Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνική ταυτότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνική ταυτότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Ποιοι πραγματικά είμαστε

  • ΤΟΥ ΤΙΤΟΥ ΠΑΤΡΙΚΙΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010
Η συζήτηση και οι συνακόλουθες αντιπαραθέσεις για την ελληνική ταυτότητα κρατούν, όπως ξέρουμε, από δω και πάρα πολλά χρόνια. Ομως η με ιδιαίτερη ένταση επαναφορά τους γίνεται κάθε που εμφανίζεται μια οξεία, και πολλαπλή, κρίση σ΄ αυτόν τον τόπο. Οπότε οι αντίπαλες θεωρητικές προσεγγίσεις, δηλαδή κατ΄ ουσίαν οι αντίπαλες πολιτικές και κοινωνικο-οικονομικές δυνάμεις τις οποίες εκφράζουν, δίνουν τη διαφορετική τους απάντηση. Οι συντηρητικές δυνάμεις δίνουν την αναχρονιστική τους απάντηση, οι προοδευτικές την εκσυγχρονιστική, και, από μιαν εποχή κι έπειτα, οι επαναστατικές τη δική τους ανατρεπτική απάντηση. Οι συντηρητικές απαντήσεις γρήγορα κρυσταλλώθηκαν σε στερεότυπα που η αμφισβήτησή τους χαρακτηρίστηκε από τους εκφραστές τους ως βαρύτατο, ακόμα και αντεθνικό, παράπτωμα, ενώ η διαιώνισή τους εξασφαλίστηκε με την καθιέρωση ενός πλέγματος φόβων και ενοχών, όπως θαυμάσια το έδειξε η Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου στο ύστατο βιβλίο της Οι φόβοι ενός αιώνα (2007).

Ωστόσο με τον καιρό παγιώθηκαν σε αντίδρομα, αλλά αντίστοιχα, στερεότυπα και οι άλλες απαντήσεις, κυρίως οι επαναστατικές, ή οι λεγόμενες επαναστατικές. Και αυτές δημιούργησαν ένα άλλο πλέγμα φόβων και ενοχών για όποιον έθιγε τις απόλυτες βεβαιότητές τους, και αυτών η αμφισβήτηση χαρακτηρίστηκε από τις δυνάμεις που ιερατικά τις εξέφραζαν ως βαρύτατο παράπτωμα, και μάλιστα αντεπαναστατικό.

Ετσι, κατά τη γνώμη μου, το πρόβλημα της ταυτότητας, ξεκινώντας από ιστορικό, πολιτικό ή ακόμα και υπαρξιακό, καταλήγει να γίνεται ιδεολογικό, με την έννοια που έδινε στην ιδεολογία ο νεαρός Μαρξ, δηλαδή όχι την κατανόηση της πραγματικότητας, αλλά την προβολή στην πραγματικότητα των προϋπαρχουσών ιδεών μας γι΄ αυτήν, τελικά την κίβδηλη συνείδηση. Γι΄ αυτό και νομίζω πως εκείνο που έχει σπουδαιότητα δεν είναι το τι ιδέα έχουμε για το ποιοι είμαστε αλλά το να είμαστε. Και δεν μπορούμε να είμαστε παρά μόνο αν παράγουμε πράγματα που να έχουν ταυτόχρονα αξία χρήσης και αξία ανταλλακτική, και μαζί να δημιουργούμε έργα που όμως αυτά να έχουν περισσότερο αξία χρήσης και λιγότερο αξία ανταλλακτική και εμπορευματική. Γίνεται όμως σήμερα αυτό; Ή μπορεί να γίνει; Δεν είμαι βέβαια αυτός που θα καταστρώσει σχετικά προγράμματα, που θα προτείνει συνταγολόγια ή έστω που θα διατυπώσει ευχολόγια.

Πάντως στον βαθμό που αυτό μπορεί να γίνει πιστεύω πως έναν καίριο ρόλο έχει να παίξει ο λόγος, στις πολλαπλές εκφράσεις του, την ιστορική, τη φιλοσοφική, τη δοκιμιακή, την ποιητική, την πεζογραφική, τη θεατρική.

Αλλιώς, όσο η κρίση συνεχίζεται, ή οξύνεται, τόσο το κενό που δημιουργείται θα καλύπτεται από έναν ασυγκράτητο και αχόρταγο καταναλωτισμό, συχνά καλυμμένο με το ένδυμα των συντεχνιακών διεκδικήσεων, και μαζί από μιαν εξίσου ασυγκράτητη και αχόρταγη ηδονιστική ψυχαγωγία, καλυμμένη με το ένδυμα της καλλιτεχνικής ή ακόμα και της λογοτεχνικής δημιουργίας. Και τόσο περισσότερο θα βολευόμαστε σ΄ έναν κόσμο όχι απλώς άρτου και θεαμάτων, αλλά αμβροσίας και show business, εξιδανικευμένου από κάθε λογής εικόνες περί της σπουδαίας και μοναδικής στον κόσμο ταυτότητάς μας.
  • Ο κ. Τίτος Πατρίκιος είναι ποιητής.

Πολιτογράφηση και πολιτισμική ενσωμάτωση των μεταναστών

ΤΟΥ Α.ΛΙΑΚΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Απορρίπτοντας το μεταναστευτικό νομοσχέδιο, o πρόεδρος της ΝΔ δήλωσε ότι «το πρόβλημα των νομίμων μεταναστών στην ελληνική κοινωνία δεν είναι απλά ζήτημα πολιτογράφησής τους. Είναι και θέμα ενσωμάτωσής τους στο σώμα και στον πολιτισμό της χώρας. Των ίδιων και, κυρίως, των παιδιών τους που γεννήθηκαν εδώ...». Ο στόχος του άρθρου αυτού δεν είναι αντιρρητικός. Ο κ. Σαμαράς θέτει ένα γενικότερο ζήτημα. Τη σχέση ανάμεσα στην ιδιότητα του πολίτη και στην κοινότητα μνήμης και εμπειρίας. Ας το συζητήσουμε εξετάζοντας αυτή τη σχέση, η οποία έχει δύο κατευθύνσεις.

