Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Μαρτίου 2012

Nέα αντίφαση ή νέα αφήγηση η επιστροφή στην «ελληνικότητα»;

Η κρίση οδηγεί κάποιους στο καταφύγιο των παλιών προτύπων για την τόνωση του ηθικού
  • Tης Μαργαριτας Πουρναρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 17/3/2012
Απογευματινή βόλτα στον κυριότερο εμπορικό δρόμο της Γλυφάδας. Στη βιτρίνα ενός καταστήματος εσωρούχων φιγουράρει μια ελληνική σημαία, για να υποστηρίξουμε τις εγχώριες επιχειρήσεις. Λίγο πιο κάτω, έξω από ένα κατάστημα με επώνυμα ρούχα, κυματίζει πάλι μια μεγάλη γαλανόλευκη. Εντός, ακούγεται στο διαπασών, το «Ενα το χελιδόνι» με τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Ανάμεσα στις κρεμάστρες και στη σκάλα προς τον επάνω όροφο διακρίνει κανείς, ζωγραφισμένους, διακεκριμένους συμπατριώτες μας από το 1821 έως σήμερα: ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο γιατρός Γεώργιος Παπανικολάου, η Μαρία Κάλλας, ο Μάνος Χατζηδάκις, ο Αλέκος Παναγούλης, ο Ελευθέριος Βενιζέλος κ.ά. Τι κοινό έχουν οι εικονιζόμενοι; Προφανώς μας κάνουν υπερήφανους ως Ελληνες. Σημείο των καιρών.
Η πρωτοφανής κρίση οδηγεί αναπόφευκτα στην αναδιατύπωση της ταυτότητάς μας, σε μια χώρα που καταρρέουν πολλά από τα πράγματα που θεωρούσαμε δεδομένα. Αναζητούμε ξαφνικά την ελληνικότητα, σαν ένα καταφύγιο που θα μας προφυλάξει στη δύσκολη συγκυρία. Στρεφόμαστε στο παρελθόν για να μπορέσουμε να κοιτάξουμε το μέλλον. Αν αφήσουμε όμως στην άκρη το πάνθεον των ηρώων (στο κατάστημα της Γλυφάδας και στα βιβλία της Ιστορίας), διαπιστώνουμε ότι ακόμα και παλαιότερα, αυτή η ταυτότητα ήταν φτιαγμένη από ένα συνονθύλευμα ετερόκλητων επιταγών. Οι γενιές που βιώνουν την οικονομική δυσχέρεια της ύφεσης, ισορρόπησαν σε μια αμφίρροπη μάχη δυτικότροπου καταναλωτισμού και νοσταλγικών στοιχείων για μια Ελλάδα άλλων εποχών.
Κατά κάποιον τρόπο, η σύγχυση έχει γίνει ακόμα βαθύτερη σήμερα. «Κeep walking Greece», λέει μια γνωστή διαφημιστική καμπάνια για ουίσκι, αλλά εμείς δεν ξέρουμε προς τα πού να βαδίσουμε, αν και επιλέγουμε να πορευτούμε με ό,τι γνωρίζουμε από το παρελθόν. Παραμένουμε μετέωροι, αν και προστρέχουμε στην ασφάλεια των προτύπων, στην τόνωση του ηθικού μας μέσα από γνωστές προσλαμβάνουσες, σε φιγούρες σημαδιακές για τον πολιτισμό, τα γράμματα ή τις επιστήμες, στη σημαία ως σύμβολο. Η επιστροφή στην «ελληνικότητα», που πια φτάνει από τα θεάματα ώς τα καταστήματα, γίνεται νέα τάση. Μόδα, αναγκαιότητα, σπασμωδική αντίδραση; Μήπως μια νέα αντίφαση, όπως ισχυρίζεται ο Αγγελος Παπαδημητρίου ή μια καινούργια αφήγηση, όπως ισχυρίζεται ο κοινωνιολόγος Παναγής Παναγιωτόπουλος;
AΠOΨH: Θαυμάζουμε ό,τι φθονούμε και φθονούμε ό,τι θαυμάζουμε 
  • Του Αγγελου Παπαδημητριου*
Μεγαλώνοντας στη μετεμφυλιακή Ελλάδα της «ευτυχίας» (γεννήθηκα το 1952 στο Κιάτο) και μέχρι σήμερα που μοιάζει να κλείνει ο κύκλος της, δεν έπαψα ούτε στιγμή να στέκομαι δύσπιστος απέναντι στην «ελληνική πραγματικότητα». Γιατί απλούστατα είχα την τύχη να βιώσω όλο το εγχώριο, μικρομεγαλοαστικό σύνδρομο και τους κώδικές του από μέσα. Μην έχοντας κληρονομικό χάρισμα, μικρασιατικές ή κομμουνιστικές «περγαμηνές» διαφυγής, αναγκάστηκα εκ των πραγμάτων να εστιάσω αντικειμενικά στα γεγονότα, καταλαβαίνοντας έγκαιρα το δισυπόστατο νόημα όλων των αξιών που επιβάλλονταν σχεδόν διά της βίας.
Από τη μια η βροντώδης φωνή της Βέμπο που πέταγε (στις παρελάσεις) τους «Γερμαναράδες» στη θάλασσα και από την άλλη το καλύτερο ψυγείο της εποχής (Siemens φυσικά) που μας ανέβαζε στις πρώτες βαθμίδες της κοινωνικής καταξίωσης. Από τη μια η ξένη μουσική με το ξέφρενο ερωτικοσεξουαλικό μήνυμά της και από την άλλη «Διώξε την λύπη παλικάρι πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι». Από τη μια το αμερικανικό όνειρο (Κένεντι, Μονρόε, Χόλιγουντ, Πύραυλοι) και από την άλλη «Δεξιά ήταν το σεράι που ο Βεζύρης κατοικούσε» και αριστερά η παράγκα του Καραγκιόζη. Το πρωί καθωσπρέπει, το βράδυ ξέφρενοι. Πέρασαν η χούντα, η μεταπολίτευση και η αντίφαση μέρα με τη μέρα μεγάλωνε μαζί με το χρέος. Είχαμε πια παγιώσει τον περίφημο μεσογειακό χαρακτήρα μας, μεταξύ δύο ακραίων πόλων, του φθόνου και του θαυμασμού.
Εθιστήκαμε να θαυμάζουμε ό,τι φθονούμε και να φθονούμε ό,τι θαυμάζουμε. Ενα θανάσιμο αγαπόμισος, που στηρίζει τις ισορροπίες μας ώς και σήμερα. Ετσι το χρήμα και το λαϊφστάιλ βρήκαν τη θέση τους δίπλα στη μαγκιά και τα κρατικά ζεϊμπέκικα. Και τι μας περιμένει ακόμα... Γιατί ευθύνη έχουμε και εμείς οι καλλιτέχνες. Πριν σχεδόν 30 χρόνια θυμάμαι ότι -εκνευρισμένος- είπα στην αγαπημένη μου δασκάλα Ελένη Βακαλό «Μα είναι ντροπή να έχουν στο σουπερμάρκετ τη μουσική του Χατζιδάκι» για να πάρω την αποστομωτική απάντηση «Και οι δημιουργοί έχουν ευθύνη για την χρήση του έργου τους».
* Ο κ. Αγγελος Παπαδημητρίου είναι καλλιτέχνης. 
AΠOΨH: Η «Ελλάδα της Σημαίας» να μη μας πανικοβάλλει 
  • Του Παναγη Παναγιωτοπουλου*
Το ζήτημα μιας νέας αφήγησης για την κοινωνία μας, εφόσον πράγματι έχει αποφευχθεί η ολική καταστροφή, καταλαμβάνει προνομιακή θέση στις αγωνίες μας. Η αφήγηση αυτή μπορεί να είναι εθνική και θυμωμένη, συμπλεγματική, ταπεινωμένη και στενή. Μπορεί όμως να είναι και πατριωτική, δημοκρατική, ειλικρινής και ευρωπαϊκή. Το πιθανότερο είναι ότι θα είναι και τα δύο. Προς το παρόν συναντάμε σχεδόν αποκλειστικά την πρώτη εκδοχή. Βλέπουμε τα σημάδια ενός ηττημένου έθνους, ακούμε τη βαρυθυμία ενός λαού που δεν καλείται μόνο να ανακάμψει, αλλάζοντας δραματικά, αλλά και να κοιταχτεί στον καθρέπτη της ομορφιάς του και της ασχήμιας του. Αυτή η συναισθηματική και υπαρξιακή ένταση είναι φυσιολογική. Η «Ελλάδα της Σημαίας» δεν πρέπει να μας πανικοβάλλει. Πολύ κόσμος καταφεύγει σε αυτή, για να βρει αποκούμπι τη στιγμή που η ατομική του ταυτότητα εκπίπτει, τη στιγμή το γραμμικό σχέδιο για την ευημερία των παιδιών του έχει σπάσει σε πολλά ασύνδετα κομμάτια. Εκεί, στην ελάχιστη και πιο πρόχειρη ταυτότητα, θα σταθεί, για να αντιμετωπίσει τόσο τον ιστορικό του εαυτό όσο και τα, άλλοτε βλακώδη και άλλοτε πονηρά, στερεότυπα του οικονομικού εθνικισμού, συγκεκριμένων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Εξ άλλου, οι Ελληνες δικαιούμαστε να είμαστε πολύ σκεπτικοί απέναντι στην Ευρώπη, αλλά και περήφανοι που αντέξαμε ψυχικά τα δύο χρόνια της εφιαλτικής ανασφάλειας και του καθημερινού φόβου.
Το μεγάλο ζητούμενο μιας πατρίδας που θα μας χωρέσει ξανά όλους και της οποίας την ιστορία αναγκαστικά ξαναγράφουμε, είναι ωστόσο μπροστά μας. Και για να ζήσουμε αυτήν τη σύνθετη, δύσκολη και καινοφανή εμπειρία μιας δημοκρατικής πατρίδας που είναι αξιοπρεπής, δημιουργική και ευρωπαϊκή, θα πρέπει να λυτρωθούμε από την επικίνδυνη και τεμπέλικη φαντασίωση ότι κάποιοι συστηματικά συνωμοτούν εναντίον μας, επειδή αντιπροσωπεύουμε κάτι σπουδαίο–ανώτερο, κάτι που φθονούν, κάτι που μισούν. Η φασιστική προέλευση τέτοιων μύθων («οι παγκόσμιοι εξουσιαστές επιτέθηκαν πρώτα στο αιώνιο αντιστασιακό έθνος –τους Ελληνες– για να κάμψουν στη συνέχεια και τα υπόλοιπα–υποδεέστερα ») δεν μπορεί να κρυφτεί, όποιο στόμα και αν τους αναπαράγει. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η ρητορική της σημαίας είναι συνήθως και η μετωνυμία της υποστολής της.
* Ο κ. Παναγής Παναγιωτόπουλος είναι λέκτωρ κοινωνιολογίας ΕΚΠΑ.

