Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λιάκος Α.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λιάκος Α.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

Περισσότερη ελευθερία, λιγότερη ανισότητα

Πρέπει να υπερβούμε την πολυπολιτισμικότη- τα, αλλά είναι μύθος ότι απέτυχε. Σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες που δέχτηκαν μετανάστες, και μάλιστα μετανάστες από την Τουρκία και τις άλλες ισλαμικές χώρες, ο προσεκτικός παρατηρητής θα διαπιστώσει ότι αυξάνονται όχι μόνο οι φοιτητές και οι φοιτήτριες στα πανεπιστήμια, αλλά επίσης ερευνητές και καθηγητές που προέρχονται από αυτές τις μεταναστευτικές κοινότητες. Βραβεία λογοτεχνίας, αλλά και επιχειρηματικότητας, απονέμονται σε άνδρες και γυναίκες από τις ίδιες ομάδες, ενώ αναδεικνύονται επίσης πολιτικοί οι οποίοι δεν αντιπροσωπεύουν μόνο τις μικρές τους κοινότητες αλλά μερίδες συνολικά του πληθυσμού. Το επιχείρημα της αποτυχίας του πολυπολιτισμού χρησιμοποιείται από φόβο και για να φοβίσει. Σε εποχές κρίσης και φόβου για το μέλλον, παρόμοιες πολιτικές αναδιπλώσεις αποκτούν ακροατήριο, όσο αβάσιμες και παράλογες και αν είναι.

Αλλά γιατί τότε, γιατί πρέπει να υπερβούμε την πολιτική της πολυπολιτισμικότητας Για δύο λόγους: Ο πρώτος γιατί με τον τρόπο που ασκείται η πολυπολιτισμικότητα ενισχύει τις παραδοσιακές δομές εξουσίας των μειονοτικών ομάδων. Η μπούρκα, λ.χ., δεν έχει να κάνει μόνο με πολιτισμική ιδιαιτερότητα αλλά και με τις σκληρές δομές ανδρικής εξουσίας πάνω στις γυναίκες, πατρικής πάνω στην οικογένεια, θρησκευτικής πάνω στην κοινότητα. Δεν υπάρχει λόγος αυτά που οι προοδευτικοί άνθρωποι αντιμάχονται στην κοινωνία τους να αφήνουν να συμβαίνουν σε κλειστές ομάδες στο όνομα του σεβασμού της διαφορετικότητας. Δεν υπάρχει λόγος, αν δεχόμαστε τη ρευστότητα και την πολλαπλότητα των δικών μας ταυτοτήτων, να θεωρούμε τις ταυτότητες των «άλλων» συμπαγείς και μονοδιάστατες. Αυτή η πολιτική όμως χρειάζεται ευαισθησία και προσήλωση στις αρχές της ελευθερίας και της ανεκτικότητας για να μην προκαλέσει αντισυσπείρωση. Χρειάζεται η δύναμη του παραδείγματος και ειδικές πολιτικές που θα επιτρέψουν στην άδηλη δυναμική να γίνει έκδηλη, κάνοντας λιγότερο στεγανά και περισσότερο πορώδη τα όρια των κλειστών κοινοτήτων. Χρειάζονται πολιτικές εν-κοινωνισμού, ιδιαίτερα για τα παιδιά και τις μητέρες τους.

Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την ισότητα, η οποία τον τελευταίο καιρό λιθοβολείται γενικώς και αδιακρίτως από τους έλληνες διανοουμένους. Η αρχή του σεβασμού της διαφοράς μάς κάνει πολλές φορές να χάνουμε το τεράστιο και πολύμορφο πρόβλημα των κοινωνικών ανισοτήτων. Στην πραγματικότητα όμως οι διακρίσεις και οι ανισότητες συμβαδίζουν, ενισχύοντας οι μεν τις δε. Χωρίς να καταπολεμήσεις τις διακρίσεις, δεν μπορείς να περιορίσεις τις ανισότητες, και χωρίς να πολεμήσεις τις ανισότητες, δεν μπορείς να απαλλαγείς από τις διακρίσεις. Η πολιτική του πολυπολιτισμού ασχολούνταν μόνο με τις διακρίσεις ενώ αδιαφορούσε για τις ανισότητες. Χρειάζεται επομένως ενεργή πολιτική περιορισμού των ανισοτήτων, κάτι που σήμερα βέβαια φαντάζει δυστυχώς εξωπραγματικό.

Αν χρειάζεται λοιπόν υπέρβαση, αυτή θα επιτευχθεί με πολιτικές που θα ενισχύουν την ελευθερία στο εσωτερικό των μειονοτικών κοινοτήτων και τον περιορισμό των κοινωνικών ανισοτήτων. Η ρητορεία της αποτυχίας του πολυπολιτισμού σκοπεύει σε ενίσχυση των διακρίσεων και των ανισοτήτων, όχι μόνο απέναντι σε μεταναστευτικές ή μειονοτικές ομάδες αλλά στο σύνολο της κοινωνίας.