▅ Κοινότητα μνήμης και κοινότητα πολιτών

Στην πρώτη, η ιδιότητα του πολίτη ή καλύτερα η κοινότητα των πολιτών απαιτεί επίσης μια κοινότητα βιωμένων ή αποκτημένων μέσω της εκπαίδευσης εμπειριών. Κάθε κοινότητα για να γίνει βιώσιμη χρειάζεται να αποκτήσει ένα ελάχιστο κοινό απόθεμα αναφορών. Αναγνώριση συμβολισμών, στοιχειώδεις κοινές γνώσεις, αποδοχή μιας βασικής δεοντολογίας, κάποιες κοινές στάσεις. Διαφορετικά πρόκειται για κοινότητες που απλώς συμβιώνουν στον ίδιο χώρο. Συμβίωση με εύθραυστη ανοχή στην καλύτερη περίπτωση, με αμοιβαία καχυποψία που μπορεί εύκολα να γίνει ανοιχτή εχθρότητα στη χειρότερη, χωρίς αλληλεγγύη σε κάθε περίπτωση. Ιστορικά, ο ρόλος των εθνικών κρατών, φορές συμμετοχικά, φορές αυταρχικά, ήταν να δημιουργήσουν από ανομοιογενή πληθυσμό ένα λαό. Ετσι δημιουργήθηκε και η σύγχρονη Ελλάδα, μέσα από μια διαδικασία που δεν έληξε τον 19ο αι., αλλά συνεχίστηκε και μετά το 1922, και στα μεταπολεμικά χρόνια. Αυτόν το ρόλο έπαιξε η συγκρότηση εθνικής ιστοριογραφίας και εθνικού αφηγήματος, η μεταβίβασή τους μέσω της εκπαίδευσης και η οργάνωση μιας ιστορικής κουλτούρας με σύμβολα, γιορτές και επετείους, μνημεία και μνημονικούς τόπους. Αλλά με τις μεταναστεύσεις της περασμένης εικοσαετίας το ζήτημα τίθεται εκ νέου. Κάθε κοινότητα και η κουλτούρα της ή ένα κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο; Και τι μεγέθους; Εκτεταμένο και παρεμβατικό, στοιχειώδες ή ανύπαρκτο; Τα ερωτήματα αυτά είναι σωστά αλλά ελλιπή, στο βαθμό που αφορούν μόνο την κατεύθυνση που βλέπει την κοινότητα μνήμης ως προϋπόθεση της κοινότητας πολιτών. Η δεύτερη κατεύθυνση λέει ότι η ιδιότητα του πολίτη είναι απαραίτητη για να υπάρξει κοινότητα μνήμης. Και όχι μόνο η ιδιότητα του πολίτη ως πραγματικότητα, αλλά η ιδιότητα του πολίτη ως προοπτική, ως προσδοκία και επιδίωξη. Γιατί όμως είναι απαραίτητη η προοπτική τού να γίνει κανείς πολίτης προκειμένου να αποκτηθεί ένα κοινό απόθεμα ιστορικών και μνημονικών αναφορών; Πρώτο, γιατί τα κίνητρα για να γνωρίσουμε το παρελθόν και οι αντιλήψεις μας γι΄ αυτό προϋποθέτουν κάποιες προσδοκίες για το μέλλον. Αν το μέλλον είναι σκοτεινό, επισφαλές, επικίνδυνο, τότε τις εικόνες, τις αντιλήψεις και τα συναισθήματα για το παρελθόν τις κατακλύζουν αισθήματα ματαιότητας, αντίδρασης, εκδίκησης και μηδενισμού. Αν στρέφουμε τα νώτα μας στο μέλλον, βλέπουμε το παρελθόν ως περιχαράκωση της ταυτότητάς μας, με αμυντικά ανακλαστικά. Οταν όμως βλέπουμε το μέλλον ως κοινό μέλλον με κάποια αισιοδοξία, το παρελθόν μας το σκεπτόμαστε ως ανοικτό, επικοινωνήσιμο και μεταφράσιμο αφήγημα. Εξάλλου, αν ο άλλος δεν σε σέβεται και δεν υπάρχει ελπίδα να σε αναγνωρίσει ως ισότιμο, γιατί να σεβαστείς και να εκτιμήσεις την ιστορία και τον πολιτισμό του; Αν ο άλλος δεν σου αναγνωρίζει τις δικές σου εμπειρίες, αν δεν εκτιμά τη γλώσσα, την κουλτούρα σου, αν αγνοεί την ιστορία σου, τότε γιατί εσύ θα εκτιμήσεις τη δική του; Αυτά επιτάσσουν το ελάχιστο δικαιοσύνης και συμμετοχής που είναι απαραίτητα για τη συμβίωση.

