Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διανοούμενοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διανοούμενοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Μαΐου 2012

Επιστολή διανοουμένων στην Le Monde: «Είμαστε όλοι Ελληνες Εβραίοι»

ΕΝΑΥΣΜΑ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ
Ανοιχτή επιστολή ευρωπαίων διανοουμένων και πολιτικών που καλούν σε αφύπνιση τους λαούς της Ευρώπης μπροστά στην άνοδο των ακροδεξιών κομμάτων, δημοσιεύει η γαλλική εφημερίδα Le Monde.
Επιστολή διανοουμένων στην Le Monde: «Είμαστε όλοι Ελληνες Εβραίοι»
Η άνοδος της Χρυσής Αυγής δίνει το έναυσμα και με το γεγονός της δικής της επίδοσης στις εκλογές της 6ης Μαϊου ξεκινάει το κείμενο με τίτλο : «Η ενωμένη Ευρώπη είναι ένα όνειρο, η λιτότητα και η απόρριψη της μετανάστευσης ένας εφιάλτης».
Την επιστολή υπογράφουν οι: Αντονι Γκίντενς, κοινωνιολόγος, Ανταμ Μισνικ, ιστορικός, Ελί Βίζελ βραβευμένος με Νομπέλ Ειρήνης, Μπέντζαμιν Αμπτάν πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Αντιρατσιστικού Κινήματος, ο νομπελίστας συγγραφέας, Ντάριο Φο, Σβετλάνα Γκανούσκινα διευθύντρια της οργάνωσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα «Memorial» στην Ρωσία, ο ιαραηλινός σκηνοθέτης Αμος Γκιτάι, η πολιτικός Μπεάτε και ο σύζυγός της Σερζ Κλάρσφελντ, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας, Μπερνάρ Κουσνέρ, ο φιλόσοφος και δημοσιογράφος, Μπερνάρ Ανρί Λεβί, Ιταλός φωτογράφος Ολιβιέρο Τοσκάνι, ο συγγραφέας Α.Β. Γιεχοσουα, Ντανιέλ Μπαρμπού καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Βουκουρεστίου, Γιοβαν Ντίβακ γενικός εισαγγελέας για το Σεράγεβο, η συγγραφέας Αμελί Νοτόμπ και Ντομινίκ Σοπό, πρόεδρος της οργάνωσης SOS για τον ρατσισμό.

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΕΥΣΗΣ

  • Επτά, Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011
  • ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ
  • ΤΟ 1945, στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Temps Modernes», ο Ζαν-Πολ Σαρτρ υποστήριζε ότι η «στράτευση» είναι το χρέος των διανοούμενων.
Στους καιρούς μας όμως, και μετά την πτώση των πολιτικών μύθων που στήριζαν τις βεβαιότητες πολλών αριστερών διανοουμένων, κυριαρχεί ένας ριζικός σκεπτικισμός. Η ιδέα της στράτευσης έχει άλλωστε δυσφημιστεί, καθώς συνδέθηκε συχνά με την υποστήριξη αυταρχικών καθεστώτων από μια μερίδα της αριστερής διανόησης.
Τη θεματική της στράτευσης επαναπροτείνει και ανανεώνει ο ιταλός φιλόσοφος Πάολο Φλόρες ντ' Αρκάις με το ακόλουθο άρθρο του, που δημοσιεύτηκε στην «Corriere della Sera».
Ενας συγγραφέας, ένας επιστήμονας, ένας μουσικός, ένας φιλόσοφος κ.ο.κ. είναι προνομιούχοι που κερδίζουν τα προς το ζην με τη σκέψη τους και τη δημιουργία τους. Αποφεύγοντας τη ρουτίνα. Επιλέγοντας ελεύθερα. Κατορθώνοντας να ζουν πραγματικά ως άτομα. Το άτομο είναι πράγματι η ανεπανάληπτη ύπαρξη και, μόνον χάρη σε αυτό, η ίση σε αξιοπρέπεια ύπαρξη. Εκεί όπου δεν είναι ανεπανάληπτη, η ανθρώπινη προσωπικότητα οπισθοδρομεί και καταντάει αντίγραφο: ένα λίγο πιο πολύπλοκο και αρκετά πιο αποτελεσματικό (αλλά και απείρως πιο άγριο) ζώο. Ούτε και ο «ελεύθερος επαγγελματίας» είναι αληθινά ελεύθερος. Οφείλει πράγματι να υπακούει στην τεχνική του επαγγέλματός του και όσο περισσότερο θα υπακούει σε όσα η τεχνική τού επιβάλλει ή του επιτρέπει τόσο περισσότερο θα διακρίνεται. Δεν θα θέλαμε ποτέ να μας χειρουργήσει ένα χειρουργός ο οποίος θα χρησιμοποιούσε ελεύθερα (εξπρεσιονιστικά!) το νυστέρι ή να μας υπερασπιστεί ένας δικηγόρος ο οποίος ελεύθερα (ντανταϊστικά!) δεν θα πειθαρχούσε στη σύνταξη και τη ρητορική.
Ο στρατευμένος διανοούμενος είναι γι' αυτό απλώς ο συγγραφέας (επιστήμονας, καλλιτέχνης κ.ο.κ.) ο οποίος ανταποδίδει ένα μέρος του προνομίου του, παλεύοντας έτσι ώστε καθένας και όλοι να μπορούν να είναι άτομα και επομένως να προσεγγίζουν το ιδεώδες της ίσης αξιοπρέπειας. Αλλά επειδή κυκλοφορώντας στην κοινωνία πολιτών (εργασία, επαγγέλματα, ιδιοκτησία) μπορεί κανείς μόνον να υπακούει, η ίση αξιοπρέπεια μιας ανεπανάληπτης ύπαρξης μπορεί να προσεγγιστεί μόνο μέσα από την πολιτική σφαίρα, αν αυτή είναι αληθινά ανοιχτή στη δράση, δηλαδή στη δύναμη του κάθε πολίτη. Μόνον η δράση (δηλαδή η πραγματική δύναμη) είναι -όπως η φιλοσοφία, η επιστήμη, η τέχνη- δημιουργία και ελευθερία, υπερβαίνει δηλαδή το ήδη δεδομένο της τεχνικής. Επομένως, ο διανοούμενος είναι ο φιλόσοφος (καλλιτέχνης, επιστήμονας κ.λ.π.) ο οποίος ξοδεύει ένα μέρος του προνομίου του προκειμένου η πολιτική να είναι αληθινά ανοιχτή στη δύναμη του καθένα, σύμφωνα με τις αρχές της δικαιοσύνης και της ελευθερίας, της ισότητας και της αξιοπρέπειας. Διαφορετικά, παραμένει μόνον ένας καλλιτέχνης, ένας φιλόσοφος, ένας επιστήμονας, ο οποίος θα ζει το προνόμιό του ως προνόμιο, συντηρώντας το μαζί με την περιφρόνηση για τους μη προνομιούχους ή θα το ζει ως επάγγελμα, εκφυλίζοντάς το σε καθαρή αγορά, αλλά όχι ένας διανοούμενος. Ενας διανοούμενος ή είναι στρατευμένος πολιτικά ή δεν είναι διανοούμενος.
Και είναι φανερό το ποια πρέπει να είναι τα περιεχόμενα αυτής της στράτευσης: να παίρνει στα σοβαρά τη διακαιοσύνη και την ελευθερία, την ισότητα και την αξιοπρέπεια (και τις προϋποθέσεις τους: ίσα δικαιώματα στην υγεία, στην κατοικία, στην εκπαίδευση και αφετηριακή ισότητα ευκαιριών) με τη συνέπεια των καθημερινών και των πολιτικών επιλογών του.
Σήμερα ο στρατευμένος διανοούμενος δεν είναι της μόδας, επειδή οι καιροί μας είναι καιροί κομφορμισμού στην κουλτούρα, ατιμωρησίας της παρανομίας και εθελούσιας δουλείας στην πολιτική. Είναι καιροί στους οποίους το προνόμιο θεωρείται πηγή δικαιωμάτων και όχι υποχρεώσεων.
Αλλά η δημοκρατία (της οποίας ζούμε μια μελαγχολική έκλειψη και εξαιτίας της απουσίας στρατευμένων διανοουμένων) είναι μια «κοινότητα διαφωνούντων» όπου ο καθένας είναι αιρετικός σε σχέση με τον άλλον. Και ο διανοούμενος, αν θέλει να είναι διανοούμενος, οφείλει να είναι η κριτική συνείδηση αυτού του ιδεώδους που πρέπει να τείνουμε να το προσεγγίζουμε. Ιδού γιατί μεταξύ του Σαρτρ και των Πόντιων Πιλάτων της αποστράτευσης (των λειτουργών της συναίνεσης και των ασκούμενων του κομφορμισμού) επιλέγω χωρίς κανένα δισταγμό τον Σαρτρ.
Αν και ο Σαρτρ δεν ήταν αρκετά στρατευμένος, επειδή συχνά λησμονούσε τα αναγκαία περιεχόμενα της στράτευσης. Οι πολλές μάχες «δικαιοσύνης και ελευθερίας», που συνέχισε να δίνει μέχρι το τέλος της ζωής του, πολύ συχνά εγκλωβίστηκαν σε ένα ιδεολογικό κλουβί το οποίο υπέτασσε τον υπαρξισμό στον διαλεκτικό υλισμό, έτσι ώστε να μας κάνει να νομίζουμε ότι το να στρατεύεσαι για «δικαιοσύνη και ελευθερία» και το να είσαι «με το μέρος της Ιστορίας» (και του κόμματος στο οποίο η Ιστορία είχε εμπιστευτεί το καθήκον της χειραφέτησης των καταπιεζόμενων) ήταν το ίδιο πράγμα. Εξαιτίας αυτής της τραγικής σύγχυσης ο Σαρτρ δεν στρατεύθηκε για πολλές -κυρίως διεθνείς- υποθέσεις «δικαιοσύνης και ελευθερίας».
Το αληθινό παράδειγμα στρατευμένου διανοούμενου δεν είναι επομένως ο Σαρτρ αλλά είναι ο Αλμπέρ Καμί, ο οποίος ενσάρκωνε τον άλλο τρόπο να είναι κανείς αριστερός και με συνέπεια υπέρ της ελευθερίας και της ισότητας. Ο Καμί κατάγγελνε τα γκουλάγκ του Στάλιν, έστω και αν αυτό μπορούσε να αποθαρρύνει τους εργάτες της Μπιγιανκούρ. Στεκόταν στο πλευρό της εργατικής και φοιτητικής εξέγερσης του 1956 στην Ουγγαρία, ακριβώς όπως κατάγγελνε τη δυτική υποστήριξη στον φασισμό του Φράνκο. Ηταν αυστηρά εναντίον του ολοκληρωτισμού, χωρίς ποτέ να κρατάει ίσες αποστάσεις. Εξέφραζε τον ρεαλισμό των αξιών (της αριστεράς), που η αριστερά (της Realpolitik) δεν μπορούσε να εκφράσει. 7

Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Σιωπούν οι διανοούμενοι; Παράλληλοι λόγοι για την κρίση

Σήμερα αναπτύσσονται στην Ελλάδα, αλλά σε κάποιον βαθμό και στο εξωτερικό, δύο παράλληλοι λόγοι οι οποίοι δεν συναντιούνται. Σύμφωνα με τον πρώτο λόγο, η κρίση οφείλεται στις ελληνικές δομικές αδυναμίες. Εκτεταμένο και σπάταλο κράτος, χαμηλή παραγωγικότητα, τεράστια φοροδιαφυγή, μαύρη οικονομία, συντεχνιακά στεγανά, χαριστικές ρυθμίσεις, γραφειοκρατία, διαφθορά, αποτελούν όλες εκείνες τις αιτίες των οποίων η συσσώρευση θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην κρίση. Ο άλλος λόγος ενοχοποιεί τη διεθνή οικονομική κρίση αλλά και τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκε η ευρωπαϊκή νομισματική ενοποίηση. Τα πολύ σφιχτά όρια της δημοσιονομικής πειθαρχίας σε καιρό κρίσης οδηγούν σε ύφεση, η οποία περιορίζει τα έσοδα, αυξάνει το έλλειμμα και διογκώνει τις δανειακές ανάγκες. Με την απουσία μηχανισμών αλληλεγγύης ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες, μια χώρα που δεν καταφέρει να επιβιώσει στο επίπεδο του ανταγωνισμού που επιβάλλει το κοινό νόμισμα γίνεται βορά στη διεθνή κερδοσκοπία. Δεν είναι λίγοι όσοι επισημαίνουν ότι η κρίση λειτουργεί σαν ένας πλανητικός μηχανισμός διεθνούς αναδιανομής πόρων, προς όφελος ισχυρών χωρών και επιχειρήσεων. Εκφράζεται επίσης, στο πλαίσιο αυτό, απαισιοδοξία για το αν οι εσωτερικές θυσίες θα καταφέρουν να μειώσουν το έλλειμμα και δεν θα εξανεμιστούν από τα πολύ υψηλά επιτόκια.

Σύνθεση σε ιστορική προοπτική


Ζητούμενο, βέβαια, για μια αξιόπιστη ανάλυση είναι αυτοί οι δύο λόγοι να συναντηθούν. Η συνάντησή τους όμως μπορεί να γίνει όχι συμψηφιστικά αλλά σε ιστορική προοπτική, σταθμίζοντας συνεχώς και τους δύο. Είναι σαφές ότι η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε σε προβληματικές κατευθύνσεις. Κράτος πλούσιο και ευάλωτο για τους προνομιούχους, τους διαπραγματευτικά ισχυρούς και τους πλησίον της εξουσίας, δυσπρόσιτο για τους αδύναμους, φειδωλό για πραγματικά δημόσιες υποδομές και δράσεις που ωφελούν τους πολλούς. Καλώς το βάλαμε στο στόχαστρο σήμερα, αλλά πάλι διέφυγαν τα βαθύτερα στρώματά του. Καμιά κριτική στην εθνική αιμορραγία των εξοπλισμών, στην πλουσιοπάροχη χρηματοδότηση των κομμάτων, στις ασύμμετρες παροχές σε στρατιωτικούς, δικαστικούς κλπ. κλπ. Οσοι κατηγορούν τη δημόσια διαφθορά προκρίνουν την ιδιωτικοποίηση, όσοι υπερασπίζονται το Δημόσιο κλείνουν τα μάτια χαριστικά στα προνόμια.

Αλλά η σημερινή κατάρρευση συμβαίνει σε ένα πλαίσιο- το ευρωπαϊκό - που υπήρξε βασικός προσανατολισμός της χώρας επί μισόν αιώνα. Η ελληνική οικονομία επωφελήθηκε από τη νομισματική ενοποίηση αλλά δεν κατόρθωσε να αναπτύξει την παραγωγικότητά της ώστε να γίνει ανταγωνιστική. Με μηδενική, σχεδόν, εξαγωγική παραγωγή, εκτός από τουριστικές υπηρεσίες, καθηλώθηκε στον ανταγωνισμό της φτηνής εργασίας, πηγάδι απύθμενο γιατί ολοένα και κάποιοι απελπισμένοι θα την προσφέρουν φτηνότερα. Επομένως η κατακόρυφη μείωση του βιοτικού επιπέδου της πλειοψηφίας του πληθυσμού εμφανίζεται σαν η μόνη, πλην αβέβαιη, λύση να ανακόψει ή να αναπληρώσει την απώλεια παραγωγικής ικανότητας.

