Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τρομοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τρομοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010

Ποιοι είναι οι πραγματικοί αποδέκτες

ΓΙΝΝΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ | Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010
Ούτε λέξη ούτε δάκρυ...

Ο πύργος μας ήταν χάρτινος...


Μηνάς Παπάζογλου, Πύργος
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο δράστης βομβιστικών ενεργειών χαρακτηρίζεται από τον νόμο και την πολιτεία ως τρομοκράτης αλλά το πώς αυτοχαρακτηρίζεται ο ίδιος (και κυρίως γιατί).

Η αναβίωση των όρων «πολιτικός εγκληματίας» και «πολιτικός κρατούμενος» μας υποχρεώνει να προσεγγίσουμε διαφορετικά το ζήτημα. Πολιτική δίωξη είναι το κυνήγι των πολιτικών ιδεών και πολιτικός κρατούμενος είναι ο καταδικασμένος για τα πολιτικά του φρονήματα. Οι παραπάνω έννοιες (πολιτικό έγκλημα, πολιτική δίωξη) έχουν αντικειμενική ποινική βάση (ανεξάρτητα από την άποψη των «δραστών») και σχετίζονται με τη δημοκρατική συναίνεση. Κι όμως αυτά τα αυτονόητα φαίνεται να έχουν ανατραπεί μέσα στο ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα (και όχι από «εξωτερικούς εχθρούς»).

Η συνεχής ποινικοποίηση της νόμιμης πολιτικής διαφωνίας οδηγεί αναπόφευκτα στην παράνομη πολιτική δραστηριότητα.

Ελλείψει consensus, ο κάθε θεωρητικός ή και το κάθε κράτος διαμορφώνει τον δικό του ορισμό για το πολιτικό έγκλημα. Για πολλούς το πολιτικό έγκλημα «αναγνωρίζεται» από τις έκνομες σχέσεις του δράστη (π.χ., με μια τρομοκρατική οργάνωση). Για άλλους κρίσιμο στοιχείο είναι οι επιπτώσεις της δράσης στην κοινή γνώμη και τη διακυβέρνηση. Η σύγχυση των διαφόρων μορφών πολιτικής βίας (εξέγερση, επανάσταση, τρομοκρατία κτλ.) και η διάκριση «πολιτικά εγκλήματα (κατά του κράτους)/ πολιτική αστυνόμευση (του κράτους)» δεν φωτίζουν ιδιαίτερα το πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννιέται και αποκτά δυναμική το πολιτικό έγκλημα ως ένοπλη απάντηση σε ένα υφιστάμενο πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο.

Τα αντιπολιτευτικά/ εναντιούμενα πολιτικά εγκλήματα «στρέφονται κατά της κυβέρνησης ή της διαχείρισης της εξουσίας» (διαφθορά, αναρχία, στάση, κατασκοπεία κτλ.). Αλλα από αυτά είναι μη βίαια (αντιφρονούντες) και άλλα είναι βίαια (τρομοκράτες).

Η έννοια και το περιεχόμενο του πολιτικού εγκλήματος συζητούνται συνήθως σε περιόδους πολιτικών κρίσεων καθώς σε τέτοιες περιόδους αναδιατάσσονται οι σχέσεις δικαίου και πολιτικής. Αντιθέτως, η θεωρία για τον πολιτικό εγκληματία αναδεικνύεται μόνο σε περιόδους πολιτικής ομαλότητας.

Σε κάθε περίπτωση το ποιοι ορίζονται πολιτικοί εγκληματίες για ποια εγκλήματα συναρτάται απόλυτα από το ποιοι ορίζουν και με ποια κριτήρια (διακριτική ευχέρεια πολιτικής εξουσίας).

Η κατάχρηση του πολιτικού εγκλήματος με την κάλυψη εγκλημάτων του κοινού ποινικού δικαίου είναι πάντοτε δυνατή αλλά αυτό που κυρίως ενδιαφέρει είναι το κίνητρο.

Ο πολιτικός εγκληματίας ή πολιτικός τρομοκράτης δεν αμφισβητεί καθόλου την «επαναστατική πίστη» του.

