Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Ποιοι πραγματικά είμαστε

  • ΤΟΥ ΤΙΤΟΥ ΠΑΤΡΙΚΙΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010
Η συζήτηση και οι συνακόλουθες αντιπαραθέσεις για την ελληνική ταυτότητα κρατούν, όπως ξέρουμε, από δω και πάρα πολλά χρόνια. Ομως η με ιδιαίτερη ένταση επαναφορά τους γίνεται κάθε που εμφανίζεται μια οξεία, και πολλαπλή, κρίση σ΄ αυτόν τον τόπο. Οπότε οι αντίπαλες θεωρητικές προσεγγίσεις, δηλαδή κατ΄ ουσίαν οι αντίπαλες πολιτικές και κοινωνικο-οικονομικές δυνάμεις τις οποίες εκφράζουν, δίνουν τη διαφορετική τους απάντηση. Οι συντηρητικές δυνάμεις δίνουν την αναχρονιστική τους απάντηση, οι προοδευτικές την εκσυγχρονιστική, και, από μιαν εποχή κι έπειτα, οι επαναστατικές τη δική τους ανατρεπτική απάντηση. Οι συντηρητικές απαντήσεις γρήγορα κρυσταλλώθηκαν σε στερεότυπα που η αμφισβήτησή τους χαρακτηρίστηκε από τους εκφραστές τους ως βαρύτατο, ακόμα και αντεθνικό, παράπτωμα, ενώ η διαιώνισή τους εξασφαλίστηκε με την καθιέρωση ενός πλέγματος φόβων και ενοχών, όπως θαυμάσια το έδειξε η Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου στο ύστατο βιβλίο της Οι φόβοι ενός αιώνα (2007).

Ωστόσο με τον καιρό παγιώθηκαν σε αντίδρομα, αλλά αντίστοιχα, στερεότυπα και οι άλλες απαντήσεις, κυρίως οι επαναστατικές, ή οι λεγόμενες επαναστατικές. Και αυτές δημιούργησαν ένα άλλο πλέγμα φόβων και ενοχών για όποιον έθιγε τις απόλυτες βεβαιότητές τους, και αυτών η αμφισβήτηση χαρακτηρίστηκε από τις δυνάμεις που ιερατικά τις εξέφραζαν ως βαρύτατο παράπτωμα, και μάλιστα αντεπαναστατικό.

Ετσι, κατά τη γνώμη μου, το πρόβλημα της ταυτότητας, ξεκινώντας από ιστορικό, πολιτικό ή ακόμα και υπαρξιακό, καταλήγει να γίνεται ιδεολογικό, με την έννοια που έδινε στην ιδεολογία ο νεαρός Μαρξ, δηλαδή όχι την κατανόηση της πραγματικότητας, αλλά την προβολή στην πραγματικότητα των προϋπαρχουσών ιδεών μας γι΄ αυτήν, τελικά την κίβδηλη συνείδηση. Γι΄ αυτό και νομίζω πως εκείνο που έχει σπουδαιότητα δεν είναι το τι ιδέα έχουμε για το ποιοι είμαστε αλλά το να είμαστε. Και δεν μπορούμε να είμαστε παρά μόνο αν παράγουμε πράγματα που να έχουν ταυτόχρονα αξία χρήσης και αξία ανταλλακτική, και μαζί να δημιουργούμε έργα που όμως αυτά να έχουν περισσότερο αξία χρήσης και λιγότερο αξία ανταλλακτική και εμπορευματική. Γίνεται όμως σήμερα αυτό; Ή μπορεί να γίνει; Δεν είμαι βέβαια αυτός που θα καταστρώσει σχετικά προγράμματα, που θα προτείνει συνταγολόγια ή έστω που θα διατυπώσει ευχολόγια.

Πάντως στον βαθμό που αυτό μπορεί να γίνει πιστεύω πως έναν καίριο ρόλο έχει να παίξει ο λόγος, στις πολλαπλές εκφράσεις του, την ιστορική, τη φιλοσοφική, τη δοκιμιακή, την ποιητική, την πεζογραφική, τη θεατρική.

Αλλιώς, όσο η κρίση συνεχίζεται, ή οξύνεται, τόσο το κενό που δημιουργείται θα καλύπτεται από έναν ασυγκράτητο και αχόρταγο καταναλωτισμό, συχνά καλυμμένο με το ένδυμα των συντεχνιακών διεκδικήσεων, και μαζί από μιαν εξίσου ασυγκράτητη και αχόρταγη ηδονιστική ψυχαγωγία, καλυμμένη με το ένδυμα της καλλιτεχνικής ή ακόμα και της λογοτεχνικής δημιουργίας. Και τόσο περισσότερο θα βολευόμαστε σ΄ έναν κόσμο όχι απλώς άρτου και θεαμάτων, αλλά αμβροσίας και show business, εξιδανικευμένου από κάθε λογής εικόνες περί της σπουδαίας και μοναδικής στον κόσμο ταυτότητάς μας.
  • Ο κ. Τίτος Πατρίκιος είναι ποιητής.

Πολιτογράφηση και πολιτισμική ενσωμάτωση των μεταναστών

ΤΟΥ Α.ΛΙΑΚΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Απορρίπτοντας το μεταναστευτικό νομοσχέδιο, o πρόεδρος της ΝΔ δήλωσε ότι «το πρόβλημα των νομίμων μεταναστών στην ελληνική κοινωνία δεν είναι απλά ζήτημα πολιτογράφησής τους. Είναι και θέμα ενσωμάτωσής τους στο σώμα και στον πολιτισμό της χώρας. Των ίδιων και, κυρίως, των παιδιών τους που γεννήθηκαν εδώ...». Ο στόχος του άρθρου αυτού δεν είναι αντιρρητικός. Ο κ. Σαμαράς θέτει ένα γενικότερο ζήτημα. Τη σχέση ανάμεσα στην ιδιότητα του πολίτη και στην κοινότητα μνήμης και εμπειρίας. Ας το συζητήσουμε εξετάζοντας αυτή τη σχέση, η οποία έχει δύο κατευθύνσεις.

