Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τηλεόραση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τηλεόραση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Μαΐου 2010

TV Κλείστε την τη ρημάδα!

  • ΕΡΕΥΝΑ: ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΤΗΛΕ-ΕΙΔΗΣΕΩΝ ΣΤΟΝ ΘΕΑΤΗ
  • ΤΑ ΔΕΛΤΙΑ ΕΙΔΗΣΕΩΝ ΒΛΑΠΤΟΥΝ ΣΟΒΑΡΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ

«Οι ειδήσεις με αρρωσταίνουν». Είναι ο διπλανός σας που το λέει συχνά πια, και ο παραδιπλανός, είναι και ο αντίλαλος της σκέψης που μόλις κάνατε ακούγοντας ένα τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων. Αναπαράγοντας τη «γραμμή» της αποδοχής, την κυρίαρχη ιδεολογία, δηλαδή ποντάροντας σ' ένα συναίσθημα αποκομμένο από τη σκέψη και την κριτική, τα δελτία ειδήσεων των 8:00, όπως έχουμε συνηθίσει να τα αποκαλούμε, καλλιεργούν τον πανικό, την άγνοια, την ηττοπάθεια, τον ατομισμό και τη μοιρολατρία. Επί πλέον, ενισχύουν τις ενοχές και την κατάθλιψη των τηλεθεατών. Νισάφι πια...

Ελάχιστη ώρα καταλαμβάνουν στα δελτία οι μαζικές ειρηνικές  διαδηλώσεις, σύμφωνα με τα ευρύματα της έρευνας. Μόνο τα σπασίματα  παρουσιάζονται με έμφαση. Σε έναν εσκεμμένο συμψηφισμό, κάποιοι έφτασαν  να συγκρίνουν τη μαζική απόπειρα εισόδου στη Βουλή με τον εμπρησμό της  Μαρφίν στη Σταδίου

Ελάχιστη ώρα καταλαμβάνουν στα δελτία οι μαζικές ειρηνικές διαδηλώσεις, σύμφωνα με τα ευρύματα της έρευνας. Μόνο τα σπασίματα παρουσιάζονται με έμφαση. Σε έναν εσκεμμένο συμψηφισμό, κάποιοι έφτασαν να συγκρίνουν τη μαζική απόπειρα εισόδου στη Βουλή με τον εμπρησμό της Μαρφίν στη Σταδίου Ανοίγω την τηλεόραση και μου μαυρίζει η ψυχή». «Μιλάνε σαν να είναι ένας τυφώνας που μας έχει παρασύρει όλους». «Ξέρω ότι τα πράγματα είναι άσχημα, αλλά δεν μπορώ να πενθώ συνέχεια». Αυτές είναι μερικές από τις επαναλαμβανόμενες φράσεις-κλειδιά που εντόπισαν οι φοιτητές του Παντείου Πανεπιστημίου σε έρευνα για το πώς τα ΜΜΕ καλύπτουν την οικονομική κρίση. Η έρευνα, που περιλαμβάνει αποκωδικοποίηση των οπτικοακουστικών μηνυμάτων από τα κεντρικά δελτία ειδήσεων και τις εφημερίδες και συνεντεύξεις με πολίτες 18-50 ετών, ξεκίνησε ενώ το ΔΝΤ ήταν ακόμα προ των πυλών, πριν από τη μεγάλη διαδήλωση της 5ης Μαΐου και τους θανάτους που τη σημάδεψαν.

