Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

Οι αιτίες της παρακμής της πολιτικής

Ο ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ θεωρητικο-πολιτικός διάλογος μεταξύ της Ουρμπινάτι και της Μουφ δημοσιεύτηκε στο ιταλικό περιοδικό «Il Mulino».
* Αγαπητή Σαντάλ,
στα πρόσφατα γραπτά σου έχεις εκφράσει την ανησυχία σου για την παρακμή της πολιτικής στις δημοκρατικές κοινωνίες. Εχεις εύστοχα φωτίσει το πώς η μεταμοντέρνα κατάσταση, και εξαιτίας της παγκόσμιας επέκτασης του φιλελεύθερου οικονομικού και θεσμικού μοντέλου, χαρακτηρίζεται από τη διάβρωση της αγωνιστικότητας, χωρίς την οποία δεν υπάρχει πολιτική. Είναι πράγματι αναμφισβήτητο ότι η υποβάθμιση των συγκρούσεων σε έριδες μεταξύ οικονομικών συμφερόντων και σε δικαστικές διαφορές μεταξύ δικαιωμάτων παρήγαγε αξιοσημείωτους ιδεολογικούς και θεσμικούς μετασχηματισμούς. Αρκεί να σκεφτούμε την αύξηση της ισχύος μη πολιτικών θεσμών, όπως οι τράπεζες και τα δικαστήρια (η ευρωπαϊκή περίπτωση είναι από αυτήν την άποψη εμβληματική, επειδή οι πρώτοι και ακόμα και σήμερα οι πιο καθοριστικοί θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι εκείνοι που εκφράζουν καλύτερα τη φιλελεύθερη ηγεμονία: η αγορά με το ενιαίο νόμισμα και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων). Εσύ υπέδειξες την επίπτωση που αυτός ο φιλελεύθερος μετασχηματισμός είχε στη δημοκρατική πολιτική, πάνω απ' όλα επειδή εκτόπισε ή προσπάθησε να εκτοπίσει την ανταγωνιστική διάσταση από τις κοινωνικές σχέσεις. Αλλά, όπως εσύ λες, μια δημοκρατική θεωρία, που θέλει να φανεί ικανή να ανταποκριθεί στις σύγχρονες παγκόσμιες και τοπικές προκλήσεις, θα έπρεπε να είναι σε θέση να αναγνωρίζει ρεαλιστικά τη σύγκρουση, δηλαδή να αποδέχεται «τον αμφίσημο χαρακτήρα της ανθρώπινης κοινωνικότητας και το γεγονός ότι η αμοιβαιότητα και η εχθρότητα δεν μπορούν να διαχωριστούν» («Επί του πολιτικού»).

Η κύρια διαφορά σου είναι γι' αυτόν τον λόγο περισσότερο με τη δημοκρατική θεωρία παρά με τον φιλελευθερισμό, επειδή από τη δημοκρατία -που είναι ένα πολιτικό καθεστώς- πρέπει να μπορούμε να ζητάμε την αμφισβήτηση οικουμενιστικών και ανθρωπιστικών αντιλήψεων. Αντίθετα, η δημοκρατική πολιτική θεωρία, κυρίως εξαιτίας της επικρατέστερης σήμερα επιρροής των ιδεών του Γιούργκεν Χάμπερμας, καλλιέργησε την αυταπάτη ότι μπορούμε να ταυτίσουμε την πολιτική με τη δημιουργία μιας δημόσιας σφαίρας, στην οποία οι μαχητικές ή συγκινησιακές προσχωρήσεις οφείλουν να παραχωρήσουν τη θέση τους σε μιαν ορθολογική συμφωνία γνωμών και αξιών.
Η διαβουλευτική θεωρία της δημοκρατίας είναι η έκβαση ενός ορθολογιστικού σχεδίου, που επιδιώκει να εξαλείψει τον πολιτικό ανταγωνισμό, με την πεποίθηση ότι αυτός δεν βοηθάει στη δημιουργία του κοινωνικού τσιμέντου που χρειάζονται τα δημοκρατικά συντάγματα, για να είναι κάτι περισσότερο από απλές διακηρύξεις προθέσεων. Ενάντια σε αυτή τη συμφιλιωτική και συναινετική θεώρηση, εσύ προτείνεις τη δημιουργία μιας έντονα «αγωνιστικής» δημόσιας σφαίρας διαμάχης, στην οποία να μπορούν να αναμετρηθούν διαφορετικά πολιτικά σχέδια που αποβλέπουν στην ηγεμονία.
Συμμερίζομαι τις ανησυχίες σου για την κρίση της δημοκρατικής πολιτικής. Είμαι πεπεισμένη όπως εσύ ότι τόσο η θεωρία της διαβουλευτικής δημοκρατίας όσο και οι διάφορες εκδοχές κοσμοπολιτικής σκέψης όχι μόνον δεν προσφέρουν ικανοποιητικές λύσεις, αλλά είναι και μέρος του προβλήματος. Η ακραία έκβαση των οπαδών της διαβούλευσης είναι να θεωρούν ότι χρειάζεται να αποπολιτικοποιήσουμε τη δημοκρατία, για να αναπτύξουμε μια μη προκατειλημμένη και μη μεροληπτική διαβούλευση. Ενώ συμμερίζομαι τις κριτικές σου σε αυτές τις μεθοδεύσεις, που είναι αντιδημοκρατικές, δεν είμαι πεπεισμένη ότι η θεωρία του Καρλ Σμιτ μπορεί να μας βοηθήσει σε αυτό. Κατά τη δική σου γνώμη, ο Καρλ Σμιτ φαίνεται ότι είναι σε θέση να μας δώσει εκείνη τη ρεαλιστική αντίληψη του πολιτικού -νοούμενου ως υπαρξιακή αντιπαράθεση μεταξύ φίλου και εχθρού- που είναι ικανή να αμφισβητήσει κάθε κοσμοπολιτική αυταπάτη και κάθε σύγχυση ηθικής και πολιτικής. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου σαφές το πώς αυτή η αντίληψη μπορεί να ξαναδώσει οξυγόνο στην πολιτική, δεδομένου ότι δεν μπορεί να προτείνει άλλη μορφή πολιτικής που να μην είναι πάλη για την εξουσία, χωρίς άλλο κριτήριο αξιολόγησης εκτός από την ίδια τη νίκη (...).
* Αγαπητή Νάντια,
ο Καρλ Σμιτ υπήρξε σημαντικός για μένα, επειδή με βοήθησε να εστιάσω στα αδύναμα σημεία της φιλελευθερο-δημοκρατικής σκέψης, αλλά δεν τον ακολούθησα ποτέ ώς το σημείο να αρνηθώ τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Αντίθετα, η συχνή επαφή μου με το έργο του με έκανε να συνειδητοποιήσω ιδιαίτερα τη σημασία του φιλελεύθερου πλουραλισμού. Η στρατηγική μου ήταν να χρησιμοποιήσω την κριτική του στον φιλελευθερισμό, για να φανταστώ το πώς θα μπορούσαν να διορθωθούν τα ελαττώματα που αυτός αποκάλυψε.
Συμφωνώ πλήρως μαζί σου: η τωρινή κρίση της δημοκρατικής πολιτικής είναι μια κρίση αντιπροσωπευτικότητας. Μπορεί όμως να διαφωνούμε σε σχέση με τις αιτίες της. Κατά τη δική μου άποψη, με τη μετατόπιση των σοσιαλιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων προς το κέντρο και με την πεποίθησή τους ότι δεν υπάρχει εναλλακτική μορφή παγκοσμιοποίησης, οι διαφορές μεταξύ των κομμάτων της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς έχουν γίνει τόσο ασήμαντες, ώστε το δημοκρατικό σύστημα δεν είναι σε θέση να προσφέρει μιαν επιλογή ανάμεσα σε αληθινά εναλλακτικές λύσεις.
Αν προσθέσουμε το γεγονός ότι τα κόμματα της κεντροαριστεράς ενδιαφέρονται σήμερα μόνο να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα των μεσαίων τάξεων και ότι έχουν εγκαταλείψει τα λαϊκά στρώματα, των οποίων οι διεκδικήσεις θεωρούνται «αρχαϊκές» και «οπισθοδρομικές», δεν πρέπει να μας προξενεί έκπληξη το ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία βρίσκεται σε βαθιά κρίση. Οι πολίτες ή χάνουν το ενδιαφέρον τους για τις εκλογές ή ελκύονται όλο και περισσότερο από λαϊκιστές δημαγωγούς, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι είναι οι μοναδικοί που μπορούν να προσφέρουν μιαν εναλλακτική λύση και να δώσουν στον «λαό» τη φωνή που του έχουν αφαιρέσει τα παραδοσιακά κόμματα.
Γι' αυτό το λόγο, νομίζω ότι αυτή η κρίση θα έπρεπε να κατανοηθεί στο πλαίσιο μιας άμβλυνσης των διαφορών ανάμεσα σε δεξιά και αριστερά και μιας «κεντρώας συναίνεσης», που κυριαρχεί σήμερα στις περισσότερες ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ενώ αυτή η κατάσταση εγκωμιάζεται από τους θεωρητικούς της «δεύτερης νεωτερικότητας», όπως ο Ούλριχ Μπεκ και ο Αντονι Γκίντενς, οι οποίοι τη βλέπουν σαν μια πρόοδο και υποστηρίζουν ότι η υπέρβαση του ανταγωνιστικού μοντέλου σημαίνει ότι η δημοκρατία έγινε πιο ώριμη, εγώ είμαι πεπεισμένη ότι αντιπροσωπεύει ένα σοβαρό κίνδυνο για τη δημοκρατία. Μακράν του να είναι εναντίον της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, πολλοί από τους στοχασμούς μου αποβλέπουν στο να φανταστώ πώς αυτή θα μπορούσε να αποκτήσει μια νέα ενεργητικότητα. Παραμένω κατηγορηματική για το γεγονός ότι αυτό απαιτεί την εγκατάλειψη των αυταπατών για τη συναίνεση και την αναγνώριση της ύπαρξης του ανταγωνισμού· ανταγωνισμού που είναι καθήκον της διάκρισης ανάμεσα σε δεξιά και αριστερά να τον εκφράζει με μιαν αγωνιστική πολιτική μορφή.
η απάντησή σου οδηγεί τον διάλογό μας σε δύο θεμελιώδη ζητήματα: τη φύση της πολιτικής σύγκρουσης και τον χαρακτήρα της δημοκρατικής πολιτικής. Από τη στιγμή που θα αποδεχθούμε ότι η σύγκρουση είναι σύμφυτη με την πολιτική και κυρίως με τη δημοκρατική πολιτική, το ζητούμενο είναι να αποσαφηνίσουμε δύο σημεία: πρώτα απ' όλα ποιος τύπος σύγκρουσης και δεύτερον, για ποια θεμελιώδη θέματα. Ο Μακιαβέλι -σε αυτή την περίπτωση καλός αναγνώστης του Κικέρωνα- πρότεινε μια κομβική διαφορά ανάμεσα σε συγκρούσεις που οδηγούν στον αλληλοσπαραγμό του πολιτικού σώματος και συγκρούσεις που αντίθετα το διατηρούν στη ζωή, επομένως τη διαφορά ανάμεσα σε ολικούς εχθρούς και πολιτικούς εχθρούς.
Αυτό μας οδηγεί στη διάκριση μεταξύ δεξιάς και αριστεράς, δηλαδή στα θεμελιώδη θέματα της σύγκρουσης. Εσύ προτείνεις μια κοινωνιολογική ερμηνεία των λόγων της τωρινής πολιτικής κρίσης ως παρακμής της αγωνιστικής διάκρισης και σύγκλισης προς το κέντρο. Εμένα θα με ενδιέφερε να μεταφέρεις τον λόγο σου στο θεωρητικό επίπεδο και να αποσαφηνίσεις πάνω σε ποια θέματα δομείται η διάκριση μεταξύ δεξιάς και αριστεράς. Ο Νορμπέρτο Μπόμπιο έθεσε με σαφή τρόπο αυτό το πρόβλημα, δείχνοντας ότι ακόμα και αν έχουν ηττηθεί οι ακραίες και ριζοσπαστικές τάσεις και ακόμα και όταν υπάρχει μια φαινομενική ομοιομορφία των θέσεων, δεξιά και αριστερά παραμένουν οι ονομασίες «αντιτιθέμενων προγραμμάτων σε σχέση με πολλά προβλήματα», στα οποία η πολιτική καλείται να δώσει απαντήσεις, όπως διαβάζουμε στο βιβλίο του «Δεξιά και αριστερά».
Μια αντίληψη της πολιτικής ως μετριοπαθούς αξιολόγησης από μέρους αρμόδιων και αμερόληπτων κριτών δεν είναι λιγότερο ιδεολογική από τις παραδοσιακές μαχητικές θεωρήσεις. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για την ιδέα ενός «τρίτου δρόμου», στην οποία εσύ ορθά ασκείς κριτική. Ο Μπόμπιο έλεγε ότι αυτή η ιδέα δεν αντιστοιχεί σε έναν «τρίτο», ο οποίος καταργεί τη διαίρεση μεταξύ δεξιάς και αριστεράς, αλλά ενδεχομένως είναι ένας επαναπροσδιορισμός της αριστεράς με τον πραγματιστικό σκοπό να προσελκύσει στον ρεφορμισμό τους μετριοπαθείς της αντίπαλης πλευράς. Τέλος, ούτε και η γέννηση του οικολογικού κινήματος ή των Πράσινων κατόρθωσε να διαλύσει τη διχοτομική τάξη της δημοκρατικής πολιτικής, για τον απλό λόγο ότι δεξιά και αριστερά δεν αναφέρονται σε ειδικά θέματα αλλά σε αξίες, σε σχέση με τις οποίες εμείς επιλέγουμε ορισμένα θέματα ως κεντρικά. Με δύο λόγια, η πολιτική είναι διχοτομική.
Σε μια συνταγματική δημοκρατία, γύρω από ποιο θέμα στρέφεται αυτή η διχοτόμηση;
Σύμφωνα με τον Μπόμπιο, στρέφεται γύρω από την ισότητα και όχι γύρω από την ελευθερία. Εφόσον δεξά και αριστερά αποδέχονται τους κανόνες του παιχνιδιού (εφόσον δηλαδή υπάρχει δημοκρατική πολιτική αντιπαράθεση), η επέκταση και η ένταση της ελευθερίας μετριούνται σε σχέση με την ερμηνεία της ισότητας, της θεμελιώδους αρχής του δημοκρατικού πολιτικού καθεστώτος. Και ενώ η δεξά τείνει να είναι εναντίον της ισότητας και να προτείνει ή να εφαρμόζει πολιτικές, οι οποίες στην πραγματικότητα καθιστούν τους πολίτες λιγότερο ίσους ή κλείνουν την πόρτα σε νέους δυνητικούς πολίτες, η αριστερά έχει την ισότητα ως πολικό της αστέρα και προσπαθεί να προωθεί πολιτικές που μειώνουν τις ανισότητες και ενσωματώνουν αντί να αποκλείουν.
Εσύ λες ότι στις δημοκρατίες μας η διχοτομική πολιτική έχει διαβρωθεί εξαιτίας της σύγκλισης προς το κέντρο. Νομίζω ότι δεν είναι ακριβώς έτσι. Στη σημερινή Ιταλία, η ιδεολογία της δεξιάς μιλάει για ίσους αλλά στο εσωτερικό μιας ιεραρχικής τάξης, που έχει στην πρώτη θέση την εθνικότητα, τα μέλη του έθνους πριν από τις ανθρώπινες υπάρξεις, και έπειτα τους «άνδρες» πριν από τις «γυναίκες», τους «ετεροφυλόφιλους» πριν από τους «ομοφυλόφιλους», τους «φυσιολογικούς» πριν από τους «άχρηστους»· τέλος, «εμάς τους Ιταλούς» πριν και εναντίον των «άλλων», των μεταναστών ή των μη Ιταλών. Σε αυτό το μέτωπο μετριέται σήμερα η διαφορά μεταξύ δεξιάς και αριστεράς (...)

Δεν υπάρχουν σχόλια: