσμο, ξεκινώντας από τη Χιλή του Πινοσέτ. Η Μάργκαρετ Θάτσερ στο Λονδίνο και ο Ρόναλντ Ρέιγκαν στην Ουάσιγκτον αναγόρευσαν την απελευθέρωση και την απορύθμιση των αγορών σε οικονομικό ευαγγέλιο ολόκληρης της Δύσης. Η απελευθέρωση της οικονομίας από το βάρος του ζημιογόνου κρατικού παρεμβατισμού έγινε το σύνθημα του διεθνούς νεοσυντηρητισμού.
Ενώ η κρίση της δεκαετίας του 1930 είχε ερμηνευτεί ως αποτυχία του κυρίαρχου τότε οικονομικού φιλελευθερισμού και είχε οδηγήσει σε μιαν αυξανόμενη παρέμβαση του κράτους, η κρίση της δεκαετίας του 1970 κατέστησε αναξιόπιστες τις δημόσιες πολιτικές και ευνόησε την πολιτική επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού. Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τη δυσφορία για ορισμένες υπαρκτές αρνητικές πλευρές του κρατισμού, όπως ήταν λ.χ. η τάση για αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης, η μη παραγωγική χρήση των πόρων σε ορισμένες περιπτώσεις, η πελατειακή φεουδοποίηση του κράτους από τα κόμματα εξουσίας, η ύπαρξη συντεχνιακών προνομίων, η τάση να ευνοούνται παρασιτικά στρώματα, το βάρος των δαπανηρών και ελάχιστα αποτελεσματικών γραφειοκρατιών κ.ά.
Η σφοδρή κριτική σε αυτές τις αρνητικές όψεις επισκίασε τον αναγκαίο και θετικό ρόλο της κρατικής παρέμβασης σε μια σειρά τομείς. Πήραν, αντιθέτως, το προβάδισμα ο εγκωμιασμός της ιδιωτικής επιχειρηματικής πρωτοβουλίας και η επιδίωξη της φιλελευθεροποίησης και της ιδιωτικοποίησης.
Στη δεκαετία του 1980, όλες σχεδόν οι αναπτυγμένες χώρες εγκατέλειψαν η μία μετά την άλλη τα πολλαπλά εργαλεία δημόσιας δράσης που είχαν αναπτυχθεί μεταπολεμικά (μακροοικονομικές πολιτικές, βιομηχανική πολιτική, κοινωνική προστασία, ρύθμιση και έλεγχος των αγορών, δημόσια επιχειρηματική δραστηριότητα, φορολόγηση του πλούτου και αναδιανομή κ.λπ.). Οι περισσότερες κυβερνήσεις υιοθέτησαν τα μονεταριστικά δόγματα και προσπάθησαν με κάθε τρόπο να μειώσουν το «βάρος» και τον ρόλο του κράτους. Ακόμα και οι κυβερνήσεις της σοσιαλδημοκρατικής Αριστεράς ή της Κεντροαριστεράς θυσίασαν τον στόχο της κοινωνικής δικαιοσύνης στον βωμό της ανταγωνιστικότητας και εφάρμοσαν πολιτικές που δεν απέκλιναν ουσιαστικά από το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα. Ορισμένοι μάλιστα θεωρητικοί ή πολιτικοί ηγέτες της «εκσυγχρονιστικής» Αριστεράς εμφάνισαν αυτή την παραίτηση σαν ανανέωση, ταυτίζοντας έτσι τον εκσυγχρονισμό της σοσιαλδημοκρατίας με την υποτελή αποδοχή της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας, με τις ιδιωτικοποιήσεις, την αποδυνάμωση του κράτους πρόνοιας, την ευελιξία της εργασίας, δηλαδή με «φιλελεύθερες» μεταρρυθμίσεις που μοιάζουν πολύ με εκείνες που προωθεί και η συντηρητική παράταξη.
Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο θα εφαρμοστεί με καταστροφικές επιπτώσεις και στις αναπτυσσόμενες χώρες μέσα από προγράμματα και πολιτικές που προώθησαν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα. Στη δεκαετία του 1990 θα επιβληθεί και στην Ανατολική Ευρώπη ως το υπόδειγμα πολιτικής που εμπνέει τη μετάβαση των χωρών του πρώην σοβιετικού συνασπισμού στην οικονομία της αγοράς. Αυτή η παγκόσμια επέκταση της οικονομίας της αγοράς συνοψίζεται συνήθως με τον όρο «παγκοσμιοποίηση».