Μιλήσαμε με την καθηγήτρια Κοινωνιολογίας Αλεξάνδρα Κορωναίου, που συντονίζει την έρευνα στο πλαίσιο του μαθήματος Ψυχοκοινωνιολογία στα ΜΜΕ. Τα συμπεράσματα της έρευνας, που συνεχώς εμπλουτίζονται καθώς η επικαιρότητα τρέχει με απρόβλεπτους ρυθμούς, είναι αποκαλυπτικά: άγχος, φόβος, απέχθεια, κατάθλιψη είναι μερικά από τα συναισθήματα που προκαλεί ο τρόπος που καλύπτουν τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ αλλά και οι εφημερίδες την οικονομική κρίση στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, όμως, η επιλεκτική παρουσίαση των γεγονότων γεννά και την αντίθετη άποψη: την αμφισβήτηση, τη δυσπιστία, τη στροφή σε εναλλακτικές πηγές πληροφόρησης -κυρίως στο ίντερνετ- ειδικά για τις νεαρές ηλικίες.

Σύμφωνα με την έρευνα, η οποία πρωτοπαρουσιάστηκε στις εφημερίδες «Αυγή» και «Δρόμος» και έκανε μια δεύτερη καριέρα στα διαδικτυακά μπλογκ, τα ΜΜΕ προσεγγίζουν την κρίση με πέντε βασικούς τρόπους:

1. Δραματοποίηση

Η κρίση παρουσιάζεται σαν μια φυσική καταστροφή αναπόφευκτη και ανεξήγητη, σαν μια άλλη 11η Σεπτεμβρίου. Ακολουθείται η ίδια «συνταγή» παρουσίασης, χωρίς να αναλύονται οι βαθύτεροι λόγοι ούτε να ακούγονται τρόποι διεξόδου από την κρίση. Οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται είναι «εφιαλτικό σενάριο», «απελπιστική κατάσταση», «δεν υπάρχει άλλος δρόμος», «σκληρά αλλά αναγκαία μέτρα», «είμαστε στο χείλος του γκρεμού».

Πλάι στις παρατηρήσεις της έρευνας θα μπορούσε κανείς να προσθέσει ότι το μοντέλο της δραματοποίησης ακολουθείται όχι μόνο στην παρουσίαση της οικονομικής κατάστασης, αλλά και στην αντιμετώπιση των αντιδράσεων και διαδηλώσεων. «Τα πλάνα από την πορεία που έδειχναν τη μαζικότητα του κόσμου ήταν ελάχιστα σε σχέση με τις εικόνες από τις καταστροφές και τη φονική πυρκαγιά» επισημαίνει η πανεπιστημιακός, σχολιάζοντας την κάλυψη της πορείας της 5ης Μαΐου.

Πράγματι, ο τραγικός θάνατος τριών εργαζομένων κατάπιε το ανθρώπινο τσουνάμι που πλημμύρισε τους δρόμους, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον των ΜΜΕ από τις κοινωνικές αντιδράσεις στην καταδίκη της βίας. Το τριπλό έγκλημα μούδιασε την κοινωνία στο σύνολό της· όμως, τα ανακλαστικά των ΜΜΕ να παρουσιάσουν με όρους θρίλερ μία ήδη δραματική κατάσταση, αποκρύπτοντας, παραπληροφορώντας ή παραποιώντας γεγονότα, ακόμα και στοχοποιώντας διαδηλωτές, ακολουθεί πάλι την ίδια συνταγή «το δράμα πάνω από τα γεγονότα».

Οσοι έβλεπαν μόνο τηλεόραση εκείνες τις ημέρες, χωρίς να διαβάζουν εφημερίδες ή διαδίκτυο, το πιο πιθανό είναι να άκουσαν ότι κάποιοι φώναξαν «να καούν» παρά να έμαθαν ότι διαδηλωτές, και μάλιστα μετανάστες, έσπευσαν να διασώσουν τους εγκλωβισμένους. Η «άβυσσος» και η «έκτακτη ανάγκη» έδωσαν χώρο σε ηλεκτρονικές και έ- ντυπες φωνές που ζητούσαν να καταργηθούν άρθρα του Συντάγματος και να επιβληθεί «όχι ακριβώς δικτατορία» αλλά κάτι που της μοιάζει ανησυχητικά.

