Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ ΙΔΕΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ ΙΔΕΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009

Η αγορά απειλεί τη δημοκρατία


Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο του ιταλού πολιτειολόγου Τζοβάνι Σαρτόρι «La democrazia in trenta lezioni» (Mondadori, 2008).

Ποια είναι η σχέση ανάμεσα σε δημοκρατία και οικονομική ανάπτυξη; Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο θριάμβευσε η οικονομίστικη θεωρία που υποστηρίζει ότι για να μετασχηματιστούν τα αυταρχικά καθεστώτα σε δημοκρατίες χρειάζεται μια αύξηση της ευημερίας και ότι η ευημερία συνεπιφέρει αυτόματα τη δημοκρατία. Με δυο λόγια, η δημοκρατία εξαρτάται από τα χρήματα και γεννιέται μαζί με τα χρήματα. Είναι όμως έτσι; Θα έλεγα όχι.

Ας αρχίσουμε με τη σχέση ανάμεσα σε δημοκρατία και αγορά. Είναι ήδη διαπιστωμένο ότι μια δημοκρατία χωρίς σύστημα αγοράς δεν είναι πολύ ζωντανή. Αλλά δεν αληθεύει το αντίθετο. Μια οικονομία της αγοράς μπορεί να υπάρχει και να ανθείχωρίς δημοκρατία ή προηγούμενη της δημοκρατίας. Δείτε τις περιπτώσεις της Σιγκαπούρης, της Ταϊβάν, της Νότιας Κορέας, της Κίνας.

Αλλο ερώτημα: Η δημοκρατία παράγει ευημερία; Και ναι και όχι. Η Λατινική Αμερική φτώχυνε και από τη δημοκρατία, επειδή η δημοκρατία οδηγεί ή μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους να καταναλώνουν περισσότερα από όσα παράγουν ή κερδίζουν.

Ας δούμε τώρα τη νέα όψη του προβλήματος, τη σχέση ανάμεσα σε δημοκρατία και ανάπτυξη. Μέχρι τώρα υποστηρίχθηκε από τη μια μεριά ότι η ευημερία προάγει τη δημοκρατία και από την άλλη ότι το χρήμα τη διαφθείρει και την εξαγοράζει. Στο παρελθόν η σχέση ανάμεσα σε κράτος και αγορά παρέπεμπε σε ένα κράτος που με διάφορους τρόπους ρύθμιζε την αγορά και παρενέβαινε σε αυτήν. Πρόσφατα, όμως, με την παγκοσμιοποίηση, δημιουργήθηκε μια δυναμική, μια δίνη, που κανείς (ούτε και τα κράτη) δεν κατορθώνει να την ελέγχει ούτε και να την αναχαιτίζει, μια ανάπτυξη με κάθε τίμημα, το συντομότερο δυνατόν, με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα. Είναι καλό που είναι έτσι; Θα ήταν καλό αν ζούσαμε σε έναν πλανήτη με μικρό πληθυσμό και, ας πούμε, δέκα φορές μεγαλύτερο από τον δικό μας, με πρακτικά άθικτους πόρους. Το κακό είναι ότι ο δικός μας είναι μικρός με απελπιστικά μεγάλο πληθυσμό και η ανάπτυξη δεν μπορεί να είναι απεριόριστη.

Εδώ και μερικές δεκαετίες ο πλανήτης έχει μπει στη δίνη μιας «μη βιώσιμης ανάπτυξης», που είναι τέτοια επειδή καταναλώνει περισσότερους πόρους από όσους παράγει και σπαταλάει πόρους που κοντεύουν να εξαντληθούν. Αλλά αυτή τη μη βιώσιμη ανάπτυξη οι περισσότεροι οικονομολόγοι δεν θέλουν καν να την αντιληφθούν. Το δικό τους μάντρα είναι ότι για όλα τα προβλήματα της απεριόριστης ανάπτυξης θα φροντίσει η αγορά, όταν θα 'ρθει ο καιρός να φροντίσει. Αλλά όχι, δεν είναι καθόλου έτσι. Αυτό το πρόβλημα της μη βιώσιμης ανάπτυξης δεν αντιμετωπίζεται, και πολύ περισσότερο δεν λύνεται από τους μηχανισμούς της αγοράς. Εξάλλου, αγορά και οικονομικό σύστημα δεν συμπίπτουν. Η αγορά δεν λογαριάζει πάρα πολλά πράγματα, για παράδειγμα τα «συλλογικά αγαθά», εκείνα τα αγαθά που κανείς δεν πληρώνει και που πληρώνονται κατά κανόνα από τους φόρους. Τα κλασικά παραδείγματα είναι η αστυνομία, η ασφάλεια, οι δρόμοι. Αν ζητήσω την επέμβαση της αστυνομίας, δεν δέχομαι έπειτα κάποιο λογαριασμό για να πληρώσω. Ούτε πληρώνω για το φωτισμό των δρόμων.