▅ Κοινότητα μνήμης και κοινότητα πολιτών

Στην πρώτη, η ιδιότητα του πολίτη ή καλύτερα η κοινότητα των πολιτών απαιτεί επίσης μια κοινότητα βιωμένων ή αποκτημένων μέσω της εκπαίδευσης εμπειριών. Κάθε κοινότητα για να γίνει βιώσιμη χρειάζεται να αποκτήσει ένα ελάχιστο κοινό απόθεμα αναφορών. Αναγνώριση συμβολισμών, στοιχειώδεις κοινές γνώσεις, αποδοχή μιας βασικής δεοντολογίας, κάποιες κοινές στάσεις. Διαφορετικά πρόκειται για κοινότητες που απλώς συμβιώνουν στον ίδιο χώρο. Συμβίωση με εύθραυστη ανοχή στην καλύτερη περίπτωση, με αμοιβαία καχυποψία που μπορεί εύκολα να γίνει ανοιχτή εχθρότητα στη χειρότερη, χωρίς αλληλεγγύη σε κάθε περίπτωση. Ιστορικά, ο ρόλος των εθνικών κρατών, φορές συμμετοχικά, φορές αυταρχικά, ήταν να δημιουργήσουν από ανομοιογενή πληθυσμό ένα λαό. Ετσι δημιουργήθηκε και η σύγχρονη Ελλάδα, μέσα από μια διαδικασία που δεν έληξε τον 19ο αι., αλλά συνεχίστηκε και μετά το 1922, και στα μεταπολεμικά χρόνια. Αυτόν το ρόλο έπαιξε η συγκρότηση εθνικής ιστοριογραφίας και εθνικού αφηγήματος, η μεταβίβασή τους μέσω της εκπαίδευσης και η οργάνωση μιας ιστορικής κουλτούρας με σύμβολα, γιορτές και επετείους, μνημεία και μνημονικούς τόπους. Αλλά με τις μεταναστεύσεις της περασμένης εικοσαετίας το ζήτημα τίθεται εκ νέου. Κάθε κοινότητα και η κουλτούρα της ή ένα κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο; Και τι μεγέθους; Εκτεταμένο και παρεμβατικό, στοιχειώδες ή ανύπαρκτο; Τα ερωτήματα αυτά είναι σωστά αλλά ελλιπή, στο βαθμό που αφορούν μόνο την κατεύθυνση που βλέπει την κοινότητα μνήμης ως προϋπόθεση της κοινότητας πολιτών. Η δεύτερη κατεύθυνση λέει ότι η ιδιότητα του πολίτη είναι απαραίτητη για να υπάρξει κοινότητα μνήμης. Και όχι μόνο η ιδιότητα του πολίτη ως πραγματικότητα, αλλά η ιδιότητα του πολίτη ως προοπτική, ως προσδοκία και επιδίωξη. Γιατί όμως είναι απαραίτητη η προοπτική τού να γίνει κανείς πολίτης προκειμένου να αποκτηθεί ένα κοινό απόθεμα ιστορικών και μνημονικών αναφορών; Πρώτο, γιατί τα κίνητρα για να γνωρίσουμε το παρελθόν και οι αντιλήψεις μας γι΄ αυτό προϋποθέτουν κάποιες προσδοκίες για το μέλλον. Αν το μέλλον είναι σκοτεινό, επισφαλές, επικίνδυνο, τότε τις εικόνες, τις αντιλήψεις και τα συναισθήματα για το παρελθόν τις κατακλύζουν αισθήματα ματαιότητας, αντίδρασης, εκδίκησης και μηδενισμού. Αν στρέφουμε τα νώτα μας στο μέλλον, βλέπουμε το παρελθόν ως περιχαράκωση της ταυτότητάς μας, με αμυντικά ανακλαστικά. Οταν όμως βλέπουμε το μέλλον ως κοινό μέλλον με κάποια αισιοδοξία, το παρελθόν μας το σκεπτόμαστε ως ανοικτό, επικοινωνήσιμο και μεταφράσιμο αφήγημα. Εξάλλου, αν ο άλλος δεν σε σέβεται και δεν υπάρχει ελπίδα να σε αναγνωρίσει ως ισότιμο, γιατί να σεβαστείς και να εκτιμήσεις την ιστορία και τον πολιτισμό του; Αν ο άλλος δεν σου αναγνωρίζει τις δικές σου εμπειρίες, αν δεν εκτιμά τη γλώσσα, την κουλτούρα σου, αν αγνοεί την ιστορία σου, τότε γιατί εσύ θα εκτιμήσεις τη δική του; Αυτά επιτάσσουν το ελάχιστο δικαιοσύνης και συμμετοχής που είναι απαραίτητα για τη συμβίωση.

▅ Η αναγνώριση του διαφορετικού

Είναι ασφαλώς επιθυμητό όσοι ζουν σε αυτή τη χώρα, για να αποκτήσουν επικοινωνία και για να ζήσουν μια καλή ζωή, να μοιράζονται ένα ελάχιστο γλωσσικής ικανότητας, κοινών διανοητικών και συναισθηματικών αναφορών. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ιδρύσουμε θεσμούς διά βίου εκπαίδευσης ανοιχτούς, προσιτούς στους μετανάστες. Αλλά προϋποθέτει ευρύτερα μια πολιτισμική στάση που διακρίνεται από αμοιβαιότητα, αλληλοαναγνώριση, μετάφραση. Χρειάζεται η ικανότητα και η θέληση να εντάξουμε στον ιστορικό και πολιτισμικό μας ορίζοντα όχι μόνο τη δυνατότητα της ανάγνωσης και της αναγνώρισης του διαφορετικού, αλλά και να μπορούμε να μεταφράζουμε τις δικές μας εμπειρίες στους κώδικες των άλλων και τις δικές τους ιστορίες στους δικούς μας κώδικες. Εξυπακού εται χωρίς πλέγματα υπεροχής ή μειονεξίας, απαλλαγμένοι από αντιλήψεις για ανώτερους και υποδεέστερους πολιτισμούς.

Αν θέλουμε να είμαστε ταυτόχρονα ρεαλιστές και ανθρωπιστές, πρέπει να παραδεχτούμε ότι η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους μετανάστες που θα πολιτογραφηθούν και σε όλους εμάς τους υπόλοιπους, από την άποψη της ιστορικής συνείδησης και κουλτούρας, είναι ότι γι΄ αυτούς, ακόμα κι αν γεννήθηκαν εδώ, το τραύμα τού πώς έφυγαν από τις χώρες τους, κάτω από ποιες συνθήκες ήλθαν και επιβίωσαν ή εξακολουθούν να επιβιώνουν εδώ, είναι πρόσφατο, βιωματικό, επαναλαμβανόμενο. Αντίθετα σε εμάς τα μεγάλα συλλογικά τραύματα, του εμφυλίου και της προσφυγιάς, είναι πίσω από αρκετές δεκαετίες που ζήσαμε ειρηνικά και με σχετική άνεση. Εδώ, στην πληγή, θα πρέπει να βάλουμε τα δάκτυλά μας. Οχι να στριφογυρίζουμε το μαχαίρι με δηλώσεις όπως του προέδρου της ΝΔ για εγκύους που «θα έρθουν εδώ να γεννήσουν τα παιδιά τους για να νομιμοποιηθούν». Πρόκειται για αποστροφές όχι μόνο άσχετες με τη ζοφερή πραγματικότητα τού από πού φεύγει κανείς και πώς φτάνει, αλλά που προξενούν πόνο. Εν τέλει, λυπάμαι που το γράφω, απάνθρωπες.

▅ Τι είδους κοινωνία επιδιώκουμε

Δεν πρέπει να θεωρούμε αυτονόητο ότι τα γεγονότα της δικής μας ιστορίας και τα στοιχεία της κουλτούρας μας αποκτούν το ίδιο νόημα όταν μεταβιβάζονται σε ανθρώπους με διαφορετικό πολιτιστικό υπόβαθρο, γλωσσική και θρησκευτική παιδεία και διαφορετικά βιώματα. Αν άρουμε το αυτονόητο, θα εγκαταλείψουμε τον υπεροπτικό διδακτισμό. Ακόμη περισσότερο θα αναρωτηθούμε για τη νοηματοδότηση της ιστορίας, της εμπειρίας και του πολιτισμού μας όχι μόνο απέναντι στους ξένους που θα πολιτογραφηθούν, αλλά επίσης και ανάμεσα στις διαφορετικές ηλικιακές και κοινωνικές ομάδες που συγκροτούν την ελληνική κοινωνία, που δεν είναι καθόλου ενιαία όπως τη φαντάζεται ο επίσημος λόγος. Θα γίνουμε ενδεχομένως ικανοί να δούμε ότι το παρελθόν δεν είναι η αποστεωμένη και απολιθωμένη αποτύπωσή του στα μουσεία και στα βιβλία, αλλά μια ζωντανή κουλτούρα που πάλλεται καθώς διασταυρώνεται με τις εμπειρίες, τις σκέψεις, τις αγωνίες, τις ελπίδες του σώματος των πολιτών στο οποίο μετέχουμε, μέσα στις συγκεκριμένες πραγματικότητες που ζούμε. Οι προκλήσεις του σήμερα είναι μια ευκαιρία για σκεφτούμε πού θέλουμε να πάμε, τι είδους κοινωνία επιδιώκουμε. Να σκεφτούμε το παρελθόν με αφετηρία το μέλλον, κι όχι το μέλλον δεσμευμένοι από το παρελθόν.

