Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεωργουσόπουλος Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεωργουσόπουλος Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

«Η τοξίνη τού Από»


  • ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 20 Αυγούστου 2011
  •  Γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος
Στα ομηρικά έπη πολύ συχνά, λόγω της βαθιάς και ποικίλης διαστρωμάτωσης του γλωσσικού υλικού, διαφαίνεται μια ενδιαφέρουσα καταγωγή ενός από τα μέσα του κλασικού λόγου.
Πολλές από τις γνωστές έως σήμερα στη διαχρονία μας προθέσεις προϋπήρχαν ως επιρρήματα. Η πρόθεση «από» π.χ. που στην αλεξανδρινή περίοδο γράφηκε και «άπω», πιθανόν από το «άπωθεν» = από μακριά. Σημειώστε, «Απω Ανατολή» σημαίνει συνήθως απομάκρυνση αλλά και άρνηση και απόρριψη, π.χ. απόδραση, απορρύθμιση.
Ετσι, εξετάζοντας μερικές από τις πλέον εκκωφαντικές νεοπλασθείσες έννοιες, σημειώνω ότι για χρόνια βρισκόμαστε στον αστερισμό της Απομυθοποίησης. Προίκα του ορθολογισμού και του Διαφωτισμού η τάση να απογυμνωθούν η ιστορία, τα ήθη και οι ιδέες από όλες τις μορφές που κατά καιρούς εκδόθηκαν για να αρέσουν, να διδάξουν, να φοβίσουν, να αποτρέψουν κυρίως το συλλογικό υποσυνείδητο των μαζών. Ναι, υπήρξαν στην ιστορία των κοινωνιών πολλοί μύθοι, μπαμπούλες και μορμολύκεια, αλλά συνάμα ήταν αυτά που είχαν στηρίξει και την ποίηση και τη γοητεία των μορφών. Οι μεγάλοι μύθοι της αρχαιότητας π.χ. προίκισαν την ιστορία των ιδεών και των αξιών με το τραγικό υλικό, αλλά από την ορθολογική ανάγνωση του Οιδίποδα από τον Φρόιντ έως τις ημέρες μας, το πράγμα έφτασε σε έναν πολιτιστικό μαζοχισμό.

Κυριακή 9 Μαΐου 2010

Ολική επαναφορά


  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου, ΤΑ ΝΕΑ,08/05/2010


ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΜΙΑ ΓΕΝΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΩΝ
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΤΑΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΥΔΙΑΝΑ ΔΙΚΡΑΝΑ
ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΕΠΙΟΡΚΩΝ
ΤΑΓΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΠΟΛΑΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΤΩΝ
ΜΕ ΑΧΥΡΕΝΙΑ ΔΟΡΑΤΑ ΚΑΙ ΚΑΛΑΜΕΝΙΟ ΙΠΠΟ!
ΘΥΜΑΜΑΙ ΜΕ ΠΟΣΗ ΝΗΦΑΛΙΑ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ Ο ΣΑΚΗΣ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΑΣ
ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΣΤΕΙΛΕ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ,
ΑΠΕΥΘΥΝΟΜΕΝΟΣ ΣΤΟΥΣ ΣΤΡΑΤΟΔΙΚΕΣ ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ,
ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕ: «ΤΡΩΜΕ ΤΟ ΨΩΜΙ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΑΣ». ΚΑΙ
ΔΕΝ ΗΤΑΝ, ΔΥΣΤΥΧΩΣ, ΜΟΝΗ Η ΧΟΥΝΤΑ ΠΟΥ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΕ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠ΄ ΟΣΑ ΠΑΡΗΓΑΓΕ Ο ΤΟΠΟΣ.

«H ευημερία» συνεχίστηκε και οδεύαμε χορεύοντας και τραγουδώντας στον γκρεμό. Εγραψα πρόσφατα για τα δάνεια που ξεκοκαλίσαμε από το 1898 έως τη δεκαετία του ΄40. το τελευταίο, όχι δάνειο, αλλά βοήθεια (έτσι το λέμε και τώρα) ήταν το «Σχέδιο Μάρσαλ». Αυτό πέρασε πάνω από τη δική μας γενιά και τη σημάδεψε, είτε γιατί ζήσαμε τη ρεμούλα του εργολάβου είτε γιατί παγιδευτήκαμε σε ψευδαισθήσεις ανασυγκρότησης και ανάκαμψης.