Τέλος, ας σημειωθεί ότι στην Ελλάδα ποτέ δεν υπήρξε μια πολιτική πολυπολιτισμού. Συρόμαστε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο από το άρμα του μονοπολιτισμού και της δυσανεξίας. Αλλά εκείνο που διακυβεύεται κατά βάθος είναι πώς μια κοινωνία μπορεί να ζει ειρηνικά και πώς σε δύσκολες περιόδους, όπως αυτή της οικονομικής κρίσης που διανύουμε, δεν θα διαλυθούν οι δεσμοί της και δεν θα στραφούν όλοι εναντίον όλων. Αλλωστε στις συνθήκες αυτές οι πολιτισμικές διαφορές πολλαπλασιάζονται και υπερβαίνουν εκείνες ανάμεσα σε δικούς και ξένους.

Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
Νέες Εποχές
Απέτυχε η πολυπολιτισμικότητα;

Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Σιωπούν οι διανοούμενοι; Παράλληλοι λόγοι για την κρίση

Σήμερα αναπτύσσονται στην Ελλάδα, αλλά σε κάποιον βαθμό και στο εξωτερικό, δύο παράλληλοι λόγοι οι οποίοι δεν συναντιούνται. Σύμφωνα με τον πρώτο λόγο, η κρίση οφείλεται στις ελληνικές δομικές αδυναμίες. Εκτεταμένο και σπάταλο κράτος, χαμηλή παραγωγικότητα, τεράστια φοροδιαφυγή, μαύρη οικονομία, συντεχνιακά στεγανά, χαριστικές ρυθμίσεις, γραφειοκρατία, διαφθορά, αποτελούν όλες εκείνες τις αιτίες των οποίων η συσσώρευση θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην κρίση. Ο άλλος λόγος ενοχοποιεί τη διεθνή οικονομική κρίση αλλά και τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκε η ευρωπαϊκή νομισματική ενοποίηση. Τα πολύ σφιχτά όρια της δημοσιονομικής πειθαρχίας σε καιρό κρίσης οδηγούν σε ύφεση, η οποία περιορίζει τα έσοδα, αυξάνει το έλλειμμα και διογκώνει τις δανειακές ανάγκες. Με την απουσία μηχανισμών αλληλεγγύης ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες, μια χώρα που δεν καταφέρει να επιβιώσει στο επίπεδο του ανταγωνισμού που επιβάλλει το κοινό νόμισμα γίνεται βορά στη διεθνή κερδοσκοπία. Δεν είναι λίγοι όσοι επισημαίνουν ότι η κρίση λειτουργεί σαν ένας πλανητικός μηχανισμός διεθνούς αναδιανομής πόρων, προς όφελος ισχυρών χωρών και επιχειρήσεων. Εκφράζεται επίσης, στο πλαίσιο αυτό, απαισιοδοξία για το αν οι εσωτερικές θυσίες θα καταφέρουν να μειώσουν το έλλειμμα και δεν θα εξανεμιστούν από τα πολύ υψηλά επιτόκια.

Σύνθεση σε ιστορική προοπτική


Ζητούμενο, βέβαια, για μια αξιόπιστη ανάλυση είναι αυτοί οι δύο λόγοι να συναντηθούν. Η συνάντησή τους όμως μπορεί να γίνει όχι συμψηφιστικά αλλά σε ιστορική προοπτική, σταθμίζοντας συνεχώς και τους δύο. Είναι σαφές ότι η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε σε προβληματικές κατευθύνσεις. Κράτος πλούσιο και ευάλωτο για τους προνομιούχους, τους διαπραγματευτικά ισχυρούς και τους πλησίον της εξουσίας, δυσπρόσιτο για τους αδύναμους, φειδωλό για πραγματικά δημόσιες υποδομές και δράσεις που ωφελούν τους πολλούς. Καλώς το βάλαμε στο στόχαστρο σήμερα, αλλά πάλι διέφυγαν τα βαθύτερα στρώματά του. Καμιά κριτική στην εθνική αιμορραγία των εξοπλισμών, στην πλουσιοπάροχη χρηματοδότηση των κομμάτων, στις ασύμμετρες παροχές σε στρατιωτικούς, δικαστικούς κλπ. κλπ. Οσοι κατηγορούν τη δημόσια διαφθορά προκρίνουν την ιδιωτικοποίηση, όσοι υπερασπίζονται το Δημόσιο κλείνουν τα μάτια χαριστικά στα προνόμια.

