Τετάρτη 7 Μαΐου 2008

Αποψη: Αποσιώπηση και ανακρίβειες [περί Μητσοτάκη και Αποστασίας]

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΠΕΠΟΝΗΣ*
Από τα κύρια χαρακτηριστικά της ομιλίας του κ. Κ. Μητσοτάκη είναι οι ανακρίβειες και η αποσιώπηση σημαντικών γεγονότων. Περιορίζομαι σε ενδεικτική αναφορά ορισμένων. Περιέγραψε τη ρήξη του βασιλιά με τον Γεώργιο Παπανδρέου ως συνέπεια της επιμονής του δεύτερου να αναλάβει το υπουργείο Εθνικής Αμυνας. Η αλήθεια είναι ότι από την πλευρά του βασιλιά η ρήξη ήταν προαποφασισμένη. Οπως έχει αποκαλύψει ο Αλέξης Παπαχελάς στο βιβλίο του «Ο βιασμός της Δημοκρατίας», βασισμένο σε απόρρητα έγγραφα υπηρεσιών των ΗΠΑ, ο βασιλιάς είχε εμπιστευθεί αυτή την πρόθεσή του στον πρεσβευτή των ΗΠΑ από την 25η Ιανουαρίου του 1965. Ο βασιλιάς όμως και οι ανακτορικοί χρειάζονταν τους αναγκαίους συνεργούς.
Χαρακτηρίζει ο κ. Μητσοτάκης τραγικό λάθος τη βιαστική ορκωμοσία πρωθυπουργού με δύο υπουργούς πριν ακόμα υποβάλει γραπτή παραίτηση ο Παπανδρέου τη νύχτα της 15ης Ιουλίου του ’65. Εκείνη η αριθμητικά γελοία σύνθεση θα είχε καταρρεύσει εάν δεν έσπευδαν, εκείνοι που έσπευσαν, να της προσφέρουν την αναγκαία συμπλήρωση. Αυτή η πρόθυμη συμμετοχή επέτρεψε στα Ανάκτορα να ορκίσουν τρεις διαδοχικές κυβερνήσεις έως ότου εξασφαλίσουν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, με τις μεθοδεύσεις που την εξασφάλισαν.

Ο κ. Μητσοτάκης υποστηρίζει ότι η απόφασή του συμμετοχής, στις κυβερνήσεις που σχημάτιζε ο βασιλιάς, υπαγορεύθηκε από την εκτίμηση ότι η ρήξη με τον Παπανδρέου οδηγούσε ευθέως προς τη δικτατορία. Δεν οδηγούσε ευθέως στη δικτατορία. Ευθέως οδήγησαν οι κυβερνήσεις της Αποστασίας οι οποίες κάλυψαν πολιτικά όλες τις αναγκαίες προετοιμασίες για το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Την απόδειξη την έχει προσφέρει, με αδιάψευστα στοιχεία, ο υφυπουργός Αμυνας του Παπανδρέου, ο Μιχάλης Παπακωνσταντίνου, μέλος αργότερα (1990) της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Στο βιβλίο του «Η Ταραγμένη Εξαετία» περιγράφει τη σταδιακή επαναφορά στο λεκανοπέδιο Αττικής των αξιωματικών που είχε διασκορπίσει επί κυβερνήσεως Γ. Παπανδρέου σε όλη την επικράτεια. Με αλλεπάλληλες μεταθέσεις, γράφει, ήρθαν στην Αθήνα απερίσπαστοι για συνωμοτική δράση τα αστέρια του πραξικοπήματος του 1967. Η Αποστασία δεν ήθελε βέβαια τη δικτατορία. Πειθήνια όμως στο βασιλιά και τους ανακτορικούς, έχοντας παραιτηθεί από κάθε σκέψη έστω και διαφωνίας μαζί τους, κάλυψε πολιτικά την προετοιμασία της δικτατορίας.

Επικαλείται ο κ. Μητσοτάκης την αντίθεση του «μικρού» υπουργικού συμβουλίου, εννοεί την κυβερνητική πολιτική επιτροπή, στην παραίτηση Παπανδρέου. Λησμονεί όμως το δημοσιευμένο από τα χρόνια της αποστασίας Πρακτικό της συνεδρίασης της 29ης Ιουνίου. Προέβλεψε ο Παπανδρέου ρητά το ενδεχόμενο ρήξης και κατέληξε με τη δήλωση ότι για το θέμα των Ενόπλων Δυνάμεων «…θα φτάσω μέχρι παραιτήσεως». Δεν προκύπτει από το Πρακτικό καμία προσπάθεια να τον μεταπείσουν. Αναφέρθηκε στην προοπτική διεξαγωγής εκλογών και στις κυβερνήσεις Παρασκευόπουλου και Κανελλόπουλου. Αποσιώπησε όμως τα Συμβούλια Στέμματος του 1965 και την επίμονη πρόταση του Παπανδρέου για τη διενέργεια εκλογών. Τότε, που δεν είχαν ακόμα μετατεθεί στην Αθήνα τα «αστέρια» του πραξικοπήματος. [Η Καθημερινή, 7/5/2008]

* Ο κ. Αν. Πεπονής είναι πρώην υπουργός.

Κυριακή 4 Μαΐου 2008

ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΛΕΒΙΝ: «ΜΗ ΦΟΒΑΣΤΕ ΤΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ»


ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ

Είναι πρόεδρος του Γέιλ από το 1993 και από τη θέση αυτή οδηγεί το κορυφαίο αμερικανικό πανεπιστήμιο στην τέταρτη εκατονταετία της λειτουργίας του, φιλοδοξώντας να το καταστήσει παγκόσμιο πανεπιστήμιο. Ο εξηντάχρονος καθηγητής Οικονομικών Ρίτσαρντ Λέβιν δεν διοικεί όμως μόνο το Γέιλ.

Στοχάζεται γενικότερα και για το μέλλον του πανεπιστημίου, όπως άλλωστε δείχνει ένα από τα τελευταία βιβλία του που έχει τίτλο «The work of the University». Λίγο προτού έλθει στην Αθήνα, στο πλαίσιο του προγράμματος «Great Ideas», ο δρ Ρίτσαρντ Λέβιν απάντησε, ηλεκτρονικά, στις ερωτήσεις μας για το πανεπιστήμιο και το μέλλον του, συμβάλλοντας έτσι στον διάλογο που γίνεται στη χώρα μας για το θέμα αυτό.