Ημασταν τότε παιδιά, περίπου όσο θεωρητικά είναι σήμερα τα εγγόνια μας. Μόλις είχε τερματιστεί ο Εμφύλιος, αν τερματίστηκε ποτέ έως το 1984! Δηλαδή, πριν από εξήντα χρόνια. Και νιώθω πως οι μέρες που έρχονται, όπως περιγράφονται και αυθαδιάζουν, είναι μέρες του ΄50, λες και είχαν δίκιο οι αρχαίοι εκείνοι ποιητές, φιλόσοφοι και ρήτορες πως ο χρόνος είναι κυκλικός, τα πράγματα ακολουθούν τροχιά, όπως τα αστέρια, ο Ηλιος και η Σελήνη. Ο χρόνος δεν είναι ευθύγραμμος και η πρόοδος πάντα θετική. Υπάρχει και η αρνητική πρόοδος, όταν προστίθεται σε ένα μέγεθος αρνητικό στοιχείο. Γυρίζουμε λοιπόν πίσω; Στη μιζέρια της μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής Ελλάδας;

Σκέπτομαι μήπως πέρα από τα εγκληματικά λάθη της πολιτικής, πέρα από την ασυδοσία του κεφαλαίου, πέρα από τον υπόγειο ελληνικό μαυραγοριτισμό, φταίμε και εμείς, η γενιά που υπέφερε τα πάνδεινα, που στερήθηκε, που μάτωσε να επιβιώσει και θελήσαμε να μη στερηθούν τα παιδιά μας τη χαρά της ζωής, της σπουδής, της διασκέδασης, του περιττού. Σπάγαμε παλιότερα στον γάμο του παιδιού μας ένα πιάτο, θυσία της ύλης στον βωμό της μελλοντικής ευτυχίας των απογόνων μας. Αλλά φτάσαμε πια να σπάμε κατά παραγγελία στοίβες τα πιάτα μ΄ ένα σφυράκι στα πόδια της εύκολης, φτηνής και συχνά χυδαίας διασκέδασης. Δεν θέλω να γίνω ούτε ρομαντικός ούτε γραφικός αλλά αξίζει τον κόπο να γυρίσουμε λίγο πίσω, πάνω από μισόν αιώνα (σταγόνα στον ωκεανό της Ιστορίας άλλωστε) για να μελετήσουμε εν ψυχρώ πώς μεταλλαχτήκαμε, πώς αλλοτριωθήκαμε και πώς μεταποιήσαμε την έντιμη πενία μας σε ρωμαϊκό συμπόσιο.

Ανήκα σ΄ αυτό που ονομάζεται μέση κοινωνική τάξη, αφού ο πατέρας μου ήταν εκπαιδευτικός και η μητέρα οικοκυρά. Στεγαζόμασταν σε παλιό σπίτι με ενοίκιο και νιώσαμε αγαλλίαση όταν ίσχυσε το ενοικιοστάσιο, αφού ο μισθός του πατέρα που υπηρετούσε σε μακρινή επαρχιακή κωμόπολη μόλις και επαρκούσε για τον επιούσιο. Κι όμως είχε μια βαθιά χάραξη μέσα μας εκείνη η συνθήκη ζωής. Μια φορά την εβδομάδα κρέας και μάλιστα γιουβέτσι στον φούρνο με κριθαράκι μπόλικο. Τα όσπρια και τα ζαρζαβατικά, η καθημερινή τροφή. Τον χειμώνα ψήναμε κοκώσες, δηλαδή στο τζάκι ή στο μαγκάλι ρίχναμε καλαμπόκι και άνοιγε σε νιφάδες και συχνά με θόρυβο εκρήγνυντο. Μετά μάθαμε πως αυτό ονομάζεται ποπ κορν!

Ο μεγάλος γιος φορούσε μεταποιημένα τα ρούχα του πατέρα και οι μικρότεροι μεταποιημένα τα ρούχα του πρωτότοκου. Α! ήταν και τα δέματα που έρχονταν από την Αμερική. Κάτι φανταχτερές μπλούζες που όποια τις φορούσε έδινε αμέσως δημόσια δήλωση για την προμήθειά τους. Κάτι παπούτσια με μεγάλα νούμερα, πλαστικές τσάντες και καπέλα γυναικεία κυρίως. Σπάνια τότε έβλεπες να κυκλοφορεί γυναίκα με καπέλο. Τη θεωρούσαν προπολεμική και γεροντοκόρη. Ευγνώμονες πάντως είμαστε στις θείες και τις ξαδέρφες από την Αμερική, αφού με γενναίες μεταποιήσεις έσωσαν την αξιοπρέπειά μας και έντυσαν τα πρώτα δειλά μας πάρτι, συνοδεία βέβαια μουσικής των Πλάτερς και του Νατ Κινγκ Κολ. Η μιζέρια στο σχολείο ήταν αδιανόητη. Σ΄ ένα ακριβά αγορασμένο τετράδιο εκατό φύλλων χωρισμένο σε ενότητες γράφαμε όλα μας τα μαθήματα- Γραμματική, Αριθμητική, Ιστορία, Θρησκευτικά κ.λπ. Στις τελευταίες τριάντα σελίδες την Εκθεση. Ενα πρόχειρο τετράδιο με κίτρινα φύλλα και συχνά λόγω φτηνού χαρτοπολτού με τρυπούλες στις σελίδες γιατί με τη χρήση αποσπώνταν κάτι σκουπιδάκια, απολτοποίητα ξυλαράκια ή άχυρα.
Σπάγαμε παλιότερα στον γάμο του παιδιού μας ένα πιάτο, θυσία της ύλης στον βωμό της μελλοντικής ευτυχίας των απογόνων μας. Αλλά φτάσαμε πια να σπάμε κατά παραγγελία στοίβες τα πιάτα μ΄ ένα σφυράκι στα πόδια της εύκολης, φτηνής και συχνά χυδαίας διασκέδασης