2. Ενοχοποίηση του κοινού

Φταίμε όλοι, και μάλιστα σχεδόν το ίδιο, για την κατάσταση στην οποία φτάσαμε. Το ίδιο όσοι έφαγαν εκατομμύρια με σκάνδαλα που ποτέ δεν εξιχνιάστηκαν, το ίδιο και όσοι έχουν απλήρωτα δάνεια και υπερχρεωμένες πιστωτικές. Ο ψιλικατζής και ο μεγαλοεπιχειρηματίας, ο άνεργος και το γκόλντεν-μπόι, ο συνταξιούχος και ο εκατομμυριούχος αντιμετωπίζονται ως συνυπεύθυνοι σε μια διάχυση της διαφθοράς που θα λυθεί «αναλαμβάνοντας όλοι τις ευθύνες μας». Οπως τονίζεται στην έρευνα, «η εικόνα που μεταφέρουν είναι η εικόνα μιας διεφθαρμένης κοινωνίας στο σύνολό της. Η συλλογική ενοχοποίηση "απαγορεύει" στο θυμό και την οργή να εκφραστούν με στόχο τους πραγματικούς υπεύθυνους, δημιουργώντας συναισθήματα αυτοαπόρριψης και αυτομομφής. Ετσι καθηλώνει τους πολίτες και οδηγεί αθόρυβα στην αποδοχή των μέτρων. Μόνο τα ΜΜΕ και οι άνθρωποί τους δεν εμφανίζονται ποτέ να εμπλέκονται σε σκάνδαλα, ύποπτες δραστηριότητες, φοροδιαφυγή κ.ά.».

3. Εμφαση στο ατομικό

Η ανασφάλεια υπερτονίζεται ως το μόνο επιτρεπτό συναίσθημα. Οι συλλογικές αντιδράσεις (διαδηλώσεις, απεργίες κ.λπ.) προβάλλονται συνήθως τελευταίες, άρα ασή- μαντες και, τελικά, μάταιες. Ελάχιστη ώρα καταλαμβάνουν στα δελτία οι μαζικές ειρηνικές διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες· μόνο τα σπασίματα παρουσιάζονται με έμφαση. Το ζουμ του φακού γίνεται στο ατομικό δράμα: μία άνεργη μητέρα, ένας συνταξιούχος, ένας έμπορος εμφανίζονται ως ατομικές περιπτώσεις, αποκομμένες από το συλλογικό. Κατά το δόγμα «ένας θάνατος είναι τραγωδία, χίλιοι θάνατοι είναι στατιστική», οι «συλλογικότητες» εμφανίζονται με τη μορφή στατιστικών πινάκων: 1.000.000 άνεργοι, το 20% ζει κάτω από το όριο της φτώχειας κ.ο.κ. Φυσικά, οι στατιστικές είναι νούμερα και δεν έχουν δύναμη να αλλάξουν τη μοίρα. Στην τελική, είναι διεσπαρμένες μονάδες, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα, κατά το θατσερικό ρητό «δεν υπάρχει κοινωνία, μόνο άτομα».

4. Υποβάθμιση στο συλλογικό

Οσο προβάλλεται κατά κόρον το μοτίβο «είμαστε όλοι υπαίτιοι», η αντιμετώπιση της κρίσης παρουσιάζεται ως: α) υπόθεση των πολιτικών που χειρίζονται τα πράγματα και β) ατομική υπόθεση του καθενός να τα βγάλει πέρα όπως μπορεί. Οι συλλογικές μορφές αγώνα (διαδηλώσεις, απεργίες κ.λπ.) υποβαθμίζονται ως «άκαιρες», «υπερβολικές» ή/και «καταστροφικές» για τη χώρα. Σε έναν εσκεμμένο συμψηφισμό, κάποιοι έφτασαν να συγκρίνουν τη μαζική απόπειρα εισόδου των διαδηλωτών στη Βουλή με τον εμπρησμό της Μαρφίν, προκαλώντας τον γκεμπελικό συνειρμό «διαδηλωτής = πιθανός δολοφόνος».

