Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

ΣΑΪΜΟΝ ΚΡΙΤΣΛΕΪ: "Δεν θα σας σώσει ο από μηχανής θεός"

Ο αμερικανός φιλόσοφος μας καλεί να αντιμετωπίσουμε την κρίση με πολιτική φαντασία
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ Γ. Π. ΜΑΛΟΥΧΟ | Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010
«Η φιλοσοφία είναι το εργαλείο της αυτονομίας του ανθρώπου. Ξεκίνησε όταν κάποιοι άνθρωποι, εδώ, στην Αθήνα, περπάτησαν και άσκησαν κριτική στην πόλη και σε κάθε μορφή διακυβέρνησής της. Εμείς όμως σήμερα έχουμε χάσει την αυτονομία και την ελευθερία μας, ζώντας σε κοινωνίες που βρίσκονται εκτός ελέγχου» υποστηρίζει μεταξύ άλλων μιλώντας στο «Βήμα» ο Σάιμον Κρίτσλεϊ, ενώ θέτει τα ερωτήματα «τι σημαίνει αντιπροσώπευση;» και «γιατί η πολιτική εξουσία πρέπει να χαρίζεται σε αντιπροσώπους;». Φιλόσοφος μιας νέας γενιάς με σημαντική διεθνή επιρροή, ο Κρίτσλεϊ υποστηρίζει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι κοινωνίες ως προς την ελευθερία τους προέρχεται από το μέγεθος των κρατών που δεν επιτρέπει την ύπαρξη ουσιαστικής δημοκρατίας. Επίσης μας καλεί να σταματήσουμε να κυνηγάμε μια ζωή ευημερίας πέρα και πάνω από τις δυνάμεις μας, αλλά και να φανταζόμαστε ότι μπορεί να μας σώσουν διάφοροι «από μηχανής θεοί»... Ο Σάιμον Κρίτσλεϊ βρέθηκε για λίγες ημέρες στην Αθήνα, για την προετοιμασία των «Διαλόγων των Αθηνών» του Ιδρύματος Ωνάση, μιας μεγάλης διεθνούς πρωτοβουλίας διαλόγου, που θα πραγματοποιηθεί τον ερχόμενο μήνα εγκαινιάζοντας τη νέα Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος. Διδάσκει φιλοσοφία μεταπτυχιακούς φοιτητές σε ένα από τα πιο πρωτοποριακά πνευματικά κέντρα της Νέας Υόρκης, τη Νew School for Social Research.
- Αλήθεια, ποιος ενδιαφέρεται για τη φιλοσοφία σήμερα; Ποιον αφορά;
«Η φιλοσοφία ξεκίνησε από εδώ, λίγα μέτρα πιο κάτω από εδώ που βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή! Και πώς ξεκίνησε; Από τρεις ανθρώπους. Τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον αδελφό του Πλάτωνα, και κάποιους άλλους... Ξεκίνησε όταν αυτοί οι άνθρωποι περπάτησαν και άσκησαν κριτική στην πόλη και σε κάθε μορφή διακυβέρνησής της. Και έτσι αμφισβήτησαν ό,τι υπήρχε ως τότε στο κράτος και στην εξουσία και οραματίστηκαν μιαν άλλη ζωή. Ηταν λοιπόν μια περιθωριακή δραστηριότητα κάποιων ανθρώπων, που όμως εξαπλώθηκε στη συνέχεια. Σήμερα βέβαια οι κοινωνίες δεν έχουν χώρο για τη φιλοσοφία. Την ίδια στιγμή στους “Νew Υork Τimes”, οι οποίοι έχουν 1 εκατομμύριο αναγνώστες την ημέρα, τα άρθρα για τη φιλοσοφία έχουν διαβαστεί τους τελευταίους έξι μήνες από 4 εκατομμύρια ανθρώπους. Είναι λοιπόν ένα παράδοξο, υπάρχει μια αντίφαση: από τη μία μεριά η φιλοσοφία είναι περιθωριακή, από την άλλη όμως ενδιαφέρει κάθε άνθρωπο που έχει μπροστά του αναπάντητα ακόμη τα βασικά υπαρξιακά και ηθικά ερωτήματα για το νόημα και την αξία της ζωής του. Εχει συνεπώς προστιθέμενη αξία για κάθε άνθρωπο: ποιος είμαι, ποιοι είναι οι άλλοι, ποιες είναι οι ευθύνες μου απέναντί τους, πού βαδίζω, πώς βαδίζω στη ζωή μου... Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που “πεινούν” για φιλοσοφία, ακόμη κι αν δεν το ξέρουν...».

- Ερχεστε στην Ελλάδα σε μια εξαιρετικά δύσκολη στιγμή. Τι μπορεί να προσφέρει η φιλοσοφία στους ανθρώπους που βρίσκονται μέσα σε μια τέτοια κρίση;
«Υπάρχουν κάποια πράγματα που μπορεί να προσφέρει. Η φιλοσοφία μάς δίνει τη δυνατότητα να κρίνουμε και να ασκούμε κριτική στις εξουσίες- αυτό έκανε ο Σωκράτης περπατώντας προς τον Πειραιά-, όπως μας δίνει και τη δυνατότητα να βλέπουμε άλλες μορφές οργάνωσης. Στις δυτικές χώρες το Α και το Ω αντιπροσωπεύονται από τη Δημοκρατία. Αλλά η φιλοσοφία μπορεί να δώσει και άλλες ιδέες για το πώς μπορεί να οργανωθεί η ανθρώπινη ζωή μέσα στις κοινωνίες. Οι άνθρωποι θέλουν να ρίχνουν το φταίξιμο σε πολιτικούς και μετά να φέρνουν άλλους πολιτικούς να διορθώνουν αυτά που χάλασαν οι προηγούμενοι, και ξανά από την αρχή. Η φιλοσοφία λοιπόν μπορεί να βάλει κάποια στοιχεία κριτικής σε όλο αυτό. Ζούμε σε χώρες αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Αλλά τι σημαίνει “αντιπροσώπευση”; Γιατί η πολιτική εξουσία πρέπει να χαρίζεται σε αντιπροσώπους; Και πώς γίνεται αυτό; Σκεφθείτε το για ένα δευτερόλεπτο! Λέει ένας πολιτικός: “Αντιπροσωπεύω τη θέληση του λαού”. Είναι αλήθεια; Είναι έτσι; Το σύστημά μας δεν θα έπρεπε να είναι αντιπροσωπευτικό, αλλά θα έπρεπε να απαρτίζεται από συνελεύσεις».

- Οι κυβερνήσεις θα αφήσουν έτσι εύκολα τις εξουσίες τους για να περάσει ο κόσμος σε άλλα μοντέλα οργάνωσης;
«Ασφαλώς όχι! Χρειάζεται ένα σοκ! Αλλά είχαμε πολλά σοκ στην Ιστορία. Δείτε ακόμη και αυτή την κρίση. Είναι ένα σοκ... Υπάρχει επίσης και ένα πολύ κρίσιμο σημείο που αναπτύσσεται πάρα πολύ ειδικά στην αρχαία ελληνική παράδοση, αλλά που σήμερα το έχουμε ξεχάσει. Είναι η ηθική, η οποία επηρεάζει τα πάντα. Από τον Επίκουρο, τους Στωικούς, θα το συναντήσετε παντού. Και αυτή είναι που τελικά ουσιαστικά σχετικοποιεί και την έννοια της κρίσης, όπως τη ζείτε εδώ σήμερα- και όχι μόνον εδώ. Για τους φιλοσόφους ένα τσαμπί σταφύλι μπορεί να φέρει την ευτυχία. Για τη σημερινή κοινωνία, περίπου τίποτε δεν μπορεί, γι΄ αυτό είναι εκτός ελέγχου. Κυνηγάμε ένα όνειρο ζωής πέρα και πάνω από όλες τις δυνάμεις μας. Δανειζόμαστε ασταμάτητα για να το πετύχουμε. Και τελικά, όπως βλέπετε, δεν το πετυχαίνουμε, ενώ εν τω μεταξύ έχουμε χάσει και την αυτονομία, την ελευθερία μας... Γιατί; Επειδή ξοδεύουμε χρήματα που δεν έχουμε, για σκοπούς που δεν έχουμε καν σκεφθεί σοβαρά... Και εκεί η φιλοσοφία έχει να πει πάρα πολλά... Θα σας πω και ένα παράδειγμα, για να δείτε πόσο πολύ άμεση σήμερα και αληθινή είναι η αρχαία ελληνική σκέψη.