Τρίτη 26 Μαΐου 2009

Ένα ιερό τέρας

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου. ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 25 Μαΐου 2009

Η Χάντερ φαίνεται να  πιστεύει ανεπιφύλακτα πως  η φωνή του ηθοποιού είναι  καθαρά μουσικό όργανο
  • Στην επιφυλλίδα του Σαββάτου προσπάθησα να διαβάσω τα υφάδια και τα στημόνια του κειμένου του Κάφκα «Ανακοίνωση /αναφορά στην Ακαδημία» ανατρέχοντας στα επιστημονικά και φιλολογικά παράλληλα της εξέλιξης του ανθρώπου
  • Αποπειράθηκα να σχεδιάσω μια πρώτη διαγραφή του ηθικού υπόβαθρου του κειμένου αυτού, αφού είναι σαφές πως ο Κάφκα αισθάνεται πως η πορεία της ανθρωπότητας από τον ενστικτώδη βίο στον πνευματικό, τον λογικό και τον ηθικό είναι εκτός από επώδυνη και μοιραία, μια άλλη παγίδευση και ένας εγκλεισμός, μια γκετοποίηση σ΄ ένα ορθολογιστικό αλλά συνάμα και καταπιεστικό σύστημα ομογενοποίησης. Η μετάβαση του πιθήκου από την ελευθερία της φύσης στο κλουβί και από το κλουβί στις κοινωνικές συμβάσεις, συμβιβασμούς, δεσμεύσεις και ταπεινώσεις είναι μια συνεχής έκπτωση που συνεχίζει αέναα και κατά συρροή την πτώση των πρωτοπλάστων.
  • Όμως συχνά η «πτώση» από τον ενστικτώδη, εδεμικό, βίο δεν είναι επιλογή του εδεμικού ανθρώπου αλλά έξωθεν. Ο πίθηκος του Κάφκα ενώ απολαμβάνει τον φυσικό του χώρο με τους ομοίους του διώκεται, πυροβολείται, αιχμαλωτίζεται και γίνεται αντικείμενο εκπαιδευτικής εξανθρώπισης. Άλλοι επέλεξαν το είδος και την ποιότητα του βίου που θα διάγει εφεξής. Το σύμβολο που κρύβεται πίσω από την ιστορία που αφηγείται ο εξανθρωπισμένος πίθηκος ενώπιον της Ακαδημίας Επιστημών μπορεί να λάβει πολλές και ποικίλες ερμηνείες. Έχει ειπωθεί πως ο Γερμανοεβραίος Τσέχος πολίτης Κάφκα αναφέρεται στις ταπεινώσεις με σκοπό την αφομοίωση του περιπλανώμενου Ιουδαίου.
  • Θα μπορούσε σήμερα να δηλοί την καταπίεση που υφίσταται κάθε μετανάστης να προσαρμοστεί στα ήθη, τη γλώσσα, τη θρησκεία, την ηθική και τα ιδεολογήματα μιας άλλης κοινωνικής συνθήκης. Υπάρχουν και τολμηρότεροι, που βλέπουν στην αλληγορία του Κάφκα μια προφητική για την εποχή του ανάλυση του μοντέλου σύνθλιψης και ομογενοποίησης που έφερε στις μέρες μας η Παγκοσμιοποίηση.
  • Αλλά γιατί να πάει κανείς τόσο μακριά, όταν είναι βέβαιο πως σε κάθε εποχή τη διαδικασία συμμόρφωσης του ανθρώπου έχει αναλάβει με «έξοχα» αποτελέσματα η Εκπαίδευση. Ο Κάφκα στην «ανακοίνωσή» του αναφέρει πως ο πίθηκός του μέσα στο κλουβί, αντικείμενο της περιέργειας των ανθρώπων που τον χάζευαν, άρχισε και με ευκολία ξεσήκωσε τις συμπεριφορές τους, δοκιμάζοντας μάλιστα να μιμηθεί τις ποικιλίες των παραλλαγών. Και αυτό διότι ο άνθρωπος και απ΄ ό,τι προέρχεται είναι ζώον φύσει μιμητικόν για να θυμηθούμε τον Αριστοτέλη. Και η μίμηση είναι η μητέρα πάσης μαθήσεως. Και μαθαίνω, γνωρίζω σημαίνει εν τέλει προσαρμόζομαι, οικειοποιούμαι, προσεταιρίζομαι το ανοίκειο, το ξένο, το παράδοξο, το άγνωστο, το άλλο. Αυτή λοιπόν την επώδυνη προσαρμογή, αυτή την αλλοτριωτική διαδικασία αφομοίωσης διεκτραγωδεί με μαύρο χιούμορ ο εξανθρωπισμένος πίθηκος στην Ακαδημία. Το τραγικό είναι πως έχει κληθεί εκεί για να διαφωτίσει τους σοφούς για τον βίο και τις συνήθειες του πρότερου ζωώδους βίου του. Αλλά τον έχει ξεχάσει! Πάνω στην πλάκα της πιθηκίσιας συνείδησης έχουν γραφεί, ώστε να τη θολώνει, η γραφή και τα ιδεολογήματα της ανθρωπίλας.