Συμπερασματικά, για να δημιουργηθεί πολιτισμική κοινότητα χρειάζεται ισοπολιτεία και, κατά συνέπεια, συνείδηση πολίτη. Η συνείδηση του πολίτη και η ιστορική συνείδηση είναι χρησιμότερες από την έννοια της εθνικής ταυτότητας. Γιατί η εθνική ταυτότητα είναι παγιωμένη και κλειστή. Αντίθετα, η συνείδηση του πολίτη είναι ανοιχτή και δημιουργική και η ιστορική συνείδηση στοχαστική και ερευνητική. Το ζήτημα δεν είναι να απεμπολήσουμε την εθνική ταυτότητα, αλλά να την εντάξουμε στη συνείδηση του πολίτη, να την αναστοχαστούμε σε ένα περιβάλλον που αλλάζει και μεταβάλλεται. Να δώσουμε στα παιδιά μας τα εφόδια να ζήσουν δημιουργικά και χωρίς εσωτερικές συγκρούσεις με τη σύγχρονη, ευέλικτη και ευρύχωρη πολλαπλή ταυτότητα που εκ των πραγμάτων αποκτούν.
  • Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Διλήμματα και αδυναμίες

  • ΤΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΔΙΑΜΑΝΤΟΥΡΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010
Η διαχρονική διάσταση του ζητήματος προκύπτει άμεσα από τις κοινωνικές, πολιτικές αλλά και πολιτισμικές επιπτώσεις των ποσοτικά αλλά και, προϊόντος του χρόνου, ποιοτικά βαθιών αλλαγών στη δημογραφική σύνθεση της «Παλαιάς Ευρώπης», τις οποίες, ως έμμεσο προϊόν της πτώσης του κομμουνισμού και του τέλους του Ψυχρού Πολέμου, προκάλεσε το μεγάλο κύμα μετανάστευσης των τελευταίων δύο δεκαετιών. Χωρίς αμφιβολία, η απότομη ανατροπή των δημογραφικών τους δεδομένων αιφνιδίασε τόσο τις κοινωνίες όσο και τις πολιτικές τους ηγεσίες. Παράλληλα όμως επηρέασαν βαθιά τους μηχανισμούς μέσω των οποίων οι εμπλεκόμενες κοινωνίες διαπραγματεύονται και συγκροτούν την ταυτότητά τους.

Ειδικότερα για την ελληνική κοινωνία, η ανατροπή αυτή και η συμπιεσμένη μετάβαση από τη μέγιστη πολιτισμική ομοιογένεια που προέκυψε από την ανταλλαγή πληθυσμών την οποία επέβαλε η Συνθήκη της Λωζάννης σε μια εν πολλοίς πολυπολιτισμική πραγματικότητα, οι προκλήσεις αυτές, καθώς και τα πολιτικά και ηθικά διλήμματα που τις συνοδεύουν, υπήρξαν ιδιαίτερα αισθητές και σε γενικές γραμμές επώδυνες. Οι αντιδράσεις τις οποίες προκάλεσε η πρόσφατη δημοσιοποίηση του σχεδίου νόμου που αποσκοπεί στην προαγωγή της ουσιαστικής και αμοιβαία επωφελούς ενσωμάτωσης κατηγοριών μεταναστών στην ελληνική κοινωνία και πολιτεία, αναδεικνύουν με ενάργεια τα προβλήματα καθώς και τα διλήμματα αυτά. Ταυτόχρονα όμως καθιστούν επιτακτικό έναν νηφάλιο και ορθολογικό δημόσιο διάλογο ικανό να οδηγήσει στην υιοθέτηση δημόσιων πολιτικών που θα συμβάλουν στην ουσιαστική και μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση των διλημμάτων αυτών.

Κατ΄ ελάχιστον, ένας τέτοιος διάλογος οφείλει να λάβει υπόψη τις ακόλουθες κρίσιμες παραμέτρους: (α) σε ευθεία αντίθεση με τις δομικές αλλαγές που, από πλευράς πολιτικής, οικονομικής (παρά την τρέχουσα κρίση) και κοινωνικής, αλλά και της θέσης της στο διεθνές- ευρωπαϊκό σύστημα, έχουν καταστήσει την Ελλάδα του 2010 μια κοινωνία ποιοτικά διαφορετική από εκείνη του 1960, οι αλλαγές στο πολιτισμικό επίπεδο, που αφορούν νοοτροπίες, νοηματικούς χάρτες και στάσεις σχετικά με την ετερότητα, την ανοχή του «άλλου» κτλ.,

υστερούν εντυπωσιακά, (β) το «μεταπολιτευτικό» υπόδειγμα συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους, καθώς και η πελατειακή λογική που το στηρίζει αδυνατούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις για ορθολογική συγκρότηση και ανταγωνιστικότητα, (γ) η έντονη γήρανση του γηγενούς πληθυσμού δημιουργεί σοβαρά και μακροπρόθεσμα κοινωνικά, δημοσιοοικονομικά και πολιτικά προβλήματα, στα οποία η προτεινόμενη πολιτική λελογισμένης ενσωμάτωσης των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία μπορεί να δώσει μερική μεν, πλην όμως ουσιαστική και βιώσιμη απάντηση και, τέλος, (δ) η προϊούσα προσαρμογή της κοινωνίας μας στη λογική και στις αρχές που διέπουν τον νομικό πολιτισμό της Ευρωπαϊκής Ενωσης και γενικότερα την ευρωπαϊκή έννομη τάξη δημιουργεί σταδιακά αλλά και αδήριτα ένα πολιτισμικό περιβάλλον υποστηρικτικό της λογικής του σεβασμού της ετερότητας και της ανοχής του άλλου, το οποίο αναπόφευκτα επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η ελληνική ταυτότητα.

Ο κ. Νικηφόρος Διαμαντούρος είναι ο διαμεσολαβητής της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Ζήτημα συνείδησης

  • ΤΟΥ ΜΙΧ. ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Η ελληνικότητα ή, αν θέλετε, η ελληνική ταυτότητα είναι πρωτίστως η ελληνική συνείδηση. Αυτό είναι το κρίσιμο κριτήριο, που βέβαια δεν αποδεικνύεται εύκολα. Κατά τεκμήριο γεννιέται κανείς με την ελληνικότητα, αν γεννηθεί από έλληνες γονείς, οπότε βέβαια θα μεγαλώσει μαζί τους και θα βιώσει τη δική τους ελληνικότητα. Μπορεί όμως η ελληνικότητα να αποκτηθεί ανεξάρτητα από καταγωγή. Η συνείδηση δεν είναι θέμα γονιδίων ούτε θέμα τρόπου ζωής, ο οποίος άλλωστε πρέπει να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή του κάθε πολίτη.

Οταν ζει μόνιμα κανείς σ΄ αυτόν τον τόπο, μαθαίνει και μιλάει την ελληνική γλώσσα, όταν έχει εξοικειωθεί με το φυσικό και ανθρώπινο περιβάλλον της Ελλάδας και έχει ενταχθεί οικειοθελώς στην ελληνική κοινωνία, αναπτύσσεται και η ελληνική συνείδηση. Αν τα στοιχεία αυτά υπάρχουν και έχουν μια διάρκεια, δηλαδή αντέχουν στον χρόνο, η ελληνική Πολιτεία πρέπει να τα επικυρώνει, απονέμοντας την ελληνική ιθαγένεια σ΄ αυτούς που το επιθυμούν. Υπό τους ίδιους όρους αυτό πρέπει να πράξει η Πολιτεία με τους μετανάστες, ακόμη και της πρώτης γενιάς, εφόσον ζουν και εργάζονται νόμιμα στην Ελλάδα και θέλουν να γίνουν Ελληνες.

Αλλο είναι το θέμα του ελέγχου της παράνομης εισόδου ξένων στην Ελλάδα. Αυτή πρέπει, φυσικά, να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικότερα, όχι όμως με την άρνηση παροχής δικαιωμάτων ισότιμου πολίτη σ΄ εκείνους που το δικαιούνται, ως αντικίνητρο κατά της παράνομης μετανάστευσης (όπως έχει λεχθεί). Αυτό θα υποβίβαζε τον μετανάστη σε αντικείμενο άσκησης πολιτικής.