5. Κοινωνικός αυτοματισμός

Η παρουσίαση των μέτρων αλλά και των αντιδράσεων στοχεύει στη διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής, ώστε η μία κοινωνική ομάδα να στρέφεται εναντίον της άλλης και να φαίνεται ότι απειλεί την ευημερία της άλλης. Δημόσιοι υπάλληλοι εναντίον ιδιωτικών (βλέπε και την αποτυχημένη απόπειρα να παρουσιαστεί ότι η κυβέρνηση «έσωσε» τάχα τον 13-14ο μισθό των ιδιωτικών), διαδηλωτές εναντίον εμπόρων και τουρισμού, απεργοί εναντίον εργαζομένων. «Η λογική τού διαίρει και βασίλευε» παρατηρεί η Αλ. Κορωναίου «εδραιώνει την κυριαρχία όχι των πολιτικών προσώπων (άλλωστε, εύκολα γίνονται αποδιοπομπαίοι τράγοι), αλλά των ίδιων των δημοσιογράφων και των μέσων. Μόνο αυτοί μένουν στο απυρόβλητο».

Οπως, όμως, μας είπε η ίδια η καθηγήτρια και συντονίστρια της έρευνας, ο τρόπος που τα κυρίαρχα ΜΜΕ παρουσιάζουν την κρίση συντελεί στην ίδια την κρίση και την απαξίωση των ΜΜΕ. «Ολο και περισσότεροι νέοι δεν ενημερώνονται από την τηλεόραση, ειδικά οι ηλικίες κάτω των 25. Γι' αυτό στρέφονται σε μέσα που ενθαρρύνουν το διάλογο, όπως το διαδίκτυο. Οσο για την τηλεόραση, στρέφονται κυρίως σε χιουμοριστικές εκπομπές, όπως το "Αλ Τσαντίρι Νιους" και το "Ράδιο Αρβύλα", ακόμα και στα λεγόμενα ψυχαγωγικά δελτία ειδήσεων».

Οπως φάνηκε μέσα από συνεντεύξεις με το κοινό, πολλοί αποφεύγουν συνειδητά τις ειδήσεις, γιατί τους προκαλούν άγχος και απέχθεια, τους οδηγούν στην κατάθλιψη. «Χαρακτηριστικά θυμάμαι τη φράση μια κοπέλας, ότι όταν βλέπει τηλεόραση είναι σαν να πενθεί διαρκώς. Οπως γνωρίζουν οι ψυχολόγοι, το παρατεταμένο εσωτερικευμένο πένθος είναι κλινικό σύμπτωμα της κατάθλιψης. Ηδη ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας είχε προειδοποιήσει από το 2008 ότι η οικονομική κρίση θα αυξήσει τα συμπτώματα κατάθλιψης και τις αυτοκτονίες. Αυτό φάνηκε με δραματικό τρόπο και στη χώρα μας, με τέσσερεις αυτοκτονίες σε ένα μόνο Σαββατοκύριακο. Ο τρόπος που παρουσιάζουν τα ΜΜΕ την κρίση δεν διευκολύνει το διάλογο και σίγουρα επηρεάζει αρνητικά την ψυχική υγεία. Ο θεατής το εισπράττει ως μία συνθλιπτική απουσία ελέγχου στη ζωή του, στο παρόν και στο μέλλον του, ότι τα μέτρα είναι μονόδρομος και ότι δεν υπάρχει συλλογική διέξοδος, παρά μόνο η ατομική συμμόρφωση».

Κι όμως, όπως φαίνεται μέσα από τις συνεντεύξεις, πάρα πολλοί ερωτώμενοι αμφισβητούν πως τα πράγματα είναι έτσι όπως μας τα παρουσιάζουν, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των νεότερων ηλικιών είναι πεπεισμένη ότι θα υπάρξει κοινωνική αντίδραση.