  • Έτσι η αφήγησή του ξεκινάει από την πρώτη μέρα του που πήγε στο «σχολείο» του Πολιτισμού, από την πρώτη μέρα που άρχισε η Εκπαίδευσή του!
  • Αυτό το τραγικό γεγονός που έχει συμβεί σε όλους μας, ανεξάρτητα αν δεν το συνειδητοποιούμε και πιθανόν το καμαρώνουμε, ανέλαβε να καταστήσει πειστικό από σκηνής με τη διασκευή του σε μονόλογο ο Κόλιν Τίβαν και να το καταστήσει πειστικότερο σκηνικά ο σκηνοθέτης Βάλτερ Μεγιεργιόχαν σε μια παραγωγή τού αγγλικού Τheatre Υoung Vic. Μέσα σ΄ ένα λιτό αλλά σημαίνον σκηνικό του Στέφι Wurster, κοστούμια (κλοουνίστικα, αφού ο εξανθρωπισμένος πίθηκος μεταλλάχτηκε σε διάσημο νουμερίστα καμπαρέ!) του Ριχάρδου Ηudson, φωτισμούς του Μιχάλη Gunning, μουσική του Νικόλα Kodjabashia και έξοχη κίνηση Ιlan Reichel, ο σκηνοθέτης, ένας τυχερός άνθρωπος, είχε στη διάθεσή του το απόλυτο θεατρικό δαιμόνιο της Κάθριν Χάντερ. Αυτός ο υποκριτικός Πρωτέας, που όπως ο θαλάσσιος εκείνος μυθικός δαίμονας, μπορεί να μεταμορφώνεται συνεχώς, να μεταλλάσσεται, να παίρνει το σχήμα και το χρώμα του περιβάλλοντος, να αμύνεται επιτιθέμενος και να επιτίθεται αμυνόμενος. Το μέγα μάθημα από την εμπειρία που αποκομίζει κανείς παρακολουθώντας την υποκριτική κλοουνερί της Χάντερ είναι η συνειδητοποίηση πως το ανθρώπινο κορμί εν πρώτοις ως παραγωγός αισθητικών αξιών χρειάζεται μια άσκηση που θα πρέπει να έχει αναλύσει και ελέγξει πόντο πόντο όλους τους μηχανισμούς του ζωικού και του νευρικού συστήματος. Η Χάντερ ελέγχει και διατάσσει το μυοσκελετικό εργαλείο της με την ακρίβεια που ανατέμνει ένας νευροχειρουργός ένα ανθρώπινο μέλος.
Η φωνή ως μουσικό όργανο
  • Η Χάντερ εκ των αποτελεσμάτων της δουλειάς της φαίνεται να πιστεύει ανεπιφύλακτα πως η φωνή του ηθοποιού είναι μουσικό, καθαρά μουσικό όργανο. Διαθέτει το φωνητικό αυτό όργανο ένα κλαβιέ, τάστια που καλύπτουν μια μουσική κλίμακα που εξαντλεί τις ανθρώπινες δυνατότητες.
  • Έψαξε και βρήκε τη φωνητική περιοχή όπου θα μπορούσε να λειτουργήσει η φωνή ενός εξανθρωπισμένου πιθήκου και κούρντισε το όργανό της κατάλληλα. Αυτή η μουσική εκφορά ανθρώπινου ήχου με τη χροιά φαγκότου που εφηύρε η Χάντερ έδωσε κύρος στην ουσία της υπόκρισης που είναι ό,τι δηλώνεται, ένας εκπαιδευμένος πίθηκος να συμπεριφέρεται ως άνθρωπος, σώματι, πνεύματι και φωνή.
Μελέτη, επιμονή, άσκηση
  • Ούτε ένα άκρως ασκημένο σώμα ούτε μια μουσικά καλλιεργημένη φωνή αρκούν για να φθάσει όπου έφθασε η Χάντερ, το υποκριτικό αυτό τέρας. Χρειάζεται θηριώδης εσωτερική τεχνική, δηλαδή ένας πολυδύναμος συναισθηματικός αυτοματισμός που με μια απλή εντολή να ανακαλεί και να παράγει αυθεντικά και γνήσια συναισθήματα. Εδώ δεν χωράει ούτε κάμωμα, ούτε δήθεν πότε τάχα. Πρέπει να ισορροπούν και να ζυγιάζονται ο σωματικός ρυθμός με τη φωνητική μελωδία και τη συναισθηματική σύνθετη δυναμική. Η σύνθεση που παρουσίασε στη σκηνή η Κάθριν Χάντερ είναι προϊόν επίμοχθης μελέτης, επιμονής, άσκησης και συνεχούς επαλήθευσης.
  • Και κάτι, νομίζω, σημαντικό. Η σύνθεση που πέτυχε ξεπερνάει κατά πολύ την πράγματι σημαντική αγγλική υποκριτική σχολή. Αυτό που πραγματώνει δεν θα μπορούσε π.χ. να το κατορθώσει καμία μεγάλη, και υπάρχουν πολλές, Αγγλίδα ηθοποιός. Γιατί η Χάντερ μπολιάζει την αγγλική τεχνική και εκφραστική μανιέρα με τον γερμανικό εξπρεσιονισμό και τον εκφραστικό χορό. Σημειώνω καταλήγοντας πως η διασκευή του πεζού τού Κάφκα έγινε σε στίχους και είναι αξιοθαύμαστη η δουλειά της μεταγλώττισης στους υπέρτιτλους που μας δώρισε η Αθανασία Καραγιαννοπούλου.