Υπάρχουν όμως και πιο πολύπλοκες περιπτώσεις. Ας πάρουμε για παράδειγμα τα δέντρα, ένα δάσος. Είναι συλλογικά αγαθά; Στο μέτρο που μας προσφέρουν την υπηρεσία να καθαρίζουν τον αέρα, να δίνουν ξύλο και να προστατεύουν τη γονιμότητα του εδάφους, θα έλεγα ναι. Αλλά όχι για την αγορά. Οποιος κόβει δέντρα λογαριάζει μόνο το κόστος της κοπής τους. Το κόστος της καταστροφής ενός δάσους δεν λογαριάζεται.

Το ίδιο ισχύει και για το νερό. Η υπερβολική κατανάλωσή του παράγει μια συλλογική ζημιά που δεν πληρώνεται ούτε και υπολογίζεται. Υπάρχουν έπειτα οι λεγόμενες «εξωτερικότητες», τα εξωτερικά αποτελέσματα. Οποιος μολύνει το νερό ή τον αέρα με «αέρια θερμοκηπίου» παράγει ζημιές που δεν πληρώνει και που η αγορά δεν καταγράφει. Ωστόσο πρόκειται για κολοσσιαίες ζημιές με εξίσου κολοσσιαία κόστη αποκατάστασης και επανόρθωσης (που σίγουρα θα καταστούν αναγκαίες).

Η ουσία του ζητήματος είναι ότι οι οικονομολόγοι έχουν εγκλειστεί στον περιφραγμένο χώρο της αγοράς και δεν αντιλαμβάνονται ότι η ανάπτυξη και η οικονομική ευημερία αυξάνονται ήδη με ελλείμματα, που πληρώνονται σε όλο και αυξανόμενες αναλογίες από μιαν οικολογική καταστροφή σε πλανητική κλίμακα. Ενα επιπλέον όριο της αγοράς είναι το ότι είναι αργή και μυωπική. Οταν λένε ότι markets do not clear, εννοούν ότι οι αγορές δεν επιλύουν έγκαιρα τα προβλήματα, ότι αντιμετωπίζουν τα νέα προβλήματα όταν είναι πολύ αργά. (...)

Το ζήτημα είναι ότι η αγορά έρχεται αργά και άσχημα για να αντιμετωπίσει τις δραματικές αλλαγές που συντελούνται, ενώ από την άλλη μεριά τις επιταχύνει και τις επιδεινώνει, πυροδοτώντας όλο και περισσότερο μια «τυφλή ανάπτυξη». Το παράδοξο είναι ότι το οικονομικό σύστημα της αγοράς για διακόσια περίπου χρόνια προήγαγε τη φιλελεύθερη δημοκρατία, ενώ τώρα την απειλεί με μιαν ανεξέλεγκτη επιτάχυνση, η έκρηξη της οποίας μπορεί να συμπαρασύρει και τη δημοκρατία που είχε αναθρέψει. Ενας κλιματικός και περιβαλλοντικός κατακλυσμός μπρορεί να εξαφανίσει, μαζί με όλα τα υπόλοιπα, και την ελεύθερη πολιτεία. Επειδή η μη βιώσιμη ανάπτυξη είναι και μια απαράδεκτη ανάπτυξη, που επιβάλλει μιαν επιστροφή σε εκείνο το παρελθόν λιμών και φτώχειας το οποίο είχαμε ξεπεράσει.