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2008

ΜΟΡΑΤΟΡΙΟΥΜ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ


Ο δοκιμιογράφος Εντμόντο Μπερσέλι προτείνει ένα μορατόριουμ για την τηλεόραση, προκειμένου να βρεθεί μια λύση για την «αποτηλεορασιοποίηση» της πραγματικότητας. Ο ίδιος εξηγεί στο περιοδικό «Εσπρέσο» πώς το εννοεί:
«Δεν πρόκειται για καταγγελία της τηλεόρασης ως κακής παιδαγωγού, όπως δήλωνε ο Καρλ Πόπερ και πρότεινε να τεθεί υπό κηδεμονία για να αποφευχθεί η δικτατορία της τηλεθέασης, η πτώση του επιπέδου των προγραμμάτων και το κακό παράδειγμα που δίνει στους τηλεθεατές. Ούτε πρόκειται, όπως υποστηρίζει ο πολιτειολόγος Τζοβάνι Σαρτρόρι, να εξορκίσουμε τον Homo televisius, που διαμορφώνει τη νέα ιδεολογία της μάζας και την προοδευτική πτώση της ποιότητας.
»Η διαπίστωσή μου είναι πως η τηλεόραση βρίσκεται στο τέλος της. Τα προγράμματα, τα ντοκιμαντέρ, οι ταινίες, οι ειδήσεις, τα τοκ-σόου, ακόμη και η διαφήμιση της σημερινής τηλεόρασης λειτουργούν στο εξής μέσα σε ένα αυτιστικό σύστημα που τα νεκρώνει και τα ακινητοποιεί σε μια διαρκή ρέπλικα των ίδιων. Τώρα πια η τηλεόραση εκπέμπει τηλεοπτικά στερεότυπα, αποσπάσματα και αποφθέγματα από αυτή την ιδιαίτερη γλώσσα που χρησιμοποιούμε γενικώς στην τηλεόραση. Και το χειρότερο εκπέμπει ανούσια σκουπίδια, μικρές εκτυφλωτικές εικόνες πολυτέλειας και απόλαυσης. Εν συντομία, στο μεγαλύτερο μέρος του παλίμψηστου, μέσο και μήνυμα συγχέονται μέσα στην ηλίθια διασκέδαση, την παραγωγή φωσφοριζόντων εφέ προβαλλόμενων στο κενό.
»Είναι πιθανό αυτός ο πλούσιος μισός αιώνας τηλεόρασης να βρίσκεται στο σημείο της ολοκλήρωσης ενός κύκλου, στο τέλος του οποίου τίποτε δεν θα είναι πια όπως πριν, ούτε καν πίσω από τις οθόνες-πλάσμα και υγρών κρυστάλλων. Σε όλον τον προηγμένο κόσμο, η οθόνη της τηλεόρασης ήταν συγχρόνως το εργαλείο και η αντανάκλαση του κοινωνικού εκσυγχρονισμού του 20ού αιώνα. Συνόδευσε τεράστια φαινόμενα και παγκόσμιες διαδικασίες, όπως αυτήν της ανάπτυξης της αγοράς, της διάδοσης των μαζικών καταναλωτικών αγαθών, της επιβεβαίωσης της κουλτούρας του σώματος... Συνέβαλε επίσης στη μετατροπή των σχέσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών, στη διασκεδαστική και μηδενιστική Νέα Υόρκη της σειράς Sex and the City, στη διάδοση του φαντασιακού και της αισθητικής gay, επανερμηνευόμενων με καταναλωτικό τρόπο. Εν κατακλείδι, η τηλεόραση πέρασε στο μίξερ τη "χαμηλή νεοτερικότητα" -όπως την προσδιόρισε ο Αλέν Τουρέν- για να την κάνει ένα ρευστό μίγμα.
»Ωστόσο, τα τελευταία 25 χρόνια τουλάχιστον, η τηλεόραση επέβαλε έναν δημόσιο τρόπο συμπεριφοράς. Και αυτού του είδους η συμπεριφορά εδραιώθηκε ως το μοναδικό αποδεκτό στιλ: χαμόγελο αναπόφευκτα εκτυφλωτικό, ορμητικός δυναμισμός α λα Σαρκοζί, απαραίτητη συναίνεση ώστε να συγκρούεσαι το λιγότερο δυνατόν με το γενικό γούστο, ανακράζοντας το αυτόματο επιφώνημα: "Κα-τα-πλη-κτι-κό!". Χωρίς να αναφέρουμε τον τηλεοπτικό χρόνο σύμφωνα με τον οποίο κάθε ομιλία που διαρκεί πάνω από ένα λεπτό "δεν είναι τηλεοπτική".
