ΓΙΝΝΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ | Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010
Ούτε λέξη ούτε δάκρυ...
Ο πύργος μας ήταν χάρτινος...
Μηνάς Παπάζογλου, Πύργος
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο δράστης βομβιστικών ενεργειών χαρακτηρίζεται από τον νόμο και την πολιτεία ως τρομοκράτης αλλά το πώς αυτοχαρακτηρίζεται ο ίδιος (και κυρίως γιατί).
Η αναβίωση των όρων «πολιτικός εγκληματίας» και «πολιτικός κρατούμενος» μας υποχρεώνει να προσεγγίσουμε διαφορετικά το ζήτημα. Πολιτική δίωξη είναι το κυνήγι των πολιτικών ιδεών και πολιτικός κρατούμενος είναι ο καταδικασμένος για τα πολιτικά του φρονήματα. Οι παραπάνω έννοιες (πολιτικό έγκλημα, πολιτική δίωξη) έχουν αντικειμενική ποινική βάση (ανεξάρτητα από την άποψη των «δραστών») και σχετίζονται με τη δημοκρατική συναίνεση. Κι όμως αυτά τα αυτονόητα φαίνεται να έχουν ανατραπεί μέσα στο ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα (και όχι από «εξωτερικούς εχθρούς»).
Η συνεχής ποινικοποίηση της νόμιμης πολιτικής διαφωνίας οδηγεί αναπόφευκτα στην παράνομη πολιτική δραστηριότητα.
Ελλείψει consensus, ο κάθε θεωρητικός ή και το κάθε κράτος διαμορφώνει τον δικό του ορισμό για το πολιτικό έγκλημα. Για πολλούς το πολιτικό έγκλημα «αναγνωρίζεται» από τις έκνομες σχέσεις του δράστη (π.χ., με μια τρομοκρατική οργάνωση). Για άλλους κρίσιμο στοιχείο είναι οι επιπτώσεις της δράσης στην κοινή γνώμη και τη διακυβέρνηση. Η σύγχυση των διαφόρων μορφών πολιτικής βίας (εξέγερση, επανάσταση, τρομοκρατία κτλ.) και η διάκριση «πολιτικά εγκλήματα (κατά του κράτους)/ πολιτική αστυνόμευση (του κράτους)» δεν φωτίζουν ιδιαίτερα το πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννιέται και αποκτά δυναμική το πολιτικό έγκλημα ως ένοπλη απάντηση σε ένα υφιστάμενο πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο.
Τα αντιπολιτευτικά/ εναντιούμενα πολιτικά εγκλήματα «στρέφονται κατά της κυβέρνησης ή της διαχείρισης της εξουσίας» (διαφθορά, αναρχία, στάση, κατασκοπεία κτλ.). Αλλα από αυτά είναι μη βίαια (αντιφρονούντες) και άλλα είναι βίαια (τρομοκράτες).
Η έννοια και το περιεχόμενο του πολιτικού εγκλήματος συζητούνται συνήθως σε περιόδους πολιτικών κρίσεων καθώς σε τέτοιες περιόδους αναδιατάσσονται οι σχέσεις δικαίου και πολιτικής. Αντιθέτως, η θεωρία για τον πολιτικό εγκληματία αναδεικνύεται μόνο σε περιόδους πολιτικής ομαλότητας.
Σε κάθε περίπτωση το ποιοι ορίζονται πολιτικοί εγκληματίες για ποια εγκλήματα συναρτάται απόλυτα από το ποιοι ορίζουν και με ποια κριτήρια (διακριτική ευχέρεια πολιτικής εξουσίας).
Η κατάχρηση του πολιτικού εγκλήματος με την κάλυψη εγκλημάτων του κοινού ποινικού δικαίου είναι πάντοτε δυνατή αλλά αυτό που κυρίως ενδιαφέρει είναι το κίνητρο.
Ο πολιτικός εγκληματίας ή πολιτικός τρομοκράτης δεν αμφισβητεί καθόλου την «επαναστατική πίστη» του.
Το μήνυμα γίνεται «ιερός» αυτοσκοπός.
Η πεποίθηση, ως συνείδηση αλήθειας και δικαίου, συνήθως είναι ειλικρινής και απόλυτη, βιώνεται ως εσωτερικό καθήκον και αποτελεί το ηθικό- συνειδητό κίνητρο της πράξης.
Η γνησιότητα του πολιτικού εγκληματία (από υποκειμενική σκοπιά) αναδεικνύεται (ίσως και να αποδεικνύεται) από την εχθρότητα προς το πολίτευμα σε βαθμό που να μην αφήνει περιθώρια για αισθήματα ενοχής. Εδώ λοιπόν είναι η κρίσιμη καμπή.
Τι έχει γίνει στη χώρα μας (και στη δημοκρατία μας) ώστε να διαπιστώνουμε τα τελευταία χρόνια μια όλο εντεινόμενη και διευρυνόμενη εχθρότητα ορισμένων κατά παντός (erga omnes); Τι έχει συμβεί και η όποια αίσθηση αδικίας ή δυσφορίας ή το όποιο πρόταγμα αντίδρασης έχει μετουσιωθεί σε μίσος; Τι έχει συμβεί και οι νέοι μας, δηλαδή τα παιδιά μας, «πρωτοπορούν» σε αυτόν τον ακήρυχτο πόλεμο νοώντας ως δικαίωμα αντίστασης τις βομβιστικές και άλλες ενέργειες χωρίς διάκριση και δίχως όρια; Πώς αποφάσισαν να γίνουν οι ίδιοι νομοθέτες, δικαστές ή εκτελεστές κινούμενοι έξω από τους θεσμούς;
Τις απαντήσεις μην τις ζητήσουμε σε ψυχολόγους και ανακριτές. Και σε αυτό το ερώτημα πρέπει να εξηγηθούν όσοι κρατούν τα ηνία της εξουσίας και της δημοκρατικής νομιμοποίησης στη χώρα μας όλα τα χρόνια της Μεταπολίτευσης (πολιτικοί, διανοούμενοι, διαμορφωτές κοινής γνώμης).
