Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τείχος του Βερολίνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τείχος του Βερολίνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

ΑΦΙΕΡΩΜΑ - Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΤΕΙΧΟΥΣ

Στις 9 Νοεμβρίου συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από τότε που άλλαξε η Ευρώπη και ο κόσμος. Η ιστορία, οι πρωταγωνιστές, οι μνήμες και το σήμερα

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ: Ελένη Βουλτσίδου, Νίκος Μπακουνάκης. ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ: Πέτρος Ηλιάδης | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Τι κατέρρευσε το 1989;
  • Για να καταλάβουμε το 1989 ως ανατολικοευρωπαϊκό γεγονός θα πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στη σχέση της Ρωσίας με τις περιφερειακές ελίτ

  • του Α. ΛΙΑΚΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Γνωρίζουμε ότι το 1989 κατέρρευσε το Τείχος που χώριζε το Βερολίνο από το 1961. Το γεγονός, στη δημόσια ιστορία, έμεινε ως συνώνυμο της κατάρρευσης του κομμουνισμού. Είκοσι χρόνια αργότερα ας ξανασκεφτούμε το ζήτημα. Τι ήταν εκείνο που κατέρρευσε; Ας δούμε μερικά ερωτήματα. Κατέρρευσε ο κομμουνισμός ως ιδεολογία; Είναι απλοϊκό να τραβήξουμε μια γραμμή από τον Μαρξ στον Γκορμπατσόφ. Η Ιστορία δεν γράφεται μόνο με ιδέες και θεωρίες. Το καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε το 1917 δεν ήταν απλώς αποτύπωμα ιδεών, αλλά το αποτέλεσμα μιας συνάντησης ιδεών με μια σύνθετη αυτοκρατορία σε κατάρρευση, σε μια συγκεκριμένη εποχή, τη μεγαλύτερη έως τότε πολεμική ανάφλεξη στην Ευρώπη. Αυτή η συνάντηση πέρασε πολλές μεταμορφωτικές φάσεις από το 1917 έως το 1989, όπως του «πολεμικού κομμουνισμού», της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, της βίαιης κολεκτιβοποίησης και εκβιομηχάνισης, του χρουστσοφικού ανοίγματος στην ιδιωτική οικονομία, τέλος της περεστρόικα. Οι φάσεις αυτές ήταν πολύ διαφορετικές η μία από την άλλη, αλλά την κρατική συνέχεια την εγγυήθηκε η συνοχή του πολιτικού καθεστώτος. Αρα το πρώτο ζητούμενο είναι τι συνέβη και χάθηκε αυτή η συνοχή το 1989-1991.

Κατέρρευσε μια ουτοπία, ένας κοινωνικός πειραματισμός; Αναμφίβολα το σοβιετικό καθεστώς είχε πολλά ουτοπικά στοιχεία. Ως σχήμα οργάνωσης της κοινωνίας, έμοιαζε περισσότερο με το κολεκτιβιστικό μέλλον που περιέγραψε ο Εντουαρντ Μπέλαμι για την Αμερική (Κοιτάζοντας πίσω από το 2000) παρά με το όραμα του Μαρξ, όπως εκφράζεται λ.χ. στη Γερμανική Ιδεολογία. Ο υπαρκτός κομμουνισμός γεννήθηκε μεν από την επανάσταση, αλλά δημιουργήθηκε κυρίως μέσα από την εμπειρία ενός εκτεταμένου και σκληρού εμφυλίου πολέμου που στρατιωτικοποίησε το σοβιετικό καθεστώς. Τα ουτοπικά πειράματα των πρώτων χρόνων ήταν και τα πρώτα θύματα του πολέμου. Εκτός όμως από την ειδικά ρωσική εμπειρία, στη διαμόρφωση του καθεστώτος έπαιξε ρόλο και η γενικότερη ροπή στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα προς τον ολοκληρωτισμό. Η «κοινωνική μηχανική», η τεχνολογία χειραγώγησης, η διείσδυση του κράτους σε κάθε πτυχή της κοινωνίας και σε κάθε στιγμή του ατόμου ήταν ζητήματα που κουβεντιάζονταν εκείνη την εποχή, με μεγάλη σοβαρότητα, τόσο στους επιστημονικούς και φιλοσοφικούς όσο και στους πολιτικούς κύκλους σε όλον τον δυτικό κόσμο. Τόσο ο ναζισμός όσο και ο σταλινικός κομμουνισμός χρησιμοποίησαν ιδέες, υλικά και μέσα που βρήκαν διαθέσιμα. Μερικά από αυτά είχαν χρησιμοποιηθεί από τις αποικιοκρατικές δυνάμεις στις αποικίες τους. Τα πειράματα πάνω σε ανθρώπους, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ο ρατσισμός ως διακυβέρνηση πληθυσμών είχαν χρησιμοποιηθεί ευρύτατα από Αγγλους, Γερμανούς και Γάλλους στην Αφρική. Ο κομμουνισμός επομένως διαμορφώθηκε ως ολοκληρωτισμός μέσα σε ένα πλαίσιο που περιλαμβάνει επίσης τον φασισμό και την αποικιοκρατία, αλλά και πολλές πλευρές των δυτικών δημοκρατιών, όπως λ.χ. εφαρμογές προγραμμάτων ευγονικής. Το ερώτημα που προκύπτει είναι: Το 1989 κατέρρευσε ο ολοκληρωτισμός; Δύσκολα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι δεν διασταυρωνόμαστε σήμερα με καθεστώτα ολοκληρωτισμού, τα οποία όμως δεν έχουν τη μορφή πολιτικών δικτατοριών αλλά ενός δικτύου «εξαιρέσεων από τη δημοκρατία», ευφυέστερων και αποτελεσματικότερων στον έλεγχο και στη χειραγώγηση. Επομένως, η θεωρία του ολοκληρωτισμού δεν απαντάει στα ερωτήματά μας.

Ας πάμε σε μιαν άλλη απορία. Φέτος, εκτός από τα 20 χρόνια από την κατάρρευση του Τείχους, γιορτάστηκαν, και μάλιστα εντυπωσιακά, τα 60 χρόνια από την επανάσταση στην Κίνα. Επομένως εκείνο που κατέρρευσε ήταν το δυτικό κομμάτι του κομμουνισμού, όχι το ανατολικό. Το σύστημα γύρω από τη Ρωσία. Οχι όμως εκείνο γύρω από την Κίνα. Σήμερα μάλιστα η Κίνα είναι ο βασικός κινητήρας της παγκόσμιας οικονομίας και εξόδου από την κρίση, και το Βιετνάμ μια από τις πιο δυναμικές χώρες, της δεύτερης σειράς μετά τις πολύ μεγάλες. Μιλώντας επομένως για κατάρρευση του κομμουνισμού θα πρέπει να είμαστε ακριβείς: κατάρρευση του σοβιετικού μοντέλου. Το άλλο, το κινεζικό, μετασχηματίστηκε οικονομικά, συντεταγμένα, χωρίς να εγκαταλείψει τη δικτατορία του κομμουνιστικού κόμματος. Γιατί αυτή η διαφορά;

Το σοβιετικό σύστημα ήταν ένας συνασπισμός κρατικών ελίτ, με κεντρικό πυρήνα τη Ρωσία, και δορυφορικές δυνάμεις τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων, του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας. Αυτό το σύστημα προήλθε από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον μεταπολεμικό χωρισμό των σφαιρών επιρροής, αλλά με τυπική ή άτυπη μορφή προϋπήρχε από την εποχή της τσαρικής αυτοκρατορίας. Η τσαρική αυτοκρατορία ήταν η μόνη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία που επιβίωσε από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε διαλύθηκαν η Οθωμανική και η Αψβουργική Αυτοκρατορία. Πώς διαλύθηκαν αυτές οι αυτοκρατορίες; Από την αυτονόμηση των δορυφορικών χωρών έναντι του κέντρου. Αν δεν διαλύθηκε τότε και η τσαρική αυτοκρατορία είναι επειδή μετασχηματίστηκε μέσω της επανάστασης, και με ηγεμονεύουσα δύναμη του νέου κρατικού σχηματισμού, της ΕΣΣΔ, την ίδια δύναμη που ηγεμόνευε την αυτοκρατορία, δηλαδή τη Ρωσία. Το 1989-91 έγινε το ανάστροφο. Η ΕΣΣΔ διαλύθηκε γιατί αυτονομήθηκαν οι δορυφορικές ελίτ, πρώτα οι ανατολικοευρωπαϊκές και μετά οι υπόλοιπες, καυκασιανές και κεντροασιατικές, αλλά και γιατί εκδηλώθηκε εντονότερα η διφορούμενη στάση της Ρωσίας απέναντί τους. Αν δεν διαλύθηκε η Κίνα, είναι γιατί παρά τη γιγαντιαία ανάπτυξη των παράλιων πόλεων και τις μεγάλες διαφορές με την ενδοχώρα, όχι μόνο δεν εμφανίστηκαν σημάδια αυτονομίας που να απειλούν το κέντρο αλλά η χώρα απορρόφησε και το Χονγκ Κονγκ, μια από τις πιο εύρωστες οικονομίες της Ασίας. (Μένει να δούμε τι θα συμβεί με το Θιβέτ και τους Ουιγούρους, αλλά πληθυσμιακά και οικονομικά έχουν σχετικά μικρό βάρος.)

Επομένως, για να καταλάβουμε το 1989 ως ανατολικοευρωπαϊκό γεγονός, εκεί θα πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας: στη σχέση της Ρωσίας με τις περιφερειακές ελίτ. Αλλωστε ακόμη και τώρα τα προβλήματα με τη Γεωργία, ο διχασμός στην Ουκρανία, οι αντιδράσεις στην πυραυλική ασπίδα, τα σχέδια με τους αγωγούς, δείχνουν ότι αυτό το σύστημα δεν έχει βρει τις ισορροπίες του. Ενα πρόσφατο βιβλίο, της Αντα Διάλλα, Η Ρωσία απέναντι στα Βαλκάνια (εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2009), αν και αναφέρεται στον 19ο αι., είναι εξαιρετικά διαφωτιστικό για να καταλάβουμε πώς αναπτύσσονται αυτές οι ιστορικές δυναμικές δίπλα μας.

  • Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

ΡΙΧΑΡΝΤ ΣΡΕΝΤΕΡ: Οι διανοούμενοι δεν έπαιξαν μεγάλο ρόλο

  • Ο πρόεδρος του Σοσιαλιστικού Κόμματος SΡD στην τελευταία Βουλή της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας μιλάει για τη στάση του ακαδημαϊκού κόσμου τότε, αλλά και για την κατάσταση της Αριστεράς στη σημερινή Γερμανία

συνεντευξη στον Γ. ΓΑΛΙΑΝΟ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Είναι πολυτεχνίτης- ιερωμένος, ακαδημαϊκός, πολιτικός, συγγραφέας- αλλά όχι ερημοσπίτης. Ο 66χρονος σοσιαλδημοκράτης έχει κτίσει μεγάλο μέρος του σπιτιού του στο Ανατολικό Βερολίνο με τα ίδια του τα χέρια. «Η ανάγκη μάς έκανε και οικοδόμους» λέει υπαινισσόμενος την«οικονομία της στέρησης» στην πρώην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (DDR). Σε ένα από τα «αυθαίρετα» του σπιτιού του έγινε και η συνέντευξη.

- Κύριε Σρέντερ, τη νύχτα της 9ης Νοεμβρίου 1989 έπεσε το Τείχος του Βερολίνου. Ανήκατε και εσείς στους χιλιάδες κατοίκους του Ανατολικού Βερολίνου που πέρασαν την ίδια νύχτα στο δυτικό τμήμα της πόλης;

«Ηθελα να πάω μαζί με έναν φίλο μου, αλλά η γυναίκα μου μού είπε “τι τα θέλεις, μπορεί να ξανακλείσουν το Τείχος και αυτό θα σημάνει χωρισμό- εσύ θα μείνεις εκεί κι εγώ εδώ”. Εγώ: “Ελα και συ μαζί!”. Εκείνη: “Δεν μπορούμε να αφήσουμε στο σπίτι μόνο το ανήλικο παιδί μας!”. Εγώ: “Τότε πάρε μαζί και το παιδί!”. Εκείνη: “Δεν παίρνουμε το παιδί σε τόσο επικίνδυνες υποθέσεις!». Ηταν απολύτως πεπεισμένη, ότι το Τείχος θα έκλεινε πάλι την ίδια νύχτα».

- Ηταν η πρώτη επίσκεψη της ζωής σας στη Δύση;

«Οχι, από τη δεκαετία του ΄80 συμμετείχα συχνά σε συνέδρια στο Δυτικό Βερολίνο. Με την ευκαιρία το έσκαγα και πήγαινα για μερικές ώρες στη Δυτική Γερμανία, όπου είχα πολλούς γνωστούς. Οι Αρχές της Ανατολικής δεν μπορούσαν να ελέγξουν πού πήγαινα ή αν ήμουν όλη την ώρα στο συνέδριο».

- Η πτώση του Τείχους ήταν επαναστατικό γεγονός. Ηταν μεμονωμένη πράξη ή το αποκορύφωμα άλλων γεγονότων;

«Η επανάσταση άρχισε πολύ νωρίτερα και έγινε ορατή με την παραίτηση του τότε γενικού γραμματέα του SΕD (σ.σ.: Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας, ήτοι κομμουνιστικό) Εριχ Χόνεκερ την 18η Οκτωβρίου. Η παραίτηση ήταν αποτέλεσμα της λαϊκής πίεσης. Στη συνέχεια, το SΕD δεν κατόρθωσε να βρει έναν αξιόπιστο αντικαταστάτη του. Ο πολύς κόσμος είδε άσχημα τον διορισμό του Εγκον Κρεντς ως διαδόχου του, έτσι που ο τελευταίος αναγκάστηκε επίσης να παραιτηθεί έπειτα από μερικές εβδομάδες. Η πολιτική πρωτοβουλία είχε περάσει στο λεγόμενο “στρογγυλό τραπέζι” στο οποίο συμμετείχαν τα αντιπολιτευτικά κινήματα. Εκεί ήταν που αποφασίστηκε η διενέργεια ελεύθερων εκλογών. Οι εκλογές αυτές, που έγιναν τον Μάρτιο του 1990, σήμαναν το οριστικό τέλος του καθεστώτος».

- Ο όρος «επανάσταση» συνδέεται συνήθως με ένοπλη εξέγερση. Τέτοια εξέγερση δεν υπήρξε στην Ανατολική Γερμανία. Είναι ίσως ορθότερος ο όρος «εσωτερική κατάρρευση» (implosion), που εκείνη την εποχή ήταν πολύ της μόδας;

«Ο όρος αυτός υπαινίσσεται ότι το καθεστώς κατέρρευσε από μόνο του, χωρίς τη δράση του πληθυσμού. Αυτό δεν είναι σωστό. Το γεγονός ότι μια χώρα έχει χρεοκοπήσει οικονομικά, δεν σημαίνει ότι καταρρέει αυτομάτως. Παράδειγμα, η Ρουμανία, όπου ο κόσμος λιμοκτονούσε και παρ΄ όλα αυτά δεν κουνιόταν φύλλο. Οπου υπάρχει ισχυρή κρατική τρομοκρατία, το καθεστώς δεν καταρρέει αυτομάτως, γίνεται απλώς πιο βάναυσο. Σε μας δεν υπήρχε ευτυχώς τέτοια παρόξυνση της κρατικής τρομοκρατίας. Ο κόσμος μπορούσε να διαδηλώνει ειρηνικά, όπως για παράδειγμα στη Λειψία, όπου κάθε Δευτέρα κατέβαιναν στους δρόμους δεκάδες χιλιάδες άτομα. Η αλλαγή του καθεστώτος δεν προήλθε λοιπόν από την εσωτερική κατάρρευσή τους, αλλά από την πίεση του πληθυσμού».

- Τι ρόλο έπαιξαν στη «στροφή», όπως ονομάστηκε η διαδικασία αλλαγής του καθεστώτος, οι διανοούμενοι;

«Οι καθιερωμένοι διανοούμενοι δεν έπαιξαν μεγάλο ρόλο. Από τη μια συμμετείχαν τον Σεπτέμβριο του 1989 στην ίδρυση της οργάνωσης Νeues Forum, που ήταν στέγη για διάφορα αντιπολιτευτικά ρεύματα, ιδίως εκκλησιαστικά. Η συγγραφέας Κρίστα Βολφ, για παράδειγμα, συνέγραψε ένα μανιφέστο, τον Νοέμβριο του 1989, με το οποίο ζητούσε τη διατήρηση της DDR (σ.σ.: Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας) σε νέα βάση, έναν αναθεωρημένο σοσιαλισμό ως εναλλακτική λύση προς το καπιταλιστικό καθεστώς της Δυτικής Γερμανίας. Το αίτημα της επανένωσης δεν έμπαινε τότε από κανένα, ούτε από τις αντιπολιτευτικές ομάδες. Ορισμένοι στο Νeues Forum είχαν μάλιστα μεμφθεί το άνοιγμα του Τείχους, με το επιχείρημα ότι αυτό θα στερήσει τους Ανατολικογερμανούς από την ιστορική ευκαιρία να οικοδομήσουν ένα κράτος-πρότυπο. Από τα πανεπιστήμια όμως δεν ήρθε τίποτε ουσιαστικό. Οι φοιτητές δεν συμμετείχαν σε διαδηλώσεις. Αλλού, οι αναταραχές ξεκινούσαν από τα πανεπιστήμια. Οχι όμως στη DDR, όπου οι περισσότεροι φοιτητές ακολουθούσαν την κομματική γραμμή. Ο ρόλος τους ήταν λοιπόν περιθωριακός. Κάτι άλλο ήταν αυτό που συνέβαινε στις διαδηλώσεις της Λειψίας. Εκεί οι διαδηλωτές ήταν κατά κύριο λόγο σαραντάρηδες και πενηντάρηδες οι οποίοι είχαν αποφοιτήσει από ανώτατες σχολές, ήταν όμως άγνωστοι στη δημοσιότητα. Αυτή η αφανής ως τότε διανόηση έπαιξε όντως ρόλο-κλειδί στην ειρηνική εξέγερση».