- Στην Ελλάδα η αξιολόγηση των πανεπιστημίων θεωρείται κάτι καινούργιο και ταυτόχρονα απειλητικό. Γιατί είναι σημαντική αυτή η διαδικασία;

«Η τρέχουσα αξιολόγηση των ακαδημαϊκών κριτηρίων και επιδόσεων ενός πανεπιστημίου μέσα από θεσμικές διαδικασίες, τόσο εσωτερικές όσο και εξωτερικές, όπως η πιστοποίηση, είναι σημαντική ώστε το πανεπιστήμιο να μπορεί να ανταποκρίνεται και να προσαρμόζεται συνεχώς στις γνωστικές ανάγκες των φοιτητών αλλά και στις αλλαγές των γνωστικών αντικειμένων. Εκπαιδεύοντας τους φοιτητές ώστε να αποκτήσουν κατάλληλες βασικές δεξιότητες και ενθαρρύνοντάς τους να σκέφτονται κριτικά και ανεξάρτητα είναι το κρίσιμο σημείο αν θέλουμε να συμβάλουμε στην ένταξή τους σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινότητα. Τα τμήματα και οι σχολές του Γέιλ αξιολογούνται τακτικά, ανά πέντε ή δέκα χρόνια, τόσο ως προς το περιεχόμενο των προγραμμάτων όσο και ως προς τη διδακτική προσέγγιση. Αξιολογείται επίσης το κατά πόσο τα προγράμματά μας συμβάλλουν στην πρόοδο της επιστήμης και της γνώσης».

- Βλέπετε διαφορές μεταξύ ευρωπαϊκών και αμερικανικών πανεπιστημίων;

«Τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια έχουν κάνει εξαιρετικά καλή δουλειά στο να ενθαρρύνουν την κινητικότητα των φοιτητών μεταξύ των χωρών. Για την εκπαίδευση στον 21ο αιώνα η διαπολιτισμική εμπειρία είναι καθοριστικό στοιχείο και τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια έχουν επιτύχει, με απλές και διαφανείς διαδικασίες, την ανταλλαγή φοιτητών και τη μεταφορά πιστωτικών μονάδων. Αυτό είναι το μεγάλο πλεονέκτημα του ευρωπαϊκού πανεπιστημίου σε σχέση με ό,τι προσφέρουν, σε αυτό το επίπεδο, τα περισσότερα αμερικανικά πανεπιστήμια. Από την πλευρά τους οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποφασιστική συμβολή στην επιστήμη και στην εισαγωγή των νέων τεχνολογιών, ως άμεσο αποτέλεσμα της έρευνας που γίνεται στα πανεπιστήμια. Η αμερικανική υπεροχή οφείλεται στο σύστημα χρηματοδότησης της έρευνας μέσω της αξιοκρατικής οικονομικής επιδότησης ερευνητών και ερευνητικών ομάδων. Για τις χρηματοδοτήσεις αποφασίζουν κορυφαίες επιστημονικές προσωπικότητες. Σύμφωνα με την έκθεση "The future of European Universities: Renaissance or Decay?" (Το μέλλον των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων: Αναγέννηση ή Παρακμή;) που υπογράφουν ο Ρίτσαρντ Λάμπερτ, γενικός διευθυντής της Συνομοσπονδίας των Βρετανικών Βιομηχανιών, και ο Νικ Μπάτλερ, επικεφαλής στρατηγικού σχεδιασμού της ΒΡ, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επενδύουν ελάχιστα στην έρευνα, κατακερματίζουν τους ελάχιστους οικονομικούς πόρους σε πάρα πολλά κέντρα και θεσμούς, αυξάνουν διαρκώς τον αριθμό των φοιτητών χωρίς να αυξάνουν τον αριθμό των καθηγητών και των διδασκόντων και αρνούνται να παραχωρήσουν στα πανεπιστήμια επαρκή αυτονομία. Για να αντιστραφεί αυτή η τάση οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πρέπει να κατευθύνουν περισσότερους πόρους προς τα μεγαλύτερα και καλύτερα πανεπιστήμια, επιτρέποντάς τους να αυξήσουν τα εισοδήματά τους με την επιβολή διδάκτρων, και να προσφέρουν οικονομική στήριξη σε όσους έχουν ανάγκη».

- Η παράδοση του δημοσίου πανεπιστημίου είναι πολύ ισχυρή στην Ευρώπη. Πέρυσι τα ελληνικά πανεπιστήμια είχαν καταληφθεί από τους φοιτητές τους, που αντετίθεντο στα σχέδια της κυβέρνησης να επιτρέψει την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων. Πρέπει να «φοβόμαστε» τα ιδιωτικά πανεπιστήμια;

«Τα ακαδημαϊκά ιδρύματα όλων των τύπων - ιδιωτικά και δημόσια - συμβάλλουν στην πολιτιστική και οικονομική ζωή αλλά και στην κίνηση των ιδεών σε μια χώρα. Τόσο τα ιδιωτικά όσο και τα δημόσια πανεπιστήμια μπορούν να γίνουν πηγές παράδοσης και νεωτερισμού και να υπηρετήσουν την πρόοδο ενός κράτους προσφέροντας εκπαιδευμένο προσωπικό, εκπαιδευμένα ηγετικά στελέχη για όλους τους τομείς της κοινωνίας και χρησιμεύοντας ως σημεία σταθερότητας που βρίσκονται πέρα από τους οικονομικούς και πολιτικούς κύκλους. Αντί να βλέπουμε λοιπόν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ως ελιτιστικούς θεσμούς ή ανταγωνιστικά προς τα δημόσια, είναι καλύτερο να βλέπουμε ότι προσφέρουν επιπλέον επιλογές στους φοιτητές και ότι λειτουργούν συμπληρωματικά προς τα δημόσια. Επομένως δεν υπάρχει κανένας λόγος να φοβόμαστε τα ιδιωτικά πανεπιστήμια».

- Ποιες είναι οι διαφορές μεταξύ ιδιωτικών και δημοσίων πανεπιστημίων στις Ηνωμένες Πολιτείες;

«Οι τεχνικές διαφορές μεταξύ ενός δημοσίου και ενός ιδιωτικού πανεπιστημίου στις ΗΠΑ έχουν σχέση με το πώς χρηματοδοτούνται και το πώς διοικούνται. Τα δημόσια πανεπιστήμια χρησιμοποιούν τις πολιτειακές κυβερνητικές επιχορηγήσεις για να χρηματοδοτήσουν μέρος του προϋπολογισμού τους. Και ως δημόσιοι θεσμοί είναι υπόλογα στην κυβέρνηση και στους φορολογουμένους της κάθε Πολιτείας. Διοικούνται από συμβούλια των οποίων τα μέλη ορίζονται από τις πολιτειακές κυβερνήσεις ή εκλέγονται με ανοιχτές διαδικασίες. Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν στηρίζονται στις κυβερνήσεις για τη χρηματοδότηση των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων τους (αν και λαμβάνουν κυβερνητικές επιδοτήσεις μέσα από ανταγωνιστικές διαδικασίες που έχουν σχέση με τη χρηματοδότηση της έρευνας) και διοικούνται από συμβούλια που συγκροτούνται χωρίς κρατική παρέμβαση.