Αυτοί πρέπει να μιλήσουν πρώτοι. Γιατί όσο δεν μιλάνε αυτοί θα «μιλάνε» οι βόμβες.
- Ο κ. Ιωάννης Πανούσης είναι καθηγητής του Τμήματος Επικοινωνίας και Μ.Μ.Ε. του Πανεπιστημίου Αθηνών
- Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=365587&ct=114&dt=07/11/2010#ixzz14bEA6C60
Δεν πρόκειται να επιχειρήσω μία ακόμη εμβριθή κατάταξη σαν αυτές με τις οποίες μας βομβαρδίζουν οι «ειδικοί» που καλούνται στα παράθυρα της τηλεόρασης αντλώντας τρία λεπτά διασημότητας έπειτα από κάθε δήθεν αναπάντεχο και εκπληκτικό γεγονός. Μπορώ όμως να πω ότι οι εκδηλώσεις αυτές της βίας δεν είναι καθόλου αναπάντεχες, διότι η βία αυτή είναι παράγωγη και δευτερογενής.
Με τη διαπίστωση αυτή δεν θέλω ούτε να αθωώσω προκαταβολικά κάθε μορφή νεανικής βίας ούτε να περιοριστώ στην επανάληψη της γνωστής άποψης ότι η βία είναι κατ΄ εξοχήν συστημική, δηλαδή παράγεται από αυτούς που ελέγχουν, κατευθύνουν και εκμεταλλεύονται το πολιτικό και το κοινωνικό σύστημα. Οσα επιχειρήματα και να έχει η άποψη αυτή αποδυναμώνεται αν συρρικνωθεί στην τελετουργική και γενικόλογη επανάληψή της και δεν μπορέσει να στηριχθεί με συγκεκριμένα επιχειρήματα.
Η βία ωστόσο έρχεται από ψηλά. Είναι η βία των πολέμων στο Ιράκκαι στο Αφγανιστάν, πολέμων που δεν αποτελούν λάθη αλλά αναγκαιότητα του καπιταλιστικού μοντέλου. Είναι η βία της τρομοκρατίας που εν πολλοίς εκκολάφθηκε συστηματικά από αυτούς τους οποίους σήμερα χτυπά. Και πάνω από όλα είναι η βία της παγκόσμιας κρίσης που πήρε μια τόσο άγρια και εξευτελιστική μορφή για τον λαό μας.
Η κάθε μορφής εξουσία στερεί από τους νέους και τις νέες, που μάλλον δεν οργάνωσαν τους πολέμους και δεν ευθύνονται για την κρίση, τον ορίζοντα των ιδεών και των προσδοκιών μέσα από μια εκπαίδευση που το κράτος ακυρώνει όλο και περισσότερο και από μια φαλιρισμένη οικονομία η οποία τους καταδικάζει στην ανεργία και στη μιζέρια που απειλεί να γίνει λιμοκτονία. Τους τρέφει με τον οχετό των πραγματικών και των εικονικών σκανδάλων μέσα από τα μίντια. Και όταν ρωτούν το γιατί αυτής της κατάστασης, ακούνε από επίσημα χείλη ότι ζουν σε μια διεφθαρμένη χώρα, ότι τα δάνεια που όλες οι αιματηρές θυσίες δεν πρόκειται ποτέ να αποπληρώσουν «τα φάγαμε όλοι μαζί» και απειλούνται ότι, αν δεν σκύψουν το κεφάλι, θα υποστούμε τα χειρότερα. Με δυο λόγια, οι νέοι και οι λιγότερο νέοι διαπιστώνουν στο πετσί τους ότι η συμβολική και η πραγματική βία είναι η κυρίαρχη μορφή έκφρασης της κοινωνίας στην οποία ζουν ή μάλλον επιβιώνουν.
Αν όμως ο άνθρωπος είναι «ζώον μιμητικόν», η μίμηση είναι ο κυρίαρχος τρόπος με τον οποίο οι νέοι διαμορφώνονται και πράττουν. Μίμηση του παραδείγματος των γονέων, μίμηση ακόμη και της γονεϊκής επιθυμίας, που για τον Ρενέ Ζιράρ αποτελεί τη βάση του δράματος του οιδιπόδειου και όλης της ζωής μας. Μίμηση στην περίπτωσή μας της πολύμορφης βίας που κατακλύζει και εξευτελίζει τη ζωή μας. Αν όμως τα πράγματα είναι έτσι, το ερώτημα δεν είναι γιατί οι νέοι φτάνουν σήμερα να γίνουν βίαιοι. Είναι μάλλον πώς και είναι τόσο λίγοι οι νέοι αυτοί και αν υπάρχει ελπίδα να βρεθούν προτάσεις και κυρίως παραδείγματα που θα στρέψουν την ορμή τους αυτή σε δημιουργικότερους δρόμους.
- Η κυρία Πέπη Ρηγοπούλου είναι ιστορικός τέχνης, καθηγήτρια στο Τμήμα Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αθηνών
- Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=365586&ct=114&dt=07/11/2010#ixzz14bDlVNFM