Είναι στην Αθήνα ο πρωθυπουργός της Κίνας. Και έχει δημιουργηθεί μια αίσθηση ότι κατέβηκε ο “από μηχανής θεός”, όπως στα έργα του Ευριπίδη. Η κινεζική κυβέρνηση θα αγοράσει ελληνικά ομόλογα και θα κάνει επενδύσεις στην Ελλάδα, μια χαρά λοιπόν, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας! Και εδώ είναι που οι Ελληνες πρέπει να θυμηθούν την πνευματική παράδοσή τους. Στον μύθο του Προμηθέα, λ.χ., λέει ο Προμηθέας ότι προτού τους δώσω τη φωτιά, την τεχνολογία, οι άνθρωποι ήταν σαν ζώα. Τους έδωσα την ικανότητα να δουν την τυφλή τους ελπίδα! Δεν είναι συγκλονιστικό; Η φιλοσοφία λοιπόν και πολλούς αφορά και μπορεί να βοηθήσει».
  • «ΦΑΝΤΑΣΤΕΙΤΕ ΤΗΝ ΕΕ ΣΑΝ ΕΝΑ ΣΟΒΙΕΤ»
- Τι μπορεί να προτείνει η φιλοσοφία σήμερα; Ποιες εναλλακτικές λύσεις μπορεί να υπάρξουν;
«Εγώ θα έλεγα ένα μοντέλο ριζοσπαστικού φεντεραλισμού. Γιατί το πρόβλημα, όπως είπαμε, είναι πρόβλημα κλίμακας. Η ιδέα ότι ζούμε σε έναν παγκόσμιο κόσμο μάς στερεί τη δυνατότητα να σκεφθούμε το εδώ, το παρόν, αυτό που ζούμε. Αλλά για μένα η αυτονομία είναι ακριβώς αυτό: ο σεβασμός αυτού που ζούμε εμείς εδώ, αυτή τη στιγμή. Πρέπει λοιπόν να υπάρξει μια ριζοσπαστική μείωση του μεγέθους των κρατών, σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουν πολλοί. Και να εξελιχθούν σε μικρότερες ομοσπονδιακές μορφές. Υπάρχουν πολλές μορφές που μπορεί να πάρει αυτό... Νιώθω παράξενα που το λέω, αλλά στην κατεύθυνση που θα είχαν τα Σοβιέτ αν δεν είχαν εξελιχθεί σε αυτό που εξελίχθηκαν...».

- Μα δεν εξελίχθηκαν διαφορετικά από ό,τι έλεγαν: το έλεγαν ότι ήταν δικτατορία, απλώς προσέθεταν και «του προλεταριάτου»...
«Πράγματι. Τέτοιες μικρότερες μορφές οργάνωσης λοιπόν, χωρίς όμως τη δικτατορία και την κατεύθυνση αυτή... Αλλά δείτε τι γίνεται στην Ευρωπαϊκή Ενωση, πόση αντίφαση υπάρχει. Τι είναι η ΕΕ; Δεν είναι μια ένωση κρατών; Τότε γιατί πρέπει να υπάρχουν όλα αυτά τα κράτη ακόμη, τη στιγμή που υπάρχει και λειτουργεί η Ενωσή τους; Εχετε σκεφθεί πόσο λάθος είναι αυτό; Και πόσα προβλήματα δημιουργεί; Στην πραγματικότητα, μας λείπει πλήρως η πολιτική φαντασία. Δεν έχουμε καθόλου...».

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010

Ζοζέ Σαραμάγκο: Πού είναι η Αριστερά;


του Ζοζέ Σαραμάγκο

  • Το  κείμενο, με τίτλο «Πού είναι η Αριστερά» πρωτοεμφανίστηκε στο μπλογκ του Σαραμάγκο, την 1.10. 2008. Δημοσιεύτηκε, μαζί με άλλα κείμενα από το ίδιο μπλογκ, στο βιβλίο του Το τετράδιο. Κείμενα που γράφτηκαν για το blog, Σεπτέμβριος 2008-Μάρτιος 2009. Στα ελληνικά κυκλοφορεί, όπως και όλα σχεδόν τα βιβλία του Σαραμάγκο, σε μετάφραση Αθηνάς Ψυλλιά, από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Πριν από τρία-τέσσερα χρόνια, σε μια συνέντευξή μου σε μια νοτιοαμερικάνικη εφημερίδα, αργεντίνικη νομίζω, μου βγήκε πάνω στις διαδοχικές ερωταποκρίσεις μια δήλωση που κατόπιν φαντάστηκα πως θα προκαλούσε αναταραχή, διαμάχη, σκάνδαλο (μέχρι αυτού του σημείου έφτανε η αφέλειά μου), ξεκινώντας από τις τοπικές στρατιές της Αριστεράς και μετά, ποιος ξέρει, σαν ένα κύμα που εξαπλώνεται σε κύκλους, στα διεθνή μέσα, είτε αυτά ήταν πολιτικά, συνδικαλιστικά ή πολιτιστικά, τα οποία πρόσκεινται στην εν λόγω Αριστερά.
Με όλη της τη σκληρότητα, χωρίς να κάνει βήμα πίσω μπροστά στην ίδια της την αισχρότητα, η φράση, όπως αναπαράχθηκε με ακρίβεια από την εφημερίδα, ήταν η εξής: «Η Αριστερά δεν έχει την παραμικρή γαμημένη ιδέα σε ποιον κόσμο ζει». Στην πρόθεσή μου, εσκεμμένα προκλητική, η Αριστερά, επερωτωμένη έτσι, απάντησε με την πιο παγωμένη σιωπή. Κανένα κομμουνιστικό κόμμα, για παράδειγμα, ξεκινώντας απ’ αυτό του οποίου είμαι μέλος, δεν βγήκε στις επάλξεις για να αντικρούσει ή απλώς να επιχειρηματολογήσει σχετικά με την καταλληλότητα ή τη μη καταλληλότητα των λέξεων που πρόφερα. Κατά μείζονα λόγο, επίσης, κανένα από τα σοσιαλιστικά κόμματα που βρίσκονται στην κυβέρνηση των αντίστοιχων χωρών, σκέφτομαι κυρίως των δικών μας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας, δεν θεώρησε απαραίτητο να απαιτήσει ένα ξεκαθάρισμα εξηγήσεις από τον παράτολμο συγγραφέα που τόλμησε να ρίξει μια πέτρα στον μουχλιασμένο βούρκο της αδιαφορίας.
Τίποτε απολύτως, σιωπή καθολική, λες και στους ιδεολογικούς τάφους όπου κατέφυγαν δεν υπήρχε τίποτε άλλο παρά μόνο σκόνη και αράχνες, ή το πολύ κάποιο αρχαϊκό οστό που δεν έκανε ούτε για ιερό λείψανο πια. Για κάμποσες μέρες αισθάνθηκα αποκλεισμένος από την ανθρώπινη κοινωνία, σαν να ’χα χολέρα, θύμα κάποιου είδους διανοητικής κίρρωσης όπου τίποτα δεν έβγαζε νόημα. Έφτασα μάλιστα να σκεφτώ πως η συμπονετική κουβέντα που θα κυκλοφορούσε μεταξύ αυτών που σιωπούσαν ήταν περίπου η εξής: «Τον κακομοίρη, τι να περιμένει κανείς σε τέτοια ηλικία;». Ήταν πως δεν θεωρούσαν ότι δικαιούμουν να εκφράσω γνώμη σ’ αυτή τη φάση.
Ο καιρός περνούσε, περνούσε, η κατάσταση στον κόσμο γινόταν όλο και πιο περίπλοκη, και η Αριστερά, ατάραχη, συνέχιζε να παίζει τους ρόλους που, είτε στην εξουσία είτε στην αντιπολίτευση, της είχαν διανεμηθεί. Εγώ, που στο μεταξύ είχα κάνει μια άλλη ανακάλυψη, πως ο Μαρξ ποτέ δεν είχε τόσο πολύ δίκιο όσο σήμερα, φαντάστηκα, όταν πριν ένα χρόνο ξέσπασε η καρκινική απάτη των ενυπόθηκων δανείων στις ΗΠΑ, πως η Αριστερά, όπου κι αν βρίσκεται, αν είναι ακόμα ζωντανή, θ’ ανοίξει επιτέλους το στόμα για να πει τι σκέφτεται γι’ αυτή την περίπτωση. Έχω πια την εξήγηση: η Αριστερά δεν σκέφτεται, δεν δρα, δεν διακινδυνεύει ούτε βήμα. Έχει γίνει ό,τι έχει γίνει από τότε, και μέχρι σήμερα η Αριστερά, με δειλία, εξακολουθεί να μη σκέφτεται, να μη δρα, να μη διακινδυνεύει ένα βήμα. Γι’ αυτό ας μην παραξενευτεί κανείς για την αναιδή ερώτηση του τίτλου: «Πού είναι η Αριστερά;». Δεν τάζω τίποτα για απάντηση, πλήρωσα ήδη πολύ ακριβά τις αυταπάτες μου.
  • Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Αθηνά Ψυλλιά

Η επικαιρότητα της σκέψης του Μαρξ και τα «καθήκοντα» των κριτικών στοχαστών

Η διπλή κρίση, οικονομική και οικολογική, που γνωρίζει ο κόσμος μας, αποτελεί έναν ακόμα κρίκο στη μακρά αλυσίδα ρήξεων του σύγχρονου καπιταλισμού ή το ξεκίνημα μιας νέας εποχής; Οι σημερινές εξεγέρσεις μπορούν να εγγραφούν σε μια διαδικασία η οποία οδηγεί σε αυτό που ο μαρξισμός ορίζει ως «επανάσταση»; Πώς μπορεί η ουτοπία, αν αξιοποιήσουμε το κοινωνικό, πολιτικό, πολιτισμικό και ανατρεπτικό δυναμικό της, να γίνει πραγματικότητα;
Αυτά ήταν ορισμένα από τα βασικά ερωτήματα που απασχόλησαν το 6ο Συνέδριο Marx International, με γενικό θέμα «Κρίσεις, εξεγέρσεις και ουτοπίες», το οποίο οργανώθηκε το περιοδικό Actuel Marx και ολοκληρώθηκε χθες Σάββατο στο Παρίσι (Université de Paris Ouest, Nanterre). Με την ευκαιρία αυτή, μιλήσαμε με τον Μιχάλη Βακαλούλη, μέλος της οργανωτικής επιτροπής του Συνεδρίου, τα ερευνητικά ενδιαφέροντα του οποίου, όλα τα τελευταία χρόνια, συνδέονται στενά με τη θεματολογία του συνεδρίου.
"Ε"

Συνέντευξη με τον Μιχάλη Βακαλούλη
* Στις 22-25 Σεπτέμβρη οργανώθηκε στη Γαλλία το 6ο Συνέδριο Marx International. Ποια θέση νομίζετε ότι έχει η μαρξιστική ανάλυση στο πνευματικό κλίμα που κυριαρχεί σήμερα, στη Γαλλία αλλά και διεθνώς;
* Από το πρώτο Διεθνές Συνέδριο Μαρξ (1995) μέχρι σήμερα έχουν σημειωθεί πολλαπλές κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές. Η κρίση συσσώρευσης του κεφαλαίου εμφανίζεται πιο εκρηκτική, ενώ η χρεοκοπία των νεοφιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών είναι πρόδηλη, ακόμα και στα μάτια των οργανικών ιδεολόγων που τις γιόρταζαν μόλις πριν λίγο με τυμπανοκρουσίες. Το σύστημα έχει επεκτείνει ορμητικά τα όριά του από την παραγωγή στη σφαίρα της αισθητικής και της καθημερινής ζωής, αλλά ξαναβρίσκει τις καταστατικές αντιφάσεις του σε μια ευρύτερη κλίμακα. Η αίσθηση ότι ο σημερινός κόσμος βρίσκεται σε αδιέξοδο, οικονομικό και οικολογικό, πολιτικό και ανθρωπολογικό, είναι διάχυτη στην κοινή γνώμη.
Γιατί στη σημερινή συγκυρία η σκέψη του Μαρξ αποχτά ξανά μια απαράμιλλη επικαιρότητα; Διότι δεν αποτελεί απλώς ένα μνημείο του παρελθόντος που εγκαθιδρύει οριστικές αλήθειες, αλλά ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο κριτικής διάγνωσης του παρόντος και πολιτικής προβολής στο μέλλον. Φυσικά, δεν αρκεί να σκορπίσουμε λίγη μαρξιστική χρυσόσκονη, για να γίνουν οι σχέσεις εκμετάλλευσης πιο αναγνώσιμες και οι κοινωνικές αντιστάσεις πιο βιώσιμες. Οι ιδεολογικές συγκρούσεις δεν εξαντλούνται σε απλές αντιπαραθέσεις ιδεών, αλλά παραπέμπουν στην υλικότητα του συνόλου των μηχανισμών συμβολικής κυριαρχίας (κράτος, αγορά, μεταμοντέρνες δομές εξατομίκευσης). Η σημερινή κρίση δεν σηματοδοτεί μια ιδεολογική παλινόρθωση του μαρξισμού ούτε πιστοποιεί αυτόματα την ερμηνευτική του γονιμότητα. Όμως το ιδεολογικό κλίμα τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει αισθητά και η δεκτικότητα των μαρξιστικών ερωτημάτων κερδίζει έδαφος.
Από αυτή την άποψη, τρεις από τις κυρίαρχες αρνητικές χρήσεις του Μαρξ στις κοινωνικές επιστήμες έχουν μειωθεί σε ένταση, χωρίς βέβαια να έχουν εξαφανιστεί. Πρώτον, η αξιωματική απόρριψη της επιστημονικότητας του μαρξικού έργου: Δεν αναφέρομαι στον Μαρξ, άρα είμαι πραγματικός επιστήμονας. Είναι σαν ένας κριτικός λογοτεχνίας να θεμελιώνει την αντικειμενικότητα της άποψής του στο γεγονός ότι δεν μπήκε καν στον κόπο να διαβάσει το βιβλίο που κρίνει. Δεύτερον, η άρνηση της πρωτοτυπίας του μαρξικού έργου, με πρόσχημα ότι δεν μπαίνει στα καλούπια του ακαδημαϊκού καταμερισμού της εργασίας. Για παράδειγμα, λέγεται ότι δεν υπάρχει «μαρξιστική κοινωνιολογία». Όπως όμως παρατηρούσε ο Ανρί Λεφέβρ, υπάρχουν μαρξιστές στην κοινωνιολογία. Τρίτον, η τάση να αντιπαρατίθεται ο Μαρξ στη σημερινή κριτική κοινωνική θεωρία: A good marxist is a dead one. Και στις τρεις αυτές χρήσεις υπάρχει μια σημαντική μετατόπιση.