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Ποιοι πραγματικά είμαστε

  • ΤΟΥ ΤΙΤΟΥ ΠΑΤΡΙΚΙΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010
Η συζήτηση και οι συνακόλουθες αντιπαραθέσεις για την ελληνική ταυτότητα κρατούν, όπως ξέρουμε, από δω και πάρα πολλά χρόνια. Ομως η με ιδιαίτερη ένταση επαναφορά τους γίνεται κάθε που εμφανίζεται μια οξεία, και πολλαπλή, κρίση σ΄ αυτόν τον τόπο. Οπότε οι αντίπαλες θεωρητικές προσεγγίσεις, δηλαδή κατ΄ ουσίαν οι αντίπαλες πολιτικές και κοινωνικο-οικονομικές δυνάμεις τις οποίες εκφράζουν, δίνουν τη διαφορετική τους απάντηση. Οι συντηρητικές δυνάμεις δίνουν την αναχρονιστική τους απάντηση, οι προοδευτικές την εκσυγχρονιστική, και, από μιαν εποχή κι έπειτα, οι επαναστατικές τη δική τους ανατρεπτική απάντηση. Οι συντηρητικές απαντήσεις γρήγορα κρυσταλλώθηκαν σε στερεότυπα που η αμφισβήτησή τους χαρακτηρίστηκε από τους εκφραστές τους ως βαρύτατο, ακόμα και αντεθνικό, παράπτωμα, ενώ η διαιώνισή τους εξασφαλίστηκε με την καθιέρωση ενός πλέγματος φόβων και ενοχών, όπως θαυμάσια το έδειξε η Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου στο ύστατο βιβλίο της Οι φόβοι ενός αιώνα (2007).

Ωστόσο με τον καιρό παγιώθηκαν σε αντίδρομα, αλλά αντίστοιχα, στερεότυπα και οι άλλες απαντήσεις, κυρίως οι επαναστατικές, ή οι λεγόμενες επαναστατικές. Και αυτές δημιούργησαν ένα άλλο πλέγμα φόβων και ενοχών για όποιον έθιγε τις απόλυτες βεβαιότητές τους, και αυτών η αμφισβήτηση χαρακτηρίστηκε από τις δυνάμεις που ιερατικά τις εξέφραζαν ως βαρύτατο παράπτωμα, και μάλιστα αντεπαναστατικό.

Ετσι, κατά τη γνώμη μου, το πρόβλημα της ταυτότητας, ξεκινώντας από ιστορικό, πολιτικό ή ακόμα και υπαρξιακό, καταλήγει να γίνεται ιδεολογικό, με την έννοια που έδινε στην ιδεολογία ο νεαρός Μαρξ, δηλαδή όχι την κατανόηση της πραγματικότητας, αλλά την προβολή στην πραγματικότητα των προϋπαρχουσών ιδεών μας γι΄ αυτήν, τελικά την κίβδηλη συνείδηση. Γι΄ αυτό και νομίζω πως εκείνο που έχει σπουδαιότητα δεν είναι το τι ιδέα έχουμε για το ποιοι είμαστε αλλά το να είμαστε. Και δεν μπορούμε να είμαστε παρά μόνο αν παράγουμε πράγματα που να έχουν ταυτόχρονα αξία χρήσης και αξία ανταλλακτική, και μαζί να δημιουργούμε έργα που όμως αυτά να έχουν περισσότερο αξία χρήσης και λιγότερο αξία ανταλλακτική και εμπορευματική. Γίνεται όμως σήμερα αυτό; Ή μπορεί να γίνει; Δεν είμαι βέβαια αυτός που θα καταστρώσει σχετικά προγράμματα, που θα προτείνει συνταγολόγια ή έστω που θα διατυπώσει ευχολόγια.

Πάντως στον βαθμό που αυτό μπορεί να γίνει πιστεύω πως έναν καίριο ρόλο έχει να παίξει ο λόγος, στις πολλαπλές εκφράσεις του, την ιστορική, τη φιλοσοφική, τη δοκιμιακή, την ποιητική, την πεζογραφική, τη θεατρική.

Αλλιώς, όσο η κρίση συνεχίζεται, ή οξύνεται, τόσο το κενό που δημιουργείται θα καλύπτεται από έναν ασυγκράτητο και αχόρταγο καταναλωτισμό, συχνά καλυμμένο με το ένδυμα των συντεχνιακών διεκδικήσεων, και μαζί από μιαν εξίσου ασυγκράτητη και αχόρταγη ηδονιστική ψυχαγωγία, καλυμμένη με το ένδυμα της καλλιτεχνικής ή ακόμα και της λογοτεχνικής δημιουργίας. Και τόσο περισσότερο θα βολευόμαστε σ΄ έναν κόσμο όχι απλώς άρτου και θεαμάτων, αλλά αμβροσίας και show business, εξιδανικευμένου από κάθε λογής εικόνες περί της σπουδαίας και μοναδικής στον κόσμο ταυτότητάς μας.
  • Ο κ. Τίτος Πατρίκιος είναι ποιητής.

Πολιτογράφηση και πολιτισμική ενσωμάτωση των μεταναστών

ΤΟΥ Α.ΛΙΑΚΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Απορρίπτοντας το μεταναστευτικό νομοσχέδιο, o πρόεδρος της ΝΔ δήλωσε ότι «το πρόβλημα των νομίμων μεταναστών στην ελληνική κοινωνία δεν είναι απλά ζήτημα πολιτογράφησής τους. Είναι και θέμα ενσωμάτωσής τους στο σώμα και στον πολιτισμό της χώρας. Των ίδιων και, κυρίως, των παιδιών τους που γεννήθηκαν εδώ...». Ο στόχος του άρθρου αυτού δεν είναι αντιρρητικός. Ο κ. Σαμαράς θέτει ένα γενικότερο ζήτημα. Τη σχέση ανάμεσα στην ιδιότητα του πολίτη και στην κοινότητα μνήμης και εμπειρίας. Ας το συζητήσουμε εξετάζοντας αυτή τη σχέση, η οποία έχει δύο κατευθύνσεις.

