Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΙΣΤΕΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΙΣΤΕΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Αυγούστου 2012

Η έννοια του αριστερού...


Του Αγγελου Σταγκου, Η Καθημερινή, 5/8/2012
Στη χώρα των στρεβλώσεων πολλές είναι οι έννοιες που έχουν επίσης διαστρεβλωθεί ή έχουν χάσει τη σημασία τους. Δεν είναι άλλωστε και ιδιαίτερα παράξενο· όταν διαστρεβλώνονται γεγονότα, πλάθονται και επικρατούν μύθοι, αλλοιώνεται η Ιστορία και επαναλαμβάνονται ως αληθινές δηλώσεις που δεν έγιναν ποτέ, ανάλογα πάντα με τις προθέσεις και τις διαθέσεις του αφηγητή, είτε πρόκειται για πρόσωπο είτε για μέσο επικοινωνίας είτε για κόμμα ή κυβέρνηση. Το χειρότερο όμως είναι ότι στη σημερινή Ελλάδα η μυθοπλασία και οι διαστρεβλωμένες έννοιες έχουν δημιουργήσει μια φαντασιακή «πραγματικότητα» γεμάτη αδιέξοδα. Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό καλλιεργείται για να εξυπηρετεί συμφέροντα και τελικά εδραιώνεται στον συλλογικό τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς.

Κυριακή 29 Ιουλίου 2012

Η νέα Αριστερά


Του Θανου Bερεμη * Η Καθημερινή, 29/7/2012
Η νέα Αριστερά, όπως εκπροσωπείται κυρίως από τον ΣΥΡΙΖΑ, προσπαθεί να προσαρμόσει τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία για την κατίσχυση της εργατικής τάξης, στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα. Σήμερα, η αληθινή εργατική τάξη έχει περιοριστεί στο εκλογικό περίπου μέγεθος του ΚΚΕ, ενώ το μεγάλο ποσοστό του εκλογικού σώματος που προτίμησε στις τελευταίες εκλογές τον ΣΥΡΙΖΑ, αποτελείται κυρίως από ανέργους του ιδιωτικού τομέα, αφού ο δημόσιος παραμένει ανέγγιχτος από την ανεργία. Οπαδοί του ΣΥΡΙΖΑ είναι ακόμα δημόσιοι υπάλληλοι οι οποίοι πιστεύουν ότι ο κ. Τσίπρας θα εξασφαλίσει την παραμονή τους στο Δημόσιο.

Κυριακή 26 Ιουνίου 2011

Γιατί υποχωρεί η αριστερά;

ΓΙΑΤΙ ΣΤΗ ΔΥΣΗ η αριστερά σε όλες τις μορφές της υποχωρεί και παρακμάζει; Στο ερώτημα αυτό προσπαθεί να απαντήσει ο ιταλός γλωσσολόγος Ραφαέλε Σιμόνε με το βιβλίο του «Το μειλίχιο τέρας.
ELENA RAPA, «ΑΝΟΙΧΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ» (2010)
Γιατί η Δύση δεν πηγαίνει προς τα αριστερά», που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στη γλώσσα μας από τις εκδόσεις «Πόλις» (μετάφραση: Μιχάλης Μητσός). Σε ένα άρθρο του, που δημοσιεύτηκε στη γαλλική περιοδική επιθεώρηση «Le Debat», ο Σιμόνε συνόψιζε τις θέσεις και τα επιχειρήματα που αναπτύσσει στο βιβλίο του. Από το άρθρο αυτό παρουσιάζουμε στη συνέχεια ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα.
Το εκλογικό σώμα της αριστεράς αποδυναμώθηκε όχι μόνο εξαιτίας των σοβαρών ανεπαρκειών των ηγετικών ομάδων αλλά γενικά επειδή τα «ιδεώδη» της αριστεράς, αυτά που τη διαφοροποιούν πιο καθαρά από τη δεξιά, δεν εναρμονίζονται πλέον με το πνεύμα της εποχής. Πράγματι, σε μια εποχή σπατάλης, καταναλωτισμού και ακραίου οικονομικού φιλελευθερισμού, αυτά τα ιδεώδη εμφανίζονται σαν να έχουν περιοριστικό, τιμωρητικό και μίζερο χαρακτήρα. Αυτό ισχύει εξίσου για τους κυριότερους στόχους της αριστεράς: την ισότητα (η οποία περιορίζει την επέκταση των ατομικών προνομίων), τη νομιμότητα (αυτή περιορίζει την ικανοποίηση των επιθυμιών), τη δικαιοσύνη (αυτή επιβάλλει κανόνες), τη φορολογική δικαιοσύνη (αυτή περιορίζει την ιδιοκτησία και διαταράσσει την κατανάλωση), τη μέριμνα για τις κατώτερες τάξεις (αυτή εμποδίζει τη φιλοδοξία να ανήκουν στις ανώτερες τάξεις), την πάλη εναντίον του εθνικισμού (αυτή περιορίζει την ιδιαιτερότητα των πατρίδων), την αυστηρότητα... Εξάλλου, αν προχωρήσει κανείς στην εξέταση των δομών στις οποίες στηρίζονται τα ιδεώδη της αριστεράς, βλέπει ότι η επιδίωξη αυτών των στόχων προϋποθέτει την αποδοχή βαθύτερων μηχανισμών, οι οποίοι -και αυτοί- δεν εναρμονίζονται με τις μέριμνες της νεωτερικότητας.

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Από πού πάνε προς τ' αριστερά;

  • ΑΠΑΝΤΟΥΝ ΣΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΟΙ ΚΑΡΛΟ ΓΚΑΛΙ, ΑΝΤΟΝΙ ΓΚΙΝΤΕΝΣ, ΓΙΟΥΡΓΚΕΝ ΧΑΜΠΕΡΜΑΣ, ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΣΑΒΑΤΕΡ
Γνωστοί Ευρωπαίοι διανοούμενοι κλήθηκαν από την ιταλική εφημερίδα La Repubblica να διατυπώσουν τις σκέψεις τους για την Αριστερά και τις προοπτικές της.
Παρουσιάζουμε στη συνέχεια τις απόψεις του Ιταλού ιστορικού Κάρλο Γκάλι, του Βρετανού κοινωνιολόγου Αντονι Γκίντενς, του Γερμανού φιλοσόφου Γιούργκεν Χάμπερμας και του Ισπανού φιλοσόφου Φερνάντο Σαβατέρ.
  • ΚΑΡΛΟ ΓΚΑΛΙ

Η ήττα της κομμουνιστικής Αριστεράς και οι οικονομικοί και πολιτικοί μετασχηματισμοί που ακολούθησαν -η παγκοσμιοποίηση- έκαναν το κεφάλαιο πιο επιθετικό (επειδή είναι περισσότερο εκτεθειμένο στον ανταγωνισμό) και προκάλεσαν την κρίση του σοσιαλδημοκρατικού συμβιβασμού, δηλαδή των κατακτήσεων της μεταρρυθμιστικής Αριστεράς.

Σήμερα τα κοινωνικά δικαιώματα αντιμετωπίζονται σαν ένα κόστος και όχι ως μία αξία. Σήμερα το κέντρο της κοινωνίας είναι η αγορά, η επιχείρηση και οι ανάγκες της για ανάπτυξη, ο επιθετικός ατομικισμός. Συντελείται ήδη ο κατακερματισμός του μεσαίου στρώματος, το οποίο είχε δημιουργηθεί από τις πολιτικές κοινωνικής πρόνοιας του παρελθόντος, και η κοινωνία πολώνεται μεταξύ λίγων πλούσιων και πολλών φτωχών.
Ακόμα και οι νομικές μορφές της ισότητας -η νομιμότητα, τα πολιτικά δικαιώματα- απειλούνται από την ανασφάλεια και το φόβο, τα νέα βιοπολιτικά μηνύματα που εκπέμπει το κράτος. Η δημοκρατία έχει αντικατασταθεί από το λαϊκισμό. Η Αριστερά οφείλει επομένως να βρει την ικανότητα να ασκεί κριτική στο παρόν και οφείλει να κατονομάζει ανοιχτά τις αντιφάσεις του.
Οφείλει να είναι πεπεισμένη ότι για ένα πρόβλημα δεν υπάρχει μόνον η λύση που προτείνεται από όποιον κατέχει την εξουσία, αλλά υπάρχει τουλάχιστον και μια άλλη, εναλλακτική, η οποία έχει σκοπό τη χειραφέτηση όσων δεν κατέχουν εξουσία και την απελευθέρωση των ικανοτήτων τους για αυτόνομη ανάπτυξη (γι' αυτό η Αριστερά οφείλει να είναι αντιααυταρχική και κοσμική).
Οφείλει να είναι διακριτή και αναγνωρίσιμη, δηλαδή οφείλει να είναι με συνέπεια «μέρος» -τη στιγμή που η κοινωνία κατακερματίζεται σε μέρη, αν και αυτά δεν συμπίπτουν με τις παραδοσιακές «κοινωνικές τάξεις»- και επομένως οφείλει να μετέχει αποφασιστικά στις πραγματικές συγκρούσεις.
Οφείλει όμως και να αναλαμβάνει την ευθύνη για τα γενικά ζητήματα τυπικής και ουσιαστικής ισότητας, συνυπολογίζοντας το ότι οι συγκρούσεις δεν θα μπορέσουν ποτέ να πάψουν. Οφείλει να παράγει μια νέα ιδέα κοινωνίας, μια νέα «ηγεμονία», την οποία πρέπει να αντιπαραθέτει στην ηγεμονία της Δεξιάς.
Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να καταπολεμά το φόβο και την ανισότητα με τη νομιμότητα, τη δικαιοσύνη και την ελπίδα. Και να παλεύει για ένα νέο συμβιβασμό -πολύ πιο ισορροπημένο από τον τωρινό και λιγότερο γραφειοκρατικό από εκείνον του παρελθόντος- ανάμεσα σε οικονομία και δικαιώματα ελευθερίας, ανάμεσα σε κράτος και αγορά, ανάμεσα σε δημόσιο και ιδιωτικό.
  • ΑΝΤΟΝΙ ΓΚΙΝΤΕΝΣ

Στη σημερινή πολιτική η διαίρεση μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς είναι λιγότερο σαφής από όσο ήταν στο παρελθόν, επειδή στον καπιταλισμό δεν αντιπαρατίθεται πλέον μια σαφώς προσδιορισμένη σοσιαλιστική εναλλακτική λύση. Επιπλέον, ορισμένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε -για παράδειγμα, η κλιματική αλλαγή που βρίσκεται στο επίκεντρο πολλών σύγχρονων συζητήσεων- υπερβαίνουν την κλασική διάκριση μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς.
Ωστόσο, η διάκριση έχει ακόμα νόημα. Να είναι κανείς αριστερός σημαίνει να έχει στην καρδιά του ορισμένες θεμελιώδεις αξίες. Σημαίνει να πιστεύει στη σημασία της κοινωνικής αλληλεγγύης, της ισότητας, της προστασίας των πιο ευάλωτων και στην «ουσιαστική ελευθερία»: όχι μόνο στην οικονομική ή την ελευθερία απέναντι στο νόμο, αλλά σε μια πραγματική ελευθερία για όλους τους πολίτες.
Σημαίνει, επίσης, να συνδέεται με ένα ορισμένο πολιτικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο αποδίδεται μεγάλη σημασία στον ακτιβισμό και στην ικανότητα παρέμβασης των κυβερνήσεων, που είναι αναγκαία για να αντισταθμίζει την τάση των ανεξέλεγκτων αγορών να παράγουν οικονομική αστάθεια και μακροσκοπικές κοινωνικές ανισότητες, υποκαθιστώντας τις κοινωνικές αξίες με καθαρά οικονομικές παραμέτρους.
  • ΓΙΟΥΡΓΚΕΝ ΧΑΜΠΕΡΜΑΣ