* Ποια είναι η φιλοδοξία του φετινού συνεδρίου Marx International που έχει θέμα «Κρίσεις, εξεγέρσεις και ουτοπίες»;
* Ο βασικός στόχος παραμένει ο ίδιος από την αρχή, εκείνο που αλλάζει κάθε φορά είναι η συγκυρία. Η δημόσια συζήτηση εκατοντάδων ερευνητών από όλο τον κόσμο με την ενεργή υποστήριξη δεκάδων περιοδικών κοινωνικών επιστημών αποβλέπει να δημιουργήσει ένα διανοητικό γεγονός που παρεμβαίνει πολιτικά στην ιδεολογική συγκυρία. Το διακύβευμα είναι η ανάλυση των κοινωνικών και νοητικών δομών του ανεπτυγμένου καπιταλισμού στην προοπτική του μετασχηματισμού τους. Η κριτική θεωρία δεν παράγεται όμως από «επαναστάτες του καναπέ» που καταγγέλλουν αδιάκοπα τις κακοδαιμονίες του καπιταλισμού, εμπεδώνοντας κατά παράδοξο τρόπο τη δοξασία ότι το σύστημα είναι παντοδύναμο. Η κοινωνική θεωρία μετατρέπεται σε κριτική στο βαθμό που κατανοεί την ίδια της την ιστορικότητα, αναλύοντας τις συγκρουσιακές πρακτικές, τις πολιτισμικές αντιστάσεις, την αντιφατική παραγωγή της υποκειμενικότητας ενάντια στη μεταμοντέρνα βαρβαρότητα του κεφαλαίου.

Η αριστερή σκέψη στις συνθήκες της κρίσης

* Γιατί η σημερινή αριστερή σκέψη, παρά την οικονομική κρίση και τη συναφή κρίση της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, δεν μοιάζει ικανή να προσφέρει μια ανάγνωση της κατάστασης με αξιώσεις ηγεμονίας;
* Αν το σύστημα εμφανίζεται ακαταμάχητο, αυτό συμβαίνει γιατί το «αντίπαλο δέος» έχει πάψει να είναι μαχητικό. Ή, καλύτερα, γιατί έχει πάψει να αυτοπροσδιορίζεται με αξιώσεις ηγεμονίας. Η Αριστερά πάσχει από ένα σύνδρομο κατωτερότητας απέναντι στη συστημική υπεροχή. Έχει αποστασιοποιηθεί από τα κοινωνικά της ερείσματα (κυρίως από τα λαϊκά στρώματα), έχει αμβλύνει την ικανότητα ταξικής αντιπροσώπευσης της μισθωτής εργασίας, έχει υποστείλει τη σημαία της κριτικής της καθημερινής ζωής.
Η αριστερή σκέψη παρουσιάζεται τις περισσότερες φορές άνευρη, συμβατική, αδύναμη. Αμήχανη απέναντι στις νέες μορφές επικοινωνίας και μετα-υλιστικής κατανάλωσης που τροποποιούν όχι μόνο την ατομική εκφραστικότητα αλλά και τους όρους της συλλογικής δράσης. Η στρατηγική κατάκτησης, επιρροής και κατοχής της κρατικής μηχανής άλλαξε περισσότερο την Αριστερά από ό,τι η Αριστερά άλλαξε τις δομές εξουσίας και ταξικής κυριαρχίας του σύγχρονου καπιταλισμού.
Αυτό ισχύει και για τις δυο παραλλαγές της Αριστεράς, ρεφορμιστική και ριζοσπαστική. Παρά τις όποιες εκσυγχρονιστικές της επιδόσεις, η σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται σήμερα στο εδώλιο της ιστορικής κρίσης. Χρεώνεται όχι μόνο ένα δυσβάσταχτο «κοινωνικό έλλειμμα» που απορρέει από τη διαχειριστική πολιτική της, αλλά κυρίως μια ανικανότητα να επινοήσει ένα νέο σχέδιο δράσης με προοδευτικό κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο. Όσο για τις αντιφιλελεύθερες αριστερές δυνάμεις που αυτοσυστήνονται σαν «φυσικοί» σύμμαχοι των κοινωνικών κινημάτων, εξαντλούν πολύ συχνά τη δυναμική τους σε ρητορικές αντιπαραθέσεις με τις συντηρητικές δυνάμεις, αρκούμενες αυτάρεσκα σε μια «κουλτούρα αντιπολίτευσης». Η κινηματική τους προδιάθεση και στάση δεν είναι ικανός όρος ούτε για να κερδίσουν την κοινή γνώμη με το μέρος τους ούτε για να δώσουν πολιτική προοπτική στις κινητοποιήσεις των εργαζομένων.