Ούτε το ευρωπαϊκό πλαίσιο, αυτό καθαυτό, είναι αδιάφορο προς τη σημερινή κρίση. Η ΕΕ από τη δεκαετία του 1990 εγκατέλειψε τα σχέδια κοινωνικής ολοκλήρωσης, όπως εκφράζονταν από τους πατέρες της ενοποίησης ως τον Ντελόρ, για να καταλήξει σε μια οικονομική ενοποίηση χωρίς πολιτική διεύθυνση. Η δημιουργία κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας αποδείχτηκε φλυαρία μπροστά στην αναδίπλωση στις εθνικές αγορές. Η απουσία θεσμοθετημένης αλληλεγγύης είναι συνέπεια αυτού του κλειδώματος της ευρωπαϊκής ένωσης πάνω στη λειτουργία των αγορών. Αλλά πολλοί από όσους καταγγέλλουν την έλλειψη αλληλεγγύης, υπήρξαν αντίπαλοι της υιοθέτησης ευρωπαϊκού Συντάγματος. Μαζί με τις άλλες πρώην ανατολικές χώρες, η Ελλάδα σπρώχνεται στην πίσω αυλή του ευρωπαϊκού σπιτιού, ίσως και για να διασωθεί η σταθερότητα του σπιτιού.

Το δημοσιονομικό έλλειμμα

Ας δούμε ιστορικά όμως μιαν άλλη παράμετρο, αφήνοντας στην άκρη προς στιγμή την Ελλάδα. Το δημοσιονομικό έλλειμμα αποτυπώνει κοινωνικές σχέσεις. Αν δούμε ιστορικά την εξέλιξη των μεγεθών, θα διαπιστώσουμε ότι όσο αυταρχικότερες και συντηρητικότερες οι κυβερνήσεις, τόσο μικρότερο το έλλειμμα. Φυσικά και δεν μπορεί να γίνει οικονομική πολιτική με δανεικά. Αλλά το δίλημμα είναι μεγαλύτερες δημόσιες δαπάνες και υψηλότερη φορολογία, ή μικρότερη φορολογία αλλά περιορισμένες δημόσιες δαπάνες. Επιλογές με σαφές κοινωνικό πρόσημο. Υπάρχει όμως στην εξίσωση αυτή ένας μακροχρονίως αποσταθεροποιητικός παράγοντας. Το δημοσιονομικό έλλειμμα δεν αυξάνεται μόνο από τις σπατάλες ή τις παροχές, αλλά από τα συνολικά έξοδα λειτουργίας και διατήρησης των κοινωνιών. Δύο τυχαία παραδείγματα: Ας σκεφτούμε πόσο κόστιζε πριν από 40 χρόνια και πόσο κοστίζει σήμερα, από την άποψη της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης κάθε πρόσθετο έτος στη ζωή ενός συνταξιούχου, πόσο το προσδόκιμο ζωής επιμηκύνθηκε και πόσο οι συνταξιούχοι πολλαπλασιάστηκαν.

Ας συγκρίνουμε επίσης το κόστος, 40 χρόνια πριν και σήμερα, της αποκομιδής ενός κιλού σκουπιδιών με όλες τις αναγκαίες προδιαγραφές που προστέθηκαν στο μεταξύ διάστημα για να προστατέψουν τη δημόσια υγιεινή και το περιβάλλον· ας υπολογίσουμε ότι αυξήθηκε κατ΄ άτομο η παραγωγή απορριμμάτων και ότι όλα αυτά πολλαπλασιάζονται με την πληθυσμιακή μεγέθυνση. Τα παραδείγματα αυτά, που είναι άπειρα, δείχνουν ένα και μόνο συμπέρασμα: Γεωμετρική αύξηση των γενικών δαπανών συντήρησης και αναπαραγωγής της κοινωνίας. Ας ρωτήσουμε τώρα: Ηταν ανάλογα γεωμετρική η αύξηση της φορολογίας;

Παρατηρώντας αυτές τις δύο καμπύλες, των δημόσιων δαπανών και των δημόσιων εσόδων, εκείνο που διαπιστώνει ακόμη και ο αδαής περί τα οικονομικά αναγνώστης είναι μια συνεχώς διευρυνόμενη απόκλιση. Μεγαλύτερες και ανελαστικότερες οι δαπάνες, μικρότερα και ελαστικότερα τα έσοδα. Το μέλλον προοιωνίζεται ελλειμματικό και όχι μόνο για την Ελλάδα. Η Ελλάδα, βέβαια, είχε και τους πρόσθετους λόγους που είπαμε για να είναι μια από τις πρώτες χώρες που λύγισαν. Αν όμως το ελληνικό πρόβλημα βρίσκεται στα πρωτοσέλιδα του διεθνούς Τύπου είναι επειδή αποτυπώνει ένα παγκόσμιο πρόβλημα. Χωρίς να χάνουμε από τα μάτια μας τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής κρίσης, ας μη μας διαφεύγει ο διεθνής ορίζοντας και το χρονικό βάθος του.

Ελεύθερη πτώση χωρίς σχέδιο ανάκαμψης

ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΔΑΦΙΚΟ να βλέπουμε την κρίση ως ευκαιρία εθνικής ανασύνταξης. Ποια ανασύνταξη μπορεί να γίνει σε συνθήκες που το κράτος πτωχεύει και ξεπουλά τα στοιχειώδη, αφήνοντας την κοινωνία χωρίς σχέδιο ανάκαμψης και ανάπτυξης, έρμαιο στα κύματα της διεθνούς κρίσης, χωρίς καν το κύρος και την ικανότητα να εξασφαλίσει κανόνες δικαιοσύνης στην κατανομή των θυσιών; Αλλά, το ζήτημα είναι ότι δεν ξέρουμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Χωρίς να είμαι σε θέση να το τεκμηριώσω, η αίσθησή μου είναι ότι η κρίση δεν έχει φτάσει ακόμη στην κορύφωσή της, τόσο τη συγκυριακή όσο και τη δομική. Αν λ.χ. χρεοκοπήσει κάποια από τις μεγάλες ή μεσαίες χώρες το σκηνικό θα μεταβληθεί. Δεν είναι βέβαια αυτό μια παρηγοριά, ούτε θα ελαφρώσει το βάρος μας. Θα αλλάξει όπως το τοπίο και το «παράδειγμα» μέσα από το οποίο αντιλαμβανόμαστε την κρίση. Οι κρίσεις, όπως άλλωστε και οι πόλεμοι, είναι απρόβλεπτες. Για να χρησιμοποιήσω μια ιστορική αναλογία, πώς λ.χ. να μάντευε κανείς κατά τη διάρκεια του αλβανικού πολέμου, το φθινόπωρο του 1940, ότι ο πόλεμος θα κρατούσε πέντε χρόνια, ότι θα γινόταν παγκόσμιος και πως θα έμπλεκαν σε αυτόν Ρωσία και Αμερική; Ζούμε μια ανάλογου μεγέθους κρίση που δεν ξέρουμε πού θα μας βγάλει.
  • Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Σιωπούν οι διανοούμενοι; Υπάρχουν τολμηρές φωνές

  • ΤΗΣ ΒΑΣΩΣ ΚΙΝΤΗ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 21 Μαρτίου 2010
Ο Ρενέ Ντεκάρτ, ήρωας του Διαφωτισμού και θεμελιωτής της νεώτερης σκέψης, μαθαίνοντας το 1633 για τη δίκη του Γαλιλαίου από την Ιερά Εξέταση αποφασίζει να μη δημοσιεύσει την πραγματεία του περί Κόσμου και γράφει στον φίλο του Μερσέν ότι οι σκέψεις του δεν του είναι τόσο προσφιλείς για να διακινδυνεύσει μια ανάλογη δοκιμασία. Το μότο μου στη ζωή, γράφει, ήταν πάντα η φράση Βene vixit,qui bene latuit («Ζει καλά ο λάθρα βιώσας», φράση του Οβίδιου που ανακαλεί το επικούρειο «λάθε βιώσας»).