- Ηταν ρεαλιστικό το αίτημα της Κρίστα Βολφ και του Νeues Forum;

«Σε καμία περίπτωση. Οι αντιπολιτευτικές δυνάμεις δεν είχαν ασχοληθεί με δύο βασικά θέματα. Το πρώτο ήταν η οικονομία: Ολοι έβλεπαν τα χάλια των εργοστασίων, όταν τα περνούσαν με τον σιδηρόδρομο, όπως για παράδειγμα στο Μπίτερφελντ, αλλά δεν είχαν κάνει πραγματική ανάλυση των δυσκολιών της. Το δεύτερο ήταν το Σύνταγμα. Οι περισσότεροι μπέρδευαν τον καπιταλισμό, ένα οικονομικό σύστημα με πολιτικά φαινόμενα, όπως το κράτος δικαίου. Το μόνο που έβλεπαν ήταν η ελεύθερη αγορά. Αυτή ακύρωνε όλα τα άλλα. Ετσι δεν είχαν σαφή αντίληψη ενός εναλλακτικού πολιτικού συστήματος»

- Η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού τάχθηκε όμως σύντομα υπέρ της επανένωσης.

«Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους Ανατολικογερμανούς, που ήθελαν το δυτικό μάρκο και τα άλλα πλεονεκτήματα της Δύσης. Η επανένωση ήταν αναπόφευκτη και λόγω της οικονομικής κρίσης. Στην πρώτη του επίσκεψη στη Μόσχα ως γενικός γραμματέας, ο Εγκον Κρεντς παραπονέθηκε στον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, ότι η DDR δεν τα βγάζει πέρα με τα τεράστια δημοσιονομικά της ελλείμματα και με την ταυτόχρονη έλλειψη συναλλάγματος. Δεν είχε πλέον να πουλήσει τίποτε στη Δύση. Το αδιέξοδο ήταν πλήρες. Στην απελπισία τους, πολλοί δήμαρχοι έβγαζαν τις πέτρες από τους λιθόδρομους για να τις πουλήσουν στους Δυτικούς- ένα μάρκο το κομμάτι. Πολλοί δρόμοι στα ιστορικά κέντρα των πόλεων έμεναν έτσι για καιρό χωρίς επίστρωση και καλύπτονταν αργότερα με άσφαλτο. Η απάντηση του Γκορμπατσόφ ήταν ότι η Σοβιετική Ενωση δεν μπορεί να βοηθήσει τη DDR με συνάλλαγμα. Συναλλαγματικά λοιπόν, η χώρα ήταν χρεοκοπημένη. Παράλληλα, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου έναντι της Δύσης σημείωνε άνοδο καταρρίπτοντας συνεχώς ρεκόρ. Η DDR δεν μπορούσε πλέον να πληρώσει τόκους για τα χρέη της. Η κρατική χρεοκοπία αποφεύχθηκε μόνο χάρη σε ένα δάνειο πολλών δισεκατομμυρίων μάρκων, που της παρείχε ο τότε πρωθυπουργός της Βαυαρίας Στράους».

- Συνέβαλε αυτό το δάνειο στον εκσυγχρονισμό της οικονομίας;

«Αυτή ήταν η αρχική πρόθεση. Η ηγεσία της DDR σχεδίαζε να τα επενδύσει στη βιομηχανία έτσι ώστε τα εκσυγχρονισμένα προϊόντα να μπορούν να πουληθούν στις δυτικές αγορές και έτσι να αποφέρουν πολύ συνάλλαγμα. Αλλά ο Χόνεκερ αποφάσισε τελικά να διαθέσει μεγάλο μέρος του στην κατανάλωση. Μόνο που όποιος τρώει εισηγμένες μπανάνες δεν φέρνει συνάλλαγμα στη χώρα, αλλά το καταναλώνει. Ετσι, η χώρα γλίστρησε ακόμη περισσότερο στην παγίδα των χρεών».

- Τι λέτε για την άποψη ορισμένων
διανοουμένων, όπως ο Στέφαν Χάιμ και ο Χάινερ Μίλερ, ότι η επανένωση μετέτρεψε τη DDR σε αποικία της Δύσης;

«Πρόκειται φυσικά για ανοησία. Ορισμένοι υποστηρίζουν μάλιστα το αντίθετο, ότι δηλαδή η Δύση έγινε αποικία της Ανατολής, με το επιχείρημα ότι κάθε χρόνο μεταφέρονται από τη Δυτική Γερμανία στην Ανατολική 100 δισ. ευρώ- κυρίως με τη μορφή κοινωνικών και ασφαλιστικών επιδοτήσεων».

- Οι σχέσεις ιδιοκτησίας όμως άλλαξαν δραματικά υπέρ της Δύσης. Οι δυτικογερμανοί επιχειρηματίες αγόρασαν όλες σχεδόν τις επιχειρήσεις, συχνά για ένα κομμάτι ψωμί.

«Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα τους πλήρωναν και από πάνω, επειδή οι επιχειρήσεις που ανελάμβαναν ήταν υπό διάλυση. Υπενθυμίζω ότι το 30% των εργοστασίων έκλεισε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 επειδή αυτά δεν μπορούσαν να κρατηθούν με τίποτε. Στην πραγματικότητα, βέβαια, δεν έγινε το παν λεία της Δύσης. Ολες οι μικρές επιχειρήσεις, όπως τα φαρμακεία και τα εστιατόρια, πέρασαν σε ανατολικογερμανικά χέρια. Μόνο οι μεγάλες φίρμες, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, πήγαν σε δυτικούς ομίλους. Οι φίρμες αυτές δεν ήταν υγιείς, αλλά ασθενείς ως το μεδούλι. Το ζητούμενο λοιπόν, τότε και σήμερα, είναι ότι οι Ανατολικογερμανοί παρακαλούν γονατιστοί αξιόπιστους επενδυτές- επενδυτές με χρήμα, τεχνογνωσία και μοντέρνο μάρκετινγκ. Το μόνο αξιόλογο προϊόν που έχει διασωθεί από την DDR, είναι οι διώροφοι σιδηρόδρομοι. Τα αυτοκίνητά της, τα Τράμπι, έχουν μόνο συλλεκτική αξία ως αντίκες. Η παραγωγή τους σταμάτησε, επειδή δεν τα ήθελε κανείς. Μάλιστα οι πρώτοι που δεν ήθελαν να τα αγοράσουν, ήταν οι Ανατολικογερμανοί».

- Με την επανένωση, τα πέντε νέα κρατίδια στην Ανατολή αποδέχθηκαν το Σύνταγμα και τους νόμους της Δυτικής Γερμανίας. Υπήρξαν τομείς όπου διατήρησαν στοιχεία της παλιάς νομοθεσίας τους;

«Η συμφωνία της ένωσης προβλέπει αρκετές διαφορές. Κατά την πορεία των διαπραγματεύσεων μάλιστα, οι αντιπρόσωποι της Δύσης επέμεναν να διατηρηθεί για καιρό σχεδόν ατόφια η παλιά νομοθεσία, έτσι ώστε η μεταβατική εποχή να κυλήσει κατά το δυνατόν ήρεμα. Ωστόσο οι διαπραγματευτές της Ανατολής αντέδρασαν σε αυτό λέγοντας, ότι τα δύο συστήματα είναι ασύμβατα και ότι αν διατηρηθεί το ανατολικό, θα παραλύσει η επιχειρηματική δράση των Ανατολικογερμανών. Γι΄ αυτό και τελικά προκρίθηκε η άμεση ενοποίηση των συστημάτων».

- Το κόμμα σας, το Σοσιαλδημοκρατικό, προετοιμάζει τη συνεργασία με το κόμμα Αριστερά, πολλά μέλη της οποίας ήταν στελέχη του ανατολικογερμανικού καθεστώτος. Εσείς τάσσεσθε κατά της συνεργασίας. Γιατί;

«Η Αριστερά είναι το κόμμα της αταξίας. Πρώτον, επειδή η αρχική ανατολική συνιστώσα της, το Κόμμα του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού (ΡDS) αποφάσισε στο ιδρυτικό του συνέδριο, τον Δεκέμβριο του 1989, να διατηρήσει ως δεύτερο όνομα εκείνο του κομμουνιστικού κόμματος για να μη χάσει το κληρονομικό δικαίωμα στην τεράστια περιουσία του. Και δεύτερον, επειδή δεν έχει πρόγραμμα. Γι΄ αυτό και δεν ξέρει ποτέ κανείς τι ακριβώς πρεσβεύει. Η κατάσταση στο εσωτερικό του είναι χαοτική. Οταν εκπονηθεί το πρόγραμμά του τους επόμενους μήνες, θα μπορέσουμε να κρίνουμε αντικειμενικά κατά πόσον μπορούμε να πάμε μαζί. Οχι όμως όσο καιρό δεν ξέρει ούτε το ίδιο τι θέλει».

- Συνολικά δηλαδή,η επανένωση της γερμανικής Αριστεράς αποδεικνύεται πιο δύσκολη και από την επανένωση της Γερμανίας.

«Ετσι είναι. Οι Σοσιαλδημοκράτες δεν μπορούν να ενωθούν με ένα κόμμα του χάους».

Το γερμανοελληνικό... τρίγωνο, 1949-1990

  • Πολιτικές σκοπιμότητες και στρατευμένες μνήμες των δύο γερμανικών κρατών και της Ελλάδας. Τι μαρτυρούν τα αρχεία για την πορεία των σχέσεων με την DDR και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας

του XAΓΚΕΝ ΦΛΑΪΣΕΡ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Μετά την ολοκληρωτική ήττα του ναζιστικού Ράιχ τον Μάιο του 1945, η Γερμανία υφίστατο πλέον μόνον ως γεωγραφικός όρος (και ως αμφιλεγόμενη ιστορική ανάμνηση παραπαίουσα μεταξύ Γκέμπελς και Γκαίτε). Μόλις το 1949, με τα δεδομένα της ψυχροπολεμικής κλιμάκωσης, συγκροτήθηκαν τα δύο αντίπαλα γερμανικά κράτη υπό την κηδεμονία των εκάστοτε δυνάμεων κατοχής η οποία ήταν λίαν «σφιχτή»- ιδίως στην (ανατολική) Γερμανική Λαοκρατική Γερμανία (ΓΛΔ).

Την ίδια χρονιά της παγιωμένης διχοτόμησης των πρώην κατακτητών, στην Ελλάδα η θερμή φάση του Εμφυλίου έληξε με την ήττα της Αριστεράς. Αυτό έδινε την ευκαιρία στη (Δυτική) Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ) να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία που να βρίσκεται στα ίδια ιδεολογικά χαρακώματα με τους νικητές. Απ΄ όλες τις πρωτεύουσες της πάλαι ποτέ αντιφασιστικής συμμαχίας, μόνο στην Αθήνα οι εκπρόσωποι της Βόννης τολμούσαν να αποκαλούν «συμμορίτες» τους άλλοτε παρτιζάνους, αφού μάλιστα ο στρατάρχης Παπάγος εγκωμίαζε τη Βέρμαχτ ως τον καλύτερο στρατό του κόσμου. Ο ίδιος και άλλοι ταγοί απ΄ όλο το (νόμιμο) πολιτικό φάσμα εξήραν τις «στρατιωτικές αρετές» των Γερμανών (και τις πολεμικές εμπειρίες τους κατά της ΕΣΣΔ!) που δεν έπρεπε να μείνουν ανεκμετάλλευτες, ενόψει μάλιστα της επαπειλούμενης νέας παγκόσμιας σύρραξης. Δικαιολογημένα λοιπόν το ΥΠΕΞ της Βόννης «ενημέρωνε» τον πρόεδρο Χόις, στο πλαίσιο επικείμενης επίσκεψής του στην Αθήνα (1956), ότι στη μνήμη των Ελλήνων «τασυμβάντατης γερμανικής Κατοχής ευτυχώςέχουν επικαλυφθεί κατά μεγάλο μέρος από τις κομμουνιστικές θηριωδίεςτου Εμφυλίου». Κατά την ίδια έννοια, Δυτικογερμανοί διπλωμάτες θεωρούσαν τη Μακρόνησο υπόδειγμα «ανθρώπινης» αναμόρφωσης κομμουνιστών...

Κατοχικά βαρίδια

Το 1952, η Αθήνα αποφυλάκισε τον τελευταίο τότε κατάδικο της Βέρμαχτ. Το 1957 όμως, στην Αθήνα συλλαμβάνεται ο Μαξ Μέρτεν για την πλούσια κατοχική δράση του- από «υπερβάλλοντα ζήλο» του εισαγγελέα Ανδρέα Τούση, επικεφαλής του Ελληνικού Εθνικού Γραφείου εγκλημάτων πολέμου. Στη Βόννη τα συναρμόδια υπουργεία συζητούσαν με αγανάκτηση τη «λήψη αντιποίνων» (επί λέξει!) και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπέκυψε τελικά στους εκβιασμούς (και στο δόλωμα ενός δανείου 200 εκατ. μάρκων). Το 1959, με δύο νόμους κατά παραγγελίαν αναστέλλεται επ΄αόριστον πάσα δίωξη γερμανών εγκληματιών πολέμου, ενώ ο καταδικασθείς ήδη Μέρτεν αποφυλακίζεται και απελαύνεται. Η ΟΔΓ όμως θα αθετήσει την ανειλημμένη υποχρέωση της δικαστικής εξέτασης των εκατοντάδων ανοιχτών δικογραφιών, οι οποίες τελικά απλώς αρχειοθετούνται.

Η διαχρονική αυτή αποφυγή ξεκαθαρίσματος του ένοχου παρελθόντος διευκόλυνε την Ανατολική Γερμανία να προβάλλει τη δική της «αντιφασιστική» προσέγγιση. Το 1949/50 δέχθηκε 1.128 «δημοκρατικά ελληνόπουλα», όχι όμως ενήλικους πολιτικούς πρόσφυγες, για να αποφευχθούν πιθανές δυσάρεστες συναντήσεις μεταξύ πρώην ανταρτών και κατακτητών. Αλλωστε, ανατολικογερμανικά δικαστήρια καταδίκασαν τρεις βετεράνους της Βέρμαχτ για εγκλήματα που είχαν διαπράξει στην κατεχόμενη Ελλάδα.

Οι διαφορετικές προσεγγίσεις των δύο αντίπαλων γερμανικών κρατών γίνονται αντιληπτές ακόμη και από τις δημοσιεύσεις σχετικά με την Ελλάδα της πολεμικής περιόδου. Στην ΟΔΓ, το υπουργείο Εξωτερικών χρηματοδότησε τη μετάφραση των αναμνήσεων του Παπάγου, δεδομένου ότι αφορούσαν αμιγώς στρατιωτικά γεγονότα· αντίθετα, η ανατολικογερμανική Ακαδημία Επιστημών προωθούσε εκδόσεις που επικεντρώνονταν στην (εαμική) Αντίσταση και την τρομοκρατία της Κατοχής. Εξέχοντα παραδείγματα ήταν το «ΕΛΑΣ» του Σαράφη, το μπεστσέλερ του Θέμου Κορνάρου για το στρατόπεδο Χαϊδαρίου και η αντιστασιακή ανθολογία της Ελλης Αλεξίου.

Οι εμπορικοί αντιπρόσωποι της ΓΛΔ στην Ελλάδα καταδίκαζαν δημοσίως τα ναζιστικά εγκλήματα, μνημονεύοντας επετείους σφαγών και αναζητώντας- σε αντίθεση με τους Δυτικογερμανούς διπλωμάτες- επαφές με χωριά που είχαν πέσει θύματα ιδιαιτέρως ειδεχθών «αντιποίνων» (Δίστομο, Χορτιάτης). Εν γένει, η ΓΛΔ επιδίωκε να ανακαλεί στη μνήμη των Ελλήνων τις εμπειρίες τους από το γερμανικό φασισμό- «για να ξεσκεπάσει τη μιλιταριστική και ρεβανσιστική εξέλιξη στην ΟΔΓ», σε αντιδιαστολή με τοάλλο,«φιλειρηνικό», γερμανικό κράτος. Στηλιτεύτηκε η συχνά αφιλόξενη μεταχείριση των ΕλλήνωνΓκασταρμπάιτερστη Δυτική Γερμανία με την ιστορική υποσημείωση ότι ο πρώτος υπεύθυνος για τηστρατολόγησήτους κατείχε επί Κατοχής παρόμοιες αρμοδιότητες. Οι σύντροφοι του ΚΚΕ ζητούσαν πληροφορίες για ανάμειξη «σπουδαίων προσωπικοτήτων της Δυτικής Γερμανίας στην καταλήστευση και καταπίεση των Ελλήνων κατά τη διάρκεια της Κατοχής».