Το περιβάλλον όπου ζούμε και η γλώσσα που μιλούμε είναι ισχυρότερα στοιχεία για τη διαμόρφωση εθνικών συνειδήσεων από την (μάλλον ανύπαρκτη) «καθαρότητα» του αίματος. Από γενιά σε γενιά, πολλές φορές και μέσα στην ίδια γενιά, οι συνθήκες και οι συνειδήσεις μπορεί να αλλάζουν. Στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, δεν υπήρχε για τους Ελληνες άλλο κριτήριο για να ξεχωρίσουν από τους άλλους υπηκόους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας παρά η πίστη τους στον Χριστό και η ελληνική τους γλώσσα. Εύλογο τότε. Αυτό που σήμερα συνέχει και ενώνει όλους, αλλά όλους τους Ελληνες δεν μπορεί να είναι η πίστη τους στον Χριστό (αλλιώς θα καταργούσαμε τη θρησκευτική ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα), αλλά η ελληνική τους συνείδηση και, ως προς τις κοινωνικές τους σχέσεις, η υπαγωγή τους στο ελληνικό Σύνταγμα και τους ελληνικούς νόμους.

Βρίσκεται έξω από την πραγματικότητα αυτός που αναζητεί την ελληνικότητα σε κάτι ξεχωριστό· ξεχωριστό όχι απλώς με την έννοια της υπαρκτής διαφορετικότητας, αλλά σαν κάτι το υπέρτερο. Η ελληνικότητά τους είναι ελληνοκεντρισμός. Διακατέχονται από την έμμονη ιδέα της ελληνικής υπεροχής, της αποστολής μας ως περιούσιου λαού, που δεν την έχουν άλλοι λαοί κτλ. Πρόκειται για μια στρεβλή αγάπη προς την πατρίδα, η οποία επιπλέον μας εκθέτει και διεθνώς και τελικά ζημιώνει τα εθνικά μας συμφέροντα.

Ο κ. Μιχάλης Σταθόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η ελληνικότητα κινδυνεύει από εμάς

ΤΟΥ ΑΛΕΚΟΥ ΦΑΣΙΑΝΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Κάθε κάποια χρόνια, δεν μπορώ να προσδιορίσω πόσα ακριβώς, συμβαίνουν αλλαγές στην ταυτότητα ενός τόπου. Ομως, συνήθως, οι αλλαγές αυτές δεν επηρεάζουν σε βάθος την ουσία της ταυτότητας. Ετσι και οι αλλαγές που συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια, είτε ενδογενώς στην Ελλάδα, είτε εκείνες που είναι αποτέλεσμα εξωτερικών μεταβολών, δεν επηρεάζουν την ουσία της ελληνικής ταυτότητας, όσο κι αν τώρα που τις βιώνουμε μπορεί να μας φαίνεται αλλιώς. Οι αρχαίοι Ελληνες φορούσαν χιτώνες, οι αγωνιστές του ΄21 φουστανέλες, εμείς, σήμερα, φοράμε παντελόνια ευρωπαϊκού τύπου, αλλά δεν αλλάζουμε. Και δεν αλλάζουμε, επειδή ζούμε κάτω από το ίδιο φως, στο ίδιο κλίμα, αναπνέουμε τον ίδιο αέρα, χαιρόμαστε την ίδια φύση, κάνουμε τις ίδιες χειρονομίες. Τελικά, η ελληνικότητα γεννιέται κυρίως από τον τόπο που ζούμε και καθορίζεται από αυτόν και από τη γλώσσα, και γι΄ αυτό αργά ή γρήγορα θα ενταχθούν σε αυτή την ελληνικότητα κι όσοι ξένοι έρχονται να ζήσουν σε αυτόν τον τόπο. Πολλοί, που αγνοούν εντελώς την καθοριστική σημασία όλων αυτών, πιστεύουν αντίθετα ότι η ελληνικότητα βρίσκεται στην παράδοση που απειλείται από τις αλλαγές. Τους διαφεύγει ότι και η ίδια η παράδοση κα θορίζεται από τον τόπο και από το φως του. Αλλά, κυρίως, κάνουν το μεγάλο λάθος να ταυτίζουν τη διατήρηση της ελληνικότητας με τη μίμηση του παρελθόντος. Κι αυτό είναι ένα έγκλημα, που γεννά τέρατα. Η μίμηση του παρελθόντος, του αρχαίου, του βυζαντινού ή όποιου άλλου, είναι κάτι κακό και επικίνδυνο που κλείνει τη σκέψη μας, μας στερεί κάθε δυνατότητα να ανανεώσουμε κι εμείς την ελληνική ταυτότητα και να την παραδώσουμε ανανεωμένη στους επόμενους. Το παρελθόν μάς βοηθά όταν μαθαίνουμε από αυτό, όχι όταν το αντιγράφουμε.

Το ίδιο κακό γίνεται κι όταν αντιγράφουμε ξένα στοιχεία, όπως έκαναν οι έλληνες ζωγράφοι του 19ου αιώνα που πήγαν στο Μόναχο. Ζωγράφιζαν ελληνικά θέματα, αλλά σαν Γερμανοί. Αλλά το γερμανικό φως, ή μάλλον η γερμανική καταχνιά, που έμαθε τους Γερμανούς να φτιάχνουν αριστουργήματα, δεν έχει καμιά σχέση με το φως της Ελλάδας. Το ίδιο κι οι σκιές. Και, ξαφνικά, ανάμεσα στους γερμανοσπουδαγμένους «λόγιους» έλληνες ζωγράφους, από το πουθενά, ξεπετάχτηκε ένας Θεόφιλος, ένας ξυπόλυτος με μια λερή φουστανέλα, που εξέφρασε την αληθινή ελληνικότητα όσο κανένας άλλος... Εγώ, δουλεύοντας πάνω στη σκληρή αντίθεση της σκιάς και του φωτός του ελληνικού, συνεχίζω ακριβώς αυτή την παράδοση με νέο τρόπο. Κι έτσι σε όλον τον κόσμο άνθρωποι μου λένε ότι νιώθουν μέσα από τα έργα μου τη συνέχεια με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, χωρίς να ξέρουν το γιατί...

Σήμερα, την ελληνικότητα τη βλέπω ακόμα και στα αυθαίρετα. Στα σπίτια που χτίζονταν μέσα σε ένα βράδυ όπως όπως, με ό,τι ταπεινά υλικά υπήρχαν διαθέσιμα εκείνη τη στιγμή. Αντίθετα, δεν τη βλέπω καθόλου σε τερατώδη κτίρια στη Μύκονο ή σε άλλα νησιά, που μπορεί να κρατούν το λευκό χρώμα ή την πέτρα, αλλά που οι διαστάσεις, οι αναλογίες και οι όγκοι τους δεν έχουν καμιά σχέση με την αληθινή αρχιτεκτονική εκείνης της γης και την προσβάλλουν. Το Αιγαίο, που τώρα όλοι μιλούν γι΄ αυτό, δεν το ξέραμε, ο Ελύτης μάς το ΄μαθε, αλλά δεν το καταλάβαμε.

Ελληνικότητα δεν είναι να πηγαίνεις και να αντιγράφεις το παρελθόν σου. Ελληνικότητα είναι να μαθαίνεις από όλα αυτά, να τα κουβαλάς μέσα σου και να τα ξέρεις, αλλά, όπως ο Οδυσσέας, να κάνεις αυτό που αυτός εδώ ο τόπος σού ζητά. Να παίρνεις το ελληνικό και να το κάνεις παγκόσμιο. Εγώ τουλάχιστον αυτό προσπάθησα να κάνω όλα αυτά τα χρόνια. Και το είδα να γίνεται. Η αρχή της Οδύσσειας είναι η ελληνικότητα. Και γι΄ αυτό δεν κινδυνεύει από όλες τις αλλαγές. Αν κινδυνεύει η ελληνικότητα, κινδυνεύει μόνο από εμάς τους ίδιους...

Ο κ. Αλέκος Φασιανός είναι ζωγράφος.