Με την απελευθέρωση των οικονομικών συναλλαγών και της κίνησης των κεφαλαίων δημιουργήθηκε μια μεγάλη παγκόσμια και ανοιχτή χρηματοπιστωτική αγορά. Κυνηγώντας το γρήγορο και εύκολο κέρδος, οι κυρίαρχοι χρηματοπιστωτικοί κύκλοι κυκλοφόρησαν σε αυτή την αγορά μια πολλαπλότητα νέων «προϊόντων». Η απορύθμιση και η απελευθέρωση των αγορών γέννησε πολλές διεθνείς οικονομικές κρίσεις στη Λατινική Αμερική, στη Νότια Ασία, στη Ρωσία και αλλού. Μια ιδιαιτερότητα της σημερινής κρίσης είναι το ότι δεν ξέσπασε στην περιφέρεια του διεθνούς οικονομικού συστήματος, αλλά πλήττει κατευθείαν το μητροπολιτικό του κέντρο.
Η παρούσα κρίση καταρρίπτει ένα προς ένα τα κυριότερα αξιώματα του νεοφιλελευθερισμού και κονιορτοποιεί τις βασικές ιδέες που είχαν αποτελέσει την πυξίδα τόσων κυβερνήσεων στα τελευταία τριάντα χρόνια. Το εύρος και ο χαρακτήρας των δημόσιων παρεμβάσεων, που γίνονται σήμερα υπό την πίεση μιας επείγουσας ανάγκης, καταδεικνύουν ότι η ιδέα του νεοφιλελεύθερου «μονόδρομου», η περίφημη ΤΙΝΑ (There Is Νο Alternative), ήταν ένας μύθος που υπηρετούσε τα συμφέροντα της πλουτοκρατίας. Επιβεβαιώνεται ότι υπάρχουν πάντα και άλλες επιλογές, ότι ο γενικευμένος οικονομικός πόλεμος, που ευνοεί την επικράτηση των ισχυρών, δεν είναι μια μοιραία και αναπότρεπτη αναγκαιότητα. Ολοι μπορούν τώρα να αναλογιστούν και να συνειδητοποιήσουν ότι η νεοφιλελεύθερη στροφή που πραγματοποιήθηκε στον κόσμο τις τρεις τελευταίες δεκαετίες δεν είναι η φυσική ή αυτόματη συνέπεια μιας αναπόφευκτης οικονομικής ή τεχνολογικής εξέλιξης, αλλά προέκυψε από πολιτικές αποφάσεις και υιοθετήθηκε από κυβερνήσεις που διέθεταν ταυτόχρονα και άλλες επιλογές. Ολοι μπορούν τώρα να αντιληφθούν ότι η ιδιοτελής ή απλοϊκή πίστη στις αρετές της ελεύθερης αγοράς είναι μια αστήρικτη θεολογία, που σαρώνεται από τα δραματικά διδάγματα της ιστορικής πραγματικότητας. Τώρα ακόμα και οι νεοφιλελεύθεροι «εθνικοποιούν» αναγνωρίζοντας σιωπηλά και έμμεσα την κρυφή αλήθεια: οι ανεξέλεγκτες και αποχαλινωμένες αγορές προκαλούν ανισορροπίες, ανεργία, φτώχεια, διεύρυνση των ανισοτήτων, σπατάλες, φθορά των δημόσιων αγαθών, οικονομικές κρίσεις και οικολογικές καταστροφές. Τώρα είναι ίσως μια κατάλληλη στιγμή για να επαναπροταθεί η παλιά και λησμονημένη ιδέα ότι στο επίκεντρο της οικονομίας και της οικονομικής πολιτικής πρέπει να βρίσκονται ο άνθρωπος και οι ανάγκες του και επομένως ότι τα δικαιώματα των εργαζομένων και οι στόχοι της αλληλεγγύης και της κοινωνικής δικαιοσύνης δεν πρέπει να θυσιάζονται στον βωμό της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Και είναι ίσως καιρός να αντιληφθούν όλοι ότι οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις δεν πρέπει να εκχωρούν στην αγορά τις πιο σημαντικές κοινωνικές και πολιτικές αποφάσεις.
Η παρούσα κρίση μάς υποχρεώνει όλους να επανεξετάσουμε σε βάθος τις αντιλήψεις και τις ιδέες που μέχρι τώρα εμφανίζονταν σαν αναντίρρητες αλήθειες και συναποτελούσαν τη «συμβατική σοφία» των καιρών μας. Ελπίζουμε ότι τα κείμενα και οι αναλύσεις που συλλέξαμε και παρουσιάζουμε σε αυτό το αφιέρωμα μπορεί να λειτουργήσουν ως ερεθίσματα γι' αυτό τον αναγκαίο κριτικό αναστοχασμό.