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2008

Εργολάβοι λήθης



ΜΕΓΑΛΟ ΘΕΜΑ ΑΝΟΙΞΕ («ΤΑ ΝΕΑ» 17/9/2008) Η κ. ΜΑΡΙΑ ΡΕΠΟΥΣΗ, ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΡΙΑ
ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟΥ. ΑΝΑΦΕΡΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΕ ΤΟ ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΝ Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ, ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ. ΕΤΣΙ ΔΙΑΣΤΕΛΛΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ. ΜΕΓΑΛΗ ΚΟΥΒΕΝΤΑ!

Η κ. Ρεπούση μας απασχόλησε πριν από έναν χρόνο με το σχολικό της βιβλίο που αμφισβητήθηκε από σχεδόν όλες τις ιδεολογικές σχολές για την Ιστορία, πλην ορισμένων ατομικών περιπτώσεων που της συμπαραστάθηκαν. Προσωπικά είμαι αντίθετος με την απόσυρση του πονήματός της, με την προϋπόθεση ότι θα έχει εισαχθεί στην Εκπαίδευση το πολλαπλό βιβλίο. Έχω κι άλλοτε επιχειρηματολογήσει γι΄ αυτή την απαράδεκτη (κληρονομιά του μεταξικού καθεστώτος) αλλά βολική για τις εξουσίες, όλες τις εξουσίες, κάθε απόχρωσης, ιδιοποίηση της γνώσης. Αλλά βέβαια το πολλαπλό βιβλίο θέλει και άλλου τύπου εκπαιδευτικούς, να ξέρουν να επιλέγουν, να συγκρίνουν, να συζητούν και, βέβαια, να ρισκάρουν. Επανέρχομαι.
Η κ. Ρεπούση εκκινεί από μία απόπειρα του υπουργού Παιδείας της Κύπρου που με εγκύκλιό του θέλησε να ευνοήσει συνθήκες προσέγγισης μέσω της εκπαιδευτικής διαδικασίας ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους μαθητές. Οι προθέσεις του υπουργού βρήκαν πολλές αντιρρήσεις. Η κ. Ρεπούση εξαιτίας αυτού του γεγονότος αναπτύσσει μια συζητήσιμη ιστορικά και παιδαγωγικά μέθοδο που δεν πρέπει να περάσει ασχολίαστη: σχολιάζει αρνητικά ότι ο σύγχρονος Κύπριος μαθητής ζει και κινείται στο σχολικό του περιβάλλον ανάμεσα σε τεκμήρια ιστορικής μνήμης που τον εγκλωβίζουν στην υποχρέωση να αντιμετωπίζει την τραγωδία της χώρας του ως καθήκον μνήμης.
Σχολιάζει ειρωνικά, αρνητικά, ότι «τα παιδιά πρέπει να θυμούνται την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και να αγωνίζονται για την επιστροφή τους στην πρότερη της εισβολής κατάσταση, να θυμούνται τον ξεριζωμό των Ελληνοκυπρίων από τα σπίτια τους και να διεκδικούν την επιστροφή τους σ΄ αυτά, να λογαριάζουν τους χαμένους ανθρώπους για αγνοούμενους για να μην αναγνωρίζουν τα τετελεσμένα... (Τα παιδιά) πρέπει να θυμούνται όσα (η ελληνοκυπριακή πλευρά) προκάλεσε στους Τουρκοκυπρίους για να εθνοκαθάρει τη Μεγαλόνησο από το «σύνοικον» στοιχείο, όσα προηγήθηκαν της τουρκικής εισβολής, όσα καλύπτει η οδύνη της τραγωδίας, όσα κρύβουν τα ομαδικά μνήματα. Ό,τι πάει να αμφισβητήσει αυτήν την ακλόνητη ισορροπία μνήμης και λήθης, να ανοίξει μια συζήτηση πέρα από τα στερεότυπα του θύτη και του θύματος, να απαλλάξει ίσως την εκπαίδευση από το βαρύ φορτίο αυτής της απόλυτα μεροληπτικής εκδοχής του παρελθόντος, να ιστορικοποιήσει τις εμπειρίες και τα βιώματα ενός λαού που διχάστηκε, βρίσκεται στο στόχαστρο των εργολάβων της μνήμης»!!