Αλλά η σημερινή κατάρρευση συμβαίνει σε ένα πλαίσιο- το ευρωπαϊκό - που υπήρξε βασικός προσανατολισμός της χώρας επί μισόν αιώνα. Η ελληνική οικονομία επωφελήθηκε από τη νομισματική ενοποίηση αλλά δεν κατόρθωσε να αναπτύξει την παραγωγικότητά της ώστε να γίνει ανταγωνιστική. Με μηδενική, σχεδόν, εξαγωγική παραγωγή, εκτός από τουριστικές υπηρεσίες, καθηλώθηκε στον ανταγωνισμό της φτηνής εργασίας, πηγάδι απύθμενο γιατί ολοένα και κάποιοι απελπισμένοι θα την προσφέρουν φτηνότερα. Επομένως η κατακόρυφη μείωση του βιοτικού επιπέδου της πλειοψηφίας του πληθυσμού εμφανίζεται σαν η μόνη, πλην αβέβαιη, λύση να ανακόψει ή να αναπληρώσει την απώλεια παραγωγικής ικανότητας.

Ούτε το ευρωπαϊκό πλαίσιο, αυτό καθαυτό, είναι αδιάφορο προς τη σημερινή κρίση. Η ΕΕ από τη δεκαετία του 1990 εγκατέλειψε τα σχέδια κοινωνικής ολοκλήρωσης, όπως εκφράζονταν από τους πατέρες της ενοποίησης ως τον Ντελόρ, για να καταλήξει σε μια οικονομική ενοποίηση χωρίς πολιτική διεύθυνση. Η δημιουργία κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας αποδείχτηκε φλυαρία μπροστά στην αναδίπλωση στις εθνικές αγορές. Η απουσία θεσμοθετημένης αλληλεγγύης είναι συνέπεια αυτού του κλειδώματος της ευρωπαϊκής ένωσης πάνω στη λειτουργία των αγορών. Αλλά πολλοί από όσους καταγγέλλουν την έλλειψη αλληλεγγύης, υπήρξαν αντίπαλοι της υιοθέτησης ευρωπαϊκού Συντάγματος. Μαζί με τις άλλες πρώην ανατολικές χώρες, η Ελλάδα σπρώχνεται στην πίσω αυλή του ευρωπαϊκού σπιτιού, ίσως και για να διασωθεί η σταθερότητα του σπιτιού.

Το δημοσιονομικό έλλειμμα

Ας δούμε ιστορικά όμως μιαν άλλη παράμετρο, αφήνοντας στην άκρη προς στιγμή την Ελλάδα. Το δημοσιονομικό έλλειμμα αποτυπώνει κοινωνικές σχέσεις. Αν δούμε ιστορικά την εξέλιξη των μεγεθών, θα διαπιστώσουμε ότι όσο αυταρχικότερες και συντηρητικότερες οι κυβερνήσεις, τόσο μικρότερο το έλλειμμα. Φυσικά και δεν μπορεί να γίνει οικονομική πολιτική με δανεικά. Αλλά το δίλημμα είναι μεγαλύτερες δημόσιες δαπάνες και υψηλότερη φορολογία, ή μικρότερη φορολογία αλλά περιορισμένες δημόσιες δαπάνες. Επιλογές με σαφές κοινωνικό πρόσημο. Υπάρχει όμως στην εξίσωση αυτή ένας μακροχρονίως αποσταθεροποιητικός παράγοντας. Το δημοσιονομικό έλλειμμα δεν αυξάνεται μόνο από τις σπατάλες ή τις παροχές, αλλά από τα συνολικά έξοδα λειτουργίας και διατήρησης των κοινωνιών. Δύο τυχαία παραδείγματα: Ας σκεφτούμε πόσο κόστιζε πριν από 40 χρόνια και πόσο κοστίζει σήμερα, από την άποψη της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης κάθε πρόσθετο έτος στη ζωή ενός συνταξιούχου, πόσο το προσδόκιμο ζωής επιμηκύνθηκε και πόσο οι συνταξιούχοι πολλαπλασιάστηκαν.

Ας συγκρίνουμε επίσης το κόστος, 40 χρόνια πριν και σήμερα, της αποκομιδής ενός κιλού σκουπιδιών με όλες τις αναγκαίες προδιαγραφές που προστέθηκαν στο μεταξύ διάστημα για να προστατέψουν τη δημόσια υγιεινή και το περιβάλλον· ας υπολογίσουμε ότι αυξήθηκε κατ΄ άτομο η παραγωγή απορριμμάτων και ότι όλα αυτά πολλαπλασιάζονται με την πληθυσμιακή μεγέθυνση. Τα παραδείγματα αυτά, που είναι άπειρα, δείχνουν ένα και μόνο συμπέρασμα: Γεωμετρική αύξηση των γενικών δαπανών συντήρησης και αναπαραγωγής της κοινωνίας. Ας ρωτήσουμε τώρα: Ηταν ανάλογα γεωμετρική η αύξηση της φορολογίας;

Παρατηρώντας αυτές τις δύο καμπύλες, των δημόσιων δαπανών και των δημόσιων εσόδων, εκείνο που διαπιστώνει ακόμη και ο αδαής περί τα οικονομικά αναγνώστης είναι μια συνεχώς διευρυνόμενη απόκλιση. Μεγαλύτερες και ανελαστικότερες οι δαπάνες, μικρότερα και ελαστικότερα τα έσοδα. Το μέλλον προοιωνίζεται ελλειμματικό και όχι μόνο για την Ελλάδα. Η Ελλάδα, βέβαια, είχε και τους πρόσθετους λόγους που είπαμε για να είναι μια από τις πρώτες χώρες που λύγισαν. Αν όμως το ελληνικό πρόβλημα βρίσκεται στα πρωτοσέλιδα του διεθνούς Τύπου είναι επειδή αποτυπώνει ένα παγκόσμιο πρόβλημα. Χωρίς να χάνουμε από τα μάτια μας τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής κρίσης, ας μη μας διαφεύγει ο διεθνής ορίζοντας και το χρονικό βάθος του.