Κοινότητα μνήμης και κοινότητα πολιτών

Στην πρώτη, η ιδιότητα του πολίτη ή καλύτερα η κοινότητα των πολιτών απαιτεί επίσης μια κοινότητα βιωμένων ή αποκτημένων μέσω της εκπαίδευσης εμπειριών. Κάθε κοινότητα για να γίνει βιώσιμη χρειάζεται να αποκτήσει ένα ελάχιστο κοινό απόθεμα αναφορών. Αναγνώριση συμβολισμών, στοιχειώδεις κοινές γνώσεις, αποδοχή μιας βασικής δεοντολογίας, κάποιες κοινές στάσεις. Διαφορετικά πρόκειται για κοινότητες που απλώς συμβιώνουν στον ίδιο χώρο. Συμβίωση με εύθραυστη ανοχή στην καλύτερη περίπτωση, με αμοιβαία καχυποψία που μπορεί εύκολα να γίνει ανοιχτή εχθρότητα στη χειρότερη, χωρίς αλληλεγγύη σε κάθε περίπτωση. Ιστορικά, ο ρόλος των εθνικών κρατών, φορές συμμετοχικά, φορές αυταρχικά, ήταν να δημιουργήσουν από ανομοιογενή πληθυσμό ένα λαό. Ετσι δημιουργήθηκε και η σύγχρονη Ελλάδα, μέσα από μια διαδικασία που δεν έληξε τον 19ο αι., αλλά συνεχίστηκε και μετά το 1922, και στα μεταπολεμικά χρόνια. Αυτόν το ρόλο έπαιξε η συγκρότηση εθνικής ιστοριογραφίας και εθνικού αφηγήματος, η μεταβίβασή τους μέσω της εκπαίδευσης και η οργάνωση μιας ιστορικής κουλτούρας με σύμβολα, γιορτές και επετείους, μνημεία και μνημονικούς τόπους. Αλλά με τις μεταναστεύσεις της περασμένης εικοσαετίας το ζήτημα τίθεται εκ νέου. Κάθε κοινότητα και η κουλτούρα της ή ένα κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο; Και τι μεγέθους; Εκτεταμένο και παρεμβατικό, στοιχειώδες ή ανύπαρκτο; Τα ερωτήματα αυτά είναι σωστά αλλά ελλιπή, στο βαθμό που αφορούν μόνο την κατεύθυνση που βλέπει την κοινότητα μνήμης ως προϋπόθεση της κοινότητας πολιτών. Η δεύτερη κατεύθυνση λέει ότι η ιδιότητα του πολίτη είναι απαραίτητη για να υπάρξει κοινότητα μνήμης. Και όχι μόνο η ιδιότητα του πολίτη ως πραγματικότητα, αλλά η ιδιότητα του πολίτη ως προοπτική, ως προσδοκία και επιδίωξη. Γιατί όμως είναι απαραίτητη η προοπτική τού να γίνει κανείς πολίτης προκειμένου να αποκτηθεί ένα κοινό απόθεμα ιστορικών και μνημονικών αναφορών; Πρώτο, γιατί τα κίνητρα για να γνωρίσουμε το παρελθόν και οι αντιλήψεις μας γι΄ αυτό προϋποθέτουν κάποιες προσδοκίες για το μέλλον. Αν το μέλλον είναι σκοτεινό, επισφαλές, επικίνδυνο, τότε τις εικόνες, τις αντιλήψεις και τα συναισθήματα για το παρελθόν τις κατακλύζουν αισθήματα ματαιότητας, αντίδρασης, εκδίκησης και μηδενισμού. Αν στρέφουμε τα νώτα μας στο μέλλον, βλέπουμε το παρελθόν ως περιχαράκωση της ταυτότητάς μας, με αμυντικά ανακλαστικά. Οταν όμως βλέπουμε το μέλλον ως κοινό μέλλον με κάποια αισιοδοξία, το παρελθόν μας το σκεπτόμαστε ως ανοικτό, επικοινωνήσιμο και μεταφράσιμο αφήγημα. Εξάλλου, αν ο άλλος δεν σε σέβεται και δεν υπάρχει ελπίδα να σε αναγνωρίσει ως ισότιμο, γιατί να σεβαστείς και να εκτιμήσεις την ιστορία και τον πολιτισμό του; Αν ο άλλος δεν σου αναγνωρίζει τις δικές σου εμπειρίες, αν δεν εκτιμά τη γλώσσα, την κουλτούρα σου, αν αγνοεί την ιστορία σου, τότε γιατί εσύ θα εκτιμήσεις τη δική του; Αυτά επιτάσσουν το ελάχιστο δικαιοσύνης και συμμετοχής που είναι απαραίτητα για τη συμβίωση.

Η αναγνώριση του διαφορετικού

Είναι ασφαλώς επιθυμητό όσοι ζουν σε αυτή τη χώρα, για να αποκτήσουν επικοινωνία και για να ζήσουν μια καλή ζωή, να μοιράζονται ένα ελάχιστο γλωσσικής ικανότητας, κοινών διανοητικών και συναισθηματικών αναφορών. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ιδρύσουμε θεσμούς διά βίου εκπαίδευσης ανοιχτούς, προσιτούς στους μετανάστες. Αλλά προϋποθέτει ευρύτερα μια πολιτισμική στάση που διακρίνεται από αμοιβαιότητα, αλληλοαναγνώριση, μετάφραση. Χρειάζεται η ικανότητα και η θέληση να εντάξουμε στον ιστορικό και πολιτισμικό μας ορίζοντα όχι μόνο τη δυνατότητα της ανάγνωσης και της αναγνώρισης του διαφορετικού, αλλά και να μπορούμε να μεταφράζουμε τις δικές μας εμπειρίες στους κώδικες των άλλων και τις δικές τους ιστορίες στους δικούς μας κώδικες. Εξυπακού εται χωρίς πλέγματα υπεροχής ή μειονεξίας, απαλλαγμένοι από αντιλήψεις για ανώτερους και υποδεέστερους πολιτισμούς.

Αν θέλουμε να είμαστε ταυτόχρονα ρεαλιστές και ανθρωπιστές, πρέπει να παραδεχτούμε ότι η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους μετανάστες που θα πολιτογραφηθούν και σε όλους εμάς τους υπόλοιπους, από την άποψη της ιστορικής συνείδησης και κουλτούρας, είναι ότι γι΄ αυτούς, ακόμα κι αν γεννήθηκαν εδώ, το τραύμα τού πώς έφυγαν από τις χώρες τους, κάτω από ποιες συνθήκες ήλθαν και επιβίωσαν ή εξακολουθούν να επιβιώνουν εδώ, είναι πρόσφατο, βιωματικό, επαναλαμβανόμενο. Αντίθετα σε εμάς τα μεγάλα συλλογικά τραύματα, του εμφυλίου και της προσφυγιάς, είναι πίσω από αρκετές δεκαετίες που ζήσαμε ειρηνικά και με σχετική άνεση. Εδώ, στην πληγή, θα πρέπει να βάλουμε τα δάκτυλά μας. Οχι να στριφογυρίζουμε το μαχαίρι με δηλώσεις όπως του προέδρου της ΝΔ για εγκύους που «θα έρθουν εδώ να γεννήσουν τα παιδιά τους για να νομιμοποιηθούν». Πρόκειται για αποστροφές όχι μόνο άσχετες με τη ζοφερή πραγματικότητα τού από πού φεύγει κανείς και πώς φτάνει, αλλά που προξενούν πόνο. Εν τέλει, λυπάμαι που το γράφω, απάνθρωπες.

Τι είδους κοινωνία επιδιώκουμε

Δεν πρέπει να θεωρούμε αυτονόητο ότι τα γεγονότα της δικής μας ιστορίας και τα στοιχεία της κουλτούρας μας αποκτούν το ίδιο νόημα όταν μεταβιβάζονται σε ανθρώπους με διαφορετικό πολιτιστικό υπόβαθρο, γλωσσική και θρησκευτική παιδεία και διαφορετικά βιώματα. Αν άρουμε το αυτονόητο, θα εγκαταλείψουμε τον υπεροπτικό διδακτισμό. Ακόμη περισσότερο θα αναρωτηθούμε για τη νοηματοδότηση της ιστορίας, της εμπειρίας και του πολιτισμού μας όχι μόνο απέναντι στους ξένους που θα πολιτογραφηθούν, αλλά επίσης και ανάμεσα στις διαφορετικές ηλικιακές και κοινωνικές ομάδες που συγκροτούν την ελληνική κοινωνία, που δεν είναι καθόλου ενιαία όπως τη φαντάζεται ο επίσημος λόγος. Θα γίνουμε ενδεχομένως ικανοί να δούμε ότι το παρελθόν δεν είναι η αποστεωμένη και απολιθωμένη αποτύπωσή του στα μουσεία και στα βιβλία, αλλά μια ζωντανή κουλτούρα που πάλλεται καθώς διασταυρώνεται με τις εμπειρίες, τις σκέψεις, τις αγωνίες, τις ελπίδες του σώματος των πολιτών στο οποίο μετέχουμε, μέσα στις συγκεκριμένες πραγματικότητες που ζούμε. Οι προκλήσεις του σήμερα είναι μια ευκαιρία για σκεφτούμε πού θέλουμε να πάμε, τι είδους κοινωνία επιδιώκουμε. Να σκεφτούμε το παρελθόν με αφετηρία το μέλλον, κι όχι το μέλλον δεσμευμένοι από το παρελθόν.