Αν αντιλαμβάνομαι καλά η κ. Ρεπούση πιστεύει πως στην κυπριακή μαθητιώσα νεολαία κρύβει κανείς ότι την τραγωδία της Νήσου προκάλεσε η χούντα των Αθηνών. Κρύβει κανείς ότι οργανώθηκε πραξικόπημα και αποπειράθηκαν κάποιοι προδότες Έλληνες και Ελληνοκύπριοι να δολοφονήσουν τον εκλεγμένο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ότι αυτοανακηρύχτηκε ψευδοπρόεδρος ένας εγκάθετος της χούντας. Ή αγνοούν πως σ΄ έναν πόλεμο (να τον ονομάσω αν όχι εμφύλιο, συνοίκειον) υπάρχουν θύτες και θύματα, εγκλήματα και αμοιβαίες εθνοκαθάρσεις; Αλλά, αφού οι Ελληνοκύπριοι μαθητές θα πρέπει να πάψουν να αναζητούν την επιστροφή στα μέρη που γεννήθηκαν οι πατέρες τους, αφού πρέπει να αποδεχτούν τα τετελεσμένα, τι νόημα έχει η πάγια, όλων των πτερύγων της πολιτικής ζωής, Ελλάδος και Κύπρου, θέση περί στρατού κατοχής και ανακήρυξης ως κράτους ενός ψευδοκράτους.
Η κ. Ρεπούση, πανεπιστημιακός δάσκαλος μελλόντων εκπαιδευτικών της Στοιχειώδους Εκπαίδευσης, έχει λύσει το Κυπριακό. Και μας ζητάει να ξεχάσουμε ό,τι μας τρώει και μας παροξύνει τη μνήμη, να ξεχάσουμε τους νεκρούς μας και τους αγνοουμένους μας (ως τετελεσμένα πράγματα) και να αποδεχτούμε ότι έχουμε αποκρύψει από τα παιδιά μας τα ομαδικά μνήματα, όπου, βέβαια, έχουν παραχώσει τα «θύματα» της εθνοκάθαρσης.
Ποιο καθήκον μνήμης πρέπει να αποσκορακίσουν οι Κύπριοι μαθητές; Γιατί είναι εργολάβος μνήμης μια Εκπαίδευση που σε κάθε βήμα ο μαθητής αντικρύζει τείχη, ξενικά κατοχικά φυλάκια και εν επάρσει την κατοχική σημαία; Ποια τετελεσμένα έχουν πάρει πλέον και νομική διεθνή μορφή ώστε ο Κύπριος μαθητής που οι γονείς του μεγάλωσαν, δημιούργησαν περιουσίες στα κατεχόμενα θα πρέπει να απεμπολήσει το καθήκον να διεκδικήσει τα κληρονομικά του δικαιώματα; Η κ. Ρεπούση αγνοεί πως τα Διεθνή Δικαστήρια έχουν δικαιώσει και εκδώσει αποφάσεις όπου αναγνωρίζονται σε Ελληνοκυπρίους αποζημιώσεις και κληρονομικά δικαιώματα; Ποια ιστορική μέθοδος είναι αυτή που, μιας διεθνούς και μάλιστα των Ηνωμένων Εθνών ανοιχτής διαπραγμάτευσης διαδικασία, σπεύδει να ονομάσει και μάλιστα να συμπεριλάβει στη σχολική ύλη ένα πρόβλημα ως λυμένο; Και μάλιστα χρησιμοποιώντας ως επιχείρημα ότι είναι καιρός πια να ξεπεράσουμε τα στερεότυπα του θύτη και του θύματος.
Τώρα μπορεί κανείς να καταλάβει πώς η ιστορική εργολαβία της λήθης μετέτρεψε τον πανικό και την ασφυξία του λιμανιού της Σμύρνης σε συνωστισμό ουράς προσκυνητών τον Δεκαπενταύγουστο για την Τήνο!
Αλλά τι θα γίνει με τους ποιητές, τους πεζογράφους, τους ζωγράφους της Κύπρου; Τι θα γίνει με τα υπέροχα ποιήματα του μεγάλου Κώστα Μόντη, τι με τη βραβευμένη ποίηση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, με τα σπαρακτικά ποιήματα του Πασιαρδή, τα σπουδαία πεζά του Λεύκιου Ζαφειρίου, τα δοκίμια του αείμνηστου Ανδρέα Χριστοφίδη, τις συνταρακτικές φωτογραφίες του μακαρίτη φίλου Ανδρέα Μαλέκου, όπως και τις εργασίες του Μιχάλη Πιερή και του ιστορικού πανεπιστημιακού και πρέσβη Γιώργου Γεωργή; Εργολάβοι μνήμης κι αυτοί; Γιατί όχι; Κι αν ακόμη βρεθούν εργολάβοι λήθης και φιμώσουν τη μνήμη των νεωτέρων, πώς θα εμποδίσουν τη λειτουργία της μνήμης μέσα από την υψηλής τάσης συχνότητα της ποιητικής γλώσσας; Καταγράφω