Μπορεί να είναι αναχρονιστικό να προβάλλουμε σε μια τόσο παλαιά εποχή τη σημερινή έννοια του διανοουμένου, όπως αυτή διαμορφώθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα σε σχέση με την υπόθεση Ντρέυφους, όμως προκαλεί τουλάχιστον απαρέσκεια να βλέπουμε έναν φιλόσοφο του διαμετρήματος του Ρ. Ντεκάρτ να φοβάται και να διστάζει απέναντι στην εξουσία και να απαρνείται δημοσίως τις απόψεις του προκειμένου να διασφαλίσει, όπως ομολογεί, μια άνετη ζωή.

Οσοι ρωτούν σήμερα, αλλά και κατά καιρούς, για τη σιωπή των διανοουμένων υπονοούν ότι θα πρέπει να τολμούν. Να τολμούν όχι μόνο να γνωρίσουν, όπως μας προέτρεπε ο άλλος ήρωας του Διαφωτισμού, ο Καντ (sapere aude), αλλά και να μιλούν, υπερασπιζόμενοι με παρρησία στον δημόσιο χώρο τόσο τις απόψεις τους όσο και υποθέσεις που αφορούν το κοινό καλό.

Η ιδέα πίσω από αυτή την παραίνεση είναι από τη μια ότι οι διανοούμενοι υπόκεινται μόνο στις δεσμεύσεις του λόγου, της αλήθειας, της δικαιοσύνης και δεν περιορίζονται, ή δεν πρέπει να περιορίζονται, από εξαρτήσεις και δουλείες υλικές, είναι δηλαδή ανεξάρτητοι, και από την άλλη ότι έχουν την ικανότητα, και ίσως την ισχύ, για να μιλήσουν για αυτούς, ή εξ ονόματος αυτών, που δεν μπορούν ή δεν έχουν τη γνώση.

Η εικόνα αυτή είναι παρωχημένη, εξιδανικευμένη και προβληματική. Οι διανοούμενοι δεν εγκαταβιούν στον χώρο του πνεύματος και δεν είναι το μέσον για να εκφραστούν δεδομένες αλήθειες του λόγου. Δεν έχουν πλέον μόνον αυτοί πρόσβαση στη γνώση, ενώ σε μια δημοκρατία όλοι οι πολίτες έχουν ευθύνη να μιλούν και να μεριμνούν για τις δημόσιες υποθέσεις. Δεν χρειάζεται να γίνονται ειδικά οι διανοούμενοι παράκλητοι. Το παράδειγμά τους ωστόσο είναι σημαντικό. Δεν είναι τόσο παράδειγμα σήμερα διαφωτιστή, καθοδηγητή ή αφ΄ υψηλού συνήγορου, αλλά παράδειγμα πολίτη που δεν εκφοβίζεται από μεγάλες ή μικρές εξουσίες, που φέρνει νέες ιδέες και τις ειδικές γνώσεις του στη δημόσια σφαίρα και υπερασπίζεται με ευαισθησία, αλληλεγγύη και συνέπεια αξίες και αρχές όχι για ένα ατομικό ιδιοτελές όφελος αλλά για το κοινό συμφέρον..

Στην Ελλάδα σήμερα υπάρχουν διανοούμενοι που τολμούν και μιλούν, συνήθως με επώδυνο γι΄ αυτούς κόστος. Δεν ακούγονται όμως πολύ γιατί η κοινή γνώμη είναι εθισμένη να αναγνωρίζει ακόμη και ως αντισυμβατικό ό,τι της είναι ήδη οικείο. Για να θεωρηθεί ότι μιλούν, πρέπει οι διανοούμενοι να πουν αυτό που η κοινή γνώμη έχει μάθει να περιμένει ως λόγο διανοουμένων και καλλιτεχνών. Δημιουργείται όμως το εξής παράδοξο: ενώ κυκλοφορεί συχνά στις οθόνες και στα πρωτοσέλιδα ένας παγιωμένος λόγος «διανοουμένων» (που περιφρονεί την πολιτική και τους πολιτικούς, υμνεί την πατρίδα, κολακεύει τον λαό, κτλ.), συγχρόνως εμφανίζονται σχόλια ότι οι διανοούμενοι δεν μιλούν! Είναι σαν να αναγνωρίζεται ότι, παρά τα φώτα των προβολέων, ο εύκολος αυτός λόγος δεν μπορεί να υποκαταστήσει μια αυθεντικά τολμηρή φωνή. Παραμένει κουρασμένος, προκατασκευασμένος, θαμπός. Ανακυκλώνει ευάρεστα ιδεολογικά στερεότυπα, δεν κάνει τον κόπο να αφουγκραστεί τι συμβαίνει, δεν διαφωτίζει, ούτε κινητοποιεί. Μπορεί ωστόσο, αν έτσι έχουν τα πράγματα, ακόμη και το κοινότοπο πλέον αίτημα να μη σιωπούν οι διανοούμενοι να λειτουργεί υπομνηστικά για να μας κατευθύνει να αναζητήσουμε τις πραγματικά τολμηρές και υπεύθυνες φωνές που προσθέτουν στα δημόσια πράγματα τις γνώσεις, την κρίση και την εμπειρία τους όχι ως αυθεντίες με οίηση, αλλά ως πολίτες με ενδιαφέρον για ένα κοινό μέλλον.

  • Η κυρία Βάσω Κιντή είναι επίκουρη καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου των Αθηνών.

Σιωπούν οι διανοούμενοι; Τοπίο στην ομίχλη

  • ΤΟΥ ΝΑΣΟΥ ΒΑΓΕΝΑ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 21 Μαρτίου 2010
Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αν σιωπούν οι διανοούμενοι σήμερα στη χώρα μας θα πρέπει πρώτα να προσδιορίσουμε ποιοι είναι οι διανοούμενοι στη χώρα μας, πράγμα κάθε άλλο παρά εύκολο. Διότι η έννοια του διανοουμένου είναι στα καθ΄ ημάς τόσο συγκεχυμένη που θα έπρεπε πρώτα να επιχειρήσουμε ορισμένες βασικές διακρίσεις.

Η βασικότερη διάκριση που θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς είναι εκείνη ανάμεσα στην ευρύτερη και στη στενότερη έννοια του όρου. Με την ευρύτερη έννοια διανοούμενος είναι- μιλάω πάντοτε για την Ελλάδα- εκείνος που θεωρείται διανοούμενος (είτε από τους άλλους είτε από τον εαυτό του). Με την έννοια αυτή οι διανοούμενοι είναι σήμερα τόσο πολλοί ώστε να αποτελούν μία από τις πολυπληθέστερες τάξεις στη χώρα μας. Με τη στενότερη- δηλαδή, με την ακριβέστερη- έννοια του όρου, διανοούμενοι, κατά τη γνώμη μου, είναι όσοι διαθέτουν τις εξής τρεις ιδιότητες (και τις τρεις):

α) Εχουν τις απαιτούμενες γνώσεις για τα φλέγοντα κοινωνικοπνευματικά ζητήματα της εποχής τους. β) Σκέφτονται με το μυαλό τους, όχι με το μυαλό των άλλων. γ) Διατυπώνουν δημοσίως τις σκέψεις τους για τα παραπάνω ζητήματα.

Σύμφωνα με την έννοια αυτή, οι διανοούμενοι στη χώρα μας είναι, αν δεν κάνω λάθος, τόσο λίγοι ώστε να μην μπορούν να γεμίσουν μια αίθουσα σεμιναρίου. Και τούτο γιατί οι περισσότεροι από τους διανοουμένους με την ευρεία έννοια δεν διαθέτουν τη δεύτερη- και σπουδαιότερη- από τις τρεις ιδιότητες που διακρίνουν τους διανοουμένους με την ακριβέστερη, δηλαδή με τη σωστή, έννοια του όρου (πολύ συχνά δεν διαθέτουν ούτε και την πρώτη). Είναι, πιστεύω, σπουδαιότερη η δεύτερη ιδιότητα, γιατί διανοούμαι σημαίνει στοχάζομαι, συλλογίζομαι σε βάθος, σκέφτομαι κριτικά.