Τόσο τα δημόσια όσο και τα ιδιωτικά πανεπιστήμια έχουν εξαιρετική σημασία για τις ΗΠΑ και οι αυστηρές διακρίσεις μεταξύ τους έχουν αρχίσει να αμβλύνονται. Σήμερα τα δημόσια πανεπιστήμια εκπαιδεύουν το 80% των 14 εκατομμυρίων προπτυχιακών φοιτητών. Επίσης εξαρτώνται λιγότερο από τις πολιτειακές χρηματοδοτήσεις. Για παράδειγμα, ένα από τα καλύτερα δημόσια πανεπιστήμια της χώρας, το Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, λαμβάνει από την Πολιτεία μόνο το 8% του προϋπολογισμού του. Για το υπόλοιπο αναζητεί άλλες πηγές.

Στη λειτουργία τους και στην αποστολή τους τα δημόσια και τα ιδιωτικά πανεπιστήμια στις ΗΠΑ έχουν περισσότερες ομοιότητες παρά διαφορές. Τα δημόσια πανεπιστήμια έχουν την υποχρέωση να είναι οικονομικώς προσβάσιμα στους καλύτερους φοιτητές κάθε Πολιτείας και να προσφέρουν ευρύτατη γκάμα ευκαιριών για επαγγελματική καριέρα. Αλλά και τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, με επικεφαλής το Γέιλ, είναι προσηλωμένα στην ιδέα της οικονομικής προσβασιμότητας και προσφέρουν γενναιόδωρες οικονομικές ενισχύσεις σε φοιτητές που έχουν ανάγκη και που διαφορετικά δεν θα μπορούσαν να φοιτήσουν σε αυτά τα ιδρύματα».

- Ο τίτλος της διάλεξής σας στην Αθήνα είναι «Η διεθνοποίηση του πανεπιστημίου». Τι εννοείτε με τον όρο internationalization;

«Στην τριακοσιοστή επέτειο του Γέιλ έχω βάλει στόχο να το κάνω ένα παγκόσμιο (global) πανεπιστήμιο. Στη διάρκεια του πρώτου αιώνα του το πανεπιστήμιο ήταν τοπικό. Στη διάρκεια του δεύτερου, περιφερειακό. Στη διάρκεια του τρίτου, ένα εξαιρετικό εθνικό πανεπιστήμιο. Τώρα, καθώς μπαίνουμε στην τέταρτη εκατονταετηρίδα της λειτουργίας μας, είναι αναγκαίο να γίνει ένα πραγματικά παγκόσμιο πανεπιστήμιο. Κάνουμε μεγάλες προσπάθειες για να το επιτύχουμε αυτό. Προσλαμβάνουμε διδακτικό προσωπικό και δεχόμαστε φοιτητές από όλον τον κόσμο, ώστε ο ένας να μαθαίνει και να διδάσκεται από τον άλλον. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι φοιτητές μας να είναι καλύτερα εξοπλισμένοι για να γίνουν πολίτες μιας παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας και να αντιλαμβάνονται τις προοπτικές από διαφορετικές οπτικές γωνίες, τόσο κρατικές όσο και περιφερειακές. Το διδακτικό μας προσωπικό διερευνά τις επιστημονικές πειθαρχίες σε παγκόσμιο επίπεδο και συνεργάζεται με συναδέλφους σε όλον τον κόσμο. Στους φοιτητές μας προσφέρουμε διεθνείς εμπειρίες που διευρύνουν την εκπαίδευσή τους και εξασφαλίζουμε τη δυνατότητα ώστε όλοι οι φοιτητές μας να επωφεληθούν από τις ευκαιρίες αυτές. Διεθνοποίηση σημαίνει ακόμη ότι το Γέιλ έχει παγκόσμια επιρροή εφόσον απόφοιτοί του είναι ηγέτες σε διάφορες χώρες, βοηθούν τη λύση προβλημάτων υγείας σε χώρες υπό ανάπτυξη ή είναι νομικοί σύμβουλοι οργανισμών και κυβερνήσεων».

- Ποια είναι σήμερα η μεγαλύτερη πρόκληση για το πανεπιστήμιο;

«Ο ρόλος του πανεπιστημίου έχει αλλάξει δραματικά τα τελευταία πενήντα χρόνια. Βασική μας αποστολή παραμένει το να εκπαιδεύουμε τους φοιτητές, το να διευρύνουμε τη γνώση, το να υπηρετούμε την κοινωνία με όλες μας τις δυνάμεις. Αυτή η αποστολή δεν έχει αλλάξει. Εκείνο που έχει αλλάξει είναι οι προσδοκίες που έχουν οι φοιτητές και η κοινωνία από το πανεπιστήμιο. Σήμερα ο κόσμος βρίσκεται σε μια αλληλεπίδραση και ένα πανεπιστημιακό πτυχίο δεν είναι αρκετό αν ο φοιτητής δεν έχει τις κριτικές δεξιότητες να λειτουργήσει σε έναν τέτοιον κόσμο. Πενήντα χρόνια πριν, τα πανεπιστήμια ήταν περίκλειστα, πιο απομονωμένα. Σήμερα πρέπει να χρησιμοποιήσουν το τεράστιο δυναμικό τους και να γίνουν περισσότερο κοινωνικώς στρατευμένα. Ενα παράδειγμα: το Γέιλ εφαρμόζει ένα καινοτόμο πρόγραμμα για τη μείωση των εκπομπών άνθρακα. Το 2020 το επίπεδο θα είναι κατά 10% χαμηλότερο απ' ό,τι ήταν το 1990».

«Η διεθνοποίηση των πανεπιστημίων» είναι ο τίτλος της διάλεξης που θα δώσει ο δρ Ρίτσαρντ Λέβιν μεθαύριο Τρίτη 6 Μαΐου, στο Ζάππειο, και την Τετάρτη 7 Μαΐου, στο Κολλέγιο Ανατόλια της Θεσσαλονίκης. Οι διαλέξεις πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του προγράμματος «Great Ideas», που διοργανώνεται για τα 60 χρόνια του Ιδρύματος Fulbright, με την αρωγή της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Αθήνα και τη χορηγία του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος».




[Το ΒΗΜΑ, 04/05/2008]

Η ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ

ΠΟΥ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Σ. ΚΑΤΣΙΚΑΣ, Β. ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ, Π. ΤΣΑΚΛΟΓΛΟΥ