εδώ μερικές ψηφίδες από τα σύντομα του Μόντη με τίτλο, ΜΝΗΜΗ: «Τι λαμβάνει άραγε υπόψη που δεν λαμβάνουμε εμείς/ Τι δε λαμβάνει άραγε υπόψη που λαμβάνουμε εμείς/ Τι πείρα έχει που δεν την έχουμε εμείς/ και διαγράφει και υπογραμμίζει κατά το δοκούν;». «Εμείς τα ζήσαμε/ κι αν θες θυμήσου τα/ αν θες μην τα θυμηθείς». «Έχει τα δικά της κριτήρια/ τι να κρατήσει και τι ν΄ απορρίψει/ Δεν δέχεται οδηγίες»!! Και από ένα «Γράμμα στη Μητέρα»: «Ποιους ήλιους βασάνιζαν χτες οι τούρκοι στον Πενταδάχτυλο, μητέρα,/ ποιους στίχους βασάνιζαν χτες στον Πενταδάχτυλο, μητέρα,/ και μου μεταγγίζονταν/ και δυσπνοούσα/ κι αρρυθμούσα;».
Και ένα άκρως εκπαιδευτικό που πιθανόν ένας εργολάβος της μνήμης θα το ανθολογούσε σε αναγνωστικό του Δημοτικού, απ΄ όπου θα το εξοβέλιζε η κ. Ρεπούση. «ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΜΟΡΦΟΥ»: «Μένουν ξαπλωμένοι στο πάτωμα του σχολείου και το μόνο που θέλουν είναι να πεθάνουν» (Έκθεση του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού για την τουρκική εισβολή):
«Κοιτάζουν ένα γύρο τους χάρτες και τα θρανία/ κοιτάζουν τον πίνακα που ΄γραφαν τα πρώτα τους γράμματα/ ξαναβλέπουν ένα γύρο τους παλιούς φίλους/ ξανακούν ένα γύρο τις παλιές φωνές/ ξανακούν το κουδούνι του διαλείμματος».
  • Καθήκον μνήμης στον ορίζοντα, αποκεφαλίστε το!
Γνωρίζω τον αντίλογο. Η Ιστορία είναι αμερόληπτη, οφείλει να τείνει προς την αντικειμενική γνώση, να λαμβάνει υπόψη και την άλλη πλευρά. Η Ιστορία καλά κάνει, αλλά η μνήμη και των λαών και των ατόμων έχει δική της λογική και δεν είναι ούτε δικαίωμα ούτε καθήκον, ούτε έχει ανάγκη από εργολάβους να την κατασκευάζουν κατά το δοκούν. Έχει δικό της δοκούν, λέει ο Μόντης. Δικούς της μηχανισμούς. Δεν δέχεται οδηγίες. Αφαιρέστε τη μνήμη από την ποίηση του Καβάφη, από τις τραυματικές εμπειρίες του Αναγνωστάκη, από τον Πατρίκιο, τον Αλεξάνδρου, τον Κατσαρό, από τις εφιαλτικές μνήμες του Σαχτούρη. Στον Σεφέρη ξυπνούν τη μνήμη του εκεί στην Κύπρο από το τρίξιμο του μαγκανοπήγαδου, ενώ ο καλόγερος βγάζει νερό από το πηγάδι στο μοναστήρι Κύκκου. Και το τρίξιμο του μάγκανου το πάει στη Σκάλα της Σμύρνης, στο πατρικό τους εξοχικό γι΄ αυτό και ονομάζει αυτόν τον ήχο που του ξυπνάει το παρελθόν «φωνή πατρίδας».
Ένα παιδί στην Κύπρο που γεννήθηκε το 1998, δηλαδή 24 χρόνια μετά την τραγωδία τι δικαίωμα στη μνήμη να έχει, αν δεν του προσφέρει ντοκουμέντα και μνήμες ζώντων η Εκπαίδευση; Αν ένας μαθητής σήμερα στην Ελλάδα αγνοεί τι ήταν η Κατοχή και τι έγινε στον Εμφύλιο δεν ασκεί το δικαίωμα στη μνήμη. Είναι θύμα μιας Εκπαίδευσης που οι δάσκαλοί της γαλουχημένοι από εργολάβους της Λήθης έχει απεμπολήσει το καθήκον της μνήμης.
Πρέπει να ξεχάσω το Δίστομο, τα Καλάβρυτα, το Σκοπευτήριο της Καισαριανής, το Πολυτεχνείο, τη Μακρόνησο. Επειδή η κόρη μου γεννήθηκε το ΄70, δεν θα πρέπει να της πω πως ο παππούς της και πατέρας μου εξορίστηκε για τις ιδέες του ή πρέπει, τάχα, καταργώντας τα στερεότυπα θύτη- θύματος να προσπαθήσω να της εξηγήσω τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς και την οικοδόμηση στο Μακρονήσι των «Νέων Παρθενώνων»;