Συμπερασματικά, για να δημιουργηθεί πολιτισμική κοινότητα χρειάζεται ισοπολιτεία και, κατά συνέπεια, συνείδηση πολίτη. Η συνείδηση του πολίτη και η ιστορική συνείδηση είναι χρησιμότερες από την έννοια της εθνικής ταυτότητας. Γιατί η εθνική ταυτότητα είναι παγιωμένη και κλειστή. Αντίθετα, η συνείδηση του πολίτη είναι ανοιχτή και δημιουργική και η ιστορική συνείδηση στοχαστική και ερευνητική. Το ζήτημα δεν είναι να απεμπολήσουμε την εθνική ταυτότητα, αλλά να την εντάξουμε στη συνείδηση του πολίτη, να την αναστοχαστούμε σε ένα περιβάλλον που αλλάζει και μεταβάλλεται. Να δώσουμε στα παιδιά μας τα εφόδια να ζήσουν δημιουργικά και χωρίς εσωτερικές συγκρούσεις με τη σύγχρονη, ευέλικτη και ευρύχωρη πολλαπλή ταυτότητα που εκ των πραγμάτων αποκτούν.
  • Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Διλήμματα και αδυναμίες

  • ΤΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΔΙΑΜΑΝΤΟΥΡΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010
Η διαχρονική διάσταση του ζητήματος προκύπτει άμεσα από τις κοινωνικές, πολιτικές αλλά και πολιτισμικές επιπτώσεις των ποσοτικά αλλά και, προϊόντος του χρόνου, ποιοτικά βαθιών αλλαγών στη δημογραφική σύνθεση της «Παλαιάς Ευρώπης», τις οποίες, ως έμμεσο προϊόν της πτώσης του κομμουνισμού και του τέλους του Ψυχρού Πολέμου, προκάλεσε το μεγάλο κύμα μετανάστευσης των τελευταίων δύο δεκαετιών. Χωρίς αμφιβολία, η απότομη ανατροπή των δημογραφικών τους δεδομένων αιφνιδίασε τόσο τις κοινωνίες όσο και τις πολιτικές τους ηγεσίες. Παράλληλα όμως επηρέασαν βαθιά τους μηχανισμούς μέσω των οποίων οι εμπλεκόμενες κοινωνίες διαπραγματεύονται και συγκροτούν την ταυτότητά τους.

Ειδικότερα για την ελληνική κοινωνία, η ανατροπή αυτή και η συμπιεσμένη μετάβαση από τη μέγιστη πολιτισμική ομοιογένεια που προέκυψε από την ανταλλαγή πληθυσμών την οποία επέβαλε η Συνθήκη της Λωζάννης σε μια εν πολλοίς πολυπολιτισμική πραγματικότητα, οι προκλήσεις αυτές, καθώς και τα πολιτικά και ηθικά διλήμματα που τις συνοδεύουν, υπήρξαν ιδιαίτερα αισθητές και σε γενικές γραμμές επώδυνες. Οι αντιδράσεις τις οποίες προκάλεσε η πρόσφατη δημοσιοποίηση του σχεδίου νόμου που αποσκοπεί στην προαγωγή της ουσιαστικής και αμοιβαία επωφελούς ενσωμάτωσης κατηγοριών μεταναστών στην ελληνική κοινωνία και πολιτεία, αναδεικνύουν με ενάργεια τα προβλήματα καθώς και τα διλήμματα αυτά. Ταυτόχρονα όμως καθιστούν επιτακτικό έναν νηφάλιο και ορθολογικό δημόσιο διάλογο ικανό να οδηγήσει στην υιοθέτηση δημόσιων πολιτικών που θα συμβάλουν στην ουσιαστική και μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση των διλημμάτων αυτών.

Κατ΄ ελάχιστον, ένας τέτοιος διάλογος οφείλει να λάβει υπόψη τις ακόλουθες κρίσιμες παραμέτρους: (α) σε ευθεία αντίθεση με τις δομικές αλλαγές που, από πλευράς πολιτικής, οικονομικής (παρά την τρέχουσα κρίση) και κοινωνικής, αλλά και της θέσης της στο διεθνές- ευρωπαϊκό σύστημα, έχουν καταστήσει την Ελλάδα του 2010 μια κοινωνία ποιοτικά διαφορετική από εκείνη του 1960, οι αλλαγές στο πολιτισμικό επίπεδο, που αφορούν νοοτροπίες, νοηματικούς χάρτες και στάσεις σχετικά με την ετερότητα, την ανοχή του «άλλου» κτλ.,

υστερούν εντυπωσιακά, (β) το «μεταπολιτευτικό» υπόδειγμα συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους, καθώς και η πελατειακή λογική που το στηρίζει αδυνατούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις για ορθολογική συγκρότηση και ανταγωνιστικότητα, (γ) η έντονη γήρανση του γηγενούς πληθυσμού δημιουργεί σοβαρά και μακροπρόθεσμα κοινωνικά, δημοσιοοικονομικά και πολιτικά προβλήματα, στα οποία η προτεινόμενη πολιτική λελογισμένης ενσωμάτωσης των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία μπορεί να δώσει μερική μεν, πλην όμως ουσιαστική και βιώσιμη απάντηση και, τέλος, (δ) η προϊούσα προσαρμογή της κοινωνίας μας στη λογική και στις αρχές που διέπουν τον νομικό πολιτισμό της Ευρωπαϊκής Ενωσης και γενικότερα την ευρωπαϊκή έννομη τάξη δημιουργεί σταδιακά αλλά και αδήριτα ένα πολιτισμικό περιβάλλον υποστηρικτικό της λογικής του σεβασμού της ετερότητας και της ανοχής του άλλου, το οποίο αναπόφευκτα επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η ελληνική ταυτότητα.

Ο κ. Νικηφόρος Διαμαντούρος είναι ο διαμεσολαβητής της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Ζήτημα συνείδησης

  • ΤΟΥ ΜΙΧ. ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Η ελληνικότητα ή, αν θέλετε, η ελληνική ταυτότητα είναι πρωτίστως η ελληνική συνείδηση. Αυτό είναι το κρίσιμο κριτήριο, που βέβαια δεν αποδεικνύεται εύκολα. Κατά τεκμήριο γεννιέται κανείς με την ελληνικότητα, αν γεννηθεί από έλληνες γονείς, οπότε βέβαια θα μεγαλώσει μαζί τους και θα βιώσει τη δική τους ελληνικότητα. Μπορεί όμως η ελληνικότητα να αποκτηθεί ανεξάρτητα από καταγωγή. Η συνείδηση δεν είναι θέμα γονιδίων ούτε θέμα τρόπου ζωής, ο οποίος άλλωστε πρέπει να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή του κάθε πολίτη.

Οταν ζει μόνιμα κανείς σ΄ αυτόν τον τόπο, μαθαίνει και μιλάει την ελληνική γλώσσα, όταν έχει εξοικειωθεί με το φυσικό και ανθρώπινο περιβάλλον της Ελλάδας και έχει ενταχθεί οικειοθελώς στην ελληνική κοινωνία, αναπτύσσεται και η ελληνική συνείδηση. Αν τα στοιχεία αυτά υπάρχουν και έχουν μια διάρκεια, δηλαδή αντέχουν στον χρόνο, η ελληνική Πολιτεία πρέπει να τα επικυρώνει, απονέμοντας την ελληνική ιθαγένεια σ΄ αυτούς που το επιθυμούν. Υπό τους ίδιους όρους αυτό πρέπει να πράξει η Πολιτεία με τους μετανάστες, ακόμη και της πρώτης γενιάς, εφόσον ζουν και εργάζονται νόμιμα στην Ελλάδα και θέλουν να γίνουν Ελληνες.

Αλλο είναι το θέμα του ελέγχου της παράνομης εισόδου ξένων στην Ελλάδα. Αυτή πρέπει, φυσικά, να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικότερα, όχι όμως με την άρνηση παροχής δικαιωμάτων ισότιμου πολίτη σ΄ εκείνους που το δικαιούνται, ως αντικίνητρο κατά της παράνομης μετανάστευσης (όπως έχει λεχθεί). Αυτό θα υποβίβαζε τον μετανάστη σε αντικείμενο άσκησης πολιτικής.

Το περιβάλλον όπου ζούμε και η γλώσσα που μιλούμε είναι ισχυρότερα στοιχεία για τη διαμόρφωση εθνικών συνειδήσεων από την (μάλλον ανύπαρκτη) «καθαρότητα» του αίματος. Από γενιά σε γενιά, πολλές φορές και μέσα στην ίδια γενιά, οι συνθήκες και οι συνειδήσεις μπορεί να αλλάζουν. Στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, δεν υπήρχε για τους Ελληνες άλλο κριτήριο για να ξεχωρίσουν από τους άλλους υπηκόους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας παρά η πίστη τους στον Χριστό και η ελληνική τους γλώσσα. Εύλογο τότε. Αυτό που σήμερα συνέχει και ενώνει όλους, αλλά όλους τους Ελληνες δεν μπορεί να είναι η πίστη τους στον Χριστό (αλλιώς θα καταργούσαμε τη θρησκευτική ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα), αλλά η ελληνική τους συνείδηση και, ως προς τις κοινωνικές τους σχέσεις, η υπαγωγή τους στο ελληνικό Σύνταγμα και τους ελληνικούς νόμους.

Βρίσκεται έξω από την πραγματικότητα αυτός που αναζητεί την ελληνικότητα σε κάτι ξεχωριστό· ξεχωριστό όχι απλώς με την έννοια της υπαρκτής διαφορετικότητας, αλλά σαν κάτι το υπέρτερο. Η ελληνικότητά τους είναι ελληνοκεντρισμός. Διακατέχονται από την έμμονη ιδέα της ελληνικής υπεροχής, της αποστολής μας ως περιούσιου λαού, που δεν την έχουν άλλοι λαοί κτλ. Πρόκειται για μια στρεβλή αγάπη προς την πατρίδα, η οποία επιπλέον μας εκθέτει και διεθνώς και τελικά ζημιώνει τα εθνικά μας συμφέροντα.