Υπάρχει νέα εθνική ταυτότητα;

  • Του ΓΕΩΡΓΙΟΥ Π. ΜΑΛΟΥΧΟΥ, Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Αν και η ανάγκη είναι πρόδηλη, στην Ελλάδα η συζήτηση για την ταυτότητα δεν άνοιξε ακόμη, όπως λ.χ. συνέβη στη Γαλλία. Ποια είναι η νέα ελληνική ταυτότητα; Πώς επηρεάζεται από τις ευρύτατες μεταβολές; Πώς τη σφραγίζει η σημερινή παραγωγική γενιά και πώς θα την παραδώσει; Σε αυτά τα ερωτήματα τέσσερις προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών δίνουν τη δική τους απάντηση.

Εκείνο που επικράτησε ως ελληνική ταυτότητα από το 1960 και άντεξε ως τις μέρες μας δεν λειτουργεί πλέον με επάρκεια. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Εurostat, σήμερα ζουν στη χώρα μας πάνω από ένα εκατομμύριο μετανάστες. Το σχέδιο νόμου που ετοιμάζει η κυβέρνηση εκτιμάται ότι θα δώσει την ελληνική εθνικότητα σε περισσότερους από 250.000 μετανάστες, ενώ, το πιο σημαντικό, είναι ότι θα μετατρέψει το ευρωπαϊκού τύπου «δίκαιο του αίματος» σε αμερικανικού τύπου «δίκαιο του εδάφους», αφού τα παιδιά των μεταναστών που θα γεννιούνται στην Ελλάδα θα λαμβάνουν αυτόματα την ελληνική εθνικότητα. Το ζήτημα είναι τώρα πολύ πιο πολύπλοκο απ΄ ό,τι 20 ή 10 χρόνια πριν και λαμβάνει διαστάσεις πολυεθνικότητας που θυμίζουν περισσότερο τον 19ο παρά τον 20ό αιώνα, ενώ στις διαδικασίες ενσωμάτωσης ιδιαίτερα σημαντικός είναι και ο ρόλος των θρησκειών.

Πέρα όμως από το μείζον θέμα της απόδοσης ελληνικής εθνικότητας σε μετανάστες, υπάρχουν και άλλες πολύ σημαντικές διαστάσεις της διαμόρφωσης της ελληνικής ταυτότητας. Λ.χ., κατά τον Στέλιο Ράμφο «η Ελλάδα είναι η πρώτη ανατολική χώρα στην ιστορία που επιχείρησε να γίνει δυτική» και το γεγονός αυτό, μαζί με βάρη των μετεμφυλιακών χρόνων, έχει δημιουργήσει τεράστιες «ψυχικές εκκρεμότητες» οι οποίες προκαλούν ακόμη στρεβλώσεις. Ταυτόχρονα, η αρχή της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα βρίσκει τη χώρα σε συνθήκες αβεβαιότητας που όμοιά της δεν έχει βιώσει εδώ και πολύ καιρό. Σταθερές με τις οποίες ο τόπος πορεύτηκε επί δεκαετίες έχουν ανατραπεί. Εν τω μεταξύ, στη σκέψη ή στην τέχνη πολύ δύσκολα θα μπορούσε κανείς να πει ότι γεννιούνται νέα ρεύματα και τάσεις που δείχνουν διεξόδους και κατευθύνσεις σε οτιδήποτε, ενώ νέα ιδεολογία δεν παράγεται.

Ωστόσο η συζήτηση για την ελληνική ταυτότητα υπήρξε από την πρώτη στιγμή κατ΄ εξοχήν πνευματική. Οι ρίζες της φτάνουν ως τον Ομηρο, ενώ στον Θουκυδίδη και στον Ισοκράτη παίρνει πλέον ξεκάθαρη μορφή: Ελληνες είναι εκείνοι που μετέχουν στην ελληνική γλώσσα και Παιδεία και που οργανώνουν τις πόλεις τους με ελληνικούς θεσμούς. Με τον Μέγα Αλέξανδρο, η ελληνικότητα γίνεται οικουμενική. Στους βυζαντινούς χρόνους νέο κυρίαρχο στοιχείο της συζήτησης καθίσταται ο χριστιανισμός. Κατά την Επανάσταση του 1821 τη σφραγίζει ο νεοκλασικισμός του Αδαμάντιου Κοραή, ώσπου το 1835 ο Φαλμεράγερ αποφάσισε ότι οι νέοι Ελληνες... ουδεμία σχέση έχουν με τους αρχαίους. Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος τον ανασκευάζει. Στον 20ό αιώνα την επανακαθορίζει η Γενιά του ΄30. Ο Μεταξάς γελοιοποιεί την ελληνικότητα, όπως αργότερα και ο Παπαδόπουλος- εν τω μεταξύ, είχε μεσολαβήσει ένας Εμφύλιος... Τελικά, η δεκαετία του 1960 πετυχαίνει μια ιστορική συναίρεση: μέσα από το τραγούδι και το κοινωνικό πλάτος που αυτό προσφέρει και με πρωτοπόρο τον Μίκη Θεοδωράκη ο Επιτάφιος του Ρίτσου τραγουδιέται δίπλα δίπλα στο Αξιον Εστι του Ελύτη και στο Μυθιστόρημα του Σεφέρη από εκατομμύρια λαού και έτσι μια νέα πιο νέα συνθετική εκδοχή της ελληνικότητας, χωρίς να συζητείται πια τόσο πολύ, γίνεται ξαφνικά έννοια φυσική και αυτονόητη. Είναι ένα κίνημα που απλώνεται παντού: στην ποίηση, στη μουσική, στη λογοτεχνία, στη σκέψη, στη ζωγραφική, στην αρχιτεκτονική, στον κινηματογράφο...

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

Διάλογοι για την Ευρώπη

  • Υπεύθυνος: Επιμέλεια: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΣΙΑΦΑΚΑΣ

  • Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010

Νέα χρονιά, νέες προκλήσεις σε επί χρόνια άλυτα προβλήματα αλλά και σε καινούρια, που ναι μεν έχουν διαπιστωθεί, αλλά ακόμα δεν έχουν αναληφθεί οι πρωτοβουλίες που θα τα λύσουν, σε εθνικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο.

Τρεις ευρωβουλευτές σταχυολογούν αυτά τα προβλήματα, παραθέτουν επιχειρήματα για την επίλυσή τους και προτείνουν τρόπους -και δρόμους- για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης της χώρας μας σε ένα διεθνές περιβάλλον που μεταλλάσσεται συνεχώς.

* Από το ΠΑΣΟΚ, η ευρωβουλευτίνα του κόμματος Αννυ Ποδηματά χαρακτηρίζει τη νέα χρονιά και τη νέα δεκαετία που ξεκινά ως ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. «Είτε θα βγούμε από το τέλμα είτε θα μετατραπούμε σε παρία των ευρωπαϊκών εξελίξεων» τονίζει. «Για να μη βουλιάξουμε, πρέπει να αλλάξουμε».

* Η επικεφαλής των ευρωβουλευτών της Ν.Δ., Μαριέττα Γιαννάκου, υπογραμμίζει ότι «οι Βρυξέλλες δεν είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος για όσα εμείς δεν είχαμε την προνοητικότητα να επιτύχουμε ή να προλάβουμε εγκαίρως». Και συνεχίζει: «Οι αντιθέσεις μεταξύ του κοινοτικού και εσωτερικού δικαίου προκύπτουν συχνά ως αποτέλεσμα ελλιπούς προετοιμασίας σχετικά με εθνικές θεσμικές ιδιαιτερότητες ή ελλιπούς προσαρμογής της εθνικής νομοθεσίας».

* Ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Νίκος Χουντής εκτιμά ότι «η πολύπλευρη καπιταλιστική κρίση που αγκάλιασε όλο τον κόσμο όχι μόνο δεν έχει ξεπεραστεί στην Ευρώπη, αλλά έφερε μαζική αύξηση της ανεργίας, μηδενικούς ή αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης, μείωση των εισοδημάτων, συρρίκνωση των εργασιακών, ασφαλιστικών και κοινωνικών δικαιωμάτων».

Στρατηγική για το 2020

Το 2010 στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στην Ελλάδα ξεκινάει φορτωμένο με τα προβλήματα της προηγούμενης δεκαετίας και με τη διάψευση των προσδοκιών που γέννησαν τα γεγονότα του 2009.