Τρεις θεματικοί άξονες: Εργασία, κοινωνικές συγκρούσεις, συμμετοχή των πολιτών
* Ποια θεωρητικά και αναλυτικά «καθήκοντα» πιστεύετε ότι θέτει στην κριτική σκέψη η σημερινή κρίση --κρίση δομική του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, η κρίση της Ευρώπης, και ειδικότερα η κρίση στην Ελλάδα;
* Δεν υπάρχει κριτική σκέψη εν γένει· υπάρχουν κριτικοί στοχαστές που κάτω από ορισμένες συνθήκες, μέσα από συναντήσεις και συγκρούσεις, αναιρέσεις και μετατοπίσεις θέσεων, κινηματικές εμπειρίες και πολιτικές προβολές μπορούν να λειτουργήσουν σαν επιταχυντές σωματιδίων μιας πολιτικής απελευθέρωσης. Στο χώρο του κινήματος για μια εναλλακτική παγκοσμιοποίηση, για παράδειγμα, υπάρχουν γόνιμοι προβληματισμοί για την ανασυγκρότηση του δημοσίου χώρου, την κινηματική σύγκλιση σε παγκόσμιο επίπεδο, τις μορφές αυτοοργάνωσης των πολιτών ενάντια στη δικτατορία των χρηματιστικών αγορών.
Από αναλυτική άποψη, υπάρχουν τουλάχιστον τρεις θεματικοί άξονες στους οποίους οφείλει να επενδύσει η κριτική σκέψη με αξιώσεις ηγεμονίας.
Ο πρώτος αφορά την κριτική της εργασίας που αποτελεί, σήμερα περισσότερο από ποτέ, τη βασική συνθήκη κάθε κοινωνικής κριτικής. Η εργασία δεν είναι απλώς μια διαδικασία ανάλωσης της εργατικής δύναμης, είναι ταυτόχρονα μια θεμελιώδης εκφραστική μορφή της υποκειμενικότητας. Φυσικά, αυτή η υποκειμενικότητα συγκροτείται σε μεγάλο βαθμό από τους μηχανισμούς εκμετάλλευσης μέσα στην επιχείρηση όπως και μέσα στην κοινωνία. Τείνει όμως να τους υπερβαίνει καταλυτικά, αδιάλειπτα. Ποια είναι η μορφολογία και οι αντιφάσεις αυτού του φαινομένου στη παρούσα φάση συσσώρευσης όπου οι έννοιες του χρόνου εργασίας, της επιχείρησης, της παραγωγής αγαθών, υπηρεσιών και αξιών έχουν ριζικά ανατραπεί; Ποια μορφή παρέμβασης στον τρόπο οργάνωσης της εργασίας και διαχείρισης της επιχείρησης;
Ο δεύτερος θεματικός άξονας αφορά τη μελέτη των κοινωνικών αντιδράσεων και συγκρούσεων που αναπτύσσονται στο εσωτερικό του μεταμοντέρνου καπιταλισμού. Τα συγκρουσιακά φαινόμενα δεν πρέπει να ανάγονται στην αρνητική και καταστροφική τους διάσταση. Αντίθετα, ο ρόλος τους είναι κατεξοχήν παραγωγικός, όχι μόνο για την αποδόμηση του «παλιού» αλλά και για τη συγκρότηση νέων κοινωνικών ανταλλαγών και σχέσεων. Η σχέση των κινημάτων με την πολιτική είναι ένα άλλο τυφλό σημείο που πρέπει να διερευνηθεί. Η κρίση της κηδεμονικής λειτουργίας των κομμάτων πάνω στα κινήματα σ’ όλη την Ευρώπη είναι μια ελπιδοφόρα εξέλιξη γιατί ενέχει τη δυνατότητα διεύρυνσης του φάσματος της συλλογικής κινητοποίησης και πολιτικοποίησης πέρα από τις στενές κομματοκεντρικές περιχαρακώσεις. Το ζήτημα όμως της ισότιμης άρθρωσης κινημάτων και θεσμικής πολιτικής παραμένει ανοιχτό.
Ο τρίτος άξονας παραπέμπει στο ζήτημα των εξουσιών και της συμμετοχής των πολιτών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Η σημερινή κρίση πολιτικής αντιπροσώπευσης, και γενικότερα η κρίση νομιμοποίησης των ιεραρχημένων θεσμών, δεν είναι μόνο φορέας αποσύνθεσης. Μια τέτοια κρίση εκφράζει όχι μόνο μια έλλειψη εμπιστοσύνης στις κρυσταλλωμένες μορφές κοινωνικής κυριαρχίας, αλλά κυρίως τη θέληση των ατόμων να συγκροτηθούν σε ενεργούς παίκτες που διεκδικούν, δρουν, συν-αποφασίζουν. Πρόκειται για μια επέκταση του πεδίου των αγώνων που έχουν σαν κεντρικό διακύβευμα την αυτόνομη συγκρότηση της συλλογικότητας σαν διάδραση ενικοτήτων και όχι σαν σύμφυση ατόμων σε ένα υπερβατικό σύνολο.
Οι νέες μορφές επικοινωνίας, τα κοινωνικά δίκτυα, η τάση αυτοπροσδιορισμού των υποκειμένων με βάση το συγκεκριμένο πράττειν και όχι το αφηρημένο είναι, αποτελούν αντιφατικές εκφάνσεις μιας υπόκωφης επανάστασης εν πλω, που η Αριστερά έχει μια τρομακτική δυσκολία να συλλάβει στη μετασχηματιστική της δυνατότητα. Υπό τον όρο να μην αντιληφθούμε την επικείμενη επανάσταση σαν ετεροχρονισμένο μάρκετινγκ ελπίδας αλλά, για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Μαρξ, σαν «έφοδο στον ουρανό» μιας ουτοπίας που «γειώνεται» στη ζωντανή πραγματικότητα αντιφατικά, αποσπασματικά, εδώ και τώρα.
Βέβαια, η προοπτική της κατάκτησης της αυτονομίας δεν πρέπει να μας κάνει να υποτιμούμε τη μαζική εμφάνιση νέων ναρκισσιστικών παθολογιών, την τυραννία της προσωπικής εικόνας σαν αυτοσκοπό, την πικρία και την απογοήτευση των υποκειμένων αντιμέτωπα με τη μη αναγνώριση των ικανοτήτων και των πρακτικών τους. Τέτοια εμπόδια ευδοκιμούν στο έδαφος του ανταγωνιστικού ατομικισμού της αγοράς, της επιχείρησης, της διαφήμισης, της μιμητικής κατανάλωσης.
Το σημαντικό είναι ότι αυτά τα φαινόμενα συνυπάρχουν με τη θέληση αυτονομίας και αυτοδημιουργίας. Σε ό,τι αφορά την ίδια τους τη ζωή, τα υποκείμενα δεν δέχονται να είναι παίκτες δεύτερης κατηγορίας, υποδεέστεροι πολίτες, μη αναγνωρισμένοι από την ιεραρχία μισθωτοί. Θέλουν όχι μόνο να βρίσκονται στο βάθρο (στην αγορά εργασίας, στη πολιτική αγορά, στη διαδικασία λήψης αποφάσεων) άλλα να μπορούν να καρπωθούν το χρυσό μετάλλιο που τους ανήκει. Πρόκειται για μια πρό(σ)κληση που η Αριστερά δεν μπορεί να αγνοήσει, εκτός κι αν αποφασίσει να αποδεχτεί το τίμημα της ιστορικής της καταβαράθρωσης.

  • Τη συνέντευξη πήρε ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης 
  • Η ΑΥΓΗ: 26/09/2010
Ο Μιχάλης Βακαλούλης διδάσκει πολιτική θεωρία, μεθοδολογία και κοινωνιολογία της συλλογικής δράσης στο Πανεπιστήμιο Paris VIII. Οι πιο πρόσφατες έρευνές του αφορούν προβλήματα των κοινωνικών κινημάτων, του συνδικαλισμού και των μορφών πολιτικοποίησης στις νέες εργασιακές συνθήκες. Τελευταίο του έργο, η επιμέλεια (σε συνεργασία με τον Pierre Cours Salies και τον Jean Lojkine) του τόμου Nouvelles luttes de classe, Παρίσι, Presses Universitaires de France, 2006.
Προσωπική ιστοσελίδα: http://vakaloulis.wordpress.com/

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Η εκρηκτική διάσταση της ανεργίας