▅ Η αναγνώριση του διαφορετικού

Είναι ασφαλώς επιθυμητό όσοι ζουν σε αυτή τη χώρα, για να αποκτήσουν επικοινωνία και για να ζήσουν μια καλή ζωή, να μοιράζονται ένα ελάχιστο γλωσσικής ικανότητας, κοινών διανοητικών και συναισθηματικών αναφορών. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ιδρύσουμε θεσμούς διά βίου εκπαίδευσης ανοιχτούς, προσιτούς στους μετανάστες. Αλλά προϋποθέτει ευρύτερα μια πολιτισμική στάση που διακρίνεται από αμοιβαιότητα, αλληλοαναγνώριση, μετάφραση. Χρειάζεται η ικανότητα και η θέληση να εντάξουμε στον ιστορικό και πολιτισμικό μας ορίζοντα όχι μόνο τη δυνατότητα της ανάγνωσης και της αναγνώρισης του διαφορετικού, αλλά και να μπορούμε να μεταφράζουμε τις δικές μας εμπειρίες στους κώδικες των άλλων και τις δικές τους ιστορίες στους δικούς μας κώδικες. Εξυπακού εται χωρίς πλέγματα υπεροχής ή μειονεξίας, απαλλαγμένοι από αντιλήψεις για ανώτερους και υποδεέστερους πολιτισμούς.

Αν θέλουμε να είμαστε ταυτόχρονα ρεαλιστές και ανθρωπιστές, πρέπει να παραδεχτούμε ότι η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους μετανάστες που θα πολιτογραφηθούν και σε όλους εμάς τους υπόλοιπους, από την άποψη της ιστορικής συνείδησης και κουλτούρας, είναι ότι γι΄ αυτούς, ακόμα κι αν γεννήθηκαν εδώ, το τραύμα τού πώς έφυγαν από τις χώρες τους, κάτω από ποιες συνθήκες ήλθαν και επιβίωσαν ή εξακολουθούν να επιβιώνουν εδώ, είναι πρόσφατο, βιωματικό, επαναλαμβανόμενο. Αντίθετα σε εμάς τα μεγάλα συλλογικά τραύματα, του εμφυλίου και της προσφυγιάς, είναι πίσω από αρκετές δεκαετίες που ζήσαμε ειρηνικά και με σχετική άνεση. Εδώ, στην πληγή, θα πρέπει να βάλουμε τα δάκτυλά μας. Οχι να στριφογυρίζουμε το μαχαίρι με δηλώσεις όπως του προέδρου της ΝΔ για εγκύους που «θα έρθουν εδώ να γεννήσουν τα παιδιά τους για να νομιμοποιηθούν». Πρόκειται για αποστροφές όχι μόνο άσχετες με τη ζοφερή πραγματικότητα τού από πού φεύγει κανείς και πώς φτάνει, αλλά που προξενούν πόνο. Εν τέλει, λυπάμαι που το γράφω, απάνθρωπες.

▅ Τι είδους κοινωνία επιδιώκουμε

Δεν πρέπει να θεωρούμε αυτονόητο ότι τα γεγονότα της δικής μας ιστορίας και τα στοιχεία της κουλτούρας μας αποκτούν το ίδιο νόημα όταν μεταβιβάζονται σε ανθρώπους με διαφορετικό πολιτιστικό υπόβαθρο, γλωσσική και θρησκευτική παιδεία και διαφορετικά βιώματα. Αν άρουμε το αυτονόητο, θα εγκαταλείψουμε τον υπεροπτικό διδακτισμό. Ακόμη περισσότερο θα αναρωτηθούμε για τη νοηματοδότηση της ιστορίας, της εμπειρίας και του πολιτισμού μας όχι μόνο απέναντι στους ξένους που θα πολιτογραφηθούν, αλλά επίσης και ανάμεσα στις διαφορετικές ηλικιακές και κοινωνικές ομάδες που συγκροτούν την ελληνική κοινωνία, που δεν είναι καθόλου ενιαία όπως τη φαντάζεται ο επίσημος λόγος. Θα γίνουμε ενδεχομένως ικανοί να δούμε ότι το παρελθόν δεν είναι η αποστεωμένη και απολιθωμένη αποτύπωσή του στα μουσεία και στα βιβλία, αλλά μια ζωντανή κουλτούρα που πάλλεται καθώς διασταυρώνεται με τις εμπειρίες, τις σκέψεις, τις αγωνίες, τις ελπίδες του σώματος των πολιτών στο οποίο μετέχουμε, μέσα στις συγκεκριμένες πραγματικότητες που ζούμε. Οι προκλήσεις του σήμερα είναι μια ευκαιρία για σκεφτούμε πού θέλουμε να πάμε, τι είδους κοινωνία επιδιώκουμε. Να σκεφτούμε το παρελθόν με αφετηρία το μέλλον, κι όχι το μέλλον δεσμευμένοι από το παρελθόν.

Συμπερασματικά, για να δημιουργηθεί πολιτισμική κοινότητα χρειάζεται ισοπολιτεία και, κατά συνέπεια, συνείδηση πολίτη. Η συνείδηση του πολίτη και η ιστορική συνείδηση είναι χρησιμότερες από την έννοια της εθνικής ταυτότητας. Γιατί η εθνική ταυτότητα είναι παγιωμένη και κλειστή. Αντίθετα, η συνείδηση του πολίτη είναι ανοιχτή και δημιουργική και η ιστορική συνείδηση στοχαστική και ερευνητική. Το ζήτημα δεν είναι να απεμπολήσουμε την εθνική ταυτότητα, αλλά να την εντάξουμε στη συνείδηση του πολίτη, να την αναστοχαστούμε σε ένα περιβάλλον που αλλάζει και μεταβάλλεται. Να δώσουμε στα παιδιά μας τα εφόδια να ζήσουν δημιουργικά και χωρίς εσωτερικές συγκρούσεις με τη σύγχρονη, ευέλικτη και ευρύχωρη πολλαπλή ταυτότητα που εκ των πραγμάτων αποκτούν.
  • Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Διλήμματα και αδυναμίες

  • ΤΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΔΙΑΜΑΝΤΟΥΡΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010
Η διαχρονική διάσταση του ζητήματος προκύπτει άμεσα από τις κοινωνικές, πολιτικές αλλά και πολιτισμικές επιπτώσεις των ποσοτικά αλλά και, προϊόντος του χρόνου, ποιοτικά βαθιών αλλαγών στη δημογραφική σύνθεση της «Παλαιάς Ευρώπης», τις οποίες, ως έμμεσο προϊόν της πτώσης του κομμουνισμού και του τέλους του Ψυχρού Πολέμου, προκάλεσε το μεγάλο κύμα μετανάστευσης των τελευταίων δύο δεκαετιών. Χωρίς αμφιβολία, η απότομη ανατροπή των δημογραφικών τους δεδομένων αιφνιδίασε τόσο τις κοινωνίες όσο και τις πολιτικές τους ηγεσίες. Παράλληλα όμως επηρέασαν βαθιά τους μηχανισμούς μέσω των οποίων οι εμπλεκόμενες κοινωνίες διαπραγματεύονται και συγκροτούν την ταυτότητά τους.