1 Η πολύπλευρη καπιταλιστική κρίση που αγκάλιασε όλο τον κόσμο όχι μόνο δεν έχει ξεπεραστεί στην Ευρώπη αλλά έφερε μαζική αύξηση της ανεργίας, μηδενικούς ή αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Και σαν να μην έφτανε αυτό μείωση των εισοδημάτων, συρρίκνωση των εργασιακών, ασφαλιστικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.

* Παρά την κρίση η εμμονή στην εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας, ο τρόπος λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δημιούργησαν εντονότερα προβλήματα οικονομικής και κοινωνικής συνοχής των ευρωπαϊκών κοινωνιών, ενίσχυσαν τις ανισότητες στο πλαίσιο της Ε.Ε.

Και ενώ τα αποτελέσματα αυτών των πολιτικών, ο τρόπος που αντιμετωπίζεται η κρίση, ανέδειξαν το δομικά λαθεμένο τρόπο προώθησης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, οι κυρίαρχες δυνάμεις (δεξιές και σοσιαλδημοκρατικές) και οι ηγετικές ελίτ επεξεργάζονται τη μελλοντική στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ενωσης για το 2020.

* Στρατηγική, που, όπως αναφέρει το σχετικό κείμενο, προορίζεται να διαδεχθεί την τρέχουσα στρατηγική της Λισαβόνας, αυτής δηλαδή που στις αρχές του νέου αιώνα ισχυριζόταν ότι θα οδηγούσε την ευρωπαϊκή οικονομία στο επίπεδο της πιο ανταγωνιστικής οικονομίας, με κοινωνική συνοχή, και θα εξασφάλιζε πλήρη απασχόληση στους ευρωπαίους πολίτες.

2 Η εικόνα που εμφανίζει σήμερα η Ευρωπαϊκή Ενωση απέχει πολύ από τον συγκεκριμένο στόχο. Η κρίση της αμερικανικής παγκόσμιας ηγεμονίας δεν έδωσε (πώς θα μπορούσε άλλωστε) περισσότερο χώρο στην Ενωση, καθώς οι αναδυόμενες δυνάμεις (Ρωσία, Κίνα, Ινδία κ.ά.) επιζητούν αναβαθμισμένο ρόλο στην παγκόσμια διακυβέρνηση και αρχιτεκτονική.

* Η εκλογή του Ομπάμα στην προεδρία των ΗΠΑ μπορεί να τροποποίησε μερικώς τη διεθνή ατμόσφαιρα, γρήγορα όμως διέψευσε τις προσδοκίες ότι θα άλλαζε βασικές παραμέτρους στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής και στην αντιμετώπιση των παγκόσμιων προβλημάτων. Η στάση των ΗΠΑ στην πρόσφατη παγκόσμια Διάσκεψη της Κοπεγχάγης για την κλιματική αλλαγή είναι το πιο πρόσφατο αλλά σαφώς χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Η Ενωση, αποδεχόμενη την πρωτοκαθεδρία του ΝΑΤΟ, έχει σήμερα 100.000 στρατιώτες στα καυτά σημεία του πλανήτη μας, για την εδραίωση της ειρήνης, όπως επαίρεται ο επανεκλεγείς πρόεδρος της Κομισιόν Μπαρόζο. Η Συνθήκη της Λισαβόνας, που τέθηκε σε ισχύ, νομιμοποιεί τις στρατιωτικές επεμβάσεις εκτός αλλά και εντός της Ευρώπης, ενισχύοντας τη στρατιωτικοποίησή της.

* Σ' ένα κόσμο με 1,2 δισεκατομμύρια πεινασμένους, με διαρκώς αυξανόμενα κύματα μετανάστευσης, η πολιτική της Ευρώπης-φρουρίου και το ευρύτερο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης μέσα στο οποίο θέλει να πρωταγωνιστεί την καθιστά παράγοντα διεύρυνσης των ανισοτήτων και πολλαπλασιασμού των εστιών έντασης σ' ολόκληρο τον πλανήτη.

3 Από τις συντηρητικές δυνάμεις, οι οποίες κατά το χρόνο που πέρασε και μετά τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών του Ιουνίου 2009 ενίσχυσαν ακόμα περισσότερο τις θέσεις τους στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, η Συνθήκη της Λισαβόνας θεωρείται ότι δίνει τη δυνατότητα για μεγαλύτερη συνοχή και ότι επιτρέπει πιο αποτελεσματική δράση.

Οι πανηγυρισμοί μετά το δεύτερο δημοψήφισμα στην Ιρλανδία δεν μπορούν βέβαια να κρύψουν την αποτυχία να κλείσει το δημοκρατικό έλλειμμα στο ενωσιακό εγχείρημα.

* Οι πολιτικές που υπογράφονται από την Κομισιόν και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αυξάνουν συνεχώς την απογοήτευση και τους απογοητευμένους μεταξύ των ευρωπαίων πολιτών, καθώς πληθαίνουν τα κοινωνικά θύματα που προκαλεί το Σύμφωνο Σταθερότητας και η επιτήρηση, με την απειλή κυρώσεων, των δημόσιων ελλειμμάτων.

* Τις πιέσεις αυτές αισθάνεται η πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας που το 2010 τη βρίσκει με μια κυβέρνηση που συνεχώς εμπλουτίζει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης με σκληρά, ιρλανδικού τύπου, μέτρα. Στην ίδια μέγκενη έχουν τεθεί ή θα τεθούν σύντομα και άλλες χώρες, που οδηγούνται σταθερά στην ανατροφοδότηση της ύφεσης, τη ραγδαία αύξηση της ανεργίας.

Προτάσεις για διαφορετικές πολιτικές, όπως π.χ. για την έκδοση ευρωομολόγων, για διαμόρφωση μηχανισμού δανεισμού χωρών που έχουν οξυμένα οικονομικά προβλήματα, απορρίπτονται από την επικρατούσα λογική ότι η κάθε χώρα οφείλει να αντιμετωπίσει μόνη της την κρίση.

* Και επειδή αναφερθήκαμε στη χώρα μας και στον τρόπο που της υπαγορεύεται να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση, θα πρέπει να αναφερθούμε και στη διαδικασία της διεύρυνσης της Ε.Ε., που στο επόμενο διάστημα θα αφορά κυρίως τη γειτονιά της, τα δυτικά Βαλκάνια και την Τουρκία.

Ο τρόπος που δρομολογείται, εκτός από τα προβλήματα, από την ελλιπή αλλά και λαθεμένη οικονομική και άλλη κοινοτική στήριξη των διευρύνσεων, δημιουργεί έντονα ερωτηματικά και ανησυχία για την αντιμετώπιση των προβλημάτων στην εξωτερική πολιτική.

* Αναφέρουμε μόνο το γεγονός ότι με βάση και τα συμπεράσματα του τελευταίου συμβουλίου υπουργών Εξωτερικών δεν υπάρχει η κοινοτική απαίτηση από την Τουρκία να τηρήσει τις δεσμεύσεις της (π.χ. αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας).

4 Επομένως, ο στόχος «η Ευρώπη να έχει ηγετική θέση, να είναι ανταγωνιστική και να ευημερεί ως μια οικονομία βασισμένη στη γνώση, διασυνδεδεμένη, πιο πράσινη και με λιγότερους αποκλεισμούς, η οποία αναπτύσσεται με γρήγορο και διατηρήσιμο τρόπο, δημιουργώντας υψηλά επίπεδα απασχόλησης και κοινωνικής προόδου», στόχος που προβάλλεται στο κείμενο της Κομισιόν για τη στρατηγική της Ε.Ε. για το 2020, έχει νέο μυθοπλαστικό χαρακτήρα και δεν δίνει αισιοδοξία και ελπίδες στους λαούς της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Για την αριστερά, τα κοινωνικά κινήματα και τους αγώνες των εργαζομένων, το όραμα και η διεκδίκηση για μια άλλη Ευρώπη, δημοκρατική, κοινωνική, οικολογική και φιλειρηνική, σ' έναν άλλο κόσμο, θα εμπνέει και στη νέα δεκαετία, που άρχισε πριν από λίγες ημέρες.