Η «Αριστερά» οφείλει το όνομά της στη διάταξη των κοινοβουλευτικών εδρών στη γαλλική Εθνοσυνέλευση του 1789. Οσο για τον όρο «σοσιαλισμός», το νόημά του ήταν και παραμένει ακριβώς η υλοποίηση των συνθημάτων της Γαλλικής Επανάστασης.
Η «ελευθερία» δεν μπορεί να περιορίζεται στην απλή δυνατότητα να εκφράζουν ατομικά την ψήφο τους τα υποκείμενα που μετέχουν σε ένα σύστημα αγοράς. Μόνον η εξισωτική ένταξη όλων των πολιτών ως συν-νομοθετών σε ένα πλαίσιο διαμόρφωσης πληροφορημένων γνωμών και πολιτικών βουλήσεων μπορεί να εξασφαλίζει στον καθένα τους χώρους και τα μέσα για να καθορίζει και να διαμορφώνει αυτόνομα τη δική του προσωπική ύπαρξη.
Η «ισότητα» δεν μπορεί να είναι εκείνη η τυπική απέναντι στο νόμο, αλλά πρέπει να συνεπάγεται την ίση κατανομή των δικαιωμάτων, τα οποία πρέπει να έχουν ίση αξία για τον καθένα, ανεξάρτητα από την κοινωνική του θέση. Η αλληλεγγύη δεν πρέπει να εκφυλίζεται σε πατερναλιστική βοήθεια προς τους περιθωριοποιημένους.
Η συμμετοχή στην πολιτική κοινότητα με ίσα δικαιώματα δεν συμβιβάζεται με την ιδιωτικοποίηση, η οποία φορτώνει τους κινδύνους και τα κόστη που προέρχονται από το συνολικό κοινωνικό επίπεδο πάνω στους ώμους επιμέρους ομάδων ή προσώπων χωρίς κάποιαν αποζημίωση ή επανόρθωση. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο η Αριστερά αντιλαμβάνεται τις συνταγματικές αρχές, οι οποίες στις δημοκρατικές κοινωνίες μας διαμορφώνουν το ισχύον δίκαιο.
Η Αριστερά στρατολογεί τα μέλη της μεταξύ των πολιτών που ευαισθητοποιούνται μπροστά στις έντονες αντιθέσεις ανάμεσα σε αυτές τις βαθύτερες αρχές και την πραγματικότητα μιας κοινωνίας όλο και λιγότερο αλληλέγγυας. Μια κοινωνία στην οποία οι ελίτ οχυρώνονται, ακόμη και ηθικά, στις δικές τους περιφραγμένες κοινότητες είναι αποκρουστική.
Τα δεινά της Αριστεράς αντανακλούν τη γενική άμβλυνση αυτού του κανονιστικού πνεύματος και την αυξανόμενη τάση να αποδεχόμαστε ως φυσιολογικό και προφανή έναν ορθολογιστικό εγωισμό, ο οποίος με τις επιταγές της αγοράς έχει ήδη διεισδύσει βαθιά μέσα στους πόρους ενός αποικιοποιημένου περιβάλλοντος ζωής. Φυσικά το έλλειμμα της Αριστεράς δεν είναι μόνον έλλειμμα κινήτρων, αλλά αφορά και το γνωστικό πεδίο, όπου δεν κατόρθωσε να αντιμετωπίσει όλη την πολυπλοκότητα των υπαρκτών προκλήσεων -για παράδειγμα, τους κινδύνους που διατρέχει σήμερα το κοινό νόμισμα.
Διαφορετικά η Αριστερά δεν θα περιοριζόταν στο να παραπονιέται για την καταστροφικότητα των ανεξέλεγκτων χρηματοπιστωτικών αγορών, αλλά θα είχε διαβλέψει στην κερδοσκοπία ενάντια στο ευρωπαϊκό νόμισμα μια πολιτική πανουργία του οικονομικού λόγου. Θα ενεργοποιούνταν εναντίον της ασυμμετρίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπου μια πλήρης οικονομική ενοποίηση συνοδεύεται από μιαν ατελή πολιτική ενοποίηση. Και θα κατανοούσε τέλος ότι μια δημοκρατική και αλληλέγγυα Ευρώπη είναι ένα σχέδιο της Αριστεράς.
  • ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΣΑΒΑΤΕΡ

Σήμερα η Αριστερά δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο παρά εκείνη η δύναμη που υπερασπίζεται την έννοια της κοινωνίας. Δηλαδή κάτι διαφορετικό από την απλή παράθεση εξατομικευμένων υποκειμένων και αντιτιθέμενων συμφερόντων που βρίσκονται σε σύγκρουση. Τα μέλη μιας κοινωνίας βλέπουν τους εαυτούς τους ως συνεταίρους των άλλων, δηλαδή ως συνεργάτες και συνεργούς στη δημιουργία ενός οφέλους, το οποίο σε κάποιο βαθμό πρέπει να διαχέεται σε όλους.
Η Αριστερά οφείλει να υπενθυμίζει ότι, σε οποιονδήποτε τόπο του κόσμου, η δημοκρατία έχχει δύο βασικούς εχθρούς: τη φτώχεια και την άγνοια. Εκεί όπου η φτώχεια γίνεται ανεκτή, εκεί όπου η άγνοια δεν καταπολεμιέται, η δημοκρατία μετατρέπεται σε μια καρικατούρα του εαυτού της.
Γι' αυτό η Αριστερά -η οποία έχει ήδη διδαχθεί ότι δεν μπορεί παρά να είναι δημοκρατική με τρόπο ενσυνείδητο και αποφασιστικό- οφείλει να προσπαθεί να θέτει εκτός νόμου την κατάσταση της ακραίας φτώχειας (όπως στον καιρό της τέθηκε εκτός νόμου η δουλεία) και οφείλει να ενεργεί έτσι ώστε η δημόσια λαϊκή και χωρίς δόλιους αποκλεισμούς εκπαίδευση για όλους να γίνει το πρωταρχικό της καθήκον.
Ενα άλλο πολύ επίκαιρο ζήτημα, που η Αριστερά οφείλει να αντιμετωπίσει, είναι η αύξηση της διαφθοράς, τόσο της πολιτικής όσο και της οικονομικής (που συνήθως δρουν από κοινού), η οποία απειλεί να μετατρέψει τη δημοκρατία σε «κλεπτοκρατία», θέτοντας τους θεσμούς ή τη δημόσια σφαίρα στην υπηρεσία των αρπακτικών. *

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010

Ζοζέ Σαραμάγκο: Πού είναι η Αριστερά;


του Ζοζέ Σαραμάγκο

  • Το  κείμενο, με τίτλο «Πού είναι η Αριστερά» πρωτοεμφανίστηκε στο μπλογκ του Σαραμάγκο, την 1.10. 2008. Δημοσιεύτηκε, μαζί με άλλα κείμενα από το ίδιο μπλογκ, στο βιβλίο του Το τετράδιο. Κείμενα που γράφτηκαν για το blog, Σεπτέμβριος 2008-Μάρτιος 2009. Στα ελληνικά κυκλοφορεί, όπως και όλα σχεδόν τα βιβλία του Σαραμάγκο, σε μετάφραση Αθηνάς Ψυλλιά, από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Πριν από τρία-τέσσερα χρόνια, σε μια συνέντευξή μου σε μια νοτιοαμερικάνικη εφημερίδα, αργεντίνικη νομίζω, μου βγήκε πάνω στις διαδοχικές ερωταποκρίσεις μια δήλωση που κατόπιν φαντάστηκα πως θα προκαλούσε αναταραχή, διαμάχη, σκάνδαλο (μέχρι αυτού του σημείου έφτανε η αφέλειά μου), ξεκινώντας από τις τοπικές στρατιές της Αριστεράς και μετά, ποιος ξέρει, σαν ένα κύμα που εξαπλώνεται σε κύκλους, στα διεθνή μέσα, είτε αυτά ήταν πολιτικά, συνδικαλιστικά ή πολιτιστικά, τα οποία πρόσκεινται στην εν λόγω Αριστερά.
Με όλη της τη σκληρότητα, χωρίς να κάνει βήμα πίσω μπροστά στην ίδια της την αισχρότητα, η φράση, όπως αναπαράχθηκε με ακρίβεια από την εφημερίδα, ήταν η εξής: «Η Αριστερά δεν έχει την παραμικρή γαμημένη ιδέα σε ποιον κόσμο ζει». Στην πρόθεσή μου, εσκεμμένα προκλητική, η Αριστερά, επερωτωμένη έτσι, απάντησε με την πιο παγωμένη σιωπή. Κανένα κομμουνιστικό κόμμα, για παράδειγμα, ξεκινώντας απ’ αυτό του οποίου είμαι μέλος, δεν βγήκε στις επάλξεις για να αντικρούσει ή απλώς να επιχειρηματολογήσει σχετικά με την καταλληλότητα ή τη μη καταλληλότητα των λέξεων που πρόφερα. Κατά μείζονα λόγο, επίσης, κανένα από τα σοσιαλιστικά κόμματα που βρίσκονται στην κυβέρνηση των αντίστοιχων χωρών, σκέφτομαι κυρίως των δικών μας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας, δεν θεώρησε απαραίτητο να απαιτήσει ένα ξεκαθάρισμα εξηγήσεις από τον παράτολμο συγγραφέα που τόλμησε να ρίξει μια πέτρα στον μουχλιασμένο βούρκο της αδιαφορίας.
Τίποτε απολύτως, σιωπή καθολική, λες και στους ιδεολογικούς τάφους όπου κατέφυγαν δεν υπήρχε τίποτε άλλο παρά μόνο σκόνη και αράχνες, ή το πολύ κάποιο αρχαϊκό οστό που δεν έκανε ούτε για ιερό λείψανο πια. Για κάμποσες μέρες αισθάνθηκα αποκλεισμένος από την ανθρώπινη κοινωνία, σαν να ’χα χολέρα, θύμα κάποιου είδους διανοητικής κίρρωσης όπου τίποτα δεν έβγαζε νόημα. Έφτασα μάλιστα να σκεφτώ πως η συμπονετική κουβέντα που θα κυκλοφορούσε μεταξύ αυτών που σιωπούσαν ήταν περίπου η εξής: «Τον κακομοίρη, τι να περιμένει κανείς σε τέτοια ηλικία;». Ήταν πως δεν θεωρούσαν ότι δικαιούμουν να εκφράσω γνώμη σ’ αυτή τη φάση.
Ο καιρός περνούσε, περνούσε, η κατάσταση στον κόσμο γινόταν όλο και πιο περίπλοκη, και η Αριστερά, ατάραχη, συνέχιζε να παίζει τους ρόλους που, είτε στην εξουσία είτε στην αντιπολίτευση, της είχαν διανεμηθεί. Εγώ, που στο μεταξύ είχα κάνει μια άλλη ανακάλυψη, πως ο Μαρξ ποτέ δεν είχε τόσο πολύ δίκιο όσο σήμερα, φαντάστηκα, όταν πριν ένα χρόνο ξέσπασε η καρκινική απάτη των ενυπόθηκων δανείων στις ΗΠΑ, πως η Αριστερά, όπου κι αν βρίσκεται, αν είναι ακόμα ζωντανή, θ’ ανοίξει επιτέλους το στόμα για να πει τι σκέφτεται γι’ αυτή την περίπτωση. Έχω πια την εξήγηση: η Αριστερά δεν σκέφτεται, δεν δρα, δεν διακινδυνεύει ούτε βήμα. Έχει γίνει ό,τι έχει γίνει από τότε, και μέχρι σήμερα η Αριστερά, με δειλία, εξακολουθεί να μη σκέφτεται, να μη δρα, να μη διακινδυνεύει ένα βήμα. Γι’ αυτό ας μην παραξενευτεί κανείς για την αναιδή ερώτηση του τίτλου: «Πού είναι η Αριστερά;». Δεν τάζω τίποτα για απάντηση, πλήρωσα ήδη πολύ ακριβά τις αυταπάτες μου.
  • Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Αθηνά Ψυλλιά

Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

Θέλει ανανέωση η Αριστερά;

Ενα νέο κόμμα ιδρύθηκε το περασμένο Σαββατοκύριακο. Η Δημοκρατική Αριστερά του κ. Φ. Κουβέλη, που αποσκοπεί στην προσέλκυση ψηφοφόρων της Κεντροαριστεράς οι οποίοι δεν καλύπτονται πλέον από το ΠαΣοΚ ή τον ΣΥΡΙΖΑ. Η Διακήρυξη των Πολιτικών Θέσεων υπογραμμίζει ότι το νέο κόμμα φιλοδοξεί να αποτελέσει την απάντηση στο αίτημα της ελληνικής κοινωνίας για ριζική ανασυγκρότηση του πολιτικού πεδίου και επανακαθορισμό των κοινωνικών συσχετισμών ενώ υπογραμμίζεται ότι «ο πυρήνας των ανανεωτικών ιδεών, που τον κωδικοποιούμε στις θεμελιώδεις αρχές: “δημοκρατικός σοσιαλισμός- αριστερός ευρωπαϊσμός- μεταρρυθμιστική στρατηγική- οικολογική εγρήγορση” είναι και παραμένει στοιχείο της ταυτότητάς μας». Υπογραμμίζοντας τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό του νέου κόμματος η Διακήρυξη επισημαίνει ότι οι κατευθύνσεις αυτές μπορούν να υλοποιηθούν μόνο μέσα στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Πρόκειται για στρατηγική επιλογή όσον αφορά τη χώρα, τους εργαζομένους, τη δημοκρατία και τον πολιτισμό. Υπάρχει, όμως, χώρος αλλά και ανάγκη δράσης στην Ελλάδα μιας Ευρωπαϊκής Αριστεράς;

Ισως είναι πολύ αργά

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ Κ. ΨΥΧΟΓΙΟΥ 
Η ίδρυση της Δημοκρατικής Αριστεράς είναι άραγε το τελευταίο βήμα στην πορεία που ξεκίνησε μερίδα του κομμουνιστικού κινήματος πριν από 42 χρόνια ή νέο ξεκίνημα; Τότε, τον Φεβρουάριο του 1968, όταν έγινε η διάσπαση του ΚΚΕ, όσοι συντάχθηκαν με το μέρος του Μήτσου Παρτσαλίδη στην αντιπαράθεσή του με τον γραμματέα του κόμματος Κώστα Κολιγιάννη σίγουρα δεν μπορούσαν να φανταστούν όσα ακολούθησαν. Η κατάσταση ήταν συγκεχυμένη, κανείς δεν πίστευε ότι η ρήξη ήταν οριστική, οι πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές ήσαν ασαφείς, κάθε πλευρά κατηγορούσε την άλλη για παραβίαση της κομματικής νομιμότητας. Ο πολιτικός πυρήνας των σημερινών ιδρυτών της Δημοκρατικής Αριστεράς ήσαν φοιτητές, ανήκαν στον Ρήγα Φεραίο ή στις κομματικές οργανώσεις του ΚΚΕ Εσωτερικού, που ιδρύθηκε μετά τη διάσπαση. Εδιναν αρχικά μάχες με την ΚΝΕ και τους αριστεριστές για το ποιος είναι γνησιότερος κομμουνιστής, αλλά σιγά σιγά εντάσσονταν στη λογική του «ευρωκομμουνισμού», έγιναν θερμοί υποστηρικτές της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας, διεκδικώντας ταυτόχρονα τον τίτλο και τις παραδόσεις του ΚΚΕ με ιδεολογικό πρόγραμμα την «ανανέωση του κομμουνιστικού κινήματος».

Η απομάκρυνση του ΚΚΕ Εσωτερικού από τον μαρξισμό- λενινισμό και η αποδοχή του γεγονότος ότι «ένα είναι το ΚΚΕ, αυτό που αναγνωρίζει η Μόσχα και οι ψηφοφόροι» ήταν μακρά και επίπονη. Συντελέστηκε μόλις το 1987, όταν το κόμμα συνεργάστηκε με εκτός ΠαΣοΚ και ΚΚΕ αριστερούς και μεταλλάχθηκε σε Ελληνική Αριστερά (ΕΑΡ, στην οποία εντάχθηκε και ο υπογράφων) με πρόεδρο τον Λεωνίδα Κύρκο. Τότε αποχώρησε σημαντική μερίδα στελεχών και μελών του κόμματος υπό τον πρώην γραμματέα Γιάννη Μπανιά που επέμεναν στη διατήρηση του κομμουνιστικού χαρακτήρα του κόμματος. Εναν χρόνο αργότερα, ΕΑΡ και ΚΚΕ συνέπηξαν τον Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου, ακολούθησε το 1991 η αποχώρηση του ΚΚΕ και διάσπασή του: Μαρία Δαμανάκη, Αλέκος Αλαβάνος, Μίμης Ανδρουλάκης, Γρηγόρης Φαράκος , και άλλοι διαφωνούν και παραμένουν στον Συνασπισμό. Θεσμικά και οργανωτικά πρόκειται για τον σημερινό Συνασπισμό της Αριστεράς των Κινημάτων και της Οικολογίας - και ας έχουν αποχωρήσει οι Ανανεωτές, όσοι πρωταγωνίστησαν στην ίδρυσή του και όλοι οι πριν από τον Αλέξη Τσίπρα πρό εδροί του: Μαρία Δαμανάκη, Νίκος Κωνσταντόπουλος, Αλέκος Αλαβάνος.

Ο βασικός πολιτικός πυρήνας της Δημοκρατικής Αριστεράς προέρχεται από το παλαιό ΚΚΕ Εσωτερικού. Μπορεί στη διαδρομή τους τα στελέχη αυτά να έσμιξαν με παλιούς τους αντιπάλους, με τα συνομήλικά τους στελέχη της ΚΝΕ μέσω του Συνασπισμού ή με τον Γιάννη Μπανιά που προΐσταται μικρής συνιστώσας του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αποχωρίστηκαν και πολλούς συντρόφους, κυρίως από τον χώρο της Νεολαίας και της διανόησης: η εκλογική απήχηση του ΚΚΕ Εσωτερικού ήταν πάντα πολύ μικρή, η επιρροή του όμως ήταν εντυπωσιακή στα πανεπιστήμια, στον Τύπο, στον καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό χώρο. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι το μεγαλύτερο μέρος του έργου που έχει παραχθεί στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, στα γράμματα και στις τέχνες κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο προέρχεται από ανθρώπους του χώρου του ΚΚΕ Εσωτερικού- αλλά οι περισσότεροι έφευγαν σιγά σιγά προς το ΠαΣοΚ μετά τη συμμαχία με το ΚΚΕ και κυρίως κατά την πρωθυπουργία Σημίτη. Και η Νεολαία του Συνασπισμού δεν είχε ποτέ τη δύναμη που είχε ο Ρήγας Φεραίος στα πανεπιστήμια.

Η ακραία επιθετικότητα του Συνασπισμού κατά των κυβερνήσεων Σημίτη (και του ίδιου του πρωθυπουργού προσωπικά), όταν ήταν πρόεδρος ο Νίκος Κωνσταντόπουλος, δεν ερμηνεύεται πολιτικά- και είναι ακόμη δυσκολότερο να κατανοηθεί γιατί οι Ανανεωτές παρέμειναν τότε στον Συνασπισμό όταν σημαντικό μέρος του δικού τους κόσμου αποχωρούσε. Μήπως είναι κάπως αργά να έχει κανείς σήμερα σημαία τον «αριστερό ευρωπαϊσμό» όταν τον πολεμούσε την εποχή που κυβερνούσε; Γιατί, όπως και αν το κάνουμε, ο «αριστερός ευρωπαϊσμός» εκφράζεται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης πρωτίστως, με τα σοσιαλιστικά-σοσιαλδημοκρατικά κόμματα- μόνο στην Ελλάδα έχουμε το παράδοξο η κομμουνιστογενής Αριστερά να αρνείται να αναγνωρίσει ως «αριστερό» το ΠαΣοΚ και να χαρακτηρίζει τον ευρωπαϊσμό του «νεοφιλελεύθερο», κρατώντας τον τίτλο «Αριστερά» μόνο για την παράταξη που ηττήθηκε στο εμφύλιο πόλεμο.

Η ανανεωτική Αριστερά, εγκλωβισμένη στον Συνασπισμό (συνασπισμό πλέον κομματαρχών της Αριστεράς που συνυπήρχαν για εκλογικούς λόγους), πολεμώντας τον σημιτικό εκσυγχρονισμό πολέμησε τον εαυτό της και δεν μπορούσε μετά παρά να υποκύψει στη νεοκομμουνιστική ρητορική του Αλέκου Αλαβάνου και στο ναπολεόντειο σύνδρομό του ότι υπό την ηγεσία του το κόμμα θα γινόταν «νέο ΠαΣοΚ»- και σιγά σιγά περιθωριοποιήθηκε. Ο Αλέξης Τσίπρας για να επιβεβαιώσει την ηγεσία του έπρεπε να δημιουργήσει νέους μηχανισμούς, να μοιράσει θέσεις σε δικούς του ανθρώπους- και άνοιξε την πόρτα στους ανανεωτές για να αποχωρήσουν.

Μπορεί κανείς να θαυμάζει το κουράγιο σημαντικών ανθρώπων που μετά τόσες περιπέτειες ιδρύουν νέο κόμμα, δικαιούται όμως να αναρωτηθεί μήπως αυτό γίνεται πολύ αργά- γιατί δεν είναι καθόλου προφανές ότι ο Γιώργος Παπανδρέου τούς χρειάζεται σήμερα όσο τούς χρειαζόταν τότε ο Κώστας Σημίτης.

Η ευκαιρία και τα παραδοσιακά σφάλματα

ΤΟΥ Α. ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ 
Εκείνος ο Δεκέμβρης του 2008 είχε μεγάλες πολιτικές συνέπειες. Η ΝΔ τέθηκε οριστικά σε τροχιά απώλειας της εξουσίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ χρεώθηκε με την πολιτική κάλυψη της χαοτικής «εξέγερσης». Το ΚΚΕ, που πρωτοστάτησε στη χρέωση του αντιπάλου, εξήγαγε πολύτιμα συμπεράσματα για την εδραίωση της ηγεμονίας του στην Αριστερά, που νωρίτερα είχε αμφισβητηθεί από τη δημοσκοπική έκλαμψη του ΣΥΡΙΖΑ. Εκτοτε, ο Περισσός βρίσκεται σε ετοιμότητα αντίδρασης υπό συνθήκες κρίσης, όπως αυτή που διανύουμε σήμερα. Στη χώρα όπου το μονοπώλιο της βίας δεν είναι αυτονόητα κρατικό, το ΚΚΕ διεκδικεί το μονοπώλιο της μη νόμιμης βίας, που είναι συντεταγμένη και αποδεικνύεται ανεκτή από την κυβέρνηση.