Ο κ. Μιχάλης Σταθόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η ελληνικότητα κινδυνεύει από εμάς

ΤΟΥ ΑΛΕΚΟΥ ΦΑΣΙΑΝΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Κάθε κάποια χρόνια, δεν μπορώ να προσδιορίσω πόσα ακριβώς, συμβαίνουν αλλαγές στην ταυτότητα ενός τόπου. Ομως, συνήθως, οι αλλαγές αυτές δεν επηρεάζουν σε βάθος την ουσία της ταυτότητας. Ετσι και οι αλλαγές που συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια, είτε ενδογενώς στην Ελλάδα, είτε εκείνες που είναι αποτέλεσμα εξωτερικών μεταβολών, δεν επηρεάζουν την ουσία της ελληνικής ταυτότητας, όσο κι αν τώρα που τις βιώνουμε μπορεί να μας φαίνεται αλλιώς. Οι αρχαίοι Ελληνες φορούσαν χιτώνες, οι αγωνιστές του ΄21 φουστανέλες, εμείς, σήμερα, φοράμε παντελόνια ευρωπαϊκού τύπου, αλλά δεν αλλάζουμε. Και δεν αλλάζουμε, επειδή ζούμε κάτω από το ίδιο φως, στο ίδιο κλίμα, αναπνέουμε τον ίδιο αέρα, χαιρόμαστε την ίδια φύση, κάνουμε τις ίδιες χειρονομίες. Τελικά, η ελληνικότητα γεννιέται κυρίως από τον τόπο που ζούμε και καθορίζεται από αυτόν και από τη γλώσσα, και γι΄ αυτό αργά ή γρήγορα θα ενταχθούν σε αυτή την ελληνικότητα κι όσοι ξένοι έρχονται να ζήσουν σε αυτόν τον τόπο. Πολλοί, που αγνοούν εντελώς την καθοριστική σημασία όλων αυτών, πιστεύουν αντίθετα ότι η ελληνικότητα βρίσκεται στην παράδοση που απειλείται από τις αλλαγές. Τους διαφεύγει ότι και η ίδια η παράδοση κα θορίζεται από τον τόπο και από το φως του. Αλλά, κυρίως, κάνουν το μεγάλο λάθος να ταυτίζουν τη διατήρηση της ελληνικότητας με τη μίμηση του παρελθόντος. Κι αυτό είναι ένα έγκλημα, που γεννά τέρατα. Η μίμηση του παρελθόντος, του αρχαίου, του βυζαντινού ή όποιου άλλου, είναι κάτι κακό και επικίνδυνο που κλείνει τη σκέψη μας, μας στερεί κάθε δυνατότητα να ανανεώσουμε κι εμείς την ελληνική ταυτότητα και να την παραδώσουμε ανανεωμένη στους επόμενους. Το παρελθόν μάς βοηθά όταν μαθαίνουμε από αυτό, όχι όταν το αντιγράφουμε.

Το ίδιο κακό γίνεται κι όταν αντιγράφουμε ξένα στοιχεία, όπως έκαναν οι έλληνες ζωγράφοι του 19ου αιώνα που πήγαν στο Μόναχο. Ζωγράφιζαν ελληνικά θέματα, αλλά σαν Γερμανοί. Αλλά το γερμανικό φως, ή μάλλον η γερμανική καταχνιά, που έμαθε τους Γερμανούς να φτιάχνουν αριστουργήματα, δεν έχει καμιά σχέση με το φως της Ελλάδας. Το ίδιο κι οι σκιές. Και, ξαφνικά, ανάμεσα στους γερμανοσπουδαγμένους «λόγιους» έλληνες ζωγράφους, από το πουθενά, ξεπετάχτηκε ένας Θεόφιλος, ένας ξυπόλυτος με μια λερή φουστανέλα, που εξέφρασε την αληθινή ελληνικότητα όσο κανένας άλλος... Εγώ, δουλεύοντας πάνω στη σκληρή αντίθεση της σκιάς και του φωτός του ελληνικού, συνεχίζω ακριβώς αυτή την παράδοση με νέο τρόπο. Κι έτσι σε όλον τον κόσμο άνθρωποι μου λένε ότι νιώθουν μέσα από τα έργα μου τη συνέχεια με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, χωρίς να ξέρουν το γιατί...

Σήμερα, την ελληνικότητα τη βλέπω ακόμα και στα αυθαίρετα. Στα σπίτια που χτίζονταν μέσα σε ένα βράδυ όπως όπως, με ό,τι ταπεινά υλικά υπήρχαν διαθέσιμα εκείνη τη στιγμή. Αντίθετα, δεν τη βλέπω καθόλου σε τερατώδη κτίρια στη Μύκονο ή σε άλλα νησιά, που μπορεί να κρατούν το λευκό χρώμα ή την πέτρα, αλλά που οι διαστάσεις, οι αναλογίες και οι όγκοι τους δεν έχουν καμιά σχέση με την αληθινή αρχιτεκτονική εκείνης της γης και την προσβάλλουν. Το Αιγαίο, που τώρα όλοι μιλούν γι΄ αυτό, δεν το ξέραμε, ο Ελύτης μάς το ΄μαθε, αλλά δεν το καταλάβαμε.

Ελληνικότητα δεν είναι να πηγαίνεις και να αντιγράφεις το παρελθόν σου. Ελληνικότητα είναι να μαθαίνεις από όλα αυτά, να τα κουβαλάς μέσα σου και να τα ξέρεις, αλλά, όπως ο Οδυσσέας, να κάνεις αυτό που αυτός εδώ ο τόπος σού ζητά. Να παίρνεις το ελληνικό και να το κάνεις παγκόσμιο. Εγώ τουλάχιστον αυτό προσπάθησα να κάνω όλα αυτά τα χρόνια. Και το είδα να γίνεται. Η αρχή της Οδύσσειας είναι η ελληνικότητα. Και γι΄ αυτό δεν κινδυνεύει από όλες τις αλλαγές. Αν κινδυνεύει η ελληνικότητα, κινδυνεύει μόνο από εμάς τους ίδιους...

Ο κ. Αλέκος Φασιανός είναι ζωγράφος.

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2008

«Εκεί που αρχίζεις να ντρέπεσαι που λέγεσαι Ελληνας, θυμάσαι κάτι εξαιρέσεις και δακρύζεις...»

Κώστας Μουρσελάς

Της Αννας Γριμάνη, Η Καθημερινή

  • H ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;

Είναι σαν να με ρωτάτε αν τα πεζοδρόμια υπάρχουν για να περπατούν οι πεζοί - που και αυτό αμφισβητείται στις μέρες μας.

Δεν νομίζετε ότι πολύ μελάνι έχει χυθεί γι' αυτή την απάντηση; Τι με κάνει λοιπόν Ελληνα; Θυμηθείτε ότι κάποτε λεγόμαστε Γραικοί και Ρωμιοί και σήμερα Ελληνες. Αλλωστε, δεν έχω άλλη επιλογή. Εδώ γεννήθηκα, εδώ καταχωρίσθη - φακελώθηκα, εδώ έζησα, εδώ ζω και δεν έχω καθόλου την άποψη ότι αυτό με κάνει ιδιαίτερα προνομιούχο. Αντίθετα, όσο περνούν τα χρόνια, όλο και λιγότερο υπερηφανεύομαι γι' αυτό, όλο περισσότερο με κάνει ανασφαλή.

Ελληνας, πάντως, από συνείδηση μου πάει περισσότερο. Τα αισθήματα έπονται.

  • Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα.

Κι εδώ το εκπαιδευτικό μας σύστημα -κυρίως- με έχει εξαπατήσει. Τόσα μικρά που κατά καιρούς με κέρδιζαν και που νόμιζα ότι είναι αποκλειστικότητα ελληνική, με τον καιρό πρόσεξα πως τα διαθέτουν αφθόνως και οι άλλοι λαοί. Ενηλικιωνόμαστε τόσο αργά!

  • Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.

Εκεί που αρχίζεις να ντρέπεσαι που λέγεσαι Ελληνας, θυμάσαι κάτι εξαιρέσεις και δακρύζεις. Θυμάσαι τη μάνα σου, τα παιδιά σου, τη γυναίκα σου, τις γυναίκες που αγάπησες, θυμάσαι τον Μακρυγιάννη, τον Κολοκοτρώνη, τον Καβάφη, τον Μπελογιάννη, το Εικοσιένα, τους ήρωές σου μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, θυμάσαι κάποιους φίλους που σου στάθηκαν, θυμάσαι κι έναν Αριστοφάνη, έναν Ευριπίδη, έναν Αρχίλοχο, έναν Ομηρο και λες χαλάλι! Υστερα πάλι λες «μα τα ίδια δεν συμβαίνουν και στα υπόλοιπα μέρη του κόσμου»;

  • Αυτό που με χαλάει.

Θα μου επιτρέψετε να μην απαντήσω σ' αυτό; Γιατί να γίνω κυνικός; Γιατί να βγάλω την αηδία μου για τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων και κυρίως των πολιτικών μας; Γιατί να καταλήξω σε ύβρεις; Γιατί να μελαγχολήσω αφόρητα; Οχι βέβαια ότι εξαιρώ τον εαυτό μου - κάπου εκεί μέσα είμαι κι εγώ.