*Ο ΝΙΚΟΣ ΧΟΥΝΤΗΣ είναι ευρωβουλευτής του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Σε κρίσιμο σταυροδρόμι

Η νέα χρονιά αλλά και η νέα δεκαετία βρίσκει τη χώρα σ' ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, το οποίο κρίνει και καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το ίδιο το μέλλον μας.

Ή θα βγούμε από το τέλμα, στο οποίο μας οδήγησαν μόνιμες παθογένειες αλλά και οι διαλυτικές πολιτικές της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, ή θα χάσουμε οριστικά το τρένο της ανάκαμψης, της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και θα μετατραπούμε σε παρία των ευρωπαϊκών εξελίξεων.

* Για να μη βουλιάξουμε πρέπει να αλλάξουμε. Θα πρέπει να δούμε τα προβλήματα και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε και ως μια μεγάλη ευκαιρία για τη χώρα.

Ευκαιρία για να οικοδομήσουμε μια νέα συλλογικότητα, αξιοποιώντας τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα όχι μόνο ως «εργαλεία» για την έξοδο από τη σημερινή οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική κρίση αλλά και ως «διαβατήριο» για ένα νέο, αναβαθμισμένο ρόλο της Ελλάδας στην Ευρώπη και τον κόσμο, που θα μας επιτρέψει να ξαναγίνουμε από παρατηρητές συν-διαμορφωτές εξελίξεων και λύσεων στην ευρύτερη περιοχή μας.

**Είναι προφανές ότι το πρώτο και βασικό στοίχημα είναι η αποκατάσταση της αξιοπιστίας της χώρας, που έχει δεχθεί καίριο πλήγμα τα τελευταία χρόνια.

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ασφαλώς δίνει την άμεση προτεραιότητα στην επίσπευση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης με τη συναίνεση όλων των κοινωνικών δυνάμεων καθώς και στην κατάρτιση αξιόπιστων στόχων του επικαιροποιημένου Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

**Παράλληλα, όμως, σε ένα μακροπρόθεσμο ορίζοντα πενταετίας η αποκατάσταση της αξιοπιστίας της χώρας απαιτεί ριζικές αλλαγές που σχετίζονται με τη διαφάνεια στη λειτουργία των κρατικών θεσμών, την ομαλή και υγιή λειτουργία της αγοράς, την ουσιαστική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, την αξιοκρατική αξιοποίηση όλων των δημιουργικών δυνάμεων του τόπου.

Η ουσιαστική αυτή «εξυγίανση» μπορεί να ξεκινά από το χώρο της οικονομίας αλλά θα πρέπει να ενσωματώνει πλήρως και την κοινωνική και περιβαλλοντική ευημερία -κι αυτή ακριβώς είναι η δεύτερη σημαντική πρόκληση για εμάς.

**Η Ενωση (αλλά και οι σημαντικότερες δυνάμεις σε παγκόσμιο επίπεδο) αποδείχθηκε μέχρι σήμερα άτολμη ως προς τις προτεινόμενες λύσεις απέναντι στην υφιστάμενη κρίση. Το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε μάλλον «επιδερμικά», χωρίς εμβάθυνση στα πραγματικά αίτια της κρίσης.

Κι όμως, η σημαντική πρόκληση και ταυτόχρονα ευκαιρία που αναδείχθηκε με την κρίση είναι η αλλαγή αναπτυξιακού μοντέλου, προς την κατεύθυνση της πράσινης ανάπτυξης και της αναδιανομής της ευημερίας, προστατεύοντας τις πλέον ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, προάγοντας την κοινωνική ισορροπία και δικαιοσύνη και συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση της μεγαλύτερης παγκόσμιας πρόκλησης των ημερών μας, που είναι η κλιματική αλλαγή.

**Η στροφή στην πράσινη ανάπτυξη αποτελεί για την Ελλάδα μια χρυσή ευκαιρία δεδομένων των συγκριτικών πλεονεκτημάτων μας, όπως είναι οι ανεξάντλητοι ενεργειακοί μας πόροι, το μοναδικό φυσικό περιβάλλον και το ανθρώπινο δυναμικό.

Σε μία περίοδο όπου η Ευρώπη θέτει υψηλούς στόχους σχετικά με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την ενεργειακή αποδοτικότητα, την ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού και τον περιορισμό της εξάρτησης από τρίτες χώρες, έχουμε την ευκαιρία αξιοποιώντας την ηλιακή και την αιολική ενέργεια, τη γεωθερμία και τη βιομάζα να αναλάβουμε πρωταγωνιστικό ρόλο, να αποτελέσουμε ευρωπαϊκό παράδειγμα, δίνοντας μάλιστα τον «πρώτο λόγο» στις απομακρυσμένες και μειονεκτούσες περιοχές, όπως είναι τα νησιά μας και οι απομονωμένες ορεινές περιοχές.

**Στα θέματα εξωτερικής πολιτικής, η πρόκληση για την Ελλάδα είναι διπλή: η αναβάθμιση του ρόλου μας στην Ευρώπη, στα Βαλκάνια και στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και η δυναμική προσπάθεια που ήδη έχουμε ξεκινήσει για το «κλείσιμο» όλων των ανοιχτών μετώπων.

**Πρέπει να αφήσουμε οριστικά πίσω μας την πολιτική της απομόνωσης και της ακινησίας στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής στην οποία μας οδήγησαν οι κυβερνήσεις της Ν.Δ. Με γνώμονα τις πάγιες αρχές και αξίες της Ε.Ε., την προώθηση της δημοκρατίας, της ειρήνης και της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οφείλουμε και μπορούμε να έχουμε δυνατή φωνή, να διαμορφώσουμε ισχυρές συμμαχίες που θα αναβαθμίσουν σημαντικά τον περιφερειακό και διεθνή μας ρόλο καθώς και όραμα για την εξωτερική μας πολιτική που θα στηρίζεται όχι σε ευκαιριακές εξελίξεις αλλά σε μακροπρόθεσμη στόχευση.

Στο πλαίσιο αυτό αποτέλεσε κίνηση-ορόσημο η πρωτοβουλία του πρωθυπουργού να θέσει το 2014 ως καταληκτική ημερομηνία για την ένταξη όλων των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων στην Ε.Ε., αναλαμβάνοντας ενεργά συγκεκριμένες δράσεις για την προώθηση αυτού του στόχου.

**Μία κίνηση απόλυτα συνεπής με την πάγια πολιτική του ΠΑΣΟΚ για τα Βαλκάνια, έτσι όπως είχε διαμορφωθεί το 2003 με την «Ατζέντα της Θεσσαλονίκης». Πέρα από τα μεγάλα στοιχήματα για την Ελλάδα στην Ευρώπη, υπάρχει το ίδιο το στοίχημα της Ευρώπης, η οποία μέσα από τη θέση σε ισχύ της νέας Συνθήκης καλείται να αναλάβει έναν ουσιαστικότερο ρόλο, τόσο στη διεθνή σκηνή όσο και στο εσωτερικό της, δηλαδή απέναντι στους πολίτες της.

Σ' αυτό το στοίχημα το ΠΑΣΟΚ αλλά και το σύνολο των δυνάμεων των ευρωπαίων σοσιαλιστών θα παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο για να φέρουμε ξανά το όραμα μιας ενωμένης, ισχυρής, δημοκρατικής και ανταγωνιστικής Ευρώπης στο προσκήνιο.

* Η ΑΝΝΥ ΠΟΔΗΜΑΤΑ είναι ευρωβουλευτίνα του ΠΑΣΟΚ και αντιπρόεδρος της επιτροπής Ενέργειας, Βιομηχανίας και Ερευνας του Ε.Κ.

Αλλαγή πολιτικής κουλτούρας

Η Ευρωπαϊκή Ενωση συνολικά αλλά και η Ελλάδα ειδικότερα βρίσκονται ενώπιον σοβαρών προκλήσεων στα πεδία της οικονομίας, των θεσμών, της ασφάλειας, της κοινωνικής συνοχής και της ευημερίας.