Από τον Δεκέμβρη εκείνο, τα στελέχη της Ανανεωτικής Πτέρυγας του Συνασπισμού εξήγαγαν επίσης πολιτικά συμπεράσματα και τα δημοσιοποίησαν. Ομως, πέραν αυτού, δεν προέβησαν τότε σε καμιά άξια λόγου πολιτική πράξη. Ωστόσο, το γυαλί του Συνασπισμού είχε ραγίσει από έναν άλλο Δεκέμβρη, του 2004, όταν ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης διεκδίκησε την ηγεσία του κόμματος και ηττήθηκε από τον Αλέκο Αλαβάνο. Οι Ανανεωτικοί υπέμειναν το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ και σύρθηκαν σε συλλογικές επιλογές που ήταν σε διάσταση όχι απλώς με την ιδεολογία τους, αλλά και με το αξιακό τους σύστημα. Χρειάστηκε να επιμείνει ο Αλαβάνος, ως εξωσυστημικός πλέον παράγοντας διαταραχής του αριστερίστικου μικρόκοσμου, για να εγκαταλείψουν το αφιλόξενο περιβάλλον των γκρουπούσκουλων με τα οποία ο Συνασπισμός είχε στέρξει να εξομοιωθεί.

Οπωσδήποτε οι Ανανεωτικοί το όφειλαν στον εαυτό τους. Αλλά το ερώτημα στο οποίο θα κληθούν να απαντήσουν μέσα από την πολιτική πράξη είναι μήπως το όφειλαν στον εαυτό τους και μόνον. Το ερώτημα είναι ταυτόσημο με εκείνο για την πραγματική εμβέλεια της Δημοκρατικής Αριστεράς, που ιδρύθηκε με την επίκληση της μνήμης του Μιχάλη Παπαγιαννάκη. Αν οι συντελεστές του νέου πολιτικού σχηματισμού ξαναβρήκαν τον εαυτό τους, το ερώτημα είναι πόσοι και ποιοι άλλοι θα πάνε να τους συναντήσουν εκεί. Επί του παρόντος, η πολιτική πλατφόρμα της Δημοκρατικής Αριστεράς επιβεβαιώνει τις διαφορές των ιδρυτών της με το πλειοψηφικό ρεύμα του Συνασπισμού, που συνοψίζονται, αρκετά δηκτικά, στην αποκήρυξη του «αριστερότροπου λαϊκισμού» και του «μυωπικού αριστερισμού». Είναι σαφές ότι το νέο κόμμα αντιτίθεται τόσο στην ανακλαστική προάσπιση των συντεχνιακών κεκτημένων που προέκυψαν από τη συναλλαγή των εκάστοτε κρατούντων με ποικίλες ομάδες πίεσης όσο και στην «αντισυστημική» βία, οργανωμένη είτε ανοργάνωτη. Το στίγμα είναι ευκρινές, αλλά στην πολιτική η άρνηση αρνητικών στάσεων δεν αρκεί για να δώσει κατάφαση.

Επιπλέον, η Δημοκρατική Αριστερά, σε αντιδιαστολή με τη λοιπή Αριστερά, εμμένει στον ευρωπαϊκό δρόμο, και μάλιστα με όρους φεντεραλισμού. Αλλά, αν ανήκουμε στην ομοσπονδιακή Ευρώπη των ονείρων μας, προτιμότερο είναι να μην πάψουμε να ανήκουμε και στην πιο πραγματική Ευρώπη του ευρώ, σύμφωνα με τους ιδρυτές του νέου κόμματος. Επιπλέον, όπως συνάγεται από τις πρώτες διακηρύξεις, καλό θα είναι να αποφύγουμε και τη χρεοκοπία. Συνυπολογίζοντας την πάγια καταγγελία του «νεοφιλελευθερισμού», ο προγραμματικός λόγος της Δημοκρατικής Αριστεράς συγκλίνει με τον επίσημο λόγο του ΠαΣοΚ, που οδύρεται για την αδικία που του έλαχε να εφαρμόσει το μνημόνιο.

Βέβαια, τα στελέχη της Δημοκρατικής Αριστεράς μπορούν να επικαλούνται τη διαχρονική διάσταση λόγων και έργων των κυβερνήσεων του ΠαΣοΚ. Και ίσως να κρίνουν ότι αυτό είναι αρκετό για να προσελκύσουν οπαδούς του ΠαΣοΚ που εμφανίζονται να έχουν μετακινηθεί στη δεξαμενή των αναποφάσιστων. Αλλά δεύτερη φορά το ίδιο λάθος δεν συγχωρείται, ακόμα κι αν τώρα αποδοθεί στην αυταρέσκεια των διανοουμένων, που ούτως ή άλλως δεν έχουν μεγάλη έφεση στα έργα.

Αρθρώνοντας έναν «συστημικό» προοδευτικό λόγο, η Δημοκρατική Αριστερά τίθεται ενώπιον συγκεκριμένων επιλογών που αφορούν την πολιτική της στόχευση και την κατάλληλη βάση για να την υπηρετήσει. Ειδικότερα, μπορεί κάποιος να σκεφτεί δύο τουλάχιστον προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Δημοκρατική Αριστερά θα επιβίωνε και ενδεχομένως θα εξελισσόταν σε θετικό συντελεστή των πολιτικών μας πραγμάτων. Η πρώτη είναι η απορρόφηση των Οικολόγων, που μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την ενοποίηση των δύο κομμάτων, αντί για την επιδίωξη ενός ακόμα δυσλειτουργικού «ομόσπονδου» σχήματος. Η δεύτερη είναι η απερίφραστη εκδήλωση της πρόθεσης το κόμμα που θα προκύψει να συμμετάσχει στην ευθύνη της διακυβέρνησης.

Ο Φώτης Κουβέλης μπορεί να δηλώνει ότι η Δημοκρατική Αριστερά «δεν θα λειτουργήσει συμπληρωματικά» προς το ΠαΣοΚ. Και πράγματι ο Αλέξης Τσίπρας τον περιμένει στη γωνία, με τους επιτελείς του έτοιμους να καταγγείλουν την «Αριστερά της ενσωμάτωσης». Ομως, ο εναπομείνας Συνασπισμός έχει στηθεί στη λάθος γωνία. Η Δημοκρατική Αριστερά έχει μια ευκαιρία να επιλέξει τους σωστούς συνομιλητές, απευθυνόμενη ταυτόχρονα σε ένα κοινό με προσδοκίες που δεν αποτυπώνονται στην επιφάνεια των δημοσκοπικών μετρήσεων. Είναι πολύ αμφίβολο αν θα το επιχειρήσει. Το πιθανότερο είναι ότι θα υποπέσει ξανά στα παραδοσιακά σφάλματα της ελληνικής Αριστεράς.

Ο κ. Αλέξης Καλοκαιρινός είναι αναπληρωτής καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Από τις ωραίες εκρήξεις στις συγκεκριμένες προτάσεις

ΤΟΥ Χ. Α. ΧΩΜΕΝΙΔΗ

Τι εννοούμε λέγοντας «Ευρωπαϊκή» Αριστερά; Μιαν Αριστερά η οποία να εκπορεύεται από την ευρωπαϊκή πολιτική παράδοση; Ή μιαν Αριστερά που να πιστεύει πως το παρόν και το μέλλον της πατρίδας μας είναι άρρηκτα δεμένο με την πορεία της Ευρώπης συνολικά;

Για να έχει- έτσι κι αλλιώς- αιτία ύπαρξης η Αριστερά, δύο βασικά χαρακτηριστικά οφείλει να διαθέτει και να μην τα διαπραγματεύεται ποτέ και για κανένα λόγο:

Πρώτον, έναν ουμανιστικό χαρακτήρα, ο οποίος να μην εξαντλείται σε αοριστολογίες και σε φανφάρες αλλά να την καθιστά τον φανατικότερο υπερασπιστή των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, των δημοκρατικών κεκτημένων, από την εποχή της Μάγκνα Κάρτα και εντεύθεν. Οσάκις η Αριστερά- είτε στο όνομα της επανάστασης είτε απλώς της ανωτέρας βίας- σάρωσε αντί να εξελίξει τους προϋπάρχοντες θεσμούς, οδηγηθήκαμε σε τερατογενέσεις που στοίχισαν τη ζωή εκατοντάδων εκατομμυρίων. Οποτε η Αριστερά ενέδωσε σε δόγματα όπως «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», «η βία είναι η μαμμή της Ιστορίας» ή «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη», η Δεξιά απέκτησε το πλεονέκτημα του υπερασπιστή της ανοιχτής κοινωνίας απέναντι στον ολοκληρωτισμό. Ο εικοστός αιώνας βρίθει τέτοιων φρικαλέων παραδειγμάτων. Μα και τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα δρουν δυνάμεις οι οποίες αυτάρεσκα συστήνονται ως αριστερές και πουστο όνομα της λαϊκής αγανάκτησης- υιοθετούν οι ίδιες ή εμπνέουν στην κοινωνία την πλέον συντηρητική και ενίοτε αντιδραστική νοοτροπία.

Η δεύτερη οντολογική προϋπόθεση για την Αριστερά είναι το να κοιτάζει κατάματα την πραγματικότητα και να υπηρετεί τον ορθό λόγο. «Ποιητικές» συλλήψεις, «εξ αποκαλύψεως» υπερβάσεις, ακόμη και η βεβαιότητα του Μαρξ για τον νομοτελειακό χαρακτήρα της έλευσης του σοσιαλισμού, όποτε δεν έγιναν επικίνδυνες, κατάντησαν γραφικές. Ενας εφηβικός ενθουσιασμός, ένας νεανικός καλπασμός οδήγησε πράγματι την Αριστερά στις ενδοξότερες στιγμές της. Αν όμως λαχταράμε μια Αριστερά η οποία να μην εξαντλείται σε ωραίες εκρήξεις αλλά να παίζει έναν πάγιο και καθοριστικό ρόλο στο συλλογικό γίγνεσθαι, τότε λαχταράμε μια Αριστερά με εμπεριστατωμένες θέσεις, με πειστική εναλλακτική αφήγηση. Οταν αρνείσαι- για να γίνω επίκαιρος- διαρρήδην το μνημόνιο του ΔΝΤ και δηλώνεις ότι θα το ανατρέψεις στους δρόμους, στην καλύτερη περίπτωση δίνεις χαμένες μάχες οπισθοφυλακών και στη χειρότερη απλώς χαϊδεύεις τα αφτιά του ακροατηρίου σου. Οταν αντίθετα εγκύπτεις στα πραγματικά ζητήματα, επεξεργάζεσαι και καταθέτεις τις δικές σου συγκεκριμένες αντιπροτάσεις, τότε υπερασπίζεσαι ουσιαστικά τα λαϊκά συμφέροντα.