Θα πρέπει να σταθούμε λίγο σε αυτή την έλλειψη. Ως συναρτώμενη με την περιφερειακή θέση της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό και στο ευρύτερο δυτικό διανοητικό γίγνεσθαι, είναι, ως έναν βαθμό, κατανοήσιμη. Λέω ως έναν βαθμό, γιατί το γεγονός ότι η νεοελληνική διανόηση υπήρξε σχεδόν πάντοτε μεταπρατική των ιδεών που παράγονται στα διανοητικά κέντρα δεν δικαιολογεί τη σημερινή έκταση της απουσίας αυτενέργειας στη σκέψη της. Ελάχιστοι είναι οι σημερινοί έλληνες διανοούμενοι που συνδιαλέγονται δημιουργικά με τις ιδέες των διανοουμένων των κέντρων, δηλαδή που παράγουν δική τους σκέψη και που θα μπορούσαν ως εκ τούτου να χαρακτηριστούν διανοούμενοι με την ουσιαστική έννοια του όρου. Οι περισσότεροι- οι συντριπτικά περισσότεροι- αναπαράγουν άκριτα τις «κεντρικές» ιδέες, ακόμη και όταν οι ιδέες αυτές είναι φανερό ότι δεν μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα την ελληνική πραγματικότητα. Από την άποψη αυτή, η ελληνική διανόηση παραμένει αφόρητα επαρχιωτική!

Τα παραπάνω ήταν, πιστεύω, απαραίτητα αν θέλουμε να απαντήσουμε με κάποια ακρίβεια στο ερώτημα αν οι έλληνες διανοούμενοι σιωπούν ή όχι σήμερα, σε μιαν εποχή που ο λόγος της διανόησης είναι στον τόπο μας ιδιαίτερα αναγκαίος. Σε ό,τι αφορά τους διανοουμένους με την ουσιαστική έννοια του όρου, θα έλεγα ότι γενικά δεν σιωπούν, με τη διευκρίνιση όμως ότι, επειδή είναι πολύ λίγοι και επειδή ορισμένοι από αυτούς μιλούν λιγότερο απ΄ ό,τι θα έπρεπε ή δεν μιλούν καθόλου, η φωνή τους διακρίνεται πολύ δύσκολα. Και αυτό γιατί χάνεται κάτω από τη φωνή των διανοουμένων με τη μη ουσιαστική έννοια του όρου, οι περισσότεροι από τους οποίους όχι μόνο μιλούν, ενίοτε ακατάσχετα, αλλά και συχνά φωνασκούν.

Εχοντας λοιπόν απεικονίσει το τοπίο των διανοουμένων μας σήμερα με τους όρους που το περιέγραψα, θα μπορούσε κανείς, ως προς την παρουσία τους στην ελληνική πραγματικότητα, να επιχειρήσει να καταρτίσει μια τυπολογία τους. Ετσι θα έλεγα ότι οι έλληνες διανοούμενοι γενικά, δηλαδή με την ευρύτερη έννοια του όρου (στην οποία περιλαμβάνονται, βέβαια, και οι διανοούμενοι με τη στενότερη έννοιά του), θα μπορούσαν να διακριθούν σήμερα σε επτά κατηγορίες, στις εξής:

1. Σε εκείνους που μιλούν όσο θα έπρεπε.

2. Σε εκείνους που, δυστυχώς, μιλούν λίγο.

3. Σε εκείνους που, δυστυχώς, σιωπούν.

4. Σε εκείνους που, ευτυχώς, μιλούν λίγο.

5. Σε εκείνους που, ευτυχώς, σιωπούν.

6. Σε εκείνους που, δυστυχώς, μιλούν πολύ.

7. Σε εκείνους που, δυστυχώς, δεν σιωπούν.

Αθροίζοντας συγκριτικά τις ποσότητες ομιλίας και σιωπής των παραπάνω κατηγοριών το εξαγόμενο (μιλώντας πάντοτε γενικά) φέρνει αναπόφευκτα στον νου τον γνωστό δεκασύλλαβο στίχο του ιρλανδού ποιητή Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς (1865-199), τον οποίο μεταφράζω στον εθνικό μας δεκαπεντασύλλαβο:

Αυτοί που ξέρουν δεν μιλούν κι όσοι μιλούν δεν ξέρουν.

  • Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Σιωπούν οι διανοούμενοι;

Το φαινόμενο σύνηθες. Οποτε ξεσπά μια μεγάλη κοινωνική κρίση, το στερεότυπο ερώτημα επανέρχεται: «Γιατί σιωπούν οι διανοούμενοι;». Η οικονομική κρίση που βιώνουμε αποτελεί αφορμή για να ανοίξει- και πάλι - η συζήτηση. Σιωπούν όμως πράγματι οι διανοούμενοι; Αν ναι, είναι από αγανάκτηση και από αηδία; Είναι φυγή; Υπεκφυγή; Ή απλώς δεν έχουν κάτι συγκεκριμένο να προτείνουν; Και αν όχι, μήπως φταίμε εμείς που δεν ανατρέχουμε στον λόγο τους, ή μήπως στο σύγχρονο μιντιακό τοπίο δεν έχουν θέση;
ΑΝ ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ είναι γιατί δεν μιλούν οι διανοούμενοι για την κρίση, η απάντηση είναι καλύτερα να σιωπούν. Είναι απίστευτο τι γράφεται. Για τον ένα φταίει ο «κλεφτοαρματωλισμός» (sic!). Για έναν άλλο το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν πέρασε Αναγέννηση, Μεταρρύθμιση, Διαφωτισμό, Βιομηχανική Επανάσταση κλπ., για το ότι δηλαδή είναι ό,τι δεν είναι. Η Μεταπολίτευση και το πνεύμα της είναι ένας συνήθης τα τελευταία χρόνια ύποπτος. Κάποιος ονειρεύτηκε τον Τσόρτσιλ να σώζει την Ελλάδα όπως στα Δεκεμβριανά. Ο καταπιεσμένος εσωτερικός οριενταλισμός βρήκε ευκαιρία να εκδηλωθεί, κάνοντας ηχώ με τον οριενταλισμό των δυτικών μέσων ενημέρωσης, δείχνοντας άλλη μια φορά πόσο εύθραυστη είναι η θέση της Ελλάδας στον δυτικό αναπτυγμένο κόσμο όχι μό νο γεωπολιτικά, αλλά και στις συνειδήσεις. Και όμως δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που όλοι πανηγυρίζαμε για το γεγονός ότι με το ευρώ η Ελλάδα μπήκε στον κύκλο των ισχυρών της Ευρώπης. Συζητούσαμε για την αισιόδοξη εκδοχή της νεο-ελληνικής ιστορίας, λέγοντας ότι το ερώτημα δεν είναι γιατί η Ελλάδα καθυστέρησε σε σχέση με την Ευρώπη, αλλά πώς τα κατάφερε εκκινώντας από ένα καθυστερημένο περιβάλλον να προσεγγίσει την αναπτυγμένη Ευρώπη. Ποιος φανταζόταν παρόμοια ανατροπή, κατά την οποία η Ελλάδα από νησίδα ευρωπαϊκής σταθερότητας στα Βαλκάνια μετατράπηκε σε θρυαλλίδα αποσταθεροποίησης του Ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης;

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

«Κουλτουριάρης» ή απλώς διανοούμενος;

Author Umberto Eco. Photo Guido Harari/Contrasto/Redux. Courtesy Raincoast Books.Author Umberto Eco. Photo Guido Harari/Contrasto/Redux. Courtesy Raincoast Books.