Ελεύθερη πτώση χωρίς σχέδιο ανάκαμψης

ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΔΑΦΙΚΟ να βλέπουμε την κρίση ως ευκαιρία εθνικής ανασύνταξης. Ποια ανασύνταξη μπορεί να γίνει σε συνθήκες που το κράτος πτωχεύει και ξεπουλά τα στοιχειώδη, αφήνοντας την κοινωνία χωρίς σχέδιο ανάκαμψης και ανάπτυξης, έρμαιο στα κύματα της διεθνούς κρίσης, χωρίς καν το κύρος και την ικανότητα να εξασφαλίσει κανόνες δικαιοσύνης στην κατανομή των θυσιών; Αλλά, το ζήτημα είναι ότι δεν ξέρουμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Χωρίς να είμαι σε θέση να το τεκμηριώσω, η αίσθησή μου είναι ότι η κρίση δεν έχει φτάσει ακόμη στην κορύφωσή της, τόσο τη συγκυριακή όσο και τη δομική. Αν λ.χ. χρεοκοπήσει κάποια από τις μεγάλες ή μεσαίες χώρες το σκηνικό θα μεταβληθεί. Δεν είναι βέβαια αυτό μια παρηγοριά, ούτε θα ελαφρώσει το βάρος μας. Θα αλλάξει όπως το τοπίο και το «παράδειγμα» μέσα από το οποίο αντιλαμβανόμαστε την κρίση. Οι κρίσεις, όπως άλλωστε και οι πόλεμοι, είναι απρόβλεπτες. Για να χρησιμοποιήσω μια ιστορική αναλογία, πώς λ.χ. να μάντευε κανείς κατά τη διάρκεια του αλβανικού πολέμου, το φθινόπωρο του 1940, ότι ο πόλεμος θα κρατούσε πέντε χρόνια, ότι θα γινόταν παγκόσμιος και πως θα έμπλεκαν σε αυτόν Ρωσία και Αμερική; Ζούμε μια ανάλογου μεγέθους κρίση που δεν ξέρουμε πού θα μας βγάλει.
  • Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Πολιτογράφηση και πολιτισμική ενσωμάτωση των μεταναστών

ΤΟΥ Α.ΛΙΑΚΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Απορρίπτοντας το μεταναστευτικό νομοσχέδιο, o πρόεδρος της ΝΔ δήλωσε ότι «το πρόβλημα των νομίμων μεταναστών στην ελληνική κοινωνία δεν είναι απλά ζήτημα πολιτογράφησής τους. Είναι και θέμα ενσωμάτωσής τους στο σώμα και στον πολιτισμό της χώρας. Των ίδιων και, κυρίως, των παιδιών τους που γεννήθηκαν εδώ...». Ο στόχος του άρθρου αυτού δεν είναι αντιρρητικός. Ο κ. Σαμαράς θέτει ένα γενικότερο ζήτημα. Τη σχέση ανάμεσα στην ιδιότητα του πολίτη και στην κοινότητα μνήμης και εμπειρίας. Ας το συζητήσουμε εξετάζοντας αυτή τη σχέση, η οποία έχει δύο κατευθύνσεις.