Είναι προφανές, πιστεύω, ότι η Αριστερά που περιγράφω- η μόνη Αριστερά που μπορεί να αντλήσει κάτι παραπάνω από την εκτόνωση και τη διαμαρτυρία- έχει τις ρίζες της στη σκέψη όχι του Μάο αλλά του Μπερλίνγκουερ. Οραματίζεται όχι τον «νέο άνθρωπο του σοσιαλισμού» (όπως τον αποκαλούσε ο - προσφάτως αναστηλωθείς από το ΚΚΕ - Ιωσήφ Στάλιν) μα την, κατά Κορνήλιο Καστοριάδη, αυτονόμηση και χειραφέτηση των ανθρώπων γενικά. Είναι σαφές ότι αυτή η Αριστερά αποτελεί τον γόνιμο καρπό του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ο οποίος ξεκίνησε με την εμβληματική φράση «Εδοξε τη Βουλή και τω Δήμω», αρθρωμένη στη σκιά της Ακρόπολης τον 5ο αιώνα π.Χ.

Μια τέτοια Αριστερά δεν διανοείται τη χώρα μας αποκομμένη από το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Ούτε όμως και αποδέχεται μια Ευρώπη που μας κουνάει το δάκτυλο με προτεσταντική αυστηρότητα, για να μας μετατρέψει πρώτα σε αποδιοπομπαίο τράγο και ύστερα σε πρόβατο επί σφαγήν. Διαπραγματεύεται, ελίσσεται, παλεύει και αναδεικνύει το προφανές: Πως από όσες δομικές αδυναμίες και στρεβλώσεις και αν πάσχει η ελληνική κοινωνία, δεν θα τη σώσεις σμπαραλιάζοντάς την. Οτι η στέρηση και το αυτομαστίγωμα που έχουν επιβληθεί εσχάτως στους Ελληνες δεν αποτελούν λύση. Ανάμεσα στον αυτιστικό απομονωτισμό των μεν και στην άνευ όρων ενδοτικότητα των δε, μια τέτοια Αριστερά βρίσκει τη θέση της και ανοίγει τα πανιά της.

Κοντολογίς: Ναι, υπάρχει όχι απλώς χώρος αλλά και κατεπείγουσα ανάγκη στην Ελλάδα για μια Ευρωπαϊκή Δημοκρατική Αριστερά. Καμία άλλη «Αριστερά» στις ημέρες μας δεν έχει να προσφέρει το παραμικρό.

Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας.

Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Πού πάει η ΑΡΙΣΤΕΡΑ: Διάλογος για την Αριστερά

  •  Το πού θα οδηγήσει η κρίση δεν είναι ακόμη σαφές. Ωστόσο, όπως εξηγεί ο καθηγητής του ΑΠΘ Γιώργος Μαργαρίτης, υπάρχει πλούσια εμπειρία από τον προηγούμενο αιώνα. Και όπως καταλήγει στο άρθρο «δεν υπάρχει κανείς λόγος να θεωρήσουμε ότι στον εικοστό πρώτο αιώνα δεν έχει θέση η εμπειρία των ανατροπών που πέτυχαν τα κομμουνιστικά κόμματα». Η ευρωβουλευτής του κόμματος «Μπλόκο της Αριστεράς», από την Πορτογαλία, Μαρίζα Ματίας θεωρεί ότι πρέπει να υπάρξει συντονισμός των κινημάτων και των κομμάτων της Αριστεράς στην Ευρώπη. «Να δώσουν την απάντηση που δεν δίνουν οι κυβερνήσεις της Ελλάδας, της Πορτογαλίας και της Ιταλίας που συναινούν με την πολιτική που τους επιβλήθηκε», όπως λέει. «Το ελληνικό πρόβλημα είναι αδύνατο να κατανοηθεί, εάν δεν ενταχθεί στις εξελίξεις της τελευταίας τριετίας τόσο στην ευρωζώνη, όσο και διεθνώς», υποστηρίζει από την πλευρά του ο καθηγητής Κώστας Βεργόπουλος, αναφερόμενος στην οικονομική κρίση. Ενώ εξηγεί ότι ο δανεισμός της Ελλάδας είναι «χρηματοπιστωτική διάσωση και όχι οικονομική».
  • Αλλοι μιλούν για «τέλος εποχής του πολιτικού συστήματος» και άλλοι, εντός του συστήματος εξουσίας, υποβάλλουν προτάσεις για να ξεπεραστεί η οικονομική κρίση. Για άλλους η διακυβέρνηση δεν πρέπει να είναι στόχος και για άλλους η Αριστερά δεν πρέπει να μένει αδιάφορη για το περιεχόμενο της διακυβέρνησης της χώρας. Οι αντιθέσεις αυτές καταγράφονται και στα άρθρα των Φώτη Κουβέλη, Ανδρέα Πανταζόπουλου και Γιάννη Μπαλάφα.
  • Τι είδους κρίση αντιμετωπίζει η Αριστερά; «Η πραγματική κρίση της Αριστεράς είναι κρίση αξιοπιστίας και τροφοδοτείται από τις εμφύλιες διχόνοιες και τις ανθενωτικές λογικές», υποστηρίζει μεταξύ άλλων ο Νίκος Βούτσης από τον ΣΥΝ.
  • Και η κρίση που ζει η χώρα; «Είναι δομική και ιστορική. Οι μηχανισμοί κοινωνικής και κρατικής εξουσίας που κυριάρχησαν τις τελευταίες δεκαετίες αποσυντίθενται μπροστά στα μάτια μας», τονίζει ο καθηγητής Κώστας Λαπαβίτσας. Ο ίδιος, όμως, θεωρεί ότι η κρίση «μπορεί να λειτουργήσει ως ευκαιρία για να αλλάξει η ισορροπία ισχύος προς όφελος της εργασίας και κατά του κεφαλαίου». Ο Νίκος Γαλάνης της ΚΟΕ περιγράφει «θυμό, αγανάκτηση, αντίσταση», που ερμηνεύει ως «χρεοκοπία του πολιτικού συστήματος».
  •  Ολα τα άρθρα και οι παρεμβάσεις εδώ

Πού πάει η ΑΡΙΣΤΕΡΑ: Μια διετία στο ασανσέρ

  • 2008-2010: ΜΕΤΑΞΥ 15,5 ΚΑΙ 22% ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΥ ΑΥΤΟΤΟΠΟΘΕΤΟΥΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ
  • Το ποσοστό του εκλογικού σώματος που αυτοτοποθετείται πολιτικά στην «αριστερά» κινείται την τελευταία διετία μεταξύ 15,5% και 22%, παρουσιάζει δηλαδή μια διακύμανση εξίμισι περίπου ποσοστιαίων μονάδων.
  • Το υψηλότερο ποσοστό της πολιτικής αυτοτοποθέτησης στην «αριστερά» καταγράφηκε στο 22% το Φεβρουάριο του 2008 και το χαμηλότερο στο 15,5% τον τρέχοντα μήνα Μάιο του 2010.
  • Η διαφοροποίηση αυτή προς «τα κάτω» δεν αφορά μόνον την «αριστερά». Τα δεδομένα δείχνουν μια μεγάλη πτώση του συνόλου των παραταξιακών αυτοτοποθετήσεων, με τη Ν.Δ. σε κατάσταση αποσύνθεσης και το ΠΑΣΟΚ σε φθίνουσα πορεία. Η εικόνα προσδιορίζεται από την αύξηση της αποξένωσης του εκλογικού σώματος από τις ιδεολογίες, και γενικότερα το πολιτικό σύστημα. Η «αριστερά» είναι η λιγότερο θιγμένη, αλλά όχι άθικτη.
Από όλα αυτά συνάγονται ορισμένα ενδιαφέροντα συμπεράσματα:
  • 1 Το εκλογικό άθροισμα των αριστερών κομμάτων (ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, εξωκοινοβουλευτική αριστερά) φτάνει το 13% περίπου το 2009 και επομένως υπολείπεται σημαντικά από το 18% που είναι ο μέσος όρος των αυτοτοποθετήσεων στην «αριστερά» στη διετία αυτή. Το μεγαλύτερο μέρος του υπολοιπόμενου ποσοστού κινείται εκλογικά προς το ΠΑΣΟΚ. Η κρίση του ΠΑΣΟΚ την περίοδο 2007-2008 δημιούργησε την ελπίδα το ποσοστό των «αριστερών» του ΠΑΣΟΚ να στραφεί προς την αριστερά, όμως η τάση αυτή ανεστάλη (προσωρινά;) στις εκλογές του 2009.
  • 2 Ο ορίζοντας της «πολιτικής αριστεράς» στην Ελλάδα εξακολουθεί να κινείται έως τα σύνορα του 25%. Το κατώφλι αυτό είναι ό,τι κατέγραψε η ΕΔΑ. Η μεταπολιτευτική αριστερά στο σύνολό της, κινούμενη αθροιστικά στα επίπεδα του 12-13%, δεν έφτασε τα επίπεδα της ΕΔΑ του '58 αλλά, επιπλέον, συσπείρωσε εκλογικά μόνον το 50% των «αριστερών».
  • 3 Στις συνθήκες της κρίσης και της «νέας μεταπολίτευσης» που κυοφορείται, η αριστερά έχει μπροστά της μία πρόκληση και ένα εμπόδιο. Η πρόκληση είναι να απευθυνθεί στον κόσμο της εργασίας με όρους «κοινωνίας» και όχι με όρους «ιστορίας» και «συμβόλων». Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ανακαλύψει μέσα στην ελληνική κοινωνία εκείνες τις δυνάμεις και τις συλλογικότητες που είναι «αριστερές» χωρίς να τους ενδιαφέρει η πολιτική και ιστορική αριστερά. Το εμπόδιο είναι ότι το μεγαλύτερο κομμάτι των σημερινών «απόκληρων» κινείται ήδη έξω από τη σφαίρα της πολιτικής και δημοκρατικής συμμετοχής, σε μια κίνηση ατομικισμού, αποξένωσης και πολιτικού κυνισμού.