Η αξιολόγηση είναι μέρος μόνο της διαδικασίας διασφάλισης ποιότητας στην ανώτατη εκπαίδευση. Σκοπός της είναι η καθιέρωση μιας ενιαίας προσέγγισης, σε πανελλαδικό επίπεδο, για την καταγραφή, την κατανόηση, και τη συστηματική αποτίμηση του έργου των Ακαδημαϊκών Μονάδων (τμημάτων ή σχολών) και, στη συνέχεια, των ιδρυμάτων στα οποία ανήκουν αυτές. Κύριος στόχος της είναι η ενίσχυσή τους στην επίτευξη της αποστολής τους. Σε διεθνές επίπεδο, τέτοιες διαδικασίες έχουν αναπτυχθεί σε πολλές χώρες εδώ και αρκετές δεκαετίες. Αλλά και στη χώρα μας η διαδικασία διασφάλισης ποιότητας δεν είναι άγνωστη.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 ως σήμερα έχει αξιολογηθεί, με δική του πρωτοβουλία, μεγάλος αριθμός τμημάτων και ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Σε θεσμικό επίπεδο η Ελλάδα υιοθέτησε διαδικασίες διασφάλισης ποιότητας της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τελευταία από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Με τον Νόμο 3374/05 θεσμοθετήθηκε (α) η διαρκής αξιολόγηση των Ιδρυμάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης με σκοπό τη διασφάλιση και βελτίωση της ποιότητας των προγραμμάτων σπουδών, της έρευνας, της διδασκαλίας και των λοιπών υπηρεσιών που παρέχονται από τα Ιδρύματα Ανώτατης Εκπαίδευσης στο πλαίσιο της αποστολής τους, και (β) η κοινωνική λογοδοσία ως θεμελιώδης παράγων της αυτοτέλειας των Ιδρυμάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης.
Με το ίδιο νομοθέτημα ιδρύθηκε η Ανεξάρτητη Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (ΑΔΙΠ), η οποία άρχισε να λειτουργεί τον Σεπτέμβριο του 2006. Σύμφωνα και με τη σχετική διεθνή πρακτική ο νόμος προβλέπει δύο στάδια: την εσωτερική αξιολόγηση (αυτοαξιολόγηση) και την εξωτερική αξιολόγηση. Η αυτοαξιολόγηση έχει ως σκοπό τη διαμόρφωση εκ μέρους της Ακαδημαϊκής Μονάδας κριτικής άποψης για την ποιότητα του επιτελούμενου έργου της, βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων, με στόχους: (α) την τεκμηριωμένη ανάδειξη των επιτευγμάτων της και των δυσκολιών που αντιμετωπίζει, (β) την επισήμανση σημείων που χρήζουν βελτίωσης, και (γ) τον προσδιορισμό ενεργειών βελτίωσης και ανάληψης σχετικών πρωτοβουλιών εντός και εκτός της Ακαδημαϊκής Μονάδας.
Αντιστοίχως η εξωτερική αξιολόγηση από έγκριτους εμπειρογνώμονες έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι συντελεί στην αντικειμενική αποτίμηση της ποιότητας της εκπαίδευσης της αξιολογούμενης ακαδημαϊκής μονάδας σε συνάρτηση με τη φυσιογνωμία, τους στόχους και την αποστολή της, αναδεικνύει καλές πρακτικές και αδυναμίες της Ακαδημαϊκής Μονάδας, υποστηρίζει εύλογα αιτήματά της και προτείνει μέτρα για βελτίωση της ποιότητας.

Μέχρι στιγμής πάνω από 110 Τμήματα Πανεπιστημίων και ΤΕΙ έχουν αρχίσει διαδικασίες εσωτερικής αξιολόγησής τους. Τα προβλήματα δεν είναι λίγα. Σε γενικότερο επίπεδο παρατηρείται έλλειψη κουλτούρας διασφάλισης ποιότητας, υπάρχει αντίσταση από οργανωμένες ή μη ομάδες συμφερόντων, όπως επίσης και κάποια ανασφάλεια και φόβος μπροστά στο νέο και άγνωστο. Το τελευταίο επιτείνεται από την παρατηρούμενη άγνοια των σχετικών διαδικασιών ή/και εσκεμμένη παραπληροφόρηση. Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί και η εύλογη αβεβαιότητα των εμπλεκομένων μερών ως προς τη χρήση των αποτελεσμάτων των αξιολογήσεων από την πολιτεία, κάτι για το οποίο δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη.

Παρά τις παραπάνω δυσκολίες τα αποτελέσματα της διαδικασίας διασφάλισης ποιότητας μπορεί να αποδειχθούν εξαιρετικά χρήσιμα από πολλές απόψεις και ιδιαίτερα (α) στη λήψη αποφάσεων από τις ίδιες τις Ακαδημαϊκές Μονάδες, (β) στη λήψη αποφάσεων σε επίπεδο ιδρύματος, (γ) στη λήψη αποφάσεων αρωγής από την πολιτεία, στον βαθμό που η ανάγκη τεκμηριώνεται μέσα από τη διαδικασία διασφάλισης της ποιότητας, και (δ) στην ενημέρωση όλων των ενδιαφερομένων μερών (φοιτητών, γονέων, εργοδοτών, κτλ.).

Ο κ. Σωκράτης Κάτσικας είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιώς, μέλος ΑΔΙΠ. Ο κ. Βασίλης Παπάζογλου είναι καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, μέλος ΑΔΙΠ. Ο κ. Πάνος Τσακλόγλου είναι καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος ΑΔΙΠ.



[Το ΒΗΜΑ, 4/5/2008]

Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

ΠΟΥ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

ΑΧ. ΜΗΤΣΟΣ

Η έρευνα, μαζί με τη διδασκαλία, είναι ο ένας από τους δύο πυλώνες του πανεπιστημίου. Ωστόσο, κατά πόσον η δημόσια χρηματοδότησή της επηρεάζεται από τις επικρατούσες νεοφιλελεύθερες θεωρήσεις των δημόσιων δαπανών που προβάλλουν δογματικά τον ισοσκελισμένο προϋπολογισμό ως τον απόλυτο στόχο, στερώντας ακόμα και από τις κατ' εξοχήν δαπάνες που αφορούν το μέλλον τη δυνατότητα συγχρηματοδότησής τους και από αυτό το μέλλον;

Το πρόβλημα είναι μείζον, διότι αν, σε αυτή την τάση περιορισμού των δημόσιων δαπανών και μεγάλου ανταγωνισμού μεταξύ των εναλλακτικών χρήσεων του δημόσιου ταμείου, διασωθεί η λεγόμενη «χρήσιμη έρευνα», τι θα γίνει με εκείνη την έρευνα που μάθαμε να χαρακτηρίζουμε «βασική», εκείνη δηλαδή που μπορεί να μην έχει ως άμεσο στόχο τη συγκεκριμένη χρήση της, αλλά η οποία μπορεί να αποδειχθεί σημαντικότερη μελλοντικά; Και η οποία - μην το ξεχνάμε - αποτελεί την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος της ποιότητας της διδασκαλίας. Γιατί δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η βελτίωση της ποιότητας του πανεπιστημίου περνάει από τη βελτίωση της ποιότητας της ασκούμενης έρευνας, σε όλους τους τομείς και σε όλα τα γνωστικά πεδία.