Από τον ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 - 04/01/2009

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2008

Ποιο νόημα έχει σήμερα η γιορτή των Χριστουγέννων;


Ποιο νόημα έχει σήμερα στην αναπτυγμένη Δύση η γιορτή των Χριστουγέννων; Στο ερώτημα αυτό δίνει τη δική του απάντηση ο ιταλός φιλόσοφος Ουμπέρτο Γκαλιμπέρτι στο κείμενο που ακολουθεί.

Τα Χριστούγεννα είναι ακόμα μια χριστιανική γιορτή; Παρατηρώντας τις χριστουγεννιάτικες πρακτικές των αγορών και της κατανάλωσης φαίνεται ότι στην κουλτούρα μας τα Χριστούγεννα είναι ήδη άθεα ή αν προτιμάτε αγνωστικιστικά και σίγουρα βαθιά κοσμικά. Χριστιανικό παρέμεινε μόνο το τελετουργικό που επαναλαμβάνεται, η γιορτή, η οποία, όσο καμιά άλλη, είναι αληθινά «επιβεβλημένη».

Επιβεβλημένη από ποιον; Από την οικονομία μας, φυσικά, η οποία, όσο και αν βρίσκεται σε κρίση, παραμένει μια οικονομία της αφθονίας, με φανερή σε όλους την κατανάλωση και τη σπατάλη.

Πώς μπορούμε λοιπόν να συμφιλιώσουμε τη χριστιανική κουλτούρα, που συνηθίσαμε να αναγνωρίζουμε ως μορφή της Δύσης, με το επίπεδο πλούτου και αφθονίας το οποίο πέτυχαν οι δυτικές κοινωνίες; Από το σπήλαιο όπου γεννήθηκε ο Ιησούς το νόημα των Χριστουγέννων μεταφέρθηκε πράγματι στη λάμψη των καταστημάτων, στην υπεραφθονία των σουπερμάρκετ, στις εξορμήσεις που υπόσχονται τα ταξιδιωτικά πρακτορεία, με αποτέλεσμα το ερώτημα να μην είναι «τι νόημα έχει η γιορτή των Χριστουγέννων για έναν λαϊκό», αλλά «τι νόημα αυτή μπορεί ακόμα να έχει για έναν χριστιανό», ο οποίος ζει στη «χριστιανική» Δύση, σε έναν ριζικά εκκοσμικευμένο πολιτισμό της αφθονίας;

Δεν αρκεί η ύπαρξη λίγου εθελοντισμού, που είναι πάντοτε ωφέλιμος αλλά εντελώς ανεπαρκής, για να μειωθούν τα εμπόδια που γεννιούνται από τη σιδερένια λογική της αγοράς, η οποία δεν προβλέπει το δώρο αλλά τη σκληρή διαπραγμάτευση. Οπως δεν αρκεί το να προσφέρουμε «δώρα» τα Χριστούγεννα, για να συγκαλυφθεί ο οικονομικός νόμος του κέρδους που κυβερνά τη Δύση. Οχι, δεν αρκεί.

Επομένως, ας μην το κρύβουμε: η Δύση ίσως δεν είναι πλέον χριστιανική και η πλήρης εκκοσμίκευση των Χριστουγέννων, της κατ' εξοχήν χριστιανικής γιορτής, είναι μόνο μια επιβεβαίωση του ότι ο χριστιανισμός στην αληθινή ουσία του, που είναι η αγάπη για τον πλησίον, όσο κοντινός ή μακρινός και αν είναι, δεν έχει πλέον θέση στη Δύση, ούτε εκκλησία, ούτε τόπο στον οποίο θα μπορούσε να εκφραστεί. Αυτό δεν αποδεικνύει η φτώχεια του κόσμου που δεν βρίσκει έκφραση στις συνειδήσεις της Δύσης και που είναι μια είδηση χαμένη ανάμεσα σε τόσες άλλες οι οποίες, μέσα στη γενική αδιαφορία, φτάνουν από τόπους που η Δύση θεωρεί ξένους;

Ο χρόνος της ελπίδας, που ο χριστιανισμός εγκαινίασε, έγινε τόσο μακρινός ώστε να φαίνεται ξένος στο βλέμμα μας, επειδή ήδη έχουμε αποδεχθεί την τυχαιότητα της ύπαρξής μας. Κι ωστόσο, στο σπήλαιο της Βηθλεέμ, για τους χριστιανούς, το θεϊκό έγινε γήινο και η Γη έγινε η κατοικία του Θεού. Τότε ο χρόνος διαιρέθηκε στα δύο: προ Χριστού και μετά Χριστόν. Η φύση και ο κύκλος της παραχώρησαν τη θέση τους στο μέλλον και στην επαγγελία του.