Το μήνυμα γίνεται «ιερός» αυτοσκοπός.

Η πεποίθηση, ως συνείδηση αλήθειας και δικαίου, συνήθως είναι ειλικρινής και απόλυτη, βιώνεται ως εσωτερικό καθήκον και αποτελεί το ηθικό- συνειδητό κίνητρο της πράξης.

Η γνησιότητα του πολιτικού εγκληματία (από υποκειμενική σκοπιά) αναδεικνύεται (ίσως και να αποδεικνύεται) από την εχθρότητα προς το πολίτευμα σε βαθμό που να μην αφήνει περιθώρια για αισθήματα ενοχής. Εδώ λοιπόν είναι η κρίσιμη καμπή.

Τι έχει γίνει στη χώρα μας (και στη δημοκρατία μας) ώστε να διαπιστώνουμε τα τελευταία χρόνια μια όλο εντεινόμενη και διευρυνόμενη εχθρότητα ορισμένων κατά παντός (erga omnes); Τι έχει συμβεί και η όποια αίσθηση αδικίας ή δυσφορίας ή το όποιο πρόταγμα αντίδρασης έχει μετουσιωθεί σε μίσος; Τι έχει συμβεί και οι νέοι μας, δηλαδή τα παιδιά μας, «πρωτοπορούν» σε αυτόν τον ακήρυχτο πόλεμο νοώντας ως δικαίωμα αντίστασης τις βομβιστικές και άλλες ενέργειες χωρίς διάκριση και δίχως όρια; Πώς αποφάσισαν να γίνουν οι ίδιοι νομοθέτες, δικαστές ή εκτελεστές κινούμενοι έξω από τους θεσμούς;

Τις απαντήσεις μην τις ζητήσουμε σε ψυχολόγους και ανακριτές. Και σε αυτό το ερώτημα πρέπει να εξηγηθούν όσοι κρατούν τα ηνία της εξουσίας και της δημοκρατικής νομιμοποίησης στη χώρα μας όλα τα χρόνια της Μεταπολίτευσης (πολιτικοί, διανοούμενοι, διαμορφωτές κοινής γνώμης).

Αυτοί πρέπει να μιλήσουν πρώτοι. Γιατί όσο δεν μιλάνε αυτοί θα «μιλάνε» οι βόμβες.

Η βία έρχεται από ψηλά

Γιατί ένας άνθρωπος των δεκαοκτώ, των είκοσι χρόνων καταλήγει σε πράξεις βίας που αβασάνιστα κατατάσσουμε κάτω από την ομπρέλα του όρου «τρομοκρατία»; Η πρώτη απάντηση που έχω πειρασμό να δώσω είναι ακριβώς γιατί είναι νέος. Κάθε έφηβος είναι δυνάμει τρομοκράτης. Η εφηβική και η μετεφηβική ηλικία είναι η ώρα του έρωτα και του θανάτου. Η εποχή του ιδανικού και της αλόγιστης θετικής προσφοράς που εύκολα μπορεί να γυρίσει σε αλόγιστη ροπή προς την άρνηση και την καταστροφή. Ας θυμηθούμε την Ερόικα του Κοσμά Πολίτη, τον Επαναστάτη χωρίς αιτία του Νίκολας Ρέι. Τι είναι ο Αντρέας, ο Λοΐζος, ο Αλέκος ή το ανήλικο παιδί που το σκοτώνει μια σφαίρα; Τι είναι οι ήρωες που ενσάρκωσαν στο έργο του Ρέι ο Τζέιμς Ντιν και ο Σολ Μίνεο; «Τρομοκράτες»; «Τεντιμπόηδες»; Τι είναι οι σημερινοί βίαιοι νέοι;

Δεν πρόκειται να επιχειρήσω μία ακόμη εμβριθή κατάταξη σαν αυτές με τις οποίες μας βομβαρδίζουν οι «ειδικοί» που καλούνται στα παράθυρα της τηλεόρασης αντλώντας τρία λεπτά διασημότητας έπειτα από κάθε δήθεν αναπάντεχο και εκπληκτικό γεγονός. Μπορώ όμως να πω ότι οι εκδηλώσεις αυτές της βίας δεν είναι καθόλου αναπάντεχες, διότι η βία αυτή είναι παράγωγη και δευτερογενής.