Πού πάει η ΑΡΙΣΤΕΡΑ: Ορθοπεταλιά 36 χρόνια

Οι πρώτες εκλογές μετά την πτώση της δικτατορίας έγιναν στις 17 Νοεμβρίου 1974. Ηταν η πρώτη φορά (η δεύτερη το 1989) που ο χώρος του ΚΚΕ, του ΚΚΕ εσ. και της ΕΔΑ κατεβαίνουν σαν «Ενωμένη Αριστερά» και συγκεντρώνουν 9,47%. Αποτέλεσμα κατώτερο των προσδοκιών για το πολιτικό φάσμα που είχε σηκώσει στις πλάτες του τον αντιδικτατορικό αγώνα και κουβαλούσε την αίγλη του ιστορικού παρελθόντος.
  • Περιοχές «προπύργια» της αριστεράς προτίμησαν σε μεγάλο ποσοστό να «πριμοδοτήσουν» τη Νέα Δημοκρατία του Κ. Καραμανλή, πειθόμενες από το σύνθημα «Καραμανλής ή τανκς». Για την ιστορία, στο ηγετικό σχήμα της «Ε.Α.» πρόεδρος της εκτελεστικής επιτροπής ήταν ο Η. Ηλιού και γραμματείς στο ΚΚΕ ο Χ. Φλωράκης και στο ΚΚΕ εσ. ο Μπ. Δρακόπουλος. 
  • Τρία χρόνια μετά (20/11/77) η διάσπαση του 1968 αποτυπώνεται στην αυτοτελή κάθοδο του ΚΚΕ και στη συγκρότηση της Συμμαχίας Προοδευτικών και Αριστερών Δυνάμεων (ΕΔΑ, ΚΚΕ εσ., Πρωτοβουλία για Δημοκρατία και Σοσιαλισμό κ.ά.). Η κυριαρχία του ΚΚΕ καταγράφεται με τον πλέον παραστατικό τρόπο (9,36%) έναντι μόλις 2,72% της Συμμαχίας. Η «μάχη των συμβόλων» είχε μάλλον κριθεί υπέρ του Περισσού, και τέθηκαν οι βάσεις για την (όπως αποκλήθηκε από την αριστερά) «λεηλασία των ψηφοφόρων μας από το ΠΑΣΟΚ και τον Α. Παπανδρέου». 
  • Οι εκλογές της 18ης Οκτωβρίου 1981 ήταν το «βατερλό» της αριστεράς. Ο στόχος του 17% που είχε θέσει το ΚΚΕ δεν επετεύχθη (10,93%), ενώ το ΚΚΕ εσ. έμεινε εκτός Βουλής, συγκεντρώνοντας μόλις 1,34%. Η πτωτική πορεία θα συνεχισθεί και στις εκλογές της 2ας Ιουνίου 1985. Το ΚΚΕ θα συγκεντρώσει 9,89%, ενώ το ΚΚΕ εσ. το 1,84%, μένοντας πάλι εκτός Βουλής.
  • Η 8η Απριλίου του 1989 θα μπορούσε να είναι η «άνοιξη της αριστεράς». Η δημιουργία του «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου», δημιούργησε μεγάλες ελπίδες, αφού το ΠΑΣΟΚ εκείνη την περίοδο «βούλιαζε» υπό το βάρος σκανδάλων. Στις εκλογές (18/6/89) ο Συνασπισμός συγκέντρωσε 13,12%, το μεγαλύτερο μεταδικτατορικό ποσοστό της αριστεράς, για να πέσει στο 10,97% στις 5/11/89. Είχε προηγηθεί η αδυναμία να σχηματισθεί κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ-Συνασπισμού και ακολούθησε οικουμενική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Ξ. Ζολώτα. 
  • Για τους πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου, ίσως σε εκείνο το διάστημα να χάθηκε η μεγάλη ευκαιρία να πρωταγωνιστήσει η αριστερά στην Ελλάδα. «Ηταν λάθος το ότι προσπαθήσαμε να συμβιβάσουμε τα ασυμβίβαστα και ακόμα μεγαλύτερο ότι δεν τραβήξαμε το κάρο αλλά προσπαθήσαμε να ισορροπήσουμε σε ένα τεντωμένο σκοινί», λέει στέλεχος της αριστεράς που είχε τότε ενεργό συμμετοχή. 
  • Στις 8/4/90 ο Συνασπσισμός συγκεντρώνει 10,28%. Η αποχώρηση του ΚΚΕ από τον ΣΥΝ (28 Ιουνίου 1990) βάζει οριστικό τέλος στο έστω και «μισό» ελληνικό πείραμα για τη συμμετοχή της αριστεράς στην εξουσία. Στις 10/10/93 το ΚΚΕ συγκεντρώνει 4,54% και ο ΣΥΝ δεν καταφέρνει να μπει στη Βουλή (2,94%). Για πρώτη φορά στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 1996 τα ποσοστά του ΚΚΕ και του ΣΥΝ εμφανίζονται «ισορροπημένα» (5,60%, 5,12% αντίστοιχα). 
  • Στις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις η πλάστιγγα θα γέρνει καθαρά υπέρ του ΚΚΕ, επιτρέποντας στην ηγετική ομάδα του Περισσού να θεωρεί τον εαυτό της νικητή στον ιδιότυπο ελληνικό αριστερό εμφύλιο. Και μια παρατήρηση που έχει τη δική της αξία: Αν αθροιστούν τα εκλογικά αποτελέσματα των δύο κομμάτων, στο σύνολο των εκλογικών αναμετρήσεων δεν ξεπέρασαν ποτέ το εκλογικό ποσοστό του 1989. Με εξαίρεση τις εκλογές του 2007 (13,19%).

Πού πάει η ΑΡΙΣΤΕΡΑ: Για ποια Αριστερά μιλάμε;

  • Πού πάει η Αριστερά; Αυτό το ερώτημα είναι εξαιρετικά καίριο. Γιατί ο τρόπος με τον οποίο θα αντιδράσει η ελληνική κοινωνία στο καταστροφικό πείραμα που υφίσταται, θα εξαρτηθεί από την αυριανή Αριστερά. Πειραματιστές και πειραματόζωα προσβλέπουν σ' αυτήν. 
  • Η σημερινή Αριστερά είναι μια εκβιασμένη μεταπολεμική κατασκευή των επιτελών της που όλο ξεκόβει από τις ανάγκες της κοινωνίας και όλο προσαρμόζεται με το αζημίωτο στις απαιτήσεις του εξουσιαστικού συστήματος. Και επειδή το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί πια να αντέξει το ευεργετικό «εμβόλιο» μιας πραγματικά αριστερής πολιτικής, οι επιτελείς της Αριστεράς, αντί να χάσουν το σύστημα, προτιμούν να ναρκώσουν την κοινωνία. 
  • Από τον Δεκέμβρη του 2008 το πολιτικό παιχνίδι έχει κατέβει οριστικά στο επίπεδο της κοινωνικής βάσης. Στα πεδία των «αγορών» τα δίκτυα της γραφειοκρατίας, σε αντιπαράθεση μεταξύ τους, εκστρατεύουν ενάντια στις κοινωνίες. Οι συγκρούσεις της πολιτικής σκηνής διατηρούνται ως θέατρο στο πλαίσιο του Τηλεοπτικού Κοινοβουλίου, ενώ στην κοινωνική βάση η πραγματική σύγκρουση έχει ήδη αρχίσει. 
  • Μιλάμε εξ άλλου για την Αριστερά μιας κοινωνίας που από υλικοτεχνική άποψη έχει ήδη φτάσει σε συνθήκες κομμουνισμού και οι εξουσιαστικοί θεσμοί την κρατούν ακόμα σε συνθήκες λιμοκτονίας και αλληλοεξόντωσης. Η σημερινή Αριστερά των επιτελείων, είτε με την ενότητα είτε με την καθαρότητα, συμβάλλει στην αλληλοεξόντωση αλλά ευτυχώς δεν έχει καμιά ελπίδα να επιβιώσει. Και άλλωστε στο ανούσιο θέατρο της πολιτικής σκηνής έχει πέσει κιόλας η αυλαία. 
  • Δεν μένει λοιπόν παρά η Αριστερά της κοινωνικής βάσης. Θα αποτινάξει τους δικούς της εξουσιαστικούς θεσμούς. Θα διαλύσει ξεπεσμένα και ανυπόληπτα επιτελεία της. Θα συγκροτηθεί από την αρχή, μέσα από μια σκληρή ιδεολογική σύγκρουση, σε μια νέα πραγματικά συνεκτική μορφή οργάνωσης, χωρίς ιεραρχία, χωρίς αυθεντίες. Αυτός είναι ο δρόμος της πολιτιστικής αλλαγής που αναπόφευκτα θα πάρει η Αριστερά και η κοινωνία. 
  • * Αρχιτέκτονας www.critici.gr

Πού πάει η ΑΡΙΣΤΕΡΑ: Νέο ΕΑΜ - Η Ιστορία να επαναληφθεί, τώρα

  • Βρισκόμαστε στο σημείο που η κυβέρνηση:
 **σκύβει το κεφάλι στους ιμπεριαλιστικούς (εδαφικούς και οικονομικούς) εκβιασμούς των μεγάλων κρατών, αποδεχόμενη μια νέα κατοχή
**κάνει άγριο ταξικό πόλεμο κατά των εργαζομένων με όλους τους τρόπους (από μείωση των μισθών και συντάξεων, ακόμα και των ιδιωτικών εργατοϋπαλλήλων (!!!), από έκτακτες εισφορές και όλων των μικρο-μεσαίων, μέχρι και τη διάλυση του ασφαλιστικού συστήματος (με ελαστικές σχέσεις απασχόλησης), μαύρη εργασία, αναξιοπρεπείς συντάξεις πείνας κ.λπ.
**ικανοποιεί το σύνολο των αιτημάτων της εργοδοσίας για μείωση του κόστους εργασίας, από τη μέχρι τώρα απασχόληση ανασφάλιστων και για βούλιαγμα των ασφαλιστικών ταμείων, έως την ιδιωτικοποίηση του ασφαλιστικού, της υγείας και της παιδείας, αλλά και για να μπορεί αυτή την αύξηση κερδών στις εταιρείες να την παίρνει πίσω με επιβολή έκτακτων εισφορών.
**αποκρύπτει τα δισεκατομμύρια ευρώ που φεύγουν από τη χώρα, δεν απαιτεί την επιστροφή των χρημάτων από τους διεφθαρμένους πολιτικούς και τους διαπλεκομένους και δεν είναι ικανή για τον βασικότερο λόγο της εκλογής της, δηλαδή -σύμφωνα με το Σύνταγμα- να παρέχει εργασία σε όλους τους πολίτες της χώρας.
  • Σ' αυτές τις συνθήκες, η συμμαχία των αριστερών δυνάμεων είναι η απαίτηση των εργαζομένων και των μικρομεσαίων. Ενα ΝΕΟ ΕΑΜ είναι εφικτό.
  • Ηταν τότε, τον Ιούλιο του 1941, που η 6η ολομέλεια του ΚΚΕ αποφάσισε την ίδρυση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ). Είναι τώρα, σχεδόν 70 χρόνια μετά, που πρέπει η Ιστορία να επαναληφθεί. Με την εμπειρία των προβλημάτων του παρελθόντος.
  • Για την οργάνωση των δυνάμεων της λαϊκής εξέγερσης, για την εθνική και κοινωνική απελευθέρωση. 
  • Κάλεσμα σε ξεσηκωμό, ένταξη στο Νέο ΕΑΜ και πόλεμος εναντίον των δυνάμεων της οικονομικής και στη συνέχεια εδαφικής κατοχής.
  • Κάλεσμα προς όλους τους Ελληνες που η καρδιά τους χτυπάει για το ξεσκλάβωμα της πατρίδας.
  • Κάλεσμα του ελληνικού λαού και ισότιμα όλων των προοδευτικών κομμάτων και των οργανώσεων που συμφωνούν σ' ένα εθνικό μέτωπο απελευθέρωσης.
  • Απελευθέρωση του έθνους από τον ξένο ζυγό και τους εγχώριους προστάτες του, για κατοχύρωση του κυριαρχικού δικαιώματος του ελληνικού λαού, για να αποφανθεί για τον τρόπο διακυβέρνησής του.
  • Με την εξασφάλιση -κατά το δυνατόν- συνεργασίας με τους άλλους λαούς που αγωνίζονται κατά των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
  • Ζητούν από την Αριστερά και τους αριστερούς να δαμαστούν και να υποταχθούν.
  • Οχι στη φοβέρα, στις προβοκάτσιες, στον εκβιασμό και στην παραπλάνηση.
  • Εμπρός για μια νέα κοινωνία με οικονομική και κοινωνική δικαιοσύνη, χωρίς εκμετάλλευση και καταπίεση.
  • Το ενσυνείδητο, άθλιο και άδικο για την κοινωνία πρόγραμμα που παρουσιάστηκε είναι μόνο η αρχή.
  • Τώρα είναι η ώρα για κοινωνική αλληλεγγύη και πρόοδο. Εμπρός για τον κοινωνικό μετασχηματισμό.
  • Πριν την εξαθλίωση από την κατοχική πείνα. Μόνο στον χειμώνα του 1941 είχαν πεθάνει στους δρόμους 250.000 υπερήφανοι πολίτες. Να υπερασπιστούμε αυτούς που δεν έχουν παρά την εργασία τους για να θρέψουν την οικογένειά τους.
  • Εμπρός για συσπείρωση και συστράτευση για μια Νέα Ελλάδα, ελεύθερη, ανεξάρτητη, κτήμα του λαού της.
  • ΕΝΩΜΕΝΟΙ ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ.