Κοινότητα μνήμης και κοινότητα πολιτών

Στην πρώτη, η ιδιότητα του πολίτη ή καλύτερα η κοινότητα των πολιτών απαιτεί επίσης μια κοινότητα βιωμένων ή αποκτημένων μέσω της εκπαίδευσης εμπειριών. Κάθε κοινότητα για να γίνει βιώσιμη χρειάζεται να αποκτήσει ένα ελάχιστο κοινό απόθεμα αναφορών. Αναγνώριση συμβολισμών, στοιχειώδεις κοινές γνώσεις, αποδοχή μιας βασικής δεοντολογίας, κάποιες κοινές στάσεις. Διαφορετικά πρόκειται για κοινότητες που απλώς συμβιώνουν στον ίδιο χώρο. Συμβίωση με εύθραυστη ανοχή στην καλύτερη περίπτωση, με αμοιβαία καχυποψία που μπορεί εύκολα να γίνει ανοιχτή εχθρότητα στη χειρότερη, χωρίς αλληλεγγύη σε κάθε περίπτωση. Ιστορικά, ο ρόλος των εθνικών κρατών, φορές συμμετοχικά, φορές αυταρχικά, ήταν να δημιουργήσουν από ανομοιογενή πληθυσμό ένα λαό. Ετσι δημιουργήθηκε και η σύγχρονη Ελλάδα, μέσα από μια διαδικασία που δεν έληξε τον 19ο αι., αλλά συνεχίστηκε και μετά το 1922, και στα μεταπολεμικά χρόνια. Αυτόν το ρόλο έπαιξε η συγκρότηση εθνικής ιστοριογραφίας και εθνικού αφηγήματος, η μεταβίβασή τους μέσω της εκπαίδευσης και η οργάνωση μιας ιστορικής κουλτούρας με σύμβολα, γιορτές και επετείους, μνημεία και μνημονικούς τόπους. Αλλά με τις μεταναστεύσεις της περασμένης εικοσαετίας το ζήτημα τίθεται εκ νέου. Κάθε κοινότητα και η κουλτούρα της ή ένα κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο; Και τι μεγέθους; Εκτεταμένο και παρεμβατικό, στοιχειώδες ή ανύπαρκτο; Τα ερωτήματα αυτά είναι σωστά αλλά ελλιπή, στο βαθμό που αφορούν μόνο την κατεύθυνση που βλέπει την κοινότητα μνήμης ως προϋπόθεση της κοινότητας πολιτών. Η δεύτερη κατεύθυνση λέει ότι η ιδιότητα του πολίτη είναι απαραίτητη για να υπάρξει κοινότητα μνήμης. Και όχι μόνο η ιδιότητα του πολίτη ως πραγματικότητα, αλλά η ιδιότητα του πολίτη ως προοπτική, ως προσδοκία και επιδίωξη. Γιατί όμως είναι απαραίτητη η προοπτική τού να γίνει κανείς πολίτης προκειμένου να αποκτηθεί ένα κοινό απόθεμα ιστορικών και μνημονικών αναφορών; Πρώτο, γιατί τα κίνητρα για να γνωρίσουμε το παρελθόν και οι αντιλήψεις μας γι΄ αυτό προϋποθέτουν κάποιες προσδοκίες για το μέλλον. Αν το μέλλον είναι σκοτεινό, επισφαλές, επικίνδυνο, τότε τις εικόνες, τις αντιλήψεις και τα συναισθήματα για το παρελθόν τις κατακλύζουν αισθήματα ματαιότητας, αντίδρασης, εκδίκησης και μηδενισμού. Αν στρέφουμε τα νώτα μας στο μέλλον, βλέπουμε το παρελθόν ως περιχαράκωση της ταυτότητάς μας, με αμυντικά ανακλαστικά. Οταν όμως βλέπουμε το μέλλον ως κοινό μέλλον με κάποια αισιοδοξία, το παρελθόν μας το σκεπτόμαστε ως ανοικτό, επικοινωνήσιμο και μεταφράσιμο αφήγημα. Εξάλλου, αν ο άλλος δεν σε σέβεται και δεν υπάρχει ελπίδα να σε αναγνωρίσει ως ισότιμο, γιατί να σεβαστείς και να εκτιμήσεις την ιστορία και τον πολιτισμό του; Αν ο άλλος δεν σου αναγνωρίζει τις δικές σου εμπειρίες, αν δεν εκτιμά τη γλώσσα, την κουλτούρα σου, αν αγνοεί την ιστορία σου, τότε γιατί εσύ θα εκτιμήσεις τη δική του; Αυτά επιτάσσουν το ελάχιστο δικαιοσύνης και συμμετοχής που είναι απαραίτητα για τη συμβίωση.

Η αναγνώριση του διαφορετικού

Είναι ασφαλώς επιθυμητό όσοι ζουν σε αυτή τη χώρα, για να αποκτήσουν επικοινωνία και για να ζήσουν μια καλή ζωή, να μοιράζονται ένα ελάχιστο γλωσσικής ικανότητας, κοινών διανοητικών και συναισθηματικών αναφορών. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ιδρύσουμε θεσμούς διά βίου εκπαίδευσης ανοιχτούς, προσιτούς στους μετανάστες. Αλλά προϋποθέτει ευρύτερα μια πολιτισμική στάση που διακρίνεται από αμοιβαιότητα, αλληλοαναγνώριση, μετάφραση. Χρειάζεται η ικανότητα και η θέληση να εντάξουμε στον ιστορικό και πολιτισμικό μας ορίζοντα όχι μόνο τη δυνατότητα της ανάγνωσης και της αναγνώρισης του διαφορετικού, αλλά και να μπορούμε να μεταφράζουμε τις δικές μας εμπειρίες στους κώδικες των άλλων και τις δικές τους ιστορίες στους δικούς μας κώδικες. Εξυπακού εται χωρίς πλέγματα υπεροχής ή μειονεξίας, απαλλαγμένοι από αντιλήψεις για ανώτερους και υποδεέστερους πολιτισμούς.