Ειδικότερα για την ελληνική κοινωνία, η ανατροπή αυτή και η συμπιεσμένη μετάβαση από τη μέγιστη πολιτισμική ομοιογένεια που προέκυψε από την ανταλλαγή πληθυσμών την οποία επέβαλε η Συνθήκη της Λωζάννης σε μια εν πολλοίς πολυπολιτισμική πραγματικότητα, οι προκλήσεις αυτές, καθώς και τα πολιτικά και ηθικά διλήμματα που τις συνοδεύουν, υπήρξαν ιδιαίτερα αισθητές και σε γενικές γραμμές επώδυνες. Οι αντιδράσεις τις οποίες προκάλεσε η πρόσφατη δημοσιοποίηση του σχεδίου νόμου που αποσκοπεί στην προαγωγή της ουσιαστικής και αμοιβαία επωφελούς ενσωμάτωσης κατηγοριών μεταναστών στην ελληνική κοινωνία και πολιτεία, αναδεικνύουν με ενάργεια τα προβλήματα καθώς και τα διλήμματα αυτά. Ταυτόχρονα όμως καθιστούν επιτακτικό έναν νηφάλιο και ορθολογικό δημόσιο διάλογο ικανό να οδηγήσει στην υιοθέτηση δημόσιων πολιτικών που θα συμβάλουν στην ουσιαστική και μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση των διλημμάτων αυτών.

Κατ΄ ελάχιστον, ένας τέτοιος διάλογος οφείλει να λάβει υπόψη τις ακόλουθες κρίσιμες παραμέτρους: (α) σε ευθεία αντίθεση με τις δομικές αλλαγές που, από πλευράς πολιτικής, οικονομικής (παρά την τρέχουσα κρίση) και κοινωνικής, αλλά και της θέσης της στο διεθνές- ευρωπαϊκό σύστημα, έχουν καταστήσει την Ελλάδα του 2010 μια κοινωνία ποιοτικά διαφορετική από εκείνη του 1960, οι αλλαγές στο πολιτισμικό επίπεδο, που αφορούν νοοτροπίες, νοηματικούς χάρτες και στάσεις σχετικά με την ετερότητα, την ανοχή του «άλλου» κτλ.,

υστερούν εντυπωσιακά, (β) το «μεταπολιτευτικό» υπόδειγμα συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους, καθώς και η πελατειακή λογική που το στηρίζει αδυνατούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις για ορθολογική συγκρότηση και ανταγωνιστικότητα, (γ) η έντονη γήρανση του γηγενούς πληθυσμού δημιουργεί σοβαρά και μακροπρόθεσμα κοινωνικά, δημοσιοοικονομικά και πολιτικά προβλήματα, στα οποία η προτεινόμενη πολιτική λελογισμένης ενσωμάτωσης των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία μπορεί να δώσει μερική μεν, πλην όμως ουσιαστική και βιώσιμη απάντηση και, τέλος, (δ) η προϊούσα προσαρμογή της κοινωνίας μας στη λογική και στις αρχές που διέπουν τον νομικό πολιτισμό της Ευρωπαϊκής Ενωσης και γενικότερα την ευρωπαϊκή έννομη τάξη δημιουργεί σταδιακά αλλά και αδήριτα ένα πολιτισμικό περιβάλλον υποστηρικτικό της λογικής του σεβασμού της ετερότητας και της ανοχής του άλλου, το οποίο αναπόφευκτα επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η ελληνική ταυτότητα.

Ο κ. Νικηφόρος Διαμαντούρος είναι ο διαμεσολαβητής της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Ζήτημα συνείδησης

  • ΤΟΥ ΜΙΧ. ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Η ελληνικότητα ή, αν θέλετε, η ελληνική ταυτότητα είναι πρωτίστως η ελληνική συνείδηση. Αυτό είναι το κρίσιμο κριτήριο, που βέβαια δεν αποδεικνύεται εύκολα. Κατά τεκμήριο γεννιέται κανείς με την ελληνικότητα, αν γεννηθεί από έλληνες γονείς, οπότε βέβαια θα μεγαλώσει μαζί τους και θα βιώσει τη δική τους ελληνικότητα. Μπορεί όμως η ελληνικότητα να αποκτηθεί ανεξάρτητα από καταγωγή. Η συνείδηση δεν είναι θέμα γονιδίων ούτε θέμα τρόπου ζωής, ο οποίος άλλωστε πρέπει να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή του κάθε πολίτη.