Πού πάει η ΑΡΙΣΤΕΡΑ: Ζητούμενο ο στρατηγικός επαναπροσανατολισμός της Αριστεράς

  • Το ερώτημα των ημερών αφορά τη δυνατότητα της εργαζόμενης πλειοψηφίας να αντιμετωπίσει την ιστορικής σημασίας ανατροπή κατακτήσεων αιώνα εργασιακών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων. 
  • Να ανατρέψει το ταξικό ψεύδος που εμφανίζεται ως αδήριτη πολιτική αναγκαιότητα. Ο,τι αποτελεί στενό ιδιοτελές ταξικό συμφέρον, χρόνιο πολιτικό ζητούμενο της οικονομικής ολιγαρχίας της Ελλάδας, καθώς και ανάγκη για τη στερέωση της συμμαχίας της με τις άρχουσες τάξεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης και τη διεθνή κεφαλαιοκρατία μέσω του ΔΝΤ, παρουσιάζεται ως συνολικό κοινωνικό συμφέρον και ανάγκη. 
  • Στο τέλος της σημερινής ταξικής και πολιτικής διαπάλης δεν θα γίνει ταμείο μόνο για το ύψος των μισθών και των συντάξεων, αλλά και για τη δυνατότητα ή όχι της συνολικής πολιτικής συγκρότησης της εργατικής τάξης. Τη δυνατότητα να έχει φωνή και λόγο ως η βασική τάξη παραγωγής αγαθών και πολιτισμού και ευρύτερα, και όχι σπασμωδική συμπεριφορά αδύναμου, κατακερματισμένου και κυριαρχούμενου πλήθους. Η Αριστερά, εγκλωβισμένη στο αριστερό άκρο του κοινοβουλευτικού παιχνιδιού, ως φωνή ηθικής κριτικής (όταν δεν συμμετέχει και σε κυβερνήσεις συναλλαγής με αστικά κόμματα), έχει χάσει εδώ και δεκαετίες τον ουσιαστικό ρόλο της. Αποδέχτηκε την πρωτοκαθεδρία της καπιταλιστικής ανάπτυξης και παγκοσμιοποίησης, αναγορεύοντας πολιτικές και οικονομικές επιλογές του κεφαλαίου σε ουδέτερες αναγκαιότητες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η συμμετοχή της Ελλάδας σε αυτήν, η εισαγωγή του ευρώ. Διατήρησε για τον εαυτό της τον θεματοφύλακα των εργατικών δικαιωμάτων, αντιλαμβανόμενη την εργατική πλειοψηφία περισσότερο ως τη μεγαλύτερη συντεχνία και εκλογικό κοινό, παρά ως δρων κοινωνικό υποκείμενο. 
  • Αφαίρεσε έτσι τον πολιτικό ρόλο από τις εργατικές διεκδικήσεις και τη δυναμική που αυτές έχουν, τόσο για την αγωνιστική αποτελεσματικότητα όσο και για τον μετασχηματισμό τους σε συνολικό πολιτικό αγώνα που να αποτελεί πολιτική απειλή για τις κυρίαρχες πολιτικές. Ακόμη και σήμερα, η Αριστερά δεν προτάσσει την ανάγκη για ένα πολιτικό εργατικό κίνημα που να θέτει στόχο την ανατροπή της επίθεσης, την αλλαγή του κοινωνικού συσχετισμού προς όφελος του κόσμου της εργασίας και τη διεκδίκηση μιας κοινωνικής συγκρότησης, με θεμέλιο τη συλλογική ιδιοκτησία, τη δημοκρατία των παραγωγών του πλούτου, την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και φυσικά το τέλος της ληστρικής κυριαρχίας επί της φύσης. 
  • Μέσα από στιγμιότυπα αποσπασματικών κινητοποιήσεων, αναζητά μάταια την εξαργύρωση της κοινωνικής δυσαρέσκειας σε εκλογική και πολιτική επιρροή, ενώ ταυτόχρονα υπόσχεται ζωή χαρισάμενη σε μια «λαϊκή εξουσία» που κάποτε θα προκύψει με μαγικό τρόπο. Η κρίση της Αριστεράς είναι κρίση στρατηγικής, περιεχομένου και ρόλου. Ενδειξη αποσύνδεσής της από την ταξική κοινωνική πάλη, υποταγής στον κοινοβουλευτισμό και επικράτησης του κομφορμισμού στη δημόσια εικόνα της. Γι' αυτό και διασπάται συνεχώς, ακόμη και όταν υμνεί την ενότητα. Στις κρίσιμες δεκαετίες του '80 και του '90, η Αριστερά έπαιξε αρνητικό ρόλο, συμβάλλοντας στην εμπέδωση των αστικών μύθων και των αντιδραστικών εκσυγχρονισμών. Σήμερα όλα είναι διαφορετικά. Με τη νεολαιίστικη έκρηξη του Δεκέμβρη του 2008 και τον εργατικό σεισμό της απεργίας και της διαδήλωσης της 5ης Μάη, αναδύεται μια νέα εποχή, που καθορίζεται από τον κοινωνικό αγώνα ζωής ή θανάτου, ιδιαίτερα για τη νέα γενιά. 
  • Η αντικαπιταλιστική επαναστατική Αριστερά συγκροτείται μέσα σε αυτή τη δυναμική. Η κοινή δράση της Αριστεράς είναι το ελάχιστο ζητούμενο, το προφανές. Το ουσιώδες ερώτημα αφορά τον στρατηγικό επαναπροσανατολισμό της και εδώ ακριβώς θα κριθεί το αν η σημερινή της κρίση θα αποκτήσει δημιουργικό χαρακτήρα. Αν δηλαδή θα εκφραστεί όχι με μια κρίση εκφυλιστικού χαρακτήρα των σημερινών οργανισμών της, αλλά με τη βαθύτερη αναδιάταξη του ιδεολογικού και πολιτικού συσχετισμού, σε μια κατεύθυνση αναζήτησης ενός νέου φορέα της εργατικής αντικαπιταλιστικής πολιτικής και του κομμουνισμού του 21ου αιώνα.
* Μέλος της Πολιτικής Επιτροπής του Νέου Αριστερού Ρεύματος (ΝΑΡ) και στέλεχος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Πού πάει η ΑΡΙΣΤΕΡΑ: Κοινή δράση των δυνάμεων της Αριστεράς

  • Για μια ενωμένη, σύγχρονη, ριζοσπαστική, κινηματική και λαϊκή Αριστερά
  • Οι λαϊκές κινητοποιήσεις σε συνδυασμό με ενωτικές πρωτοβουλίες στην Αριστερά πρέπει να αποτελούν σταθερό στόχο του ΣΥΡΙΖΑ, που «πρέπει να επανιδρυθεί, ανακαλύπτοντας εκ νέου και αναβαθμίζοντας την έννοια της συλλογικότητας, τις αρχές, τις αξίες και την ηθική της Αριστεράς», σημειώνει ο Δημήτρης Στρατούλης στο άρθρο του. Ο ίδιος λέει με έμφαση ότι «η κοινή δράση και η συμπαράταξη της Αριστεράς, του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ, των δυνάμεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και της Ριζοσπαστικής Οικολογίας, συνιστούν σήμερα υπέρτατη ανάγκη για την υπεράσπιση των εργασιακών, κοινωνικών και δημοκρατικών κατακτήσεων του ελληνικού λαού». Ο Γιώργος Πάντζας από την άλλη θεωρεί ότι «ένα νέο ΕΑΜ είναι εφικτό». Οπως λέει, «σ' αυτές τις συνθήκες, η συμμαχία των αριστερών δυνάμεων είναι η απαίτηση των εργαζομένων και των μικρομεσαίων». Θ.ΤΣ. 
  • Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ σε συνεργασία με την Ε.Ε. και το ΔΝΤ κατεδαφίζει συστηματικά κατακτήσεις και δικαιώματα εργαζομένων που κατακτήθηκαν με θυσίες και αγώνες ενός αιώνα. 
  • Η μόνη ελπίδα σήμερα είναι οι λαϊκές κινητοποιήσεις, που είναι το μόνο που φοβούνται οι κυρίαρχες δυνάμεις στη χώρα μας και στην Ευρώπη και το αποτελεσματικότερο οχυρό που μπορεί να ανακόψει τις αντεργατικές πολιτικές. 
  • Οι εργατικές κινητοποιήσεις έχουν αλλάξει τα δεδομένα και έχουν γίνει ο καταλύτης των εξελίξεων. Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους είναι η πρωτοφανής μαζικότητα αλλά και η οργή και ο θυμός των εργαζομένων. 
  • Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να συνεχίσει να πρωτοστατεί στους εργατικούς αγώνες, ώστε να μετατρέψει την οργή των εργαζομένων σε οργανωμένη διεκδίκηση για να παρθούν πίσω τα αντεργατικά μέτρα και να αποσυρθεί το αντιασφαλιστικό νομοσχέδιο. Μπορεί και πρέπει να βρεθεί στην κορυφή αυτού του αγωνιστικού κύματος με την ενεργητική παρουσία του στις κινητοποιήσεις αλλά και με τη διατύπωση ενός συνεκτικού προοδευτικού σχεδίου για την έξοδο από την κρίση και την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, δίνοντας ελπίδα και προοπτική στον λαό μας. 
  • Ταυτόχρονα ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να εντείνει και να αναβαθμίσει τις ενωτικές πρωτοβουλίες του προς όλες τις υπόλοιπες δυνάμεις της Αριστεράς, γιατί η κοινή δράση τους είναι σήμερα αναγκαία όσο ποτέ για την υπεράσπιση θεμελιωδών λαϊκών δημοκρατικών και κοινωνικών κατακτήσεων. Είναι επίσης αναγκαίο να παρθούν πρωτοβουλίες συνάντησης με τον αριστερό κόσμο του ΠΑΣΟΚ, που αυτό το διάστημα είναι στους δρόμους και αναζητεί πολιτικές διεξόδους. 
  • Ο στόχος της διαμόρφωσης της μεγάλης συμπαραταγμένης Αριστεράς πρέπει να είναι πεδίο για επείγουσα και σοβαρή άσκηση πολιτικής με στρατηγικό ορίζοντα. 
  • Η κοινή δράση και η συμπαράταξη της Αριστεράς, του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ, των δυνάμεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και της Ριζοσπαστικής Οικολογίας συνιστά σήμερα υπέρτατη ανάγκη για την υπεράσπιση των εργασιακών, κοινωνικών και δημοκρατικών κατακτήσεων του ελληνικού λαού. 
  • Ο ΣΥΡΙΖΑ, στον οποίο συμμετέχουν 11 οργανώσεις και κόμματα της Αριστεράς και χιλιάδες αριστεροί ανοργάνωτοι σε κόμματα πολίτες, αποτελεί ένα πρώτο θετικό βήμα στο πλαίσιο του στόχου για τη συνεργασία και κοινή δράση όλων των δυνάμεων της Αριστεράς. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να συνεχίσει να αποτελεί «πολιτική συμμαχία» οργανώσεων και ανένταχτων αγωνιστών της ευρύτερης Αριστεράς, που συμφωνούν στην από κοινού προώθηση των στόχων της «πολιτικής συμφωνίας» που έχουν συνομολογήσει, διατηρώντας παράλληλα την πολιτική, ιδεολογική και οργανωτική τους αυτονομία. 
  • Σταθερή μας επιδίωξη πρέπει να είναι η ενδυνάμωση και η διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ, προς τη ριζοσπαστική Αριστερά, τον σοσιαλιστικό χώρο, την κομμουνιστική Αριστερά και τη ριζοσπαστική Οικολογία. Επίσης η αποκατάσταση κλίματος συνεννόησης, αλληλεγγύης και συντροφικότητας μεταξύ των συνιστωσών του και ένα νέο πολιτικό συμβόλαιο μεταξύ τους που θα κατοχυρώνει τα βήματα που έγιναν ώς τώρα και θα διασφαλίζουν τη λειτουργία και την προοπτική του με πιο αποσαφηνισμένους όρους και ρόλους. 
  • Ο ΣΥΡΙΖΑ στην ουσία πρέπει να επανιδρυθεί, ανακαλύπτοντας εκ νέου και αναβαθμίζοντας την έννοια της συλλογικότητας, τις αρχές, τις αξίες και την ηθική της Αριστεράς, αναπροσανατολίζοντας ριζικά τη δράση του στα μεγάλα προβλήματα και κοινωνικά μέτωπα που γεννά η οικονομική κρίση, ενισχύοντας τις λαϊκές-ταξικές του αναφορές και τη ριζοσπαστική ιδεολογική του ταυτότητα. 
  • Κάτω από το φως των νέων εξελίξεων απαιτείται μια πολύ επίμονη θεωρητική δουλειά, για να κατανοήσουμε την παρούσα οικονομική κρίση και τις αιτίες της, για να οικοδομήσουμε την εναλλακτική πρόταση εξόδου απ' αυτή με ορίζοντα τον σοσιαλισμό, αλλά και για να ανασυστήσουμε κριτικά τις ιδεολογικές βάσεις μας που πρέπει να στηρίζονται στον σύγχρονο δημιουργικό μαρξισμό. 
  • Η νέα θεωρητική θωράκιση του σοσιαλιστικού οράματος μπορεί να δημιουργήσει νέους όρους συνειδητής στράτευσης και να ξαναδώσει στοιχεία έμπνευσης στον κόσμο της Αριστεράς και στα εκμεταλλευόμενα στρώματα και τάξεις της κοινωνίας. 
  • Η Αριστερά στο σύνολό της πρέπει να εκφράζει τα συμφέροντα των πραγματικών δημιουργών του υλικού και πνευματικού πλούτου της κοινωνίας, πρώτα απ' όλα της εργατικής τάξης που αποτελεί τη μεγάλη πλειονότητα των εργαζομένων και βιώνει το καθεστώς της σκληρής καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Να υπερασπίζεται τους μικρομεσαίους αγρότες, τους αυτοαπασχολούμενους, που υφίστανται τις συνέπειες της δράσης των καρτέλ και των μεγάλων επιχειρήσεων. Να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή για τα δικαιώματα της νέας γενιάς που ο νεοφιλελευθερισμός τής στερεί το μέλλον, για την ισότιμη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, για τα δικαιώματα της εργαζόμενης διανόησης, των συνταξιούχων, των οικονομικών μεταναστών και όλων των λαϊκών στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας. 
  • Μια τέτοια Αριστερά ενωμένη, σύγχρονη, ριζοσπαστική, κινηματική, λαϊκή την έχουν ανάγκη οι εργαζόμενοι, οι ίδιοι οι αριστεροί και η εποχή μας.