Αν θέλουμε να είμαστε ταυτόχρονα ρεαλιστές και ανθρωπιστές, πρέπει να παραδεχτούμε ότι η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους μετανάστες που θα πολιτογραφηθούν και σε όλους εμάς τους υπόλοιπους, από την άποψη της ιστορικής συνείδησης και κουλτούρας, είναι ότι γι΄ αυτούς, ακόμα κι αν γεννήθηκαν εδώ, το τραύμα τού πώς έφυγαν από τις χώρες τους, κάτω από ποιες συνθήκες ήλθαν και επιβίωσαν ή εξακολουθούν να επιβιώνουν εδώ, είναι πρόσφατο, βιωματικό, επαναλαμβανόμενο. Αντίθετα σε εμάς τα μεγάλα συλλογικά τραύματα, του εμφυλίου και της προσφυγιάς, είναι πίσω από αρκετές δεκαετίες που ζήσαμε ειρηνικά και με σχετική άνεση. Εδώ, στην πληγή, θα πρέπει να βάλουμε τα δάκτυλά μας. Οχι να στριφογυρίζουμε το μαχαίρι με δηλώσεις όπως του προέδρου της ΝΔ για εγκύους που «θα έρθουν εδώ να γεννήσουν τα παιδιά τους για να νομιμοποιηθούν». Πρόκειται για αποστροφές όχι μόνο άσχετες με τη ζοφερή πραγματικότητα τού από πού φεύγει κανείς και πώς φτάνει, αλλά που προξενούν πόνο. Εν τέλει, λυπάμαι που το γράφω, απάνθρωπες.

Τι είδους κοινωνία επιδιώκουμε

Δεν πρέπει να θεωρούμε αυτονόητο ότι τα γεγονότα της δικής μας ιστορίας και τα στοιχεία της κουλτούρας μας αποκτούν το ίδιο νόημα όταν μεταβιβάζονται σε ανθρώπους με διαφορετικό πολιτιστικό υπόβαθρο, γλωσσική και θρησκευτική παιδεία και διαφορετικά βιώματα. Αν άρουμε το αυτονόητο, θα εγκαταλείψουμε τον υπεροπτικό διδακτισμό. Ακόμη περισσότερο θα αναρωτηθούμε για τη νοηματοδότηση της ιστορίας, της εμπειρίας και του πολιτισμού μας όχι μόνο απέναντι στους ξένους που θα πολιτογραφηθούν, αλλά επίσης και ανάμεσα στις διαφορετικές ηλικιακές και κοινωνικές ομάδες που συγκροτούν την ελληνική κοινωνία, που δεν είναι καθόλου ενιαία όπως τη φαντάζεται ο επίσημος λόγος. Θα γίνουμε ενδεχομένως ικανοί να δούμε ότι το παρελθόν δεν είναι η αποστεωμένη και απολιθωμένη αποτύπωσή του στα μουσεία και στα βιβλία, αλλά μια ζωντανή κουλτούρα που πάλλεται καθώς διασταυρώνεται με τις εμπειρίες, τις σκέψεις, τις αγωνίες, τις ελπίδες του σώματος των πολιτών στο οποίο μετέχουμε, μέσα στις συγκεκριμένες πραγματικότητες που ζούμε. Οι προκλήσεις του σήμερα είναι μια ευκαιρία για σκεφτούμε πού θέλουμε να πάμε, τι είδους κοινωνία επιδιώκουμε. Να σκεφτούμε το παρελθόν με αφετηρία το μέλλον, κι όχι το μέλλον δεσμευμένοι από το παρελθόν.

Συμπερασματικά, για να δημιουργηθεί πολιτισμική κοινότητα χρειάζεται ισοπολιτεία και, κατά συνέπεια, συνείδηση πολίτη. Η συνείδηση του πολίτη και η ιστορική συνείδηση είναι χρησιμότερες από την έννοια της εθνικής ταυτότητας. Γιατί η εθνική ταυτότητα είναι παγιωμένη και κλειστή. Αντίθετα, η συνείδηση του πολίτη είναι ανοιχτή και δημιουργική και η ιστορική συνείδηση στοχαστική και ερευνητική. Το ζήτημα δεν είναι να απεμπολήσουμε την εθνική ταυτότητα, αλλά να την εντάξουμε στη συνείδηση του πολίτη, να την αναστοχαστούμε σε ένα περιβάλλον που αλλάζει και μεταβάλλεται. Να δώσουμε στα παιδιά μας τα εφόδια να ζήσουν δημιουργικά και χωρίς εσωτερικές συγκρούσεις με τη σύγχρονη, ευέλικτη και ευρύχωρη πολλαπλή ταυτότητα που εκ των πραγμάτων αποκτούν.
  • Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

ΑΦΙΕΡΩΜΑ - Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΤΕΙΧΟΥΣ

Στις 9 Νοεμβρίου συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από τότε που άλλαξε η Ευρώπη και ο κόσμος. Η ιστορία, οι πρωταγωνιστές, οι μνήμες και το σήμερα