Πόσο μπορεί να συνυπάρξει εμπιστοσύνη στη «δυναμική της επιστήμης» και προώθηση της έρευνας περίπου ως αυτοσκοπού με την ανταπόκριση στις ανάγκες της ζήτησης της έρευνας, όπως αυτή εκφράζεται από τον παραγωγικό τομέα, αλλά και από την κοινωνία για τα δημόσια αγαθά στην υπηρεσία των οποίων τοποθετείται - την υγεία, το περιβάλλον;

Δεν είναι καινούργια η ανάγκη ισορροπίας μεταξύ «στοχευμένης έρευνας», έρευνας με συγκεκριμένη αποστολή και «ελεύθερης έρευνας». Οσο όμως και να αρνιόμαστε τη γραμμική σχέση έρευνας - τεχνολογίας - καινοτομίας, μήπως ήρθε η ώρα αναθέρμανσης του ενδιαφέροντος γύρω από την έρευνα αιχμής; Η τάση πάντως τόσο σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης όσο και σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες είναι η υποκατάσταση του μοντέλου της (κεντρικά) «προγραμματισμένης έρευνας» από το δίδυμο: Ερευνα που ζητούν η κοινωνία και η οικονομία και έρευνα που πηγάζει από την παλιά, γνωστή περιέργεια της ερευνήτριας και του ερευνητή.
Και έπειτα: Γιατί η επίκληση της ανάγκης ανταπόκρισης στη ζήτηση του παραγωγικού τομέα αντιπαρατίθεται στη δημόσια χρηματοδότηση της έρευνας; Γιατί η αντίθεση στη μείωση της δημόσιας χρηματοδότησης πρέπει να οδηγεί και σε αντίθεση στο μεγαλύτερο άνοιγμα και προς άλλες χρηματοδοτικές πηγές; Από πού κι ως πού το άνοιγμα του πανεπιστημίου προς την κατεύθυνση των ερευνητικών αναγκών της βιομηχανίας συνεπάγεται εγκατάλειψη της υποχρέωσης δημόσιας χρηματοδότησης της πανεπιστημιακής έρευνας; Αν μη τι άλλο, όσο περισσότερη και όσο πιο άριστη είναι η επιτελούμενη δημόσια έρευνα, τόσο ελκυστικότερο θα είναι το πανεπιστήμιο για την έρευνα του ιδιωτικού τομέα. Οχι μόνο δεν υπάρχει το περίφημο «crowding out» της ιδιωτικής έρευνας αλλά, αντίθετα, περισσότερη δημόσια οδηγεί και σε περισσότερη ιδιωτική έρευνα.

Πιο δύσκολο, και μεγαλύτερη πρόκληση για το πανεπιστήμιο, είναι το να συνταιριάξει τη θεμελιώδη υποχρέωσή του για ανοικτή και ελεύθερη προσπέλαση του συνόλου της κοινωνίας στα αποτελέσματα της έρευνας με την απαραίτητη εταιρική σχέση της μιας ή της άλλης μορφής ανάμεσα στο πανεπιστήμιο και στην επιχείρηση. Η χρήση και η εκμετάλλευση, έστω και πρόσκαιρα, των αποτελεσμάτων της έρευνας θέτει πράγματι σε κίνδυνο και συγκρούεται με την ανάγκη διάχυσής τους στην κοινωνία;

Οταν το ζητούμενο είναι - και ορθώς - η απεξάρτηση και η αυτονομία του πανεπιστημίου από την πολιτεία, χωρίς μείωση της χρηματοδοτικής ευθύνης της, δεν είναι δυνατό η αυτονομία αυτή να οδηγήσει σε μια άλλη εξάρτηση, εκείνη των ιδιωτικών συμφερόντων. Είναι πράγματι αδύνατο να υπάρξει ανταπόκριση στη ζήτηση από τον παραγωγικό τομέα, χωρίς αυτό να σημάνει και απώλεια ή έστω υπονόμευση της αυτονομίας του πανεπιστημίου;

Ο κ. Αχιλλέας Μητσός διετέλεσε γενικός διευθυντής Ερευνας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και είναι πρόεδρος του Παρατηρητηρίου Ερευνας και Διαλόγου για τα Ελληνικά Πανεπιστήμια.



[Το ΒΗΜΑ, 4/5/2008]

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ

ΠΟΥ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Δ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ

Το πρώτο συνέδριο του Παρατηρητηρίου Ερευνας και Διαλόγου για τα ελληνικά πανεπιστήμια διεξήχθη πριν από λίγες ημέρες στην Αθήνα. Στο συνέδριο μίλησαν έλληνες και ξένοι πανεπιστημιακοί καθώς και προσωπικότητες που συμβάλλουν στη χάραξη πολιτικής για την τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ευρώπη. Οι ομιλητές αναφέρθηκαν στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το δημόσιο πανεπιστημιακό σύστημα, παρουσιάστηκαν οι βέλτιστες πρακτικές και εναλλακτικές προσεγγίσεις στον ελληνικό και διεθνή χώρο και κατατέθηκαν ιδέες για τη μεταρρύθμιση και την ποιοτική αναβάθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης. Το συνέδριο αποτέλεσε μοναδική ευκαιρία για γόνιμο διάλογο και πραγματικό προβληματισμό πάνω στα καίρια προβλήματα και στις προοπτικές της Ανώτατης Παιδείας και έρευνας στη χώρα μας, όπως χαρακτηριστικά αποτυπώνονται και στα κείμενα που ακολουθούν.

Οι περιστάσεις της μεταρρύθμισης των ΑΕΙ είναι προβληματικές, με εξαίρεση το ότι μαζί με την Ελλάδα άλλες 45 χώρες της ευρωπαϊκής ηπείρου, από την Ισλανδία ως το Αζερμπαϊτζάν, επιχειρούν ταυτόχρονα κάποια μεταρρύθμιση στην ανώτατη εκπαίδευσή τους. Ωστόσο η εξωτερική πίεση για αλλαγή δεν αρκεί. Η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες με χαμηλή εμπιστοσύνη μεταξύ κράτους και πολιτών, πολιτική κουλτούρα πόλωσης και παράδοση πελατειακών σχέσεων. Γι' αυτό απαιτούνται πολλές προϋποθέσεις για τη μεταρρύθμιση.

Πρώτη προϋπόθεση είναι η παρουσία πολιτικής ηγεσίας που θα στηρίζεται α) σε μεγάλη πλειοψηφία ή β) σε ευρεία διακομματική συμμαχία ή γ) δεν θα επηρεάζεται από το πολιτικό κόστος (κυβέρνηση τεχνοκρατών). Ωστόσο τέτοιες οικουμενικές ή τεχνοκρατικές κυβερνήσεις δεν έχουν μεγάλη διάρκεια ή δεν απολαμβάνουν επαρκή νομιμοποίηση, αλλά έχουν προκύψει από πολιτική κρίση.

Δεύτερη προϋπόθεση είναι η τοποθέτηση ορισμένων από τις επιχειρούμενες αλλαγές έξω από το επίκεντρο του τρέχοντος κομματικού ανταγωνισμού. Η μεταρρύθμιση προφανώς θα έχει πολιτικό χρώμα αφού, έτσι και αλλιώς, θα προκρίνει κάποιες εκπαιδευτικές αξίες αντί άλλων και θα θίγει κάποια συμφέροντα. Τα κόμματα θα έπρεπε να ομονοήσουν για τη σημασία ορισμένων έστω αλλαγών, δίνοντας μια ανάσα στη συναίνεση.