Αποζημιώσεις

Το 1952/53, το άτυπο αγγλοαμερικανικό διευθυντήριο της διασυμμαχικής Συνδιάσκεψης για το εξωτερικό χρέος της Γερμανίας στο Λονδίνο κατέληξε σε συνειδητά ασαφή διατύπωση σχετικά με το πόσο θα αναβαλλόταν «η εξέταση» (και μόνο) των απαιτήσεων που πήγαζαν από τον Πόλεμο: «μέχρι του οριστικού διακανονισμού του προβλήματος». Δηλαδή η επισήμανση ότι δεν ασχολούνταν με το πρόβλημα συνδυαζόταν με την έσχατη παρέμβαση στο θέμα αυτό: την πιθανώς επ΄ αόριστον αναβολή της ανεπιθύμητης λύσης, τοποθετώντας την στις (Ελληνικές) Καλένδες, όπως έλεγαν οι ίδιοι.

Η Γερμανία εκμεταλλευόταν τον καρπό της συμπαιγνίας αυτής στο έπακρο επί δεκαετίες. Μόνο ως προς την αξίωση ατομικών αποζημιώσεων, το 1960 η ΟΔΓ υποχώρησε μερικώς, πληρώνοντας στην Ελλάδαύστερα από σκληρό παζάρι- 115 εκατομμύρια μάρκα «αποκατάστασης» [Wiedergutmachung] για θύματα «εθνικοσοσιαλιστικών διώξεων», δηλαδή για Ελληνες διωχθέντες «διά λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς ή αντιθέσεως προς την εθνικοσοσιαλιστικήν κοσμοθεωρίαν». Η υποχώρηση αυτή- «εκούσια», όπως τόνιζε η Βόννη, για να μη θεωρηθεί δεδικασμένο για επανορθώσεις- οφειλό ταν στη συνδυασμένη πίεση ένδεκα δυτικών χωρών, που είχαν παρόμοιες απαιτήσεις. Οφειλόταν επίσης στον φόβο ενδεχόμενης διπλωματικής αναβάθμισης της Ανατολικής Γερμανίας. Γενικά, οι επίσημες «μνήμες» και των δύο γερμανικών κρατών για το κοινό κατοχικό παρελθόν, επηρεάζονταν από σκοπιμότητες του ενδογερμανικού ανταγωνισμού.

Το Τείχος

Η επίσημη Αθήνα βέβαια δεν ανταποκρινόταν στους εξ Ανατολής δελεασμούς- λόγω γενικότερων συμμαχικών υποχρεώσεων και για να μην εισπράξει η Αριστερά τους καρπούς του ανοίγματος. Ωστόσο, το 1961 το όποιο γόητρο του δεύτερου γερμανικού κράτους, πέρα από τους στενά κομματικά συμπαθούντες, συρρικνώθηκε εξαιτίας της ανέγερσης του Τείχους, με επακόλουθο την αποσκίρτηση του υποδιευθυντή της ανατολικογερμανικής εμπορικής αντιπροσωπείας στην Αθήνα. Δεν άλλαξαν πολλά πράγματα κατά τη σύντομη κεντρώα παρένθεση (1963/65). Ωστόσο, το απριλιανό πραξικόπημα αποτέλεσε βαθιά τομή διακόπτοντας όλες τις πολιτιστικές επαφές, συμπεριλαμβανομένου του σχεδίου των ένθεν κακείθεν συντρόφων για παραγωγή ταινίας (και βιβλίου) θρίλερ που θα αποκάλυπτε την ανίερη συμπαιγνία της δυτικογερμανικής και της ελληνικής Δεξιάς, επί παραδείγματι της σκανδαλώδους υπόθεσης Μέρτεν. Οι εμπορικές σχέσεις, ωστόσο, δεν επηρεάστηκαν μακροπρόθεσμα, αφού το Ανατολικό Βερολίνο γρήγορα συνειδητοποίησε ότι τα αδελφά κράτη είχαν ήδη αρχίσει κερδοφόρες συναλλαγές με τη χούντα, παραβιάζοντας το σοσιαλιστικό εμπάργκο που είχε αποφασιστεί. Το 1973 μάλιστα, στο πνεύμα των συμφωνιών του Ελσίνκι, τα δύο καθεστώτα συνήψαν διπλωματικές σχέσεις, αλλά μόνο μετά τη μεταπολίτευση σε επίπεδο πρέσβεων.

Το 1981, ο Κων. Μητσοτάκης ήταν ο πρώτος Ελλην υπουργός που επισκέφθηκε το Ανατ. Βερολίνο. Ωστόσο μόνο η κυβερνητική αλλαγή, λίγους μήνες αργότερα, έδωσε νέα διάσταση στις διμερείς σχέσεις. Η Αθήνα ήταν η πρώτη πρωτεύουσα του ΝΑΤΟ που αποδεχόταν στρατιωτικό ακόλουθο της ΓΛΔ, ενώ ο Χρ. Σαρτζετάκης επισκέφτηκε το Ανατ. Βερολίνο ως πρώτος πρόεδρος δυτικής χώρας. Στη «διπλωματία επισκέψεων» καταγράφονταν πολλές τέτοιες πρωτιές· εντυπωσιακή ήταν και η συχνότητα των επαφών, π.χ. μεταξύ Ανδρέα Παπανδρέου και Εριχ Χόνεκερ, ισχυρού άνδρα της ΓΛΔ. Η νέα εξισορροπητική στρατηγική του ΠαΣοΚ ενίοτε ενοχλούσε τους παραδοσιακούς εταίρους, λ.χ. όταν ο Πρόεδρος της ελληνικής Βουλής, κατά την επίσκεψή του στο Δυτικό Βερολίνο, αρνήθηκε την προγραμματισμένη περιήγηση στο Τείχος για να μην προσβληθούν οι νέοι φίλοι από την άλλη πλευρά... Βέβαια, το «τείχος του αίσχους», συμβολίζοντας τον εγκλεισμό των πολιτών της, επηρέαζε ακόμα την εικόνα της ΓΛΔ, εθεωρείτο όμως ως δεδομένο.

Τρίγωνο εντός τριγώνου

Η ΓΛΔ διατηρούσε στενές ιδεολογικές και οικονομικές σχέσεις με το ελληνικό αδελφό κόμμα, θεωρώντας το πιο έμπιστο και «ώριμο» από τα άλλα της Δύσης. Ετσι ικανοποιούσε τις αιτήσεις υψηλόβαθμων στελεχών του ΚΚΕ για υποτροφίες υπέρ παιδιών και ανιψιών τους, επίσης οργάνωνε σεμινάρια επιμόρφωσης για τα ίδια τα στελέχη, ακόμη και σεμινάριο «μαρξιστικής-λενινιστικής αισθητικής». Συχνά όμως, τα αρχεία φανερώνουν δυσφορία του ΚΚΕ για τη ψυχρή ρεαλπολιτίκ των βόρειων συντρόφων, οσάκις έδιναν προτεραιότητα στην πραγματιστική σχέση με το κυβερνών ΠαΣοΚ.

Ως προς την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και γενικότερα τη θεώρηση του κατοχικού παρελθόντος συνέκλιναν και οι τρεις πλευρές- ενώ οι Δυτικογερμανοί ακόμα αμφιταλαντεύονταν. Το 1984, όταν οργανώσαμε (με πρόεδρο τον αείμνηστο Νίκο Σβορώνο) το πρώτο επιστημονικό συνέδριο σε ελληνικό έδαφος για την περίοδο εκείνη, από τους δύο προσκληθέντες πρεσβευτές ο μεν Δυτικογερμανός έστειλε εκπρόσωπό του κατά την έναρξη, ενώ ο Χορστ Μπρι της ΓΛΔ, βετεράνος της ενδογερμανικής αντιναζιστικής Αντίστασης, παρακολουθούσε σχεδόν αδιάλειπτα τις εργασίες επί πέντε ημέρες. Αντιδογματικός, δεν είχε πρόβλημα στο να παρευρεθεί τα επόμενα χρόνια σε κοινές ενέργειες με τον μετέπειτα πρεσβευτή της ΟΔΓ, Ρύντιγκερ φον Παχέλμπελ, που σε αντίθεση με τους περισσότερους προκατόχους του δεν ήταν οπαδός μιας βολικής επίπλαστης «λήθης». Από κοινού, οι δύο πρεσβευτές τιμούσαν στα Καλάβρυτα τις επετείους της μεγάλης σφαγής. Επιπλέον, ο Παχέλμπελ υιοθέτησε, π.χ., την εισήγηση του γράφοντος να τιμήσει ο δυτικογερμανός πρόεδρος Βάιτσεκερ, κατά την επίσημη επίσκεψή του το 1987, όλα τα θύματα της Κατοχής στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.

Δύο χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 1989, το φιλόδοξο πρόγραμμα του Μπρι για τον εορτασμό των 40χρονων της ΓΛΔ έπεσε στο κενό εξαιτίας των ραγδαίων εξελίξεων στη Λειψία και στο Βερολίνο. Η γερμανική ενοποίηση χαιρετίστηκε στην Ελλάδα- σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο- περισσότερο παρά σε κάθε άλλη πρώην συμμαχική χώρα. Σύντομα όμως φάνηκε ότι η αναπάντεχη αυτή εξέλιξη επανενεργοποίησε τον διάλογο περί πολεμικών αποζημιώσεων (και κατοχικού δανείου!) τον οποίο η περίφημη Συμφωνία του Λονδίνου είχε αδρανοποιήσει έως τότε. Αλλά αυτό αποτελεί ασφαλώς μια άλλη ιστορία.
  • Ο κ. Χάγκεν Φλάισερ είναι καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

ΛΕΧ ΒΑΛΕΣΑ: Στην Πολωνία άρχισαν όλα

  • Ο ηγέτης της «Αλληλεγγύης» και κατοπινός πρόεδρος της χώρας του μιλάει για τον Γκορμπατσόφ, για τον ρόλο της Καθολικής Εκκλησίας, για το μέλλον του σοσιαλισμού και για τις σχέσεις ΗΠΑ- Ευρώπης

συνεντευξη στην ΤΑΝΙΑ ΜΠΟΖΑΝΙΝΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Ολα άρχισαν στην Πολωνία. Τον Ιούνιο του 1989 το κομμουνιστικό καθεστώς της χώρας αποφάσισε να επιτρέψει τις πρώτες «ημιελεύθερες» εκλογές στο ανατολικό μπλοκ, πιστεύοντας ότι η αντιπολίτευση, που ως τότε ήταν παράνομη, δεν θα είχε τα μέσα να οργανωθεί και να κάνει ισχυρή την παρουσία της. Διαψεύστηκε. Η Αλληλεγγύη κέρδισε τις 99 από τις 100 έδρες της Γερουσίας και όλες τις έδρες της Βουλής.

Το παράδειγμα της Πολωνίας έδειξε στις γειτονικές κομμουνιστικές χώρες ότι η αλλαγή ήταν εφικτή. Το πρώτο ντόμινο είχε πέσει. ΟΛεχ Βαλέσα ο ηγέτης της Αλληλεγγύης του συνδικαλιστικού αντικομμουνιστικού κινήματος που γεννήθηκε στα ναυπηγία του Γκντανσκ το 1980- διετέλεσε πρόεδρος μόνο μία φορά στην Πολωνία (το 1990-95). Ο 66χρονος Βαλέσα, κάτοχος του Βραβείου Νομπέλ Ειρήνης το 1983, έχασε τις επόμενες προεδρικές εκλογές στη χώρα του, όμως στην Πολωνία θεωρείται πάντα εθνικός ήρωας και το εξωτερικό σύμβολο του αγώνα κατά του κομμουνισμού. Μας μίλησε τηλεφωνικά πριν από λίγες εβδομάδες από το γραφείο του στο Γκντανσκ.

- Ποια είναι η γνώμη σας για τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ;

«Ο ρόλος του Γκορμπατσόφ ήταν πάρα πολύ θετικός και αυτό ακριβώς επειδή δεν κατάφερε τίποτε. Πρότεινε τη σωτηρία του κομμουνισμού, τη διατήρηση της Σοβιετικής Ενωσης και τη διατήρηση του Συμφώνου της Βαρσοβίας, που ήταν οι βασικοί πυλώνες του κομμουνιστικού καθεστώτος. Δεν τα πέτυχε. Αυτή είναι και η επιτυχία του: το ότι ακριβώς απέτυχε να κάνει αυτό που ήθελε. Ο ρόλος του είναι θετικός, αν και οι ενέργειές του έγιναν υπό πίεση και αυτά που επιθυμούσε ο ίδιος δεν τα κατάφερε. Αν είχε πετύχει αυτά που ήθελε, θα είχε διατηρηθεί ο διχασμός της Ευρώπης σε Ανατολική και Δυτική, δεν θα ήταν εφικτή η επανένωση της Γερμανίας, ούτε η διεύρυνση της ΕΕ και του ΝΑΤΟ».

- Ποιος ήταν ο ρόλος της Καθολικής Εκκλησίας και του Πάπα στην πτώση του κομμουνισμού στην Πολωνία;

«Το πρόβλημα που είχαμε στην Πολωνία ήταν ότι οι κομμουνιστές ήθελαν να μας χωρίσουν. Δεν μας επέτρεπαν συγκεντρώσεις μεγάλου αριθμού ατόμων, δεν μας επέτρεπαν να ενωθούμε. Αυτή ήταν η φιλοσοφία των κομμουνιστών και όταν διοργανώναμε κάποια συγκέντρωση, κάποια διαμαρτυρία, όπως γινόταν για παράδειγμα στην Τσεχοσλοβακία ή στην Ουγγαρία, οι κομμουνιστές διοργάνωναν άλλη παράλληλη διαδήλωση για να δείξουν στον κόσμο ότι είναι πάρα πολλοί και ότι όλος ο λαός τούς υποστηρίζει, ότι η πλειονότητα του πολιτών χαίρεται με την ύπαρξη του κομμουνισμού.

Αυτό που καταφέραμε εμείς με τη βοήθεια του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β Δ , που ήταν Πολωνός, ήταν ότι εκείνος μάς ξύπνησε και μας ένωσε. Βεβαίως αυτό έγινε διά μέσου της προσευχής, γιατί ο Πάπας δεν είχε σκοπό να ρίξει τον κομμουνισμό, αλλά ήθελε να ενώσει εμάς. Και αυτή την ενότητα την εκμεταλλεύθηκαν οι οργανώσεις της κομμουνιστικής αντίστασης στην Πολωνία και προχώρησαν σε συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας και απεργίες στα εργοστάσια και στην τελική νίκη ενάντια στον κομμουνισμό. Αν δεν υπήρχαν η Καθολική Εκκλησία και ο Πάπας δεν θα υπήρχαν αυτές οι ενωμένες μάζες των ανθρώπων που μπορούσαν να διοχετευθούν προς το απεργιακό κίνημα και αλλού».

- Πόσο επηρέασε η αλλαγή στην Πολωνία το 1989 τις εξελίξεις στην υπόλοιπη Ανατολική Ευρώπη;

«Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι χωρίς τα γεγονότα του 1989 η επανένωση της Γερμανίας δεν θα ήταν εφικτή, δεν θα ήταν δυνατή η ένταξη τόσων νέων χωρών στην ΕΕ. Ολα αυτά μπόρεσαν να συμβούν επειδή έπαψαν να υπάρχουν η Σοβιετική Ενωση και η κατάσταση αντιπαράθεσης ανάμεσα στο ανατολικό και στο δυτικό μπλοκ».

- Ποιο πιστεύετε ότι είναι το μέλλον του σοσιαλισμού;

«Προβλέπω ότι θα υπάρχει πλουραλισμός και ό,τι είναι καλύτερο θα κερδίσει. Ο σοσιαλισμός έχει μερικά στοιχεία τα οποία θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι είναι καλά και μπορούμε να προσπαθήσουμε να τα εφαρμόσουμε».

- Σας ενόχλησε η απόφαση του αμερικανού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα να ματαιώσει την εγκατάσταση τμημάτων της αντιπυραυλικής ασπίδας προστασίας στην Πολωνία και στην Τσεχία;

«Οχι. Εγώ από την αρχή είχα την άποψη πως σε ό,τι αφορά τα στρατιωτικά θέματα, δηλαδή την ισχύ των όπλων, υπάρχουν αρκετά ώστε να καταστρέψουμε τη Γη 10 φορές. Γιατί πρέπει να το κάνουμε και για 11η φορά; Το να έχουμε όμως τους Αμερικανούς μόνιμα εγκατεστημένους στο ευρωπαϊκό έδαφος μας παρέχει μια άνεση, γιατί τότε οι Αμερικανοί είναι αναγκασμένοι να παρακολουθούν την κατάσταση στην Ευρώπη και να συμμετέχουν στη διατήρηση της τάξης ξοδεύοντας χρήματα εδώ. Οπότε, από αυτή την άποψη, θα ήταν προς το συμφέρον της Πολωνίας να φιλοξενήσει τμήματα της αντιπυραυλικής ασπίδας».