Αυτοί που σήμερα είναι έτοιμοι να πυροβολήσουν τους διανοουμένους απλώς δεν διαβάζουν


Πρόσφατα ξεκίνησε στην Ιταλία μια συζήτηση με μειωτικούς όρους, όπως «κουλτουριάρης» (culturame) και «σκουπίδι της διανόησης», ο οποίοι χρησιμοποιούνται πάλι ύστερα από δεκαετίες. Πολιτικοί σε πολλές κυβερνήσεις επιστρατεύουν αυτούς τους όρους για να μειώσουν τους διανοουμένους της αντιπολίτευσης.

Οπως θυμάμαι, ο όρος «κουλτουριάρης» εισήχθη από τον Μάριο Σέλμπα, τον ιταλό υπουργό Εσωτερικών στα τέλη της δεκαετίας του ΄40, άνδρα πιστό μόνο στη λογική του ροπάλου.

Ο Σπύρος Αγκνιου, ο αντιπρόεδρος του Ρίτσαρντ Νίξον, αναφερόταν σε «ξεπεσμένους υπερόπτες», φέρνοντας στο μυαλό τις παλιές, εβδομαδιαίες εφημερίδες επί φασισμού, οι οποίες γελοιοποιούσαν τους συγγραφείς ή τους διανοουμένους που δεν έλεγαν καλά το ρο, αναφερόμενες σε «γομαντικούς ποιητές». «Αβγοκέφαλοι» (eggheads) ήταν μια ανάλογη έκφραση που χρησιμοποιούνταν στα αγγλικά. Και κατά τη διάρκεια των πολιτικών αγώνων της μεταπολεμικής περιόδου, οι δεξιοί διαμορφωτές σκέψης αναβίωσαν την έκφραση «χρήσιμοι ηλίθιοι» , με την οποία ο Βλαντίμιρ Λένιν περιέγραψε τους διανοουμένους που απλώς συμπαθούσαν την Αριστερά. Ολοι αυτοί οι όροι ενισχύουν την ιδέα πως η περιφρόνηση για τους διανοουμένους είναι ένα χαρακτηριστικό της Δεξιάς. Λογικό επακόλουθο μοιάζει το να μην υπάρχουν δεξιοί διανοούμενοι, αφού όλοι οι διανοούμενοι είναι με την αντιπολίτευση.

Από τη φύση του ένας διανοούμενος είναι πάντα αντίθετος σε κάτι. Αλλά ακόμη και οι δεξιοί μπορούν να είναι αντίθετοι σε πολλά πράγματα. Εχουν υπάρξει σπουδαίοι συντηρητικοί διανοούμενοι, ορισμένοι ακόμη και αντιδραστικοί. «Αντιδραστικός» δεν είναι μια κακή λέξη. Πολλοί πνευματικοί άνθρωποι και καλλιτέχνες έχουν ονειρευτεί την επιστροφή σε μια παράδοση ή σε κάποιο «παλαιό καθεστώς».

Αντιδραστικός δεν είναι απαραιτήτως κάποιος που θέλει να πεινάσουν οι εργαζόμενοι ούτε είναι αυτομάτως φασίστας. Με αυτή τη λογική ο Δάντης ως διανοούμενος ήταν μέγας αντιδραστικός. Και στην εποχή μας πολλοί συγγραφείς δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να επικρίνουν τους νεωτερισμούς, την τεχνολογία και την επαναστατική ουτοπία.

Πρόσφατα η ιταλική Δεξιά ανέδειξε ως πνευματικούς της «ήρωες» ανθρώπους που ήταν αριστεροί εξ ορισμού, με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση (ίσως όχι άδικα) του ιταλού διανοουμένου και σκηνοθέτη Πιερ Πάολο Παζολίνι, δεδομένου ότι υπερασπίστηκε την επιστροφή ανθρώπων και φύσης στο προβιομηχανικό στάδιο.

Ελάχιστοι έξω από την Ιταλία (ή μέσα σε αυτήν) θα το θυμούνται αυτό, αλλά τη δεκαετία του ΄60 έγινε πολλή συζήτηση για την αναγέννηση μιας δεξιάς κουλτούρας. Κυκλοφόρησε ακόμη κι ένα περιοδικό, υπό τον τίτλο «La Destra» («Η Δεξιά»). Εκδότες όπως ο Μποργκέζε από μικροϋπερασπιστές του Αδόλφου Χίτλερ έφτασαν να εκδίδουν κείμενα του Σπύρου Αγκνιου (που κάποτε αποκλήθηκε «ο αντιδραστικότερος αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ο άνδρας που λέει δυνατά ό,τι ο Ρίτσαρντ Νίξον λέει μέσα απ΄ τα δόντια του»).

Οι εκδόσεις Ρουσκόνι που είχαν εκδώσει πολλούς εκπροσώπους της «δεξιάς διανόησης», από τον ιάπωνα συγγραφέα Γιούκιο Μισίμα ως τον Ρουμάνο Βιντίλα Χορία, από τον ιταλό συγγραφέα Τζιουζέπε Πρετζολίνι ως τον συγγραφέα και πολιτικό Πανφίλο Τζεντίλε, ανακαλύπτουν και πάλι μια αληθινή, «μεγάλη» αντιδραστική φιλοσοφία, όπως αυτή του Ζοζέφ ντε Μεστρ, του γάλλου διπλωμάτη της μετεπαναστατικής εποχής, ο οποίος θεωρείται πρόδρομος του φασισμού.

Για να βρούμε μεγάλους συγγραφείς που ήταν ή είναι δεξιοί, συντηρητικοί ή αντιδραστικοί, χρειάζεται μόνο να κοιτάξουμε γύρω μας. Μπορούμε να βρούμε φασίστες ή αντισημίτες συγγραφείς, όπως ο Λουί-Φερντινάν Σελίν ή ο Εζρα Πάουντ, και εχθρούς της σύγχρονης εποχής, όπως ο αυστριακός ιστορικός της τέχνης Χανς Σεντλμαΐρ, ο γερμανός φιλόσοφος Μάρτιν Χάιντεγκερ ή ο γάλλος διανοούμενος Ρενέ Γκενόν. Αν ψάξουμε τους καταλόγους των «δημοκρατικών» εκδοτών, μπορούμε να βρούμε προσπάθειες αριστερών να χαρακτηρίσουν «δικούς τους» δεξιούς συγγραφείς, όπως τον Ερνστ Γιούνγκερ ή τον Οσβαλντ Σπένγκλερ. Αραγε αυτοί οι δεξιοί συγγραφείς δεν είναι επίσης «κουλτουριάρηδες»;

Η αλήθεια είναι ότι αντιλαμβανόμαστε τη Δεξιά σαν να είναι κάτι ομοιογενές. Αλλά ακόμη και σε αυτούς τους κύκλους βρίσκουμε διανοουμένους που αναγνωρίζουν «τον εαυτό τους». Ακριβώς γιατί είναι διανοούμενοι, δεν κολλάνε εύκολα στους αντιπάλους τους την ταμπέλα του «σκουπιδιού της διανόησης» ή των «ξεπεσμένων υπεροπτών».

Αλλοι, πλάσματα του συστήματος των ρουσφετολογικών διορισμών, λακέδες των πολιτικών, που ενδιαφέρονται μόνο για την εξουσία (ή τα χρήματα), δεν έχουν ποτέ διαβάσει αρκετά για να γνωρίζουν ότι υπάρχουν δεξιοί διανοούμενοι. Βλέπουν μόνον τους αριστερούς της αντιπολίτευσης. Στα μυαλά τους ο διανοούμενος είναι συνώνυμο του αντίθετου. Οπως ο ναζιστής διοικητής της Λουφτβάφε Χέρμαν Γκέρινγκ, μόλις ακούν για κουλτούρα βγάζουν έξω τα ρεβόλβερ τους.