Οταν ζει μόνιμα κανείς σ΄ αυτόν τον τόπο, μαθαίνει και μιλάει την ελληνική γλώσσα, όταν έχει εξοικειωθεί με το φυσικό και ανθρώπινο περιβάλλον της Ελλάδας και έχει ενταχθεί οικειοθελώς στην ελληνική κοινωνία, αναπτύσσεται και η ελληνική συνείδηση. Αν τα στοιχεία αυτά υπάρχουν και έχουν μια διάρκεια, δηλαδή αντέχουν στον χρόνο, η ελληνική Πολιτεία πρέπει να τα επικυρώνει, απονέμοντας την ελληνική ιθαγένεια σ΄ αυτούς που το επιθυμούν. Υπό τους ίδιους όρους αυτό πρέπει να πράξει η Πολιτεία με τους μετανάστες, ακόμη και της πρώτης γενιάς, εφόσον ζουν και εργάζονται νόμιμα στην Ελλάδα και θέλουν να γίνουν Ελληνες.

Αλλο είναι το θέμα του ελέγχου της παράνομης εισόδου ξένων στην Ελλάδα. Αυτή πρέπει, φυσικά, να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικότερα, όχι όμως με την άρνηση παροχής δικαιωμάτων ισότιμου πολίτη σ΄ εκείνους που το δικαιούνται, ως αντικίνητρο κατά της παράνομης μετανάστευσης (όπως έχει λεχθεί). Αυτό θα υποβίβαζε τον μετανάστη σε αντικείμενο άσκησης πολιτικής.

Το περιβάλλον όπου ζούμε και η γλώσσα που μιλούμε είναι ισχυρότερα στοιχεία για τη διαμόρφωση εθνικών συνειδήσεων από την (μάλλον ανύπαρκτη) «καθαρότητα» του αίματος. Από γενιά σε γενιά, πολλές φορές και μέσα στην ίδια γενιά, οι συνθήκες και οι συνειδήσεις μπορεί να αλλάζουν. Στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, δεν υπήρχε για τους Ελληνες άλλο κριτήριο για να ξεχωρίσουν από τους άλλους υπηκόους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας παρά η πίστη τους στον Χριστό και η ελληνική τους γλώσσα. Εύλογο τότε. Αυτό που σήμερα συνέχει και ενώνει όλους, αλλά όλους τους Ελληνες δεν μπορεί να είναι η πίστη τους στον Χριστό (αλλιώς θα καταργούσαμε τη θρησκευτική ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα), αλλά η ελληνική τους συνείδηση και, ως προς τις κοινωνικές τους σχέσεις, η υπαγωγή τους στο ελληνικό Σύνταγμα και τους ελληνικούς νόμους.

Βρίσκεται έξω από την πραγματικότητα αυτός που αναζητεί την ελληνικότητα σε κάτι ξεχωριστό· ξεχωριστό όχι απλώς με την έννοια της υπαρκτής διαφορετικότητας, αλλά σαν κάτι το υπέρτερο. Η ελληνικότητά τους είναι ελληνοκεντρισμός. Διακατέχονται από την έμμονη ιδέα της ελληνικής υπεροχής, της αποστολής μας ως περιούσιου λαού, που δεν την έχουν άλλοι λαοί κτλ. Πρόκειται για μια στρεβλή αγάπη προς την πατρίδα, η οποία επιπλέον μας εκθέτει και διεθνώς και τελικά ζημιώνει τα εθνικά μας συμφέροντα.

Ο κ. Μιχάλης Σταθόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η ελληνικότητα κινδυνεύει από εμάς

ΤΟΥ ΑΛΕΚΟΥ ΦΑΣΙΑΝΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Κάθε κάποια χρόνια, δεν μπορώ να προσδιορίσω πόσα ακριβώς, συμβαίνουν αλλαγές στην ταυτότητα ενός τόπου. Ομως, συνήθως, οι αλλαγές αυτές δεν επηρεάζουν σε βάθος την ουσία της ταυτότητας. Ετσι και οι αλλαγές που συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια, είτε ενδογενώς στην Ελλάδα, είτε εκείνες που είναι αποτέλεσμα εξωτερικών μεταβολών, δεν επηρεάζουν την ουσία της ελληνικής ταυτότητας, όσο κι αν τώρα που τις βιώνουμε μπορεί να μας φαίνεται αλλιώς. Οι αρχαίοι Ελληνες φορούσαν χιτώνες, οι αγωνιστές του ΄21 φουστανέλες, εμείς, σήμερα, φοράμε παντελόνια ευρωπαϊκού τύπου, αλλά δεν αλλάζουμε. Και δεν αλλάζουμε, επειδή ζούμε κάτω από το ίδιο φως, στο ίδιο κλίμα, αναπνέουμε τον ίδιο αέρα, χαιρόμαστε την ίδια φύση, κάνουμε τις ίδιες χειρονομίες. Τελικά, η ελληνικότητα γεννιέται κυρίως από τον τόπο που ζούμε και καθορίζεται από αυτόν και από τη γλώσσα, και γι΄ αυτό αργά ή γρήγορα θα ενταχθούν σε αυτή την ελληνικότητα κι όσοι ξένοι έρχονται να ζήσουν σε αυτόν τον τόπο. Πολλοί, που αγνοούν εντελώς την καθοριστική σημασία όλων αυτών, πιστεύουν αντίθετα ότι η ελληνικότητα βρίσκεται στην παράδοση που απειλείται από τις αλλαγές. Τους διαφεύγει ότι και η ίδια η παράδοση κα θορίζεται από τον τόπο και από το φως του. Αλλά, κυρίως, κάνουν το μεγάλο λάθος να ταυτίζουν τη διατήρηση της ελληνικότητας με τη μίμηση του παρελθόντος. Κι αυτό είναι ένα έγκλημα, που γεννά τέρατα. Η μίμηση του παρελθόντος, του αρχαίου, του βυζαντινού ή όποιου άλλου, είναι κάτι κακό και επικίνδυνο που κλείνει τη σκέψη μας, μας στερεί κάθε δυνατότητα να ανανεώσουμε κι εμείς την ελληνική ταυτότητα και να την παραδώσουμε ανανεωμένη στους επόμενους. Το παρελθόν μάς βοηθά όταν μαθαίνουμε από αυτό, όχι όταν το αντιγράφουμε.