Δεν θέλω να κλείσω αυτό το κείμενο απαισιόδοξα. Τις μέρες αυτές στην Ελευσίνα ο καθηγητής και εικαστικός Μάριος Σπηλιόπουλος στο εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο Κανελλόπουλου έχει δημιουργήσει μιαν εγκατάσταση με τον τίτλο «Ανθρώπων ίχνη». Με το επιχείρημα ότι κάθε αντικείμενο περιέχει μόχθο ανθρώπου αλλά μνήμη εποχής, παθών, ελπίδων, οραμάτων και ολέθρων εκθέτει μια σειρά από ντοκουμέντα της καθημερινότητας, προβάλλει εικόνες και πρόσωπα του παρελθόντος της Πόλης, δίπλα στα αρχαιολογικά ευρήματα τοποθετεί τα βιομηχανικά προϊόντα της ελευσίνιας σαπωνοποιίας, προβάλλει βίντεο με γριούλες μοιρολογίστρες της Μικρασιατικής Καταστροφής, αφηγήσεις προλετάριων της εργατούπολης, παλιές αναμνήσεις των παιχτών τού πάλαι ποτέ Πανελευσινιακού, παιδικά τραγούδια και παιδικά παιχνίδια.
Όλα αυτά παρακλητικά της μνήμης. Όσοι περιέρχονται αυτό το έξοχο «εργολαβικό της μνήμης» νιώθουν πως είναι καθήκον των πνευματικών ανθρώπων και κυρίως των δασκάλων να συνδαυλίζουν την μνήμη, την «άκαυτη βάτο» του Ελύτη.
Αν, τώρα, η πανεπιστημιακή μεταμοντέρνα ιστορία θέλει να χλωροφορμίσει τον λαό μέσα σε μια αποστειρωμένη αίθουσα και να του εφαρμόσει λοβοτομή, να ξέρει πως η μνήμη ανακαλεί από τον βυθό Σολωμό και Παπαδιαμάντη.