»Διαπιστώσαμε επίσης την ισχύ της τηλεόρασης στο παιχνίδι των αντικριστών κατόπτρων όπου συμβιώνουν τηλεθεατές και τηλεοπτικοί πρωταγωνιστές. Δηλαδή την ικανότητα της τηλεόρασης να αιχμαλωτίζει όλες τις υποδείξεις και όλα τα σημάδια που εμφανίζονται στην κοινωνία ερμηνεύοντάς τα στη συνέχεια μέσα από έναν αποδεκτό κώδικα από όλους και τα οποία αναμεταδίδει με εντυπωσιακή δύναμη στην ίδια την κοινωνία, η οποία επιθυμεί να συμμορφωθεί στη νέα άποψη. Μικρές αισθητικές καθώς και λιγότερο αδιάφορες ηθικές υπερβάσεις προβλήθηκαν πάνω στους τηλεθεατές που με τη σειρά τους τις εσωτερίκευσαν και αφομοίωσαν σε ένα παιχνίδι διάθλασης που καθιστά εντονότερο οποιοδήποτε σημάδι.
»Τα αποτελέσματα υπήρξαν θεαματικά. Οι συμπεριφορές που τείνουν να συνδυάζονται με τους τηλεοπτικούς μύθους έγιναν συνήθεις και τελικά αποδεκτές από την κοινωνία. Ο κώδικας των ερωτευμένων, που παράγει την καταναλωτική ιδέα του έρωτα με μοντέλο το σχήμα "τηλεοπτική στάρλετ και ποδοσφαιριστής", διαδόθηκε στο κοινό από τις τηλεταινίες και τα σίριαλ. Το ιερό της αιώνιας νεότητας γενίκευσε τη χρήση βαφών μαλλιών, όπως και το μόνιμο μαύρισμα παρά τις προειδοποιήσεις για την υγεία.
»Για τις γυναίκες ιδίως, το τηλεοπτικό look έγινε απαραίτητο, αν όχι αναγκαστικό, προκειμένου να ανακατασκευάσουν την ιδιωτική και δημόσια εικόνα τους. Αν η σημερινή θηλυκότητα ενσαρκώνεται ουσιαστικά από το look της πορνοστάρλετ, είναι αυτονόητο ότι γίνεται αποδεκτό και υιοθετείται ακόμη και όταν βρίσκεται σε μια συγκέντρωση μεταξύ φίλων ή σε επίσημες βραδιές.
»Ετσι λοιπόν δεχτήκαμε πως η ομορφιά δεν είναι πια μια απόλυτη αξία, αλλά ένα σύνολο αισθητικών συμφωνιών με τα ΜΜΕ και τους κώδικές τους: σε σημείο που οι ενέσεις μπότοξ και κολλαγόνου, τα fillings και τα κάποιες φορές εμφανέστατα liftings, τα χείλη και τα ζυγωματικά θεαματικά τεχνητά, δεν εκλαμβάνονται ως φρικαλεότητες αλλά σαν συναφή σύμβολα της τηλεοπτικής αισθητικής. Ο,τι είναι ωραίο, δεν είναι αυτό που πραγματικά σου αρέσει, αλλά αυτό που αρέσει στην τηλεόραση.
»Ωστόσο, η πιο φωτεινή απόδειξη της δύναμης της τηλεόρασης είναι η εξουσία που διαθέτει προκειμένου να ορίσει την περίμετρο αυτού που υπάρχει ή δεν υπάρχει. Αυτό που υπάρχει φυσικά είναι μόνο αυτό που συμβαίνει στην τηλεόραση. Αυτό έχει σημαντικές συνέπειες στην πολιτική, αλλά ίσως πολύ περισσότερες στην κουλτούρα. Γιατί η τηλεόραση, εξαιτίας των οντολογικών της χαρακτηριστικών, έχει την τάση να αναπαράγει συνεχώς με την ίδια μορφή αυτό που είναι ήδη. Και φυσικά περισσότερο από την ιδέα ή τη σκέψη, αυτό που μετρά είναι το πρόσωπο, η μορφή που επιβλήθηκε και αναγνωρίζεται από όλους. Αν θέλει να παρουσιάσει έναν φιλόσοφο, θα φωνάξουν σχεδόν πάντα τον χ, αν χρειάζεται έναν συγγραφέα, τον συγκεκριμένο ψ...
»Για αυτό είναι απαραίτητο ένα μορατόριουμ. Οχι για να απεργήσουμε στην τηλεόραση, να τη σβήσουμε ή να σαμποτάρουμε τα δίκτυα, αλλά για να ξεκινήσουμε την "αποτηλεορασιοποίηση" της σύγχρονης πραγματικότητας και της ίδιας της τηλεόρασης».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 23/07/2008