Είναι γνωστό ότι το πρόβλημα της ανεργίας είναι σύμφυτο με τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς, ή, αλλιώς, του καπιταλιστικού συστήματος, που σήμερα κυριαρχεί παγκοσμίως. Μπορεί, όμως, να περιοριστεί με δημόσια παρέμβαση, η οποία σε περιόδους οικονομικής άνθισης είναι εφικτή, γιατί η ανεργία είναι μειωμένη και δεν συνεπάγεται μεγάλο φορολογικό βάρος, ούτε ενοχλητικούς περιορισμούς στην ελευθερία των επιχειρήσεων. Αυτό συνέβη μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι την κρίση της δεκαετίας του '70, με το κεϊνσιανό κράτος πρόνοιας.
Στην περίοδο από τις αρχές της δεκαετίας του '80 μέχρι τη σημερινή παγκόσμια κρίση, όπου η ανεργία αυξήθηκε σημαντικά, το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε με πολύ μεγάλη δυσκολία. Η νεοφιλελεύθερη πολιτική που ακολουθήθηκε σχεδόν σ' όλες τις χώρες, προκειμένου να μειώσει το αυξανόμενο φορολογικό βάρος και να απελευθερώσει τις επιχειρήσεις από τους περιορισμούς για να επιταχυνθεί η ανάπτυξη, θεωρούσε ότι η ανεργία οφείλεται στους υψηλούς μισθούς και την προστατευτική εργατική νομοθεσία. Βέβαια, όλες οι προσπάθειες που έγιναν για να αντιμετωπισθούν τα υποτιθέμενα αίτια της ανεργίας δεν απέδωσαν, είτε επειδή οι αιτίες της ανεργίας δεν είναι αυτές που πιστεύουν οι νεοφιλελεύθεροι των διαφόρων αποχρώσεων είτε επειδή τα εργατικά συνδικάτα περιόρισαν σε μεγάλο βαθμό και τη μείωση των πραγματικών μισθών και την ελαστικοποίηση της εργατικής νομοθεσίας.
Η σημερινή κρίση ανέβασε ακόμη περισσότερο τα ποσοστά ανεργίας. Σε ορισμένες χώρες, ιδίως του ευρωπαϊκού Νότου (Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα), τα ποσοστά σχεδόν διπλασιάσθηκαν. Το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης, όπου άρχισε το 2010 μια εύθραυστη ανάκαμψη, η ανεργία όχι μόνο δεν μειώνεται αλλά αυξάνεται. Υπάρχουν απόψεις που αποδίδουν το γεγονός αυτό στην όλο και μεγαλύτερη χρήση από τις επιχειρήσεις νέων τεχνολογικών μεθόδων και αυτοματισμών. Οι μέθοδοι αυτές εξοικονομούν εργασία προκειμένου να μειωθεί το κόστος, να αυξηθεί η παραγωγικότητα και η διεθνής ανταγωνιστικότητα των οικονομιών των χωρών αυτών, έναντι των αναδυόμενων οικονομιών, που διαθέτουν χαμηλό κόστος εργασίας.
Οι προβλέψεις είναι εφιαλτικές για όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, καθώς η ανεργία φαίνεται να παίρνει εκρηκτικές διαστάσεις. Ιδιαίτερα στη χώρα μας, όπου η περιοριστική πολιτική και η διαρθρωτική προσαρμογή έχουν πάρει κατεπείγοντα χαρακτήρα, λόγω των όρων του μνημονίου, η ανεργία αναμένεται να φθάσει σε δυσθεώρητα ύψη. Η ανεργία αυξάνεται όχι μόνο λόγω της μείωσης της οικονομικής δραστηριότητας και της απαγόρευσης προσλήψεων στο Δημόσιο αλλά και λόγω της ανάγκης αναδιάρθρωσης των επιχειρήσεων με στόχο να επιτευχθεί και στη χώρα μας βελτίωση της παραγωγικότητας και αύξηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, καθώς τα κρίσιμα αυτά μεγέθη βρίσκονται σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση με τις βόρειες χώρες της Ε.Ε.
Ομως, οι άνεργοι νέοι, όπως και οι απολυόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται πλέον με τη γνωστή ελληνική οικογενειακή αλληλεγγύη. Οι ατομικές λύσεις, που συχνά φθάνουν στην κατάθλιψη, μπορεί να οδηγήσουν σε ανεξέλεγκτες κοινωνικές εκρήξεις, καθώς δεν υπάρχουν συνδικάτα ανέργων. Οι τυφλές εκρήξεις μπορεί να δυναμιτίσουν τη συνοχή της κοινωνίας και την ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού μας πολιτεύματος. Σε μια τέτοια προοπτική, ποιο νόημα έχει η πιστή τήρηση των όρων του μνημονίου; Η επίσπευση της δημιουργίας προϋποθέσεων για την αύξηση των δημόσιων και των ιδιωτικών επενδύσεων, με στόχο την απορρόφηση των ανέργων, μπορεί να είναι η μοναδική απάντηση.

Οικονομικά αιτήματα και πάλη αξιών

Η πολύμορφη, γενικευμένη επίθεση ενάντια στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες και η συνεπαγόμενη ενδυνάμωση του αυταρχισμού και της καταστολής έτσι ώστε να καμφθούν οι όποιες αντιδράσεις, έχει σαν συνέπεια το ίδιο το κίνημα αντίστασης να ρίχνει το βάρος του σε διεκδικήσεις οικονομικού χαρακτήρα και δευτερευόντως σε διεκδικήσεις που έχουν να κάνουν με την υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών.
Ετσι όμως από τη μια υποβαθμίζεται μια σημαντική πτυχή της επίθεσης του κεφαλαίου, που έχει να κάνει με την παραμόρφωση των ανθρώπων η οποία συντελείται μέσω των αξιών που προωθεί το κυρίαρχο καπιταλιστικό σύστημα και από την άλλη περιορίζεται η προοπτική διεξόδου σε μια βελτίωση των υλικών όρων ζωής, αν όχι μόνο των αμοιβών, και δεν προβάλλεται ο πυρήνας της απελευθερωτικής προοπτικής, που δεν είναι άλλος από την αναγωγή σε κυρίαρχο του ελεύθερου δημιουργικού χρόνου και την ανάδειξη σε κυρίαρχη αξία της ανεμπόδιστης ανάπτυξης του ανθρώπου.
Πιο ειδικά, όσον αφορά τις αντιδράσεις ενάντια στη συρρίκνωση των απολαβών των εργαζομένων, αντιδράσεις οι οποίες είναι όχι μόνο καθ' όλα θεμιτές αλλά και εκείνες που ως οι πλέον απτές ενοχλούν πιο άμεσα το κεφάλαιο, καλό είναι να θυμίσουμε τόσο το χαρακτήρα τους όσο και τα όριά τους.
Ετσι λοιπόν δεν πρέπει να ξεχνάμε:
1. Οτι μια αύξηση των απολαβών των εργαζομένων σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει και περιορισμό της εκμετάλλευσής τους. Το αντίθετο μάλιστα, μπορεί να έχουμε αύξηση μισθού και ταυτόχρονα αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης στο βαθμό που το ποσοστό της υπεραξίας αυξάνεται.
2. Οπως γράφει ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο», μια αύξηση στους μισθούς «σημαίνει μόνο ότι το μήκος και το βάρος της χρυσής αλυσίδας, που έχει ήδη σφυρηλατήσει για λογαριασμό του ο μισθωτός εργάτης, επιτρέπεται να χαλαρώσει λιγάκι»(1).
3. Οπως πολύ γλαφυρά γράφει ο Καστοριάδης, μια αύξηση του μισθού κατά 10% κάθε άλλο παρά σημαίνει μια ανάλογη μείωση της αποξένωσης του εργαζόμενου, η οποία και μπορεί να αυξηθεί παράλληλα με την αύξηση του μισθού.
Πέρα, λοιπόν, από τις οικονομικές διεκδικήσεις πέρα από τις διεκδικήσεις που σχετίζονται με ζητήματα δημοκρατίας, πέρα από την υπεράσπιση των κεκτημένων, πέρα ακόμη από την προβολή της αναγκαιότητας μιας ριζοσπαστικής πολιτικής αλλαγής, η οποία πολύ συχνά εντάσσεται στο συνδυασμό ενός λεκτικού ριζοσπαστισμού με τον πραγματικό οπορτουνισμό, πρέπει να ανοίξει ένα νέο μέτωπο πάλης ενάντια στις κυρίαρχες αξίες και τον τρόπο ζωής του καπιταλισμού. Ενα μέτωπο πάλης το οποίο ενάντια στο μονοθεϊσμό του χρήματος, τον αδηφάγο ανταγωνισμό, θα προβάλει, όπως μας προτρέπει ο Μαρκούζε, την άρνηση της ανάγκης του κέρδους, την άρνηση του ανταγωνισμού, την άρνηση της συμμόρφωσης, την άρνηση της ανάγκης της μη παραφωνίας, της μη ελευθεριότητας, την άρνηση της ανάγκης για μια σπάταλη παραγωγικότητα, την άρνηση της ζωτικής ανάγκης της απατηλής απώθησης των ενστίκτων, την ανάγκη ηρεμίας, ομορφιάς, τη χαρά της δωρεάν ευτυχίας...(2)
Απέναντι στην κυριαρχία του φαίνεσθαι, και του έχειν, του ατομισμού και του λαβείν, θα πρέπει να αντιτάξουμε μια κοινωνία του είναι, της αλληλεγγύης και του δούναι, όπως γράφει και ο φίλος Σκαμνάκης(3). Απέναντι σε μια ζωή που χάνεται κερδίζοντάς την, να αντιτάξουμε μια ζωή με κυρίαρχη την ελεύθερη δραστηριότητα πέρα από τον οικονομικό καταναγκασμό.
Ιδεαλιστικά, διανοουμενίστικα σκιρτήματα, θα σπεύσουν να αναφωνήσουν ορισμένοι. Κατεξοχήν υλιστικά αιτήματα θα σπεύσω να αντιτάξω. Διότι όσο κυριαρχούν οι αξίες και η ιδεολογία της αστικής τάξης στις λαϊκές μάζες, αυτές οι αξίες μετατρέπονται σε υλική δύναμη ενσωμάτωσής τους, κατ' αναλογία της επαναστατικής θεωρίας, η οποία, όπως επισήμαινε ο Μαρξ, μετατρέπεται σε υλική δύναμη στο βαθμό που γίνεται κτήμα των μαζών.
  • (1) Marx, «Capital», σελ. 769.
  • (2) Χέρμπερτ Μαρκούζε, «Το τέλος της ουτοπίας», σελ. 17.
  • (3) Θανάσης Σκαμνάκης, «Τα οχυρά μας», «Πριν» Σαββάτο 14 Αυγούστου 2010, σελ. 9.