ΒΑΤΣΛΑΒ ΧΑΒΕΛ: «Δεν εγκαταλείψαμε τα ιδανικά μας»

  • Ο πρώην πρόεδρος της Τσεχίας και θεατρικός συγγραφέας μιλάει για τη Βελούδινη Επανάσταση και για τους νοσταλγούς του κομμουνισμού, ενώ βλέπει το σήμερα επιστρέφοντας στο χθες

αποστολη ΤΑΝΙΑ ΜΠΟΖΑΝΙΝΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Πράγα, 15 Οκτωβρίου. Εξω το χιόνι πέφτει πυκνό. Βρίσκομαι στο καφέ του θεάτρου Να Ζάμπραντλι περιμένοντας να αρχίσει μια συνάντηση του πρώην προέδρου της Τσεχίας Βάτσλαβ Χάβελμε δημοσιογράφους από όλη την Ευρώπη. Εχω φθάσει σχεδόν δύο ώρες νωρίτερα. Λίγο μετά εμφανίζεται ο Χάβελ. Μόνος του, χωρίς μπράβους ή αστυνομικούς η Πράγα δεν έχει εγκληματικότητα. Τον χαιρετώ, σταματά για λίγο στο τραπέζι μου. Στο μικρό αυτό θέατρο ξεκίνησε να εργάζεται ως τεχνικός σκηνής στη δεκαετία του ΄50, τότε που το κομμουνιστικό καθεστώς δεν τον άφηνε να σπουδάσει επειδή καταγόταν από αστική οικογένεια, λέει. Την επόμενη δεκαετία, όταν πια έγινε θεατρικός συγγραφέας, ανέβηκαν εκεί τα έργα του προτού τα απαγορεύσει το καθεστώς.

Σηκώνεται και κατευθύνεται προς την αίθουσα του θεάτρου. Λίγο μετά τον ακολουθώ, η αίθουσα είναι άδεια. Ο 73χρονος Χάβελ εξαφανίστηκε στα παρασκήνια, το μέρος είναι γεμάτο αναμνήσεις γι΄ αυτόν. Σιγά-σιγά φθάνουν και οι υπόλοιποι δημοσιογράφοι. Καθόμαστε στις πολυθρόνες των θεατών. Στη σκηνή έχει τέσσερις καρέκλες και ένα τραπέζι, σαν να περιμένουν τους ηθοποιούς. Σε αυτές παίρνουν θέση ο Χάβελ και τρεις σύντροφοί του από την εποχή του αγώνα κατά του κομμουνιστικού καθεστώτος, συνιδρυτές του Φόρουμ Πολιτών. Ο ίδιος ο Χάβελ σκηνοθέτησε με αυτόν τον τρόπο τη συνάντησή του με δημοσιογράφους για τα 20 χρόνια από τη Βελούδινη Επανάσταση που έφερε τη δημοκρατία στην Τσεχία και τον ίδιο στην προεδρία της χώρας.

«Το ΄89 μαζευόμασταν εδώ στη διάρκεια της απεργίας των θεάτρων. Ηθελα να ξαναδημιουργήσω την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής. Τότε γινόταν πατείς με πατώ σε στις πρώτες συνεντεύξεις Τύπου. Ολα ήταν πιο απλά. Δεν χρησιμοποιούσαμε τη γραφειοκρατική, ξύλινη πολιτική γλώσσα που καταφέραμε να μάθουμε αυτά τα 20 χρόνια» λέει. Για να ολοκληρώσει την ανασύνθεση της ατμόσφαιρας έβαλε το ίδιο παντελόνι που φορούσε στις διαδηλώσεις - «το παντελόνι της επανάστασης», ένα σκούρο τζιν. «Πώς συνέβησαν όλα αυτά; Πραγματικά δεν το γνωρίζω αλλά συνέβησαν» λέει.

«Σήμερα, 20 χρόνια μετά, θεωρείτε ότι πετύχατε τους στόχους για τους οποίους αγωνιζόσασταν και, αν μπορούσατε να πάτε τον χρόνο πίσω, θα κάνατε κάτι διαφορετικά;» είναι η ερώτηση του «Βήματος». «Κάναμε πολλά λάθη αλλά καταφέραμε να αποφύγουμε περισσότερα» απαντά ο Χάβελ. «Η βασική πορεία - δημοκρατία, ελευθερία, έννομη τάξη, οικονομία της αγοράς- διατηρείται, με έναν περίπλοκο τρόπο και αναπάντεχα εμπόδια, αλλά διατηρείται. Δεν εγκαταλείψαμε τα ιδανικά της εποχής». Το μόνο που ίσως θα έκανε διαφορετικά είναι ο χειρισμός του τεράστιου όγκου φακέλων που κληρονόμησαν από τους κομμουνιστές. «Καμία πρώην κομμουνιστική χώρα δεν γνώριζε πώς να χειριστεί τα αρχεία της αστυνομίας» λέει. «Η μνήμη ενός έθνους αποτελεί μέρος της ταυτότητάς του».

Η νιφάδα του χιονιού

Επιστρέφει στις ημέρες του ΄89. Στις 28 Οκτωβρίου διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν στην κεντρική πλατεία της Πράγας για την 71η επέτειο της ανεξαρτησίας της Τσεχοσλοβακίας φωνάζοντας «Ελευθερία!». Η αστυνομία τούς πάταξε. Ο κόσμος άρχισε να βγαίνει καθημερινά στους δρόμους εξοργισμένος. «Ολοι ένιωθαν ότι κάτι σημαντικό συνέβαινε αλλά δεν γνωρίζαμε πότε η νιφάδα του χιονιού θα μετατρεπόταν σε χιονοστιβάδα» λέει ο Χάβελ. Στις 17 Νοεμβρίου διοργανώθηκε μια τεράστια διαδήλωση. Ο ίδιος αποφάσισε να μη συμμετάσχει και να παραμείνει στο εξοχικό του για να μην τραβήξει επάνω του τα φώτα αλλά«έστειλα τα μέλη της οικογένειάς μου. Αμέσως καταλάβαμε ότι η διαδήλωση αυτή ήταν η χιονόμπαλα που θα γινόταν χιονοστιβάδα». Λίγες ημέρες αργότερα η Βελούδινη Επανάσταση είχε ολοκληρωθεί.

Την ημέρα που έπεσε το Τείχος του Βερολίνου ο Χάβελ πήγε έξω από την πρεσβεία της Δυτικής Γερμανίας όπως συνήθιζε εκείνες τις ημέρες για να δείξει την υποστήριξή του προς τους ανατολικογερμανούς πρόσφυγες που συνωστίζονταν ζητώντας άσυλο. «Γύρω μας υπήρχαν πολλοί μυστικοί αστυνομικοί, αλλά ο κόσμος που πήγαινε φαγητό και κουβέρτες στους πρόσφυγες δεν νοιαζόταν γι΄ αυτούς» λέει. «Αυτό έδειχνε ότι η κατάσταση δεν θα διαρκούσε για πολύ ακόμη. Εβλεπα την ατρόμητη αλληλεγγύη προς τους πρόσφυγες που επιδείκνυαν οι συμπατριώτες μου, οι οποίοι στο παρελθόν ήταν τόσο φοβισμένοι, τους παρακολουθούσα στην πρεσβεία της Δυτικής Γερμανίας και συνειδητοποιούσα ότι το Τείχος ήδη κατέρρεε».

Τον επόμενο μήνα, στις 29 Δεκεμβρίου, ο Χάβελ εξελέγη πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας ομόφωνα από τη Βουλή- στην οποία ακόμη κυριαρχούσαν οι κομμουνιστές. Το 1990, στις πρώτες ελεύθερες εκλογές στη χώρα, επανεξελέγη στη θέση αυτή. Μετά τη διάσπαση της Τσεχοσλοβακίας ο Χάβελ εξελέγη για δύο συνεχόμενες πενταετείς θητείες πρόεδρος της Δημοκρατίας της Τσεχίας (1993-2003).

Υπάρχει κάτι που νοσταλγεί από την εποχή του κομμουνισμού; Θεωρεί ότι υπηρεσίες όπως η Υγεία και η Παιδεία ήταν καλύτερες τότε παρά σήμερα; «Οσους νοσταλγούν πράγματα από την κομμουνιστική εποχή τους παρομοιάζω με εκείνους που αποφυλακίζονται ύστερα από χρόνια εγκλεισμού. Αν ζεις φυλακισμένος επί πολλά χρόνια, η ελευθερία είναι ένα βάρος. Δεν υπάρχει πια κανένας να σου πει τι να κάνεις. Λαβαίνεις δεκάδες αποφάσεις καθημερινά με δική σου ευθύνη. Υπάρχουν άνθρωποι που είχαν συνηθίσει στον κομμουνισμό και τώρα που γερνούν αντιμετωπίζουν μια δυσάρεστη κατάσταση. Ανάμεσα στους νοσταλγούς του κομμουνισμού είναι εκείνοι που είχαν αφιερώσει τη ζωή τους σ΄ αυτόν και μια ωραία πρωία τους λένε ότι όλα ήταν ανοησίες. Καταλαβαίνω ότι έχουν δυσκολία να το δεχθούν. Οι νεότεροι το κάνουν από αντίδραση. Το λυπηρό είναι πως μερικοί άνθρωποι που κυνηγήθηκαν την κομμουνιστική εποχή σήμερα ζουν με ψίχουλα ενώ οι βασανιστές τους μένουν σε υπέροχα σπίτια».

Ο υλισμός της κοινωνίας

Ο Χάβελ επικρίνει τον υλισμό της σημερινής τσεχικής κοινωνίας και την τεχνοκρατική της θεώρηση των πραγμάτων, τα οποία χαρακτηρίζει «επικίνδυνα». «Εχουμε πολλά να κάνουμε ακόμη» προσθέτει. Την εντονότερη κριτική όμως την επιφυλάσσει για τον διάδοχό του στην προεδρία και σημερινό πρόεδρο Βάτσλαβ Κλάους, ο οποίος αρνείται να υπογράψει τη Συνθήκη της Λισαβόνας που έχει επικυρωθεί από τα υπόλοιπα 26 κράτη-μέλη της ΕΕ, απειλώντας να τινάξει στον αέρα όλη τη διαδικασία: «Η συμπεριφορά του Κλάους πλήττει τη Δημοκρατία της Τσεχίας ,είναι ανεύθυνη. Τα επιχειρήματά του είναι παρωχημένα και αμαυρώνουν το όνομα της Τσεχίας στην Ευρώπη. Θεωρώ ότι είναι επικίνδυνος» λέει καλώντας τον «να έρθει στα συγκαλά του και να επικυρώσει τη συνθήκη».

Παραμένοντας στις σημερινές εξελίξεις, στην απόφαση του αμερικανού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα να ματαιώσει την εγκατάσταση τμημάτων της ασπίδας αντιπυραυλικής προστασίας στην Τσεχία και στην Πολωνία, ο Χάβελ δείχνει πιο χαλαρός από άλλους Ανατολικοευρωπαίους που βλέπουν στην κίνηση αυτή «απομάκρυνση των ΗΠΑ από την Ευρώπη» και πανικοβάλλονται. «Είναι πολύ νωρίς για να πούμε κάτι τέτοιο» λέει. «Η αντιπυραυλική ασπίδα συζητείται επί 25 χρόνια στη διάρκεια των οποίων έχουν ληφθεί διάφορες αποφάσεις. Εκλαμβάνω την κίνηση της Ουάσιγκτον ως κάτι τεχνικό, εσωτερικό των ΗΠΑ».

Η τελευταία ερώτηση προς τον ηγέτη της Βελούδινης Επανάστασης είναι αν θεωρεί πως έγραψε το καλύτερό του έργο για την πολιτική ή για το θέατρο. «Δεν βρίσκω κάτι χαριτωμένο να απαντήσω» λέει. «Ο κοινωνικός μου ρόλος καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τη μοίρα, ενώ τα θεατρικά μου έργα τα σκέφτομαι περισσότερο, μπορώ να τα επηρεάσω εξ ολοκλήρου». Η συνάντηση με τους δημοσιογράφους έχει τελειώσει. Ο Χάβελ και οι τρεις σύντροφοί του κάνουν το σήμα της νίκης και αποχωρούν από τη σκηνή.

Ανθρώπινες ιστορίες από μια χώρα που εξαφανίστηκε

  • Ο συγγραφέας και περφόρμερ, η θεατρολόγος ακτιβίστρια και ο βιοχημικός που στράφηκε στη θεολογία σε ένα ταξίδι αναμνήσεων και προσωπικών μαρτυριών. Τρεις διαφορετικές περιπτώσεις με έναν κοινό παρονομαστή

της ΕΛΕΝΗΣ ΒΑΡΟΠΟΥΛΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Από το ανεξάντλητο υλικό που προσφέρει το Βερολίνο ως πόλη του Τείχους, χωρισμένη και ξανά ενωμένη, βαραίνοντας πάνω σε συνειδήσεις με κοινές για όλους ημερομηνίες αλλά και με ανόμοιες συλλογικές εμπειρίες ή διαφορετικά προσωπικά βιώματα, συγκέντρωσα τρεις υποκειμενικές ιστορίες. Αφορούν ανθρώπους που προέρχονται από μια χώρα που εξαφανίστηκε. Αναφέρονται στο παρελθόν κάποιων που κατάφεραν να δραπετεύσουν και κάποιων άλλων που θεληματικά έμειναν στο ανατολικό κομμάτι της Γερμανίας. Οι ιστορίες συμπίπτουν στο ότι καθένα από τα πρόσωπα ήρθε σε επαφή με την Εκκλησία, κυρίως όμως στο ότι αμφισβήτησε χωρίς να συμβιβαστεί τις καθημερινές πρακτικές και μυθολογίες σε ένα κράτος του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Ο «ασυμμόρφωτος γιος» του συντρόφου

Ο Ούβε Μένιελ, εικαστικός καλλιτέχνης, συγγραφέας και περφόρμερ που ζει σήμερα στο Βερολίνο και στη Νέα Υόρκη, είναι ένας από αυτούς που έφυγαν. Πέρασε κρυφά τα σύνορα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας το 1974, στο πορτ μπαγκάζ ενός αυτοκινήτου, μέσα σε μια βαλίτσα. Εννέα μήνες κράτησε η προετοιμασία της φυγής. Τον βοήθησαν τρεις άνθρωποι με κίνδυνο να καταδικαστούν σε πενταετή φυλάκιση.

«Πρώτος σταθμός ήταν το Δυτικό Βερολίνο. Ακολούθησαν η Βιέννη, το Μόναχο και το Αμστερνταμ. Το 1977 έφθασα στη Νέα Υόρκη. Εξι εβδομάδες διέσχιζα τις Ηνωμένες Πολιτείες από τα δυτικά προς τα ανατολικά με λεωφορείο. Και ήταν η Μέρεντιθ Μονκ αυτή που μου γνώρισε πολλούς νεοϋορκέζους καλλιτέχνες. Για πολλούς που άφησα πίσω ήμουν ένας εχθρός του κράτους, καταζητούμενος. Μόνο από αεροπλάνο μπορούσα να ξαναδώ τον τόπο μου. Ηξερα, 29 χρόνων, ότι γυρισμός δεν υπάρχει. Αντίθετα, υπήρχε οριστική ρήξη με την οικογένειά μου, με τη χώρα».

«Το τέλος του Τείχους με βρήκε σε μια οφθαλμολογική κλινική της Νέας Υόρκης να βλέπω τον πατέρα Μπους και τον Γκορμπατσόφ στην τηλεόραση. Λίγο αργότερα, στο Λόουερ Ιστ Σάιντ, στο σπίτι όπου έμενα με την αμερικανίδα γυναίκα μου, γλύπτρια κι αυτή, μου τηλεφώνησε μια φίλη από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας για να μου πει ότι πηγαινοέρχονται στο Δυτικό Βερολίνο. Προσπάθησα να βρω εισιτήριο να πάω κι εγώ. Δεν υπήρχαν θέσεις, ήταν όλες κλεισμένες. Στη Γερμανία γύρισα χωρίς τη γυναίκα μου. Ηθελα να είμαι μόνος. Τότε αυτή με ειδοποίησε ότι ήρθε το τέλος της κοινής μας ζωής. Το βράδυ των Χριστουγέννων του 1989, αν και δεν είχα μαζί μου χαρτιά, με άφησαν να περάσω από το Δυτικό στο Ανατολικό Βερολίνο. Επιστρέφοντας από εκεί, χωρίς κανέναν πια έλεγχο, μου ευχήθηκαν «Καλά Χριστούγεννα». Ο Ούβε Μένιελ, γιος του πολιτικού ακτιβιστή Ερνστ Μένιελ που ανέβηκε στην ιεραρχία του κόμματος χάρη στη δράση του τον καιρό της αναγκαστικής κολεκτιβοποίησης, έζησε τα παιδικά χρόνια του στην πόλη Γκέρα. Σε μια βίλα που προπολεμικά ανήκε σε έναν ιδιοκτήτη εργοστασίου πορσελάνης. Η μητέρα του Αννα Εμα Μπέρτα επεφύλαξε εντελώς αναπάντεχα στον νεκρό σύζυγό της θρησκευτική κηδεία. Ο πάστορας το αποδέχθηκε, το γεγονός όμως προκάλεσε τις έντονες διαμαρτυρίες των κομματικών στελεχών, την τιμωρία του σοσιαλιστή διευθυντή του σχολείου που έκανε το λάθος να στείλει σε μια τέτοια κηδεία τους συμμαθητές του γιου, να τιμήσουν έναν «μεγάλο σύντροφο». Ο Κλάους και η Ντόρις, τα αδέλφια του Ούβε, υπηρέτησαν πιστά το κόμμα και κατέλαβαν υψηλές κρατικές θέσεις. Με τον αδελφό του, υπερασπιστή του Τείχους, που βίωσε τη φυγή στη Δύση ως έσχατη προδοσία, οι σχέσεις του δεν αποκαταστάθηκαν ποτέ. Αφότου έφυγε ο Ούβε πέρασαν 20 χρόνια ώσπου να συναντήσει ξανά την αδελφή του. Το 1991 μίλησε για πρώτη φορά στο τηλέφωνο με τη γριά μάνα του. Και όταν έγινε 50 χρόνων, το 1995, προσπάθησε να τους δει όλους μαζί. Για τα γενέθλιά του η οικογένεια βρέθηκε για μία ακόμη φορά στην Γκέρα. «Σε αυτόν τον εμφύλιο πόλεμο τους είχα ζητήσει να με συγχωρέσουν».

Από το ινστιτούτο για την εκπαίδευση δασκάλων ο δεκαεξάχρονος Ούβε Μένιελ με την προνομιακή μεταχείριση εκδιώχθηκε γιατί μίλησε στην παρέα του αρνητικά για το Τείχος. Η διαγραφή του από τη Νεολαία του κόμματος ύστερα από δίκη, με τους ίδιους τους συμμαθητές του να ψηφίζουν φανερά τον αποκλεισμό του, κόστισε ακριβά σε όσους αρνήθηκαν την αποπομπή του. «Συγκλονίστηκα όταν είδα 21 αντίθετες φωνές και τον δάσκαλό μου της ρωσικής γλώσσας να λένε δημόσια “όχι”». Μετά τον διωγμό του από τη Νεολαία και την εκπαίδευση στάλθηκε εργάτης στην παραγωγή και τελείωσε νυχτερινό σχολείο. Δούλεψε περιστασιακά ως φωτιστής και τεχνικός στο θέατρο, όπου έβρισκαν καταφύγιο πολλοί ανεπιθύμητοι στο καθεστώς, δούλεψε στις προμήθειες για τον σοβιετικό στρατό και στον καινούργιο τομέα των ηλεκτρονικών εφαρμογών. Στο Πανεπιστήμιο Σίλερ της Ιένας άρχισε να σπουδάζει Θεολογία βρίσκοντας εκεί έναν τρόπο να διδαχθεί αρχαία ελληνικά, λατινικά και φιλοσοφία. Η ενεργός συμμετοχή του στο πανεπιστημιακό θέατρο και τα θεατρικά κείμενα με την έμμεση πολιτική κριτική που έγραφε για να παιχτούν στις φοιτητικές γιορτές είχαν ως αποτέλεσμα έναν νέο αποκλεισμό του. «Για τους καθηγητές που μας δίδασκαν μαρξισμό- λενινισμό και ιστορία της γερμανικής εργατικής τάξης και οι οποίοι συνεχώς με έκοβαν σε αυτά τα μαθήματα δεν ήμουν παρά ο ασυμμόρφωτος γιος ενός συντρόφου, ένας που έβλαπτε τη σοσιαλιστική υπόθεση». Μετά την απομάκρυνσή του από το πανεπιστήμιο τον περιέθαλψε η Εκκλησία, ο επίσκοπος Θουριγγίας και τον δέχθηκε η Ανωτάτη Εκκλησιαστική Σχολή στο Βερολίνο για να γίνει πάστορας. «Ούτε στη σχολή έμεινα πολύ. Ασκούσα κριτική σε πρακτικές της Εκκλησίας και με κατηγόρησαν για αριστερό εξτρεμισμό. Τότε πέρασα στο κουκλοθέατρο, παρακολούθησα την Σχολή Ερνστ Μπους, ήθελα να γίνω κουκλοπαίκτης. Οταν έγραψα τους διαλόγους για το παραμύθι “Φράου Χόλε” των αδελφών Γκριμ που θα παίζαμε στα σχολεία, αντιμετώπισα τέτοια λογοκρισία και προπαγάνδα που κατάλαβα ότι δεν υπήρχε για μένα μέλλον σε αυτή τη χώρα».

«Το 1990 το όνειρο είχε τελειώσει»

Η θεατρολόγοςΟύτα Σόρλεμερ, η οποία τα τελευταία χρόνια κινείται από τη Λειψία στη Βέρνη και από την Πολωνία στις ΗΠΑ, στην Πασαντένα της Καλιφόρνιας, έζησε την πτώση του Τείχους μαζί με εκείνους τους «ενεργούς πολίτες» που αγωνίζονταν στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα, για περισσότερη ελευθερία και μεταρρυθμίσεις, θεωρούμενοι από το κράτος «αντικαθεστωτικοί», «διαφωνούντες».

  • ΟΥΒΕ ΜΕΝΙΕΛ: «Για πολλούς που άφησα πίσω ήμουν ένας εχθρός του κράτους, καταζητούμενος. Μόνο από αεροπλάνο μπορούσα να ξαναδώ τον τόπο μου»

«Χρόνος ξεσηκωμού ήταν η περίοδος από το καλοκαίρι του 1989 ως τις 9 Νοεμβρίου. Οι σκόρπιες δυνάμεις της αντιπολίτευσης συγκεντρώθηκαν σε σχήματα όπως Ξεκίνημα ΄89- Νέο Φόρουμ, Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας, Δημοκρατία Τώρα και Δημοκρατική Διακήρυξη. Ενα μέρος του πληθυσμού ξεθάρρεψε. Ξεκίνησε μιαν “ειρηνική επανάσταση”. Πολλοί με κίνδυνο της ζωής τους ζητούσαν ανανέωση. Το άνοιγμα όμως του Τείχους προκάλεσε ένα ρήγμα στο ρεύμα αυτό, αν και ο ξεσηκωμός συνεχίστηκε για λίγο ακόμη. Το κύμα φυγής, με πλήθη να εγκαταλείπουν τη χώρα, συνετέλεσε στην επανένωση των δύο Γερμανιών βάζοντας τέρμα στην όποια επαναστατική διαδικασία. Πρόσφατα σκέφτηκα ότι η έννοια μιας επανάστασης που η κυοφορία της διακόπτεται με “έκτρωση” μπορεί να αποδώσει εκείνη την εμπειρία. Οσο εξαίσια, γεμάτη ευφορία, τρέλα κι αν ήταν για τον καθένα μας η 9η Νοεμβρίου, επειδή μπορούσαμε επιτέλους να επισκεφθούμε τους φίλους μας, να ταξιδέψουμε, να πάμε περίπατο όπου θέλαμε, άλλο τόσο ήταν και η μέρα που διακόπηκε μια ουτοπία. Εναν “τρίτο δρόμο”, “σοσιαλισμό με δημοκρατία”, σχολεία με ελευθερία λόγου είχαμε αποφασίσει να διεκδικήσουμε. Το 1989 είδα τα όρια αυτών των προσδοκιών, το 1990 το όνειρο είχε τελειώσει».

  • ΟΥΤΑ ΣΟΡΛΕΜΕΡ: «Πρόσφατα σκέφτηκα ότι η έννοια μιας επανάστασηςπου η κυοφορία της διακόπτεται με “έκτρωση” μπορεί να αποδώσει εκείνη την εμπειρία»
Πολύ νωρίς, από το σχολείο, η Ούτα αντιμετώπισε τους καταπιεστικούς μηχανισμούς. Δεν έγινε δεκτή στο πανεπιστήμιο, στον εκπαιδευτικό τομέα, γιατί της αποδόθηκε η ιδεολογική απόκλιση του «αντικειμενισμού». Για το καθεστώς ήταν «ένα κόκκινο πανί» ως κόρη του θεολόγου Φρίντριχ Σόρλεμερ, ο οποίος με τη δράση του για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ειρήνη, τον αφοπλισμό και το περιβάλλον συγκαταλεγόταν στους πιο γνωστούς αντιστασιακούς μέσα στη χώρα, κυρίως μετά την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, το 1968. Γιος παπά, με σπουδές Θεολογίας στη Βιτεμβέργη, στο Πανεπιστήμιο Μαρτίνος Λούθηρος, ο Σόρλεμερ ήταν ένας από αυτούς που στις 26 Νοεμβρίου υπέγραψαν τη διακήρυξη «Για τη χώρα μας», μια πρωτοβουλία εναντίον της ένωσης των δύο Γερμανιών. Σήμερα ως ακτιβιστής αγωνίζεται κατά των πολέμων, του μιλιταρισμού και της παγκοσμιοποίησης.

«Οι εκπρόσωποι της εξουσίας σε όλα τα επίπεδα δεν δέχονταν ότι και εμείς θέλαμε να πάρουμε μέρος στην οικοδόμηση ενός σοσιαλισμού, που θα ήταν όμως διαφορετικός από τον υπαρκτό στον οποίο ζούσαμε. Γι΄ αυτό και δεν φύγαμε από τη χώρα. Δεν δραπετεύσαμε όπως πολλοί άλλοι που ριψοκινδυνεύοντας τα πάντα πέρασαν “αντίπερα”. Οσον αφορά τον Οκτώβριο του 1989 με τις πολυτάραχες ημέρες, κατάλαβα αργότερα αυτό που απλώς υποψιαζόμουν: οι διαφωνούντες στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας ήταν βαθιά διχασμένοι σε ρεφορμιστές που πίστευαν στην ανάγκη αλλαγών, στον μετασχηματισμό, και σε εκείνους που ήθελαν να “φέρουν”, να “εισαγάγουν” το δυτικό πρότυπο».

Η αντίσταση του πάστορα

Στο σπίτι Βίλι Μπραντ, τη βερολινέζικη έδρα των Σοσιαλδημοκρατών, συνάντησα τον πολιτικόΧανς-Γιούργκεν Μίσελβιτς, δραστηριοποιημένο σήμερα στα ανώτερα όργανα και στις επιτροπές του Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας. Αυτός ο βιοχημικός, ο οποίος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το πεδίο της επιστημονικής έρευνας και να στραφεί στη θεολογία, να καταφύγει στην Εκκλησία, να γίνει πάστορας, όταν αρνήθηκε να υπηρετήσει στον εθνικό λαϊκό στρατό, υπήρξε από το 1981 ιδρυτικό μέλος του Κύκλου για την Ειρήνη στο Πάνκο, περιοχή του Ανατολικού Βερολίνου. Οχι μονάχα ο Μίσελβιτς με την ένταξή του σε αυτό το «Πανκόβερ Φρίντενσκράις», τη μεγαλύτερη αντιστασιακή ομάδα στο εσωτερικό της Ευαγγελικής Εκκλησίας από το 1981 ως το 1989, αλλά και η σύζυγός του Ρουθ, ιερέας και αυτή, αντιμετώπισαν τη Στάζι καθώς η δράση τους είχε ως γνώμονα την «κριτική αλληλεγγύη προς τον σοσιαλισμό».

«Η ιδέα της αντίστασης και το αίσθημα ευθύνης που σήμαινε να μην υπηρετούμε άκριτα ένα πολιτικό καθεστώς είχαν γίνει συνείδηση στο εσωτερικό της Προτεσταντικής Εκκλησίας ύστερα από τη ναζιστική εμπειρία και την κακοποίηση της Εκκλησίας από τον Χίτλερ.Στο ερώτημα πώς θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε τον σοσιαλισμό,πώς να συμπεριφερόμαστε μέσα στην κοινωνία, απαντούσαμε τότε με τη θέση ότι μας βρίσκουν σύμφωνους οι θεμελιακές αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ειρήνης ενώ στεκόμαστε κριτικά απέναντι σε συγκεκριμένες πρακτικές του υπαρκτού σοσιαλισμού. Αυτό εννοούσαμε με τον όρο “κριτική αλληλεγγύη”».

Τις εργατικές κινητοποιήσεις προτάσσει ο Μίσελβιτς μιλώντας τώρα για την πτώση του Τείχους και τη συμμετοχή των πολιτών στις ραγδαίες εξελίξεις εκείνης της περιόδου. Ο ίδιος έπαιρνε μέρος στην πρωτοβουλία για την ίδρυση του Σοσιαλιστικού Κόμματος στη ΛΔΓ και λίγο αργότερα γινόταν βουλευτής των Σοσιαλδημοκρατών στη μία και μοναδική Λαϊκή Βουλή η οποία τον Μάρτιο του 1990 προήλθε από ελεύθερες εκλογές.

«Τον Σεπτέμβριο του 1989 με είχαν στείλει σε μια μικρή βιομηχανική πόλη, το Χένιγκσντορφ. Εκτελούσα εκεί τα εκκλησιαστικά καθήκοντά μου. Οι εργάτες από τα εργοστάσια χαλυβουργίας μάς είπαν: Οταν εμείς θα κατεβούμε στον δρόμο, τότε τα πράγματα θα σοβαρέψουν. Από το Χένιγκσντορφ είχαν πάει στο Βερολίνο και εκείνοι οι εργάτες που σκοτώθηκαν στη διαδήλωση του 1953. Στις 20 Οκτωβρίου 1989 βγήκαν στους δρόμους του Χένινγκστορφ. Η αστυνομία δεν χτύπησε. Είχε αφήσει να εννοηθεί τόσο στον καθολικό παπά όσο και σε εμάς ότι αυτή τη φορά δεν θα χυθεί αίμα. Δεν ήταν μια διαδήλωση της Εκκλησίας αλλά των εργατών. Στο εργοστάσιο χάλυβα εκλέχθηκε μια εξωκομματική επιτροπή και έβγαλε δικούς της εκπροσώπους. Αποκλείοντας τους διορισμένους από το κόμμα, άνοιξε δρόμο προς το ελεύθερο συνδικάτο».

Ο Χανς-Γιούργκεν Μίσελβιτς ήταν ένας από εκείνους που δεν έφυγαν. Ακόμη και όταν του δόθηκε μια ευκαιρία το 1987, όταν τον είχε στείλει στις Ηνωμένες Πολιτείες η Εκκλησία. Για πρώτη φορά τότε στο εξωτερικό έκανε μια έρευνα με θέμα «Η επιρροή της θρησκείας στην αμερικανική πολιτική». Με τη συζήτηση μαζί του όλο και περισσότερο μετακινείται κανείς από την ατομική διάσταση προς τη συλλογική. Από τον «διαφωνούντα» ως ιδιαίτερη περίπτωση που είχε τη δυνατότητα να κάνει γνωστό το πρόβλημά του χάρη στα μέσα μαζικής επικοινωνίας και την κουλτούρα της προσωπικότητας προς τον μεγάλο αριθμό: το ανθρώπινο πλήθος, τους ενεργούς πολίτες που παίρνουν μέρος σε ειρηνικές διαδηλώσεις, μαζικές κινητοποιήσεις, δημόσιες συναθροίσεις, κοινές δράσεις.
  • ΧΑΝΣ -ΓΙΟΥΡΓΚΕΝ ΜΙΣΕΛΒΙΤΣ: «Οι εργάτες από τα εργοστάσιαχαλυβουργίας μάς είπαν: Οταν εμείς θα κατεβούμε στον δρόμο, τότε τα πράγματα θα σοβαρέψουν»

ΜΑΡΤΙΝ ΒΑΛΖΕΡ: «Από “αριστερός διανοούμενος” έγινα ξαφνικά “εθνικιστής”»

  • Ο τιμημένος με Βραβείο Μπύχνερ συγγραφέας αφηγείται πώς βίωσε τον Νοέμβριο του ΄89 και επισημαίνει ότι η διαίρεση σαράντα χρόνων χρειάζεται άλλα σαράντα χρόνια για να αρθεί ώστε να γίνει η ενότητα και πάλι κάτι αυτονόητο

συνεντευξη στον ΣΠΥΡΟ ΜΟΣΚΟΒΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Ο Μάρτιν Βάλζερ είναι μαζί με τον Γκύντερ Γκρας οι γνωστότεροι διεθνώς εκπρόσωποι της μεταπολεμικής γερμανικής λογοτεχνίας. Ο Βάλζερ γεννήθηκε το 1927, στις όχθες της λίμνης Κωνσταντίας στη Νότια Γερμανία,όπου ζει ως σήμερα. Ως χαλκέντερος και χειμαρρώδης συγγραφέας αναδείχθηκε σε βάρδο της μικροαστικής καθημερινότητας· οι ήρωές του είναι πάντα άνθρωποι που δεν ανταποκρίθηκαν στις περιστάσεις, που δεν πέτυχαν. Ως δημόσιος ρήτορας ξεκίνησε ως αντίπαλος του πολέμου στο Βιετνάμ και συμπαθών του γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος και εξελίχθηκε βαθμιαία σε τιμητή του «πνεύματος της εποχής». Εκπληξη είχε προκαλέσει το 1988 η ομιλία του για τη Γερμανία,στην οποία ζήτησε την αποκατάσταση της γερμανικής ενότητας,ενώ θύελλα διαμαρτυριών είχε ακολουθήσει την ομιλία του κατά την παραλαβή του Βραβείου Ειρήνης των Γερμανών Εκδοτών,το 1998.Είχε στηλιτεύσει τότε την αέναη «αξιοποίηση του Ολοκαυτώματος» για τον ηθικό εκφοβισμό των Γερμανών.