Τρίτον, η κυβέρνηση θα έπρεπε να είναι σταθερά πρoσαvατoλισμέvη στον στόχο της και οι μεταρρυθμιστές να έχουν γνώσεις (γνωρίζοντας τι δοκιμάστηκε ήδη στο εξωτερικό και απέτυχε). Είναι αναγκαία η σταθερή σύvθεση της ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας και η υποστήριξή της από το κυβερvώv κόμμα.

Τέταρτον, χρειάζεται σχέδιο για το τι πρέπει vα αλλάξει, πότε και γιατί, με τη συvεργασία πoιωv από τους φορείς του εκπαιδευτικού συστήματος και εvαvτίov πoιωv από αυτούς.

Πέμπτον, αvτί για συνολική «επανίδρυση» των ΑΕΙ, φαίνονται αποτελεσματικότερες οι σταδιακές αλλαγές σε oρισμέvες όψεις του πανεπιστημιακού συστήματος. Η μεταρρύθμιση όλων των όψεων ταυτόχρονα ακούγεται ελκυστική, αλλά προκαλεί τη σύμπτωση αλυσιδωτών αντιδράσεων από την πλευρά του κομματικού συστήματος και από την πανεπιστημιακή κοινότητα. Επίσης, οι διοικητικές υπηρεσίες σπάνια ανταποκρίνονται σε δραστικές τομές. Συνήθως, τις δραστικές τομές ακολουθούν καταιγίδες αντιδράσεων ή παντελής ακινησία.

Εκτον, φαίνεται απαραίτητη η επιδίωξη συναινέσεων στο εσωτερικό του πανεπιστημιακού συστήματος, έτσι ώστε vα μη θίγovται όλοι μαζί οι εμπλεκόμεvoι. Ο κυβερνητικός αυταρχισμός στην επιβολή νέων μέτρων είναι κακός σύμβουλος. Το ίδιο και ο αυταρχισμός μερικών φοιτητικών παρατάξεων. Η συναίνεση είναι δρόμος διπλής κατευθύνσεως.

Εβδομον, απαιτείται η αvαζήτηση εξωπανεπιστημιακής υποστήριξης από κoιvωvικά στρώματα τωv oπoίωv τα συμφέρovτα πρoωθoύvται από τη μεταρρύθμιση. Η συμμετοχή κοινωνικών φορέων στον σχεδιασμό μέτρων πολιτικής είναι απαραίτητη στον βαθμό που δημοκρατία σημαίνει διαβούλευση. Πόση αντίσταση θα μπορούσαν να προβάλουν όσοι πανεπιστημιακοί φορείς τυχόν απέρριπταν «κάθετα» μια ρύθμιση, αν η υπόλοιπη κοινωνία ήταν υπέρ αυτής της ρύθμισης; Χρειάζονται ανοικτές διαδικασίες για να εμπλακούν και μη πανεπιστημιακοί φορείς στη μεταρρύθμιση.

Τέλος, χρειάζεται κατάλληλο πολιτικό κλίμα, το στίγμα του οποίου δίνει όποιος έχει την πολιτική ευθύνη της μεταρρύθμισης. Κινήσεις όπως αφενός επίκληση στην ανάγκη εκσυγχρονισμού των πανεπιστημίων και αφετέρου ίδρυση σχολών ή κατανομή νέων φοιτητών στα ΑΕΙ με πελατειακά κριτήρια εξανεμίζουν το όποιο κοινωνικό κεφάλαιο των μεταρρυθμιστών.

Συνοπτικά, η μεταρρύθμιση των ΑΕΙ απαιτεί χρόνο και σχέδιο, συμμαχίες εντός και εκτός πανεπιστημίου. Η μεταρρύθμιση είναι εφικτή, αλλά χρειάζεται υπομονή γιατί προς το παρόν δεν έχει σχέδιο και θα κρατήσει πολύ.

Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.



[Το ΒΗΜΑ, 04/05/2008]

ΕΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ Ο ΣΙΣΥΦΟΣ;

ΠΟΥ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Φ. ΚΑΦΑΤΟΣ
Το πρώτο συνέδριο του Παρατηρητηρίου Ερευνας και Διαλόγου για τα ελληνικά πανεπιστήμια διεξήχθη πριν από λίγες ημέρες στην Αθήνα. Στο συνέδριο μίλησαν έλληνες και ξένοι πανεπιστημιακοί καθώς και προσωπικότητες που συμβάλλουν στη χάραξη πολιτικής για την τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ευρώπη. Οι ομιλητές αναφέρθηκαν στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το δημόσιο πανεπιστημιακό σύστημα, παρουσιάστηκαν οι βέλτιστες πρακτικές και εναλλακτικές προσεγγίσεις στον ελληνικό και διεθνή χώρο και κατατέθηκαν ιδέες για τη μεταρρύθμιση και την ποιοτική αναβάθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης. Το συνέδριο αποτέλεσε μοναδική ευκαιρία για γόνιμο διάλογο και πραγματικό προβληματισμό πάνω στα καίρια προβλήματα και στις προοπτικές της Ανώτατης Παιδείας και έρευνας στη χώρα μας, όπως χαρακτηριστικά αποτυπώνονται και στα κείμενα που ακολουθούν.

Η ανώτατη παιδεία στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη χώρα μας βρίσκεται μπροστά σε τρεις προκλήσεις: Βεβαίως, πρέπει να ανταποκριθεί στο αίτημα της κοινωνίας για απρόσκοπτη πρόσβαση και ίσες ευκαιρίες στη γνώση για όλους, ανεξάρτητα από κοινωνική προέλευση και εισόδημα. Δεύτερον, είναι απαραίτητο να εγγυηθεί υψηλή ποιότητα στη μετάδοση γνώσης και στην κατάρτιση των νέων. Τρίτον, χρειάζεται ριζική ενδυνάμωση στην παραγωγή νέας γνώσης μέσα από την επιστημονική έρευνα τόσο στα πανεπιστήμια όσο και στα ερευνητικά ιδρύματα. Ερευνα που δεν αποτελεί απλή ενασχόληση των επιστημόνων, ούτε «δικαίωμα» ή «υποχρέωση» των πανεπιστημιακών για εμπλουτισμό του βιογραφικού τους. Ερευνα-καίριο κόμβο του αποκαλούμενου τριγώνου της γνώσης (εκπαίδευση - έρευνα - καινοτομία). Τούτο έχει πλέον κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη του πολιτισμού και της οικονομίας η οποία, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, στηρίζεται στη γνώση.

Πώς μπορεί το πανεπιστήμιο να ανταποκριθεί ταυτόχρονα και στις τρεις προκλήσεις; Η εμπειρία της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας πείθει ότι από την απάντηση στο ερώτημα αυτό θα εξαρτηθεί η απόδοση της κάθε χώρας στον παγκόσμιο συναγωνισμό.