Με τη διαπίστωση αυτή δεν θέλω ούτε να αθωώσω προκαταβολικά κάθε μορφή νεανικής βίας ούτε να περιοριστώ στην επανάληψη της γνωστής άποψης ότι η βία είναι κατ΄ εξοχήν συστημική, δηλαδή παράγεται από αυτούς που ελέγχουν, κατευθύνουν και εκμεταλλεύονται το πολιτικό και το κοινωνικό σύστημα. Οσα επιχειρήματα και να έχει η άποψη αυτή αποδυναμώνεται αν συρρικνωθεί στην τελετουργική και γενικόλογη επανάληψή της και δεν μπορέσει να στηριχθεί με συγκεκριμένα επιχειρήματα.

Η βία ωστόσο έρχεται από ψηλά. Είναι η βία των πολέμων στο Ιράκκαι στο Αφγανιστάν, πολέμων που δεν αποτελούν λάθη αλλά αναγκαιότητα του καπιταλιστικού μοντέλου. Είναι η βία της τρομοκρατίας που εν πολλοίς εκκολάφθηκε συστηματικά από αυτούς τους οποίους σήμερα χτυπά. Και πάνω από όλα είναι η βία της παγκόσμιας κρίσης που πήρε μια τόσο άγρια και εξευτελιστική μορφή για τον λαό μας.

Η κάθε μορφής εξουσία στερεί από τους νέους και τις νέες, που μάλλον δεν οργάνωσαν τους πολέμους και δεν ευθύνονται για την κρίση, τον ορίζοντα των ιδεών και των προσδοκιών μέσα από μια εκπαίδευση που το κράτος ακυρώνει όλο και περισσότερο και από μια φαλιρισμένη οικονομία η οποία τους καταδικάζει στην ανεργία και στη μιζέρια που απειλεί να γίνει λιμοκτονία. Τους τρέφει με τον οχετό των πραγματικών και των εικονικών σκανδάλων μέσα από τα μίντια. Και όταν ρωτούν το γιατί αυτής της κατάστασης, ακούνε από επίσημα χείλη ότι ζουν σε μια διεφθαρμένη χώρα, ότι τα δάνεια που όλες οι αιματηρές θυσίες δεν πρόκειται ποτέ να αποπληρώσουν «τα φάγαμε όλοι μαζί» και απειλούνται ότι, αν δεν σκύψουν το κεφάλι, θα υποστούμε τα χειρότερα. Με δυο λόγια, οι νέοι και οι λιγότερο νέοι διαπιστώνουν στο πετσί τους ότι η συμβολική και η πραγματική βία είναι η κυρίαρχη μορφή έκφρασης της κοινωνίας στην οποία ζουν ή μάλλον επιβιώνουν.

Αν όμως ο άνθρωπος είναι «ζώον μιμητικόν», η μίμηση είναι ο κυρίαρχος τρόπος με τον οποίο οι νέοι διαμορφώνονται και πράττουν. Μίμηση του παραδείγματος των γονέων, μίμηση ακόμη και της γονεϊκής επιθυμίας, που για τον Ρενέ Ζιράρ αποτελεί τη βάση του δράματος του οιδιπόδειου και όλης της ζωής μας. Μίμηση στην περίπτωσή μας της πολύμορφης βίας που κατακλύζει και εξευτελίζει τη ζωή μας. Αν όμως τα πράγματα είναι έτσι, το ερώτημα δεν είναι γιατί οι νέοι φτάνουν σήμερα να γίνουν βίαιοι. Είναι μάλλον πώς και είναι τόσο λίγοι οι νέοι αυτοί και αν υπάρχει ελπίδα να βρεθούν προτάσεις και κυρίως παραδείγματα που θα στρέψουν την ορμή τους αυτή σε δημιουργικότερους δρόμους.