Τα δύο αυτά επίπεδα είναι αλληλένδετα και, κατά συνέπεια, αλληλένδετες είναι και οι λύσεις που αναμένεται να επιδιωχθούν.

* Από τη σκοπιά της Ε.Ε., ο άξονας των εξελίξεων προσδιορίζεται από το ισχυρό κεκτημένο της ευρωπαϊκής ενοποίησης, δηλαδή από την πορεία που χαράχθηκε από τις Συνθήκες (της Ρώμης, την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, του Μάαστριχτ και τις αναθεωρήσεις του Αμστερνταμ και της Νίκαιας και της νέας Συνθήκης της Λισαβόνας), καθώς και από το σύνολο της δευτερογενούς νομοθεσίας.

**Το κεκτημένο, όμως, δεν έχει μονοσήμαντη ή αυτόματη κατεύθυνση. Η κατεύθυνση προς την πολιτική ενοποίηση, την παγίωση και διεύρυνση της δημοκρατίας, την εξασφάλιση της ευημερίας, της αλληλεγγύης και της ασφάλειας εξαρτάται από την ποιότητα των πρωτοβουλιών που αναλαμβάνουμε κάθε φορά.

**Μεγάλο μέρος της ευθύνης για τη μελλοντική πορεία της Ε.Ε. αναλαμβάνει η νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Πρέπει να διευκρινίσω ότι διαθέτει αρμοδιότητες εκτελεστικής εξουσίας που της έχουν παραχωρήσει τα κράτη-μέλη, αλλά δεν είναι το αντίστοιχο μιας τυπικής κυβέρνησης.

Δεν εκλέγεται άμεσα από τους πολίτες, προετοιμάζει νομοθεσία την οποία, όμως, ψηφίζει το Συμβούλιο των Υπουργών και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ακόμη, δεσμεύεται από την αρχή της επικουρικότητας, δηλαδή έχει λόγο μόνο σε ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να επιλυθούν σε εθνικό ή υπο-εθνικό επίπεδο.

**Συνεπώς, η λειτουργία της Επιτροπής δεν έχει αμιγώς πολιτικό χαρακτήρα, αλλά συνιστά μια κανονιστική αρχή, που αξιολογείται σύμφωνα με την αποτελεσματικότητα του έργου της στα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί με γνώμονα την προάσπιση των συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ενωσης στο σύνολό της.

Ο πρόεδρος Ζοζέ Μπαρόζο διατυπώνει πέντε βασικούς στόχους (οικονομική ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα, ανεργία και κοινωνική συνοχή, βιωσιμότητα, ασφάλεια, συμμετοχή πολιτών) για τη θητεία της νέας Επιτροπής. Οπως θα εξηγήσω παρακάτω, οι στόχοι αυτοί ενδιαφέρουν ιδιαιτέρως την Ελλάδα.

**Αποτελεί πάγια θέση μου ότι το ελληνικό κράτος πρέπει να αποκτήσει μεγαλύτερη ισχύ, αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα σύμφωνα με τα πρότυπα των ευρωπαϊκών κρατών.

Για το λόγο αυτόν, η ενεργός συμμετοχή μας στην Ε.Ε. αποτελεί αναντικατάστατη προϋπόθεση για ένα ισχυρό κράτος. Από πολλές απόψεις, το ελληνικό κράτος βρίσκεται σε μια ιδιότυπη κρίση. Σε θεσμικό επίπεδο πρέπει να ενισχυθούν οι μηχανισμοί αμοιβαίου ελέγχου των κρατικών οργάνων και, κυρίως, να προληφθούν ζοφερά φαινόμενα διαφθοράς και κακοδιοίκησης.

**Σε οικονομικό επίπεδο πρέπει με αποφασιστικότητα να πετύχουμε τη δημοσιονομική εξυγίανση, τη μείωση του δημόσιου χρέους και, ταυτόχρονα, να ενδυναμώσουμε την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία.

**Σε επίπεδο κοινωνίας πρέπει να ενισχύσουμε την κοινωνική δικαιοσύνη, τη βιωσιμότητα, καθώς και την άμιλλα και την αριστεία. Για τα επιτευχθούν τα παραπάνω απαιτείται η συνέργεια της κυβέρνησης με τα όργανα της Ε.Ε., αλλά και των θεσμών με την κοινωνία των πολιτών.

Στο πρώτο ζήτημα ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να αποδοθεί στην ενεργό συμμετοχή της κυβέρνησης στη λήψη αποφάσεων στην Ε.Ε. Οι «Βρυξέλλες» δεν είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος για όσα εμείς δεν είχαμε την προνοητικότητα να επιτύχουμε ή να προλάβουμε εγκαίρως. Οι αντιθέσεις μεταξύ κοινοτικού και εσωτερικού δικαίου προκύπτουν συχνά ως το αποτέλεσμα ελλιπούς προετοιμασίας σχετικά με εθνικές θεσμικές ιδιαιτερότητες ή ελλιπούς προσαρμογής της εθνικής νομοθεσίας.

**Η νέα Συνθήκη της Λισαβόνας δίνει νέες δυνατότητες συνεργασίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με τα εθνικά κοινοβούλια για τη συμμετοχή και τον έλεγχο κατά τη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.

Ακόμα, κυβέρνηση και δημόσια διοίκηση αναδέχονται μεγάλο μέρος της ευθύνης για ένα πραγματικά ισχυρό -αλλά όχι συγκεντρωτικό- κράτος. Δεν πρέπει να μείνουμε στα ρητορικά σχήματα, αλλά να προχωρήσουμε σε γενναίες πράξεις.

**Απαιτείται μεσοπρόθεσμος στρατηγικός προγραμματισμός των λειτουργιών του κράτους και συγκεκριμένοι μετρήσιμοι στόχοι. Πρέπει να αντιστραφεί η λογική της συμφόρησης εξουσιών και ευθυνών στο κεντρικό κράτος και να κατανεμηθούν αρμοδιότητες και πόροι σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.

Η δημόσια διοίκηση πρέπει να αξιολογείται διαρκώς, να ανανεώνονται οι υποδομές και τα εργαλεία για να επιτελεί καλύτερα το έργο της αλλά και τα κίνητρα ανάπτυξης των δεξιοτήτων εξέλιξης στο προσωπικό της.

**Η συνέργεια, όμως, κράτους-κοινωνίας των πολιτών είναι εξίσου σημαντική παράμετρος. Χαρακτηριστικά αναφέρω την εδραιωμένη κοινωνικά στάση παραβίασης της νομοθεσίας και φορο-αποφυγής. Γνωρίζουμε τις ιστορικές καταβολές αυτών των στάσεων, αλλά πρέπει να υπερβούμε τα προ-νεωτερικά στοιχεία της πολιτικής μας κουλτούρας.

Η εκπλήρωση των υποχρεώσεων των πολιτών είναι σημαντική για ένα ισχυρό κράτος. Πρέπει να προχωρήσουμε σε οριστική ρήξη με συστήματα πελατειακών σχέσεων και πατρωνείας που εξυπηρετούν κάποιους εις βάρος του κοινωνικού συνόλου.

**Συμπερασματικά, η πρόκληση του ισχυρού κράτους σε μία ισχυρή Ευρώπη συμπεριλαμβάνει όλους τους άλλους επιμέρους στόχους ανάπτυξης, βιωσιμότητας και ευημερίας.

Η κυβέρνηση και τα όργανα της Ε.Ε. θα λογοδοτήσουν για το όποιο έργο τους στο μέρος των ευθυνών που τους αναλογεί. Οι πολίτες της σύγχρονης Ευρώπης δεν είναι πλέον παθητικοί δέκτες ή απόμακροι κριτές, αλλά εκ του σύνεγγυς διαμορφωτές της πολιτικής ατζέντας.

*Η ΜΑΡΙΕΤΤΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ είναι επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας της Ν.Δ. στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και πρώην υπουργός Παιδείας.