- Κύριε Βάλζερ, η 9η Νοεμβρίου του 1989 υπήρξε αναμφιβόλως μια ιστορική ημερομηνία. Αλλά, καταρχήν, πώς θυμάστε προσωπικά εκείνη την ημέρα, ανεξαρτήτως της μετέπειτα εκτίμησης και ιστορικής αποτίμησης;

«Εγραφα τότε ένα βιβλίο για τη γερμανική διαίρεση μέσα από την αγάπη ενός γιου που ζει στη Δύση και μιας μάνας που ζει στην Ανατολή· έγραφα για το βάσανο της κάθε συνάντησής τους και για τον κυνισμό της κρατικής γραφειοκρατίας. Επειδή το βιβλίο είχε αληθινά πρότυπα, βρισκόμουν στη Δρέσδη συλλέγοντας στοιχεία. Ηταν τότε ακριβώς η αρχή του τέλους για τον παραλογισμό της γερμανικής διαίρεσης. Και πήγαμε με τη γυναίκα μου στην πρεμιέρα του “Φιντέλιο” του Μπετόβεν που είναι για τους Γερμανούς η κατ΄ εξοχήν όπερα της ελευθερίας. Και σηκώνεται η αυλαία, και τι βλέπουμε; Τη χορωδία να τραγουδά πίσω από ένα συρματόπλεγμα στρατοπέδου συγκέντρωσης! Μια καταπληκτική θεατρική προφητεία, αν σκεφθεί κανείς ότι τα σκηνικά είχαν γίνει το καλοκαίρι ή και την άνοιξη του 1989. Ο καθένας στη Δρέσδη καταλάβαινε αμέσως τι σήμαινε αυτό το συρματόπλεγμα. Και ήταν παρών και ο τελευταίος πρωθυπουργός της Ανατολικής Γερμανίας, Μόντρο, στο βασιλικό θεωρείο που είχε γίνει κάποτε για τον άνακτα! Αναρωτιέμαι τι να σκεφτόταν ακούγοντας τη χορωδία των φυλακισμένων. Είχα την εντύπωση ότι κρατούσα ζωντανή την Ιστορία στα χέρια μου. Μέναμε σε ένα μικρό ξενοδοχείο και ολόκληρη τη νύχτα περνούσαν κάτω από τα παράθυρά μας ατέλειωτες ουρές ανθρώπων, νέοι, γέροι, γυναίκες και παιδιά, με καροτσάκια, με σακίδια στους ώμους, και κραύγαζαν: “Θέλουμε να βγούμε έξω”. Ναι, υπήρξαμε μάρτυρες αυτής της ειρηνικής επανάστασης».

- Πάντως, είχατε ταχθεί πολύ νωρίτερα υπέρ της γερμανικής ενοποίησης· και μάλιστα σε μια εποχή κατά την οποία η διαίρεση φαινόταν οριστική, ή τουλάχιστον δεν διαφαινόταν η άρση της.

«Ηδη, από το 1975, η γερμανική διαίρεση είχε αρχίσει να μου δίνει στα νεύρα· δεν την καταλάβαινα πια. Ως τότε με παρέσυραν πότε από ΄δώ και πότε από ΄κεί, με αποκοίμιζαν κι εμένα συνθήματα του τύπου “Ναι στην επανένωση” ή “Ποτέ πια επανένωση”. Αλλά κάποια στιγμή δεν άντεχα να μην μπορώ να πάω στη Λειψία και στη Θουριγγία χωρίς γραφειοκρατικές διαδικασίες. Αρχισα λοιπόν να μιλάω και να γράφω κάθε τόσο για τον παραλογισμό και την παραφροσύνη της γερμανικής διαίρεσης· οπότε, από εκεί που για τον δημόσιο καταμερισμό εργασίας ήμουν “αριστερός διανοούμενος”, έγινα ξαφνικά “εθνικιστής”. Οι ετικέτες αυτές των μέσων μαζικής ενημέρωσης δεν είναι πολύ σοβαρές, αλλά κολλάνε πάνω σου και σε ακολουθούν. Ηταν μια εποχή κατά την οποία τα πιο λαμπρά πνεύματα της κοινωνίας μας διατύπωναν δικαιολογίες για τη διαίρεση - ότι υπήρξε η τιμωρία μας για το Αουσβιτς, για τα εγκλήματα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και εγώ έλεγα ότι η διαίρεση ήταν προϊόν του Ψυχρού Πολέμου και συντηρούνταν αποκλειστικά και μόνο από τα συμφέροντα των ξένων δυνάμεων. Εχουν καταγραφεί δηλώσεις του Αντρεότι, του Μιτεράν, της λαίδης Θάτσερ, οι οποίες δείχνουν ότι προτιμούσαν πάντα να έχουν δύο Γερμανίες».

- Αυτή η πρόωρη απόρριψη της γερμανικής διαίρεσης ήταν ένα αίτημα που έβγαινε από την καρδιά σας, ήταν μια αποδοκιμασία συναισθηματική, ή το συμπέρασμα ιστορικής ανάλυσης; Ο Γκύντερ Γκρας σάς είχε προσάψει κάποτε ότι σφύζετε από ψυχή, αλλά όχι από συνείδηση, από επίγνωση της Ιστορίας.

«Δεν είμαι υποχρεωμένος να κάνω αυτή τη διάκριση. Βεβαίως, πάντα σε μένα κάτι ξεκινάει από το συναίσθημα και στη συνέχεια κάνω σκέψεις επ΄ αυτού. Εξάλλου, έχω σπουδάσει Ιστορία. Αυτό όμως που με έκανε έξω φρενών ήταν η δικαιολόγηση της διαίρεσης μέσω ιστορικών αναλύσεων. Ενας περίφημος καθηγητής Ιστορίας είχε γράψει ότι με τη διαίρεση είχαμε βρεθεί πάλι, αν και σε ένα ανώτερο επίπεδο, στην κατάσταση μετά το 1815, οπότε επίσης δεν υπήρχε ενιαίο γερμανικό κράτος. Μα, πώς είναι δυνατόν να αποκαλεί κάποιος “ανώτερο επίπεδο” το μάντρωμα 17.000.000 ανθρώπων στην Ανατολική Γερμανία;».

- Το ίδιο διάστημα στη Δυτική Γερμανία δεν έγιναν διαδηλώσεις υπέρ της ένωσης· δεν υπήρχε ο ίδιος ενθουσιασμός. Τελικά, η γερμανική επανένωση ήταν προϊόν ενός καθολικού ή μόνον η συνέπεια της κατάρρευσης του ανατολικογερμανικού καθεστώτος;

«Δεν μπορεί να δει κάποιος τα πράγματα αυτά ξεχωριστά· το ένα έφερε το άλλο. Ο Γκορμπατσόφ και οι παραινέσεις του προς τον Χόνεκερ ότι όποιος καθυστερεί τιμωρείται από τη ζωή δεν έμειναν απαρατήρητες. Τα στελέχη του ανατολικογερμανικού συστήματος ένιωθαν τους τριγμούς. Στο τέλος το καθεστώς δεν είχε πια νομιμοποίηση από κανέναν. Πηγαίνοντας εκείνο το βράδυ με το αυτοκίνητό μας για την όπερα φθάσαμε σε ένα σημείο που ήταν γεμάτο από κόσμο και αστυνομία. Κατέβασα το παράθυρο και είπα σε έναν αστυνομικό ότι θέλαμε να περάσουμε. “Δεν θα σας το συμβούλευα”, είπε, “γίνονται επεισόδια”. Οταν ένας αστυνομικός μιλά με τέτοια ευγένεια, σημαίνει ότι το κράτος έχει χάσει πια τη νομιμοποίησή του. Οι άνθρωποι το είχαν καταλάβει αυτό και προχώρησαν στην επανάσταση. Ναι, ζήσαμε τότε κάτι σαν ιστορική ηδονή. Δεν ήμουν βέβαια παντού παρών και σε τέτοιες περιπτώσεις γενικεύει κάποιος συνήθως τα δικά του συναισθήματα. Αλλά είναι αλήθεια ότι στη Δυτική Γερμανία ακόμα και εκείνο τον Νοέμβριο γίνονταν εκδηλώσεις και συζητήσεις στις οποίες διανοούμενοι και συγγραφείς διατύπωναν γελοίες απόψεις, όπως για παράδειγμα ότι θα έπρεπε να υπάρξει ομοσπονδία των δύο γερμανικών κρατών και το Ανατολικό να διατηρήσει το νόμισμά του. Ούτε η Ομοσπονδιακή Τράπεζα ήθελε σημειωτέον το ενιαίο νόμισμα. Αλλοι ζητούσαν ένα έθνος πολιτιστικά, αλλά μοιρασμένο σε δύο κρατικές οντότητες. Κάποιος συνάδελφος μάλιστα είχε πει ότι η επανένωση έγινε όπως η προσάρτηση της Αυστρίας από τη χιτλερική Γερμανία το 1938. Ολα αυτά δείχνουν βέβαια πόσο βαθιά είχε διαποτίσει την πολιτική συνείδηση η ύπαρξη δύο γερμανικών κρατών. Αλλά όλα αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν».

- Είκοσι χρόνια μετά την πτώση του Τείχους είναι πολλοί αυτοί που επισημαίνουν ότι ουσιαστική ενοποίηση δεν έγινε, ότι ανάμεσα στο ανατολικό και στο δυτικό τμήμα της Γερμανίας εξακολουθούν να υφίστανται διαφορές, οικονομικές και κοινωνικές· διαφορές νοοτροπίας και κουλτούρας.

«Μα φυσικά, η διαίρεση σαράντα χρόνων χρειάζεται άλλα σαράντα χρόνια για να αρθεί· χρειάζεται μια ή και δύο γενιές για να γίνει η ενότητα πάλι κάτι αυτονόητο. Υπήρχαν φυσικά και τομείς στους οποίους δεν ήμασταν διαιρεμένοι. Πήγαινα και διάβαζα από τα βιβλία μου στο Ανατολικό Βερολίνο, στη Βαϊμάρη ή στη Λειψία και οι άνθρωποι γελούσαν στα σημεία ακριβώς όπου γελούσαν και στη Στουτγάρδη, στη Βόννη ή στο Μόναχο. Δηλαδή, η πρόσληψη της λογοτεχνίας παρέμεινε αλώβητη. Αλλά βέβαια υπό τις συνθήκες εκείνες ήταν μια πολυτέλεια να μπορούν ορισμένοι να καταναλώνουν δυτική λογοτεχνία, τα βιβλία δεν υπήρχαν σε αφθονία στην αγορά. Οπωσδήποτε πάντως αυτό το λεπτό στρώμα της λογοτεχνίας δεν έφθανε για να δικαιολογήσει όλα τα υπόλοιπα».

- Και τώρα που φαίνεται ότι η ετυμηγορία της Ιστορίας δικαίωσε το προσωπικό σας αισθητήριο πώς ερμηνεύετε αναδρομικά την παγίωση της ύπαρξης δύο γερμανικών κρατών επί σαράντα χρόνια;

«Ο Χένρι Κίσινγκερ είχε ιδρύσει στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ μια διεθνή θερινή σχολή και είχα προσκληθεί να μιλήσω μαζί με εκπροσώπους από σαράντα χώρες, το 1958. Ηταν η πρώτη μου φορά στην Αμερική. Η ομιλία μου είχε τον τίτλο “Ο υποδειγματικός μαθητής”. Μετά τον πόλεμο στη Γερμανία ιδρύθηκε από τη μια μεριά ένα κράτος που έγινε ο άριστος μαθητής της Σοβιετικής Ενωσης και από την άλλη μεριά ένα δεύτερο κράτος που έγινε ο άριστος μαθητής των ΗΠΑ. Αυτή η ιδιαιτερότητα ήταν που παγίωσε τη διαίρεση· που καθόρισε την πολιτική συνείδηση. Βεβαίως και η πρόσδεση στη Δύση από τον Αντενάουερ ήταν σημαντική· βεβαίως και η χειρονομία συμφιλίωσής του με τον Ντε Γκολ ήταν μεγαλειώδης. Τα ίδια έκαναν και στην Ανατολική Γερμανία προς την πλευρά της Μόσχας. Αλλά η Ουάσιγκτον και η Μόσχα, από σύμμαχοι στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εξελίχθηκαν γρήγορα σε αντιπάλους και μαζί τους έγιναν αντίπαλοι και οι δορυφόροι τους. Στη Φούλντα μια φορά κάποιος μου είχε δώσει τον χάρτη ενός ρώσου στρατηγού, ο οποίος έδειχνε τις κινήσεις των στρατευμάτων σε περίπτωση που ο Ψυχρός Πόλεμος οδηγούσε κάποια στιγμή σε πολεμική σύρραξη. Το σενάριο προέβλεπε ισοπέδωση της Γερμανίας. Αυτή η αντιπαλότητα ήταν η προϋπόθεση της γερμανικής διαίρεσης».

- Οταν αναλογίζεται κάποιος τη γερμανική ιστορία του 20ού αιώνα- τον Β Δ Παγκόσμιο Πόλεμο, τη διαίρεση και την επανένωση- αναρωτιέται τελικά αν ο γερμανικός λαός είναι φορέας του κακού ή θύμα μιας τραγωδίας.

«Δεν θέλω σε παρασυρθώ σε τέτοιες κατηγορίες σκέψης. Δεν υπάρχουν κακοί άνθρωποι· πόσο μάλλον κακοί λαοί. Η κακότητα των κρατών ανήκει στο λεξιλόγιο του Τζορτζ Μπους. Αλλά ούτε και ως τραγικό θέλω να βλέπω τον γερμανικό λαό. Μπορεί να διαβάσει κάποιος τη γερμανική Ιστορία με διαφορετικούς τρόπους. Μπορεί να τη διαβάσεικαι αυτή είναι η προσφιλέστερη εκδοχή- σαν την Ιστορία ενός λαού που δεν έκανε ποτέ μια δημοκρατική επανάσταση, σαν την Ιστορία ενός λαού που προκάλεσε δύο παγκοσμίους πολέμους, σαν την Ιστορία ενός λαού που δεν εμπόδισε τον Χίτλερ και τα εγκλήματά του, επειδή του αρέσει να υποτάσσεται στην εξουσία. Ναι, αυτή είναι μια δυνατότητα ερμηνείας, αλλά δεν είναι η δική μου».

- Θα σας ταίριαζε περισσότερο μια πιο εκλογικευμένη ερμηνεία;

«Είναι επικίνδυνο να μη βλέπει κάποιος τη γερμανική ιστορία ως έκφραση του κακού ή ως έκφανση μιας τραγωδίας· έγινα συχνά γι΄ αυτό τον λόγο στόχος επιθέσεων. Θέλω να μιλήσω με ένα παράδειγμα. Οταν καγκελάριος ήταν ακόμα ο Γκέρχαρντ Σρέντερ με κάλεσαν να μιλήσω για τη γερμανική ιστορία στα γραφεία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος στο Βερολίνο. Ηταν 8 Μαΐου, η επέτειος της λήξης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η ομιλία του Σρέντερ ήταν σαν σχέδιο για το αμάξωμα ενός αυτοκινήτου μεσαίου κυβισμού· δεν υπήρχε πουθενά γωνία, τίποτα λάθος και τίποτα σωστό, αλλά “έτρεχε”. Εγώ μίλησα για το “ιστορικό συναίσθημα”, υπερασπιζόμενος το δικαίωμα να το διαθέτει κάποιος. Και επειδή όφειλα να πω κάτι για την προϊστορία του Β Δ Παγκοσμίου Πολέμου- για το πώς οδηγηθήκαμε στο 1933 και στην ανάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ- αναφέρθηκα στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και στην εξοντωτική για τη Γερμανία Συνθήκη των Βερσαλλιών, που ανάγκασε ακόμα και τον εκπρόσωπο της Μεγάλης Βρετανίας, τον περίφημο Τζον Μέιναρντ Κέινς, να αποχωρήσει από τις διαπραγματεύσεις. Αλλά όλα αυτά δεν επιτρέπεται να τα λέει κανείς. Αυτό που πρέπει να λέει είναι πως οι Γερμανοί είναι κακοί εξ υπαρχής και γι΄ αυτό έκαναν ό,τι έκαναν. Αν αναζητήσεις λόγους για τα όσα συνέβησαν, είναι σαν να αμφισβητείς αυτή την αρχέγονη κακότητα. Και ο κόσμος προτιμά να ξέρει πως οι Γερμανοί είναι κακοί, αλλά τώρα είναι ενταγμένοι σε ένα ευρωπαϊκό δίκτυο που δεν τους αφήνει να είναι τόσο κακοί όσο είναι στην ουσία. Ο κόσμος όντως δεν έχει πια λόγο να φοβάται τους Γερμανούς και είμαι και ο ίδιος πεπεισμένος ότι η Ευρώπη είναι η μεγαλύτερη ευλογία στην Ιστορία μας. Είμαστε πια ένα όργανο σε μια ορχήστρα και δεν μπορούμε μόνοι μας να χαλάσουμε τη συναυλία».

- Και παρ΄ όλα αυτά υπάρχει πάντα, 60 χρόνια μετά την ίδρυση της Ομοσπονδιακής Γερμανίας και 20 χρόνια μετά την πτώση του Τείχους, μια μακρινή αποκρουστική μουσική που ηχεί κάθε τόσο από το παρελθόν: το όνομά της είναι Αουσβιτς.