Θύματα της κυρίαρχης ιδεολογίας

Αν δεν γίνεις τρομοκράτης στα 20 χρόνια σου, δεν θα γίνεις ποτέ. Γιατί τον δρόμο του ένοπλου αγώνα θα τον ακολουθήσεις είτε γιατί σε πνίγει η απελπισία είτε επειδή ξεχειλίζει μέσα σου μίσος που γεννά βία. Μικρότερο, σε περιορίζει η οικογένεια, μεγαλύτερος θα μετουσιώσεις την απελπισία σε πικρό ρεαλισμό ή θα διοχετεύσεις την ακραία επιθετικότητά σου στο πολύ πιο προσοδοφόρο έγκλημα. Μόνο σε αυτή τη χωρίς κοινωνική πείρα ηλικία, όπου αρχίζεις και γεύεσαι την προσωπική ανεξαρτησία, η απελπισία ή η ακραία επιθετικότητα οδηγούν στην πολιτική τρομοκρατία. Αλλά η απελπισία ή το περίσσευμα μίσους και βίας δεν γίνονται αντιληπτά από τους ίδιους τους νεαρούς ως αίτια για τη συμπεριφορά τους, θα θεωρούσαν υβριστική τέτοια εξήγηση. Ούτε καν οι εξηγήσεις ότι πιθανόν τους κινεί η ανάγκη για δημοσιότητα, για επίδειξη ηρωισμού ή ο ιδεαλισμός του «να αλλάξουμε το συντομότερο δυνατόν αυτόν τον ανυπόφορο κόσμο» θα γίνονταν δεκτές από τους ίδιους. Κατά τη δική τους άποψη, αποτελούν την πρωτοπορία για την επαναστατική αλλαγή. Υποθέτουν ότι μεγάλο μέρος του λαού δεν αντέχει το υπάρχον καθεστώς αλλά διστάζει να ξεσηκωθεί- αυτοί δίνουν το παράδειγμα, δείχνουν πόσο απλό είναι να ασκήσεις βία ενάντια στους καταπιεστές και περιμένουν να ανθίσουν τα λουλούδια που φυτεύουν με τις βόμβες ή τις δολοφονίες. Ας θυμηθούμε ότι κατά τη δεκαετία του 1980 η 17Ν (εικοσάρηδες ήσαν τότε τα μέλη της) διεκδικούσε υπέρ αυτής τις εκατοντάδες χιλιάδες λευκά/άκυρα των εκλογών. Είχαν ψηφίσει έτσι, κατά την άποψή της, όσοι μισούσαν το σύστημα. Κάποια στιγμή αυτές οι μυριάδες σιωπηλοί αντικαθεστωτικοί θα έπαιρναν τα όπλα και η επανάσταση θα νικούσε.

Μπορεί να ήσαν μερικές εκατοντάδες άτομα εκείνη την εποχή που μεσουρανούσε η τρομοκρατική πρακτική τα μέλη των ένοπλων οργανώσεων. Σήμερα δεν πρέπει να ξεπερνούν τις μερικές δεκάδες οι νεαροί που ακολουθούν το μονοπάτι της βίας - στατιστικά, οι τρομοκράτες ήσαν και είναι ανύπαρκτοι ως αριθμητικό μέγεθος, ακόμη και αν συμπεριλάβουμε τους κουκουλοφόρους που στις διαδηλώσεις ασκούν «μαζική», δημόσια, και όχι συνωμοτική βία. Δεν πρέπει να έχουμε καμία αμφιβολία όμως ότι δεν έχουν άδικο όταν θεωρούν τον εαυτό τους πρωτοπορία: εκπροσωπούν σημαντικότατη μερίδα του πληθυσμού, από την άκρα Δεξιά ως την άκρα Αριστερά, που εγκρίνει και επικροτεί τη δράση τους, ακόμη και αν δεν ψηφίζουν λευκό στις εκλογές. Δηλαδή, η πικρή αλήθεια είναι ότι οι εικοσάρηδες τρομοκράτες έχουν μεγαλώσει σε περιβάλλον που ευνοεί τη βία. Η μορφή του πολεμικού ήρωα κυριαρχεί στην ελληνική κουλτούρα, τη λαϊκή και την επίσημη. Ο κλέφτης και ο αντάρτης (του Πόντου ή του ΕΛΑΣ) είναι τιμημένες μορφές από τις πολιτικές ιδεολογίες. Η χώρα παρουσιάζεται ως μικρή και αδύναμη που αντιστέκεται σε ισχυρούς εχθρούς και παλεύει για το δίκιο- αυτό δεν κάνουν και οι τρομοκράτες; Δεν έστειλαν παγιδευμένα δέματα στους ισχυρούς της Γης που μας εκμεταλλεύονται και μας επέβαλαν το μνημόνιο;