ΠΑΣΟΚ: Από τις ελπίδες του 2007 στο σήμερα

  •  
Πριν από τρία χρόνια το ΠΑΣΟΚ έχασε πανηγυρικά τις εκλογές. Και αυτό παρά τα χάλια της τότε κυβέρνησης της Ν.Δ. Ο λόγος απλός: Είχε πάψει να λειτουργεί ως αποκούμπι των δυναμικών μεσαίων στρωμάτων και των μισθωτών ομάδων της κοινωνίας και όσων βρίσκονταν στο περιθώριο. Είχε αντικαταστήσει την πολιτική με την επικοινωνία και είχε προσχωρήσει στους σκλάβους των δημοσκοπήσεων. Επικοινωνία και δημοσκοπήσεις, όμως, χωρίς πολιτική ουσία, εξυπηρετούν αποκλειστικά ορισμένες προσωπικές στρατηγικές. Δεν παράγουν πραγματική πολιτική, ούτε δημιουργούν γεγονότα που προκαλούν δημοσκοπικές αλλαγές.
Μέσα από τη μάχη για την προεδρία του ΠΑΣΟΚ, ο Γ. Παπανδρέου διατύπωσε το 2007 ένα πρόγραμμα υπέρ των δυναμικών και ταλαντούχων τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας και των περιθωριοποιημένων. Μπόρεσε, έτσι, να διαμορφώσει ένα πλειοψηφικό ρεύμα ριζοσπαστικού δημοκρατισμού εντός του ΠΑΣΟΚ και μια προοδευτική συμμαχία στην κοινωνία προσελκύοντας ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών. Με αυτή την ταυτότητα έπεισε ο Γ. Παπανδρέου ότι είναι ένας σοβαρός πολιτικός με όραμα. Που θα μπορούσε να φέρει σημαντικές ανατροπές στη χώρα. Να επιβάλει τη διαφάνεια στην πολιτική και την ανεξαρτησία της τελευταίας από τα μεγάλα αντικοινωνικά συμφέροντα που προτάσσουν ακόμα και σήμερα τις δικές τους ανάγκες από εκείνες του έθνους και της κοινωνίας. Μίλησε καθαρά για το ποιους θεωρούσε στηρίγματά του. Μέσα από αυτές τις αλλαγές δημιούργησε ένα ρεύμα ελπίδας και νικηφόρας προοπτικής για τις επόμενες εκλογές.
Οσο η Ν.Δ. δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στοιχειωδώς στα καθήκοντά της ως κυβέρνησης και όσο το ΠΑΣΟΚ δυνάμωνε, τόσο τα συμφέροντα αναζήτησαν στηρίγματα στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ προκειμένου να το αγκαλιάσουν και να το πνίξουν. Οι δυνάμεις στο ΠΑΣΟΚ που στήριξαν τον Παπανδρέου στη νέα του ταυτότητα βρέθηκαν σε πορεία αποδυνάμωσης και ήττας. Οι δυνάμεις που συνδυάζονταν με τη διαπλοκή έπνιξαν τον όποιο εσωτερικό ριζοσπαστισμό του.
Με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβερνητική εξουσία, η στροφή που είχε αρχίσει λίγο χρόνο νωρίτερα, ολοκληρώθηκε. Τα συνθήματα για αυτονομία της πολιτικής, για τη συμμαχία των κοινωνικών δυνάμεων και τη μάχη ενάντια στη διαπλοκή εγκαταλείφθηκαν με ρυθμό λαγού που πηδά το βράδυ με την ελπίδα ότι δεν θα τον δει κανείς. Η κοινωνική πολιτική εξαφανίστηκε και οι μαθητευομένοι μάγοι του νεοφιλελευθερισμού ξεπέρασαν τους νεοδημοκράτες δασκάλους τους. Στο όνομα της κρίσης στήθηκε μια τεράστια μηχανή ανακατανομής εισοδήματος σε βάρος των μισθωτών και της μικρομεσαίας ιδιοκτησίας. Κάθε μέτρο υπέρ των εχόντων και κατεχόντων θεωρήθηκε αναγκαίο για να βγει η χώρα από την κρίση. Ο εχθρός δεν είναι πια η λαμογιά και η διαπλοκή, αλλά ο εργαζόμενος. Αρχικά έγινε ένα μπαράζ επιθέσεων στους δημόσιους υπάλληλους και μετά γενικεύτηκε ως επίθεση ενάντια στη μισθωτή εργασία. Η επίθεση στα δημοκρατικά δικαιώματα εμφανίστηκε ως επιτακτική ανάγκη για τη σωτηρία της χώρας.
Η βίαιη ανακατανομή στα εισοδήματα ως οικονομική επιταγή. Η υποχώρηση της διεθνούς θέσης της χώρας ως αποτέλεσμα τρίτων και όχι κυβερνητικών επιλογών. Μαζί με όλα αυτά υιοθετήθηκε και η αντίληψη ότι η χώρα δεν δικαιούται και δεν μπορεί να διαπραγματεύεται και ότι αντίστοιχα οι εργαζόμενοι δεν δικαιούνται να διεκδικούν. Το ΠΑΣΟΚ του 2010 δεν είναι πια εκείνο του 2007. Αλλαξαν οι κοινωνικές αναφορές και τα στηρίγματά του.
  •  

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

Ο καπιταλισμός μετά την κρίση

  • Ο αμερικανός κοινωνιολόγος Ρίτσαρντ Σένετ είναι καθηγητής στο London School of Economics και στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.
Η ακόλουθη συνέντευξή του δημοσιεύθηκε στο ιταλικό περιοδικό «Reset».
- Στο βιβλίο σας «Η κουλτούρα του νέου καπιταλισμού» (ελληνική έκδοση: Σαββάλας, 2009) καταλήγετε με αυτά τα λόγια: «Ενα καθεστώς το οποίο δεν προσφέρει στις ανθρώπινες υπάρξεις βαθύτερους λόγους για να ενδιαφέρονται οι μεν για τους δε δεν μπορεί να διατηρεί για πολύ καιρό τη νομιμοποίησή του». Θεωρείτε ότι η τωρινή οικονομική κρίση καταδεικνεύει ότι το καθεστώς του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού έχει ήδη χάσει τη νομιμοποίησή του και εξαιτίας της αμοιβαίας αδιαφοράς που προωθεί;
«Η οικονομική κατάρρευση αυτών των μηνών καταδεικνύει ότι είχα δίκιο να θεωρώ εξαιρετικά ασταθή και ευάλωτη αυτή τη μορφή καπιταλισμού, η νομιμοποίηση του οποίου βασιζόταν μόνο στην υποτιθέμενη ικανότητα και αποτελεσματικότητα της αγοράς, ενώ αντίθετα ήταν εντελώς εχθρικός προς τις κοινωνικές και ηθικές διεκδικήσεις των πολιτών. Σήμερα αυτό το σύστημα βαδίζει χωρίς να έχει το κύρος που είχε παλαιότερα. Ωστόσο -εδώ είναι το λάθος της ανάλυσης που έκανα στο βιβλίο μου πριν από δέκα χρόνια- οι κύριοι πρωταγωνιστές αυτού του καπιταλισμού είναι ακόμα τόσο ισχυροί ώστε κατορθώνουν να αναστηλώσουν το παλαιό καθεστώς. Τα λόγια τους έχουν χάσει το κύρος τους, αλλά οι δράσεις τους συνεχίζουν να είναι αποφασιστικές. Γι' αυτό, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρακολουθούμε μιαν επιστροφή στο παρελθόν. Το καταδεικνύει αυτό που έγινε στους τελευταίους μήνες: μια αληθινή απαλλοτρίωση δημόσιου χρήματος για να αναζωογονηθεί μια μορφή παγκόσμιου καπιταλισμού που υπηρετεί τους λίγους».
- Η απώλεια νομιμοποίησης και κύρους θα μπορούσε πάντως να έχει σημαντικές συνέπειες, έστω και αν τώρα αυτές δεν είναι ορατές. Αν βραχυπρόθεσμα παρακολουθούμε μια «επιστροφή στο παρελθόν», μακροπρόθεσμα αντίθετα θα μπορούσαν να επιβληθούν νέα παραδείγματα στην πολιτική οικονομία και στις μορφές της εξουσίας σε διεθνές επίπεδο.
«Αυτό είναι αλήθεια. Ακριβώς αυτή είναι πράγματι η κύρια αντίφαση στις νεοφιλελεύθερες χώρες όπως η Αυστραλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Μεγάλη Βρετανία, όπου το οικονομικό σύστημα συνεχίζει να λειτουργεί σύμφωνα με ένα μοντέλο ανυπόληπτο, στερούμενο νομιμοποίησης στα μάτια των ανθρώπων.
Ακόμα και όσοι μετέχουν σε αυτό, τουλάχιστον εκείνοι που έχουν αρκετή οξυδέρκεια ώστε να κατανοούν τη λειτουργία του, γνωρίζουν ότι το σύστημα πρόκειται να καταρρεύσει και πάλι, επειδή είναι από την ίδια του τη φύση ασταθές.
Η απαλλοτρίωση δημόσιου χρήματος επομένως έχει γίνει απαράδεκτη ακόμα και για όσους πιστεύουν στον καπιταλισμό. Είναι όμως απαράδεκτη κυρίως για τους απλούς ανθρώπους, οι οποίοι δεν θα επιτρέψουν να συμβεί ξανά, επειδή έχουν κατανοήσει ότι πρόκειται για ένα ζήτημα πολύ συγκεκριμένο, δεδομένου ότι αυτή η απαλλοτρίωση αφαιρεί χρήματα από την εκπαίδευση και από τις άλλες κοινωνικές υπηρεσίες. Σε πέντε ή έξι χρόνια, στην προσεχή μεγάλη κρίση, οι συνθήκες θα είναι πολύ διαφορετικές. Δεν θα είναι δυνατό να απαλλοτριωθεί εκ νέου το δημόσιο χρήμα και δεν θα υπάρχουν ούτε και επαρκή κεφάλαια για να γίνει αυτό. Το πολύ οδυνηρό μάθημα μας διδάσκει ότι ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός κατέληξε σε αδιέξοδο. Το παράδοξο είναι ακριβώς αυτό: μακροπρόθεσμα ο ηπειρωτικός κοινωνικός καπιταλισμός θα καταδείξει ότι είναι πιο ισχυρός από τον φιλελεύθερο καπιταλισμό. Οικονομικά, σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ακόμα μια χώρα-ηγέτις, που προορίζεται όμως να παρακμάσει σε σχέση με χώρες όπως η Ιαπωνία, η Κίνα και η Βραζιλία, ακριβώς επειδή το οικονομικό της σύστημα βασίζεται σε αυτό το μοντέλο καπιταλισμού.
Σε είκοσι χρόνια η ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών δεν θα είναι πλέον η ίδια. Και οι Αμερικανοί, που τους απασχολεί ιδιαίτερα το ζήτημα, φαίνεται να το έχουν αντιληφθεί. Από δω, και από τη συνειδητοποίηση ότι το παλιό μοντέλο αποδυναμώνει την Αμερική, υποβαθμίζοντάς την, πηγάζει η απροθυμία να αποδεχθούν την αναστήλωση του παλαιού καθεστώτος. Και από την άλλη μεριά, εδώ ακριβώς έγκειται η ενδιαφέρουσα και αμφιλεγόμενη όψη της πολιτικής του Μπαράκ Ομπάμα. Ενας κεντρώος πολιτικός (το οικονομικό επιτελείο του οποίου προέρχεται από την κυβέρνηση Κλίντον και έχει φιλελεύθερο προσανατολισμό) ο οποίος εξεπλάγη όταν διαπίστωσε την παρουσία μιας αριστεράς, που καταβάλλει προσπάθεια να καταπολεμήσει την επικράτηση του παλαιού καπιταλιστικού μοντέλου. Ενός μοντέλου του οποίου την απονομιμοποίηση ο Ομπάμα, ως ικανός πολιτικός, είχε αντιληφθεί από καιρό (...)».
- Ωστόσο, οι υποστηρικτές του νεοφιλελευθερισμού συνεχίζουν να υποστηρίζουν ότι η ευελιξία επιτρέπει στα άτομα να ελέγχουν περισσότερο τη ζωή τους και να έχουν μεγαλύτερη ελευθερία.
«Ο νεοφιλελευθερισμός κατέδειξε ότι βασίζεται στη συγκέντρωση της εξουσίας μάλλον παρά τη διανομή ωφελημάτων. Η ιδέα ότι ο καπιταλισμός φέρνει μεγαλύτερη ελευθερία είναι παλιά ιδέα, ήδη ξεπερασμένη, η οποία επαναλαμβάνει τις θέσεις του Ανταμ Σμιθ για τον ατομικισμό των μικρεμπόρων. Και διαψεύστηκε από τα γεγονότα της τελευταίας δεκαετίας και ακόμη περισσότερο από τη σημερινή κατάρρευση του καπιταλισμού. Πρόκεται για ένα σύστημα που τείνει αναπόφευκτα στη συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια λίγων. Η ιδέα ότι οι άνθρωποι μπορεί να γίνουν πιο ελεύθεροι χάρη στη συγκέντρωση της εξουσίας είναι παράλογη, ένας απλός μύθος. Παγκοσμιοποίηση σημαίνει αντίσταση σε αυτόν τον τύπο συγκέντρωσης. Σίγουρα όσοι κατοικούν στα υψηλά πατώματα του συστήματος έχουν απεριόριστη ελευθερία, ακόμα και να αποτυγχάνουν χωρίς σοβαρές συνέπειες (τουλάχιστον για τους ίδιους). Για τους άλλους ανθρώπους όμως η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική». *