Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

H άβυσσος του Ζίζεκ

  • Του ΓΙΑΝΝΗ ΚΙΜΠΟΥΡΟΠΟΥΛΟΥ
  • Η ΑΥΓΗ: 26/12/2010
Την περασμένη Κυριακή, σε ένα κατάμεστο αμφιθέατρο, ο Σλαβόι Ζίζεκ («ροκ σταρ» της φιλοσοφίας, showman του στοχασμού, performer της διανόησης και με πολλές άλλες ιδιότητες που άλλοι του τις αποδίδουν θαυμαστικά και άλλοι αποδοκιμαστικά) έδωσε μια διάλεξη - ποταμό που διοργάνωσε το «Αριστερό Βήμα».
Από τη διάλεξή του συγκρατώ μια αποστροφή. Περιφραστικά έχει ως εξής: Ζούμε σε μια περίοδο που το Παλιό πεθαίνει μέσα σε καταστροφικούς σπασμούς και το Καινούργιο εμφανίζεται σαν μια άβυσσος. Ακόμη κι αν είναι έτσι, η αριστερά, οι προοδευτικοί άνθρωποι, η κοινωνία οφείλουν να επιταχύνουν τον βηματισμό τους προς την άβυσσο του Καινούργιου. Έστω κι αν πρόκειται να υπερασπιστούν μόνο ό,τι ήταν καλό από το Παλιό (δημόσια υγεία και παιδεία, κοινωνικό κράτος κ.λπ.).
Νομίζω ότι η προσέγγιση του Ζίζεκ (που φυσικά αντλεί την έμπνευσή της από πολλούς προγενέστερους στοχαστές, όπως ο Γκράμσι, αλλά και τον ίδιο τον Μαρξ) αποδίδει με ακρίβεια την τρέχουσα πραγματικότητα.
Για την αποσύνθεση του Παλιού τα τεκμήρια είναι πολλά. Και οδυνηρά. Πράγματα που ήταν αδιανόητα πριν από ένα-δυο χρόνια σήμερα συζητούνται ως ανοικτά ενδεχόμενα ακόμη και στις κορυφές της πολιτικής ελίτ. Το ενδεχόμενο διάλυσης της Ευρωζώνης παραμένει στα σενάρια εργασίας. Και, ακόμη χειρότερα, οι όροι διάλυσής της μπορεί να αφήσουν μια παρακαταθήκη καταστροφής τουλάχιστον για μια γενιά Ευρωπαίων.
Η χρεωκοπία (με όρους των πιστωτών) είναι μια ρεαλιστική προοπτική για τουλάχιστον τρεις χώρες της Ε.Ε., εκεί που πριν από ένα χρόνο και μόνο η διατύπωση της ιδέας προσφυγής σε στάση πληρωμών (με όρους της οφειλέτριας χώρας) θεωρούνταν έγκλημα καθοσιώσεως.
Οι πολιτικές ηγεσίες πολλών χωρών της Ε.Ε. αναγκάζονται όλο και συχνότερα να απορρίπτουν ρητορικά σενάρια επιστροφής στα εθνικά νομίσματα, αλλά την ίδια ώρα δίνουν στους τεχνοκράτες τους εντολές να επεξεργαστούν το κόστος και τις επιπτώσεις. Οι πιο σκληροί ταγοί του νεοφιλελευθερισμού έχουν κάνει κυριολεκτικά κεφαλοκλείδωμα στις κυβερνήσεις επιβάλλοντάς τους τις αδιανόητες μέχρι πρότινος πολιτικές συντριβής της εργασίας και καταστροφής και των τελευταίων προσχημάτων κοινωνικής συναίνεσης.
Οι διεργασίες για διαμόρφωση μιας ελάχιστης «παγκόσμιας διακυβέρνησης» έχουν δώσει τη θέση τους σε προετοιμασίες νομισματικών και εμπορικών πολέμων. Και, στο έδαφος όλων αυτών, τα πολιτικά συστήματα, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, διέρχονται βαθύτατη κρίση απονομιμοποίησης.
Στο κεφάλαιο αυτό η Ελλάδα ίσως αποτελέσει σύντομα το κορυφαίο παράδειγμα, που θα επιχειρηθεί να λυθεί με αναγκαστική συναίνεση μεταξύ ΠΑΣΟΚ (με όσους βουλευτές παραμείνουν μέχρι τέλους πιστοί στο Μνημόνιο) και των παρελκομένων της άτυπης «συμμαχίας των προθύμων». Αυτό υποδεικνύει ξεδιάντροπα η τελευταία έκθεση του ΔΝΤ. Και είναι άγνωστο τι αντοχή θα έχει ένα τέτοιο εγχείρημα απέναντι σε μια κοινωνική έκρηξη.
Στον αντίποδα του Παλιού που αποσυντίθεται, αλλού με πάταγο κι αλλού ανεπαισθήτως, το Καινούργιο -αν υποθέσουμε ότι το εκφράζει κατά τεκμήριο η αριστερά- εμφανίζεται πραγματικά σαν μια Άβυσσος. Είναι μάλλον αδύνατο στην κοινή γνώμη να παρακολουθήσει τις διεργασίες διαρκούς ιδεολογικής και προγραμματικής απόκλισης ανάμεσα στους επί μέρους φορείς της αριστεράς, τις μικρές αβύσσους που έχουν χαραχτεί ανάμεσα στους μεγάλους και μικρούς πόλους της.
Κι όμως, είμαι βέβαιος ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας σ’ αυτήν θα στραφεί όταν διαμορφωθούν συνθήκες κοινωνικής και πολιτικής κρίσης, όταν οι γνήσια μνημονιακές αλλά και ημι-μνημονιακές εναλλακτικές λύσεις του συστήματος (με Σαμαρά ή άνευ αυτού) εξαντληθούν. Κι αυτό είναι ένα ορατό ενδεχόμενο. Το αντιλαμβάνεται κανείς και μόνο αν παρατηρήσει τις χαοτικές διεργασίες στο κυβερνοΠΑΣΟΚ.
Πώς λοιπόν θα διαχειριστεί η αριστερά την απόγνωση και την ελπίδα της κοινωνίας; Και πώς θα διαχειριστεί τη δική της άβυσσο; Πώς θα αντιμετωπίσει τη δυσκολία της (ή την απροθυμία της;) να δώσει στον κόσμο ένα συνεκτικό όραμα για το Καινούργιο; Φαίνεται ακατόρθωτο. Ωστόσο και στο παρελθόν, από την εποχή της Α' Διεθνούς μέχρι την εκρηκτική δεκαετία του ’60, υπήρξε μια δημιουργική διαχείριση της αβύσσου της αριστεράς, που, αν μη τι άλλο, άφησε στις κοινωνίες μια παρακαταθήκη κατακτήσεων.
Ούτε οι Κομμουνάροι ούτε ο Μαρξ, η Ρόζα, ο Λένιν στην εποχή τους μπορούσαν να περιγράψουν με λεπτομέρειες πώς φαντάζονταν το Καινούργιο, τη νέα εξουσία (ή αντιεξουσία) που επαγγέλλονταν. Αλλά την κρίσιμη στιγμή ήταν εκεί. Υπερασπιζόμενοι απλά πράγματα: το ψωμί και την αξιοπρέπεια των ανθρώπων, τους όρους επιβίωσής τους, το δικαίωμά τους στην οργή, τη διαμαρτυρία, την ελεύθερη έκφραση. Το απλό, το αυτονόητο, παρέπεμπε μ’ έναν τρόπο στο πολυσύνθετο, στο αδιανόητο.
Εδώ σε θέλω κάβουρα... Η αριστερά -και οι αριστεροί!- θα κριθεί όχι μόνο από την ετοιμότητά της να διατυπώσει ένα λεπτομερέστατο μεταβατικό πρόγραμμα εξόδου από την κρίση, που θα λύνει όλα τα ζητήματα μέχρι... το άλμα στον κομμουνισμό των ονείρων της, αλλά κυρίως από τη δυνατότητά της να οργανώσει την πάλη των απλών ανθρώπων σε κάθε πεδίο όπου η τρόικα, η κυβέρνηση του Μνημονίου και ο καπιταλισμός της καταστροφής ανοίγουν πληγές. Ειδάλλως το Καινούργιο θα χαθεί και θα μείνει μόνο η άβυσσος.

Ο καπιταλισμός ως θεσμικό κακό: από τον Μαξ Βέμπερ στους επισκόπους της Βραζιλίας