Το ίδιο κακό γίνεται κι όταν αντιγράφουμε ξένα στοιχεία, όπως έκαναν οι έλληνες ζωγράφοι του 19ου αιώνα που πήγαν στο Μόναχο. Ζωγράφιζαν ελληνικά θέματα, αλλά σαν Γερμανοί. Αλλά το γερμανικό φως, ή μάλλον η γερμανική καταχνιά, που έμαθε τους Γερμανούς να φτιάχνουν αριστουργήματα, δεν έχει καμιά σχέση με το φως της Ελλάδας. Το ίδιο κι οι σκιές. Και, ξαφνικά, ανάμεσα στους γερμανοσπουδαγμένους «λόγιους» έλληνες ζωγράφους, από το πουθενά, ξεπετάχτηκε ένας Θεόφιλος, ένας ξυπόλυτος με μια λερή φουστανέλα, που εξέφρασε την αληθινή ελληνικότητα όσο κανένας άλλος... Εγώ, δουλεύοντας πάνω στη σκληρή αντίθεση της σκιάς και του φωτός του ελληνικού, συνεχίζω ακριβώς αυτή την παράδοση με νέο τρόπο. Κι έτσι σε όλον τον κόσμο άνθρωποι μου λένε ότι νιώθουν μέσα από τα έργα μου τη συνέχεια με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, χωρίς να ξέρουν το γιατί...

Σήμερα, την ελληνικότητα τη βλέπω ακόμα και στα αυθαίρετα. Στα σπίτια που χτίζονταν μέσα σε ένα βράδυ όπως όπως, με ό,τι ταπεινά υλικά υπήρχαν διαθέσιμα εκείνη τη στιγμή. Αντίθετα, δεν τη βλέπω καθόλου σε τερατώδη κτίρια στη Μύκονο ή σε άλλα νησιά, που μπορεί να κρατούν το λευκό χρώμα ή την πέτρα, αλλά που οι διαστάσεις, οι αναλογίες και οι όγκοι τους δεν έχουν καμιά σχέση με την αληθινή αρχιτεκτονική εκείνης της γης και την προσβάλλουν. Το Αιγαίο, που τώρα όλοι μιλούν γι΄ αυτό, δεν το ξέραμε, ο Ελύτης μάς το ΄μαθε, αλλά δεν το καταλάβαμε.

Ελληνικότητα δεν είναι να πηγαίνεις και να αντιγράφεις το παρελθόν σου. Ελληνικότητα είναι να μαθαίνεις από όλα αυτά, να τα κουβαλάς μέσα σου και να τα ξέρεις, αλλά, όπως ο Οδυσσέας, να κάνεις αυτό που αυτός εδώ ο τόπος σού ζητά. Να παίρνεις το ελληνικό και να το κάνεις παγκόσμιο. Εγώ τουλάχιστον αυτό προσπάθησα να κάνω όλα αυτά τα χρόνια. Και το είδα να γίνεται. Η αρχή της Οδύσσειας είναι η ελληνικότητα. Και γι΄ αυτό δεν κινδυνεύει από όλες τις αλλαγές. Αν κινδυνεύει η ελληνικότητα, κινδυνεύει μόνο από εμάς τους ίδιους...

Ο κ. Αλέκος Φασιανός είναι ζωγράφος.

Υπάρχει νέα εθνική ταυτότητα;

  • Του ΓΕΩΡΓΙΟΥ Π. ΜΑΛΟΥΧΟΥ, Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Αν και η ανάγκη είναι πρόδηλη, στην Ελλάδα η συζήτηση για την ταυτότητα δεν άνοιξε ακόμη, όπως λ.χ. συνέβη στη Γαλλία. Ποια είναι η νέα ελληνική ταυτότητα; Πώς επηρεάζεται από τις ευρύτατες μεταβολές; Πώς τη σφραγίζει η σημερινή παραγωγική γενιά και πώς θα την παραδώσει; Σε αυτά τα ερωτήματα τέσσερις προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών δίνουν τη δική τους απάντηση.

Εκείνο που επικράτησε ως ελληνική ταυτότητα από το 1960 και άντεξε ως τις μέρες μας δεν λειτουργεί πλέον με επάρκεια. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Εurostat, σήμερα ζουν στη χώρα μας πάνω από ένα εκατομμύριο μετανάστες. Το σχέδιο νόμου που ετοιμάζει η κυβέρνηση εκτιμάται ότι θα δώσει την ελληνική εθνικότητα σε περισσότερους από 250.000 μετανάστες, ενώ, το πιο σημαντικό, είναι ότι θα μετατρέψει το ευρωπαϊκού τύπου «δίκαιο του αίματος» σε αμερικανικού τύπου «δίκαιο του εδάφους», αφού τα παιδιά των μεταναστών που θα γεννιούνται στην Ελλάδα θα λαμβάνουν αυτόματα την ελληνική εθνικότητα. Το ζήτημα είναι τώρα πολύ πιο πολύπλοκο απ΄ ό,τι 20 ή 10 χρόνια πριν και λαμβάνει διαστάσεις πολυεθνικότητας που θυμίζουν περισσότερο τον 19ο παρά τον 20ό αιώνα, ενώ στις διαδικασίες ενσωμάτωσης ιδιαίτερα σημαντικός είναι και ο ρόλος των θρησκειών.