Ως επακόλουθο της κρατικής (και όχι απλώς δημόσιας) φύσης των, τα ελληνικά πανεπιστήμια πάσχουν από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό του συγκεντρωτικού ελληνικού κράτους - από ισοπεδωτική μονοτυπία («ένα μέγεθος κάνει για όλους»). Πάσχουν από τη διαστρέβλωση του ασύλου των ιδεών σε άσυλο βίας και ανομίας. Πάσχουν ακόμη από φαινόμενα ευνοιοκρατίας και προσωποκρατίας (η Εδρα καταργήθηκε με τον νόμο-πλαίσιο του 1982, αλλά οι εξουσίες της αναβιώνουν πολύ συχνά μέσα από τους πανεπιστημιακούς τομείς). Πάσχουν, τέλος, από την απουσία παράδοσης για αυτοαξιολόγηση και αντικειμενική πιστοποίηση της ποιότητας. Ζώντας τώρα στην Αγγλία συνειδητοποίησα πόσες χιλιάδες έλληνες φοιτητές καταφεύγουν στα εκεί καλά και δύσκολα πανεπιστήμια για να κερδίσουν όχι το χαρτί (πτυχίο ή δίπλωμα εξειδίκευσης) αλλά την ουσιαστική παιδεία που αποτελεί το μόνο νόμισμα που μετρά. Η αφειδής εκτύπωση χαρτονομίσματος οδηγεί στον πληθωρισμό. Η παροχή πτυχίων από ιδρύματα που κινδυνεύουν να μετατραπούν σε εξεταστικά κέντρα θα υπονομεύσει αργά ή γρήγορα την αναγνώρισή τους.

Η έρευνά μας επίσης εμφανίζει προφανή προβλήματα: υποχρηματοδότηση, ελλιπείς υποδομές, απουσία τακτικών εθνικών προκηρύξεων για συναγωνιστική χρηματοδότηση ερευνητικών προγραμμάτων, κρατική μικροδιαχείριση και, τέλος, έλλειψη συνεργασίας και συνέργειας μεταξύ ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων (με μόνη ίσως εξαίρεση το παράδειγμα ΙΤΕ - Πανεπιστημίου Κρήτης). Προβλήματα που οδηγούν σε χρόνια, μη αναστρέψιμη μετανάστευση σημαντικού ερευνητικού δυναμικού και αδυναμία προσέλκυσης ερευνητών, Ελλήνων και ξένων.

Γενναίες αλλαγές στο θεσμικό και οργανωτικό πλαίσιο της παιδείας και της έρευνας είναι απαραίτητες στη χώρα μας. Αποτελούν προϋπόθεση για να γίνουμε ανταγωνιστικοί στην παγκοσμιοποιούμενη κοινωνία της γνώσης. Οι αλλαγές θα πρέπει να είναι βαθμιαίες αλλά ριζικές και να διαπνέονται από τις αρχές της αξιοκρατίας, της διαφάνειας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Θα απαιτήσουν τη συνειδητοποίηση του τι διακυβεύεται, και επιτέλους διακομματική συναίνεση.

Η Ευρώπη αποτελεί μοναδικό παράδειγμα ενοποιούμενου πολιτικού χώρου με εθνική πολυτυπία: κάθε ευρωπαϊκή χώρα προσπαθεί, και σε διαφορετικό βαθμό επιτυγχάνει, να απαντήσει στις προκλήσεις του νέου αιώνα με τον δικό της τρόπο. Εμείς ως τώρα αναλωνόμαστε πρωτευόντως στα δευτερεύοντα: με ποιο βάρος και τι τρόπο θα ψηφίζουν οι φοιτητές για πρυτάνεις και προέδρους, με τι μηχανισμούς θα εκλέγονται οι καθηγητές (ίδιους σε όλα τα ιδρύματα). Είναι απαραίτητο να διδαχθούμε από τη διεθνή εμπειρία. Η Ελλάδα είναι χώρα μοναδική στον κόσμο που ορίζει με συνταγματική διάταξη έναν (και μόνο έναν) τύπο πανεπιστημίου. Σπάνια χώρα, που δεν έχει πάγιο εθνικό προϋπολογισμό για χρηματοδότηση συναγωνιστικής έρευνας και που δεν επιτρέπει ισότιμη συμμετοχή αξιόλογων ερευνητών από ερευνητικά ιδρύματα στη μεταπτυχιακή έρευνα. Υπάρχει ακόμη καιρός να δούμε το δάσος. Αλλά όχι πολύς. Οι πολιτικές μας δυνάμεις πρέπει να καταλάβουν ότι η συναίνεση για την αναδιάρθρωση της ανώτατης παιδείας και της έρευνας είναι αδήριτη ανάγκη και όχι επιλογή. Οσο αργότερα επιτευχθεί τόσο ακριβότερα θα πληρώσουμε την καθυστέρηση.

Ο κ. Φώτης Κ. Καφάτος είναι πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ερευνας.

[Το ΒΗΜΑ, 4/5/2008]

ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΘΕΤΗΣ ΠΑΡΑΤΑΞΗΣ

Από τη σκοπιά της αντίθετης παράταξης

Μετά τον πρώτο γύρο επανανάγνωσης του φαινομένου Κωνσταντίνου Καραμανλή με αφορμή τα 10 χρόνια από το θάνατό του, μια πρόσθετη σειρά καταθέσεων ανοίγει σήμερα, με τον Αναστάση Πεπονή. Ο οποίος ήρθε σε επαφή με την πολιτική παρουσία του Καραμανλή ήδη τη δεκατία του ’60…