Αν και η απόδοση της φράσης στον Γκέρινγκ αμφισβητείται, η φράση ακούγεται στο φιλοναζιστικό έργο «Σλαγκέτερ» του Χανς Γιοστ: «Οταν ακούω για κουλτούρα, βγάζω το μπράουνινγκ μου». Αλλά αυτοί που σήμερα είναι έτοιμοι να πυροβολήσουν τους διανοούμενους δεν γνωρίζουν τίποτε για την προέλευση της φράσης. Δεν διαβάζουν. Απλώς δεν διαβάζουν.

Το τελευταίο βιβλίο του ιταλού συγγραφέα και δοκιμιογράφου Ουμπέρτο Εκο είναι «Η ιστορία της ασχήμιας». Εχει επίσης συγγράψει, μεταξύ άλλων, τα διεθνώς ευπώλητα βιβλία «Το όνομα του Ρόδου», «Μπαουντολίνο» και «Το εκκρεμές του Φουκώ».

© 2009 Umberto Εco/ L΄ Εspresso (Distributed by Τhe Νew Υork Τimes Syndicate)

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2009

Γάλλοι διανοούμενοι στον υπαρκτό σοσιαλισμό

Του Φιλιππου Xατζοπουλου, Η Καθημερινή, 17/01/2009. Ο λογοτεχνικός κόσμος της Γαλλίας, αλλά και οι υπόλοιποι διανοούμενοί της, που γέννησαν τον Διαφωτισμό, στελέχωσαν τη Γαλλική Επανάσταση και αμφισβήτησαν κάθε αυταρχικό ολίσθημα, δεν θα μπορούσαν να απουσιάσουν και να παραμείνουν αποστασιοποιημένοι από τα μεγάλα πολιτικά και κοινωνικά πειράματα του 20ού αιώνα. Η Ρωσική Επανάσταση και η δημιουργική έκρηξη που τη συνόδευσε, προσέλκυσαν πλήθος Γάλλων στη «Μεγάλη Σοσιαλιστική Πατρίδα». Οι επισκέψεις αυτές είχαν συνήθως προσκυνηματικό χαρακτήρα, ενώ το καθεστώς φρόντιζε να προσκαλεί θετικά διακείμενους προς αυτό συγγραφείς. Χαρακτηριστικά παραδείγματα σοβιετικής φιλοξενίας και διεθνιστικής αλληλεγγύης αποτελούν οι επισκέψεις του Αντρέ Μαλρό στην ΕΣΣΔ του 1934, του Αντρέ Ζιντ στη χώρα δύο χρόνια αργότερα, αλλά και αυτή του Ρολάν Μπαρτ στην Κίνα της Πολιτιστικής Επανάστασης το 1974. Οι Γάλλοι διανοούμενοι είναι, όμως, απρόβλεπτοι και δεν ικανοποιούν πάντοτε τις προσδοκίες που τρέφουν οι οικοδεσπότες τους. Ο ιδεολογικός και πολιτικός καιροσκοπισμός του Μαλρό τον προστατεύει από τέτοιο «ατόπημα», την ώρα που ο Ζιντ εκφράζει τις διαφωνίες του με τον σταλινικό αυταρχισμό και ο Μπαρτ κατακεραυνώνει την πνευματική ομοιομορφία και την τυραννική επιβολή της «γραμμής» σε κάθε έκφανση της καθημερινής ζωής των Κινέζων. Η στάση του πνευματικού κόσμου της Γαλλίας τη δεκαετία του 1930 καθορίζεται από τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις, όπως είναι η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου και οι τολμηρές φιλεργατικές της μεταρρυθμίσεις, αλλά και από τις διεθνείς συγκυρίες, όπως την επικράτηση του σταλινισμού στην ΕΣΣΔ και τη φυγή του Λέοντος Τρότσκι, τον ισπανικό εμφύλιο, τον αποικιοκρατικό επεκτατισμό και την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Η ιδεολογική πόλωση είναι έντονη και αποκαλύπτεται κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, με λογοτέχνες και πνευματικούς ανθρώπους -όπως ο Πιέρ Ντριέ Λα Ροσέλ, ο Σαρλ Μοράς, ο Λουί-Φερντινάν Σελίν και ο Ρομπέρ Μπραζιγιάκ- να επιλέγουν το στρατόπεδο της συνεργασίας και του δωσιλόγου στρατάρχη Πετέν και άλλους - όπως ο Ζιντ, ο Μαλρό, ο Λουί Αραγκόν, ο Αλμπέρ Καμύ και ο Σαρλ Πρεβέρ να προτιμούν την αντίσταση.

Αντρέ Ζιντ: αδέσμευτος στην Κόκκινη Πλατεία

Η οξυδέρκεια του Αντρέ Ζιντ και το ερευνητικό του πνεύμα τον έκαναν να σκύψει με μεγάλο ενδιαφέρον πάνω στις ελπιδοφόρες πολιτικές θεωρίες και τα κοινωνικά πειράματα της Σοβιετικής Ενωσης. Ο Ζιντ εδραιώνει τη φήμη του ως δηκτικός ταξιδιώτης από το 1925 κιόλας με το ταξίδι του στη Γαλλική Ισημερινή Αφρική, αλλά και το βελγικό Κονγκό, όπου πείθεται για τα δεινά της αποτρόπαιης και συστηματικής εκμετάλλευσης των τοπικών πληθυσμών.

Η αφρικανική του εμπειρία τον ωθεί σε σαφείς αντι-καπιταλιστικές θέσεις και στο Κομμουνιστικό Κόμμα, όπου στρατεύονται δεκάδες Γάλλοι διανοούμενοι τη δεκαετία του 1930. Τα «κοινωνικά ερωτήματα» που τον απασχόλησαν στο Κονγκό τον κάνουν να στραφεί με ελπίδα προς την ΕΣΣΔ. «Το πυκνό δάσος που με θέλγει και με κάνει να χάνομαι στο εσωτερικό του είναι αυτό των κοινωνικών ζητημάτων. Στην ΕΣΣΔ, τα κοινωνικά αυτά ζητήματα δεσμεύουν την προσοχή σας και σας καταπιέζουν αφόρητα για να σας ξυπνήσουν», γράφει λίγο καιρό πριν επισκεφθεί τη χώρα. Το 1934 ο Ζιντ πηγαίνει στο Βερολίνο, μαζί με τον Αντρέ Μαλρό, για να καταθέσουν ως μάρτυρες υπεράσπισης στη δίκη των κομμουνιστών, που κατηγορούνται για τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ τον Φεβρουάριο του 1933, μεταξύ τους και ο Βούλγαρος ηγέτης, Γκιόργκι Ντιμιτρόφ.

Δύο χρόνια αργότερα, υποχωρεί στις εκκλήσεις της Μόσχας συγκινημένος από τις καλές πωλήσεις των βιβλίων του στην ΕΣΣΔ (400.000 αντίτυπα σε λίγους μήνες) και αποφασίζει να ταξιδέψει στη χώρα. Το ταξίδι έχει σαν κεντρικό του άξονα συνάντηση του Ζιντ με τον Μαξίμ Γκόρκι. Ο Γκόρκι, όμως, πεθαίνει την ημέρα άφιξης του Ζιντ στη σοβιετική πρωτεύουσα. Η εκτίμηση που νιώθει ο Στάλιν για το πρόσωπό του είναι τέτοια, που ζητεί από τον Ζιντ να εκφωνήσει τον επικήδειο στην Κόκκινη Πλατεία.