Πέρα όμως από το μείζον θέμα της απόδοσης ελληνικής εθνικότητας σε μετανάστες, υπάρχουν και άλλες πολύ σημαντικές διαστάσεις της διαμόρφωσης της ελληνικής ταυτότητας. Λ.χ., κατά τον Στέλιο Ράμφο «η Ελλάδα είναι η πρώτη ανατολική χώρα στην ιστορία που επιχείρησε να γίνει δυτική» και το γεγονός αυτό, μαζί με βάρη των μετεμφυλιακών χρόνων, έχει δημιουργήσει τεράστιες «ψυχικές εκκρεμότητες» οι οποίες προκαλούν ακόμη στρεβλώσεις. Ταυτόχρονα, η αρχή της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα βρίσκει τη χώρα σε συνθήκες αβεβαιότητας που όμοιά της δεν έχει βιώσει εδώ και πολύ καιρό. Σταθερές με τις οποίες ο τόπος πορεύτηκε επί δεκαετίες έχουν ανατραπεί. Εν τω μεταξύ, στη σκέψη ή στην τέχνη πολύ δύσκολα θα μπορούσε κανείς να πει ότι γεννιούνται νέα ρεύματα και τάσεις που δείχνουν διεξόδους και κατευθύνσεις σε οτιδήποτε, ενώ νέα ιδεολογία δεν παράγεται.

Ωστόσο η συζήτηση για την ελληνική ταυτότητα υπήρξε από την πρώτη στιγμή κατ΄ εξοχήν πνευματική. Οι ρίζες της φτάνουν ως τον Ομηρο, ενώ στον Θουκυδίδη και στον Ισοκράτη παίρνει πλέον ξεκάθαρη μορφή: Ελληνες είναι εκείνοι που μετέχουν στην ελληνική γλώσσα και Παιδεία και που οργανώνουν τις πόλεις τους με ελληνικούς θεσμούς. Με τον Μέγα Αλέξανδρο, η ελληνικότητα γίνεται οικουμενική. Στους βυζαντινούς χρόνους νέο κυρίαρχο στοιχείο της συζήτησης καθίσταται ο χριστιανισμός. Κατά την Επανάσταση του 1821 τη σφραγίζει ο νεοκλασικισμός του Αδαμάντιου Κοραή, ώσπου το 1835 ο Φαλμεράγερ αποφάσισε ότι οι νέοι Ελληνες... ουδεμία σχέση έχουν με τους αρχαίους. Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος τον ανασκευάζει. Στον 20ό αιώνα την επανακαθορίζει η Γενιά του ΄30. Ο Μεταξάς γελοιοποιεί την ελληνικότητα, όπως αργότερα και ο Παπαδόπουλος- εν τω μεταξύ, είχε μεσολαβήσει ένας Εμφύλιος... Τελικά, η δεκαετία του 1960 πετυχαίνει μια ιστορική συναίρεση: μέσα από το τραγούδι και το κοινωνικό πλάτος που αυτό προσφέρει και με πρωτοπόρο τον Μίκη Θεοδωράκη ο Επιτάφιος του Ρίτσου τραγουδιέται δίπλα δίπλα στο Αξιον Εστι του Ελύτη και στο Μυθιστόρημα του Σεφέρη από εκατομμύρια λαού και έτσι μια νέα πιο νέα συνθετική εκδοχή της ελληνικότητας, χωρίς να συζητείται πια τόσο πολύ, γίνεται ξαφνικά έννοια φυσική και αυτονόητη. Είναι ένα κίνημα που απλώνεται παντού: στην ποίηση, στη μουσική, στη λογοτεχνία, στη σκέψη, στη ζωγραφική, στην αρχιτεκτονική, στον κινηματογράφο...

Κυριακή 31 Μαΐου 2009

Σε αναζήτηση ταυτότητας

  • Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 31 Μαΐου 2009

  • Σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, όπως έλεγε ο Μαξ Βέμπερ, δεν υπάρχει άλλη πολιτική εκτός από την «παγκόσμια» πολιτική. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει μία και μοναδική πολιτική, αλλά σημαίνει αντίθετα ότι επιβάλλεται μια επιλογή ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτικές, που ορίζονται από διαφορετικούς στόχους, μέσα, συνθήκες, εμπόδια, «υποκείμενα» ή «βουλήσεις» και κινδύνους.
  • Η επιλογή ανάμεσα σε εναλλακτικές λύσεις είναι το πεδίο της πολιτικής. Το ερώτημα είναι επομένως: ποιες είναι οι εναλλακτικές λύσεις στις κυρίαρχες μορφές; Η Ευρώπη μπορεί να γίνει φορέας μιας «άλλης παγκοσμιοποίησης»; Και πώς;

*Το να μιλάμε για μιαν υποχρεωτικά παγκόσμια πολιτική δεν σημαίνει να αδιαφορούμε για τις συνθήκες και τα προβλήματα των προσώπων εκεί όπου ζουν ή όπου η ιστορία τα έχει τοποθετήσει. Σημαίνει να υποστηρίζουμε ότι η τοπική ιδιότητα του πολίτη έχει ως προϋπόθεση μιαν ενεργητική παγκόσμια ιδιότητα του πολίτη. Κάθε επιλογή που προσανατολίζει μια τοπική πολιτική στο οικονομικό, κοινωνικό, πολιτισμικό, θεσμικό πεδίο, προϋποθέτει μια «κοσμοπολιτική» επιλογή και αντίστροφα.

*Σήμερα στον κόσμο η Ευρώπη, παρά τις κάποιες διπλωματικές φιλοδοξίες, στερείται οποιασδήποτε πρωτοβουλίας. Δεν λείπουν τα παραδείγματα: από τη μεταρρύθμιση των Ηνωμένων Εθνών έως το Πρωτόκολλο του Κιότο, από τη ρύθμιση των διεθνών μεταναστεύσεων έως την επίλυση της κρίσης στη Μέση Ανατολή.