Στη χώρα μας υπάρχει μεγάλη ανοχή απέναντι στην πολιτική βία: το να κλείνει κανείς το κέντρο της Αθήνας βασανίζοντας εκατοντάδες χιλιάδες είναι «ειρηνική εκδήλωση». Το να καίγονται μαγαζιά και τράπεζες είναι «δίκαιη διαμαρτυρία», το να καταλαμβάνονται σχολές και λύκεια και να καταστρέφονται είναι «αγώνας για την Παιδεία». Οταν τα όρια της ανεκτής πολιτικής βίας ξεχειλώνουν τόσο πολύ είναι λογικό να εμφανιστεί και ακραία μορφή του ένοπλου αγώνα, ασήμαντο κυματάκι στην πραγματικότητα μέσα στον ωκεανό της πολιτικής βίας στον οποίο είναι εγκλωβισμένη ιστορικά και πολιτιστικά η ελληνική κοινωνία, η μόνη κοινωνία στην Ευρώπη όπου έγινε εμφύλιος πόλεμος και δικτατορία. Οι δεξιοί διανοούμενοι που σε κάθε ευκαιρία υποστηρίζουν ότι τα φαινόμενα πολιτικής βίας είναι δημιούργημα της «μεταπολιτευτικής ιδεολογίας» αποσιωπούν την τρομακτική πολιτική βία που ασκούσαν οι νικητές στην περίοδο ως την πτώση της δικτατορίας.

Και έτσι μπορούμε να καταλάβουμε γιατί αυτές οι λίγες δεκάδες ή εκατοντάδες νεαροί υπάρχουν στην Ελλάδα ενώ δεν υπάρχουν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου η τρομοκρατία είναι πια είδος εισαγόμενο από τις ακραίες ισλαμιστικές οργανώσεις: εκεί η ανεκτή βία είναι πολύ πιο περιορισμένη, θεωρούνται ακραία φαινόμενα οι καταλήψεις και οι βανδαλισμοί, που σε μας είναι συνηθισμένα. Η τρομοκρατία είναι η «ουρά» της στατιστικής κατανομής της βίας, ουρά που στην Ελλάδα φεύγει πολύ πιο πέρα από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, άλλοτε αριστερά και άλλωστε δεξιά.

Ο Μαραθώνιος της Αθήνας ήταν εφέτος λαμπρός γιατί συνδυάστηκε με τα 2.500 χρόνια από τη Μάχη του Μαραθώνα. Οι αθηναίοι οδηγοί έγιναν ανεκτικοί και χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο Καλλιμάρμαρο όχι επειδή ξαφνικά αγάπησαν τους δρομείς μακρινών αποστάσεων αλλά γιατί αντιμετώπισαν τον μαραθώνιο σαν την παρέλαση της 25ης Μαρτίου. Οργανώθηκαν συνέδρια, παραστάσεις, ανέβηκαν όπερες, εκδόθηκαν γραμματόσημα για τα 2.500 χρόνιαως και αναμνηστικό κέρμα των δύο ευρώ χύτευσε η Τράπεζα της Ελλάδας προς τιμήν της διαχρονικής «πολεμικής αρετής των Ελλήνων». Θα περίμενε κανείς μεγαλύτερη σοβαρότητα από τον κεντρικό τραπεζίτη της χώρας κ. Προβόπουλο. Γιατί άραγε οι Ιταλοί δεν γιόρτασαν το 2008 τα 2.200 χρόνια από τη μάχη της Ζάμα και τη συντριβή της Καρχηδόνας; Απλώς, γιατί θεωρούν γελοία αυτά που εμείς θεωρούμε σοβαρά.

Είμαστε χώρα που τιμά τον πόλεμο, τον πολεμικό ηρωισμό, τους αγώνες- εθνικούς, κοινωνικούς, ταξικούς. Οι νεαροί τρομοκράτες κάνουν πράξη την ηλίθια εθνική ρητορική που διδάχθηκαν στο σχολείο, που διαδίδουν τα μέντια, που καλλιεργείται στα καφενεία και στα γήπεδα. Για τούτο και μου σφίχτηκε η καρδιά όταν είδα τα παιδικά πρόσωπα των βομβιστών στις εφημερίδες. Είτε απελπισμένοι είτε βίαιοι, είναι θύματα της κυρίαρχης ιδεολογίας

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=114&artId=365585&dt=07/11/2010#ixzz14bDFhjTm

Τι οδηγεί τους 20άρηδες να γίνουν τρομοκράτες;

Πρόσωπα νεαρά αλλά σφιγμένα, βλοσυρά, ίσως απελπισμένα. Οι φωτογραφίες των συλληφθέντων και των καταζητουμένων για συμμετοχή στους «Πυρήνες της Φωτιάς» δημιουργούν απορίες και ζητούν απαντήσεις. Πώς οι νέοι διαλέγουν το μονοπάτι της ατομικής και τυφλής βίας; Αραγε, οι «εικοσάρηδες της τρομοκρατίας» ανακυκλώνουν τα στερεότυπα μιας κουλτούρας της πολεμικής αρετής τόσο οικείας από παλιά στον τόπο μας, «απενοχοποιούν» μια ποινικοποίηση της πολιτικής διαφωνίας, στην πιο ακραία μορφή της, ή δίνουν τη δυναμική απάντησή τους στην κάθε μορφής εξουσία που στερεί, σε περίοδο γενικευμένης θεσμικής, οικονομικής και ιδεολογικής κρίσης, από τον κάθε εικοσάχρονο ορίζοντες, προσδοκίες, ιδέες και όνειρα; Είτε όλοι αυτοί οι λόγοι συντρέχουν είτε αλληλοσυμπληρώνονται είτε κινούνται σε παράλληλες, αν και ασύμβατες μεταξύ τους, τροχιές, φαίνεται να είναι ικανοί να οπλίσουν το χέρι ενός εικοσάχρονου, ουσιαστικά ακρωτηριάζοντας στο άνθος της την αυθεντικότερη ορμή του για δημιουργία και προσφορά.