  • ΤΟΥ ΜΙΚΑΕΛ ΛΕΒΙ
  • Η ΑΥΓΗ: 26/12/2010
Υπάρχει μια εμπεδωμένη παράδοση στο δυτικό πολιτισμό, η ηθική κρίση να ερμηνεύεται αποκλειστικά σε συσχετισμό προς την ατομική ευθύνη. Κάθε φορά που κάτι δεν πάει καλά στη σφαίρα της πολιτικής ή της οικονομίας, θεωρείται ότι η αιτία θα πρέπει να αναζητηθεί στη διαφθορά ή στις ανήθικες πράξεις κάποιων προσώπων. Για παράδειγμα, η πρόσφατη οικονομική κρίση προκάλεσε την εμφάνιση ενός πλήθους ηθικολογούντων σχολίων, που κατήγγειλαν την κακή και ανεύθυνη συμπεριφορά των τραπεζιτών και των κερδοσκόπων. Ο κύριος Σαρκοζί και άλλοι πολιτικοί αρχηγοί έγιναν η αιτία να δημιουργηθεί ένα κίνημα προς την ηθικοποίηση του καπιταλισμού.
Πριν από έναν σχεδόν αιώνα, ο Μαξ Βέμπερ έγραψε ένα σοβαρό και μαζί ιδιαίτερα διαφωτιστικό σχόλιο σχετικά με τη φύση του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος, τονίζοντας, στο Οικονομία και Κοινωνία, τον ριζικά απρόσωπο χαρακτήρα του συστήματος:
«Η ανταγωνιστικότητα (Konkurrenzfähigkeit), η αγορά --η αγορά της εργατικής δύναμης, η χρηματιστηριακή/χρηματοπιστωτική αγορά, η αγορά των εμπορευμάτων-- και άλλοι αντικειμενικοί λόγοι καθορίζουν τη συμπεριφορά των ατόμων σε αποφασιστικά σημεία και εμβάλλουν μεταξύ των ανθρώπινων όντων απρόσωπες δυνάμεις. Οι παρατηρήσεις αυτές δεν είναι ούτε ηθικές ούτε ανήθικες, απλώς δεν έχουν να κάνουν τίποτα με την ηθική· είναι ξένες προς κάθε έννοια ηθικής. Η “δουλεία χωρίς αφέντη” στην οποία ο καπιταλισμός φυλακίζει τον εργαζόμενο ή τον οφειλέτη μπορεί να αναλυθεί μόνο ως θεσμικό φαινόμενο (…).»1
Παρά το γεγονός ότι ο Βέμπερ δεν αποκαλεί ρητά τον καπιταλισμό «θεσμικό κακό», ο ορισμός του περί δουλείας-χωρίς-αφέντη αποτελεί σχόλιο ισχυρό από ηθική και πολιτική άποψη, απολύτως ξένο προς κάθε είδους απολογητικό λόγο, ο οποίος εξακολουθεί να κυριαρχεί σήμερα και ο οποίος επιμένει να εξισώνει τον καπιταλισμό με την ελευθερία. Στο δοκίμιό του για την κατάσταση της αστικής δημοκρατίας στη Ρωσία (1906), ο Βέμπερ καταρρίπτει ειρωνικά τη σχετική συμβατική φιλελεύθερη/ αστική θέση στο θέμα αυτό. Σύμφωνα με τον Βέμπερ, «είναι απολύτως γελοίο να αποδίδεται στον σημερινό καπιταλισμό με τη μορφή που αυτός εισήχθη στη Ρωσία ή που εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ […] οποιαδήποτε εκλεκτική συγγένεια προς την έννοια της “δημοκρατίας” ή ακόμη και της “ελευθερίας”». Αντίθετα, αυτό που πρέπει να γίνει είναι να τεθεί το ερώτημα κατά ποιοN τρόπο οι έννοιες αυτές θα μπορούσαν μακροπρόθεσμα να ισχύσουν σε συνθήκες καπιταλιστικής κυριαρχίας.2
«Δουλεία χωρίς αφέντη» σημαίνει ότι ο καπιταλισμός ως θεσμός είναι αυστηρά απρόσωπος, και άσχετος προς κάθε έννοια ηθικής. Αυτό εξηγεί και το λόγο που η Καθολική Εκκλησία απέτυχε να ηθικοποιήσει τη συμπεριφορά των καπιταλιστικών παραγόντων, όπως εξηγεί και την εκ μέρους της κριτική του καπιταλισμού, που αντιστοιχεί προς αυτό που ο Βέμπερ περιέγραψε ως «χριστιανικό σοσιαλισμό» και ο Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ως «φεουδαρχικό σοσιαλισμό». Σύμφωνα με τον Μαρξ, αυτό το είδος του κληρικού ψευδοσοσιαλισμού, «άλλοτε ως αντίλαλος από το παρελθόν κι άλλοτε ως απειλητικό προμάντεμα για το μέλλον, έβρισκε πάντα τον τρόπο να πετυχαίνει κατάστηθα την αστική τάξη με τις ιοβόλες και πνευματώδεις κρίσεις του […] δίχως ποτέ να πάψει να φαντάζει κωμικός».3
Η χριστιανική «ευφυής κριτική» του καπιταλισμού έχει προσανατολισμό παραδοσιακό κυρίως, αλλά και συντηρητικό και αντιδραστικό. Ωστόσο, ο προσανατολισμός αυτός θα αλλάξει στη Λατινική Αμερική υπό την επιρροή της Θεολογίας της Απελευθέρωσης. Ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα είναι το κείμενο που συνέταξε το 1973 μια ομάδα επισκόπων στη Βραζιλία, οι οποίοι προέρχονται από τις βορειανατολικές επαρχίες της χώρας. Παραθέτω ένα μέρος από αυτό το ντοκουμέντο, που επιγράφεται Η κραυγή των Εκκλησιών:
«Θα πρέπει να ξεπεράσουμε τον καπιταλισμό -- αυτό το ύψιστο κακό, μια συσσωρεμένη αμαρτία, τη σάπια ρίζα, το δέντρο που παράγει τους καρπούς που τόσο καλά γνωρίζουμε: τη φτώχεια, την πείνα, την αρρώστια και το θάνατο […] Προκειμένου να το επιτύχουμε [την ανατροπή του καπιταλισμού] είναι απαραίτητο να προχωρήσουμε πέρα από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής (εργοστάσια, γη, εμπόριο και τράπεζες)».4
Συνδυάζοντας παραθέματα από τη Βίβλο και μαρξιστικές έννοιες, αυτό το ισχυρό ηθικό κατηγορητήριο του καπιταλισμού προχώρησε πολύ πέρα από το πρόγραμμα της επίσημης Αριστεράς, όπως αυτή αντιπροσωπευόταν από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Βραζιλίας, η οποία παρέμενε προσκολλημένη στον προοδευτικό ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει ένα αναπτυξιακό πρόγραμμα βασισμένο στην αντιπαράθεση προς τη φεουδαρχία και την ανάπτυξη του εργοστασιακού καπιταλισμού.
Είναι βέβαιο ότι αυτή η διακήρυξη αποτελούσε έργο μιας ομάδας συμβούλων --θεολόγων, κοινωνιολόγων και ακτιβιστών-- αλλά οι επίσκοποι την υπέγραψαν περιβάλλοντάς την έτσι με το κύρος επίσημου εκκλησιαστικού ντοκουμέντου. Η διακήρυξη αυτή αντιπροσωπεύει μια σημαντική μετατόπιση σε σχέση με τον παραδοσιακό λόγο της Καθολικής Εκκλησίας, δεδομένου ότι υποβαθμίζει τη σημασία του ατομικού αμαρτήματος μετατοπίζοντας το βάρος προς το θεσμικό κακό. Ως εάν οι επίσκοποι ή οι σύμβουλοί τους είχαν λάβει υπόψη τους τις απόψεις του Βέμπερ: ο καπιταλισμός μπορεί να πολεμηθεί ηθικά μόνο ως θεσμός.
Μεταφερμένο στη σημερινή κρίση, το δίδαγμα είναι σαφές: η ρίζα του κακού δεν έγκειται σε κάποια οικονομική κακοδιαχείριση ή σε κάποια ανεύθυνη κερδοσκοπία, πολιτική διαφθορά ή ανεξέλεγκτο εγωισμό --στοιχεία τα οποία αναντίρρητα υπάρχουν όλα--, αλλά στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.
  • Ο Μichael Löwy είναι διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας (CNRS) και διδάσκει στην Ανώτατη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών (EHESS) στο Παρίσι. Το κείμενο βασίζεται στην ομιλία του στο διεπιστημονικό συνέδριο «Εννοιολογήσεις του Κακού» που οργάνωσε το Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στις 16-18 Δεκεμβρίου.

Έγκον Σίλε, "Όρθιος γυμνός άντρας", 1914
1 Max Weber, Wirtschaft und Gesellschaft, Τυβίγγη, JCB Mohr, 1922, σ. 800.
2Max Weber, "Zur Lage der bürgerlichen Demokratie in Russland", Archiv für Sozialwissenschaft und Sozialpolitik, Band 22, Beiheft, σ. 353.
3 Μαρξ-Ένγκελς, Το Μανιφέστο του Κομουνιστικού Κόμματος, μετ.: Κώστας Κουτσουρέλης, Νεφέλη, Αθήνα 2002.
4 Στο In Obispos Latinoamericanos entre Medellin y Puebla, Σαν Σαλβαδόρ, UCA, 1978, σ. 71.

Η θρησκεία ενάντια στη βία

  • Το ακόλουθο άρθρο του καναδού φιλοσόφου Τσαρλς Τέιλορ δημοσιεύτηκε στο ιταλικό περιοδικό «Vita e pensiero».
Είναι εντυπωσιακό αλλά οι κοινωνικές επιστήμες, οι οποίες άλλωστε γεννήθηκαν εκκοσμικευμένες, υπήρξαν μέχρι τώρα τυφλές και κουφές απέναντι στις πνευματικές αξίες. Προκαλεί έκπληξη η ολική αδιαφορία την οποία πολλοί φιλόσοφοι, κοινωνιολόγοι και ιστορικοί επιδεικνύουν για την πνευματική διάσταση. Οι συνέπειες αυτής της αδιαφορίας είναι σοβαρές στο επίπεδο των μέσων μαζικής επικοινωνίας και της κοινής γνώμης, ιδίως της καλλιεργημένης. Δεν αρκεί όμως το ότι γύρω από τη θρησκεία δημιουργήθηκε ηθελημένα ένα προπέτασμα αδιαφορίας και άγνοιας. Τώρα η πίστη γίνεται στόχος συνεχών επιθέσεων.
Είναι ενδεικτική η φράση του νομπελίστα Στίβεν Γουάινμπεργκ, ο οποίος εξάλλου είναι κοσμολόγος και όχι κοινωνιολόγος: «Υπάρχουν καλά πρόσωπα που κάνουν καλά πράγματα και κακά πρόσωπα που κάνουν κακά πράγματα, αλλά αν θέλετε να βρείτε καλούς ανθρώπους που κάνουν κακά πράγματα, απευθυνθείτε στη θρησκεία». Είναι εντυπωσιακό το ότι μια τέτοια φράση διατυπώνεται από έναν άνθρωπο όπως ο Γουάνμπεργκ, ο οποίος έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του σε έναν αιώνα, τον εικοστό, που γνώρισε τα πιο καταπιεστικά καθεστώτα της ιστορίας. Αυτή είναι η αντίρρηση που εγώ εγείρω αμέσως μόλις κάποιος αναφέρει τη φράση του Γουάινμπεργκ. Και παίρνω σταθερά την ακόλουθη απάντηση: «Μα, ο κομμουνισμός ήταν μια θρησκεία»! Με δύο λόγια, για ορισμένους η λέξη «θρησκεία» έχει γίνει συνώνυμο ανορθολογισμού ή ακόμα και εγκληματικών πράξεων.
Στην πραγματικότητα, υπάρχουν ήδη ορισμένοι οι οποίοι ως «θρησκεία» εννοούν ένα σύνολο πεποιθήσεων που μπορούν να οδηγήσουν καλά και ειρηνικά πρόσωπα (τα οποία δεν θα σκότωναν ούτε μια μύγα για να πετύχουν κάποιο προσωπικό κέρδος) να μεταμορφωθούν σε δολοφόνους για μια «υπόθεση». Αυτός είναι ένας αρκετά απλοϊκός τρόπος σκέψης. Στον οποίο πρέπει να εγερθεί μια άλλη αντίρρηση: ο Χίτλερ, ο Στάλιν, ο Πολ Ποτ, ο Μάο κ.λπ. ήταν όλοι τους εχθροί της θρησκείας.
Η άλλη επίπτωση της αντιθρησκευτικής νοοτροπίας είναι η καθυστέρηση με την οποία αντιμετωπίζεται το αληθινό πρόβλημα της βίας, που αυξάνεται στις κοινωνίες μας. Κανείς δεν είναι απρόσβλητος από τον κίνδυνο να αποσπαστεί από τον ήρεμο βίο του και να στρατολογηθεί στη βία κάποιας ομάδας. Ενεδρεύει ο πειρασμός να βάλει κανείς στο στόχαστρο μια άλλη κοινωνική ομάδα και να τη θεωρήσει υπεύθυνη για όλα τα δεινά μας. Το επείγον καθήκον είναι να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που σπρώχνει ολόκληρες ομάδες προσώπων να αισθάνονται έτοιμες για να εμπλακούν σε ένα τέτοιο σχέδιο.
Και είναι ατελής η γνώση που διαθέτουμε γύρω από το δρόμο που ακολούθησαν προσωπικότητες προικισμένες με πνευματικό χάρισμα, όπως ο Γκάντι, για να πείσουν τις μάζες να απαρνηθούν τη βία, συγκρατώντας τες ακριβώς όταν ήταν έτοιμες να υπερβούν το σημείο που δεν έχει επιστροφή. Χωρίς την παρέμβαση προσωπικοτήτων με μεγάλο πνευματικό κύρος, συχνά ακόμα και οι προσπάθειες που έχουν τις καλύτερες προθέσεις δεν κατορθώνουν να εμποδίσουν την ιστορία να γράφεται «πάνω στον πάγκο του σφαγέα», όπως έλεγε ο Χέγκελ. Και προκαλεί ανατριχίλα η σκέψη ότι ο Ροβεσπιέρος είχε ψηφίσει εναντίον της θανατικής ποινής στις πρώτες συζητήσεις για το δημοκρατικό σύνταγμα.
Για πολύ καιρό, η κοινωνιολογία θεώρησε τη διαδικασία της εκκοσμίκευσης αναπόφευκτη. Ορισμένα χαρακτηριστικά της νεωτερικότητας -η οκονομική ανάπτυξη, η επέκταση των πόλεων, η συνεχής αύξηση της κινητικότητας, η άνοδος του πολιτιστικού επιπέδου- θεωρήθηκαν ως παράγοντες που θα προκαλούσαν μιαν αναπόφευκτη παρακμή της πίστης και της θρησκευτικής πρακτικής.
Αυτή η πεποίθηση κλονίστηκε από πρόσφατα γεγονότα. Η θρησκεία αντέδρασε στον εκσυγχρονισμό και απάντησε στην πρόκληση καταδεικνύοντας τη ζωτικότητά της. Σε ορισμένες περιπτώσεις όμως η θρησκεία έγινε η βάση για μια πολιτική κινητοποίηση και το φαινόμενο αυτό είναι πράγματι απειλητικό, δεδομένων των διαστάσεων που προσέλαβε. Είναι καιρός να γνωρίσουμε σε βάθος αυτή τη δυναμική, τα οφέλη και τις ζημιές που συνεπάγεται, να δούμε καθαρά έναν κόσμο που η παλιά θεωρία της εκκοσμίκευσης κρύβει ακόμα τη θέα του.
Η ανικανότητα να αντιληφθούμε την πνευματική διάσταση της ανθρώπινης ζωής μάς καθιστά ανήμπορους να ερευνήσουμε ζωτικής σημασίας θέματα. Στον εκκοσμικευμένο κόσμο τυχαίνει οι άνθρωποι να έχουν λησμονήσει τις απαντήσεις στα κυριότερα ερωτήματα για τη ζωή. Το χειρότερο είναι όμως ότι έχουν λησμονηθεί και τα ερωτήματα. Οι ανθρώπινες υπάρξεις -είτε το παραδέχονται είτε όχι- ζουν σε ένα χώρο που ορίζεται από βαθιά ερωτήματα.
Ποιο είναι το νόημα της ζωής; Υπάρχουν καλύτεροι και χειρότεροι τρόποι ζωής, αλλά πώς αναγνωρίζονται; Ποιοι είναι οι τρόποι ζωής που είναι ωφέλιμοι για το άτομο και για την κοινότητα στην οποία ανήκει; Ποιο είναι το θεμέλιο της προσωπικής μου αξιοπρέπειας, που εγώ προσπαθώ καθημερινά να υπερασπιστώ από τον ίδιο μου τον εαυτό;
Μεγάλο μέρος της βίας που πραγματώνεται στον κόσμο μας πηγάζει από το γεγονός ότι οι νέοι στρατολογούνται σε υποθέσεις που τους μεταμορφώνουν σε τρομερά δολοφονικά ρομπότ. Αυτό που τους στρατολογεί είναι μια προσφορά που υπόσχεται να δώσει ένα περιεχόμενο στις ζωές τους.
Δεν έχουν δουλειά, αισθάνονται δίχως μέλλον, δεν έχουν (δεν μπορούν να έχουν) το αίσθημα της αξιοπρέπειας. Ναι, έχουν δώσει μια απάντηση σε ένα ερώτημα. Μια απάντηση εξαιρετικά καταστροφική, επειδή είναι και αυτοκαταστροφική. Και εμείς θα είμαστε απελπισμένοι, αν δεν κατορθώσουμε να τους συμβουλέψουμε, δίνοντάς τους μια διαφορετική απάντηση (...). *

Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Η υποταγή στην αγέλη

  • Επτά, Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010
  • Πριν από 80 χρόνια εκδόθηκε το περίφημο έργο του ισπανού φιλοσόφου Ορτέγα ι Γκασέτ (1883-1955) «Η εξέγερση των μαζών» (ελληνική έκδοση: «Δωδώνη», 1972).
Στο ακόλουθο κείμενό του, που δημοσιεύθηκε στην «El Pais», ο περουβιανός νομπελίστας συγγραφέας Μάριο Βάργκας Λιόσα παρουσιάζει αυτό το κλασικό πλέον έργο, που έχει σημαδέψει την ιστορία της ευρωπαϊκής σκέψης.
«Η εξέγερση των μαζών» δημοσιεύθηκε το 1930 και είναι ένα έργο που διαρθρώνεται γύρω από μια μεγαλοφυή σύλληψη: τέλειωσε η πρωτοκαθεδρία των ελίτ· οι μάζες, απελευθερωμένες από την υποταγή στις ελίτ, έχουν εισβάλει με τρόπο καθοριστικό στη ζωή, προκαλώντας μια βαθιά αναστάτωση των πολιτικών και πολιτισμικών αξιών και των τρόπων κοινωνικής συμπεριφοράς. Διατυπωμένη στην εποχή της πλήρους ανόδου του κομμουνισμού και των φασισμών, του συνδικαλισμού και των εθνικισμών και της άνθησης μιας λαϊκής κουλτούρας μαζικής κατανάλωσης, η σύλληψη του Ορτέγα προσδιορίζει μιαν από τις κομβικές όψεις της σύγχρονης ζωής. Και το κάνει αυτό παρ' όλο που η κριτική του στο φαινόμενο βασίζεται στην υπεράσπιση του ατόμου, του οποίου η κυριαρχία απειλείται από αυτήν την ασυγκράτητη εισβολή του πλήθους -του συλλογικού- στη σύγχρονη ζωή. Η έννοια της μάζας στον Ορτέγα δεν συμπίπτει διόλου με εκείνη της κοινωνικής τάξης και αντιτίθεται ειδικά στον ορισμό που δίνει σε αυτήν ο μαρξισμός. Η «μάζα» στην οποία αναφέρεται ο Ορτέγα αγκαλιάζει εγκάρσια ανθρώπους διαφορετικών κοινωνικών τάξεων, εξομοιώνοντάς τους σε μια συλλογική οντότητα, στην οποία αυτοί συγχωνεύονται απαρνούμενοι τη δική τους κυρίαρχη ατομικότητα, προκειμένου να αποκτήσουν την ταυτότητα της συλλογικότητας, προκειμένου να μην είναι τίποτε άλλο παρά ένα «μέρος της φυλής».
Στο βιβλίο του Ορτέγα, η μάζα είναι ένα σύνολο ατόμων που έχουν πάψει να είναι ελεύθερα και σκεπτόμενα υποκείμενα, για να διαλυθούν σε μια συλλογικότητα, η οποία σκέφτεται και δρα για λογαριασμό τους, περισσότερο με βάση εξαρτημένα αντανακλαστικά -συγκινήσεις, ένστικτα, πάθη- παρά με βάση τον λόγο. Αυτές οι μάζες είναι εκείνες που, την ίδια εποχή, συγκέντρωνε ήδη γύρω του ο Μπενίτο Μουσολίνι και που θα περιστρέφονται όλο και περισσότερο τα επόμενα χρόνια στη Γερμανία γύρω από τον Χίτλερ ή στη Ρωσία γύρω από τη λατρεία του Στάλιν, του «πατερούλη των λαών». Ο κομμουνισμός και ο φασισμός, λέει ο Ορτέγα, «δύο σαφή παραδείγματα ουσιαστικής οπισθοδρόμησης», είναι τυπικά παραδείγματα μετατροπής του ατόμου σε άνθρωπο-μάζα. Αλλά ο Ορτέγα δεν συμπεριλαμβάνει στο φαινόμενο της μαζοποίησης αποκλειστικά αυτά τα πλήθη, τα στρατιωτικοποιημένα και συσπειρωμένα γύρω από τις μορφές των κορυφαίων ηγετών, δεν αναφέρεται δηλαδή αποκλειστικά στα ολοκληρωτικά καθεστώτα.
Κατά τη γνώμη του, η μάζα είναι μια νέα πραγματικότητα και στις δημοκρατίες, όπου το άτομο τείνει πότε πότε να απορροφάται από τους οπαδούς, που τώρα είναι πρωταγωνιστές της δημόσιας ζωής· φαινόμενο στο οποίο αυτός διακρίνει μιαν επιστροφή του πρωτογονισμού και ορισμένων μορφών βαρβαρότητας, συγκαλυμμένων κάτω από την έπαρση της νεωτερικότητας. Η αντίληψη της αυξανόμενης ηγεμονίας του κολεκτιβισμού στη ζωή των εθνών είναι η αντίληψη ενός φιλελεύθερου στοχαστή, ο οποίος βλέπει στην εξαφάνιση του ατόμου στο εσωτερικό της αγέλης μιαν οπισθοδρόμηση της ιστορίας και μια βαρύτατη απειλή για τον δημοκρατικό πολιτισμό.
Το βιβλίο είναι και μια εντυπωσιακή και πρώιμη -στις παραμονές του Β' Παγκόσμιου Πολέμου- υπεράσπιση μιας ενωμένης Ευρώπης, στην οποία τα έθνη της Γηραιάς Ηπείρου, χωρίς να χάνουν καθόλου τις δικές τους ιδιαίτερες παραδόσεις και κουλτούρες, θα συναποτελούν μια κοινότητα. Μόνον σε αυτήν την ένωση ο Ορτέγα διαβλέπει μια δυνατότητα σωτηρίας για μιαν Ευρώπη η οποία έχει χάσει την ιστορική ηγεμονία που απολάμβανε στο παρελθόν. Αυτή η τολμηρή πρόταση του Ορτέγα υπέρ μιας Ευρωπαϊκής Ενωσης, που μόνον μισόν αιώνα αργότερα θα άρχιζε να παίρνει μορφή, είναι ένα από τα πιο θαυμαστά αποτελέσματα του βιβλίου και μια απόδειξη της οραματικής διαύγειας του συγγραφέα.
Ο Ορτέγα σημειώνει ότι μια από τις επιπτώσεις, στο πεδίο της κουλτούρας, αυτής της εισβολής των μαζών στην πολιτική και κοινωνική ζωή θα είναι ο εκχυδαϊσμός, δηλαδή η αντικατάσταση του γνήσιου καλλιτεχνικού προϊόντος από την καρικατούρα του ή την τυποποιημένη και μηχανική παραλλαγή του, καθώς και μια πλημμυρίδα κακογουστιάς, χοντροκοπιάς και ανοησίας. Οταν μιλούσε για τη λογοτεχνία, ο Ορτέγα ήταν ένας ελιτιστής, αλλά αυτή η στάση δεν ερχόταν σε αντίθεση με τις δημοκρατικές του πεποιθήσεις, επειδή αφορούσε τη δημιουργία πολιτιστικών προϊόντων και την κατάταξή τους με βάση μιαν απαιτητική κλίμακα αξιών. Σε ό,τι αφορά τη διάδοση και την κατανάλωση των πολιτιστικών προϊόντων, η στάση του ήταν δημοκρατική και οικουμενική: η κουλτούρα έπρεπε να είναι προσιτή σε όλους. Ο Ορτέγα υποστήριζε ότι τα αισθητικά και διανοητικά πρότυπα της πολιτιστικής ζωής όφειλαν να τα προσδιορίζουν οι μεγάλοι καλλιτέχνες και οι πιο σημαντικοί στοχαστές, δηλαδή εκείνοι οι οποίοι έχουν ανανεώσει την παράδοση και έχουν εδραιώσει νέες μορφές, εισάγοντας έναν άλλον τρόπο κατανόησης της ζωής και της καλλιτεχνικής της αναπαράστασης. Και ότι, αν αυτό δεν συνέβαινε και τις αισθητικές και διανοητικές αναφορές της κοινωνίας τις καθόριζε το μέσο γούστο της μάζας, το αποτέλεσμα θα ήταν ένα μεγάλο φτώχεμα της πολιτιστικής ζωής, σχεδόν μια ασφυξία της δημιουργικότητας.
Ο πολιτιστικός ελιτισμός του Ορτέγα συνδέεται αδιαχώριστα με τον κοσμοπολιτισμό του, με την πεποίθησή του ότι η αληθινή κουλτούρα δεν έχει περιφερειακά ή εθνικά σύνορα, αλλά είναι οικουμενική κληρονομιά. Γι' αυτό η σκέψη του είναι βαθιά αντιεθνικιστική (...). *

Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

Το κεφάλαιο αντεπιτίθεται

  • ΛΟΥΤΣΙΑΝΟ ΓΚΑΛΙΝΟ Ο ΙΤΑΛΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΠΟΥ ΘΕΤΕΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ
Δεν ζούμε μόνο μια παγκόσμια οικονομική κρίση, τη χειρότερη της μεταπολεμικής περιόδου. Ζούμε παράλληλα και μια παγκόσμια οικολογική κρίση. Αυτός ο δραματικός συνδυασμός υπαγορεύει την αναζήτηση λύσεων που δεν θα αντιμετωπίζουν τη μια κρίση επιδεινώνοντας την άλλη.
«Ο νεοφιλελευθερισμός προκάλεσε την κρίση, την οποία τώρα προσπαθούν να αντιμετωπίσουν με νεοφιλελεύθερες μεθόδους»
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο Ιταλός κοινωνιολόγος Λουτσιάνο Γκαλίνο, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο, αναφέρεται μεταξύ άλλων και σε αυτή τη διπλή -οικονομική και οικολογική- κρίση που απειλεί την ανθρωπότητα. Η συνέντευξη δόθηκε στη δημοσιογράφο και συγγραφέα Κάρλα Ραβαγιόλι και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Il Manifesto».