Το γεγονός ότι δεν υπάρχει μια ευρωπαϊκή παγκόσμια πολιτική συνεπάγεται το ότι δεν υπάρχει -ή αν υπάρχει είναι ελάχιστη- παγκόσμια πολιτική ούτε και εσωτερική πολιτική των ευρωπαϊκών εθνών που να προϋποθέτει πραγματικές εναλλακτικές λύσεις.

*Οι αιτίες αυτής της κατάστασης πρέπει να αναζητηθούν σε μιαν εξέλιξη των συσχετισμών δύναμης που κληρονομήθηκαν από την ιστορία και ενισχύθηκαν από την τωρινή συγκυρία. Αλλά αυτή η εξέλιξη -που προσδίδει στο «ευρωπαϊκό οικοδόμημα» έναν ρόλο καθαρά αντίδρασης και απλής προσαρμογής- δεν μπορεί να εξηγήσει τα πάντα. Χρειάζεται να προσθέσουμε την καταστροφική συλλογική ανικανότητα του μεγαλύτερου μέρους των ευρωπαϊκών πληθυσμών να φανταστούν εναλλακτικές πολιτικές, ανικανότητα που συνδέεται οργανικά με την αβεβαιότητα για την πολιτική ταυτότητα της Ευρώπης.

*Η οικοδόμηση της Ευρώπης ως ομοσπονδίας νέου τύπου συνεπάγεται, στην τωρινή κατάσταση, ορισμένες κατακτήσεις αλλά καμία δέσμευση. Ο «επεκτατικός» της χαρακτήρας δεν πρέπει να γεννάει αυταπάτες. Ή το ευρωπαϊκό οικοδόμημα θα βρει νέες βάσεις και νέους στόχους ή θα καταρρεύσει ακυρώνοντας για καιρό οποιαδήποτε δυνατότητα συλλογικής πολιτικής δράσης σε αυτό το μέρος του κόσμου.

*Η ευρωπαϊκή ταυτότητα αντιμετωπίζει ένα διπλό πρόβλημα. Από τη μια μεριά πρέπει να υπερβεί την εσωτερική διαίρεση ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, που μετατοπίζεται μέσα στον χρόνο, εκφράζεται με ανταγωνισμούς ανάμεσα σε «καθεστώτα» και «συστήματα» (όχι δίχως παράδοξα, όπως όταν ο «δυτικισμός» μετατοπίζεται στην Ανατολή ακολουθώντας το κύμα «επαναστάσεων» και «αντεπαναστάσεων») αλλά δεν εξαλείφεται.

*Από την άλλη μεριά, πρέπει να επιλέξει μεταξύ μιας Ευρώπης «κλειστής» (επομένως περιορισμένης) και μιας Ευρώπης «ανοιχτής» (που θα ήταν κάτι περισσότερο από μια Μεγάλη Ευρώπη, μια Ευρώπη των συνόρων που αναγνωρίζει την ιδρυτική της αλληλεπίδραση με τους μεγάλους χώρους, τον ευρωατλαντικό, τον ευρωασιατικό, τον ευρωμεσογειακό, τον ευρωαφρικανικό). Σε αυτό το επίπεδο τίθενται τα ζητήματα που σήμερα βρίσκονται σε εκκρεμότητα: το τουρκικό ζήτημα, το ρωσικό ζήτημα, το αγγλικό ζήτημα. Η Ευρώπη πρέπει να επινοήσει τη μεταβλητή γεωμετρία, μια πρωτόγνωρη στην ιστορία κρατική και διοικητική μορφή.

*Μπροστά στην παρακμή της αμερικανικής ηγεμονίας στον κόσμο (που είναι σχετική αλλά αμετάβλητη και επιταχύνθηκε από τη νεοσυντηρητική απόπειρα της αναστήλωσής της με τη βία) η Ευρώπη πρέπει να επιλέξει ανάμεσα σε δύο στρατηγικές που έχουν συνέπειες σε όλα τα πεδία της πολιτικής και της κοινωνικής ζωής: να αποτελέσει ένα από τα σημαντικά «μπλοκ ισχύος» που θα ανταγωνιστούν για ένα νέο μοίρασμα του κόσμου ή να αποτελέσει μιαν από τις «μεσολαβήσεις» που θα προσπαθήσουν να γεννήσουν μια νέα οικονομική και πολιτική τάξη, πιο εξισωτική και αποκεντρωμένη, ικανή να περιορίσει δραστικά τις συγκρούσεις, να καθιερώσει μηχανισμούς αναδιανομής, να εμποδίσει τις ηγεμονικές αξιώσεις.

*Ο πρώτος δρόμος οδηγεί στην αποτυχία (ακόμα και με το τίμημα μιας ολοκληρωτικού τύπου εξέλιξης, στην οποία θα μπορούσε να ωθήσει η επιδείνωση της ανασφάλειας, μια όψη της οποίας είναι και η τρομοκρατία). Ο δεύτερος παραμένει απίθανος όσο δεν υπάρχει μια ισχυρή συλλογική συνείδηση και πολιτική βούληση που θα συγκροτούν μια πλειοψηφική κοινή γνώμη στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

*Ανάμεσα στον «Βορρά», στον οποίο ανήκει η Ευρώπη, και στον «Νότο» δεν υπάρχει μόνο αλληλεξάρτηση, αλλά αληθινή αμοιβαιότητα στις δυνατότητες ανάπτυξης. Είναι αναγκαίο να το αναγνωρίσουμε και να το μετατρέψουμε σε πολιτικό σχέδιο. Αυτό το σχέδιο θα καθιστούσε δυνατή την αντιμετώπιση των συγκρούσεων συμφερόντων και πολιτισμών ανάμεσα σε «παλιούς» και «νέους», «νόμιμους» και «παράνομους», «κοινοτικούς» και «εξωκοινοτικούς» Ευρωπαίους.