Πού πάει η ΑΡΙΣΤΕΡΑ: Κριτική αλλά και προτάσεις

Η Αριστερά εδώ και δεκαετίες είναι ένα μωσαϊκό ιδεών. Και αυτό είναι το μεγάλο της πλεονέκτημα, που πολλές φορές όμως έχει μετατραπεί σε μειονέκτημα. Τα κόμματα της Αριστεράς αντιδρούν σε μέτρα όπως αυτά που έχουν ληφθεί, άλλες φορές αντιπροτείνουν, αλλά ακόμη και σε περιόδους όπως αυτή που διανύουμε σήμερα, οικονομικής κρίσης, δεν συσπειρώνει τον κόσμο γύρω της, στον βαθμό που αναμενόταν. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Οι χώρες όπου τα κόμματα της Αριστεράς συγκεντρώνουν διψήφια ποσοστά μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Η αδυναμία αυτή, σύμφωνα με κάποιους από τους αναλυτές της Αριστεράς, οφείλεται σε «κρίση αξιοπιστίας» λόγω της διχόνοιας μεταξύ των μελών της.
  • Ωστόσο κάποιοι είναι αισιόδοξοι και πιστεύουν ότι η κρίση είναι ευκαιρία για κοινές πρωτοβουλίες όχι μόνον εντός της Ελλάδας αλλά και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Υπάρχει όμως και η σταθερή άποψη κάποιων, που βασίζεται στην ιστορική εμπειρία ότι τις μεγάλες νίκες και ανατροπές πέτυχαν τα κομμουνιστικά κόμματα και όχι κόμματα που συνθέτουν ιδέες που προέρχονται από αριστερούς διανοουμένους και θεωρητικούς. 
  • Στην έρευνα της «Ε» για το «πού πάει η Αριστερά», που ξεκίνησε την περασμένη Κυριακή, εξέφρασαν τις απόψεις τους η ευρωβουλευτής από την Πορτογαλία Μαρίζα Ματίας, οι καθηγητές Κώστας Βεργόπουλος, Γιώργος Μαργαρίτης, Ανδρέας Πανταζόπουλος και Κώστας Λαπαβίτσας. Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Φώτης Κουβέλης, τα στελέχη του ΣΥΝ Γιάννης Μπαλάφας, Νίκος Βούτσης, Γιάννης Δραγασάκης και Δημήτρης Στρατούλης, το μέλος της γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ Νίκος Γαλάνης, ο Γιώργος Πάντζας από το ΔΗΚΚΙ και ο εθνικός συντονιστής του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας Πιερ Λοράν. Δύο ήταν τα ζητήματα που αναπτύχθηκαν: 
  • Το πρώτο, όπως είναι αναμενόμενο, αφορά την οικονομική κρίση. Σε όλες τις περιπτώσεις έγινε κριτική στην κυβερνητική πολιτική για τις μέχρι τώρα επιλογές της. Κάποιοι από τους σχολιαστές έκαναν προτάσεις κινούμενοι σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Αλλοι προτάσσοντας την ανάγκη να αλλάξει άμεσα η κατεύθυνση της πολιτικής με ενίσχυση των εισοδημάτων και μείωση των τιμών των προϊόντων και άλλοι περιγράφοντας την ανάγκη να μη μείνει αδιάφορη η Αριστερά για το περιεχόμενο διακυβέρνησης της χώρας. 
  • Το δεύτερο αφορά την ανάγκη να επιτευχθεί ενότητα στους αγώνες των εργαζομένων εναντίον της πολιτικής που ακολουθείται με εναλλακτικές προτάσεις και δίνοντας μάχη στους δρόμους. Ειδικότερα, η ευρωβουλευτής του «Μπλόκου της Αριστεράς» από την Πορτογαλία Μαρίζα Ματίας αλλά και ο εθνικός συντονιστής του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας Πιερ Λοράν, αναφέρθηκαν στην ανάγκη να υπάρξουν πρωτοβουλίες σε πανευρωπαϊκό επίπεδο τόσο σε επίπεδο αντίδρασης όσο και σε επίπεδο πρωτοβουλιών που θα φέρουν στο προσκήνιο την άσκηση νέας πολιτικής. 
  • Το ζητούμενο είναι εάν η οικονομική κρίση θα αποτελέσει μια ευκαιρία για τα κόμματα της Αριστεράς να επηρεάσουν και να παρέμβουν ή εάν η εσωστρέφεια θα κρατήσει τα ποσοστά τους χαμηλά.

  • Η προοδευτική πολιτική

    Το ελληνικό οικονομικό ζήτημα θεωρείται «καυτό», εν τούτοις δεν είναι βέβαιο ότι όλες οι πλευρές αναφέρονται στο αυτό πρόβλημα.

  • Η κρίση και η Αριστερά

    Οι πολιτικές δυνάμεις που εκφράζουν και προωθούν όσα συμφέρουν τον μονοπωλιακό καπιταλισμό, αυτό το σύστημα που κάτω από τον ψευδεπίγραφο γενικό όρο «αγορές» κυβερνά τον σημερινό κόσμο, έχουν πολύ συγκεκριμένα καθήκοντα σε καιρούς κρίσης.

  • Ιστορική πρόκληση μια μεγάλη συμμαχία

    Ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός, η ταπεινωτική κηδεμονία και το άγριο νεοφιλελεύθερο πακέτο του ΔΝΤ επιταχύνουν την κατάρρευση ενός αποτυχημένου και ένοχου πολιτικού συστήματος.

  • Για τη σύγχρονη ανανεωτική Αριστερά

    Η παγκοσμιοποιημένη διάσταση των οικονομικών και πολιτικών διαδικασιών και η κρίση του κράτους - έθνους έχουν αλλάξει ριζικά τα δεδομένα. Η Αριστερά είναι μπροστά σε μεγάλες προκλήσεις και σε μεγάλες ιστορικές ευκαιρίες, υποχρεωμένη να επαναπροσδιορίσει βασικά στοιχεία της στρατηγικής και της φυσιογνωμίας της και να διασφαλίσει ένα σταθερό βηματισμό στη νέα εποχή.


    • Αγωνιστική αντιμετώπιση

      Οι απαντήσεις μου αναφέρονται στην Αριστερά που αντιπαρατίθεται στη δογματική κομμουνιστική Αριστερά και στη μεταλλαγμένη σοσιαλδημοκρατία τύπου ΠΑΣΟΚ. Στη χώρα μας η κύρια κομματική έκφραση αυτής της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι ο Συνασπισμός. Ο Συνασπισμός καταδικάζει απερίφραστα τα αντιλαϊκά μέτρα της κυβέρνησης, το σημερινό ρόλο της Ε.Ε. και την ανάμιξη του ΔΝΤ. Παράλληλα, απέναντι στην πρωτόγνωρη κρίση απαντά με τη δικιά του εναλλακτική πρόταση, πείθοντας ότι η νεοφιλελεύθερη κυβερνητική πολιτική δεν είναι μονόδρομος. Το πρόγραμμα που προβάλλει ο ΣΥΝ για τη διέξοδο από την κρίση είναι ένα συνεκτικό σύνολο προτάσεων που αντιμετωπίζουν κύρια:

    • Το ριζοσπαστικό παράδοξο

      Αν εξαιρέσουμε την ταυτοτική επάρκεια του ΚΚΕ, τα απλουστευτικά αλλά παραγωγικά γι' αυτό σχήματα σκέψης και δράσης, το υπόλοιπο τμήμα της ιστορικής Αριστεράς, των αριστερίστικων σχημάτων περιλαμβανομένων, αλλά και το σύνολο σχεδόν αυτού που θα ονομάζαμε πολιτισμική-αισθησιακή Αριστερά, κολυμπούν μέσα σε ένα ριζοσπαστικό παράδοξο: γιατί ο κινηματικός ριζοσπαστισμός δεν αποκτά κοινωνιολογικό ακροατήριο;