Λουτσιάνο Γκαλίνο, πώς κρίνετε τις πολιτικές που ακολουθούνται από όσους έχουν δημόσιες ευθύνες (βιομηχάνους, οικονομολόγους, πολιτικούς) με σκοπό την υπέρβαση της κρίσης;

«Οι παρεμβάσεις μετά την κρίση είναι η έκβαση μιας διαδικασίας αναδιάρθρωσης της οικονομίας που άρχισε με τον Ρέιγκαν και με τη Θάτσερ στις αρχές της δεκαετίας του 1980, στην οποία συνέβαλαν και ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καθοδηγούμενες από σοσιαλιστές: αφού πρώτα προκάλεσαν την κρίση, προσπαθούν τώρα να την αντιμετωπίσουν με τυπικά νεοφιλελεύθερες μεθόδους. Χρειάζεται όμως να κάνουμε κάποια διάκριση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, πρώτη κινητήρια δύναμη του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, από την οποία ξεκίνησε η κρίση, ασκούν μια πολιτική λίγο πιο προοδευτική από την Ευρώπη: σώζοντας τις τράπεζες αλλά και συγκρατώντας την ανεργία με ισχυρές παρεμβάσεις και με την επένδυση δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων σε μιαν οικολογική πολιτική. Με όλα τα όριά της, πρόκειται πάντως για την πρώτη ένδειξη ότι η πολιτική είναι ζωντανή απέναντι στην οικονομική ισχύ. Ενώ η Ευρωπαϊκή Ενωση, πιστή στη στρατηγική της Λισαβόνας, κινείται προς μιαν άλλη κατεύθυνση».
  • Ακυβέρνητο αεροπλάνο

Αυτά που μου λέτε επιβεβαιώνουν την ολική έλλειψη ενδιαφέροντος του πολιτικού κόσμου για την πλανητική οικολογική κρίση, την οποία δεν μπορεί παρά να επιδεινώσει η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας. Πώς τα κρίνετε όλα αυτά;

«Τα θεωρώ έναν πολύ μεγάλο κίνδυνο. Είναι σαν να είμαστε σε ένα αεροπλάνο το οποίο κινείται κατ' ευθείαν προς ένα βουνό και κανείς δεν βρίσκεται στο πιλοτήριο».

Πρόσφατα, το Global Footprint Network ανακοίνωσε ότι έχει ήδη καταναλωθεί η ποσότητα φύσης που μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτή τη χρονιά χωρίς να διαταραχθεί ακόμη περισσότερο το οικοσύστημα. Κανείς όμως δεν ασχολείται με αυτό. Συνεχίζουν να επικαλούνται την ανάπτυξη, ξεχνώντας ότι (και αν ακόμα παραγνωρίσουμε την αύξηση των καταστροφών) μπορεί να λείψουν οι πρώτες ύλες για την ανάπτυξη.

«Αν ο Νότος του κόσμου έπρεπε να παράγει όπως η Δύση, σε λίγα χρόνια θα χρειαζόμασταν δύο πλανήτες σαν τη Γη. Οι κύριοι υπεύθυνοι είναι η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και οι οικονομικές πρακτικές που πηγάζουν από αυτήν. Οι οικονομικές θεωρίες του νεοφιλελευθερισμού μιλούν για δάση, θάλασσες, νερά, εδάφη κ.λπ. από μία και μοναδική σκοπιά: την οικονομική εκμετάλλευση. Καταστρέφουν χίλια τετραγωνικά χιλιόμετρα δάσους στην Ινδονησία ή τη Βραζιλία και το θεωρούν οικονομικά αποδοτικό έργο: κάτι που δεν χρησίμευε σε τίποτα γίνεται οικοδομικό υλικό. Αυτή η οικονομική θεωρία είναι εντελώς ανορθολογική, επειδή δεν λογαριάζει στο παθητικό την καταστροφή των υπηρεσιών που πρόσφερε αυτό το δάσος: μιαν ετήσια αξία η οποία κατά μέσο όρο υπερβαίνει δυο ή τρεις φορές το όφελος της λεγόμενης εκμετάλλευσης. Με τη διαφορά ότι αυτές οι υπηρεσίες, που ήταν μόνιμες, χάνονται για πάντα, ενώ η εκμετάλλευση γίνεται μία μόνο φορά».

Αυτή η συμπεριφορά όμως δεν συνδέεται στενά με την ίδια τη φύση του κεφαλαίου;

«Του κεφαλαίου χωρίς κανόνες και χωρίς ελέγχους. Υπήρξαν όμως και περίοδοι κατά τις οποίες το κεφάλαιο είχε ρυθμιστεί ελλόγως».

Ισως επειδή, όπως λέει ο Βαλερστάιν, υπήρχαν ακόμη χώροι στους οποίους μπορούσε να καταφεύγει.

«Αυτό είναι αναμφίβολο. Σήμερα, έξω από την παγκόσμια καπιταλιστική κοινωνία, δεν υπάρχει κανένας άλλος χώρος. Υπάρχουν όμως και άλλοι γεωπολιτικοί παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίσουμε. Στο διάστημα από το 1945 ώς το 1980 ο καπιταλισμός είχε κατά κάποιον τρόπο ρυθμιστεί. Σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες το ωράριο εργασίας μειώθηκε. Στη Γαλλία έφτασαν στις διακοπές των πέντε εβδομάδων. Για πολλούς λόγους. Ενας από αυτούς τους λόγους ήταν η μεγάλη σκιά του κομμουνισμού στην Ανατολή, η οποία οδηγούσε επιχειρηματίες, τραπεζίτες, πολιτικούς, να κινούνται με περίσκεψη. Οταν τελείωσε αυτό, υπήρξε η αντεπίθεση που απέβλεπε στο να καταργήσει τις κοινωνικές κατακτήσεις που είχαμε από το 1960 ώς το 1980. Και όλη η νομοθεσία τροποποιήθηκε, έτσι ώστε να παραχωρηθεί ο μέγιστος χώρος στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό».
Ελάχιστο κράτος

Σύμφωνα με μια πολιτική ολικά ταυτισμένη με τη νεοφιλελεύθερη οικονομία...

«Η νεοφιλελεύθερη πολιτική είναι με τον δικό της τρόπο μια ολοκληρωτική πολιτική με σχεδόν θρησκευτικά χαρακτηριστικά: το κράτος πρέπει να περιοριστεί στο ελάχιστο. Οι δρόμοι προς την παγκόσμια οικολογική κρίση ανοίγουν με τους νόμους μιας πολιτικής που θεωρεί πρωταρχική την οικονομία.
Χρειάζεται να ανακτήσουμε την ικανότητα της πολιτικής να επιβάλλεται ώς ένα βαθμό στην οικονομία. Η παγκοσμιοποίηση υπήρξε ένα από τα εργαλεία για τη θεμελίωση μιας κυριαρχίας που δεν ήταν μόνον οικονομική αλλά ήταν και πολιτική και ιδεολογική. Και μέχρι τώρα έλειψε η αντεπίθεση. Το κυριότερο: έχει χαθεί η κριτική σκέψη. Μέχρι τώρα η Αριστερά έχει κατανοήσει πολύ λίγα από όσα έχουν συμβεί στον κόσμο. Επειδή δεν υπάρχει καμιά βαθύτερη ανάλυση της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης, η οποία είναι ταυτόχρονα ένα πολιτικό, οικονομικό και τεχνολογικό σχέδιο. Από ορισμένες απόψεις, η παγκοσμιοποίηση υπήρξε ένα γιγάντιο σχέδιο πολιτικών της εργασίας, οι οποίες απέβλεπαν στο να μεταφέρουν την παραγωγή όσο το δυνατόν περισσότερο στις χώρες όπου όχι μόνον η εργασία κοστίζει λιγότερο, αλλά υπάρχουν λιγότερα δικαιώματα, το περιβαλλοντικό πρόβλημα σχεδόν δεν τίθεται, τα συνδικάτα υπάρχουν μόνον στα χαρτιά κ.ο.κ.».

Μόνον που κανείς έπειτα, ούτε καν φημισμένοι συγγραφείς, δεν σκέφτεται ότι πρέπει ή ότι μπορούμε να υπερβούμε τον καπιταλισμό. Για παράδειγμα, ο Στίγκλιτς ή ο Κρούγκμαν: ασκούν κριτική στις πελώριες ανισότητες, στις τρομερές συνθήκες ορισμένων «αναπτυσσόμενων» χωρών, εισηγούνται διορθώσεις σε επιμέρους προβλήματα, αλλά κανείς τους δεν φαίνεται να υποθέτει ότι ο καπιταλισμός μπορεί να έχει ένα τέλος.

«Ακούστε, αν με έβαζαν μπροστά σε ένα πράσινο και ένα κόκκινο κουμπί και μου έλεγαν: "Πάτησε το πράσινο κουμπί και ο καπιταλισμός θα εξαφανιστεί", εγώ θα το πατούσα αμέσως (αφού βεβαίως προηγουμένως θα είχα ρωτήσει τι θα τον αντικαθιστούσε). Νομίζω ωστόσο ότι -αν πάρουμε υπόψη μας τον συσχετισμό των δυνάμεων και τη συντριπτική νίκη του νεοφιλελευθερισμού- το μέγιστο στο οποίο σήμερα θα μπορούσαμε ρεαλιστικά να ελπίζουμε είναι ένας ελλόγως ρυθμισμένος καπιταλισμός. Οι συσχετισμοί σήμερα είναι τέτοιοι ώστε εμφανίζεται ήδη ως υπέρμετρη φιλοδοξία το να προσπαθήσουμε να ρυθμίσουμε με πρακτικό τρόπο τον καπιταλισμό. Ξεκινώντας από το πολιτικό πεδίο, επειδή εκεί είναι που χρειάζεται να παρέμβουμε».

Δεδομένης όμως της οικολογικής ανισορροπίας, με όλη τη βαρύνουσα σημασία της, δεν θα ήταν δυνατό να προτείνουμε έναν πιο ριζοσπαστικό λόγο; Είναι παρακινδυνευμένο να το σκεφτόμαστε;

«Είναι παρακινδυνευμένο επειδή δεν υπάρχουν οι κοινωνικές δυνάμεις. Επειδή το παγκόσμιο προλεταριάτο (2,5 με 3 δισεκατομμύρια πρόσωπα) στο σύνολό του δεν μπορεί να θεωρηθεί ως "μια τάξη για τον εαυτό της". Υπάρχει μια πελώρια απόσταση που πρέπει να διανυθεί, προκειμένου να γίνει "μια τάξη για τον εαυτό της". Είναι δύσκολο να συμβάλουμε στην κάλυψη αυτής της απόστασης με πρόσωπα τα οποία ζουν με λιγότερα από 2 δολάρια τη μέρα. Πώς να μπορέσεις να μιλήσεις για τα περιβαλλοντικά προβλήματα σε μια γυναίκα στην Αϊτή, που βλέπει τα παιδιά της να πεθαίνουν από πείνα; (...)». *

Παρασκευή, 10 Δεκεμβρίου 2010

Νίκος Παπανδρέου: Πού βρισκόμαστε σήμερα; Τρεις κοσμοθεωρίες


Το άρθρο του κ. Νίκου Παπανδρέου δημοσιεύεται στο τεύχος Δεκεμβρίου του περιοδικού Οικονομική Επιθεώρηση.

Του Νίκου Παπανδρέου

  • Σχεδόν 20 χρόνια μετά τις θεωρίες του Fukuyama και του Huntington, και μια δεκαετία από αυτήν του Mearsheimer, η Δύση ακόμη «ψάχνεται»

Εν μέσω κλυδωνισμών στο διεθνές οικονομικό σύστημα, με πολλά ερωτηματικά για την πορεία της «παγκοσμιοποίησης» _ όπως την έχουν φανταστεί οι «απόστολοι» των αγορών _ αξίζει να επισκεφτούμε και να επανεξετάσουμε τις ιδέες για το παγκόσμιο σύστημα, όπως είχαν πρωτοδιατυπωθεί από τρεις αναλυτές.
  • Το «Τέλος»...
Η πρώτη και γνωστότατη προσέγγιση, που κυριολεκτικά «έπιασε φωτιά» στη δεκαετία του '90 _ αφού γράφτηκε λίγο προτού πέσει το Σιδηρούν Παραπέτασμα _ και για πολλούς ακόμη έχει αρκετή δύναμη, είναι η θεωρία του Francis Fukuyama για Το Τέλος της Ιστορίας.