Διαβάστε Επίσης

Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

Κρίση: Δημοκρατία ή τρομοκρατία

  • Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης δυναμώνει η ανάγκη να λαμβάνονται δύσκολες και γρήγορες αποφάσεις.
Η πολιτική μπορεί να ανταποκριθεί με δύο τρόπους σε αυτή την πίεση επιτάχυνσης: Είτε με αύξηση της δημοκρατίας, της λαϊκής συμμετοχής και της εμπιστοσύνης στους δημοκρατικούς θεσμούς, είτε με αυταρχικές πρακτικές. Οι τελευταίες έχουν ως αφετηρία τους την επίκληση της «εξωτερικής πίεσης» της κρίσης και της «απαίτησης» να μιλήσουν «οι ειδικοί» και όχι ο λαός. Συνολικά, εντείνεται η τάση οι αποφάσεις να λαμβάνονται από έναν όλο και πιο μικρό κύκλο ανθρώπων. Τάση που έχω ονομάσει ως «εσωτερίκευση» του πολιτικού συστήματος.
Επί παραδείγματι, ακόμα και αν οι αποφάσεις ψηφίζονται τυπικά στη Βουλή, ουσιαστικά η τελευταία απλά πειθαρχεί σε αποφάσεις που έχουν ληφθεί ήδη στο υπουργικό συμβούλιο. Αλλά και το τελευταίο τείνει όλο και περισσότερο να περιορίζεται στην υιοθέτηση πολιτικών που έχουν διαμορφωθεί σε ένα μικρό κύκλο υπουργών και συνεργατών του πρωθυπουργού.
Αντίθετα με την υπάρχουσα πρακτική, κατά τη γνώμη μου, όταν το σύστημα βρίσκεται σε κρίση, αυξάνει η ανάγκη να δίνονται λύσεις στα προβλήματα που προκύπτουν, με ακόμη περισσότερη δημοκρατία. Στο βαθμό που δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, και συνακόλουθα παραβιάζονται προεκλογικές δεσμεύσεις, όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού τείνουν προς την απόσυρση από τη σφαίρα του νόμιμου δημόσιου βίου. Η απόσυρση αυτή μπορεί να είναι αποτέλεσμα κατάθλιψης, παραίτησης, εσωστρέφειας. Αλλά και της αίσθησης ότι δεν υπάρχουν θετικές λύσεις εντός των υπαρχόντων πλαισίων. Σε αυτή την τελευταία περίπτωση ένα τμήμα της κοινωνίας μπορεί να φλερτάρει με τη βία. Οταν η δημοκρατία όχι μόνο δεν αναπτύσσεται, αλλά σε ένα βαθμό υπονομεύεται, τότε φαντάζει η κήρυξη του άμεσου πολέμου στο σύστημα ως μια εναλλακτική διέξοδος.
Δίπλα στους ανθρώπους που είναι ψυχολογικά καταναγκαστικοί και πιστεύουν ότι έχουν δικαιώματα ζωής ή θανάτου επί τρίτων, αρχίζουν να υιοθετούν μεθόδους βίας εκείνοι οι απελπισμένοι πολίτες που δεν βλέπουν να υπάρχει τρόπος να αλλάξει κάτι στις υπάρχουσες συνθήκες, με τους υπάρχοντες κανόνες. Ακόμα δε και αν πιστεύουν στις δημοκρατικές διαδικασίες, διαπιστώνουν συχνά ότι δεν είναι δυνατή η αξιοποίησή τους, διότι οι κατέχοντες τις υπονομεύουν ή, έστω, τις περιορίζουν. Σε αυτή την περίπτωση νιώθοντας αδιέξοδο μπορούν εύκολα να πιστέψουν ότι η λύση βρίσκεται στη βίαια επιβολή άλλων επιλογών από τις κυρίαρχες. Να αναζητήσουν χώρους «αυτονομίας» και να θεωρήσουν ότι ακόμα και η τρομοκρατία αποτελεί μια πρέπουσα απάντηση στα αδιέξοδα που νιώθουν.
Η τρομοκρατία μπορεί να γεννηθεί από ακραίες ψυχοπνευματικές αντιλήψεις συγκεκριμένων προσωπικοτήτων. Αλλά, ταυτόχρονα, μπορεί να είναι προϊόν της αίσθησης ότι δεν υπάρχουν λύσεις στο υπάρχον θεσμικό σύστημα και δια μέσου αυτού. Σε μια τέτοια περίπτωση η έλλειψη ή ο περιορισμός της δημοκρατίας αποτελεί τροφοδότη ακραίων επιλογών. Γι' αυτό η ανάπτυξη της δημοκρατίας είναι άμεσα αναγκαία σε συνθήκες κρίσης, ως όπλο αποτροπής της μετατροπής της οικονομικής κρίσης σε κρίση των δημοκρατικών θεσμών. Σήμερα η χώρα ακριβώς λόγω των δυσκολιών που αντιμετωπίζει, χρειάζεται την ενίσχυση της δημοκρατίας. Αντίθετα, το τελευταίο που θα χρειαζόταν είναι ο περιορισμός της στο όνομα των απαιτήσεων της κρίσης, πράγμα που ήδη γίνεται και η αυταρχική αντιμετώπιση των συνακόλουθών της, παγίδα που μπορεί να επανεμφανιστεί.