Ο χρόνος, που έγινε πλήρης νοήματος, έπαψε να είναι καθαρό και αδιάφορο «γίγνεσθαι» και έγινε «ιστορία». Με αυτόν τον τρόπο ο χριστιανισμός διαχωρίστηκε από τις αρχέγονες μυθολογίες, οι οποίες ερμήνευαν τον χρόνο ξεκινώντας από το «παρελθόν», από μια χρυσή εποχή ή έναν απολεσθέντα παράδεισο, στον οποίο βρίσκει καταφύγιο η νοσταλγία, επειδή ο χριστιανισμός προβάλλει τη σωτηρία σε εκείνο το εφικτό «μέλλον» με το οποίο συνδέονται τόσο η ουτοπία όσο και η επανάσταση. Οπότε η νέα μορφή του χρόνου, που εγκαινιάζει ο χριστιανισμός, διασταυρώνεται με τον αθεϊσμό της ελπίδας. Οσο μακρινές και αν φαίνονται η ουτοπία, η πρόοδος και η επανάσταση είναι χριστιανικά γεγονότα, ανήκουν στον χρόνο «μετά Χριστόν», βαθαίνουν τον λόγο της ελπίδας, εξερευνούν δυνατότητες σωτηρίας, πιστεύουν ότι η ιστορία έχει νόημα, βλέπουν με δυσπιστία τον νιτσεϊκό «χρόνο χωρίς σκοπό».

Η Δύση σαγηνεύθηκε από αυτό το νέο μοντέλο χρονικότητας και στη χριστιανική, ουτοπική ή επαναστατική εκδοχή της, εξύμνησε στα Χριστούγεννα όχι τον ρυθμό της «επιστροφής» αλλά την ατμόσφαιρα της «αναγέννησης», τον ενθουσιασμό αυτού που ακόμα είναι σε θέση να υπόσχεται το μέλλον: την επαγγελία του χρόνου. Κυκλοφορεί ακόμα αυτή η επαγγελία που είναι εντελώς χριστιανική; Κατά τη γνώμη μου, όχι. Από τότε που το χρήμα έγινε στη Δύση ο μοναδικός συμβολικός γεννήτορας όλων των αξιών και η τεχνική έγινε το μέσο για την επιδίωξή τους, το μέλλον δεν εμφανίζεται ως ελπίδα. Τα γνωρίσματά του μοιάζουν να είναι μάλλον εκείνα της αβεβαιότητας και του ανεξιχνίαστου.

Τότε λοιπόν τι απέγινε ο χριστιανισμός, ο οποίος εισέβαλε στον χρόνο αναγγέλλοντας το μέλλον ως ελπίδα; Στη Δύση έχουν χαθεί τα ίχνη του. Δεν γνωρίζω αν αυτό είναι καλό ή είναι κακό. Απλώς έτσι είναι. Αν όμως αναγνωρίζουμε ότι ο πολιτισμός μας ρυθμίζεται μόνον από τον σκληρό νόμο της αγοράς και είναι διατεθειμένος να φιλοξενεί μόνο κάποια παρέκκλιση με τη μορφή ελεημοσύνης, φιλανθρωπίας ή εθελοντικής δράσης (που χρησιμεύουν περισσότερο για να αμβλύνουν το αίσθημα ενοχής που συνδέεται με τα προνόμιά μας, παρά για να μετασχηματίζουν τις πιο καταστροφικές συνθήκες του κόσμου), τότε ας αποφεύγουμε τουλάχιστον αυτή την ψευδή συνείδηση που μας οδηγεί να ταυτίζουμε τη Δύση με τον χριστιανισμό. Ποτέ άλλοτε οι δύο πολιτισμοί δεν χωρίζονται από τόσο αβυσσαλέα απόσταση όσο σήμερα. Και ο τρόπος με τον οποίο γιορτάζουμε κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα σηματοδοτεί καθαρά αυτή την αντίφαση.

Από τον ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 - 21/12/2008