Ο Ζιντ μοιάζει αρχικά να μην έχει αντιληφθεί τις Μεγάλες Δίκες που διχάζουν τη σοβιετική κοινωνία και στέλνουν στον θάνατο πολλούς παλιούς Μπολσεβίκους, προτιμώντας να περιγράψει τις κατασκηνώσεις πιονιέρων, τα πολιτιστικά πάρκα και τα πρότυπα εργοστάσια. Σταδιακά, όμως, η ανοησία του σταχανοφισμού, η ασφυκτική γραφειοκρατεία, η αποτυχία του σχολικού συστήματος και η φίμωση διανοουμένων και επιστημόνων κάνουν την αμφιβολία να φωλιάσει στο μυαλό του πάντοτε αντικομφορμιστή Ζιντ.

Στο βιβλίο του «Επιστροφή από την ΕΣΣΔ», ο Ζιντ αποκαλύπτει την απογοήτευσή του, δίνοντας δίκιο στον Λέοντα Τρότσκι και τον Βικτόρ Σερζ, που τον είχαν προειδοποιήσει για τη σταλινική πραγματικότητα. Την τόλμη του Ζιντ, που βρέθηκε εξοστρακισμένος από τους προοδευτικούς κύκλους μετά τη δημοσίευση της «Επιστροφής», χαιρέτισαν ο Ζαν-Πολ Σαρτρ και ο Αλμπέρ Καμύ, χαρακτηρίζοντας τη στάση του Ζιντ πρωτοπόρα και γενναία.



Μπαρτ: η βαθιά πλήξη στην Κίνα του Μάο...

Με ανυπομονησία αναμένει ο εκδοτικός κόσμος της Γαλλίας την κυκλοφορία των «Τετραδίων» του Ρολάν Μπαρτ από το ταξίδι του στην Κίνα του Μάο και της Μεγάλης Πολιτιστικής Επανάστασης το 1974. Χάρη στην προδημοσίευση των κειμένων στην ιστοσελίδα «Rue89.com», ο αναγνώστης μπορεί να απολαύσει τις δηκτικές περιγραφές του Κοινωνιολόγου για όσα είδε στην Κίνα.

Ο Μπαρτ, μαζί με τη συντακτική ομάδα της επιθεώρησης «Tel Quel» -που αποτελείτο από τον φιλόσοφο Φιλίπ Σολέρς, τη σύζυγό του, Τζουλιά Κριστεβά, τον ποιητή Μαρσελέν Πλενέ και το φιλόσοφο Φρανσουά Βαλς- χάνει αμέσως κάθε ψευδαίσθηση και εξεγείρεται κατά της πλήξης που του προκαλούν οι προσεκτικά χορογραφημένες δραστηριότητες.

Απόλυτος έλεγχος

«Αδιαμφισβήτητο γεγονός: απόλυτος έλεγχος της πληροφόρησης, κάθε πληροφορίας, από την πολιτική μέχρι και τον έρωτα», γράφει στα «Τετράδια». Λίγες ημέρες αργότερα, η ομάδα των Γάλλων διανοουμένων είναι προσκεκλημένη για να παρακολουθήσει την παρέλαση της Πρωτομαγιάς στο Πεκίνο. Ο Μπαρτ γράφει μετά το τέλος της τελετής: «Κούραση και κατάθλιψη. Αυτή η Πρωτομαγιά μου δημιούργησε την εφιαλτική φαντασίωση μιας ανθρωπότητας που παλεύει πολιτικά μέχρι θανάτου για να επιστρέψει στην παιδικότητα. Η παιδικότητα αποτελεί άραγε το μέλλον του ανθρώπου; 10.30 μ.μ. Βγαίνουμε από την ατελείωτη τελετή εξουθενωμένοι και μελαγχολικοί».

Μετά την επιστροφή του στη Γαλλία, ο Μπαρτ δημοσιεύει σχόλιο για την Κίνα και την Πολιτιστική Επανάσταση στη «Monde», που προκαλεί χάρη στην απόλυτη ουδετερότητά του. Σφοδρή επίθεση εξαπολύει κατά του Μπαρτ για το λόγο αυτό, ο Βέλγος ιστορικός και μελετητής της Κίνας, Σιμόν Λέις, που πρώτος αποκάλυψε και κατήγγειλε την παρανοϊκή και καιροσκοπική φύση της Πολιτιστικής Επανάστασης. «Ο Μπαρτ άνοιξε μία πολύ μικρή βρύση χλιαρού νερού. Με το άρθρο του για την Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα προσδίδει νέο κύρος στην παλαιότατη συνήθεια της ανούσιας συζήτησης. Εκ μέρους του πλήθους των γηραιών κυριών, που κάθε πέντε ή έξι ημέρες κουβεντιάζουν στα τεϊοποτεία, θέλω να απευθύνω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον κ. Μπαρτ», έγραφε ο Λέις.


Μαλρό: η καταξίωση του ιδεολογικού καιροσκοπισμού

«Ο Αντρέ Μαλρό δεν θα μπορέσει ποτέ να φθάσει την ηθική ανεξαρτησία, καθώς γεννήθηκε πρόθυμος να εξαγορασθεί». Τα σκληρά αυτά λόγια για τον Αντρέ Μαλρό προήλθαν από τον Λέοντα Τρότσκι, μετά από συνάντηση που είχαν οι δύο άνδρες κατά τη διάρκεια των αδιάκοπων μετακινήσεων του Τρότσκι τη δεκαετία του 1930.

Η εκτίμηση του γηραιού επαναστάτη ήταν εύστοχη. Τον τυχοδιωκτικό του χαρακτήρα απέδειξε, άλλωστε, από νωρίς ο -μετέπειτα υπουργός Πολιτισμού- Μαλρό, όταν συνελήφθη το 1926 στην αποικιακή Καμπότζη αφού είχε αποσπάσει κομμάτια ναών του πολιτισμού των Χμερ, τα οποία σκόπευε να πάρει μαζί του στο Παρίσι. Ο νεαρός Μαλρό κατάφερε τότε να συγκινήσει σημαντική μερίδα της γαλλικής προοδευτικής «ιντελιτζένσια», που μεσολάβησε για την απελευθέρωσή του, εμφανίζοντας τη δίωξή του ως διωγμό αριστερού δημοσιογράφου από την αποικιακή διοίκηση.

Ο Ισπανικός Εμφύλιος προσφέρει στον Μαλρό την ευκαιρία που πάντα αναζητούσε. Ο τυχοδιωκτισμός του αποδεικνύεται χρήσιμος, καθώς πετυχαίνει να ιδρύσει μοίρα μαχητικών αεροσκαφών για λογαριασμό της δημοκρατικής κυβέρνησης. Ο Μαλρό, όμως, δεν υπήρξε ποτέ ο Γάλλος Χεμινγουέι, καθώς υιοθέτησε άκριτα τις εσφαλμένες θέσεις του Κ.Κ. στην Ισπανία, ενώ επιστρέφοντας στο Παρίσι προσπάθησε να πείσει τον Αντρέ Ζιντ να αναβάλει τη δημοσίευση του επικριτικού για την ΕΣΣΔ βιβλίου του.

Ο Μαλρό έχει άλλωστε ταξιδέψει στην ΕΣΣΔ το 1934, με αφορμή το 1ο Συνέδριο Σοβιετικών Λογοτεχνών, ενώ στο βιβλίο που προκύπτει από την επίσκεψη αυτή, τα «Τετράδια της ΕΣΣΔ», αποφεύγει να ασκήσει ευθέως κριτική στο σταλινικό σύστημα διακυβέρνησης, προτιμώντας να περιγράψει τις εμπειρίες του στο πλευρό σπουδαίων λογοτεχνών, όπως ο Μπόρος Πάστερνακ, ο Ιλια Ερενμπουργκ και ο Αλέξης Τολστόι.

Η σταδιακή απομάκρυνση του Μαλρό από τον σταλινισμό, τον οδηγεί στις αγκάλες της γαλλικής γκωλικής Δεξιάς και στον θώκο του υπουργού Πολιτισμού στα μέσα της δεκαετίας του 1960.