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ: Ελένη Βουλτσίδου, Νίκος Μπακουνάκης. ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ: Πέτρος Ηλιάδης | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Τι κατέρρευσε το 1989;
  • Για να καταλάβουμε το 1989 ως ανατολικοευρωπαϊκό γεγονός θα πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στη σχέση της Ρωσίας με τις περιφερειακές ελίτ

  • του Α. ΛΙΑΚΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Γνωρίζουμε ότι το 1989 κατέρρευσε το Τείχος που χώριζε το Βερολίνο από το 1961. Το γεγονός, στη δημόσια ιστορία, έμεινε ως συνώνυμο της κατάρρευσης του κομμουνισμού. Είκοσι χρόνια αργότερα ας ξανασκεφτούμε το ζήτημα. Τι ήταν εκείνο που κατέρρευσε; Ας δούμε μερικά ερωτήματα. Κατέρρευσε ο κομμουνισμός ως ιδεολογία; Είναι απλοϊκό να τραβήξουμε μια γραμμή από τον Μαρξ στον Γκορμπατσόφ. Η Ιστορία δεν γράφεται μόνο με ιδέες και θεωρίες. Το καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε το 1917 δεν ήταν απλώς αποτύπωμα ιδεών, αλλά το αποτέλεσμα μιας συνάντησης ιδεών με μια σύνθετη αυτοκρατορία σε κατάρρευση, σε μια συγκεκριμένη εποχή, τη μεγαλύτερη έως τότε πολεμική ανάφλεξη στην Ευρώπη. Αυτή η συνάντηση πέρασε πολλές μεταμορφωτικές φάσεις από το 1917 έως το 1989, όπως του «πολεμικού κομμουνισμού», της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, της βίαιης κολεκτιβοποίησης και εκβιομηχάνισης, του χρουστσοφικού ανοίγματος στην ιδιωτική οικονομία, τέλος της περεστρόικα. Οι φάσεις αυτές ήταν πολύ διαφορετικές η μία από την άλλη, αλλά την κρατική συνέχεια την εγγυήθηκε η συνοχή του πολιτικού καθεστώτος. Αρα το πρώτο ζητούμενο είναι τι συνέβη και χάθηκε αυτή η συνοχή το 1989-1991.

Κατέρρευσε μια ουτοπία, ένας κοινωνικός πειραματισμός; Αναμφίβολα το σοβιετικό καθεστώς είχε πολλά ουτοπικά στοιχεία. Ως σχήμα οργάνωσης της κοινωνίας, έμοιαζε περισσότερο με το κολεκτιβιστικό μέλλον που περιέγραψε ο Εντουαρντ Μπέλαμι για την Αμερική (Κοιτάζοντας πίσω από το 2000) παρά με το όραμα του Μαρξ, όπως εκφράζεται λ.χ. στη Γερμανική Ιδεολογία. Ο υπαρκτός κομμουνισμός γεννήθηκε μεν από την επανάσταση, αλλά δημιουργήθηκε κυρίως μέσα από την εμπειρία ενός εκτεταμένου και σκληρού εμφυλίου πολέμου που στρατιωτικοποίησε το σοβιετικό καθεστώς. Τα ουτοπικά πειράματα των πρώτων χρόνων ήταν και τα πρώτα θύματα του πολέμου. Εκτός όμως από την ειδικά ρωσική εμπειρία, στη διαμόρφωση του καθεστώτος έπαιξε ρόλο και η γενικότερη ροπή στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα προς τον ολοκληρωτισμό. Η «κοινωνική μηχανική», η τεχνολογία χειραγώγησης, η διείσδυση του κράτους σε κάθε πτυχή της κοινωνίας και σε κάθε στιγμή του ατόμου ήταν ζητήματα που κουβεντιάζονταν εκείνη την εποχή, με μεγάλη σοβαρότητα, τόσο στους επιστημονικούς και φιλοσοφικούς όσο και στους πολιτικούς κύκλους σε όλον τον δυτικό κόσμο. Τόσο ο ναζισμός όσο και ο σταλινικός κομμουνισμός χρησιμοποίησαν ιδέες, υλικά και μέσα που βρήκαν διαθέσιμα. Μερικά από αυτά είχαν χρησιμοποιηθεί από τις αποικιοκρατικές δυνάμεις στις αποικίες τους. Τα πειράματα πάνω σε ανθρώπους, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ο ρατσισμός ως διακυβέρνηση πληθυσμών είχαν χρησιμοποιηθεί ευρύτατα από Αγγλους, Γερμανούς και Γάλλους στην Αφρική. Ο κομμουνισμός επομένως διαμορφώθηκε ως ολοκληρωτισμός μέσα σε ένα πλαίσιο που περιλαμβάνει επίσης τον φασισμό και την αποικιοκρατία, αλλά και πολλές πλευρές των δυτικών δημοκρατιών, όπως λ.χ. εφαρμογές προγραμμάτων ευγονικής. Το ερώτημα που προκύπτει είναι: Το 1989 κατέρρευσε ο ολοκληρωτισμός; Δύσκολα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι δεν διασταυρωνόμαστε σήμερα με καθεστώτα ολοκληρωτισμού, τα οποία όμως δεν έχουν τη μορφή πολιτικών δικτατοριών αλλά ενός δικτύου «εξαιρέσεων από τη δημοκρατία», ευφυέστερων και αποτελεσματικότερων στον έλεγχο και στη χειραγώγηση. Επομένως, η θεωρία του ολοκληρωτισμού δεν απαντάει στα ερωτήματά μας.