«Είχα παρακολουθήσει τη δίκη τού Αουσβιτς και είχα γράψει ένα κείμενο με τίτλο “Το δικό μας Αουσβιτς”. Ηταν τότε της μόδας να φαντάζονται τους δήμιους των Ες-Ες σαν εξωπραγματικούς διαβόλους· και εγώ υποστήριξα ότι ήταν στελέχη μιας γερμανικής οργάνωσης και μέλη της γερμανικής κοινωνίας. Το Αουσβιτς υπήρξε δικό μας· ριζωμένο στην Ιστορία μας. Τριάντα και πλέον χρόνια αργότερα είχε γίνει της μόδας να επικαλείται κανείς επιφανειακά το άγος του Αουσβιτς σαν υποχρεωτικό τροπάριο. Μιλώντας στον Ναό του Αποστόλου Παύλου, στη Φραγκφούρτη, είχα πει τότε ότι το ουσιαστικό είναι η ενασχόληση της συνείδησης με το Αουσβιτς και όχι η επίδειξη εύκολων διακηρύξεων. Και τότε με είχαν κατηγορήσει ότι προσπαθώ να ιδιωτικοποιήσω τη συνείδηση που είναι συλλογική υπόθεση».

- Μήπως μπορεί να υπάρξει και η προσωπική, η πιο εσωτερική, αλλά και η δημόσια κουλτούρα της ιστορικής μνήμης;

«Εννοούσα απλώς ότι δεν πρέπει να υπάρχει αυτή η επωδή, αυτή η δημόσια ιεροτελεστία, αυτή η “αργκό της συντριβής”, όπως το είχε διατυπώσει ο πρόεδρος της Εβραϊκής Κοινότητας Φραγκφούρτης Ζάλομον Κορν, αυτή που δεν γίνεται πια πιστευτή. Η γερμανική ενοχή δεν μπορεί να εκφραστεί με δημόσιες ομιλίες. Στα τέλη του Μαΐου για παράδειγμα, όταν ήμουν στη Θεσσαλονίκη για τη Διεθνή Εκθεση Βιβλίου, σκέφθηκα ότι κάπου ξέραμε ότι και στην Ελλάδα έγιναν φοβερά πράγματα στην Κατοχή, αλλά κάπου τα εντάσσαμε μέσα στο γενικό ιστορικό ποινολόγιο των Γερμανών. Αλλά είναι άλλο πράγμα να πηγαίνεις σε ένα συγκεκριμένο χωριό στην Ελλάδα και να μαθαίνεις ότι ο τάδε γερμανός διοικητής είχε δώσει την εντολή για να εκτελεστούν τόσοι και τόσοι άνθρωποι. Ερχεται κανείς στην Ελλάδα και τρομάζει, επειδή δεν το είχε διανοηθεί τόσο συγκεκριμένα. Οχι, δεν υπάρχει στην Ιστορία τελεία και παύλα. Η δική μας Ιστορία είναι διαρκώς παρούσα».

«Με κάρφωσε ο θυρωρός του προξενείου»

  • Δύο Ελληνες του Βερολίνου, ο αρχιτέκτoνας-πολεοδόμος Κ. Κουβέλης και ο παιδαγωγός- και αιχμάλωτος της Στάζι- Γ. Μπακαλιός, αφηγούνται συγκλονιστικές στιγμές της νύχτας της 9ης Νοεμβρίου 1989- και όχι μόνο

  • του Α. ΧΕΚΙΜΟΓΛΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Οι σχέσεις της Ελλάδας και της Γερμανίας πέρασαν στον 20ό αιώνα από σαράντα κύματα, με τον πόλεμο, τη μετανάστευση και την Ενωμένη Ευρώπη. Δύο Ελληνες του Βερολίνου, ο αρχιτέκτων- πολεοδόμος κ. Κ. Κουβέλης και ο παιδαγωγός- και αιχμάλωτος της Στάζι- κ. Γ. Μπακαλιός, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει αισίως τέσσερις δεκαετίες στη γερμανική πρωτεύουσα διηγούνται τις αναμνήσεις τους από τη ζωή τους στη Γερμανία και ανατρέχουν στις συγκλονιστικές στιγμές της νύχτας της 9ης Νοεμβρίου 1989 Ο κ.Γεώργιος Μπακαλιός είναι συνταξιούχος κοινωνικός λειτουργός και κατοικεί στο Βερολίνο από το 1966. Μετανάστευσε στη Γερμανία το 1964 με σκοπό να σπουδάσει Ιατρική, όμως βρέθηκε να ασχολείται με την κοινωνική πρόνοια, αρχικά στο κρατίδιο της Ρηνανίας-Βεστφαλίας και στη συνέχεια στο Βρανδεμβούργο, μέσω του διακονικού έργου της Ευαγγελικής Εκκλησίας. «Το Βερολίνο δεν είχε τότε ακόμη την τεχνογνωσία για τον χειρισμό του ζητήματος της μετανάστευσης. Ετσι, το διακονικό έργο με έφερνε σε επαφή με επιχειρήσεις, με εκπροσώπους της διοίκησης, αλλά και με τους αντιπροσώπους της ελληνικής στρατιωτικής αποστολής» διηγείται.

Παρ΄ όλο που το Βερολίνο ήταν χωρισμένο στη μέση και οι Γερμανοί δεν είχαν δικαίωμα εισόδου εκατέρωθεν, αυτό δεν ίσχυε για τους ξένους υπηκόους. Πολλοί Ελληνες επέλεγαν να επισκέπτονται τα Σαββατοκύριακα το Ανατολικό Βερολίνο, διότι ήταν πολύ πιο φθηνό. Σταδιακά, κάποιοι από αυτούς γνώρισαν Γερμανίδες- και όχι μόνο-, συνήψαν δεσμούς και έκαναν οικογένειες. «Συχνά ερχόταν η πληροφορία από το προξενείο ότι κάποιος που είχε πάει στο Ανατολικό Βερολίνο δεν επέστρεφε και γινόταν η παράκληση να επέμβουμε, μέσω του διακονικού έργου και νομικών. Ετσι, πήγαινα στους Ανατολικούς και ερχόμουν σε επαφή μαζί τους για τη διεκπεραίωση των σχετικών υποθέσεων. Είχα γίνειδηλαδήδίαυλος επικοινωνίας» αναφέρει ο κ. Μπακαλιός. Αυτός ήταν ο ένας λόγος. Ο άλλος ήταν μάλλον πιο πρακτικός, ο οποίος όμως στοίχισε στον κ. Μπακαλιό σχεδόν επτά χρόνια της ζωής του.

Οι αναταραχές

«Οταν οι Ελληνες έπρεπε να κατέβουν στην Ελλάδα, αυτό γινόταν μέσω του Μονάχου. Ωστόσο,για να γίνει αυτό, χρειαζόταν να περάσουν μέσω της Ανατολικής Γερμανίας. Ετσι, δεδομένου ότι απαιτείτο βίζα και ότι οι Ελληνες δεν μιλούσαν καλά τα γερμανικά, συχνά χρειαζόταν να επέμβουμε προκειμένου να αρθούν τυχόν εμπόδια. Συνήθως σε δέκα ημέρες ξέραμε τι είχε συμβεί» λέει. Εν τω μεταξύ, τα ελληνικά πολιτικά πάθη διογκώνονταν και στους Ελληνες της Γερμανίας και αποκορυφώθηκαν με τη χούντα, όταν, όπως εξιστορεί ο κ. Μπακαλιός, λόγω του ρόλου του,«οι μεν με έλεγαν “φασίστα” και οι άλλοι “κομμουνιστή”».

Στις φυλακές Μπάουτζεν

«Στις 15 Μαΐου 1970 πήγα με τον πατέρα μου και ένα ανδρόγυνο στο Ανατολικό Βερολίνο για να βγάλουμε βίζα διέλευσης. Μας ακολούθησαν όργανα της Στάζι και με συνέλαβαν για κατασκοπεία. Εγώ τούς έλεγα: β“Δεν θα βρείτε τίποτε. Αυτά είναι ανοησίες”. Υπέστην τεράστια ταλαιπωρία, αλλά και βασανιστήρια από τη Στάζι,όμως αρνιόμουν να υπογράψω. Καταδικάστηκα 12 χρόνια για κατασκοπεία υπέρ της ΚΥΠτον Μάρτιο του 1972 και τον Μάιο του 1973 μεταφέρθηκα στις φυλακές Μπάουτζεν.Εκεί έμεινα ως τις 26 Μαΐου του 1976»αναφέρει. Οι φυλακές Μπάουτζεν δημιουργούν ακόμη και σήμερα ρίγος στους Γερμανούς, αφού λειτουργούσαν υπό την άμεση επίβλεψη του υπουργείου Κρατικής Ασφαλείας, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν.

Το 1976, με την επέμβαση της Δυτικής Γερμανίας αλλά και τη βοήθεια της ελληνικής πρεσβείας (η χώρα μας είχε πια αναγνωρίσει τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας), ο κ. Μπακαλιός αποφυλακίστηκε, στο πλαίσιο προγράμματος εξαγοράς χρόνου φυλάκισης καταδικασμένων για πολιτικά αδικήματα, που λειτουργούσε μεταξύ των δύο Γερμανιών. «Ημουν τυχερός» λέει ο κ. Μπακαλιός. «Πέρασα όμως έξι χρόνια σε τέλεια απομόνωση, χωρίς παράθυρα, και μου δημιουργήθηκαν προβλήματα στην ομιλία» συμπληρώνει. «Μέσα στη φυλακή χάνεις τον προσανατολισμό και τον εαυτό σου. Χρειάστηκε να επιδείξω μεγάλη δύναμη και πειθαρχία για να αντιμετωπίσω την κατάσταση, αλλά και αργότερα, για να σταθώ στα παιδιά και στη σύζυγό μου, τους οποίους δεν είδα για πολλά χρόνια» επισημαίνει. «Με ευνόησαν η συγκυρία και η βοήθεια του Θεού. Πολλές οικογένειες είχαν διαλυθεί ύστερα από αντίστοιχα περιστατικά. Το χειρότερο ήταν ο πόθος να καλύψω τον χαμένο χρόνο. Ηταν παράλογο. Δεν νιώθω πια ούτε μίσος ούτε ανάγκη για εκδίκηση. Μου έμεινε όμως η πικρία και η αδιαφορία» τονίζει.

Η επανένταξη

«Οταν βγήκα από τη φυλακή, η Ευαγγελική Εκκλησία με επαναπροσέλαβε, όμως από το προξενείο μού είπαν “Μην περιμένετε τίποτε από εμάς, σας δίκασαν 12 χρόνια και σας αποφυλάκισαν σε έξι”, υπονοώντας ότι υπέστην πλύση εγκεφάλου και έγινα κατάσκοπος» λέει. Ο κ. Μπακαλιός συνέχισε το κοινωνικό έργο του, αναπτύσσοντας μεγάλη δραστηριότητα και λειτουργώντας σαν γέφυρα μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας.

Οι φάκελοι της Στάζι

Αυτό που προκαλεί έκπληξη είναι ο τρόπος με τον οποίο βρέθηκε στις φυλακές Μπάουτζεν, κάτι που ανακάλυψε δεκαετίες αργότερα, όταν τα αρχεία της Στάζι άνοιξαν στο κοινό. Η Στάζι ενδιαφερόταν για συνεργάτες στο Δυτικό Βερολίνο και προσπάθησε να εκμεταλλευθεί ανθρώπους που είχαν φίλους και οικογένεια στο Ανατολικό. Ο προσεταιρισμός γινόταν με ιδιαίτερο σκληρό τρόπο, καθώς άμα τη εξόδω τους από την Ανατολική Γερμανία τούς προειδοποιούσαν ότι δεν θα μπορούσαν να επιστρέψουν για έξι μήνες. Τότε πολλοί, μπροστά στον κίνδυνο να μη δουν τους δικούς τους, ενέδιδαν στα αιτήματα της Στάζι, μετατρεπόμενοι σε πληροφοριοδότες. Κάποιοι, τα ονόματα των οποίων εντόπισε πολύ αργότερα ο Μπακαλιός, τον «κάρφωσαν» ως συνεργάτη της ΚΥΠ στις ανατολικογερμανικές αρχές. Ο πρώτος ήταν θυρωρός της ελληνικής στρατιωτικής αποστολής στο Βερολίνο και οι άλλοι τέσσερις έλληνες οικονομικοί μετανάστες. Μάλιστα με τους δύο εξ αυτών ο κ. Μπακαλιός είχε πολύ καλές σχέσεις. Και όμως τον πρόδωσαν. Κατά την προσωπική του έρευνα στα αρχεία των μυστικών υπηρεσιών εντόπισε μάλιστα στα ονόματα των πληροφοριοδοτών και έλληνες στρατιωτικούς που υπηρετούσαν στο Βερολίνο.

«Δεν θέλησα ποτέ να τους συναντήσω όλους αυτούς. Κατέδιδαν ψεύδη και το κατάλαβαν και οι ίδιοι οι Ανατολικογερμανοί. Το 1982 ο τότε υπουργός Κρατικής Ασφαλείας Εριχ Μίλκε έφτιαξε ειδική επιτροπή για να ασχοληθεί με την υπόθεσή μου. Διεπίστωσαν λοιπόν ότι οι πληροφοριοδότες τους ήταν ηλίθιοι!» συμπληρώνει ο κ. Μπακαλιός. Το 1999 ο εισαγγελέας Δυτικού Βερολίνου διέταξε αυτεπάγγελτη δίωξη κατά του στρατιωτικο οι δύο κατηγορούμενοι δήλωσαν ότι δεν μπορούσαν να θυμηθούν την υπόθεση- είχαν περάσει περισσότερα από 20 χρόνια. Τελικώς αθωώθηκαν. Ακόμη, η καταγγελία που έκανε ο κ. Μπακαλιός στις αρχές της δεκαετίας του 1990 εναντίον ενός εκ των «σπιούνων» της Στάζι στην Ασφάλεια Καλαμάτας (απ΄ όπου κατάγεται ο πληροφοριοδότης) δεν προχώρησε ποτέ.
νταν στα αρχεία της Σ

Τον Οκτώβριο του 1989 ο κ. Μπακαλιός επισκέφθηκε το Αγιον Ορος μαζί με γερμανούς πολιτικούς. Στις 29 του μηνός επέστρεψε στο Βερολίνο και, όπως σημειώνει,«οι ανακατατάξεις ήταν αισθητές». «Αισθανόμασταν ότι ερχόταν ανατροπή,όμως κανένας δεν υπολόγιζε ότι το σύστημα θα κατέρρεε. Το λέγαμε τότε στο Κέντρο Πολιτισμού της κοινότητας ότι “κάτι θα γίνει”.Οι τηλεοράσεις άρχισαν να δείχνουν τους Ανατολικούς να περνούν το τείχος. Ηταν ανείπωτη η χαρά που ένιωθαν. Ηθελαν να βρεθούν με τους Δυτικούς και να επικοινωνήσουν μαζί τους»προσθέτει. Ωστόσο, όπως σημειώνει, η πρώτη τους εμπειρία στη Δύση ήταν προβληματική, αφού έκαναν ουρές έξω από τις τράπεζες για τα 100 μάρκα.«Ελεγαν τότε- και δικαίως- “είναι δυνατόν να περιμένω 40 χρόνια για να βρεθώ έξω από τις τράπεζες;”. Επρεπε να είχε γίνει καλύτερα η ενσωμάτωση,αφού πλέον ο μεν Δυτικογερμανός θεωρεί τον Ανατολικογερμανό “Αλβανό”,ο δε Ανατολικός τον Δυτικό αλαζόνα» συμπληρώνει. Βέβαια, όπως λέει, «ευχαριστούμε την Παναγία που έριξε το Τείχος».

Για το κοινωνικό έργο του, αλλά και για τη συμβολή του στην ελληνογερμανική φιλία, ο κ. Μπακαλιός έχει λάβει τον Μεγαλόσταυρο από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Η νέα γενιά δεν ξέρει τι θα πει Τείχος
Ο κ.Κωνσταντίνος Κουβέλης(στη φωτογραφία)είναι αρχιτέκτονας-πολεοδόμος και κατοικεί στο Βερολίνο από το 1965. Εκδίδει το ελληνογερμανικού ενδιαφέροντος περιοδικό «Εξάντας», το οποίο ασχολείται με ζητήματα πολιτικής, παιδείας, πολιτισμού, γλώσσας και επιστημών, καρπός του ομώνυμου συλλόγου που λειτουργεί στο Βερολίνο εδώ και πέντε χρόνια. Μάλιστα, μέσω του «Εξάντα» δρομολογούνται πολιτιστικές δράσεις ενδυνάμωσης των δεσμών μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας. Τελευταίο δείγμα του συλλόγου είναι η τοποθέτηση πλάκας στο σπίτι όπου διέμεινε οΝίκος Σκαλκώταςστο Βερολίνο.

Σύμφωνα με τον έλληνα αρχιτέκτονα, το σημαντικότερο γεγονός που πυροδότησε τις κοσμογονικές αλλαγές ήταν το «ηθελημένο λάθος» του Γκύντερ Σαμπόφκσι, ο οποίος ενώ μιλούσε προς τα μέσα ενημέρωσης του «ξέφυγε» ότι η διέλευση μεταξύ των συνόρων των δύο Γερμανιών ήταν ελεύθερη. «Μεταδόθηκε απευθείας από την τηλεόραση και το άκουσαν χιλιάδες. Το πρώτο πράγμα που έκαναν όλοι ήταν να πάνε προς τα ως τότε αδιαπέραστα σύνορα. Οι Ανατολικογερμανοί ήταν χιλιάδες και το ξάφνιασμα πρωτοφανές για όλους. Οι φρουροί είχαν πάρει οδηγίες να μην πυροβολήσουν κανέναν. Τα σύνορα άνοιξαν και χιλιάδες ξεχύθηκαν στους δρόμους. Πήγαμε κι εμείς σε δύο συνοριακά περάσματα και γινόταν χαμός!» διηγείται ο κ. Κουβέλης.