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2008

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ... ΤΗΛΕΒΟΥΡΚΟ!

Η ΕΠΙΡΡΟΗ ΤΟΥ «ΚΟΥΤΙΟΥ». [Tης Έλλης Τριανταφύλλου, Η Καθημερινή, 30/1/2008]. Τι μπορούν άραγε, να κάνουν οι πολίτες για να μην διολισθήσουν ψυχολογικά στην αίσθηση του τηλεβούρκου, που εσχάτως μεταδίδεται πανταχόθεν: Μια πρόταση που έγινε και εγγράφως, είναι να πατήσουν το τηλεκοντρόλ και να κλείσουν τους τηλεοπτικούς δέκτες (σ.σ. ή να κλείσουν τη φωνή και να βλέπουν μόνο τα πρόσωπα να μορφάζουν. Αυτό ίσως να έχει και πλάκα καμιά φορά). Αρκεί αυτό; Εξαρτάται. Μπορεί και να αρκεί, αν δεχθούμε ότι είναι πιθανό να έχουμε υπερτιμήσει το μέγεθος αλλά και τα χαρακτηριστικά του εγχώριου φιλοθεάμονος τηλεοπτικού κοινού - και κατά συνέπεια και τη δύναμη που «μεταγγίζει» στους τηλεαστέρες. Αφορμή για την παραπάνω σκέψη πήρα προ ημερών, σε μία επίσκεψη σε επιστημονικό χώρο. Οκτώ στους δέκα παριστάμενους δεν είχαν παρακολουθήσει καμιά από τις εκπομπές που θεωρούνται ιδιαίτερα δημοφιλείς και λόγω συγκυρίας, και οι δύο που τις είχαν παρακολουθήσει αποσπασματικά, δήλωναν άγνοια για την εξέλιξη των υποθέσεων που οι συγκεκριμένες εκπομπές παρουσίαζαν, παραδεχόμενοι ότι δεν ένιωσαν καμιά ανάγκη να ενημερωθούν στο επίπεδο της τρέχουσας επικαιρότητας. [συνέχεια ΕΔΩ]