Από τη σκοπιά του πολίτη του τοποθετημένου στην αντίπαλη παράταξη και μάλιστα εθελοντικά στρατευμένου στον Ανένδοτο Αγώνα του 1961-1963 με ηγέτη τον Γεώργιο Παπανδρέου, η πολιτική πορεία του Κωνσταντίνου Καραμανλή σημαδεύεται από μία τομή. Είναι ο Καραμανλής της περιόδου από το 1955, όταν διαδέχθηκε ως πρωθυπουργός τον Αλέξανδρο Παπάγο έως το 1963. Και είναι και ο Καραμανλής της περιόδου από το 1974 έως και τη δεύτερη θητεία του στην Προεδρία της Δημοκρατίας.
Εχω ακούσει από τον προσωπικό φίλο του και βιογράφο Παύλο Τζερμιά ότι ο ίδιος δεν αποδεχόταν πως άλλος ήταν όταν έφυγε από την Ελλάδα το 1963 και διαφορετικός επέστρεψε το 1974. Ασφαλώς η προσωπικότητα ήταν η ίδια, αλλά ο ρόλος που ανέλαβε και αποφάσεις του κρίσιμης σημασίας διαμόρφωσαν μια εικόνα πολύ διαφορετική σε σύγκριση μ’ εκείνη που είχε αφήσει το 1963. Ετσι διαφοροποιήθηκε και η αντιμετώπισή του από μεγάλη μερίδα των αντίπαλων παρατάξεων.
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε κληρονομήσει από την κυβέρνηση Παπάγου το κράτος που και εμείς οι κεντροαριστεροί και οι κεντρώοι το αντιμετωπίζαμε -και έτσι το θυμόμαστε πάντα- ως «κράτος της Δεξιάς». Δεν το άλλαξε, ή διότι δεν το ήθελε ή επειδή δεν το μπορούσε. Ο ηγετικός πυρήνας αυτού του κράτους έδρευε στα βασιλικά ανάκτορα. Ομως με αυτόν τον πυρήνα, που τον είχε επιλέξει το 1955 ως πρωθυπουργό και τον υπέδειξε έτσι ως αρχηγό της δεξιάς, συγκρούστηκε ο Καραμανλής το 1963. Η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι εκείνη η σύγκρουση συνέβαλε καθοριστικά και προετοίμασε τις αποφάσεις και την πολιτική του Καραμανλή ως πρωθυπουργού της Μεταπολίτευσης.
Υποστηρίζω ακόμη ότι το ερώτημά του «ποιος κυβερνά αυτή τη χώρα», που το είχε προκαλέσει η δολοφονία του βουλευτή της Αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη, εξέφραζε και μια παραδοχή.Οι θεσμοί που μας εξασφαλίζουν σήμερα την ομαλή λειτουργία της Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας συνδέονται άρρηκτα με τον πρωθυπουργό Καραμανλή των δύο πρώτων χρόνων (1974-1975) της Μεταπολίτευσης. Δεν αναφέρομαι μόνο στο Σύνταγμα του 1975, όπως το τροποποίησε η Αναθεώρηση του 1985-86, αλλά σε κρίσιμες και αποφασιστικές πρωτοβουλίες του από τις πρώτες κιόλας μέρες της επιστροφής του στην Ελλάδα.
Είναι η απόφασή του να επαναφέρει σε ισχύ, για μια μεταβατική περίοδο, το Σύνταγμα του 1952, με την εξαίρεση των διατάξεων που καθόριζαν ως μορφή του πολιτεύματος, τη βασιλεία. Υπό τις τότε συνθήκες ήταν μια απόφαση τολμηρή, που άνοιξε το δρόμο για ένα αδιάβλητο δημοψήφισμα και για την ολοκλήρωση της Μεταπολίτευσης, με την κυριολεξία του όρου. Με αυτό το δημοψήφισμα λύθηκε οριστικά το πολιτειακό και απαλλάχθηκε η Ελλάδα από μια δυναστεία, που τα περισσότερα χρόνια της είχαν συνδεθεί με διχαστικές καταστάσεις και πολιτειακές ανωμαλίες.
Είναι ακόμη η πρωτοβουλία του να νομιμοποιήσει το ΚΚΕ. Ο Καραμανλής έκανε με αυτή τη νομιμοποίηση ένα πρώτο βήμα σημαντικό, ακολούθησαν τα τολμηρά βήματα του Ανδρέα Παπανδρέου με τα οποία αποσυνδέθηκε πλήρως η δημόσια ζωή από τα κατάλοιπα της ένοπλης εμφύλιας σύγκρουσης, που η Δεξιά τα συντηρούσεΚωνσταντίνου Καραμανλή ήταν η εισδοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, την ΕΟΚ, η οποία μετεξελίχθηκε στη σημερινή Ευρωπαϊκή Ενωση (Ε.Ε.). Ανεξάρτητα από το σκεπτικισμό που μπορεί να γεννά η πολιτική των σημερινών ηγεσιών της Ε.Ε., επιβάλλεται να επισημανθεί ότι όλοι ανεξαίρετα οι γείτονές μας επιδίωξαν ή επιδιώκουν να είναι μέλη της.
Η Ελλάδα, με την επιμονή και τους χειρισμούς του Καραμανλή είναι πλήρες μέλος από το 1981. Μία από τις θετικές συνέπειες είναι ότι η είσοδος στην Ε.Ε. ορισμένων γειτόνων μας εξαρτάται και από τη συναίνεση της Ελλάδας.Ο Καραμανλής παρέλαβε ανοικτά και σε κρίσιμη φάση τα δύο μείζονα εθνικά μας ζητήματα: της Κύπρου, που το προκάλεσε η εισβολή του 1974, και του Αιγαίου, που το έχουν γεννήσει τουρκικές ενέργειες και αυθαίρετοι ισχυρισμοί για την υφαλοκρηπίδα και όχι μόνο. Δεν αισθάνομαι ότι στο πλαίσιο του παρόντος κειμένου, κειμένου αναδρομής και μνήμης, χωρεί η αναφορά σε δύο ζητήματα που είναι ακόμα σε εξέλιξη, το δεύτερο με εναλλαγές έντασης και ύφεσης.Ο Καραμανλής ολοκλήρωσε την πολιτική σταδιοδρομία του με δύο θητείες στην Προεδρία της Δημοκρατίας.
Κατά την πρώτη ήταν εξοπλισμένος με τις ευρείες παρεμβατικές ευχέρειες που του παρείχαν οι σχετικές διατάξεις του Συντάγματος του 1975. Δεν έκανε χρήση αυτών των ευχερειών. Με τη λήξη της πρώτης προεδρικής θητείας του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1985 ο Ανδρέας Παπανδρέου αποφάσισε τελικά να μην υποστηρίξει την επανεκλογή του. Εκείνη η απόφαση δεν εξέφραζε μια αξιολογική κρίση, την υπαγόρευσαν άλλες πολιτικές εκτιμήσεις. Επίσης, συνδυάστηκε η διαδικασία της εκλογής διαδόχου του με τη Συνταγματική Αναθεώρηση του 1985-86. Αυτή η Αναθεώρηση αφαίρεσε ορισμένες από τις προεδρικές δικαιοδοσίες τις οποίες προέβλεπε το Σύνταγμα του 1995. Μετά πέντε χρόνια, το 1990, ο Καραμανλής αποδέχτηκε την υποψηφιότητά του, έτσι και την άσκηση των προεδρικών καθηκόντων του σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της Αναθεώρησης του 1985-86. Νομίζω ότι αυτή η αποδοχή μετέδιδε και ένα μήνυμα αναγνώρισης.
Τελειώνω με τη σκέψη ότι η ομαλή συνύπαρξη δύο φορές (1981-1985 και 1993-1995) του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Καραμανλή, αρχηγού της Δεξιάς έως το 1981, με τον Ανδρέα Παπανδρέου ως πρωθυπουργό, αλλά και ηγέτη τότε των έως το 1981 αντιπάλων του Καραμανλή, υπήρξε η κορυφαία επιβεβαίωση ότι η Ελλάδα είχε εισέλθει, μετά από δεκαετίες, σε ομαλή κοινοβουλευτική πορεία. Αλλά και ότι αυτή η Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία, και όχι οι βασιλικές δυναστείες, εγγυάται την αδιατάρακτη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών.

Ο Αναστάσης Πεπονής, στην πρώτη γραμμή της πολιτικής από την εποχή του Ανενδότου, υπήρξε διευθυντής του ΕΙΡ τις ημέρες των βασιλικών επιστολών. Μετά τη Μεταπολίτευση υπήρξε εξαρχής κεντρικός συντελεστής του ΠΑΣΟΚ και πολλές φορές υπουργός στις κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου.


[του ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΠΕΠΟΝΗ, Ελεύθερος Τύπος , 3/5/2008]