«Μπαινοβγαίναμε ελεύθεροι και ήμασταν πάρα πολύ χαρούμενοι. Αγκαλιαζόμασταν και φιλιόμασταν. Από την επομένη χιλιάδες Ανατολικογερμανοί έκαναν ουρές στις τράπεζες για να πάρουν τα 100 δυτικά μάρκα- το καλωσόρισμα της νέας Γερμανίας» λέει ο κ. Κουβέλης. «Στην πορεία άρχισαν να ρίχνουν το Τείχος. Ο καθένας έριχνε ένα σφυροκόπημα και κρατούσε ένα κομμάτι ως ανάμνηση. Ηταν μοναδικά και ιστορικά γεγονότα. Ενιωθες τον συναισθηματισμό απ΄ όλες τις πλευρές»επισημαίνει ο κ. Κουβέλης. «Ηταν φοβερά συγκινησιακή στιγμή και κράτησε πολλές ημέρες. Είχαν ανέβει πάνω στο Τείχος και ήθελαν να το γκρεμίσουν. Ηταν μια πραγματική λαϊκή επανάσταση. Ο κόσμος βγήκε και απαίτησε αλλαγή» προσθέτει.

«Ωστόσοη Δυτική Γερμανία ουσιαστικά “αγόρασε” ένα νέο κράτος και χρειάστηκε να πληρώσει δισεκατομμύρια μάρκα στους Σοβιετικούς. Και αυτό διότι έχτισαν ολόκληρες πόλεις στη Ρωσία για τον επαναπατρισμό των 400.000 ρώσων στρατιωτών που στάθμευαν στην Ανατολική Γερμανία, ως το 1994, όταν έφυγαν οριστικά» συμπληρώνει. «Εκτοτε γίνεται μια αναδιάρθρωση της ζωής και της οικονομίας, όμως οι Δυτικοί επιβαρύνονται με το λεγόμενο “επίδομα αλληλεγγύης”. Βέβαια, η νέα γενιά δεν ξέρει τι θα πει Τείχος. Τα ίχνη εξαφανίζονται και τα νέα παιδιά έχουν άλλη νοοτροπία. Ταξιδεύουν, μαθαίνουν πράγματα και μιλούν πολλές γλώσσες»λέει.

Είκοσι χρόνια μετά, τα σύννεφα της κρίσης σκιάζουν τη Γερμανία και όλα δείχνουν ότι εφέτος οι άνεργοι θα φθάσουν τα τέσσερα εκατομμύρια. «Το “ψαλίδι” μεταξύ φτωχών και πλουσίων ανοίγει και υπάρχει αβεβαιότητα για το μέλλον. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ψήφοι όλου του αριστερού μπλοκ αυξάνονται» λέει και προσθέτει: «Ωστόσοτο Βερολίνο εξελίσσεται με επενδύσεις που το αναδεικνύουν, όπως η αποπεράτωση του Νέου Μουσείου. Είναι ίσως η μόνη κοσμοπολίτικη γερμανική πόλη και ένας μαγνήτης για τη νεολαία».

ΒΑΛΤΕΡ ΜΟΜΠΕΡ: Ο άντρας με το κόκκινο κασκόλ

  • Ο πρώην δήμαρχος του Βερολίνου και πρόεδρος της Βουλής του Κρατιδίου του Βερολίνου μιλάει για το πώς βίωσε τη στιγμή του ανοίγματος των συνοριακών φυλακίων και τι έκανε για να υποδεχθεί τους χιλιάδες Ανατολικογερμανούς

συνεντευξη στον Γ. ΓΑΛΙΑΝΟ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Συναντήσαμε τον σημερινό πρόεδρο της τοπικής Βουλής του Βερολίνου στο γραφείο του, στο ιστορικό κτίριο του πρωσικού κοινοβουλίου. Ο 64χρονος σοσιαλδημοκράτης πολιτικός έχει μπει στην ιστορία, πρώτον ως κυβερνήτης-δήμαρχος του Δυτικού Βερολίνου τις ημέρες της πτώσης του Τείχους και δεύτερον, ως ο «άντρας με το κόκκινο κασκόλ» που ήξερε να ηλεκτρίζει το κοινό με τους λόγους του.

- Η πτώση του Τείχους, η «ώρα της Γερμανίας», ανέστρεψε τη ροή της γερμανικής ιστορίας. Εσείς πώς ζήσατε αυτή την ώρα;

«Για μένα η ώρα αυτή ήρθε πολύ νωρίτερα, στις αρχές του φθινοπώρου του 1989. Τότε άρχισε να γίνεται ξεκάθαρο ότι η DDR (σ.σ.: Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας) δεν είναι πια η κλειστή φυλακή που ήταν τα προηγούμενα 28 χρόνια. Οι πολίτες της είχαν αρχίσει να δραπετεύουν μαζικά μέσω της Πολωνίας, της Ουγγαρίας και της Τσεχοσλοβακίας. Ετίθετο, λοιπόν, το ερώτημα αν θα ήταν λογικότερο να φεύγουν νόμιμα μέσω των συνοριακών φυλακίων του Βερολίνου και όχι παράνομα από τα σύνορα τρίτων χωρών.

- Είχατε τότε συζητήσει για αυτό με τις Αρχές της Ανατολικής Γερμανίας;

«Την 29η Οκτωβρίου είχαμε συνάντηση με το Νο2 του Πολιτικού Γραφείου Γκύντερ Σαμπόβσκι και τον δήμαρχο του Ανατολικού Βερολίνου Ερχαρτ Κρακ. Στο τέλος της συνάντησης ο Σαμπόβσκι μάς είπε αναπάντεχα ότι, ξέρετε, θα δώσουμε ταξιδιωτική ελευθερία. Πότε αυτό; ρωτήσαμε εμείς. Κάπου πριν από τα Χριστούγεννα, ήταν η απάντηση. Ξαναρωτήσαμε, αν το σκέφτηκαν καλά, τι θα σήμαινε αυτό για την DDR, και αυτός είπε, “μικρό το κακό, θα φύγουν ίσως 150.000 άτομα, αλλά κάποτε θα επιστρέψουν, αφού θα μπορούν να πηγαινοέρχονται”».

- Πολύ αισιόδοξη πρόβλεψη...

«Στη συνέχεια διευκρινίσαμε μερικά πρακτικά θέματα. Το πρώτο ήταν ότι οι επισκέπτες θα έπρεπε να έρθουν με το μετρό και τον περιφερειακό, που μπορούσαν να μεταφέρουν μεγάλες μάζες επιβατών, και όχι, προς Θεού, με τα Τραμπάντ (σ.σ.: τα πασίγνωστα ανατολικογερμανικά ΙΧ). Υστερα, σε ποιον θα μπορούσαν να απευθυνθούν, σε περίπτωση κατά την οποία θα ασθενούσαν ή θα χάνονταν στο Δυτικό Βερολίνο. Για αυτά και για άλλα θέματα συμφωνήσαμε να συγκροτήσουμε κοινές ομάδες εργασίας, πράγμα που έγινε τις ερχόμενες ημέρες. Το μεγάλο πρόβλημα βέβαια ήταν η μεταφορά των επιβατών. Τα μέσα μαζικής συγκοινωνίας μετέφεραν στο Δυτικό Βερολίνο καθημερινά 1,5 εκατ. επιβάτες. Αν λοιπόν προσετίθετο σε αυτούς άλλο μισό εκατομμύριο από το Ανατολικό, τότε όντως θα είχαμε μεγάλο πρόβλημα. Η διεύθυνση των μέσων συγκοινωνίας ανέλαβε έτσι να διαθέσει τις εφεδρείες της σε οχήματα οι οποίες, όπως διαπιστώσαμε εκ των υστέρων, αποδείχθηκαν αρκετές».

- Ο Σαμπόβσκι σάς ειδοποίησε την 9η Νοεμβρίου για το επικείμενο άνοιγμα των συνοριακών φυλακίων;

«Ούτε κουβέντα. Το μεσημέρι της ημέρας εκείνης άκουσα από δυτικό δημοσιογράφο ότι οι Ανατολικογερμανοί θα εκδώσουν σήμερα απόφαση για τη ρύθμιση των ταξιδιών. Σήμερα ξέρουμε ότι η απόφαση αυτή ψηφίστηκε το απόγευμα της ίδιας ημέρας από την Κεντρική Επιτροπή, χωρίς να γίνει όμως οποιαδήποτε συζήτηση για αυτήν. Τα μέλη της ασχολήθηκαν στη συνέχεια αποκλειστικά με τα εσωτερικά τους προβλήματα, για το ποιος θα μείνει και ποιος θα φύγει από το Πολιτικό Γραφείο. Το βράδυ, σε τελετή απονομής δημοσιογραφικών βραβείων, ένας άλλος δημοσιογράφος μού είπε: “Ξέρεις, ο Σαμπόβσκι εξήγγειλε τη νέα ταξιδιωτική ρύθμιση”. Το γραφείο μου επιβεβαίωσε αμέσως μετά το γεγονός. Η πρώτη αντίδρασή μου ήταν γιατί δεν με προειδοποίησε έγκαιρα, παρά την υπόσχεσή του, το δεύτερο, να δώσουμε αμέσως δυναμική στην υπόθεση, έτσι ώστε οι Ανατολικογερμανοί να μην μπορούν έπειτα από μισή ώρα να μας πουν, “ξέρετε, πρόκειται για πλάνη, δεν το εννοούσαμε έτσι”, ή ότι “ο Σαμπόβσκι διάβασε λάθος το κείμενο”. Αμέσως μετά έφυγα με ένα περιπολικό για τον κρατικό σταθμό “Ελεύθερος Σταθμός Βερολίνου”- τότε δεν υπήρχαν ιδιωτικά κανάλια-, όπου την ώρα εκείνη μεταδίδονταν οι βραδινές ειδήσεις».

-...που τις έβλεπαν και οι Ανατολικογερμανοί...

«Τηλεοπτικά, το Ανατολικό ήταν το ίδιο με το Δυτικό Βερολίνο. Οπότε, στο δελτίο, ο παρουσιαστής με ερωτά: “Τι λέτε για την ταξιδιωτική οδηγία;”. “Ηταν αυτό που περιμέναμε εδώ και 28 χρόνια” απάντησα εγώ».

- Οι Ανατολικογερμανοί δηλαδή έμαθαν πρώτα από εσάς για το άνοιγμα του Τείχους.

«Ετσι είναι. Η τηλεόραση της DDR δεν το είχε ανακοινώσει. Γι΄ αυτό και τις πρώτες νυχτερινές ώρες δεν υπήρχε η παραμικρή κίνηση μπροστά στα συνοριακά φυλάκια. Μόνο μετά τις 10 άρχισαν να συρρέουν άνθρωποι προς το Τείχος. Γύρω στις 11, στο συνοριακό φυλάκιο Χάινριχ Χάινε έχουν συγκεντρωθεί 2.000-3.000 άτομα. Παρόμοιο πλήθος υπήρχε και στο φυλάκιο Μπόνχοφερ στράσε. Και τότε βλέπουμε ξαφνικά μέσω του εσωτερικού κυκλώματος της τηλεόρασης να έρχεται μια γυναίκα με άντρα και παιδί από το Ανατολικό στο Δυτικό Βερολίνο και να δηλώνει: “Δεν υπάρχει πια έλεγχος, το πέρασμα είναι ελεύθερο”».

- Το Τείχος έπεσε προτού κατεδαφιστεί...

«Ακριβώς. Αμέσως μετά πήγα στο συνοριακό φυλάκιο Ιnvalidenstrasse, όπου είχαν μαζευτεί ενδιάμεσα πάνω από 10.000 άτομα και είπα στον αρμόδιο λοχαγό ότι θέλω να δω τι συμβαίνει. Ηταν μια περίεργη κατάσταση. Ορισμένοι, που είχαν χαρτιά, πήγαιναν στο φυλάκιο και έπαιρναν μια βίζα, σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Οι άλλοι όμως τούς προσπερνούσαν και περνούσαν στο Δυτικό Βερολίνο χωρίς να τους ρωτάει κανείς».

- Αλλόκοτη ατμόσφαιρα δηλαδή...

«Στη συνέχεια ο λοχαγός πήγε στο φυλάκιο. Λίγο αργότερα εξαφανίστηκαν όλοι οι συνοριακοί φρουροί. Είχα την αίσθηση ότι έμεινα μόνος με τις δεκάδες χιλιάδες. Αν με ρωτάτε σήμερα ποιο ήταν τότε το κυρίαρχο συναίσθημά μου, η απάντηση ήταν ο φόβος. Φόβος ότι θα ερχόταν η αστυνομία και θα προκαλούσε λουτρό αίματος με πολλούς νεκρούς και τραυματίες. Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι πρέπει να πω στον κόσμο να δείξει ψυχραιμία. Γι΄ αυτό ανέβηκα με το μεγάφωνο σε ένα τραπέζι και άρχισα να βγάζω λόγο. Το ότι αυτό δεν είχε νόημα το αντιλήφθηκα μετά τις δύο- τρεις πρώτες φράσεις μου. Οταν τούς είπα ότι είναι καλοδεχούμενοι στο Δυτικό Βερολίνο, άρχισαν να χειροκροτούν. Γι΄ αυτό, στη συνέχεια, περιορίστηκα σε σύντομες χρηστικές οδηγίες, όπως, για παράδειγμα, να κάνουν τόπο στα σύνορα για τα αυτοκίνητα, αλλιώς θα επικρατούσε κομφούζιο στην κυκλοφορία».

- Αποδείχθηκαν επαρκείς οι προετοιμασίες σας για την υποδοχή των επισκεπτών;

«Τελικά πήγαν όλα ρολόι. Η συγκοινωνία είχε μεγαλύτερες δυσκολίες, από ό,τι υπολογίζαμε αρχικά, δεδομένου ότι στις τρεις πρώτες ημέρες, 10, 11 και 12 Νοεμβρίου, έμπαιναν καθημερινά ένα εκατομμύριο επισκέπτες στο Δυτικό Βερολίνο. Πρόβλημα είχαμε επίσης με την επίδοση του “χρήματος χαιρετισμού”, του δώρου δηλαδή αξίας 100 δυτικογερμανικών μάρκων σε κάθε επισκέπτη. Είχαμε υπολογίσει 500.000 παραλήπτες, τελικά ήταν πολλαπλάσιοι. Ευτυχώς όμως όλες οι τράπεζες, συμπεριλαμβανόμενων των ιδιωτικών, καθώς και όλες οι δημόσιες υπηρεσίες με τα ταχυδρομεία δήλωσαν πρόθυμα να συμμετάσχουν στην πληρωμή και μάλιστα σε εικοσιτετράωρη βάση».

- Υπήρξαν κρούσματα απάτης;

«Οχι πολλά. Οι απατεώνες ήταν λίγοι. Το πρόβλημα ήταν μόνο ότι επειδή μοιράζαμε καθημερινά εκατοντάδες εκατομμύρια μάρκα τα χρηματικά αποθέματα εξανεμίσθηκαν σύντομα. Και αυτό επειδή οι Ανατολικογερμανοί δεν τα επανατοποθετούσαν στην αγορά».

- Προφανώς τα έβαζαν στην άκρη. Για αυτούς το δυτικογερμανικό μάρκο ήταν τότε θησαυρός.

«Το αποτέλεσμα ήταν ότι αναγκαστήκαμε να εισαγάγουμε αεροπορικώς 7 τόνους μάρκα από τη Φραγκφούρτη».

- Εναν χρόνο αργότερα, στις τοπικές εκλογές, οι Βερολινέζοι σάς μαύρισαν, παρά τις υπηρεσίες που τους προσφέρατε. Τι εξήγηση δίνετε σε αυτό; Αχαριστία ή τυφλό πολιτικό πεπρωμένο;

«Η ευγνωμοσύνη, ως γνωστόν, δεν ισχύει στην πολιτική. Το κέρδος από την επανένωση το εισέπραξαν τελικά ο καγκελάριος Χέλμουτ Κολ και η ακολουθία του στο Βερολίνο».

- Πώς εξελίσσεται η πόλη από τότε;

«Πολύ καλά. Από τη μία συντελέστηκε πελώρια αλλαγή στην κοινωνική σύνθεση, επειδή η βιομηχανία συρρικνώθηκε στο ελάχιστο. Στο Ανατολικό Βερολίνο χάσαμε 360.000 βιομηχανικές θέσεις, στο Δυτικό Βερολίνο 100.000. Συνολικά έχουν απομείνει 100.000 τέτοιες θέσεις. Από την άλλη όμως αναπτύχθηκε ιδιαίτερα ο τουρισμός, χάρη και στην ασύγκριτη πολιτιστική μας υποδομή- θέατρα, μουσεία, κέντρα αναψυχής. Το Βερολίνο έγινε διεθνές πολιτιστικό κέντρο».