Ας πάμε σε μιαν άλλη απορία. Φέτος, εκτός από τα 20 χρόνια από την κατάρρευση του Τείχους, γιορτάστηκαν, και μάλιστα εντυπωσιακά, τα 60 χρόνια από την επανάσταση στην Κίνα. Επομένως εκείνο που κατέρρευσε ήταν το δυτικό κομμάτι του κομμουνισμού, όχι το ανατολικό. Το σύστημα γύρω από τη Ρωσία. Οχι όμως εκείνο γύρω από την Κίνα. Σήμερα μάλιστα η Κίνα είναι ο βασικός κινητήρας της παγκόσμιας οικονομίας και εξόδου από την κρίση, και το Βιετνάμ μια από τις πιο δυναμικές χώρες, της δεύτερης σειράς μετά τις πολύ μεγάλες. Μιλώντας επομένως για κατάρρευση του κομμουνισμού θα πρέπει να είμαστε ακριβείς: κατάρρευση του σοβιετικού μοντέλου. Το άλλο, το κινεζικό, μετασχηματίστηκε οικονομικά, συντεταγμένα, χωρίς να εγκαταλείψει τη δικτατορία του κομμουνιστικού κόμματος. Γιατί αυτή η διαφορά;

Το σοβιετικό σύστημα ήταν ένας συνασπισμός κρατικών ελίτ, με κεντρικό πυρήνα τη Ρωσία, και δορυφορικές δυνάμεις τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων, του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας. Αυτό το σύστημα προήλθε από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον μεταπολεμικό χωρισμό των σφαιρών επιρροής, αλλά με τυπική ή άτυπη μορφή προϋπήρχε από την εποχή της τσαρικής αυτοκρατορίας. Η τσαρική αυτοκρατορία ήταν η μόνη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία που επιβίωσε από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε διαλύθηκαν η Οθωμανική και η Αψβουργική Αυτοκρατορία. Πώς διαλύθηκαν αυτές οι αυτοκρατορίες; Από την αυτονόμηση των δορυφορικών χωρών έναντι του κέντρου. Αν δεν διαλύθηκε τότε και η τσαρική αυτοκρατορία είναι επειδή μετασχηματίστηκε μέσω της επανάστασης, και με ηγεμονεύουσα δύναμη του νέου κρατικού σχηματισμού, της ΕΣΣΔ, την ίδια δύναμη που ηγεμόνευε την αυτοκρατορία, δηλαδή τη Ρωσία. Το 1989-91 έγινε το ανάστροφο. Η ΕΣΣΔ διαλύθηκε γιατί αυτονομήθηκαν οι δορυφορικές ελίτ, πρώτα οι ανατολικοευρωπαϊκές και μετά οι υπόλοιπες, καυκασιανές και κεντροασιατικές, αλλά και γιατί εκδηλώθηκε εντονότερα η διφορούμενη στάση της Ρωσίας απέναντί τους. Αν δεν διαλύθηκε η Κίνα, είναι γιατί παρά τη γιγαντιαία ανάπτυξη των παράλιων πόλεων και τις μεγάλες διαφορές με την ενδοχώρα, όχι μόνο δεν εμφανίστηκαν σημάδια αυτονομίας που να απειλούν το κέντρο αλλά η χώρα απορρόφησε και το Χονγκ Κονγκ, μια από τις πιο εύρωστες οικονομίες της Ασίας. (Μένει να δούμε τι θα συμβεί με το Θιβέτ και τους Ουιγούρους, αλλά πληθυσμιακά και οικονομικά έχουν σχετικά μικρό βάρος.)

Επομένως, για να καταλάβουμε το 1989 ως ανατολικοευρωπαϊκό γεγονός, εκεί θα πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας: στη σχέση της Ρωσίας με τις περιφερειακές ελίτ. Αλλωστε ακόμη και τώρα τα προβλήματα με τη Γεωργία, ο διχασμός στην Ουκρανία, οι αντιδράσεις στην πυραυλική ασπίδα, τα σχέδια με τους αγωγούς, δείχνουν ότι αυτό το σύστημα δεν έχει βρει τις ισορροπίες του. Ενα πρόσφατο βιβλίο, της Αντα Διάλλα, Η Ρωσία απέναντι στα Βαλκάνια (εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2009), αν και αναφέρεται στον 19ο αι., είναι εξαιρετικά διαφωτιστικό για να καταλάβουμε πώς αναπτύσσονται αυτές οι ιστορικές δυναμικές δίπλα μας.

  • Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.