Στη θεωρία αυτή απουσιάζουν οι μεγάλες μάχες μεταξύ οραμάτων, οι ταξικές διαμάχες, οι μεγάλοι πόλεμοι. Εν συντομία, όλοι θέλουν το δικαίωμα ψήφου, ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους, μια καλωδιακή τηλεόραση με εκατό κανάλια, πλυντήριο και αμάξι, δηλαδή όλοι θέλουν μια φιλελεύθερη δημοκρατία, ένα μείγμα δημοκρατίας και καπιταλισμού. Η παγκοσμιοποίηση δυτικών αξιών, με κινητήρια δύναμη την τεχνολογία και τον πλούτο, θα χαρακτήριζε τον πλανήτη από εδώ και πέρα.
Υπ' αυτήν την έννοια, ότι σχεδόν όλες οι κοινωνίες του πλανήτη θα πάσχιζαν να εφαρμόσουν ένα μείγμα δημοκρατίας και καπιταλισμού, είναι πράγματι το τέλος των ιδεολογιών, αφού πια όλοι εμφανίζονται να έχουν τον ίδιο σκοπό. Γι' αυτόν τον λόγο, οι χώρες θα επιλύουν τις διαφορές τους μέσω οικονομικής διπλωματίας και όχι με άλλον τρόπο _ δηλαδή όχι μέσω πολέμου. Ο Fukuyama άφησε σχεδόν σαν υποσημείωση τις χώρες που είναι ακόμη κολλημένες στην Ιστορία, εκείνες που επιμένουν σε οπισθοδρομικά πολιτικά συστήματα όπως η Βόρεια Κορέα και η Βιρμανία. Δεν είχε προβλέψει την άνοδο των μουσουλμάνων.
  • ... η «Τραγωδία»

Πιο «ρεαλιστής» ήταν ο θεωρητικός John Mearsheimer όπως ανέλυσε το παγκόσμιο σύστημα στο βιβλίο του Η Τραγωδία της Πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων. Αντί να βρίσκει ειρήνη στο τέλος του ψυχρού πολέμου, προέβλεψε μια σκληρή αντιπαράθεση για ηγεμονία στο διεθνές σύστημα με συνέπεια μεγάλους πολέμους. Οι χώρες στον κόσμο του Mearsheimer χαρακτηρίζονται από έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Αν δεν ελέγχονται από κάποια πλανητική κυβέρνηση, αν δεν υπάρχει μια ισορροπία μεγάλων δυνάμεων, θα εμπλέκονται συνεχώς σε πολέμους, τοπικούς και μη. Μόνον η υπεροχή μιας και μόνο υπερδύναμης, λέει, θα οδηγήσει τον πλανήτη σε εποχή ειρήνης. Δεν βλέπει καμιά δύναμη ως «καλή» ή «φιλική». Υποθέτει ότι όλες οι μεγάλες δυνάμεις κυνηγούν αλύπητα την υπεροχή επιδιώκοντας να καταστούν ηγεμόνες του πλανήτη. Οι θεωρίες του Mearsheimer έρχονται φαινομενικά σε αντίθεση με εκείνες του Fukuyama που προέβλεπε μια νέα εποχή ειρήνης, εφόσον μία και μόνο ιδεολογία θα κυριαρχούσε στις μάζες _ εκείνη του δυτικού δημοκρατικού καπιταλισμού.
  • ... και η «Σύγκρουση»

Σε αυτό το πλαίσιο μπαίνει, με εκρηκτική και αιρετική δύναμη, η θεωρία του Samuel P. Huntington. Το τέλος της Ιστορίας για τον Huntington συνεπάγεται και το τέλος της δυτικής ηγεμονίας πάνω στις χώρες του πλανήτη και όχι το αντίστροφο, όπως ισχυρίζεται ο Fukuyama. Η εθνοκεντρική δυτική ηγεμονία έχει ημερομηνία λήξης. Μπορεί ο κόσμος να έρχεται πιο κοντά σε επίπεδο τεχνολογίας και οικονομίας, αλλά κοινωνικά και ιδεολογικά μάλλον το αντίθετο συμβαίνει _ απομακρύνεται.
  • Δύση και Ισλάμ
Η Δύση χάνει σιγά-σιγά την υπεροχή της και η μεγαλύτερη σύγκρουση θα ήταν πολιτισμική, δηλαδή ανάμεσα στη Δύση και στους «υπόλοιπους» πολιτισμούς. Η ουσία της Δύσης είναι η Magna Carta, και όχι το «Magna Mac». Εννοούσε ότι, κάπου στη Μέση Ανατολή, νέοι άνδρες φοράνε τζιν, πίνουν κόκα κόλα, ακούνε ραπ μουσική, αλλά την ίδια στιγμή γονατίζουν στη Μέκκα και φτιάχνουν μια βόμβα για να τινάξουν στον αέρα ένα αμερικανικό αεροπλάνο.

Αλλο ο εκσυγχρονισμός μιας χώρας και άλλο η «δυτικοποίησή» της. Το ότι ορισμένοι συμμετέχουν στον πλούτο του δυτικού τρόπου ζωής δεν σημαίνει ότι δέχονται τις αξίες της Δύσης, δηλαδή τις αξίες της δημοκρατίας, την έννοια του νόμου, τη σχέση κράτους - θρησκείας, τον ατομικισμό. Μάλιστα η έμφαση της «Κουλτούρας του Νταβός», όπως την ονομάζει, να επιβάλλονται δηλαδή εκλογές και δημοκρατικές διαδικασίες παντού, αντί να ενισχύει την πρόοδο και την ελευθερία προκαλεί το αντίθετο: ενισχύει τοπικιστικές και αντι-δυτικές δυνάμεις. Ας μην ξεχνούμε ότι στην Αλγερία οι φονταμενταλιστές έχουν πει ανοιχτά ότι αν έρθουν στην εξουσία με εκλογική πλειοψηφία από τα πρώτα που θα κάνουν θα είναι να καταργήσουν όλες τις εθνικές εκλογές _ μια για πάντα _ κηρύσσοντας τη χώρα ως θεοκρατία. Οπως είχε πει ο αείμνηστος Γεώργιος Παπανδρέου. «Εις την πολιτικήν δημοκρατίαν, μια ελευθερία απαγορεύεται: Η ελευθερία της καταργήσεως της ελευθερίας». Αυτή τη ρήση μάλλον δεν την ασπάζονται οι μουσουλμανίζοντες εχθροί της δημοκρατίας.
Η πρόταση του Huntington δεν ήταν η Δύση να πιέσει όλο και περισσότερο για να «περάσει» τις αξίες της σε άλλους πολιτισμούς. Ανέφερε μάλιστα ότι η πίστη της Δύσης στην οικουμενικότητα της ιδεολογίας της πάσχει από τρία προβλήματα: είναι λανθασμένη, είναι ανήθικη και είναι επικίνδυνη. Προωθώντας η Δύση τις αξίες της όχι μόνο δεν προωθεί την παγκόσμια ειρήνη, αλλά αντίθετα προκαλεί αντίσταση. Μόνο αν θέλει να αναλάβει η Δύση τον ρόλο του ιμπεριαλιστή και να επιβάλει τις αξίες της, μέσω ισχύος, είναι δυνατόν να προχωρήσει ετούτη την ατζέντα. Διαφορετικά οι μεγάλες δυτικές δυνάμεις καλύτερα να κάτσουν στ' αβγά τους και να αποδεχθούν ότι η ασφάλειά τους _ και η ασφάλεια όλου του κόσμου _ απαιτεί την πλήρη αποδοχή της «πολυπολιτισμικότητας» του πλανήτη.
Αρα, η αισιοδοξία του Fukuyama ότι είμαστε όλοι πλέον δυτικότροποι, ότι όλοι οι πολιτισμοί ασπάζονται πλέον τον δυτικό τρόπο ζωής και τις δημοκρατικές αξίες της Δύσης, είναι ακριβώς εκείνο το μεγάλο πρόβλημα που θέτει ο Huntington. Για τον πρώτο, θα αποφύγουμε τις πολεμικές συγκρούσεις ακριβώς επειδή τότε, λίγο πολύ, θα ασπαζόμαστε όλοι την ίδια ιδεολογία, πάνω κάτω. Για τον δεύτερο, οι πολεμικές συγκρούσεις πηγάζουν ακριβώς απ' αυτή την «ύβρη» της Δύσης, όπου πιστεύουν μερικοί ότι «ανήκομεν όλοι εις την Δύσιν», κατ' αναλογία με την περίφημη φράση του John Kennedy το 1961, «Είμαστε όλοι Βερολινέζοι τώρα», μιλώντας από τη διαχωριστική γραμμή του Σιδηρού Παραπετάσματος.
Από τους τρεις, μόνον ο Huntington προέβλεψε πόσο εκρηκτική θα ήταν η άνοδος του Ισλαμισμού. Η επίθεση στο Ιράκ ήταν ακριβώς το είδος της κίνησης που ο Huntington φώναζε ότι επ' ουδενί πρέπει να γίνει _ δεν πρέπει η Δύση να επιβάλει, διά ροπάλου, τη θέλησή της προκαλώντας έτσι τα εκατομμύρια πιστών μουσουλμάνων ανά την υφήλιο.
Επομένως, έχουμε και λέμε: τρεις κοσμοθεωρίες που φαίνονται αρκετά διαφορετικές η μια από την άλλη. Παρά ταύτα, μάλλον και οι τρεις βλέπουν προς την ίδια κατεύθυνση. Ο Fukuyama είχε εκφράσει τον φόβο ότι αν η Δύση απαντήσει μόνο στις υλιστικές ανάγκες του ανθρώπου και όχι στις ψυχικές, τότε το πάνω χέρι θα το πάρουν όσοι δεν φοβούνται να θέσουν σε κίνδυνο τις ζωές τους, περιφρονώντας την ασφάλεια και την άνεση των υλικών αγαθών. Για τον Mearsheimer οι μελλοντικές συγκρούσεις θα έχουν εθνικιστικό χαρακτήρα, ενώ για τον Huntington θα έχουν θρησκευτικό κίνητρο.
  • Δύση και Κίνα
Οι τρεις θεωρίες συγκλίνουν λόγω της ανόδου της Κίνας. Η Κίνα πρεσβεύει το τέλος της αμερικανικής ηγεμονίας. Για τον Fukuyama, αν η Κίνα μπει στον δυτικό άξονα τότε πραγματικά θα έχουμε ειρήνη και το «τέλος της Ιστορίας». Για τον Mearsheimer η Δύση πρέπει να φτιάξει μια δυνατή συμμαχία ώστε να έρθει σε ισορροπία έναντι της Κίνας, όπως συνέβη επί ψυχρού πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ. Ο Huntington υποστηρίζει το αντίθετο: Να μη γίνει καμία απόπειρα επιρροής της Δύσης επί της Κίνας.
Το ερώτημα είναι: Θα είναι αναίμακτη η ανάδειξη της Κίνας σε παγκόσμια δύναμη; Θα δεχθεί μια ίση μοιρασιά εξουσίας με τη Δύση; Θα αποδεχθεί διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές επιρροής; Η πρόσφατη ιστορία δείχνει ότι η Κίνα δεν έχει κανένα πρόβλημα να λύνει τις διαφορές της _ στον δικό της χώρο τουλάχιστον _ μέσω της βίας.

Ο Huntington δεν πιστεύει ότι η Δύση «έχει τα κότσια» να αντιταχθεί προς την Κίνα και προτείνει να ενισχύει η Δύση τις ίδιες τις χώρες της όσο περισσότερο μπορεί και να αφήσει τον υπόλοιπο κόσμο στην πολυπολιτισμική του αναταραχή. Ομως η Ιστορία δείχνει ότι ο αμερικανικός καπιταλισμός δεν μπορεί «να καθήσει στ' αβγά του» για πολύ. Ψάχνει ακατάπαυστα να επεκτείνει την επιρροή του και να βρίσκει νέες αγορές για τα προϊόντα του.
Εκείνο που χρειάζεται, όσο κι αν ακούγεται ρομαντικό, είναι να τεθούν από τώρα οι βάσεις για ένα είδος Detente, να προωθηθούν συμφωνίες με πλανητική διάσταση (τύπου αγοράς ρύπων, τύπου ειρηνικής σύμβασης), να «δεθούν» δηλαδή τα συμφέροντα όλων των μεγάλων χωρών όσο περισσότερο γίνεται.

Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

Η κληρονομιά του Φρόιντ

Πέρασαν εβδομήντα ένα χρόνια από τον θάνατο του Ζίγκμουντ Φρόιντ (1856-1939) και τίθεται το ερώτημα τι επιβιώνει ακόμα από τη θεωρία του και τι, αντίθετα, αποδείχθηκε εφήμερο και είναι ξεπερασμένο.
Σύμφωνα με τον Ουμπέρτο Γκαλιμπέρτι, αυτό είναι ένα θεμιτό ερώτημα, αλλά ισχύει μόνον για τις λεγόμενες θετικές επιστήμες, όπου τα πειράματα και οι αντικειμενικοί έλεγχοι επιτρέπουν την επαλήθευση ή τη διάψευση μιας θεωρίας. Οπως όμως σημειώνει ο ιταλός φιλόσοφος σε άρθρο του στην εφημερίδα «La Repubblica»: «Η ψυχανάλυση δεν είναι θετική επιστήμη, αλλά εγγράφεται στο πλαίσιο των ιστορικο-ερμηνευτικών επιστημών. Και αυτό επειδή η ψυχή είναι τόσο στενά δεμένη με την ιστορία, ώστε διαπερνιέται βαθιά και τροποποιείται από το πνεύμα των καιρών, το οποίο μπορούμε να το συλλάβουμε και να το περιγράψουμε μόνο με την τέχνη της ερμηνείας.
Αυτό εξηγεί και το γιατί, με αφετηρία τον Φρόιντ, αναπτύχθηκαν τόσες ερμηνευτικές διαδρομές, που κατέληξαν σε ισάριθμες ψυχαναλυτικές θεωρίες. Κοινή σε όλες αυτές τις θεωρίες είναι η έννοια της «νεύρωσης», την οποία ο Φρόιντ (αφού αρνήθηκε να τη θεωρήσει ασθένεια του νευρικού συστήματος, όπως ήθελε η θετικιστικού τύπου ιατρική του καιρού του) μετέφερε από το «βιολογικό» στο «πολιτισμικό» επίπεδο. Το έκανε αυτό ορίζοντας τη νεύρωση ως «σύγκρουση» ανάμεσα στον κόσμο των ορμών (τον οποίο αποκαλεί «Αυτό») και στις επιταγές της κοινωνίας (που ονομάζει «Υπερεγώ»), οι οποίες απαιτούν τη συγκράτηση και τον έλεγχό τους. Σε αυτή τη δυναμική είναι δυνατό να συλλάβουμε τη διαδρομή της ανθρωπότητας και τη δυσθυμία της, την οποία ο Φρόιντ συνοψίζει με αυτά τα λόγια: «Ο πρωτόγονος άνθρωπος περνούσε καλύτερα επειδή αγνοούσε κάθε περιορισμό των ορμών. Σε αντιστάθμισμα, η ασφάλειά του να απολαμβάνει επί μακρόν μια τέτοια ευτυχία ήταν πολύ ισχνή.
Ο πολιτισμένος άνθρωπος αντάλλαξε ένα μέρος της δυνατότητάς του για ευτυχία με λίγη ασφάλεια». Αυτή η ερμηνεία της ψυχικής δυσθυμίας, που μετατοπίζει την εξήγηση του άλγους από το βιολογικό στο πολιτισμικό επίπεδο, είναι η μεγάλη ανακάλυψη του Φρόιντ, που αποτελεί τη βάση των μεταγενέστερων ψυχαναλυτικών θεωριών. Σε αυτή τη διάγνωση ο Φρόιντ έφτασε χάρη στην ενδελεχή μελέτη της φιλοσοφίας και ιδιαίτερα εκείνης του Σοπενάουερ, τον οποίο ο Φρόιντ θεωρούσε «πρόδρομό» του.
Σύμφωνα με τον Σοπενάουερ, πράγματι, καθένας μας κατοικείται από μια διπλή υποκειμενικότητα: την υποκειμενικότητα του ανθρώπινου είδους, που ενεργοποιεί τα άτομα για τα συμφέροντά του, δηλαδή για τη συντήρησή του, και την υποκειμενικότητα του ατόμου που αυταπατάται ότι διαμορφώνει έναν κόσμο με βάση τα σχέδιά του. Αυτή η διπλή υποκειμενικότητα κωδικοποιείται από την ψυχανάλυση με τις λέξεις «εγώ» και «ασυνείδητο».
Στο ασυνείδητο χρειάζεται να διακρίνουμε ένα ασυνείδητο «ορμικό», όπου βρίσκουν έκφραση οι επιταγές του είδους, και ένα ασυνείδητο του Υπερεγώ, όπου εναποτίθενται και εσωτερικεύονται οι επιταγές της κοινωνίας. Επιταγές του είδους είναι η σεξουαλικότητα, χωρίς την οποία δεν θα εξασφαλιζόταν η διαιώνισή του, και η επιθετικότητα, που χρησιμεύει για την υπεράσπισή του. Αυτές τις δύο ορμές, ακριβώς επειδή βρίσκονται στην υπηρεσία του είδους, το εγώ τις υπομένει, τις υφίσταται, και γι' αυτό γίνονται τα «πάθη» του, τα οποία η κοινωνία, για να διασώσει τον εαυτό της, θέλει να συγκρατεί μέσα σε ορισμένα όρια.
Ανάμεσα στις επιταγές του είδους (Αυτό ή ορμικό ασυνείδητο) και στις επιταγές της κοινωνίας (Υπερεγώ ή κοινωνικό ασυνείδητο) υπάρχει το δικό μας εγώ, το δικό μας συνειδητό μέρος, το οποίο πετυχαίνει την ισορροπία του με το να δίνει κατάλληλη και περιορισμένη ικανοποίηση σε αυτές τις αλληλοσυγκρουόμενες επιταγές. Η δύναμη αυτών των επιταγών μπορεί να κλονίσει την ισορροπία του εγώ (σε αυτή την περίπτωση έχουμε τη νεύρωση) ή μπορεί και να διαλύσει το εγώ, καταργώντας κάθε μεσολάβηση ανάμεσα στις συγκρουόμενες δυνάμεις, και τότε έχουμε την ψύχωση ή την τρέλα.
Ακριβώς όμως επειδή η ψυχή είναι «ιστορική» και γι' αυτό αλλάζει με το πέρασμα του χρόνου, δεν μπορούμε να είμαστε πιστοί σε αυτή τη μεγάλη έμπνευση του Φρόιντ παρά μόνον ξεπερνώντας τον Φρόιντ, επειδή η δική του έννοια της νεύρωσης αντιστοιχεί σε μια «κοινωνία της πειθαρχίας», όπου η νεύρωση γίνεται αντιληπτή ως σύγκρουση ανάμεσα στην επιθυμία, που θέλει να παραβιάσει τον κανόνα, και τον κανόνα, που τείνει να καταστείλει την επιθυμία.
Σήμερα η κοινωνία της πειθαρχίας έχει παρακμάσει και έχει αντικατασταθεί από την «κοινωνία της αποτελεσματικότητας», όπου η αντιπαράθεση ανάμεσα στο επιτρεπόμενο και στο απαγορευμένο έχει παραχωρήσει τη θέση της σε μια πολύ πιο βασανιστική αντιπαράθεση, ανάμεσα στο «εφικτό και το ανέφικτο». Το άτομο δεν ρυθμίζεται πλέον από μια εξωτερική τάξη, από μια συμμόρφωση στον νόμο, η παραβίαση του οποίου γεννάει συναισθήματα ενοχής, αλλά οφείλει να απευθυνθεί στις εσωτερικές του δυνάμεις, για να πετύχει εκείνα τα αποτελέσματα με βάση τα οποία θα αξιολογηθεί.
Ετσι, από τη δεκαετία του 1970 και έπειτα, η ψυχική δυσθυμία έχει αλλάξει ριζικά μορφή. Δεν έχουμε πλέον τη νευρωτική σύγκρουση ανάμεσα σε κανόνα και παράβαση με το συνακόλουθο αίσθημα ενοχής, αλλά, σε ένα κοινωνικό σενάριο όπου δεν υπάρχει πλέον κανόνας επειδή όλα είναι δυνατά, η οδύνη πηγάζει από ένα αίσθημα ανεπάρκειας γι' αυτό που θα μπορούσαμε να κάνουμε και δεν είμαστε σε θέση να το κάνουμε ή δεν κατορθώνουμε να το κάνουμε σύμφωνα με τις προσδοκίες άλλων, με βάση τις οποίες καθένας μετράει την αξία του εαυτού του (...)».*

Ο Νίτσε στο καφενείο

  • Ο Βασίλης Παπαβασιλείου αφήνει για λίγο τη σκηνοθεσία και αναβιώνει την εποχή των πολιτικών συναντήσεων με τη συμμετοχή κοινού
Πώς συνδέονται ο Χάιντεγκερ, ο Νίτσε και ο Μούζιλ με το ΔΝΤ, το ελληνικό Σύνταγμα και τα ελληνοτουρκικά; Για τη μείξη τους χρειάστηκαν ένα καφενείο, η αυθόρμητη προσέλευση επωνύμων και ανωνύμων θαμώνων και ο καταλυτικός συντονισμός τους από τον Βασίλη Παπαβασιλείου.
Οι συνάξεις αυτές υπό τον γενικό τίτλο «Χειμερινή Ωρα» τελούνται στο «Αλεκτον» στον Κεραμεικό, κάθε Τετάρτη (αντικείμενο συζήτησης είναι η «Εφημερίδα της εβδομάδας»), και κάθε Κυριακή όπου κυριαρχεί ένα μεγάλο θέμα. Ακολουθεί η ανεργία, όπου ο Β. Παπαβασιλείου έχει συνομιλητή τον καθηγητή κοινωνιολογίας Νίκο Παναγιωτόπουλο και το Πανεπιστήμιο με τον Πέτρο Μάρκαρη.
  • Για μια σοβαρή συζήτηση
Σαν να αναβιώνει η εποχή των φιλολογικών και πολιτικών συναντήσεων της δεκαετίας του '60 στα θρυλικά παρισινά «Καφέ ντε Φλορ» και «Καφέ Λε Ντε Μαγκό» του Σεν Ζερμέν. Αλλωστε ο καταξιωμένος σκηνοθέτης δεν χρειάζεται τη θεατρική σκηνή για να φτιάξει, από το τίποτα, συναρπαστικές παραστάσεις. Ευφυής, δεινός ρήτορας, βαθύς γνώστης μιας πολυποίκιλης γκάμας θεμάτων, μπορεί να συμπυκνώνει πολλά σε μια ατάκα ή μια παραβολή. Πανέτοιμος μέσα σ' ένα καφενείο της οδού Σφακτηρίας, δίνει μια ακόμα παράσταση με ηθοποιούς ανώνυμους και επώνυμους, συνοδοιπόρους στη «Χειμερινή Ωρα» όπως ονομάζει αυτή τη λιτή «παραγωγή». Κι επειδή όσοι τον ξέρουν αναρωτιούνται για το ποιος, πώς και για ποιο λόγο μπορεί να ανακόψει τη θρυλική ρητορεία του, μια βραδιά στο «Αλεκτον» θα σας πείσει για την ικανότητά του να παραχωρεί τον λόγο και να ακούει προσεκτικά, αφού κάποιες στιγμές οι τοποθετήσεις δημιουργούν εκρηκτικές αντιδράσεις.
Η ιδέα ήταν δική του, «η συνέχιση της δουλειάς μου μ' άλλα μέσα», όπως λέει ο ίδιος: «Σα να σηκώνεται η κουρτίνα στο ελάχιστο προσωπικό μου εργαστήριο και μπαίνουν μέσα κάποιοι φίλοι. Μου προσφέρθηκε ο χώρος, μου διατέθηκαν δηλαδή "ντουβάρια", που εγώ ουδέποτε είχα ή έχω, αφού δεν φρόντισα εγκαίρως το μέλλον, τη... σταδιοδρομία μου».
Στόχος των συναντήσεων ήταν η σοβαρή συζήτηση, πάντα με τους όρους της ελευθεριότητας ενός καφενείου, που όμως δεν θα αφυδατώνεται από τη σοβαροφάνεια. Ο Β. Παπαβασιλείου αυτοσυστήνεται ως «εμψυχωτής» και συντονιστής της βραδιάς. Αλλωστε αυτός έχει την ευθύνη της θεματολογίας και γνωρίζει την τεχνική για να διοχετεύσει την κουβέντα στα κατάλληλα κανάλια, ώστε να μην ξεστρατίσει στο πουθενά.

Οι παρέες μοιράζονται σε μικρά και μεγάλα τραπέζια ή στο μπαρ με τα κινητά τους ενεργά. «Αυτό που πρέπει να απενεργοποιηθεί», λέει ο συντονιστής, «είναι μια συνειδητά επιβαλλόμενη και πανταχόθεν καλλιεργούμενη ηττοπαθής αντιμετώπιση του φαινομένου της ζωής. Αλλά η ορμή της ζωής μαζί με την ευφυΐα που τη συνοδεύει, θα είναι παρούσα στην ελληνική κουλτούρα παρά τα μνημόνια και τις τρόικες».
Στο πρώτο «Καφενείο» της Κυριακής με θέμα την «Πολιτική» και τα πέριξ αυτής, συνυπήρξαν διαφορετικές απόψεις. Οι τοποθετήσεις του Β. Παπαβασιλείου και του Κωνσταντίνου Αγγελόπουλου θέρμαναν την ατμόσφαιρα. Από την παρέμβαση του Γιάννη Δημητροκάλη εξερράγη ο συνθέτης Μιχάλης Δημητρίου και παίρνοντας το λόγο -ενέταξε την κρίση και τις ευθύνες στο παγκόσμιο πλαίσιο- καταχειροκροτήθηκε. Ακολούθησαν ο Πέτρος Μάρκαρης, ο Βάσιας Τσοκόπουλος κ.ά. Κι όταν κάποιος έθεσε ζήτημα ατομικής ευθύνης με αφορμή την παγκαλική ρήση «όλοι μαζί τα φάγαμε», το «Καφενείο» δικαίωσε το όνομά του... Σούσουρο, διαμαρτυρίες, ειρωνικά γέλια για κάποιες τοποθετήσεις, ξεσπάσματα διαφωνούντων.
«Μα ποιος απ' όλους μας είναι "αθώος", "καθαρός";» αναρωτιέται ο Β. Παπαβασιλείου. «Ο καθένας έρχεται με τον πόνο, την πίστη, τη διαπλοκή του. Σε τέτοιες τελετές φυσικής συμπαρουσίας, βλέπεις τι γόνιμο μπορεί να γεννήσει η μήτρα των συναισθημάτων. Η φόρτιση αποδεικνύει ότι είμαστε έτοιμοι να μοιραστούμε τον φόβο απέναντι στο κενό και το τέλος! Στο σημερινό αντιμνημονιακό τοπίο π.χ., το πρίσμα μιας στερεοτυπίας που φέρει η αριστερά, οφείλει να συνυπάρχει σε επίπεδο διαλόγου, επιδεχόμενο την κριτική. Πρέπει να είμαστε ανοιχτοί. Είναι μεγάλη κατάρα να νομίζουμε ότι δεν μας περιμένει καμιά έκπληξη».
  • Να έρθουν και νέοι
Ανάμεσα στις ειδήσεις της «Εφημερίδας» της Τετάρτης, το άνοιγμα του ΝΑΤΟ προς τη Ρωσία. Ο Β. Παπαβασιλείου θυμήθηκε τον βασιλόφρονα αλλά υποστηρικτή των αριστερών δημοσιογράφων σε δύσκολους καιρούς, ιδρυτή της «Απογευματινής» Νάσο Μπότση. Μάθαμε ότι ο εκδότης που ήθελε την εφημερίδα «να την βλέπουν κρεμασμένη στα περίπτερα και να νιώθουν ότι ήρθε η συντέλεια του κόσμου!», ήταν εκείνος που έδωσε αμέσως δουλειά και σπίτι στον Γρηγόρη Στακτόπουλο, τον δημοσιογράφο που αθώος ων, είχε μείνει 14 χρόνια στη φυλακή ως ένοχος της δολοφονίας του Πολκ.
«Θα ήθελα να δω νέους στις συναντήσεις» λέει ο Β. Παπαβασιλείου. «Να αρθεί αυτό το υποτιθέμενο χάσμα γενεών.
»Τα παιδιά που ίσως εκπλήσσονται για το πώς μπορεί να τους ανήκει ένας γλωσσικός ορίζοντας από τον Ομηρο ώς τον Παπαδιαμάντη, θα συνειδητοποιήσουν ότι τέτοιες συνάξεις λειτουργούν ιαματικά».*

Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010

Γκυ Σορμάν: «Ο Ελληνας είναι οργισμένος γιατί αισθάνεται ότι δεν έχει μέλλον»

  • Ο γάλλος φιλόσοφος και οικονομολόγος υπερασπίζεται τον καπιταλισμό, επικρίνει τις κυβερνήσεις που παίρνουν κοντόφθαλμα μέτρα και δεν δίνουν όραμα ενώ προτείνει δραστικές αλλαγές και περισσότερες καινοτομίες

ΤΑΝΙΑ ΜΠΟΖΑΝΙΝΟΥ | Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010
O Γκυ Σορμάν, γάλλος φιλόσοφος και οικονομολόγος, δεν έχει καμία αμφιβολία: η κρίση οφείλεται στο ότι ο δυτικός κόσμος ήταν ανέτοιμος να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό από τις αναδυόμενες αγορές. Επίσης δεν έχει καμία αμφιβολία για το ότι οι κυβερνήσεις, περιλαμβανομένης και της ελληνικής, παίρνουν μέτρα ακατάλληλα για την αντιμετώπισή της. «Αν ήμουν Ελληνας» , αναφέρει στο «Βήμα», «θα ήμουν πολύ δυσαρεστημένος με την κυβέρνηση και θα είχα επαναστατήσει διότι προτείνει μόνο βραχυχρόνιες λύσεις. Θα έπρεπε συγχρόνως να προτείνει και μακροχρόνιες».

Θα είχε επαναστατήσει; Μα ο Σορμάν επικρίνει σφόδρα τους Γάλλους που κατεβαίνουν στους δρόμους προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για την αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης. «Απλώς προσπάθησα να εξηγήσω στους Αμερικανούς ότι η κάθοδος στους δρόμους αποτελεί μέρος της γαλλικής κουλτούρας, είναι περισσότερο θέατρο» τονίζει. «Εγώ θα κατέβαινα στους δρόμους, όχι όμως για τους ίδιους λόγους με τους νεαρούς φοιτητές που δεν θέλουν να πάρουν σύνταξη στα 62, αλλά για να διαμαρτυρηθώ επειδή η κυβέρνηση δεν μου προτείνει εναλλακτική λύση».
Η ελληνική κυβέρνηση έχει ακόμη λιγότερα να προτείνει, κατά την άποψη του έγκριτου καθηγητή. «Ολες οι περικοπές για τη μείωση του ελλείμματος που πραγματοποιούνται σήμερα στην Ελλάδα και που είναι απολύτως απαραίτητες πρέπει να συνοδεύονται από εναλλακτική λύση.Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να καταδείξει στον κόσμο ποια είναι η κατεύθυνση στην οποία οδηγεί τη χώρα. Προς το παρόν δεν διαβλέπω καμία πρόταση ή μακροχρόνια προοπτική. Ο κόσμος είναι οργισμένος γιατί αισθάνεται ότι δεν έχει μέλλον».

«Αν ήμουν σύμβουλος της ελληνικής κυβέρνησης- ευτυχώς δεν είμαι- θα έκανα συγχρόνως τα πάντα: πρώτον, θα μείωνα το έλλειμμα μέσω περικοπών, όπως κάνει ο κ. Παπανδρέου, δεύτερον θα αναδιάρθρωνα το χρέος και, τρίτον, θα πρότεινα μακροχρόνια στρατηγική: ότι έτσι θα μοιάζει η Ελλάδα σε 10 ή 20 χρόνια». Παράλληλα πιστεύει ότι πρέπει να συζητηθεί ριζική αλλαγή στο σύστημα πρόνοιας- θέμα στο οποίο αναφέρεται συχνά πυκνά στην τηλεφωνική συνέντευξή μας από τη Νέα Υόρκη. Το παρόν σύστημα βασίζεται σε θετικό δημογραφικό και επωφελή ανάπτυξη «ενώ σήμερα έχουμε αργή ανάπτυξη και καμία αύξηση πληθυσμού». Θεωρεί ότι το σύστημα πρέπει να αλλάξει και να βασιστεί στα κουπόνια ή στον αρνητικό φόρο εισοδήματος. Αυτά θα δίνουν την ευχέρεια επιλογής ανάμεσα σε ένα κράτος πρόνοιας του οποίου οι παροχές θα μειώνονται κατά 5% ετησίως ή σε ένα ιδιωτικό ταμείο όπου θα εξαργυρώνονται τα κουπόνια ή τα μετρητά του αρνητικού φόρου εισοδήματος.

Υπέρμαχος του καπιταλισμού παραδέχεται ότι περνάει κρίση σχεδόν κάθε δεκαετία. «Οι κρίσεις είναι ενσωματωμένες στο σύστημα διότι συνδέονται ευθέως με την καινοτομία.Η κρίση του 2008 ήταν αποτέλεσμα της χρηματοοικονομικής καινοτομίας»- των «γνωστών» παραγώγων-, αλλά «σε πολλές χώρες, όπως η Ελλάδα, και της κακοδιαχείρισης». Είναι κατηγορηματικός: «Οι περικοπές στις ελληνικές δημόσιες υπηρεσίες συνιστούν επιφανειακό μέτρο διότι το σύστημα παραμένει το ίδιο. Χώρες όπως η Ελλάδα, η Γαλλία, οι ΗΠΑ πρέπει να αλλάξουν εντελώς τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η βιομηχανία ή οι υπηρεσίες τους, να εισαγάγουν περισσότερες καινοτομίες και διαφορετικό σύστημα πρόνοιας ώστε να μπορούν να ανταγωνιστούν τις αναδυόμενες αγορές».
  • Ενας κλασικός νεοφιλελεύθερος
Ο Γκυ Σορμάν, 66 ετών, είναι γάλλος οικονομολόγος και φιλόσοφος που ζει μεταξύ Παρισίων και Νέας Υόρκης. Θεωρείται ότι ανήκει στη σχολή των κλασικών νεοφιλελευθέρων. Ηταν από τους ιδρυτές της γαλλικής μη κυβερνητικής οργάνωσης «Δράση Κατά της Πείνας» το 1979. Είναι σύμβουλος της γαλλικής και άλλων κυβερνήσεων (π.χ. Νότιας Κορέας) για οικονομικά ζητήματα. Εχει διδάξει Οικονομικά σε πολλά πανεπιστήμια, μεταξύ των οποίων τα Sciences Ρo στη Γαλλία και Στάνφορντ στις ΗΠΑ. Πολυγραφότατος, έχει συγγράψει 20 βιβλία με τελευταίο το μπεστ σέλερ «Εconomics Does Νot Lie» («Η οικονομία δεν ψεύδεται») και αρθρογραφεί τακτικά σε κορυφαίες εφημερίδες, όπως η «Le Figaro» στη Γαλλία και η «Wall Street Journal» στις ΗΠΑ. 
  • «Είναι εύκολη η αναδιάρθρωση του χρέους»
- Στην Ελλάδα άλλοι φοβούνται ότι θα μας πετάξουν έξω από την ευρωζώνη και άλλοι ζητούν να αποχωρήσουμε μόνοι μας. Τι απαντάτε; 
«Διαφωνώ πλήρως. Θεωρώ ότι η ευρωζώνη και η ΕΕ αποτελούν τρομερές επιτυχίες. Το ευρώ αποτελεί μέρος ενός συστήματος που οικοδομήθηκε όχι για οικονομικούς αλλά για βαθύτερους λόγους. Το σύστημα θα υφίστατο αποσύνθεση αν αποβάλλαμε την Ελλάδα. Και μετά τι; Θα αποβάλουμε την Πορτογαλία και στη συνέχεια την Ιρλανδία και την Ισπανία; Απλώς θα καταστρέφαμε μια από τις πιο αξιοσημείωτες επιτυχίες στην Ιστορία. Αν η Ελλάδα αποβαλλόταν ή αποχωρούσε, θα επέστρεφε στη δραχμή που θα ήταν πολύ πιο αδύναμη από το ευρώ, γι΄ αυτό το χρέος σας θα πολλαπλασιαζόταν κατά πέντε ή δέκα φορές. Αυτό θα ήταν δραματικό. Είναι πολύ ευκολότερο για τους Ελληνες να αποπληρώσουν το χρέος τους σε ευρώ παρά σε δραχμές. Πιστεύω ότι η πραγματική συζήτηση δεν αφορά το αν θα παραμείνει η Ελλάδα στην ευρωζώνη αλλά την αναδιάρθρωση του χρέους. Η αναδιάρθρωση είναι ευκολότερη διότι η Ελλάδα ανήκει στην ευρωζώνη».

Ρόμπερτ Πάξτον: «Η δημοκρατία σήμερα απαξιώνεται»


Η χρεοκοπία του ορθού λόγου, η οικονομική κρίση, ο φασισμός και ο ναζισμός προβληματίζουν τον ιστορικό Ρόμπερτ Πάξτον
  • Συνέντευξη στον Ηλια Mαγκλινη, Η Καθημερινή, Kυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010
Ο ιστορικός Ρόμπερτ Πάξτον μας υποδέχεται σε ένα τυπικό νεοϋορκέζικο διαμέρισμα, κοντά στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Το προηγούμενο απόγευμα, μια έκθεση στο μουσείο Γκούγκενχαϊμ μας έβαλε για τα καλά στο πνεύμα του αντικειμένου που μελετά: του φασισμού. Τίτλος της έκθεσης, «Χάος και κλασικισμός: Η τέχνη στη Γαλλία, την Ιταλία και τη Γερμανία, 1918-1936». Η χρεοκοπία του ορθού λόγου, η οικονομική κρίση και τα ζοφερά παρεπόμενά τους: ο φασισμός και ο ναζισμός.
«Σε εποχές οικονομικής κρίσης, υπάρχει πάντα ο πειρασμός να καταφύγουμε σε ολοκληρωτισμούς», λέει ο βετεράνος καθηγητής ιστορίας. «Η δημοκρατία απαξιώνεται. Δεν ευθύνεται όμως το πολίτευμα, αλλά το ότι οι κυβερνήσεις άφησαν ανεξέλεγκτες τις τράπεζες. Η ελληνική κυβέρνηση απέκρυψε στοιχεία από την Ευρωπαϊκή Ενωση, σωστά; Πρόκειται λοιπόν για κακή διακυβέρνηση, η οποία συγκαλύπτει καταχρήσεις - κάτι που φυσικά συνέβη και στην Αμερική».
Οι τρέχουσες φασιστικές, νεοναζιστικές ομάδες στην Ευρώπη και τη χώρα μας ή οι λεγόμενες «ομάδες μίσους» των ΗΠΑ, προβληματίζουν τον βετεράνο καθηγητή ιστορίας, ωστόσο: «οι σύγχρονες φασίζουσες οργανώσεις είναι βίαιες αλλά είναι πολύ άκαμπτες για να καταφέρουν κάτι καλύτερο. Για να ανέλθεις πολιτικά πρέπει να κάνεις συμβιβασμούς και υποχωρήσεις. Ο Χίτλερ είχε κατηγορηθεί γι’ αυτό από τα Τάγματα Εφόδου, τα οποία και εξόντωσε. Κάτι ανάλογο έγινε και με τον Μουσολίνι, ο οποίος περιθωριοποίησε τα πιο ακραία στοιχεία. Στράφηκαν εναντίον του, ήδη όμως είχαν απομονωθεί».
Οταν τον ενημερώνω για την ελληνική πολιτική σκηνή «των άκρων», για την είσοδο του ΛΑΟΣ στο ελληνικό Κοινοβούλιο και για το ότι η Χρυσή Αυγή κατηγορεί τον κ. Καρατζαφέρη και το κόμμα του για ανάλογους «συμβιβασμούς και υποχωρήσεις» αλλά ότι ο ΛΑΟΣ μπορεί και ασκεί πίεση στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, ο Ρ. Πάξτον κουνάει το κεφάλι του. «Οταν οι ακροδεξιοί αποκτούν κάποια ισχύ, αυτό που συμβαίνει είναι να στρέφουν την πολιτική συζήτηση προς μια συμφέρουσα κατεύθυνση. Αυτές οι λίγες ψήφοι αρκούν για να προκαλέσουν πονοκέφαλο σε ένα μεγάλο συντηρητικό κόμμα. Ο Σαρκοζί σύρθηκε πίσω από τη γαλλική ακροδεξιά και σε μια άκρως σπασμωδική κίνηση επιχείρησε μια “εθνοκάθαρση” από τους Ρομά».
Συνήθως, ο συντηρητικός είναι μετριοπαθής και επιφυλακτικός απέναντι στον ακροδεξιό, κάποτε όμως συναντώνται. «Πράγματι, ο φασισμός είναι ριζοσπαστικός, ανατρεπτικός, ο συντηρητισμός είναι το αντίθετο. Οι συντηρητικοί Γερμανοί ήταν καχύποπτοι με τους ναζί, αλλά οι τελευταίοι πήραν την πλειοψηφία που χρειάζονταν το 1933 χάρη στους συντηρητικούς. Κι αυτό διότι είχαν ένα κοινό μέτωπο: τους κομμουνιστές, ανερχόμενη δύναμη το 1932. Αλλά οι ναζί δεν απειλούσαν την ιδιωτική περιουσία. Απέρριπταν μόνον το διεθνή καπιταλισμό. Αφού πήραν την εξουσία οι ναζί, οι μεγάλες γερμανικές επιχειρήσεις ανταμείφθηκαν, με τίμημα να διώξουν τους Εβραίους εργαζόμενους, πράγμα που έκαναν. Βεβαίως, υπήρξε μια μειονότητα επιχειρηματιών οι οποίοι αντιτάχθηκαν στους ναζί και εξορίστηκαν».
  • Αρκεί η ψήφος;
Μέσα σε ένα πλαίσιο παγκόσμιας κρίσης και γενικευμένης απαξίωσης της δημοκρατίας, είναι άραγε ακόμα πιο σημαντική σήμερα η ψήφος; «Είναι κάτι αναντικατάστατο διότι έχεις τη δύναμη να στείλεις σπίτι του έναν κακό κυβερνήτη. Ομως η ψήφος δεν φτάνει. Απαιτείται διαρκής εγρήγορση, συμμετοχή, κι αυτά έρχονται μονάχα με την κατάλληλη παιδεία. Η εκπαίδευση είναι ζωτικής σημασίας».
Του επισημαίνουμε ότι ο αμερικανικός λαός ψήφισε δύο φορές τον πρόεδρο Μπους. Αντιδρά γελώντας. «Ξέρετε, στις εκλογές του 2000, ο κύριος Μπους δεν είχε εκλεγεί. Εχουμε ένα πολύ παράξενο εκλογικό σύστημα το οποίο σχεδιάστηκε τον 18ο αιώνα. Το σκεπτικό ήταν να περιοριστεί η ισχύς του όχλου. Δεν ήταν δημοκράτες οι Πατέρες μας, ρεπουμπλικανοί ήταν με την έννοια ότι ήθελαν να δώσουν το δικαίωμα της ψήφου στους εύπορους, ισχυρούς άνδρες - άνδρες, όχι γυναίκες. Είναι ένα τελείως παρωχημένο σύστημα όπου κάποτε οι Εκλέκτορες ψηφίζουν διαφορετικά από τον λαό, κι αυτό συνέβη το 2000. Είναι δύσκολο να το ανατρέψεις διότι για να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα χρειάζονται τα 2/3 των νομοθετών των πολιτειών. Χρειαζόμαστε όμως απελπισμένα αυτή την αναθεώρηση, όπως και πολλές άλλες».
Στην παρατήρησή μας ότι σε πολλά μέρη του κόσμου η κυβέρνηση Μπους είχε κατηγορηθεί ως φασιστική, σχολιάζει: «Δεν ήταν με τη στενή έννοια του όρου. Ομως η κυβέρνηση Μπους αποπειράθηκε νομιμοποίηση των βασανιστηρίων. Αυτή είναι σαφώς φασίζουσα συμπεριφορά: ο νόμος και τα δικαιώματα του ατόμου δεν είναι ιερά, ιερή είναι η υπεράσπιση της πατρίδας, συνεπώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε κάθε μέσο. Αυτό το σκεπτικό σε φέρνει κοντά στον φασισμό».
Του υπενθυμίζω ότι ο κ. Μπους υπεραμύνθηκε αυτής της πολιτικής. «Δεν εκπλήσσομαι. Αγνοεί οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική λύση στο πρόβλημα, ενώ απεχθάνεται τους ειδικούς και τις συμβουλές. Νομίζω ότι θα ήθελε να περάσει στην Ιστορία ως κάποιος που “δεν εγκαταλείπει εύκολα τα πιστόλια του”, όπως λένε στην αμερικανική Δύση».
  • Μελετώντας τον φασισμό επί μισόν αιώνα
Εδώ και μισό αιώνα ο Ρόμπερτ Πάξτον μελετάει τον φασισμό, με σημείο εκκίνησης τη Γαλλία επί Βισί, που είναι και θέμα ενός από τα βιβλία του. Σπούδασε στην Οξφόρδη και το Χάρβαρντ και δίδαξε επί σειρά ετών στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. θεωρείται από τους πιο σημαντικούς ιστορικούς της ευρωπαϊκής ιστορίας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρώτος αυτός, μετά από μελέτη γερμανικών αρχείων, υποστήριξε ότι η συνεργασία της γαλλικής κυβέρνησης του Βισί με τους ναζί ήταν περισσότερο εκούσια απ’ ό,τι πιστευόταν αρχικά. Εχει τιμηθεί με το γαλλικό βραβείο της Λεγεώνας της Τιμής και είναι επίσης εκλεγμένο μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών. Ζει στη Νέα Υόρκη. Στα ελληνικά κυκλοφορεί η μελέτη του «Η ανατομία του φασισμού» (μτφρ. Κ. Χαλμούκου, εκδ. Κέδρος).
  • «Ο πρόεδρος Ομπάμα δεν έχει την πυγμή»
Οι πρόσφατες ενδιάμεσες εκλογές του Κογκρέσου έδειξαν νικητές τους Ρεπουμπλικανούς, συνεπώς ο πρόεδρος Ομπάμα θα έχει ακόμη πιο δύσκολο έργο. «Μολονότι το περίμενα, απογοητεύτηκα», ομολογεί ο Αμερικανός ιστορικός. «Οι ΗΠΑ έχουν μπροστά τους δύο πολύ δύσκολα χρόνια, ίσως και περισσότερα. Οι Ρεπουμπλικανοί δεν το παραδέχονται, αλλά η στρατηγική τους είναι να κάνουν ό,τι μπορούν ώστε η οικονομία να μη βελτιωθεί και το 2012 ο Ομπάμα να χάσει τις εκλογές. Μολονότι εξυπηρετούν τα συμφέροντα του 2% του πληθυσμού, των πιο εύπορων δηλαδή, προσελκύουν και άλλους συντηρητικούς από κατώτερα στρώματα μέσα από ζητήματα όπως ο πατριωτισμός, οι γάμοι ομοφυλοφίλων και οι εκτρώσεις.
»Είμαι πολύ απαισιόδοξος και αυτή τη στιγμή στην Αμερική επικρατεί πόλωση. Οι ακροδεξιοί των “Πάρτι τσαγιού” λένε ότι υπερασπίζονται το Σύνταγμα, όπως το αντιλαμβάνονται όμως αυτοί: να μην πληρώνουν φόρους, να μην υπάρχουν μικρές επιχειρήσεις, να μην παρεμβαίνει η κυβέρνηση στο πώς θα προστατεύει μια επιχείρηση τους εργάτες της διότι, συν τοις άλλοις, τα μέτρα που προτείνει για την εργατική ασφάλεια σημαίνουν μείωση κέρδους».
Και ο αντίθετος πόλος; «Είναι όσοι αποβλέπουν σε μια επιστροφή του “Νιου Ντιλ”, ενός κράτους πρόνοιας. Ομως, ο Ομπάμα έχει απογοητεύσει πολύ κόσμο. Δεν ευθύνεται μόνον αυτός, δεν υποστηρίχθηκε όσο θα έπρεπε από το Κογκρέσο και οι Ρεπουμπλικανοί τον υπονομεύουν. Φοβάμαι πως δεν έχει την πυγμή που απαιτούν οι περιστάσεις».