  • Παράγει πολιτισμό ο Ελληνας της νέας εποχής ή μένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;

Δεν σας λέει κάτι το ότι συνεχώς καταφεύγουμε στα παλιά, στα πολύ παλιά; Πάντως, αν περιοριστούμε στις τέχνες, ναι, παράγουμε πολιτισμό, αλλά τι να σου κάνουν οι εξαιρέσεις...

  • Με ποια ταυτότητα οι Ελληνες περιέρχονται στον σύγχρονο κόσμο;

Με την ταυτότητα του ανθρώπου που ελάχιστα παράγει και άπειρα καταναλώνει, λες κι αυτός είναι ο μοναδικός λόγος που ήρθε σ' αυτόν τον κόσμο. Αλλά πώς θα αγοράζεις αυτό που καταναλώνεις αν προηγουμένως δεν έχεις διαφθαρεί; Δει δη χρημάτων, όπως έλεγε ο Δημοσθένης.

  • Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.

Καταναλώνουμε άπειρα «πρέπει» -λόγια, λόγια, λόγια- χωρίς αποτέλεσμα, χωρίς την επόμενη κίνηση. Παντού. Στη Βουλή, στις ταβέρνες, στις παρέες, στα καφενεία... Οσο για τα «γιατί»; Γιατί ένας λαός τόσο έξυπνος, τόσο ικανός, με τόση ιστορία, γιατί να βγαίνει τόσο ανίκανος, τόσο παθητικός, τόσο αναποτελεσματικός; Γιατί τόσος ξεπεσμός; Γιατί τόση διαφθορά;

  • Ο Ελληνας ποιητής μου.

Εκεί που όλοι καταλήγουμε: Καβάφης, και πολλοί άλλοι, μόνο που δυστυχώς όλοι αυτοί δεν αλλάζουν τον κανόνα: θαυμαστές νησίδες καταφυγής και εξορίας.

  • Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.

Εχω την εντύπωση ότι η αλήθεια είναι μόνο μία: αυτή που αφορά τον παγκόσμιο άνθρωπο, στον ένα και μοναδικό πλανήτη μας. Το πραγματικά δικό μου, η αλήθεια μου είναι μόνο η γλώσσα μου. Αυτή είναι η πατρίδα μας, αυτή καθορίζει την ελληνικότητά μου.

  • Η οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη - ορίστε την.

Ψάχνω για δρομάκια, μονοπατάκια, μήπως με βγάλουν κάπου αυθεντικότερα, μακριά από ελληνικότητες κι εθνικοπατριωτικά και προγονοπληξίες. Πρώτον, να βρω τις ρίζες μου, το χώρο μου, τη φόρμα μου, το κρεβάτι μου, τη φωνή μου και μετά βλέπουμε.

  • * Ο Κώστας Μουρσελάς είναι συγγραφέας, με πιο πρόσφατα βιβλία του τα διηγήματα «Ο πόθος καίει τα σωθικά» (εκδόσεις Κέδρος) και τα αισθητικά δοκίμια «Ασκήσεις επί χάρτου» (εκδόσεις Καστανιώτη).

«Στην Ελλάδα δεν αισθάνομαι τουρίστας»

Massimo Peri

Της Αννας Γριμάνη, Η Καθημερινή

  • Η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;

Την ελληνικότητα δεν την αναγνωρίζω ούτε ως αίσθημα ούτε ως συνείδηση. Οπως η ιταλικότητα, η ισπανικότητα, η γερμανικότητα, η ελληνικότητα είναι ουσιαστικά ένα ιδεολόγημα εθνικιστικού χαρακτήρα που μπορεί να συγκινούσε τον Περικλή Γιαννόπουλο, αλλά που κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε σαν όρο να τον καταργήσουμε για λόγους... διανοητικής υγιεινής.

  • Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα.

Το πορτοκάλι που μου χάρισε ένας μανάβης στην οδό Σόλωνος, όταν, πριν από σαράντα χρόνια, βρέθηκα στην Αθήνα χωρίς τάλιρο στην τσέπη και πέθαινα της πείνας.

  • Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.

Ο ανάπηρος στη δημοσιά, το κομμένο πόδι στο μουσείο κι ο ανδριάντας του Μαυροκορδάτου.

  • Αυτό που με χαλάει.

Οι διαφημίσεις, ιδιαίτερα των ιταλικών προϊόντων, και το τσιμέντο που καταστρέφει τις παραλίες.

  • Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Ελληνας σήμερα;

Εξαρτάται από την περίπτωση. Π.χ. αν ένας Ελληνας παρουσιάζεται σ' ένα διαγωνισμό για μια πανεπιστημιακή θέση «νεοελληνικής φιλολογίας» στην Ιταλία, η ελληνική ταυτότητα τον βλάπτει. Μπορεί να είναι εξαιρετικός φιλόλογος, μπορεί να ξέρει τα πάντα... θα προτιμηθεί κάποιος Ιταλός. Εκτός αν πρόκειται για Ελληνίδα με καλές προθέσεις. Τότε τα πράγματα αλλάζουν.

  • Παράγει πολιτισμό ο Ελληνας της νέας εποχής ή μένει κολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;

Σίγουρα παράγει, αλλά το ζήτημα είναι τι ακριβώς εννοούμε με τον όρο «πολιτισμός». Οσο για τη «ρητορική ελληνικότητα», δεν ξέρω. Για μένα η ρητορική είναι κάτι πολύ σοβαρό, νομίζω μάλιστα ότι διάφορες πολιτικές και πολιτισμικές δυσκολίες του σημερινού κόσμου προέρχονται από το γεγονός ότι η ρητορική καταργήθηκε στα σχολεία και στα πανεπιστήμια.

  • Με ποια ταυτότητα οι Ελληνες περιέρχονται στον σύγχρονο κόσμο;

Με τον πολιτισμό τους. Ο οποίος όμως, όπως είπα παραπάνω, αποτελεί πρόβλημα (βέβαια για όλους, όχι μόνο για τους Ελληνες).

  • Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.

Γιατί με συγκινεί κι εμένα μια ελληνική λεπτομέρεια. Το πρέπει μου όμως δεν είναι ελληνικό: να αποδημήσουμε, να φύγουμε από την Ιταλία τώρα που μας καβάλησε ο κύριος Καναλάρχης. Καλύτερα στη ζούγκλα!

  • Ο Ελληνας ποιητής μου.

Ο Δημήτριος Βερναρδάκης, του οποίου τα κείμενα ήταν τα μόνα που είχα στη διάθεσή μου τότε που ζητιάνευα πορτοκάλια και ψωμί στους δρόμους της Αθήνας. Δεν ξέρω άλλον τραγικό ποιητή που να 'ναι τόσο κωμικός.

  • Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.

Στην Ελλάδα (αλλά και στην Κύπρο) δεν αισθάνομαι τουρίστας.

  • Η Οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη - ορίστε την.

Μια οδός που, αρχής γενομένης από τον 19ο αιώνα -δημιουργία του ελληνικού κράτους-, δυστυχώς ολοένα και συρρικνώνεται.

  • * Ο ελληνιστής Massimo Peri κατέχει την έδρα νεοελληνικών σπουδών στο πανεπιστήμιο της Padova. Πριν από μερικές εβδομάδες δίδαξε στην Eλλάδα, στο πλαίσιο των Σεμιναρίων Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού που οργανώνει το Ευρωπαϊκό Κέντρο Δελφών.

«Βγαίνουμε στον κόσμο με την ταυτότητα του Ψευδοευρωπαίου»

Nάνος Βαλαωρίτης

Της Αννας Γριμάνη, Η Καθημερινή

  • Η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;

Πιστεύω ότι είναι η συνείδηση ενός αισθήματος και το αίσθημα μιας συνείδησης. Είναι ιδεολόγημα όπως η βρετανικότητα, η βραζιλιανικότητα, η γαλλοφωνία, η ιταλικότητα κ.ο.κ. Τίποτα δεν είναι ποτέ καθαρά ελληνικό ή οτιδήποτε άλλο… Η καθαρότητα είναι ύποπτη. Ολοι οι ποιητές μας είναι υβρίδια και μάλιστα οι καλύτεροι: Κορνάρος, Χορτάτζης, Σολωμός και Κάλβος (ελληνοϊταλικοί), Καβάφης, Σεφέρης (αγγλογαλλο-ελληνικοί), Εμπειρίκος, Ελύτης, Εγγονόπουλος (κυρίως ελληνογαλλικοί), Καρυωτάκης, Ουράνης (ελληνογαλλικοί), Ροΐδης (ελληνοΐταλογαλλικός)… κ.ο.κ. Αυτό δεν τους εμποδίζει να είναι ελληνικοί, σε αίσθημα και συνείδηση. Το ίδιο ισχύει για τους εικαστικούς. Και τους πεζογράφους. Δεν υπάρχει τίποτα καθαρά ελληνικό ούτε στους αρχαίους, που είχαν επιρροές από την ανατολική αιγυπτιακή τέχνη, σκέψη και ποίηση… από την Μυκηναϊκή εποχή. Το ίδιο και για τις θρησκείες. Οι Λατίνοι ελληνίζουν κ.ο.κ. Αυτό δεν εμποδίζει να υπάρχουν τοπικισμοί που ισχύουν για όλες τις εθνότητες.

  • Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα.

Το ελληνικό γραμματόσημο με την κεφαλή του Ερμού. Η καλύτερη σειρά τυπωμένη στη Γαλλία.

  • Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.

Ο Μπολιβάρ ο «Ωραίος σαν Ελληνας...»

  • Αυτό που με χαλάει.

Η αδιαφορία για τα σημαντικά που βλέπω γύρω μου.

  • Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Ελληνας σήμερα;

Τεράστιο μειονέκτημα η σύγκριση με τους αρχαίους από την Αναγέννηση και πέρα.

  • Παράγει πολιτισμό ο Ελληνας της νέας εποχής ή μένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;

Ο λαϊκός πολιτισμός μας, για μένα, σταμάτησε να παράγεται με τα τελευταία δημοτικά τραγούδια, την ξυλογλυπτική, τα υφαντά - με τους αυτοδίδακτους Μακρυγιάννη, Ζωγράφο, Θεόφιλο και άλλους.

  • Με ποια ταυτότητα οι Ελληνες περιέρχονται στον σύγχρονο κόσμο;

Με την ταυτότητα του Ψευδοευρωπαίου…

  • Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.

Τα γιατί-πρέπει είναι φασιστικά… Απορρίπτονται αδίστακτα.

  • Ο Ελληνας ποιητής μου.

Ο Ομηρος, τα έχει όλα.

  • Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.

Η ελληνική γλώσσα.

  • Η οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη - ορίστε την.

Η Οδός Φιλελλήνων του Ανδρέα Εμπειρίκου.

  • * Ο Νάνος Βαλαωρίτης είναι ποιητής. Το «PADAIMONIUM» είναι το νέο του βιβλίο στα Αγγλικά, με μια επιλογή ποιημάτων του, πρόσφατα τυπωμένο στην Ουάσιγκτον από τις εκδόσεις Philos Press.

«Στην Ελλάδα σήμερα λίγοι παράγουν και πολλοί ρητορεύουν»

Μιλτιάδης Χατζόπουλος

Της Αννας Γριμάνη, Η Καθημερινή

  • Η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;

Kαι τα δύο, αλλά όχι για όλους. Ολοι οι Ελληνες έχουν ή, καλύτερα, αποκτούν το αίσθημα ότι είναι Ελληνες. Η συνείδηση, δηλαδή η «μετά λόγου γνώσις» της ελληνικότητας, απαιτεί άλλες διεργασίες που προϋποθέτουν εμπειρία της μη ελληνικότητας, της ξενικότητας, και σπουδή αυτογνωσίας. Οπως συμβούλευσε και ο Σωκράτης τον Αλκιβιάδη: «Και ψυχή ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν εις ψυχήν αυτή βλεπτέον».

  • Τι πιo μικρό ελληνικό αγάπησα.

Το ελεφαντοστέινο ανάγλυφο από τη νεκρική κλίνη του Αλεξάνδρου Δ΄ που ανακαλύφθηκε στη Βεργίνα και παριστάνει τον Πάνα, παίζοντας αυλό, να οδηγεί έναν άνδρα και μια γυναίκα, ίσως τον Διόνυσο και την Αριάδνη, στον γαμήλιο θάλαμο. Είναι κατά τη γνώμη μου η ωραιότερη απεικόνιση της χαράς του έρωτα, της αμοιβαίας καταφάσεως της ζωής.

  • Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.

Ο Παύλος Μελάς.

  • Αυτό που με χαλάει.

Η εικόνα του φυσικού και του ανθρώπινου περιβάλλοντος που αντικρίζω κάθε ημέρα χαλάει μέσα μου την εικόνα της Ελλάδας. Καταστροφή της Φύσης, καταστροφή της ιστορικής μνήμης σε όλες της τις μορφές (ιστορικοί τόποι, μνημεία, γλώσσα), αδιαφορία για το μέλλον είναι προϊόντα άκρατης ιδιοτέλειας και απουσίας πολιτικής αρετής, χωρίς την οποία η δημοκρατία είναι φάρσα.

  • Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Ελληνας σήμερα;

Ούτε προσόν ούτε μειονέκτημα, αλλά πρόκληση που δεν αντέχει τη μετριότητα.

  • Παράγει πολιτισμό ο Ελληνας της νέας εποχής ή μένει προσκολλημένος σε μία ρητορική ελληνικότητα;

Λίγοι παράγουν και πολλοί ρητορεύουν.

  • Με ποια ταυτότητα οι Ελληνες περιέρχονται στο σύγχρονο κόσμο;

Με τη σχιζοφρενική ταυτότητα του απογόνου του Αθηναίου Σωκράτη, του Βαλκάνιου Νταβέλη και του Λεβαντίνου Ρασταπόπουλου (Tintin). Στο χέρι καθενός είναι να επιλέξει το υπόδειγμα που τον εκφράζει.

  • Το ελληνικό μου «γιατί» και ένα «πρέπει» που πέταξα.

Το «γιατί» είναι το ερώτημα που γεννάει το «πρέπει» του αριστεύειν, που όσες φορές το πέταξα μετανόησα πικρά. Η απόκριση στο «γιατί»; Διότι διαφορετικά δεν αξίζει να ζούμε.

  • Ο Ελληνας ποιητής μου.

Ο Ανδρέας Κάλβος, για να αντιμετωπίζω σοβαρά τη ζωή, ο Κωνσταντίνος Καβάφης, για να μην αντιμετωπίζω τόσο σοβαρά τη σοβαρότητά μου και ο Οδυσσέας Ελύτης, για να χαίρομαι την Ελλάδα.

  • Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.

Γλώσσα και ελευθερία.

  • Η οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη - ορίστε την.

Η αριστεία. Χωρίς αριστεία, ένα μικρό έθνος σαν το ελληνικό δεν έχει ελπίδα αλλά ούτε και λόγο να επιβιώσει.

  • * Ο Μιλτιάδης Χατζόπουλος είναι ιστορικός, διευθυντής του Κέντρου Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Το τελευταίο του βιβλίο είναι «La Macedoine: Geographie Historique, Langue, Cultes et Croyances, Institutions».

«Δεν φοβάμαι τίποτα εκτός από τον πολιτιστικό αφανισμό μας...»

Στυλιανός Αντωναράκης

Της Αννας Γριμάνη, Η Καθημερινή
  • Η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;

Συνείδηση. Είναι γραμμένη στα κύτταρά μας και στον εγκέφαλό μας μέσω της παιδείας και της απορρόφησης της ιστορίας και του τωρινού περιβάλλοντός μας. Επιγενετική συνείδηση, όπως λέμε στη γλώσσα μας: ό,τι δηλαδή, καταγράφεται ανεξίτηλα και επιπρόσθετα από τις γενετικές μας καταβολές.

  • Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα.

Μετά την παράσταση της τραγωδίας στην Επίδαυρο, σταμάτημα στην παραλία και συζήτηση, κριτική του θεάματος με την οικογένεια, με φίλους και ένα πρόχειρο μεζέ. Και κάτι άλλο: η μυρωδιά του θυμαριού την πασχαλιάτικη νύχτα στο μοναστήρι.

Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα. Ενας κριτής του κόσμου, που μιλάει μια πολύτιμη γλώσσα.

  • Αυτό που με χαλάει.

Η ζυγαριά να είναι χαλασμένη και ο μαγαζάτορας να το ξέρει.

  • Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Ελληνας σήμερα;

Προσόν γιατί καταλαβαίνεις τον κόσμο με την οπτική της ιστορίας και την αίσθηση ότι «τα έχουμε ζήσει όλα» στο παρελθόν μας. Μειονέκτημα γιατί σήμερα η παραγωγή ιδεών και προϊόντων δεν είναι ανταγωνιστική.

  • Παράγει πολιτισμό ο Ελληνας της νέας εποχής ή μένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;

Εάν ο πολιτισμός παράγεται από άτομα, τότε αναμφισβήτητα άνθρωποι με ελληνική ταυτότητα συμμετέχουν στη δημιουργία του σύγχρονου κόσμου. Εάν ο πολιτισμός παράγεται από σύνολα ανθρώπων (κοινωνίες - κράτη) τότε, η τωρινή παραγωγή μας είναι πολύ μικρότερη από αυτή της ιστορίας μας.

  • Με ποια ταυτότητα οι Ελληνες περιέρχονται στον σύγχρονο κόσμο;

Δεν φοβάμαι τίποτα εκτός από τον πολιτιστικό αφανισμό μας.

  • Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.

Το γιατί: «Αμες δε γ' εσόμεθα πολλώ κάρρονες» (ο σπαρτιατικός όρκος τιμής). Το πρέπει που πέταξα: «τον ναρκισσισμό ότι είμαστε οι καλύτεροι».

  • Ο Ελληνας ποιητής μου.

Ολους τους Ελληνες ποιητές τους ευχαριστώ για τις ατέλειωτες ώρες ευτυχίας που μου χάρισαν. Πιο προσωπικά όμως, η δική μου ποιήτρια είναι η Γρηγορία μου και τα ανέκδοτα ποιήματά της, που έγραψε για μένα.

  • Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.

Η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, η αρχαία αγορά, η γλώσσα που διαβάζουμε στις στήλες του Κεραμεικού και που πλούτισε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Οι γονείς, οι Ελληνες πατέρες της Χριστιανοσύνης, η Θεσσαλονίκη του 1900, με Ελληνες, Μουσουλμάνους και Εβραίους, μια βόλτα στο πρώτο Νεκροταφείο, η ανατολή και το ηλιοβασίλεμα στο Αιγαίο.

  • Η οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη - oρίστε την.

Ενας δρόμος σε μια όχι και τόσο καλοδιατηρημένη συνοικία της πόλης του κόσμου. Από το ένα μέρος του δρόμου είναι η Ανατολή, ένα σουκ, με καφενεία, συζητήσεις, μυρωδιά από λιβάνι. Από το άλλο μέρος είναι η Δύση, στάση του μετρό, ipols και το κτίριο της Ολυμπιακής Επιτροπής. Ο κόσμος και στα δύο πεζοδρόμια πηγαινοέρχεται για τις δουλειές του - οι κανόνες συμπεριφοράς είναι διαφορετικοί στους δύο κόσμους. Αρχαία μνημεία κι εκκλησίες εδώ κι εκεί - τα μεν παραμελημένα με σκουριασμένη περίφραξη, οι δε σημαιοστολισμένες με παρωχημένες βυζαντινές σημαίες. Σκουπίδια στο δρόμο παντού, παρκαρισμένα αυτοκίνητα στα πεζοδρόμια, κτίρια κακόγουστα. Ο κόσμος κάποτε χαρούμενος, υπερήφανος, ξενόφοβος, χρεωμένος και ελάχιστα παραγωγικός. Το φορτηγό σταματημένο παράνομα, ξεφορτώνει πράγματα φερμένα από μακριά… ό,τι οι άνθρωποι θα καταναλώσουν με μανία.

  • * Ο δρ Στυλιανός Αντωναράκης είναι καθηγητής Γενετικής στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης και διευθυντής του τμήματος Γενετικής στο Νοσοκομείο της ίδιας πόλης.

«Ανήκω σε όσα αγαπώ, δικά μας και ξένα»

Mάνος Eλευθερίου

Της Αννας Γριμάνη, Η Καθημερινή

  • Η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;

«Πατρίδα σαν τον ήλιο σου ήλιος αλλού δεν λάμπει». Ούτε στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου! Το ποίημα του δημοτικού σχολείου μας μπουκώνει ακόμη με ζαχαρωτά. Ωστόσο η φυλή, έστω και με τα σωληνάκια, θαυματουργεί. Κάθε κάλπης και απατεώνας σεμνύνεται για τη ράτσα του. Οι πραγματικά σεμνοί σιωπούν. Πέρα απ' αυτά, τα σύμβολα του έθνους, ας πούμε σημαία και Εθνικός Yμνος, πάντα φέρνουν δάκρυα.

  • Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα.

Μάλλον είναι σπόρος φυτού. Πολλά χνούδια μαζί σχηματίζουν έναν «ήλιο». Ταξιδεύει στον αέρα. Αν δεν το πιάσεις με προσοχή, διαλύεται.

  • Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.

Ακόμη και πολλά καθάρματα στις πόλεις, θαυματούργησαν στην Αντίσταση. Οπως θαυματούργησαν τα «ειδικά» τάγματα ανεπιθύμητων Αριστερών, πρεζάκηδων και νταβατζήδων στα βουνά της Αλβανίας.

  • Αυτό που με χαλάει.

Αυτό το άσχημο και οδυνηρό που σχεδόν πάντοτε ακολουθεί κάτι πολύ σπουδαίο που μας συνέβη.

  • Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Ελληνας σήμερα;

Προσόν να ζεις μέσα στην Ελλάδα. Μειονέκτημα να αναγκάζεσαι να ζεις σε χώρες που σε θέλουν σκλάβο.

  • Παράγει πολιτισμό ο Ελληνας της νέας εποχής ή μένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;

Υπάρχουν ευτυχώς πολλές εστίες αντιστάσεως νέων, που δεν χαμπαριάζουν για τους ρήτορες και τους αυτόκλητους φύλακες κάθε κρυμμένης απάτης. Υπάρχουν ομάδες, ιδίως στην επαρχία, οι οποίες προσπαθούν τα ακατόρθωτα μέσα στην απομόνωσή τους και την έλλειψη κάθε συνδρομής.

  • Με ποια ταυτότητα οι Ελληνες περιέρχονται στον σύγχρονο κόσμο;

Οι περισσότεροι με πλαστά διαβατήρια. Χάσκουν όμως μπροστά στους κλεμμένους ελληνικούς θησαυρούς, τους οποίους, αν ήταν στην πατρίδα μας και στη φυσική τους θέση, θα τους είχαν χεσμένους.

  • Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.

Γιατί έπρεπε να πάμε στην Ουκρανία, στα 1919, να βοηθήσουμε στρατιωτικά τον Τσάρο για να αντιμετωπίσει την Επανάσταση των Μπολσεβίκων; Δεν είναι ένα το «πρέπει». Είναι πολλά. Και τα οποία δεν διαχειρίζεται μόνος του ένας πολίτης.

  • Ο Ελληνας ποιητής μου.

Πάρα πολλοί ποιητές στις ευτυχισμένες στιγμές τους.

  • Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.

Ανήκω σε όσα αγαπώ, δικά μας και ξένα.

  • Η οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη - ορίστε την.

Σημείωμα του ταχυδρόμου σε επιστροφή επιστολής: «Ανύπαρκτη οδός».

  • * Ο Μάνος Ελευθερίου είναι ποιητής και συγγραφέας. Το τελευταίο βιβλίο του «Ανθρωπος στο Πηγάδι» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο».

«Η ελληνική λεβεντιά διαρκεί όσο και οι παπαρούνες της άνοιξης»

Θάνος Βερέμης

Της Αννας Γριμάνη, Η Καθημερινή

  • Η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;

Ο συναισθηματικός κόσμος συγχρονίζεται με τη συνείδησή μας. Οι πρώτες μου αναμνήσεις χτίζονται πάνω σε γαλανόλευκες γιορτές, οβελίες και βεγγαλικά. Εικόνες, ήχοι, μυρουδιές και γεύσεις συνθέτουν την πιο εύφορη ηλικία της μνήμης μου. Αυτή η ελληνικότητα που «αισθηματοποιήθηκε ολόκληρη για μένα» θα με συνοδεύει, είτε το θέλω είτε όχι, ώς το τέλος του βίου μου.

  • Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα;

Το γλυκύτατο, εφήμερο ελληνικό έαρ.

  • Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.

Η λεβεντιά που διαρκεί όσο και οι παπαρούνες της ελληνικής άνοιξης.

  • Αυτό που με χαλάει.

Ο αυτισμός και η μετριότητα που εκτρέφουν χωρίς εξαίρεση τα πολιτικά μας κόμματα.

  • Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Ελληνας σήμερα;

Προσόν όταν αισθάνεσαι χαμένος στην ανωνυμία της παγκοσμιοποίησης, μειονέκτημα όταν μετέχεις στην καθημερινότητα της ελληνικής δημοσιοϋπαλληλικής γραφειοκρατίας.

  • Παράγει πολιτισμό ο Ελληνας της νέας εποχής ή μένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;

Η ρητορική ελληνικότητα παρηγορεί όσους δεν παράγουν πολιτισμό. Οι δημιουργοί δεν επικαλούνται την ελληνικότητα γιατί την ανακαλούν με το έργο και το παράδειγμά τους. (Ο Μόραλης, ο Σαββόπουλος, ο Βογιατζής, ο Κιτρομηλίδης, ο Τσούκας είναι μερικοί από αυτούς που ο καθένας με τον τρόπο του, παράγει πολιτισμό σήμερα). Με μια ισχυρή αντίληψη ταυτότητας την οποία πιστοποιεί αυτή η παμπάλαια μουσική της γλώσσας μας.

  • Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.

Ενα «γιατί» που είναι σήμερα στη σκέψη όλων: «Γιατί μέσα στη Σύγκλητο μια τέτοια απραξία; Τι κάθονται οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούν;» Θα πέταγα όλα τα «πρέπει» που παπαγαλίζουν τα παιδιά στα σχολεία και οι φοιτητές - πολιτευτές στα πανεπιστήμια. Τα «πρέπει» που ευθύνονται για την ξύλινη γλώσσα και την απουσία σκέψης στο δημόσιο λόγο.

  • Ο Ελληνας ποιητής μου.

Από τους τρεις μεγάλους ποιητές που ανακάλυψαν αργά τη γλώσσα μας και μαζί τη συνείδησή τους προτιμώ τον Αλεξανδρινό.

  • Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.

Οσο πιο γρήγορα αποβάλουμε τον κλεφταρματολικό αταβισμό μας και γίνουμε κοινωνία των πολιτών, τόσο πιο γρήγορα θα βρούμε τη λύτρωση από τον μετριοκρατικό, επαρχιωτικό και αδηφάγο αυτισμό μας.

  • Η οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη - ορίστε την.

Ο οδός που ακολουθούσαν ο Πλάτων, ο Γκρέκο, ο Κοραής, ο Ωνάσης. Η εσωτερική διαδρομή που γίνεται οδικός χάρτης για όλους τους ανθρώπους, διανοούμενους, δημιουργούς και εξερευνητές του κόσμου.

  • * Ο καθηγητής Θάνος Βερέμης είναι πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας.